Με το άρθρο πρώτο ν. 2107/1992 κυρώθηκε από την Ελλάδα και αποτελεί εσωτερικό κανόνα δικαίου η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25.08.1924 για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές με τα τροποποιητικά αυτής Πρωτόκολλα της 23.02.1968 και της 26.12.1979, οι γνωστοί  «Κανόνες Χάγης – Βίσμπυ».

Α. Σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1 οι Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ  εφαρμόζονται και έχουν ισχύ  (ΑΠ 376/2008, ΜονΕφΠειρ 553/2018).

α) για όλες τις θαλάσσιες μεταφορές εμπορευμάτων που εκτελούνται με φορτωτική και τα λιμάνια φορτώσεως και εκφορτώσεως ανήκουν σε διαφορετικά κράτη

β) στις θαλάσσιες μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ ελληνικών λιμένων, είτε εκδόθηκε φορτωτική, είτε όχι.

Επομένως εφαρμοστέο δίκαιο για τις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές με  φορτωτική και μεταξύ ελληνικών λιμένων, είτε εκδόθηκε φορτωτική είτε όχι, αποτελούν οι ως άνω Κανόνες Χάγης- Βίσμπυ.

Β. Eπειδή οι Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ δεν ρύθμιζαν όλα τα θέματα, που αφορούσαν την θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων και την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά και ως εκ τούτου να συνεχίζεται να εφαρμόζεται το αγγλικό εθιμικό δίκαιο (common law) και επειδή υπήρχαν θέματα προς ρύθμιση της συνδυασμένης μεταφοράς εμπορευμάτων, όπου το θαλάσσιο σκέλος συνδέεται με χερσαίο, εναέριο, ή σιδηροδρομικό, ήρθαν να αντικαταστήσουν τους παραπάνω κανόνες οι «Κανόνες  Ρότερνταμ» (Διεθνή Συνθήκη UNCITRAL 2009), έτσι ώστε να επιτευχθεί ομοιομορφία στον τομέα των διεθνών μεταφορών και δη στον τομέα της θαλάσσιας μεταφοράς, σχετικά με την ευθύνη στη θαλάσσια και την συνδυασμένη μεταφορά εμπορευμάτων. Η Ελλάδα στις 23/9/09 τους υπέγραψε μαζί με άλλα 15 κράτη, όπως ΗΠΑ, Γαλλία, Ολλανδία, Δανία, Ελβετία, Πολωνία, Ισπανία, κλπ.  Επειδή η συνθήκη δεν έχει κυρωθεί από 20 κράτη δεν έχει τεθεί ακόμη σε εφαρμογή. Τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν τους Κανόνες  Χάγης-Βίσμπυ.  

Γ. Κατά ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του κυρωτικού της Διεθνoύς Συμβάσεως νόμου, τα θέματα των επί και από την φορτωτική δικαιωμάτων και της μεταβιβάσεως τούτων εξακολουθούν να διέπονται από τα άρθρα 168 - 173 ΚΙΝΔ, καθόσον οι κανόνες του ως άνω κυρωτικού νόμου δεν περιέχουν σχετικές διατάξεις (ΜονΕφΠειρ 553/2018). Στις φορτωτικές, που έχουν εκδοθεί σε διαταγή, εφαρμόζονται αναλόγως και οι διατάξεις για την συναλλαγματική, σχετικά με την νομιμοποίηση του κομιστή και τις ενστάσεις που μπορούν να αντιταχθούν κατά αυτού (άρθρα 76 περ. ε΄, 80 παρ. 2 ν.δ. 17.07/13.08.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», 17 ν. 5325/1932 για την συναλλαγματική και το γραμμάτιο σε διαταγή).

Δ. Οι Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 187 ΚΙΝΔ, ρυθμίζουν και τις αξιώσεις των επιβατών κατά του μεταφορέα για αποζημίωση, λόγω απώλειας, βλάβης ή καθυστερημένης παράδοσης των αποσκευών και συνακόλουθα και τα της παραγραφής των αξιώσεων αυτών, ως προς τις οποίες οι διατάξεις του ΚΙΝΔ, που αφορούν μεταφορές πραγμάτων μεταξύ ελληνικών λιμένων, θεωρούνται ως καταργημένες από την έναρξη της ισχύος της σύμβασης. Ως αποσκευές νοούνται τα συσκευασμένα σε σάκκους ταξιδιωτικούς, βαλίτσες κλπ αντικείμενα, που συνοδεύουν τον επιβάτη και προορίζονται για την προσωπική του χρήση. Σ' αυτά περιλαμβάνονται, ενδεικτικά, είδη ρουχισμού, αμφιέσεως, καλλωπισμού και συναφή.

Ε. Σύμφωνα με τος Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ ο θαλάσσιος μεταφορέας

α) ευθύνεται για την μεταφορά, την φύλαξη και την φροντίδα του υπό μεταφορά φορτίου.

β) υποχρεούται πριν και κατά την έναρξη του πλου να έχει το πλοίο κατάλληλο για θαλασσοπλοϊα και να εξοπλίσει, επανδρώσει και το εφοδιάσει κατάλληλα.

γ) ευθύνεται, αν δεν επιδείξει την δέουσα επιμέλεια, για απώλειες ή ζημίες που προέρχονται, ή είναι αποτέλεσμα αναξιοπλοΐας του πλοίου, ή παραλείψεις εξασφαλίσεως καταλλήλου πληρώματος στο πλοίο, ή παραλείψεις διατηρήσεως σε καλή και ασφαλή κατάσταση των αποθηκευτικών χώρων του πλοίου.

δ) ευθύνεται για απώλεια ή ζημία του φορτίου προερχομένη από πυρκαγιά αν αυτή προκλήθηκε από ίδιο πταίσμα του μεταφορέα.

ΣΤ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδ. α  ο μεταφορέας, ή το πλοίο, δεν ευθύνονται για απώλεια ή ζημία που προέρχεται, ή προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ή αμέλεια, του πλοιάρχου, ναυτικού, πλοηγού, ή προστηθέντος από τον μεταφορέα, σχετικά με την διακυβέρνηση, ή τον χειρισμό του πλοίου. Αυτό σημαίνει ότι ο εκναυλωτής δεν ευθύνεται για ναυτικό πταίσμα, δηλαδή για το πταίσμα περί την διακυβέρνηση, ή το χειρισμό του πλοίου (navigation or management), ευθύνεται όμως για το διοικητικό (εμπορικό) πταίσμα.

Ζ. Πράξεις, ή παραλείψεις, σχετικά με την διακυβέρνηση, ή το χειρισμό, του πλοίου είναι εκείνες που ανάγονται στις ειδικές τεχνικές γνώσεις και ικανότητες προς διακυβέρνηση και χειρισμό κατά τους κανόνες της ναυτικής τέχνης και οι οποίες ενεργούνται προς το συμφέρον του πλοίου. Ενδεικτικά τέτοιες είναι οι αναγόμενες στον καθορισμό της πορείας του πλοίου, στην εκτέλεση των ενδεικνυομένων ελιγμών του πλοίου, στη μελέτη του χάρτη, στη γνώση των μετεωρολογικών ειδήσεων, στην είσοδο ή την έξοδο του πλοίου από τους λιμένες, τη διάβαση διαύλου, την ορθή επισήμανση των φάρων και φανών, την δέουσα εκτίμηση εκραγείσας πυρκαγιάς, την αντιμετώπιση κακοκαιρίας, ομίχλης, αβαθών υδάτων, στην πλεύση την προώθηση και γενικότερα στην κίνηση του πλοίου.

Με τα δεδομένα αυτά, εάν π.χ. κατά την έναρξη του πλου μία θύρα του καταστρώματος ήταν ανοικτή παράτυπα και το θαλάσσιο ύδωρ που εισήλθε μέσω αυτής, βλάπτει το φορτίο, υπάρχει αρχική ακαταλληλότητα του πλοίου προς πλου, αν η θύρα δεν ήταν δυνατόν να κλειστεί αμέσως σε περίπτωση ανάγκης (π.χ. επελεύσεως κακοκαιρίας). Εάν, αντίθετα, ήταν δυνατόν να κλειστεί αμέσως, όταν επήλθε η ανάγκη, και τούτο παρελήφθη, υπάρχει πταίσμα περί τον χειρισμό του πλοίου (ναυτικό πταίσμα) (ΜονΠρΠειρ 3547 /2019).

Η. Η ευθύνη του μεταφορέα είναι νόθος αντικειμενική με την έννοια ότι σε περίπτωση απώλειας, ή βλάβης, του φορτίου, ο τελευταίος έχει το βάρος της απόδειξης ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα.

Θ. Σε περίπτωση απώλειας, ή βλάβης, των εμπορευμάτων, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης υπολογίζεται σε σχέση με την αξία των εμπορευμάτων στον τόπο και τον χρόνο που εκφορτώνονται από το πλοίο, ή που θα έπρεπε να είχαν εκφορτωθεί, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς. Η αξία των εμπορευμάτων υπολογίζεται σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή τιμή για το εμπόρευμα ή, αν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή στην αγορά, ελλείψει δε αμφοτέρων, με βάση τη συνήθη αξία των εμπορευμάτων του ίδιου είδους και ποιότητας.

Ι. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5ε της σύμβασης, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο του πρωτοκόλλου της 23.2.1968, το δικαίωμα του θαλάσσιου μεταφορέα να περιορίσει την ευθύνη του δεν υφίσταται, αν αποδειχθεί ότι η προκληθείσα ζημία υπήρξε αποτέλεσμα πράξης ή παράλειψης αυτού, η οποία έγινε με σκοπό πρόκλησης ζημίας, ή απερίσκεπτα και με γνώση ότι η ζημία πιθανόν θα προκαλείτο.

ΙΑ. Στη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς μπορεί να παρεμβληθεί και ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση απέναντι στο φορτωτή, ή του παραλήπτη να εξεύρει μεταφορέα, με τον οποίο συνάπτει ο ίδιος σύμβαση μεταφοράς στο όνομα του παραγγελέα, αλλά πάντοτε για λογαριασμό του τελευταίου. Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται για τους ίδιους λόγους που ευθύνεται και ο μεταφορέας, ως εγγυητής των πράξεων του μεταφορέα, επομένως και για την απώλεια ή βλάβη των εμπορευμάτων. Μπορεί να επικαλεστεί για την απαλλαγή του τους ίδιους λόγους ανεύθυνου, που μπορεί να επικαλεσθεί και ο μεταφορέας.

ΙΒ. Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. 4 της σύμβασης, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 1 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου της 23-2-1968, ορίζει ότι η παραγραφή του δικαιώματος του παραλήπτη για αποζημίωση του απωλεσθέντος, ή βλαβέντος φορτίου είναι ετήσια. Η ίδια διάταξη ορίζει στη συνέχεια ότι «ωστόσο, αυτή η περίοδος μπορεί να παραταθεί, αν τα μέρη έτσι συμφωνήσουν μεταγενέστερα από το γεγονός που προκάλεσε την αγωγή».

ΙΓ. Η ετήσια παραγραφή ισχύει ανεξάρτητα από τη θεμελίωση του δικαιώματος στη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς, ή σε αδικοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 4β παρ. 1 της Σύμβασης, που προστέθηκε με το Πρωτόκολλο της 23-2-1968, το οποίο ορίζει ότι «οι ενστάσεις και τα όρια ευθύνης που προβλέπονται σ' αυτή τη Σύμβαση θα ισχύουν για κάθε αξίωση κατά του μεταφορέα σχετικά με απώλεια ή ζημία σε εμπορεύματα, που καλύπτονται από σύμβαση μεταφοράς, είτε η αγωγή θεμελιώνεται σε συμβατική ευθύνη είτε σε εξωσυμβατική ευθύνη».

ΙΔ. Η παραγραφή αρχίζει από την παραλαβή, ή την παράδοση των πραγμάτων, ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί και ισχύει ενιαίως, τόσο επί συμβατικής, όσο και επί εξωσυμβατικής ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα, όχι μόνο για την απώλεια ή βλάβη εμπορευμάτων, αλλά και για τις λοιπές αξιώσεις του ενδιαφερομένου ως προς το φορτίο κατά του ως άνω μεταφορέα (ΕφΠειρ 304/ 2004, Εφ Πειρ 32/2008). Η λόγω παραγραφή διακόπτεται με την έγερση αγωγής και αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, όταν δε απρακτούν οι διάδικοι μπορεί να συμπληρωθεί εν επιδικία, εφόσον μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων συμπληρωθεί ολόκληρος ο απαιτούμενος για την παραγραφή της αξίωσης χρόνος. Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε, από δικαιοστάσιο ή άλλο λόγο ανώτερης βίας, να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα των λόγων αναστολής της παραγραφής  είναι η αντικειμενική αδυναμία του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του. Τέτοια αδυναμία δεν υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία μετά την αναβολή της συζήτησης της αγωγής στο δικαστήριο σε μεταγενέστερη δικάσιμο και μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη, συμπληρώνεται ο χρόνος της προβλεπόμενης από το νόμο παραγραφής, καθ όσον ο δικαιούχος εν όψει του κινδύνου αυτού, ιδίως όταν πρόκειται για βραχυχρόνια παραγραφή μπορεί να επιδιώξει να φέρει προς συζήτηση την αγωγή με κλήση σε δικάσιμο πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, ώστε να επιφέρει τη διακοπή της (Εφ Πειρ 32/2008).

Η θαλάσσια μεταφορά

Α. Ως προς την σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς εμπορευμάτων, εφαρμογή έχει το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 της από 19.6.1980 Σύμβασης της Ρώμης, αν η διεθνής θαλάσσια μεταφορά συνδέεται με την Ελλάδα, λόγω του τόπου της κυρίας επαγγελματικής εγκατάστασης του θαλασσίου μεταφορέα κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβαση μεταφοράς  και του τόπου φόρτωσης του φορτίου.

Β. Ως προς την σύμβαση παραγγελίας θαλάσσιας μεταφοράς εμπορευμάτων, εφαρμογή έχει το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 εδ. α' ΑΚ, ως δίκαιο, που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών, αν ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς είναι ελληνική εταιρία και η σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς καταρτίσθηκε στην Ελλάδα, όπου ευρίσκεται ο τόπος φόρτωση.

Γ. Αν η θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων εκτελέσθηκε α) με φορτωτική και τα λιμάνια φορτώσεως και εκφορτώσεως ανήκουν σε διαφορετικά κράτη, ή β) μεταξύ ελληνικών λιμένων, είτε εκδόθηκε φορτωτική, είτε όχι, τότε εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις της από 25.8.1924 Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών «Για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές», Του τροποποιητικού της ως άνω Σύμβασης Πρωτοκόλλου των Βρυξελλών της 23.2.1968 και του τροποποιητικού της αυτής Σύμβασης Πρωτοκόλλου των Βρυξελλών της 21.12.1979, οι γνωστοί Κανόνες Χάγης - Βίσμπυ.

Δ. Αν η θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων, που τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη, εκτελέστηκε χωρίς φορτωτική,  εφαρμογή έχουν οι διατάξεις περί ναυλώσεως του ΚΙΝΔ και συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 107 επ. ΚΙΝΔ..

Ε. Ως προς την σύμβαση ασφάλισης, εφαρμογή έχει το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, αν η σύμβαση ασφάλισης καταρτίσθηκε στην Ελλάδα και εκεί εδρεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη.

Οι Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 187 ΚΙΝΔ, ρυθμίζουν και τις αξιώσεις των επιβατών κατά του μεταφορέα για αποζημίωση, λόγω απώλειας, βλάβης ή καθυστερημένης παράδοσης των αποσκευών και συνακόλουθα και τα της παραγραφής των αξιώσεων αυτών, ως προς τις οποίες οι διατάξεις του ΚΙΝΔ, που αφορούν μεταφορές πραγμάτων μεταξύ ελληνικών λιμένων, θεωρούνται ως καταργημένες από την έναρξη της ισχύος της σύμβασης.

Ως αποσκευές νοούνται τα συσκευασμένα σε σάκκους ταξιδιωτικούς, βαλίτσες κλπ αντικείμενα, που συνοδεύουν τον επιβάτη και προορίζονται για την προσωπική του χρήση. Σε αυτά περιλαμβάνονται, ενδεικτικά, είδη ρουχισμού, αμφιέσεως, καλλωπισμού και συναφή.

Σύμφωνα με τον ν. 2107/1992, που κύρωσε την Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών της 25.8.1924, όπως τροποποιήθηκε με τα Πρωτόκολλα της 23.2.1968 και της 21.12.1979, οι Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ εφαρμόζονται και έχουν ισχύ, μεταξύ των άλλων και στις θαλάσσιες μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ ελληνικών λιμένων, είτε εκδόθηκε φορτωτική, είτε όχι.

Με το άρθρο πρώτο ν. 2107/1992, που κυρώθηκε από την Ελλάδα και αποτελεί εσωτερικό κανόνα δικαίου, η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25.08.1924 για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές με τα τροποποιητικά αυτής Πρωτόκολλα της 23.02.1968 και της 26.12.1979, οι γνωστοί  «Κανόνες Χάγης – Βίσμπυ», σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2 του πιο πάνω νόμου και των άρθρων 1 περ. β΄, 2, 3 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 10 παρ. 2,3 της Διεθνούς Συμβάσεως προκύπτει ότι οι «Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ  εφαρμόζονται στην Ελλάδα μεταξύ των άλλων, σε όλες τις θαλάσσιες μεταφορές που τα λιμάνια φορτώσεως και εκφορτώσεως βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη, με την προϋπόθεση ότι οι μεταφορές αυτές καλύπτονται από φορτωτική, ή άλλο παρόμοιο έγγραφο που αποτελεί τίτλο για την θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων (ΑΠ 376/2008, ΜονΕφΠειρ 553/2018).

Α. Επομένως εφαρμοστέο δίκαιο για τις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές με  φορτωτική αποτελούν οι  κανόνες Χάγης – Βίσμπυ.

Β. Eπειδή οι Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ δεν ρύθμιζαν όλα τα θέματα, που αφορούσαν την θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων και την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά και ως εκ τούτου να συνεχίζεται να εφαρμόζεται το αγγλικό εθιμικό δίκαιο (common law) και επειδή υπήρχαν θέματα προς ρύθμιση της συνδυασμένης μεταφοράς εμπορευμάτων, όπου το θαλάσσιο σκέλος συνδέεται με χερσαίο, εναέριο, ή σιδηροδρομικό, ήρθαν να αντικαταστήσουν τους παραπάνω κανόνες οι «Κανόνες  Ρότερνταμ» (Διεθνή Συνθήκη UNCITRAL 2009), έτσι ώστε να επιτευχθεί ομοιομορφία στον τομέα των διεθνών μεταφορών και δη στον τομέα της θαλάσσιας μεταφοράς, σχετικά με την ευθύνη στη θαλάσσια και την συνδυασμένη μεταφορά εμπορευμάτων. Η Ελλάδα στις 23/9/09 τους υπέγραψε μαζί με άλλα 15 κράτη, όπως ΗΠΑ, Γαλλία, Ολλανδία, Δανία, Ελβετία, Πολωνία, Ισπανία, κλπ.  Επειδή η συνθήκη δεν έχει κυρωθεί από 20 κράτη δεν έχει τεθεί ακόμη σε εφαρμογή. Τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν τους Κανόνες  Χάγης-Βίσμπυ.  

Γ. Κατά ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του κυρωτικού της Διεθνoύς Συμβάσεως νόμου, τα θέματα των επί και από την φορτωτική δικαιωμάτων και της μεταβιβάσεως τούτων εξακολουθούν να διέπονται από τα άρθρα 168 - 173 ΚΙΝΔ, καθόσον οι κανόνες του ως άνω κυρωτικού νόμου δεν περιέχουν σχετικές διατάξεις (ΜονΕφΠειρ 553/2018). Στις φορτωτικές, που έχουν εκδοθεί σε διαταγή, εφαρμόζονται αναλόγως και οι διατάξεις για την συναλλαγματική, σχετικά με την νομιμοποίηση του κομιστή και τις ενστάσεις που μπορούν να αντιταχθούν κατά αυτού (άρθρα 76 περ. ε΄, 80 παρ. 2 ν.δ. 17.07/13.08.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», 17 ν. 5325/1932 για την συναλλαγματική και το γραμμάτιο σε διαταγή).

Δ. Σύμφωνα με τος Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ ο θαλάσσιος μεταφορέας

α) ευθύνεται για την μεταφορά, την φύλαξη και την φροντίδα του υπό μεταφορά φορτίου.

β) υποχρεούται πριν και κατά την έναρξη του πλου να έχει το πλοίο κατάλληλο για θαλασσοπλοϊα και να εξοπλίσει, επανδρώσει και το εφοδιάσει κατάλληλα.

γ) ευθύνεται, αν δεν επιδείξει την δέουσα επιμέλεια, για απώλειες ή ζημίες που προέρχονται, ή είναι αποτέλεσμα αναξιοπλοΐας του πλοίου, ή παραλείψεις εξασφαλίσεως καταλλήλου πληρώματος στο πλοίο, ή παραλείψεις διατηρήσεως σε καλή και ασφαλή κατάσταση των αποθηκευτικών χώρων του πλοίου.

δ) ευθύνεται για απώλεια ή ζημία του φορτίου προερχομένη από πυρκαγιά αν αυτή προκλήθηκε από ίδιο πταίσμα του μεταφορέα.

Ε. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδ. α  ο μεταφορέας, ή το πλοίο, δεν ευθύνονται για απώλεια ή ζημία που προέρχεται, ή προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ή αμέλεια, του πλοιάρχου, ναυτικού, πλοηγού, ή προστηθέντος από τον μεταφορέα, σχετικά με την διακυβέρνηση, ή τον χειρισμό του πλοίου. Αυτό σημαίνει ότι ο εκναυλωτής δεν ευθύνεται για ναυτικό πταίσμα, δηλαδή για το πταίσμα περί την διακυβέρνηση, ή το χειρισμό του πλοίου (navigation or management), ευθύνεται όμως για το διοικητικό (εμπορικό) πταίσμα.

ΣΤ. Πράξεις, ή παραλείψεις, σχετικά με την διακυβέρνηση, ή το χειρισμό, του πλοίου είναι εκείνες που ανάγονται στις ειδικές τεχνικές γνώσεις και ικανότητες προς διακυβέρνηση και χειρισμό κατά τους κανόνες της ναυτικής τέχνης και οι οποίες ενεργούνται προς το συμφέρον του πλοίου. Ενδεικτικά τέτοιες είναι οι αναγόμενες στον καθορισμό της πορείας του πλοίου, στην εκτέλεση των ενδεικνυομένων ελιγμών του πλοίου, στη μελέτη του χάρτη, στη γνώση των μετεωρολογικών ειδήσεων, στην είσοδο ή την έξοδο του πλοίου από τους λιμένες, τη διάβαση διαύλου, την ορθή επισήμανση των φάρων και φανών, την δέουσα εκτίμηση εκραγείσας πυρκαγιάς, την αντιμετώπιση κακοκαιρίας, ομίχλης, αβαθών υδάτων, στην πλεύση την προώθηση και γενικότερα στην κίνηση του πλοίου.

Με τα δεδομένα αυτά, εάν π.χ. κατά την έναρξη του πλου μία θύρα του καταστρώματος ήταν ανοικτή παράτυπα και το θαλάσσιο ύδωρ που εισήλθε μέσω αυτής, βλάπτει το φορτίο, υπάρχει αρχική ακαταλληλότητα του πλοίου προς πλου, αν η θύρα δεν ήταν δυνατόν να κλειστεί αμέσως σε περίπτωση ανάγκης (π.χ. επελεύσεως κακοκαιρίας). Εάν, αντίθετα, ήταν δυνατόν να κλειστεί αμέσως, όταν επήλθε η ανάγκη, και τούτο παρελήφθη, υπάρχει πταίσμα περί τον χειρισμό του πλοίου (ναυτικό πταίσμα) (ΜονΠρΠειρ 3547 /2019).

Ζ. Η ευθύνη του μεταφορέα είναι νόθος αντικειμενική με την έννοια ότι σε περίπτωση απώλειας, ή βλάβης, του φορτίου, ο τελευταίος έχει το βάρος της απόδειξης ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα.

Η. Σε περίπτωση απώλειας, ή βλάβης, των εμπορευμάτων, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης υπολογίζεται σε σχέση με την αξία των εμπορευμάτων στον τόπο και τον χρόνο που εκφορτώνονται από το πλοίο, ή που θα έπρεπε να είχαν εκφορτωθεί, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς. Η αξία των εμπορευμάτων υπολογίζεται σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή τιμή για το εμπόρευμα ή, αν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή στην αγορά, ελλείψει δε αμφοτέρων, με βάση τη συνήθη αξία των εμπορευμάτων του ίδιου είδους και ποιότητας.

Θ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5ε της σύμβασης, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο του πρωτοκόλλου της 23.2.1968, το δικαίωμα του θαλάσσιου μεταφορέα να περιορίσει την ευθύνη του δεν υφίσταται, αν αποδειχθεί ότι η προκληθείσα ζημία υπήρξε αποτέλεσμα πράξης ή παράλειψης αυτού, η οποία έγινε με σκοπό πρόκλησης ζημίας, ή απερίσκεπτα και με γνώση ότι η ζημία πιθανόν θα προκαλείτο.

Ι. Στη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς μπορεί να παρεμβληθεί και ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση απέναντι στο φορτωτή, ή του παραλήπτη να εξεύρει μεταφορέα, με τον οποίο συνάπτει ο ίδιος σύμβαση μεταφοράς στο όνομα του παραγγελέα, αλλά πάντοτε για λογαριασμό του τελευταίου. Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται για τους ίδιους λόγους που ευθύνεται και ο μεταφορέας, ως εγγυητής των πράξεων του μεταφορέα, επομένως και για την απώλεια ή βλάβη των εμπορευμάτων. Μπορεί να επικαλεστεί για την απαλλαγή του τους ίδιους λόγους ανεύθυνου, που μπορεί να επικαλεσθεί και ο μεταφορέας.

ΙΑ. Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. 4 της σύμβασης, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 1 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου της 23-2-1968, ορίζει ότι η παραγραφή του δικαιώματος του παραλήπτη για αποζημίωση του απωλεσθέντος, ή βλαβέντος φορτίου είναι ετήσια. Η ίδια διάταξη ορίζει στη συνέχεια ότι «ωστόσο, αυτή η περίοδος μπορεί να παραταθεί, αν τα μέρη έτσι συμφωνήσουν μεταγενέστερα από το γεγονός που προκάλεσε την αγωγή».

ΙΒ. Η ετήσια παραγραφή ισχύει ανεξάρτητα από τη θεμελίωση του δικαιώματος στη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς, ή σε αδικοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 4β παρ. 1 της Σύμβασης, που προστέθηκε με το Πρωτόκολλο της 23-2-1968, το οποίο ορίζει ότι «οι ενστάσεις και τα όρια ευθύνης που προβλέπονται σ' αυτή τη Σύμβαση θα ισχύουν για κάθε αξίωση κατά του μεταφορέα σχετικά με απώλεια ή ζημία σε εμπορεύματα, που καλύπτονται από σύμβαση μεταφοράς, είτε η αγωγή θεμελιώνεται σε συμβατική ευθύνη είτε σε εξωσυμβατική ευθύνη».

ΙΓ. Η παραγραφή αρχίζει από την παραλαβή, ή την παράδοση των πραγμάτων, ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί και ισχύει ενιαίως, τόσο επί συμβατικής, όσο και επί εξωσυμβατικής ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα, όχι μόνο για την απώλεια ή βλάβη εμπορευμάτων, αλλά και για τις λοιπές αξιώσεις του ενδιαφερομένου ως προς το φορτίο κατά του ως άνω μεταφορέα (ΕφΠειρ 304/ 2004, Εφ Πειρ 32/2008). Η λόγω παραγραφή διακόπτεται με την έγερση αγωγής και αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, όταν δε απρακτούν οι διάδικοι μπορεί να συμπληρωθεί εν επιδικία, εφόσον μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων συμπληρωθεί ολόκληρος ο απαιτούμενος για την παραγραφή της αξίωσης χρόνος. Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε, από δικαιοστάσιο ή άλλο λόγο ανώτερης βίας, να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα των λόγων αναστολής της παραγραφής  είναι η αντικειμενική αδυναμία του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του. Τέτοια αδυναμία δεν υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία μετά την αναβολή της συζήτησης της αγωγής στο δικαστήριο σε μεταγενέστερη δικάσιμο και μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη, συμπληρώνεται ο χρόνος της προβλεπόμενης από το νόμο παραγραφής, καθ όσον ο δικαιούχος εν όψει του κινδύνου αυτού, ιδίως όταν πρόκειται για βραχυχρόνια παραγραφή μπορεί να επιδιώξει να φέρει προς συζήτηση την αγωγή με κλήση σε δικάσιμο πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, ώστε να επιφέρει τη διακοπή της (Εφ Πειρ 32/2008).

Στην διεθνή θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων, δηλαδή στη μεταφορά εμπορευμάτων που τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη, δίχως η μεταφορά να καλύπτεται από φορτωτική, εκδοθείσα από τον θαλάσσιο μεταφορέα, δεν έχουν εφαρμογή οι Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ, αλλά οι διατάξεις περί ναυλώσεως του ΚΙΝΔ και συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 107 επ. ΚΙΝΔ (ΕφΠειρ 286/2004).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 111 ΚΙΝΔ ο εκναυλωτής είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το πλοίο κατάλληλο προς πλουν και προς διατήρηση του φορτίου. Το ελάττωμα του πλοίου, που προξενεί την ακαταλληλότητά του προς πλουν είναι δυνατόν να οφείλεται σε διάφορες αιτίες, όπως στην έλλειψη των καταλλήλων οργάνων πλεύσεως ή τηλεπικοινωνίας, στην κανονική σύνθεση του πληρώματος κ.λπ., συνεπεία των οποίων επιβάλλεται στο πλοίο διοικητική απαγόρευση απόπλου ή συνεχίσεως του πλου του.

Β. Το πιστοποιητικό πλωιμότητας του πλοίου παρέχει απλά μαχητό τεκμήριο περί του ότι το πλοίο είναι κατάλληλο προς πλουν, συνεπώς κατά του πιστοποιητικού  χωρεί ανταπόδειξη, πράγμα που σημαίνει ότι ο ναυλωτής μπορεί να αποδείξει την ακαταλληλότητα του πλοίου και συνακόλουθα την μη εκτέλεση της συμβατικής υποχρεώσεως του εκναυλωτή, δηλαδή την μη εκτέλεση της αναληφθείσης μεταφοράς μέχρι παραδόσεως του φορτίου στον παραλήπτη, σύμφωνα με τους ορισμούς του ανωτέρω άρθρου 111 ΚΙΝΔ.

Γ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 135 και 138 ΚΙΝΔ, προκύπτει ότι ο εκναυλωτής ευθύνεται για κάθε ζημιά που προέρχεται από ελάττωμα του πλοίου, το οποίο υπήρχε κατά την έναρξη του πλου, ως προς την καταλληλότητα αυτού προς πλουν και προς διατήρηση του φορτίου. Η ευθύνη του έχει θεσπιστεί έναντι παντός έχοντος συμφέρον επί του φορτίου, δηλαδή έναντι του φορτωτή (κι αν ακόμη δεν είναι ο ναυλωτής), του παραλήπτη, του ασφαλίσαντος αυτό (φορτίο) ή του έχοντος ενέχυρο επ’ αυτού. Ειδικότερα ο εκναυλωτής - μεταφορέας είναι υπεύθυνος για κάθε αποκαλυπτόμενη προϋπάρχουσα πλημμέλεια του πλοίου συναπτόμενη με την καταλληλότητα αυτού, έστω και αν η μέριμνα ως προς αυτήν ανατέθηκε απ’ αυτόν σε πρόσωπο ειδικευμένο που επέλεξε με επιμέλεια.

Δ. Κατά την διάταξη του άρθρου 134 ΚΙΝΔ ο εκναυλωτής, υποχρεούται σε κάθε επιμέλεια του φορτίου, κυρίως δε ως προς την φόρτωση, την στοιβασία, την φύλαξη, την καλή διατήρηση, την μεταφορά και την εκφόρτωση, ευθυνόμενος σε αποζημίωση για κάθε ζημία η οποία οφείλεται στην απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων και η οποία προκλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παραλαβής αυτών προς μεταφορά και της παραδόσεώς των στον παραλήπτη.

Ε. Κατά την διάταξη του άρθρου 139 ΚΙΝΔ, εάν υπάρχει ευθύνη του εκναυλωτή,   σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 134 ΚΙΝΔ για ολική ή μερική απώλεια των μεταφερθέντων διά θαλάσσης πραγμάτων, ο εκναυλωτής υποχρεούται να αποζημιώσει τον δικαιούχο αυτών, δηλαδή να αποκαταστήσει την αξία που είχαν τα πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποιότητας στο λιμάνι προορισμού των, δηλαδή στο λιμάνι εκφορτώσεώς των από το πλοίο, κατά το χρόνο ενάρξεως της εκφορτώσεώς των από αυτό.

ΣΤ. Τα περί του καθορισμού της αποζημίωσης του παραλήπτη και της ευθύνης του εκναυλωτή σε αποκατάσταση της αξίας των απωλεσθέντων πραγμάτων ισχύουν και επί συρροής αξιώσεων από αδικοπραξία και από σύμβαση. Ο ναυλωτής, ή άλλος νομιμοποιούμενος επί του φορτίου, εκτός από την παραπάνω διαφορά δεν δικαιούται να αξιώσει άλλη ζημία, έστω και αν επικαλείται εξωσυμβατική ευθύνη του εκναυλωτή.

Ζ. Κατά την κρατούσα άποψη, η μη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προφύλαξη του φορτίου αποτελεί απλή συμβατική παράλειψη του εκναυλωτή- θαλάσσιου μεταφορέα και των προστηθέντων αυτού οργάνων. Ως εκ τούτου η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πράξη παράνομη και υπαίτια χωρίς την ύπαρξη της σύμβασης ναύλωσης-θαλάσσιας μεταφοράς, μη υφισταμένης συνεπώς αδικοπραξίας εν προκειμένω (ΕφΠειρ 76/2006, ΜονΠρΠειρ 995/2019

Η. Οι διατάξεις των άρθρων 134 παρ. 3 και 135 ΚΙΝΔ θεσπίζουν νόθο αντικειμενική ευθύνη του μεταφορέα, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης του φορτίου, ο τελευταίος έχει το βάρος της απόδειξης ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα. Η διαβάθμιση του πταίσματος είναι όμοια με αυτή του αστικού δικαίου στη συμβατική ευθύνη (άρθρα 330 και 334 του ΑΚ), δηλαδή ο μεταφορέας ευθύνεται για δόλο, βαριά και ελαφρά αφηρημένη αμέλεια.

Θ. Στο άρθρο 138 ΚΙΝΔ ορίζεται ότι «Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια το πταίσμα των υπ’ αυτού προστηθέντων, ιδία του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εάν η ζημία προεκλήθη εκ πράξεως ή παραλείψεως περί την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εις την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου δεν περιλαμβάνονται μέτρα λαμβανόμενα κυρίως προς το συμφέρον του φορτίου. Εάν η ζημία προήλθεν εκ πυρκαϊάς ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα». Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται το ανεύθυνο του μεταφορέα για ζημιές, μεταξύ άλλων, από πυρκαγιά, και μόνον όταν η πυρκαγιά οφείλεται σε δικό του προσωπικό πταίσμα αναβιώνει η ευθύνη του.  Πταίσμα του πλοιάρχου, του πληρώματος και γενικά των προσώπων που έχουν προστηθεί από τον μεταφορέα, δεν αρκεί για την θεμελίωση της ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, αλλά απαιτείται «ίδιον», δηλαδή προσωπικό, πταίσμα του ή, εφόσον πρόκειται για εταιρεία, των προσώπων που την εκπροσωπούν ή ασκούν τη διοίκησή της, αφού η ως άνω διάταξη απαλλάσσει στη συγκεκριμένη περίπτωση τον μεταφορέα από την ευθύνη για το πταίσμα των προστηθέντων του. Για τον λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι με τη διάταξη αυτή εισάγεται μαχητό τεκμήριο υπέρ του μεταφορέα, για την έλλειψη ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, το οποίο μπορεί να ανατραπεί με την απόδειξη προσωπικού πταίσματος αυτού και, συνεπώς, ο μεταφορέας για να απαλλαγεί από την ευθύνη, αρκεί να αποδείξει ότι η ζημία οφείλεται σε πυρκαγιά, ενώ ο αντίδικός του που ζημιώθηκε μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, αποδεικνύοντας ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από προσωπικό πταίσμα του μεταφορέα (ΕφΠειρ 835/2010, ΕφΠειρ 447/2005, ΑΠ 504/2003, ΜονΠρΠειρ 995/2019).

Α. Παραγγελιοδόχος μεταφοράς είναι το πρόσωπο που αναλαμβάνει έναντι του αποστολέα, ή του παραλήπτη, την υποχρέωση να αναζητήσει μεταφορέα, με τον οποίο ο ίδιος συνάπτει την σύμβαση μεταφοράς, ενεργώντας ως εργολάβος στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα πελάτη του.

Β. Η διεθνής σύμβαση της Γενεύης CMR ρυθμίζει την σύμβαση μεταφοράς, δεν ρυθμίζει όμως την σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς. Λόγω όμως της εγγυητικής ευθύνης του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, αυτός ευθύνεται για κάθε απώλεια, βλάβη, ή καθυστέρηση, των μεταφερομένων πραγμάτων ως εγγυητής των πράξεων του μεταφορέα και στο μέτρο ευθύνης του τελευταίου, όπως ορίζεται στη σύμβαση CMR, μολονότι η ανωτέρω σύμβαση δεν τον αφορά, γιατί αναφέρεται μόνον στον μεταφορέα. Επομένως, εάν ο μεταφορέας δεν ευθύνεται για την απώλεια, ή βλάβη των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ή ευθύνεται, κατά νόμο, περιορισμένως, τότε και η ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς αντιμετωπίζεται με όμοιο τρόπο.

Γ. Η ανωτέρω ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς δεν αφορά το κατά το άρθρο 25 παρ. 1 της CMR ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας, καθ όσον τούτο δεν ανάγεται στην έκταση της ευθύνης του μεταφορέα, αλλά στις συνέπειες της υπερημερίας αυτού, η οποία είναι άσχετη προς την υπερημερία του παραγγελιοδόχου μεταφοράς (ΑΠ 420/2003).

Δ. Εν όψει ότι η διεθνής σύμβαση CMR δεν ρυθμίζει την σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, άλλα ρυθμίζεται από τον ΕμπΝ, σύμφωνα με το άρθρο 107 του ΕμπΝ, κάθε αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου διεθνούς μεταφοράς από απώλεια, ή βλάβη, του φορτίου παραγράφεται σε ένα έτος από την ημέρα κατά την οποία έπρεπε να γίνει η μεταφορά (σε περίπτωση απώλειας του φορτίου) ή κατά την οποία έγινε η παράδοση (σε περίπτωση φθοράς του φορτίου). Στις περιπτώσεις που η απώλεια, ή η φθορά, των μεταφερόμενων εμπορευμάτων οφείλεται σε απάτη, ή απιστία, δηλαδή σε δόλια συμπεριφορά προσωπικά του ιδίου του παραγγελιοδόχου, η παραγραφή είναι η πενταετής του άρθρου 937 ΑΚ, χωρίς να ενδιαφέρει ότι η συμβατική του ευθύνη κατ άρθρο 107 ΕμπΝ είναι ένα έτος (ΕφΑθ 353/2015, AΠ 1669/2011).

Ε. Συνεπεία της σε ολόκληρο ευθύνης του, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, εφ όσον ικανοποίησε τον ζημιωθέντα παραλήπτη των εμπορευμάτων, ή τον υποκατασταθέντα στα δικαιώματα του ασφαλιστή, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του συνοφειλέτη του μεταφορέα κατά τα άρθρα 487 και 488 ΑΚ. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των ανωτέρω συνοφειλετών αποτελεί ιδιαίτερη ενοχική σχέση, με κύριο περιεχόμενο το δικαίωμα αναγωγής και είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την εξωτερική σχέση, δηλαδή την σχέση δανειστή-συνοφειλετών, εξακολουθεί δε να υφίσταται και να στηρίζει το δικαίωμα αναγωγής του καταβαλόντος οφειλέτη κατά του συνοφειλέτη του, έστω και αν έχει αποσβεσθεί η αξίωση που απορρέει από την εξωτερική σχέση. Η αξίωση αναγωγής του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του συνοφειλέτη του μεταφορέα υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή, που αρχίζει από την καταβολή, ανεξάρτητα από την τυχόν βραχύτερη παραγραφή, η οποία ισχύει για την αξίωση του δανειστή κατά των σε ολόκληρο συνοφειλετών και η οποία επί διεθνούς μεταφοράς ορίζεται σε ένα έτος, ή τρία έτη στην περίπτωση της ζημίας από ηθελημένη κακή διαχείριση (ΑΠ 998/2002, ΑΠ 1145/2003, ΤριμΕφΛαρ 307/2015).

ΣΤ. Η αξίωση του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του αντισυμβαλλομένου του αποστολέα για την αμοιβή του, δεν υπόκειται στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 32 της CMR, αλλά στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ (ΑΠ 537/2009).

1. Σύμφωνα με την από 11-4-1980 Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών «για τις συμβάσεις διεθνών πωλήσεων κινητών πραγμάτων» (κεφάλαιο IV «Μετάθεση του κινδύνου»), που τέθηκε σε ισχύ την 1-1-1988 και έχει καταστεί εσωτερικό δίκαιο, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται στις συμβάσεις πώλησης, ή προμήθειας, κινητών πραγμάτων, εφ όσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, αν η σύμβαση πώλησης προβλέπει μεταφορά των κινητών πραγμάτων και ο πωλητής δεν είναι υποχρεωμένος να τα παραδώσει σε ορισμένο τόπο, ο κίνδυνος μετατίθεται στον αγοραστή, όταν τα πράγματα παραδίδονται στον πρώτο μεταφορέα, προκειμένου να διαβιβασθούν στον αγοραστή, σύμφωνα με την σύμβαση πώλησης. Αν ο πωλητής είναι υποχρεωμένος να παραδώσει τα πράγματα σε μεταφορέα σε ορισμένο τόπο, ο κίνδυνος μετατίθεται στον αγοραστή μόνον όταν τα πράγματα παραδοθούν στον μεταφορέα σε αυτόν τον τόπο.

2. Στην συνέχεια η διεθνής πρακτική διαμόρφωσε τις ρήτρες για την Διεθνή Εμπορική Πώληση, τις γνωστές ως «Incoterms», σήμερα γνωστές ως «Incoterms 2020», οι οποίες, εκτοπίζοντας την ενδοτικού χαρακτήρα ρύθμιση της μετάθεσης του κινδύνου των μεταφερομένων πραγμάτων με την παραπάνω Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών, εφαρμόζονται για την ερμηνεία της σύμβασης πώλησης και μεταφοράς, ιδιαίτερα όταν τα μέρη τους έχουν ρητά ενσωματώσει στην σύμβαση πώλησης, ή στην φορτωτική.

3. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δικαιούχος της αποζημίωσης, λόγω απώλειας, ή βλάβης, ή καθυστέρησης των πραγμάτων, δεν είναι το πρόσωπο που έχει την κυριότητα των πραγμάτων, αλλά το πρόσωπο που νομιμοποιείται έναντι του μεταφορέα να ασκήσει τα δικαιώματα από την σύμβαση μεταφοράς. Το ανωτέρω νομιμοποιούμενο πρόσωπο είναι ο αποστολέας, ή ο παραλήπτης, των πραγμάτων, αναλόγως ποίος από τους δύο έχει το δικαίωμα διάθεσης των πραγμάτων και ειδικότερα, ποίος εκ των δύο, κατά το χρονικό σημείο επέλευσης του κινδύνου, φέρει τον κίνδυνο απώλειας, ή ζημίας, των μεταφερόμενων πραγμάτων.

4. Οι ρήτρες «Incoterms, δηλαδή, ρυθμίζουν το σημείο από το οποίο ο παραλήπτης-αγοραστής αποκτά το δικαίωμα διάθεσης των μεταφερομένων πραγμάτων και επομένως φέρει τον κίνδυνο απώλειας, ή βλάβης, των μεταφερομένων πραγμάτων και νομιμοποιείται έναντι του μεταφορέα να ασκήσει τα δικαιώματα από την σύμβαση μεταφοράς,

5. Σημειώνεται ότι, η μεταβίβαση της κυριότητας των πωληθέντων πραγμάτων στον παραλήπτη-αγοραστή δεν επέρχεται μόνο με την πλασματική παράδοση των πραγμάτων με την φόρτωσή των στο μεταφορικό μέσο προς αποστολή, αλλά απαιτείται να επέλθει και η μετάθεση της νομής των πωληθέντων πραγμάτων,  που γίνεται με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 978 ΑΚ. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η πώληση των πραγμάτων, τα οποία παραδόθηκαν για την μεταφορά τους στον αγοραστή, ως παραλήπτη με την σύμβαση που συνήψε ο πωλητής ως αποστολέας, ήταν πώληση διεπόμενη από ρήτρα «Incoterm», ώστε ο κίνδυνος να μεταστεί από την παράδοση για μεταφορά των εμπορευμάτων στον αγοραστή - παραλήπτη, δεν σημαίνει για αυτό και μόνο το λόγο, ότι απέκτησε ο αγοραστής το δικαίωμα της διάθεσης των μεταφερομένων πραγμάτων, αν δεν επέλθει προηγουμένως και η μετάθεση της νομής τούτων με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων (ΕφΘεσ 558/2008, ΕφΑθ 5138/2005, ΕφΠειρ 173/2011, ΕφΑθ 5138/2005, ΤρΕφΑθ 640/2015).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 3, 4§1 και 5 εδ. β΄ της πιο πάνω από 25 Αυγούστου 1924 Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί («Κανόνες Χάγης - Βίσμπυ»), σαφώς συνάγεται ότι ο θαλάσσιος μεταφορέας ευθύνεται για τη βλάβη ή την απώλεια των πραγμάτων που μεταφέρει. Η τοιαύτη ευθύνη είναι νόθος αντικειμενική, με την έννοια ότι, σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης του φορτίου, ο μεταφορέας έχει το βάρος της απόδειξης ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα. Η διαβάθμιση του πταίσματος είναι όμοια με αυτή του Αστικού Κώδικα στη συμβατική ευθύνη (άρθρα 330 και 334 ΑΚ), δηλαδή ο μεταφορέας ευθύνεται για δόλο, βαριά και ελαφρά αφηρημένη αμέλεια, τόσο του ιδίου, όσο και των πρακτόρων ή των εκπροσώπων του.

Η ελαφρά αφηρημένη αμέλεια έχει την έννοια της μη καταβολής της επιμέλειας του μέσου συνετού μεταφορέα (ΕφΠειρ 305/2005). Δηλαδή, ο εναγόμενος θαλάσσιος μεταφορέας βαρύνεται να αποδείξει την αμφισβητούμενη αιτία της ζημιάς, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία οφείλεται η απώλεια ή βλάβη του φορτίου και ότι η αιτία αυτή δεν μπορούσε να αποτραπεί με την επιμέλεια του μέσου συνετού μεταφορέα.

Αυτό προκύπτει σαφώς από την διάταξη του άρθρου 4§2 περ. ιζ της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης (ΕφΠειρ 824/2000, ΕφΠειρ 1168/1997).

Το συνολικό ποσό της οφειλόμενης για την αιτία αυτή αποζημίωσης υπολογίζεται σε σχέση με την αξία αυτών των εμπορευμάτων στον τόπο και τον χρόνο που εκφορτώνονται από το πλοίο ή που θα έπρεπε να έχουν εκφορτωθεί, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς.

Η αξία των εμπορευμάτων υπολογίζεται σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή τιμή για το εμπόρευμα ή σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή στην αγορά ή, αν δεν υπάρχει καμιά από τις δυο, υπολογίζεται με βάση την συνήθη αξία των εμπορευμάτων του ιδίου είδους και ποσότητας.

Η μη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προφύλαξη του φορτίου αποτελεί απλή συμβατική παράλειψη του θαλάσσιου μεταφορέα και των προστηθέντων αυτού οργάνων (πλοιάρχου και πληρώματος). Κατά συνέπεια η συμπεριφορά αυτή δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως πράξη ( ή παράλειψη ) παράνομη και υπαίτια, χωρίς την ύπαρξη σύμβασης ναύλωσης - θαλάσσιας μεταφοράς, με συνέπεια να μην υφίσταται για το λόγο αυτό αδικοπραξία (ΕφΠειρ 76/2006, ΕφΠειρ 286/2004 ).

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1παρ. 1, 3, 4, 17 παρ. 1, 2, 18 παρ. 1, 28, 29, 30 παρ. 1 και 34 της διεθνούς σύμβαση της Γενεύης για την διεθνή μεταφορά  εμπορευμάτων οδικώς, άλλως σύμβαση CMR, συνάγεται ότι επί διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων που διεξάγεται οδικώς με οχήματα επ αμοιβή σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής των, εκ των οποίων μία τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα στην πιο πάνω διεθνή Σύμβαση, ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική, ή μερική, απώλεια και την βλάβη των εμπορευμάτων, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου που παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα προς μεταφορά και του χρόνου παράδοσής των, ως επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση (ΑΠ 998/2002, ΑΠ 270/2002).

2. Η ανωτέρω ευθύνη είναι ανεξάρτητη από την εθνικότητα και τον τόπο διαμονής των συμβαλλομένων και είναι αδιάφορο, εάν εκείνος, ο οποίος με την σύμβαση ανέλαβε την μεταφορά εμπορευμάτων, διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς, ή ανέθεσε την εκτέλεσή της σε υπομεταφορέα, ή δεν έχει δικά του αυτοκίνητα και αναθέτει σε τρίτον την εκτέλεσή αυτής.

3. Ο μεταφορέας ευθύνεται όχι μόνον για τις δικές του πράξεις, ή παραλείψεις αλλά και για εκείνες των πρακτόρων, ή των υπαλλήλων του, καθώς και οποιωνδήποτε προσώπων χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, σαν να είχαν γίνει οι πράξεις, ή παραλήψεις, από τον ίδιο.

4. Σε περίπτωση διαδοχικής μεταφοράς, ακόμη και στην περίπτωση που ο αρχικός, ή κάποιος επόμενος μεταφορέας, δεν εκτέλεσε κανένα τμήμα της μεταφοράς, αλλά την ανέθεσε σε τρίτο μεταφορέα, καθένας από τους διαδοχικούς μεταφορείς ευθύνεται σε ολόκληρο για την ολική, ή μερική, απώλεια, ή την βλάβη των μεταφερομένων εμπορευμάτων (ΑΠ 1060/2003.

5. Η ευθύνη του μεταφορέα είναι αντικειμενική και συνεπώς ο τελευταίος απαλλάσσεται από αυτήν, εάν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η απώλεια, ή η βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων οφείλεται σε ένα από τα αίτια που αναγράφονται στις παρ. 2 και 4 του άρθρου 17 της CMR. Τέτοια περίπτωση συντρέχει κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου και οσάκις η απώλεια, ή η βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ή η καθυστέρηση στην παράδοσή τους, προήλθε λόγω των ευθυνών, τις οποίες ο μεταφορέας δεν μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να προλάβει.

6. Οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 17 παρ, 1 και 2 και 18 παρ. 1 CMR ρυθμίζουν κατά τρόπο αποκλειστικό, το θέμα απαλλαγής του μεταφορέα από την ευθύνη του για την απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων. Τότε, μόνο, απαλλάσσεται, εάν αποδείξει ότι η απώλεια, ή η βλάβη, έλαβε χώρα από ευθύνες ασυνήθιστες, που ο ίδιος, ή εκείνος που είχε προστηθεί από αυτόν, δεν θα μπορούσε να αποφύγει, ούτε να προλάβει τις συνέπειες ακόμη και εάν επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας (ΑΠ 1518/2001, ΑΠ 826/2004).

7. Από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 έως 3 και 7 CMR, προκύπτει ότι σε περιπτώσεις απώλειας, ή βλάβης, των μεταφερομένων εμπορευμάτων κατά τη διάρκεια της διεθνούς οδικής μεταφοράς, η οφειλομένη από τον μεταφορέα αποζημίωση υπολογίζεται με αναφορά στην αξία των μεταφερομένων εμπορευμάτων στον τόπο και χρόνο κατά τον οποίο αυτά έγιναν δεκτά προς μεταφορά και η οποία ορίζεται σύμφωνα με την τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων και εάν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή αγοράς, και εάν δεν υπάρχει ούτε αυτή, σύμφωνα με την συνήθη τιμή εμπορευμάτων του αυτού είδους και της ίδιας ποιότητας. Το ύψος της κατά τα ανωτέρω αποζημίωσης δεν μπορεί να υπερβεί τις 8,33 μονάδες λογαριασμού κατά χιλιόγραμμο ελλείποντος μεικτού βάρους, ως μονάδα δε λογαριασμού νοείται το ειδικό Τραβηκτικό δικαίωμα ( SDR) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία του με το ευρώ κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 303/1992, ΕφΑθ 2640/2001).

8. Πέραν της κατά τα ανωτέρω αξίας των απωλεσθέντων, ή βλαβέντων, πραγμάτων, μπορεί κατά την παρ. 4 του άρθρου 23 CMR να ζητηθούν, ως αποζημίωση, το κόμιστρο, οι τελωνειακοί δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις που έχουν σχέση με την συγκεκριμένη μεταφορά. Για την αποζημίωση των παραπάνω δαπανών δεν ισχύει ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός της έκτασης της αποζημίωσης, ούτε ο ανωτέρω τρόπος υπολογισμού της αξίας των πιο πάνω δαπανών, αλλά ο μεταφορέας ευθύνεται απεριορίστως. Στις επιβαρύνσεις, που συνδέονται άμεσα με την μεταφορά, νοούνται εκείνες, που ήσαν αναγκαίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, όπως λ.χ. τα έξοδα συντήρησης των πραγμάτων μέχρι την μεταφορά, οι δαπάνες σφράγισης, ζύγισης, τα λιμενικά δικαιώματα, οι δαπάνες συνεργασίας και φύλαξης μέχρι την φόρτωση στο αυτοκίνητο. Δεν συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες που έλαβαν χώρα με αφορμή το ατύχημα, όπως τα έξοδα μεταφοράς του αυτοκινήτου που είχε το ατύχημα και τα έξοδα ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης που έγινε από τον δικαιούχο με αφορμή την μεταφορά για την διαπίστωση της ζημίας, οι οποίες δεν συνδέονται άμεσα με την μεταφορά και δεν αποκαθίστανται.

9. Σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 της CMR ορίζεται ότι το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας επί τις καταβλητέας αποζημίωσης ανέρχεται σε 5% ετησίως από την σχετική έγγραφη ειδοποίηση (όχληση) προς τον μεταφορέα, ή από την ημερομηνία έναρξης των δικαστικών ενεργειών. Ως ημερομηνία έναρξης των δικαστικών ενεργειών, νοείται η ημερομηνία επίδοσης του δικογράφου της αγωγής προς τον μεταφορέα, οπότε ολοκληρώνεται κατά το άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ η άσκησή της.

10. Σε περίπτωση που, πέραν της αντικειμενικής ευθύνης του μεταφορέα για απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων από αυτόν, ή από πρόσωπα για τα οποία ενέχεται, γεννηθεί και ζήτημα εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης αυτού, ή των προστηθέντων προσώπων, που χρησιμοποιήθησαν στην μεταφορά, η εν λόγω εξωσυμβατική αδικοπρακτική ευθύνη δεν αποκλείεται από την ως άνω διεθνή σύμβαση, αλλά συρρέει με την ευθύνη που στηρίζεται στην τελευταία (ΑΠ 1060/2003, ΑΠ 1628/2001).

11. Στην περίπτωση αυτή, τόσο ο μεταφορέας, όσο και τα πρόσωπα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την μεταφορά, μπορούν να επικαλεσθούν τις πιο πάνω ευνοϊκές για αυτούς ρυθμίσεις της CMR, προκειμένου να απαλλαγούν της ευθύνης των, ή να περιορίσουν το ύψος της οφειλομένης από αυτούς αποζημίωσης από εξωσυμβατική αδικοπρακτική ευθύνη των (άρθρο 28 CMR).

12. Κατ εξαίρεση, τα πιο πάνω ενεχόμενα πρόσωπα, δεν δικαιούνται να επωφεληθούν των διατάξεων της σύμβασης CMR, οι οποίες αποκλείουν, ή περιορίζουν την ευθύνη τους, ή μεταφέρουν το βάρος απόδειξης, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισης» αυτών, ή των προσώπων των οποίων χρησιμοποιήθηκαν οι υπηρεσίες για την εκτέλεση της μεταφοράς.

13. Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση» ο οποίος αποτελεί απόδοση στην ελληνική του όρου «wilful misconduct» από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της διεθνούς σύμβασης CMR, είναι άγνωστος στο Ελληνικό Δίκαιο, και δεν ταυτίζεται μόνο με τον δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο), αλλά αποτελεί μορφή πταίσματος, ελαφρότερη του δόλου. Διαφοροποιείται όμως από την βαρεία αμέλεια, στην οποία το μέτρο επιμέλειας κρίνεται, κατά το εσωτερικό ελληνικό δίκαιο, αντικειμενικώς, ενώ η ανωτέρω μορφή πταίσματος διαλαμβάνει και το υποκειμενικό στοιχείο («wilful»). Ως εκ τούτου η «ηθελημένη κακή διαχείριση», ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από τον δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και την συμπεριφορά του μεταφορέα, ή του προσώπου για τις πράξεις του οποίου ο μεταφορέας ευθύνεται, κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του ότι η πράξη, ή η παράλειψή του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως κατ' ανάγκη και να το αποδέχεται (ΑΠ 1628/2001).

14. Κατά την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 της CMR ο χρόνος παραγραφής με βάση την σύμβαση μεταφοράς είναι ένα έτος, εκτός αν η ευθύνη του μεταφορέα στηρίζεται σε «ηθελημένη κακή διαχείριση», οπότε ο περιοριστικός αυτός χρόνος είναι τρία έτη.

15. Όταν, όμως, η απαίτηση του ζημιωθέντος στηρίζεται σε αδικοπραξία, τότε η παραγραφή της αξίωσης από την σύμβαση μεταφοράς, δεν επηρεάζει την αξίωση από αδικοπραξία και υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Και τούτο, γιατί, οι κατά τα ανωτέρω κατά συρροή αξιώσεις αποζημίωσης, διέπονται κάθε μία από διαφορετικό καθεστώς, η μεν αξίωση από αδικοπραξία στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή, η δε αξίωση από την σύμβαση μεταφοράς στην ετήσια, ή τριετή, παραγραφή της σύμβασης CMR (ΑΠ 950/2015, ΜονΕφΑθ 589/2016, ΑΠ 1669/2011, ΑΠ 1741/2008).

Όταν η συμπεριφορά της Ιδιότυπης Μεταφορικής Εταιρίας (ΙΜΕ) προσιδιάζει στην δραστηριότητα της ενδιαμέσου παραγγελιοδόχου μεταφοράς, όπως στην περίπτωση που κατ' εντολή της αρχικής παραγγελιοδόχου μεταφοράς ανέλαβε την εκτέλεση της διεθνούς αστικής μεταφοράς και κατόπιν ανέθεσε περαιτέρω την εκτέλεση στον κατάλληλο αυτοκινητιστή - μεταφορέα, που εκτέλεσε τη μεταφορά με το φορτηγό του, το οποίο είχε εντάξει κατά χρήση στην Ιδιότυπη Μεταφορική Εταιρία, τότε η ΙΜΕ υπέχει ευθύνη απέναντι στον παραλήπτη του εμπορεύματος.

Δεν ευθύνεται όταν ο αυτοκινητιστής, που έχει εντάξει κατά χρήση το φορτηγό του, κατάρτισε την σύμβαση της μεταφοράς ατομικώς και για λογαριασμό του και εισέπραξε ο ίδιος το ναύλο μεταφοράς, χωρίς την παρέμβασή της (ΕφΑθ 3866/2005).

1. Η σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς εντός της ελληνικής επικράτειας φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης έργου, στη οποία, η μεν παροχή του μεταφορέα συνίσταται στη υποχρέωση να μεταφέρει τα πράγματα, η δε αντιπαροχή του φορτωτή στην υποχρέωση να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή (κόμιστρο).

2. Επί εσωτερικής μεταφοράς οδικώς δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της διεθνούς σύμβασης της Γενεύης (CMR) αλλά οι διατάξεις των άρθρων 102 επ. ΕμπΝ και συμπληρωματικά οι διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ (για την μίσθωση έργου) και 334 ΑΚ (για την ευθύνη πταίσματος προστηθέντος).

3. Με τα άρθρα 102 και 103 ΕμπΝ θεσπίζεται ευθύνη του χερσαίου οδικού μεταφορέα ως άνευ πταίσματος. Ορίζεται, δηλαδή, ότι ο μεταφορέας ευθύνεται σε πλήρη αποζημίωση των μεταφερομένων εμπορευμάτων (χωρίς ποσοτικό περιορισμό ανά κιλό μεταφερομένου εμπορεύματος) για οποιαδήποτε βλάβη, απώλεια, ή καθυστέρηση, των εμπορευμάτων συμβεί κατά την εκτέλεση της μεταφοράς. Απαλλάσσεται, μόνο, αν τούτο συμβεί από «ακαταμάχητη δύναμη».

4. Τούτο σημαίνει ότι ο μεταφορέας απαλλάσσεται της ευθύνης, μόνο αν η βλάβη, ή απώλεια, ή καθυστέρηση, των πραγμάτων, συμβεί από ανωτέρα βία. Στην έννοια της ανωτέρας βίας δεν περιλαμβάνονται τα τυχηρά. Με άλλα λόγια ο μεταφορέας απαλλάσσεται μόνο αν, η βλάβη, ή απώλεια, ή καθυστέρηση, των πραγμάτων δεν θα αποτρεπόταν και αν είχε καταβληθεί εκ μέρους του το ανώτατο όριο επιμέλειας και προσοχής, ανώτατο όριο επιμέλειας και προσοχής που, όμως, δεν κατέβαλε.

5. Τούτο αφορά και στην επιμέλεια των προστηθέντων από αυτόν, ως και των τυχόν διαδοχικών μεταφορέων, ως και του παραγγελιοδόχου μεταφοράς.

6. Αν τα γεγονότα, βάσει των οποίων έγινε η ζημία των εμπορευμάτων, αποτελούν και αδικοπραξία με την έννοια της υπαιτιότητας του άρθρου 914 επ. ΑΚ (εξωσυμβατική ευθύνη) ο μεταφορέας ευθύνεται σε αποζημίωση του αποστολέα για οποιαδήποτε ζημία υπέστη, πέραν της ζημίας των μεταφερομένων εμπορευμάτων, του αποστολέα δικαιουμένου και σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

7. Η εξωσυμβατική ευθύνη στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ και συνδέεται με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του από τον μεταφορέα προστηθέντος οδηγού, λόγω μη εκπλήρωσης της από την σύμβαση μεταφοράς οφειλόμενης παροχής υπηρεσιών κατά τρόπο σύμφωνο με την καλή πίστη.

8. Προϋπόθεση για την ύπαρξη της εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι, εκτός από την ύπαρξη της παράνομης πράξης ή παράλειψης και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το αποτέλεσμα και η ύπαρξη υπαιτιότητας του ζημιώσαντος, δηλαδή του μεταφορέα, ή των προστηθέντων από αυτόν.

9. Η υπαιτιότητα αποτελεί υποκειμενική προϋπόθεση ευθύνης και εμφανίζεται με την μορφή του δόλου, ή της αμέλειας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, κατά την έννοια της οποίας, δόλος υπάρχει, όταν ο ζημιώσας θέλησε το παράνομο αποτέλεσμα, ενώ αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, και η οποία συνίσταται στην επιμέλεια την οποία καταβάλλει ο μέσος συνετός και επιμελής άνθρωπος μέσα στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

10. Ο προστηθείς οδηγός έχει ευθύνη προς αποζημίωση του παθόντος σε ολόκληρον με τον προστήσαντα, αλλά μόνον αδικοπρακτική (εξωσυμβατική), αφού δεν συνδέεται στην σύμβαση μεταφοράς με τον ζημιωθέντα δικαιούχο των πραγμάτων.

11. Όταν στην σύμβαση μεταφοράς εμπλέκεται και παραγγελιοδόχος μεταφοράς (διαμεταφορέας) δηλαδή τρίτο πρόσωπο, που θα ενεργήσει στο δικό του όνομα ότι απαιτείται για την εκτέλεση της μεταφοράς, ανεξάρτητα αν θα εκτελέσει την μεταφορά με δικά του, ή ξένα, μεταφορικά μέσα, τότε αυτός (ο παραγγελιοδόχος) είναι υπεύθυνος εγγυητικά μαζί με τον μεταφορέα για την καθυστέρηση, απώλεια, ή φθορά, που συνέβη σε οποιοδήποτε σημείο της διαδρομής και κατά την παραλαβή, είτε οφείλονται σε ενέργειες, ή παραλείψεις, του ίδιου, είτε του μεσολαβούντος μεταφορέα.

12. Κατά το άρθρο 107 ΕμπΝ κάθε αξίωση κατά του εσωτερικού μεταφορέα και του παραγγελιοδόχου μεταφοράς από απώλεια, ή βλάβη, του φορτίου κατά την μεταφορά του εντός της χώρας, υπόκειται σε εξάμηνη παραγραφή (ενδοσυμβατική ευθύνη), εκτός αν η απώλεια, ή η βλάβη, οφείλεται σε απάτη, ή απιστία, δηλαδή σε δόλια συμπεριφορά των (εξωσυμβατική ευθύνη), οπότε η αξίωση υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.

13. Η αξίωση κατά του προστηθέντος οδηγού στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, όπως και κατά του σε ολόκληρον με αυτόν ευθυνομένου προστήσαντος μεταφορέα, υπόκειται στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή και όχι στην από το άρθρο 107 του ΕμπΝ εξάμηνη παραγραφή, στην οποία υπόκεινται μόνον οι κατά του μεταφορέα και του παραγγελιοδόχου μεταφοράς αξιώσεις από την σύμβαση μεταφοράς (ΑΠ 304/2007, ΑΠ 860/1987, ΑΠ 742/1998, ΑΠ 1741/2008, 1538/2002).

Α. Η απαίτηση αποζημίωσης του ζημιωθέντος παραλήπτη από σύμβαση διεθνούς οδικής μεταφοράς (CMR) μπορεί να στηρίζεται εκτός από την ενδοσυμβατική ευθύνη της σύμβασης μεταφοράς και στην εξωσυμβατική ευθύνη κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, όταν η ζημιογόνος πράξη, ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η διεθνής σύμβαση, θα ήταν παράνομη και χωρίς την συμβατική σχέση. Τούτο συμβαίνει, όταν με την πράξη, ή την παράλειψη, του μεταφορέα επέρχεται απώλεια του μεταφερόμενου πράγματος για τον κύριο, ή όταν επέρχεται η καταστροφή, ή η φθορά του και η εντεύθεν μείωση, ή απώλεια, της αξίας του, ή καθίσταται ανέφικτη η χρήση του.

Β. Προϋπόθεση για την ύπαρξη εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι, εκτός από την ύπαρξη της παράνομης πράξης, ή παράλειψης και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το αποτέλεσμα και η ύπαρξη υπαιτιότητας του ζημιώσαντος, δηλαδή του μεταφορέα, ή των προστηθέντων από αυτόν.

Γ. Η υπαιτιότητα αποτελεί υποκειμενική προϋπόθεση ευθύνης και εμφανίζεται με την μορφή του δόλου, ή της αμέλειας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, κατά την έννοια της οποίας, δόλος υπάρχει όταν ο ζημιώσας θέλησε το παράνομο αποτέλεσμα, ενώ αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, και η οποία συνίσταται στην επιμέλεια την οποία καταβάλλει ο μέσος συνετός και επιμελής άνθρωπος μέσα στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Δ. Αν και, κατά την διεθνή μεταφορά και κατά την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 της διεθνούς σύμβασης CMR, ο χρόνος παραγραφής με βάση την σύμβαση μεταφοράς είναι ένα έτος, εκτός αν η ευθύνη του μεταφορέα στηρίζεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση, οπότε ο περιοριστικός χρόνος είναι τρία έτη, όταν η απαίτηση του ζημιωθέντος στηρίζεται σε αδικοπραξία κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, η παραγραφή της αξίωσης υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.

Και τούτο, γιατί, οι κατά συρροή αξιώσεις αποζημίωσης διέπονται κάθε μία από διαφορετικό καθεστώς, η μεν αξίωση από αδικοπραξία στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή, η δε αξίωση από την σύμβαση μεταφοράς στην ετήσια, ή τριετή, παραγραφή της διεθνούς σύμβασης CMR (ΑΠ 950/2015, ΜονΕφΑθ 589/2016, ΑΠ 1669/2011, ΑΠ 1741/2008).

Με τον νόμο 2107/1992 κυρώθηκε η Διεθνής  Σύμβαση των Βρυξελλών της 25-8-1924 «για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές», όπως τροποποιήθηκε με τα πρωτόκολλα της 23-2-1968 και 23-12-1979 (Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ) και συνεπώς οι κανόνες της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης αποτελούν σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.

Οι κανόνες εφαρμόζονται

α) για όλες τις θαλάσσιες μεταφορές που εκτελούνται με φορτωτική και τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης ανήκουν σε διαφορετικά κράτη,

β) στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμανιών, είτε εκδόθηκε φορτωτική, είτε όχι (άρθρα 1 περ. β, 2 παρ.1 και 3 παρ.1, 5 παρ.2 και 10 παρ.2 και 3 του ν. 2107/1992, ΑΠ 376/2008).

Στη σύμβαση μεταφοράς, εκτός από τα βασικά πρόσωπα, που μετέχουν σε αυτήν, δηλαδή τον αποστολέα ή φορτωτή, τον αγωγιάτη ή μεταφορέα και τον παραλήπτη, μπορεί να παρεμβληθεί ένα τέταρτο πρόσωπο, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος διαφέρει από το μεταφορέα ή αγωγιάτη κατά τούτο, ότι, δηλαδή, ο τελευταίος ενεργεί ο ίδιος τη μεταφορά, ενώ ο παραγγελιοδόχος αναλαμβάνει, έναντι του φορτωτή ή του παραλήπτη, να εξεύρει μεταφορέα, με τον οποίο συνάπτει ο ίδιος τη σύμβαση μεταφοράς, είναι δηλαδή εργολάβος μεταφοράς.

Κατά τα άρθρα 95-101 ΕμπΝ, η με αυτά προβλεπόμενη ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, για ολική ή μερική βλάβη ή απώλεια των μεταφερόμενων πραγμάτων είναι εγγυητική, υφιστάμενη στο μέτρο που υφίσταται και η ευθύνη του μεταφορέα. Αν ο μεταφορέας δεν έχει ευθύνη για την ολική, ή μερική βλάβη, ή απώλεια των μεταφερόμενων πραγμάτων, ή έχει, κατά ρητή διάταξη νόμου, περιορισμένη ευθύνη, τότε και η ευθύνη του παραγγελιοδόχου της ίδιας μεταφοράς αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο. Κατά συνέπεια η περιορισμένη ευθύνη του μεταφορέα για ολική, ή μερική απώλεια των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2 της σύμβασης CMR, αφορά και την ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, παρ όλο που η εν λόγω σύμβαση δεν τον αφορά, ως αφορώσα μόνο το μεταφορέα, αφού, η ευθύνη του παραγγελιοδόχου, ως εγγυητική, υπάρχει στο μέτρο που υφίσταται και η ευθύνη του μεταφορέα, εκτός αν η ολική, ή μερική απώλεια οφείλεται σε ίδια και αυτοτελή συμπεριφορά του παραγγελιοδόχου.

Εκτός από τον παραγγελιοδόχο, που μεριμνά για την όλη μεταφορά, είναι δυνατό η μέριμνα για το τμήμα αυτής ή για την τελική παραλαβή των πραγμάτων, να ανατεθεί σε ενδιάμεσο (μεσολαβούντα) παραγγελιοδόχο ή σε παραγγελιοδόχο παραλαβής. Αυτός συμβάλλεται με τον αρχικό παραγγελιοδόχο και κατ 'αντίθεση προς τον απλό πράκτορα ενεργεί για λογαριασμό μεν του αρχικού παραγγελιοδόχου, στο δικό του όμως όνομα.

Τόσο ο αρχικός παραγγελιοδόχος της όλης μεταφοράς, όσο και ο παραγγελιοδόχος παραλαβής ευθύνονται εγγυητικώς για κάθε καθυστέρηση, φθορά ή απώλεια των μεταφερόμενων πραγμάτων, ανεξαρτήτως πταίσματός τους, εκτός αν συμφωνήθηκε το αντίθετο, ή αν υπήρξε ακαταμάχητη δύναμη.  

Συνεπεία της εις ολόκληρον ευθύνης του, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, εφ όσον ικανοποίησε το ζημιωθέντα παραλήπτη των εμπορευμάτων, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του συνοφειλέτη του οδικού μεταφορέα (ΕφΑθ 773/2005,  ΕφΑθ 5736/2004, ΜονΠρΑθ 3666/2009).

Για τη σχέση του μεταφορέα και του διαδοχικού μεταφορέα, ορίζεται στο άρθρο 34 της CMR, ότι επί μεταφοράς διεπόμενης από μοναδικό συμβόλαιο, αν αυτή εκτελεσθεί από διαδοχικούς οδικούς μεταφορείς, καθένας από αυτούς θα είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση ολόκληρης της μεταφοράς.  

Ο δεύτερος μεταφορέας και κάθε επόμενος τέτοιος καθίστανται συμβαλλόμενοι στο συμβόλαιο μεταφοράς, δυνάμει των όρων του δελτίου παράδοσης λόγω αποδοχής από αυτούς των εμπορευμάτων και του δελτίου παράδοσης και ευθύνονται όλοι έναντι του δικαιούχου των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, σε περίπτωση καταστροφής αυτών κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ο καθένας, ευθύνονται δε οι μεταφορείς και για τις πράξεις, ή παραλείψεις των προσώπων (προστηθέντων και βοηθών), που χρησιμοποίησαν για την εκτέλεση της μεταφοράς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 ,4, 5 παρ. 1, 6, 9 παρ. 1, 12 παρ. 5, 13 παρ. 1, 17, 18, 20 παρ. 1, 23 παρ. 1 και 2, 26, 27, 28 και 34 - 40 της από 19/5/1956 Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης «επί του συμβολαίου για τη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικών (CMR), προκύπτει ότι ο μεταφορέας υποχρεούται να μεταφέρει τα παραληφθέντα εμπορεύματα στον συμφωνηθέντα τόπο, ευθυνόμενος έναντι του δικαιούχου για κάθε απώλεια ή βλάβη τους, που συνέβη από την παραλαβή μέχρι την παράδοσή τους, ανεξαρτήτως αν τη μεταφορά ενήργησε αυτός προσωπικώς ή μέσω υποκατάστατων.

Η οφειλομένη από τον μεταφορέα αποζημίωση υπολογίζεται με αναφορά στην αξία των μεταφερομένων εμπορευμάτων στον τόπο και χρόνο κατά τον οποίο αυτά έγιναν δεκτά προς μεταφορά, η οποία ορίζεται σύμφωνα με την τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων και εάν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή αγοράς, και εάν δεν υπάρχει ούτε αυτή, σύμφωνα με την συνήθη τιμή εμπορευμάτων του αυτού είδους και της ίδιας ποιότητας.

Α. Αποζημίωση με περιορισμό βάρους

Το ύψος της αποζημίωσης για απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων από την συμβατική αντικειμενική ευθύνη του μεταφορέα (όταν δηλαδή δεν οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση, ή εξωσυμβατική αδικοπρακτική ευθύνη) δεν μπορεί να υπερβεί τις 8,33 μονάδες λογαριασμού κατά χιλιόγραμμο ελλείποντος μεικτού βάρους. Ως μονάδα λογαριασμού νοείται το ειδικό Τραβηκτικό δικαίωμα (SDR) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία του κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Πέραν της κατά τα ανωτέρω αξίας των απωλεσθέντων, ή βλαβέντων, πραγμάτων, μπορεί να ζητηθούν, ως αποζημίωση, το κόμιστρο, οι τελωνειακοί δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις που έχουν σχέση με την συγκεκριμένη μεταφορά. Ως λοιπές επιβαρύνσεις νοούνται, κατά νόμο, εκείνες που ήσαν αναγκαίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, όπως τα έξοδα συντήρησης των πραγμάτων μέχρι την μεταφορά, οι δαπάνες σφράγισης, ζύγισης, τα λιμενικά δικαιώματα, οι δαπάνες συνεργασίας και φύλαξης μέχρι την φόρτωση στο αυτοκίνητο.

Δεν συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες που έλαβαν χώρα με αφορμή το ατύχημα, όπως τα έξοδα μεταφοράς του αυτοκινήτου που είχε το ατύχημα, τα έξοδα ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, που έγινε από τον δικαιούχο με αφορμή την μεταφορά για την διαπίστωση της ζημίας, οι οποίες δεν συνδέονται άμεσα με την μεταφορά και επομένως δεν αποκαθίστανται.

Το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας επί τις καταβλητέας αποζημίωσης ανέρχεται σε 5% ετησίως από την σχετική έγγραφη ειδοποίηση (όχληση) του μεταφορέα, ή από την ημερομηνία επίδοσης του δικογράφου της αγωγής σε αυτόν, οπότε και ολοκληρώνεται, κατά το άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, η άσκηση της αγωγής.

Β. Αποζημίωση χωρίς περιορισμό βάρους

Αν προκύψει ζημία των εμπορευμάτων από «ηθελημένη κακή διαχείριση» ο μεταφορέας δεν μπορεί να επικαλεστεί την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης, που αποκλείουν την ευθύνη του, ή περιορίζουν, κατά τα ως άνω, την οφειλόμενη αποζημίωση, αλλά ευθύνεται προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, χωρίς τους ποσοτικούς περιορισμούς της Σύμβασης, δηλαδή μέχρι την αξία του ζημιωθέντος εμπορεύματος.

Στην περίπτωση εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης, τόσο ο μεταφορέας, όσο και τα πρόσωπα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την μεταφορά, ευθύνονται απεριόριστα κατά τα άρθρα 914, 922, 330, 297, 298 ΑΚ. Μπορούν, όμως, να επικαλεσθούν ευνοϊκές για αυτούς ρυθμίσεις της CMR, προκειμένου να απαλλαγούν της ευθύνης των, ή να περιορίσουν το ύψος της οφειλομένης  αποζημίωσης.

Γ. Αποζημίωση σε δηλωθέν ενδιαφέρον

Ο αποστολέας δύναται κατόπιν συμφωνίας με τον μεταφορέα, με εγγραφή στην φορτωτική, έναντι καταβολής συμπληρωματικού ναύλου, να δηλώσει την αξία του  εμπορεύματος, ή να καθορίσει ένα ποσό αποζημίωσης, σε περίπτωση  απώλειας ή ζημίας, ή υπέρβασης του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου παράδοσης των εμπορευμάτων. Στην περίπτωση αυτή  η αποζημίωση για την απώλεια, ή ζημία, ή υπέρβαση του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου παράδοσης, ανέρχεται μέχρι του συμφωνηθέντος συνολικού ποσού του δηλωθέντος ενδιαφέροντος, ανεξαρτήτως των προβλεπομένων από την CMR περιορισμών αποζημίωσης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1,3,4, 5 παρ. 1, 6, 9 παρ. 1, 12 παρ. 5, 13 παρ. 1, 17, 18, 20 παρ. 1, 23 παρ. 1 και 2, 26, 27, 28 και 34 - 40 της από 19/5/1956 Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης «επί του συμβολαίου για τη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικών (CMR), η οποία κυρώθηκε με το ν. 559/1977 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, προκύπτει ότι ο μεταφορέας υποχρεούται να μεταφέρει τα παραληφθέντα εμπορεύματα στον συμφωνηθέντα τόπο, ευθυνόμενος έναντι του δικαιούχου για κάθε απώλεια ή βλάβη τους, που συνέβη από την παραλαβή μέχρι την παράδοσή τους, ανεξαρτήτως αν τη μεταφορά ενήργησε αυτός προσωπικώς ή μέσω υποκατάστατων.

Η ευθύνη του διακρίνεται, α) σε συμβατική (αντικειμενική ευθύνη), β) από «ηθελημένη κακή διαχείριση» και γ) σε εξωσυμβατική (αδικοπρακτική συμπεριφορά).

Α. Συμβατική αντικειμενική ευθύνη.

Ο μεταφορέας ευθύνεται για την απώλεια, ή την βλάβη, των εμπορευμάτων, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου που παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα προς μεταφορά και του χρόνου παράδοσής των, ως επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση. Η ανωτέρω ευθύνη είναι ανεξάρτητη από την εθνικότητα και τον τόπο διαμονής των συμβαλλομένων και είναι αδιάφορο, εάν εκείνος, ο οποίος με την σύμβαση ανέλαβε την μεταφορά εμπορευμάτων, διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς, ή ανέθεσε την εκτέλεσή της σε υπομεταφορέα, ή δεν έχει δικά του αυτοκίνητα και αναθέτει σε τρίτον την εκτέλεσή αυτής. Ο μεταφορέας ευθύνεται όχι μόνον για τις δικές του πράξεις, ή παραλείψεις, αλλά και για εκείνες των πρακτόρων, ή των υπαλλήλων του, καθώς και οποιωνδήποτε προσώπων χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, σαν να είχαν γίνει οι πράξεις, ή παραλήψεις, από τον ίδιο.

Ο μεταφορέας απαλλάσσεται της ευθύνης, εάν η απώλεια, βλάβη, ή καθυστέρηση, οφείλεται σε ένα από τα παρακάτω αίτια (παρ. 2 και 4 του άρθρου 17 της CMR).

α) από εσφαλμένη ενέργεια, ή αμέλεια, του προβάλλοντος απαίτηση.

β) από οδηγίες, που έχουν δοθεί στον μεταφορέα από τον προβάλλοντα απαίτηση.

γ) από κρυμμένο ελάττωμα των εμπορευμάτων.

δ) λόγω συνθηκών, τις οποίες ο μεταφορέας δεν δύνατο να αποφύγει και τας συνεπείας των οποίων δεν δύνατο να προλάβει.

ε) σε χρησιμοποίηση ανοικτών ακαλύπτων οχημάτων, όταν η χρησιμοποίηση  αυτών ρητώς συμφωνήθηκε και αναφέρθηκε στο δελτίο παραδόσεως.

στ) σε έλλειψη, ή ελαττωματική κατάσταση της συσκευασίας στην περίπτωση εμπορευμάτων τα οποία, εκ της φύσεως αυτών, υπόκεινται σε φθορά, ή βλάβη, όταν δεν είναι συσκευασμένα ή καταλλήλως συσκεασμένα.

ζ) σε χειρισμό, φόρτωση, στοιβασία, ή εκφόρτωση των εμπορευμάτων από τον αποστολέα, παραλήπτη, ή προσώπων ενεργούντων για λογαριασμό του αποστολέα, ή του παραλήπτη.

η) όταν η φύση ορισμένων ειδών εμπορευμάτων, τα εκθέτει σε ολική, ή μερική

απώλεια, ή βλάβη, κυρίως λόγω θραύσεως, σκωρίας, σήψεως, αποξηράνσεως, ροής, συνήθους φύρας, ή η της επενεργείας σκώρων ή ζωυφίων.

θ) σε ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα σημείων και αριθμών επί των δεμάτων.

ι) σε μεταφορά ζώντων ζώων.

Ο μεταφορέας δεν απαλλάσσεται της ευθύνης,

α) λόγω ελαττωματικής κατάστασης του χρησιμοποιουμένου οχήματος προς εκτέλεση της μεταφοράς,

β) λόγω εσφαλμένης ενεργείας ή αμελείας του προσώπου παρά του οποίου τυχόν μίσθωσε το όχημα, ή των πρακτόρων, ή των υπαλλήλων του τελευταίου.

Β. Ηθελημένη κακή διαχείριση.

Κατ εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 της CMR, ο μεταφορέας δεν δικαιούται να απαλλαχθεί της συμβατικής αντικειμενικής ευθύνης, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισης» δικής του, ή των προσώπων που χρησιμοποίησε για την εκτέλεση της μεταφοράς.

Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί απόδοση στα ελληνικά του όρου «wilful misconduct» από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της σύμβασης και ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από τον δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και την συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώση του ότι η πράξη, ή παράλειψη του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως, κατ ανάγκη να το αποδέχεται.

«Ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί μεταξύ άλλων η κλοπή εμπορευμάτων μετά την στάθμευση του έμφορτου φορτηγού αυτοκινήτου σε αφύλαχτο χώρο και η εγκατάλειψή του από τον οδηγό, ιδίως κατά την διάρκεια της νύκτας, ή και μόνη η στάθμευση και η διανυκτέρευση του φορτηγού σε χώρο μη φυλασσόμενο. Η αμελής, όμως, και μόνο συμπεριφορά κατά την οδήγηση του φορτηγού, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ολίσθηση του οχήματος, δεν στοιχειοθετεί ηθελημένη κακή διαχείριση.

Γ.Εξωσυμβατική αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Πέραν της παραπάνω ευθύνης του μεταφορέα, για απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων, μπορεί να γεννηθεί κατά την ελληνική νομοθεσία,  σύμφωνα με τα άρθρα 914, 922, 330, 297, 298 ΑΚ ζήτημα εξωσυμβατικής (αδικοπρακτικής) ευθύνης του μεταφορέα, ή των προστηθέντων προσώπων που χρησιμοποίησε κατά την μεταφορά, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που, από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του μεταφορέα, ή του προστηθέντος κατά την μεταφορά οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου με το οποίο μεταφέρονταν τα εμπορεύματα, αυτά καταστράφηκαν ή βλάφθηκαν.

Η βραχυπρόθεσμη ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 32 της Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης (CMR), όπως και η διάταξη του άρθρου 107 του ΕμπΝ, αφορά τις αγωγές του αποστολέα, ή του παραλήπτη, κατά του μεταφορέα για ζημία ή απώλεια των μεταφερομένων εμπορευμάτων και για καθυστέρηση παράδοσης τους. Δεν αφορά την αγωγή του μεταφορέα για την αμοιβή του (πληρωμή ναύλου) κατά του αποστολέα, ή του παραλήπτη.

Η αξίωση του μεταφορέα και του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του αποστολέα, ή του παραλήπτη, για την πληρωμή του ναύλου υπάγεται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 2 ΑΚ (ΕφΘεσ. 2696/2003, ΕφΑθ 2795/2010). Η παραγραφή αρχίζει με τη λήξη του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (άρθρα 251, 253 ΑΚ).

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1, 2 και 4, 18 παρ. 2, 8 παρ. 1 και 3 και 9 παρ. 2 της Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης (CMR) προκύπτει ότι ο μεταφορέας ευθύνεται για απώλεια και βλάβη των εμπορευμάτων, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου που αυτά παραδόθηκαν προς μεταφορά και του χρόνου της παράδοσης αυτών, καθώς επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση. Η ευθύνη του μεταφορέα είναι νόθος αντικειμενική και απαλλάσσεται, εάν αποδείξει ότι η απώλεια, ή η βλάβη των μεταφερομένων αντικειμένων, ή η καθυστέρηση στην παράδοση τους οφείλεται σε ένα από τα αίτια, που αναφέρονται στο άρθρο 17 παρ. 2 CMR (ΑΠ 1518/2001) ή, σε περίπτωση μόνο απώλειας ή βλάβης των μεταφερομένων αντικειμένων, ότι αυτή οφείλεται σε έναν από τους ειδικούς κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 17 παρ. 4 CMR  (ΕφΠειρ. 1261/1997,  ΕφΑθ. 10528/1987, ΕφΑθ 2795/2010).

Β. Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 της CMR στις περιπτώσεις, όπου, με βάση την κειμένη νομοθεσία, η απώλεια, ή η ζημία, ή η καθυστέρηση, που προκύπτει από μεταφορά, διεπομένη από τη Σύμβαση της Γενεύης, δημιουργεί θέμα εξωσυμβατικής απαίτησης, ο μεταφορέας μπορεί να επωφεληθεί των διατάξεων της Σύμβασης, οι οποίες αποκλείουν την ευθύνη του, ή οι οποίες ορίζουν, ή περιορίζουν την οφειλομένη αποζημίωση.

Γ. Κατά το άρθρο 29 παρ. 1 της διεθνούς σύμβασης ο μεταφορέας δεν δικαιούται να επωφεληθεί των διατάξεων της Σύμβασης, οι οποίες αποκλείουν, ή περιορίζουν την ευθύνη του, ή οι οποίες μεταφέρουν το βάρος της απόδειξης, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισης» αυτού, ή λόγω τέτοιας παράλειψης, η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία του δικαστηρίου, που έχει τη δικαιοδοσία της υπόθεσης, θεωρείται ως ισοδυναμούσα με ηθελημένη κακή διαχείριση από μέρους του.

Δ. Κατά την έννοια της διάταξης η «ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί μορφή πταίσματος ελαφρότερη της έννοιας του δόλου, άμεσου ή έμμεσου. Διαφοροποιείται όμως και από την έννοια της βαριάς αμέλειας, κατά την οποία ο δράστης δεν καταβάλλει ούτε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, γιατί από μεγάλη αδιαφορία, ή απερισκεψία δεν έχει αντίληψη των επιζήμιων συνεπειών της συμπεριφοράς του. Τούτο, γιατί, ενώ στη μορφή αυτή της αμέλειας το μέτρο της επιμέλειας, που απαιτείται, κρίνεται αντικειμενικώς, στην ηθελημένη κακή απαιτείται αναγκαίως η συνδρομή και του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή της ψυχικής εκείνης στάσης του μεταφορέα, που γνωρίζει ότι η ενέργεια του, ή η παράλειψη του, επαυξάνει τον κίνδυνο πραγμάτωσης του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Επομένως ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση», ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από το δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και τη συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του ότι η πράξη, ή η παράλειψη του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως κατ' ανάγκη και να το αποδέχεται (Ολ.ΑΠ 18/98, ΑΠ 1715/2007).

Ε. Προς θεμελίωση της σχετικής αξίωσης προς αποζημίωση απαιτείται να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τις προϋποθέσεις της ευθύνης από αδικοπραξία, σύμφωνα με την ΑΚ 914, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 της CMR, στις οποίες περιλαμβάνεται, εκτός των άλλων, και η ζημία που υπέστη ο δικαιούχος λόγω της βλάβης, ή απώλειας των μεταφερομένων αντικειμένων, ή της καθυστέρησης στη παράδοση αυτών (ΑΠ 1107/2002, ΑΠ 820/2002, καθώς και η υπαιτιότητα του μεταφορέα με την μορφή της «ηθελημένης κακής διαχείρισης» (ΕφΘεσ 426/2008).

Στην εσωτερική (εθνική) σιδηροδρομική μεταφορά εμπορευμάτων (φορτίων) εφαρμόζεται ο Κανονισμός των δια Σιδηροδρόμου Μεταφορών (ΚΑ.ΜΕ.Σ.)

Σε κάθε μεταφορά πραγμάτων συμμετέχουν τρία βασικά πρόσωπα, α) ο αποστολέας, ή φορτωτής, β) ο μεταφορέας, που διαθέτει το μεταφορικό μέσο και εκτελεί στην πραγματικότητα το έργο της μεταφοράς και γ) ο παραλήπτης, ή αγοραστής. Σε πολλές περιπτώσεις συμμετέχει και ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς.

Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς (άλλως διαμεταφορέας) αναλαμβάνει, ενεργώντας στο δικό του όνομα την εκτέλεση της μεταφοράς για λογαριασμό του αποστολέα. Ειδικότερα επιφορτίζεται με την ανεύρεση του μεταφορέα, με τον οποίο καταρτίζει «επ' ονόματί του» την σύμβαση μεταφοράς και από τον οποίο διαφέρει κατά το ότι ο μεταφορέας ενεργεί ο ίδιος τη μεταφορά.

Για κάθε μεταφορά συντάσσεται ένα έγγραφο μεταφοράς (φορτωτική) στο οποίο, κυρίως, αναγράφονται, α. Το όνομα και η διεύθυνση του αποστολέα, β. Η φύση και το βάρος του εμπορεύματος, γ. Ο τόπος και η ημερομηνία παραλαβής των εμπορευμάτων, δ. Ο τόπος παράδοσης των εμπορευμάτων, ε. Το δρομολόγιο που θα ακολουθηθεί, ή, η απόσταση που θα διανυθεί, στ. Οι σταθμοί φόρτωσης και εκφόρτωσης, ζ. Κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο για την εκτέλεση της μεταφοράς.

ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΥ

Ο ελληνικός σιδηρόδρομος ευθύνεται για τα μεταφερόμενα εμπορεύματα εντός της χώρας, όταν, από την παραλαβή τους μέχρι και την παράδοση τους στον παραλήπτη, προκύψει, α) Υπέρβαση της προθεσμίας παράδοσης, μεγαλύτερη των 48 ωρών, β) Απώλεια εμπορεύματος, ολική, ή μερική, γ) Βλάβη εμπορεύματος.  

ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΥ  

Ισχύουν οι λόγοι απαλλαγής για την διεθνή σιδηροδρομική μεταφορά.

Η ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

Όταν συντρέχει ευθύνη του Σιδηροδρόμου, υποχρεούται σε καταβολή αποζημίωσης, που κατά περίπτωση, είναι.

α) Σε περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας παράδοσης του εμπορεύματος, όταν η υπέρβαση της προθεσμίας παράδοσης είναι μεγαλύτερη των 48 ωρών. Αν ο παραλήπτης-δικαιούχος δεν αποδείξει το ποσό της ζημιάς που προκλήθηκε σ' αυτόν εξ αιτίας της υπέρβασης, ο σιδηρόδρομος υποχρεούται να του καταβάλει το ένα δέκατο (1/10) του ποσού των κομίστρων με ανώτατο όριο το ποσό των 2,20 ΕΥΡΩ ανά αποστολή. Αν ο παραλήπτης-δικαιούχος αποδείξει το ποσό της ζημίας που υπέστη εξ αιτίας της υπέρβασης, ο σιδηρόδρομος υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό αυτό, πάντως όχι πέραν του διπλασίου του ποσού των κομίστρων.

β) Σε περίπτωση απώλειας (ολικής ή μερικής) του εμπορεύματος.

Η καταβλητέα αποζημίωση καθορίζεται με βάση την αξία του εμπορεύματος. Δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 2,20 ΕΥΡΩ για κάθε κιλό μικτού βάρους απωλεσθέντος εμπορεύματος. Πέραν της αποζημίωσης αυτής ο σιδηρόδρομος υποχρεούται να επιστρέψει στο παραλήπτη-δικαιούχο και τα αναλογούντα κόμιστρα.

γ) Σε περίπτωση βλάβης του εμπορεύματος

Ο σιδηρόδρομος υποχρεούται να καταβάλει στον παραλήπτη-δικαιούχο ποσό, που να ανταποκρίνεται στην υποτίμηση που υπέστη το εμπόρευμα εξ αιτίας της βλάβης.  Σε κάθε περίπτωση η καταβλητέα αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 2,20 ΕΥΡΩ για κάθε κιλό βάρους του εμπορεύματος που υπέστη την βλάβη. Τα παραπάνω ποσά αποζημίωσης διπλασιάζονται σε περίπτωση που υπάρχει δόλος, ή βαρεία αμέλεια, του σιδηροδρόμου.

ΑΣΚΗΣΗ ΑΓΩΓΩΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ  

Φορέας και νομιμοποιούμενος για την άσκηση της σχετικής αγωγής αποζημίωσης είναι ο αποστολέας, ή, ο παραλήπτης. Ο παραλήπτης νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγής από τη στιγμή που,  α) ανέλαβε τη φορτωτική και β) παρέλαβε το εμπόρευμα.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ 

Η απαίτηση προς αποζημίωση παραγράφεται μετά ένα έτος. Κατά παρέκκλιση η παραγραφή είναι διετής, αν ζημία προέκυψε από δόλο, ή είναι περίπτωση απάτης. Αρχίζει από την ημέρα της παράδοσης του εμπορεύματος, ή σε περίπτωση ολικής απώλειας από τη  τριακοστή ημέρα που έπρεπε να παραδοθεί. Σε κάθε περίπτωση από την ημέρα που μπορεί να ασκηθεί το δικαίωμα.

Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς στην σιδηροδρομική μεταφορά, ως εγγυητής για την εκτέλεση της μεταφοράς από τον σιδηρόδρομο,  ευθύνεται με αυτόν εις ολόκληρον, είναι υπεύθυνος δηλαδή για την άφιξη των μεταφερομένων πραγμάτων στον προορισμό τους.

Ως συνέπεια της εις ολόκληρον ευθύνης του ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, εφ όσον εναχθεί από τον εντολέα, τον παραλήπτη, ή τον ασφαλιστή, που υποκαταστάθηκε στην θέση του, για καταβολή αποζημίωσης λόγω της ζημίας, που επήλθε,  δικαιούται, αφ ενός μεν να εναγάγει και αυτός τον σιδηρόδρομο (ως δικαιούχος αποζημίωσης έναντι αυτού), αφ ετέρου δε να προβάλει ως εναγόμενος, ότι η απώλεια, ή η βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων, οφείλεται σε υπαιτιότητα άλλου, όπως σε ενέργεια, ή παράλειψη, του σιδηροδρόμου.

Στην διεθνή σιδηροδρομική μεταφορά εμπορευμάτων (φορτίων) εφαρμόζεται η από 9.5.1980 Σύμβαση της Βέρνης για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων (COTIF-CIM), που κυρώθηκε με το Ν 1593/1986.

ΕΥΘΥΝΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ   

Η διεθνής σύμβαση της Βέρνης εφαρμόζεται στις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων. Θεσπίζεται συλλογική ευθύνη για την εκτέλεση της μεταφοράς, τόσο του σιδηροδρόμου, ο οποίος αποδέχεται το εμπόρευμα προς μεταφορά μαζί με τη φορτωτική, όσο και καθ ενός από τους κατά σειρά επόμενους σιδηροδρόμους, με μόνο το γεγονός της παραλαβής του εμπορεύματος, μαζί με τη φορτωτική και της συμμετοχής του στη σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τους όρους της φορτωτικής. Η ευθύνη του σιδηροδρόμου δεν περιορίζεται μόνο στην περίπτωση που η φόρτωση γίνεται από τον σιδηρόδρομο, αλλά ισχύει και στην περίπτωση που η φόρτωση του εμπορεύματος γίνεται από τον αποστολέα. Ο σιδηρόδρομος ευθύνεται για τη ζημία, που προκύπτει από ολική, η μερική, απώλεια του εμπορεύματος και για βλάβη, που υφίσταται κατά το χρονικό διάστημα από την παραλαβή για μεταφορά μέχρι την παράδοση.

Η ΦΟΡΩΤΙΚΗ

Για κάθε αποστολή συντάσσεται μία φορτωτική, που αναφέρει τον αποστολέα, τον παραλήπτη και το σταθμό προορισμού. Αφορά στο φορτίο ενός μόνο βαγονιού. Η φορτωτική δεν είναι συστατικό έγγραφο της σύμβασης μεταφοράς, αλλά μόνο αποδεικτικό μέσο των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων στη μεταφορά μερών, ώστε, ατελής εγγραφή στη φορτωτική, σχετική με τη μεταφορά εμπορευμάτων δεν αποκλείει την απόδειξη αυτής με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Μετά τη θέση της σφραγίδας επί της φορτωτικής, η φορτωτική χρησιμεύει σαν απόδειξη της σύναψης και του περιεχομένου της σύμβασης μεταφοράς.

Παρά ταύτα, όσον αφορά τα εμπορεύματα, των οποίων η φόρτωση απόκειται στον αποστολέα, οι εγγραφές που έγιναν στη φορτωτική σχετικά με τον όγκο του εμπορεύματος, ή τον αριθμό των δεμάτων, δεν παρέχουν απόδειξη εναντίον του σιδηροδρόμου, παρά μόνο αν ο σιδηρόδρομος επαλήθευσε τον όγκο αυτό, ή τον αριθμό αυτό, και βεβαίωσε τούτο πάνω στη φορτωτική. Αν συντρέχει περίπτωση, οι εγγραφές αυτές μπορούν να αποδειχθούν και με άλλα μέσα. 

ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΥ  

Ο σιδηρόδρομος απαλλάσσεται από την ευθύνη, όταν η ζημία (δηλαδή η απώλεια, ή, η βλάβη) προήλθε, α) Από πταίσμα του δικαιούχου. β) Από εντολή του δικαιούχου, χωρίς να προκύψει πταίσμα του σιδηροδρόμου. γ) Από ελάττωμα του ιδίου του εμπορεύματος (εσωτερική αλλοίωση, φύρα, κλπ). δ) Από περιστατικά που ο σιδηρόδρομος δεν μπορούσε να υπερνικήσει και τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να αποφύγει.

ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΥ ΛΟΓΩ ΕΙΔΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ

Ο σιδηρόδρομος, περαιτέρω, απαλλάσσεται από την ευθύνη, όταν η ζημία (απώλεια, ή, βλάβη) προήλθε από τους παρακάτω ειδικούς κινδύνους. α) μεταφορά σε ανοικτό βαγόνι, που προέκυψε κατόπιν συμφωνίας με τον αποστολέα και περιγράφεται στην φορτωτική. β) έλλειψη, ή ελαττωματικότητα της συσκευασίας για εμπορεύματα, που υπόκεινται από την φύση τους σε απώλεια, η βλάβη, όταν δεν είναι συσκευασμένα, ή είναι συσκευασμένα με κακό τρόπο. γ) φόρτωση από τον αποστολέα, ή εκφόρτωση από τον παραλήπτη, σε συνάρτηση με την συναφθείσα συμφωνία. δ) ελαττωματική φόρτωση από τον αποστολέα, εφ όσον η φόρτωση έγινε κατόπιν των μνημονευομένων στη φορτωτική συμφωνιών μεταξύ αυτού και του σιδηροδρόμου. ε) εκτέλεση από τον αποστολέα, τον παραλήπτη, ή από εντολοδόχο, των τελωνειακών και λοιπών διοικητικών διατυπώσεων. στ) από την φύση των εμπορευμάτων, που υπόκεινται από ενυπάρχοντα αίτια, σε ολική, ή μερική, απώλεια, ή βλάβη, κυρίως από σπάσιμο, σκούριασμα, εσωτερική ξαφνική αλλοίωση, στέγνωμα και σκόρπισμα. ζ) από ανώμαλη, ή ανακριβή, ή ατελή, κατονομασία αντικειμένων, που αποκλείονται της μεταφοράς, ή γίνονται δεκτά υπό όρους. η) μεταφορά ζώντων ζώων. θ) από έλλειψη συνοδείας του εμπορεύματος, αν έπρεπε κατόπιν συμφωνίας με τον σιδηρόδρομο, που περιγράφεται στην φορτωτική, το εμπόρευμα να συνοδεύεται.

ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ

Για την απαλλαγή του σιδηροδρόμου από την ευθύνη, δεν αρκεί μόνο η απόδειξη από τον σιδηρόδρομο της συνδρομής κάποιου από τα παραπάνω περιστατικά, αλλά απαιτείται και η απόδειξη για το ότι η απώλεια, ή βλάβη, του εμπορεύματος έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση κάτω από συνθήκες, που θα ήταν δυνατόν να αποδοθούν στον επικαλούμενο κίνδυνο. Πρέπει, δηλαδή, να προκύπτει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ειδικού κινδύνου και της ζημίας.

Προς τούτο δεν είναι απαραίτητο, να αποδείξει ο σιδηρόδρομος,  ποιο υπήρξε το συγκεκριμένο αίτιο της ζημίας, γιατί αν αποδείξει ότι η απώλεια, ή βλάβη, μπορούσαν να προκύψουν από έναν, ή περισσότερους, ειδικούς κινδύνους, τεκμαίρεται, ότι προήλθε από τον κίνδυνο αυτό.

Το τεκμήριο αυτό, είναι μαχητό και παρέχεται στον παραλήπτη των εμπορευμάτων η δυνατότητα, να αποδείξει ότι η ζημία δεν προήλθε ολικά, ή μερικά, από κίνδυνο, που επικαλέσθηκε ο σιδηρόδρομος.

Η ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ

α)    Περίπτωση ολικής, ή μερικής, απώλειας του εμπορεύματος.

Η καταβλητέα αποζημίωση, σε περίπτωση ολικής ή μερικής απώλειας του εμπορεύματος, υπολογίζεται σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή τιμή, και σε έλλειψη τέτοιας, σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή της αγοράς, και σε έλλειψη της μιας, ή της άλλης, σύμφωνα με τη συνηθισμένη τιμή εμπορευμάτων, ίδιας φύσης και ποιότητας, την ημέρα και στον τόπο που έγινε δεκτό προς μεταφορά το εμπόρευμα. Η αποζημίωση δεν υπερβαίνει τις 17 λογιστικές μονάδες (SDR) ανά κιλό ελλείποντος μικτού βάρους, την ημέρα και στον τόπο καταβολής της αποζημίωσης. Η σιδηρόδρομος επιστρέφει το κόμιστρο, τα τελωνειακά δικαιώματα και ότι ποσό προκαταβλήθηκε για την μεταφορά του απολεσθέντος εμπορεύματος.

β)   Περίπτωση βλάβης του εμπορεύματος

Σε περίπτωση βλάβης ο σιδηρόδρομος υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση ισόποση προς την μείωση της αξίας του εμπορεύματος, σύμφωνα με τη συνηθισμένη τιμή εμπορευμάτων ίδιας φύσης και ποιότητας, την ημέρα και στον τόπο που διαπιστώθηκε η ζημία, δηλαδή στον τόπο προορισμού. 

Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί, Σε βλάβη όλης της αποστολής, το ποσό που θα καταβάλετο σε περίπτωση ολικής απώλειας, Σε βλάβη τμήματος της αποστολής, το ποσό που θα καταβάλετο σε περίπτωση απώλειας του ζημιωθέντος τμήματος.

Ο σιδηρόδρομος επιστρέφει αναλογικά το κόμιστρο, τα τελωνειακά δικαιώματα και ότι ποσό προκαταβλήθηκε για την μεταφορά του απολεσθέντος εμπορεύματος.

γ)  Περίπτωση υπέρβασης προθεσμίας παράδοσης

Αν, η ζημία προήλθε χωρίς να υποστεί ζημία το εμπόρευμα, από την υπέρβαση της προθεσμίας παράδοσης, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί το τριπλάσιο του κομίστρου.

Αν, από την υπέρβαση της προθεσμίας παράδοσης, προήλθε ολική απώλεια του εμπορεύματος, ο σιδηρόδρομος υποχρεούται να καταβάλει, ή την αποζημίωση για ολική απώλεια, ή αποζημίωση που δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο του κομίστρου.  

Αν, από την υπέρβαση της προθεσμίας παράδοσης προήλθε μερική απώλεια του εμπορεύματος, ο σιδηρόδρομος υποχρεούται να καταβάλει μέχρι το τριπλάσιο του κομίστρου, που αναλογεί στο μη απωλεσθεν τμήμα της αποστολής.  

Αν ο σιδηρόδρομος έχει κάνει ειδική συμφωνία αποζημίωσης, συμφωνία που αποδεικνύεται από την φορτωτική, ή άλλο έγγραφο, ισχύει η συμφωνία.

δ) Περίπτωση δόλου, ή βαρείας αμέλειας

Όταν η απώλεια, ή βλάβη, ή η υπέρβαση της προθεσμίας παράδοσης, ή η μη εκτέλεση, ή ελλειπής εκτέλεση της μεταφοράς, γίνει από δόλο, ή βαρεία αμέλεια του σιδηροδρόμου, ο σιδηρόδρομος είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον δικαιούχο μέχρι την ζημία που αποδεικνύει.

Και για μεν τον δόλο απεριορίστως, για δε την βαρεία αμέλεια μέχρι του διπλασίου των παραπάνω ορίων.

ΕΙΔΙΚΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

Όταν ο σιδηρόδρομος παρέχει ιδιαίτερους όρους μεταφοράς με βάση ειδικά, ή εξαιρετικά τιμολόγια, που περιλαμβάνουν έκπτωση στο κόμιστρο, ο σιδηρόδρομος μπορεί να περιορίσει τις παραπάνω αποζημιώσεις, αρκεί ο περιορισμός να αναφέρεται στην φορτωτική, ή σε άλλο έγγραφο (τιμολόγιο).

Περίπτωση δήλωσης ιδιαίτερης αποζημίωσης

Σε περίπτωση που έχει δηλωθεί ιδιαίτερη αποζημίωση, ο δικαιούχος δικαιούται πέραν των ανωτέρω περιορισμών αποζημίωσης να αναζητήσει πρόσθετη αποζημίωση μέχρι του δηλωθέντος ποσού.

ΑΣΚΗΣΗ ΑΓΩΓΩΝ

Η σχετική αγωγή για αποζημίωση μπορεί να ασκηθεί, είτε κατά του σιδηροδρόμου αποστολής, είτε κατά του σιδηροδρόμου προορισμού, ή κατ εκείνου του σιδηροδρόμου στον οποίο προέκυψε το γενεσιουργό γεγονός της αγωγής. Ο σιδηρόδρομος προορισμού μπορεί να εναχθεί ακόμη και αν δεν παρέλαβε, ούτε το εμπόρευμα, ούτε τη φορτωτική.

Φορέας και νομιμοποιούμενος για την άσκηση της σχετικής αγωγής αποζημίωσης είναι ο αποστολέας, ή, ο παραλήπτης. Ο παραλήπτης νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγής από τη στιγμή που,  α) ανέλαβε τη φορτωτική και β) παρέλαβε το εμπόρευμα.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ

Η απαίτηση προς αποζημίωση παραγράφεται μετά ένα έτος. Κατά παρέκκλιση η παραγραφή είναι διετής, αν ζημία προέκυψε από δόλο, ή είναι περίπτωση απάτης. Αρχίζει από την ημέρα της παράδοσης του εμπορεύματος, ή σε περίπτωση ολικής απώλειας από τη  τριακοστή ημέρα που έπρεπε να παραδοθεί. Σε κάθε περίπτωση από την ημέρα που μπορεί να ασκηθεί το δικαίωμα.

Η ρυμούλκηση πλοίου εκτελείται από ειδικά πλοία (ρυμουλκά) τα οποία πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις και είναι εφοδιασμένα με άδεια Λιμενικής Αρχής.

Για την ρυμούλκηση στο λιμάνι και την γειτονική του περιοχή καταβάλλονται ρυμουλκικά δικαιώματα, βάσει τιμολογίου που καθορίζει ο Κανονισμός Λιμένα, ανάλογα με το χρόνο απασχόλησης του ρυμουλκού και της ιπποδύναμής του. Για εργασίες ρυμούλκησης εκτός της περιοχής του λιμανιού, η αμοιβή συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων.

Παρά το γεγονός ότι το δικαίωμα ρυμούλκησης επιφυλάσσεται μόνο στα ρυμουλκά, είναι δυνατή η ρυμούλκηση και από μη ρυμουλκό πλοίο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, όπως όταν δεν προσφέρεται ρυμουλκό στην περιοχή, ή κοντινό λιμάνι, ή για λόγους ασφαλείας του κινδυνεύοντος πλοίου, όπως όταν το πλοίο μείνει ακυβέρνητο.

Οι όροι της ρυμούλκησης διέπονται από την ρυμουλκική σύμβαση.

Επιθαλάσσια αρωγή είναι η παροχή βοήθειας σε πλοίο που κινδυνεύει από την θαλάσσια περιπέτεια με σκοπό την διάσωση ανθρώπων, πλοίου, φορτίου του ναύλου. Ο όρος αντικατέστησε τον όρο "Ναυαγιαίρεση ".

Επιθαλάσσια αρωγή έχουμε, όταν το πλοίο κινδυνεύει από θαλάσσιο κίνδυνο.

Αν η βοήθεια παρασχεθεί χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος, ή μετά την επέλευση του κινδύνου, για παράδειγμα αν το πλοίο μείνει ακυβέρνητο λόγω βλάβης της μηχανής και έχει απλώς ανάγκη ρυμούλκησης, δεν έχουμε επιθαλάσσια αρωγή, αλλά ρυμούλκηση.

Η επιθαλάσσια αρωγή αποτελεί αντικείμενο σύμβασης, καλούμενη «σύμβαση αρωγής». Συνάπτεται μεταξύ του Πλοιάρχου του πλοίου που κινδυνεύει και εκείνου που προστρέχει προς βοήθεια έναντι αμοιβής (σώστρα), που θα λάβει το δεύτερο πλοίο, εφ όσον φέρει ωφέλιμο αποτέλεσμα.

Η σύμβαση καταρτίζεται με συμφωνητικό, που είναι τυποποιημένο από τους Νηογνώμονες και κυρίως τον αγγλικό Lloyds. Ονομάζεται Lloyds Open Form.

Στην σύμβαση επιθαλάσσιας αρωγής περιλαμβάνεται πάντα η ρήτρα «No CureNo Pay» = καμία αμοιβή χωρίς διάσωση.

Αν λόγω των συνθηκών δεν συμφωνηθούν σώστρα, το πλοίο που παρείχε την αποτελεσματική βοήθεια δικαιούται να λάβει εύλογη «αποζημίωση» που θα την καθορίσει Δικαστήριο.

Την αμοιβή κατά το αγγλικό εθιμικό δίκαιο είθισται να την εισπράττει, κατά το 1/2 ο Πλοιοκτήτης του πλοίου που παρείχε την βοήθεια, το 1/4 ο Πλοίαρχος και το υπόλοιπο 1/4 το πλήρωμα του ίδιου πλοίου.

Η διανομή των σώστρων δεν αφορά εξειδικευμένα πλοία διάσωσης, όπως ναυαγοσωστικά ή ρυμουλκά, των οποίων Πλοίαρχοι και πληρώματά τους μισθοδοτούνται ανάλογα με τις ειδικές υπηρεσίες αρωγής, ή διάσωσης που πρόκειται να παράσχουν.

Η επιθαλάσσια αρωγή βασίζεται σε διεθνείς συμβάσεις. Η Ελλάδα έχει κυρώσει όλες τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις.

α) Την Διεθνή Σύμβαση «International Convention for the Safety of Life at Sea» (SOLAS), που υιοθετήθηκε το 1974 στην Διεθνή Διάσκεψη για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη θάλασσα από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ). Έκτοτε έχει τροποποιηθεί με αρκετά Πρωτόκολλα. Στην Ελλάδα κυρώθηκε με τον ν. 1045/1980, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με το ΠΔ 68/2005  

β) Την Διεθνή Σύμβαση «Search and Rescue» (SAR) που αφορά την έρευνα και διάσωση σε περιπτώσεις ναυτικών ατυχημάτων. Η Ελλάδα ασκεί τον συντονισμό των εν λόγω επιχειρήσεων εντός του FIR Αθηνών, από την δεκαετία του 1950, υπάρχουν όμως τα γνωστά προβλήματα με την Τουρκία. Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα, μέσω του αρμοδίου ελληνικού Ενιαίου Κέντρου Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης στον Πειραιά, συντονίζει όλες τις επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης, σε όλα τα κινδυνεύοντα πλοία, αλλά και αεροπλάνα εντός της ελληνικής περιοχής ευθύνης.

γ) Σχετική με την SOLAS  είναι και η Διεθνής Σύμβαση «International Safety Management Code» (ISM Code), που υιοθετήθηκε από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ). Είναι εργαλείο για την αναβάθμιση της ασφάλειας των πλοίων και της εργασίας πάνω στο πλοίο και έχει ενσωματωθεί στην συνθήκη SOLAS εισάγοντας την ιδέα της υποχρεωτικής ανάπτυξης Συστήματος Ασφαλούς Διαχείρισης (SMS) σε κάθε πλοιοκτήτρια, ή διαχειρίστρια εταιρεία. Κάθε Πλοίαρχος που λαμβάνει σήμα από οποιαδήποτε πηγή ότι πλοίο, αεροσκάφος, ή σωστικό μέσο, βρίσκεται σε κίνδυνο, υποχρεούται να πλεύσει ολοταχώς προς βοήθεια, ειδοποιώντας συγχρόνως αυτά αν είναι δυνατόν. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να ενεργήσει έτσι, λόγω ειδικών συνθηκών, ή αν δεν κρίνει εύλογη την βοήθεια, οφείλει να καταχωρήσει στο ημερολόγιο του πλοίου τον λόγο.

Σύμφωνα με τις παραπάνω Διεθνείς Συμβάσεις, ο Πλοίαρχος του πλοίου που κινδυνεύει, κατόπιν συνεννόησης με τους προστρέχοντες Πλοιάρχους, έχει το δικαίωμα να επιτάξει, ένα ή περισσότερα από τα πλοία τους, που θεωρεί ικανά να παράσχουν  βοήθεια. Οι πλοίαρχοι, που επιτάχθηκαν, είναι υποχρεωμένοι να συμμορφωθούν προς την επίταξη, πλέοντας ολοταχώς προς βοήθεια του πλοίου που κινδυνεύει.

Ο Πλοίαρχος απαλλάσσεται από την υποχρέωση παροχής βοήθειας, έστω και αν το πλοίο του επιταχθεί, στις παρακάτω περιπτώσεις., α) Αν ειδοποιηθεί από τα πρόσωπα που κινδυνεύουν, ή από τον πλοίαρχο άλλου πλοίου που κατέφθασε εκεί, ότι η βοήθεια δεν είναι πλέον αναγκαία, β) Όταν για λόγους ανωτέρας βίας, δεν μπορεί να παρασχεθεί βοήθεια, π.χ. αδυναμία πλου προς το σημείο λόγω εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται να επιχειρηθεί μεταβολή πορείας προς το κινδυνεύον πλοίο, έως ότου αποδειχθεί το αδύνατο της προσέγγισης, γ) Όταν κινδυνεύει  η ασφάλεια του αρωγού πλοίου και των επιβαινόντων σε αυτό, δ)  Όταν, λόγω σοβαρού ατυχήματος, ή ανεπάρκειας καυσίμων, του αρωγού πλοίου, είναι αδύνατη η προσέγγιση στο πλοίο που κινδυνεύει, ε) Σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου κατά γενικά εκτίμηση μπορεί να προκληθεί μεγάλος κίνδυνος στο αρωγό πλοίο και τους επιβαίνοντες.

Εκτός από τα βασικά πρόσωπα που μετέχουν στη σύμβαση μεταφοράς, δηλαδή τον φορτωτή, τον μεταφορέα και τον παραλήπτη, μπορεί να παρεμβληθεί και τέταρτο πρόσωπο, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος διαφέρει από τον μεταφορέα κατά το ότι ο τελευταίος διενεργεί ο ίδιος τη μεταφορά, ενώ ο παραγγελιοδόχος αναλαμβάνει τη μέριμνα απέναντι στο φορτωτή, ή στον παραλήπτη, να εξεύρει μεταφορέα, με τον οποίο συνάπτει ο ίδιος την σύμβαση μεταφοράς στο δικό του μεν όνομα, αλλά για λογαριασμό του παραγγελέα-αποστολέα, ή φορτωτή.

Ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς χαρακτηρίζεται εκείνος, που κατά επάγγελμα αναλαμβάνει, ή αναδέχεται, την μεταφορά πραγμάτων κατά αποκοπή για δικό του λογαριασμό μέσω μεταφορέων με τους οποίους συναλλάσσεται, ή τους οποίους έχει στις διαταγές του.

Το πρόσωπο αυτό δεν είναι παραγγελιοδόχος κατά κυριολεξία, αλλά εργολάβος μεταφοράς και εφαρμόζονται τα άρθρα 95 επ. ΕμπΝ.

Α. ΕΓΓΥΗΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

Ο παραγγελιοδόχος θαλάσσιας μεταφοράς ευθύνεται για τους ίδιους λόγους και με τον ίδιο βαθμό ευθύνης που ευθύνεται και ο μεταφορέας, ως εγγυητής των πράξεων του μεταφορέα, ή του μεσολαβούντος άλλου παραγγελιοδόχου μεταφοράς, κατά τα άρθρα 97 και 99 ΕμπΝ και μάλιστα για καθυστέρηση, φθορά, ή απώλεια των μεταφερομένων εμπορευμάτων σε ολόκληρη την διαδρομή και κατά την παραλαβή. Τα παραπάνω ισχύοντα στην παραγγελία μεταφοράς του Εμπορικού Νόμου έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην θαλάσσια μεταφορά,  εν όψει ότι οι διατάξεις του ΚΙΝΔ για την ναύλωση και οι διεθνείς κανόνες για την φορτωτική δεν περιέχουν διατάξεις για τους παραγγελιοδόχους, που μεσολαβούν στη ναύλωση, ή την θαλάσσια μεταφορά.  Έτσι ο εναγόμενος παραγγελιοδόχος θαλάσσιας μεταφοράς ευθύνεται για τους ίδιους λόγους που ευθύνεται και ο θαλάσσιος μεταφορέας, ως εγγυητής των πράξεων αυτού, ή του μεσολαβούντος άλλου παραγγελιοδόχου.

Β. ΕΞΩΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

α) Η εξωσυμβατική ευθύνη του παραγγελιοδόχου στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών του Αστικού Κώδικα και συνδέεται με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του ίδιου του παραγγελιοδόχου μεταφοράς,  λόγω μη εκπλήρωσης της οφειλομένης παροχής υπηρεσιών, κατά τρόπο σύμφωνο με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, όπως απάτη, ή απιστία.

β) Προϋπόθεση για την ύπαρξη της εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι, εκτός από την ύπαρξη της παράνομης πράξης, ή παράλειψης και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το αποτέλεσμα και η ύπαρξη υπαιτιότητας του παραγγελιοδόχου μεταφοράς.

Γ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

Στην παραγραφή των αξιώσεων κατά του παραγγελιοδόχου ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 107 ΕμπΝ.

α) Επομένως, κάθε αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς από ζημία (καθυστέρηση, βλάβη, ή απώλεια) του φορτίου κατά την μεταφορά του υπόκειται σε ετήσια παραγραφή (ενδοσυμβατική ευθύνη) που αρχίζει από την παράδοση του φορτίου, ή από την ημέρα που έπρεπε να παραδοθεί στην περίπτωση της καθυστέρησης.

β) Αν, η ζημία οφείλεται σε δόλια συμπεριφορά του, όπως απάτη, ή απιστία (εξωσυμβατική ευθύνη) η παραγραφή είναι η πενταετής του Αστικού Κώδικα και αρχίζει από το τέλους του έτους της παράδοσης του φορτίου, ή που έπρεπε να παραδοθεί στην περίπτωση της καθυστέρησης.

Δ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΟΔΟΧΟΣ 

α) Εκτός από τον αρχικό παραγγελιοδόχο, που μεριμνά για όλη την μεταφορά, είναι δυνατόν η μέριμνα για αυτήν, ή για τμήμα της, ή για την τελική παραλαβή των πραγμάτων, να ανατεθεί σε ενδιάμεσο (μεσολαβούντα) παραγγελιοδόχο, ή σε παραγγελιοδόχο παραλαβής. Αυτός συμβάλλεται με τον αρχικό παραγγελιοδόχο και ενεργεί για λογαριασμό μεν του αρχικού παραγγελιοδόχου, στο δικό του όμως όνομα.

β) Τόσο ο αρχικός παραγγελιοδόχος της όλης μεταφοράς, όσο και ο ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος, προς τον οποίον εξομοιώνεται και ο παραγγελιοδόχος παραλαβής, ευθύνονται εγγυητικώς σε ολόκληρον έκαστος, ως ευθύνεται ο αρχικός παραγγελιοδόχος (άρθρο 97 ΕμπΝ).  Ως εκ τούτου ο αποστολέας, ή, ο παραλήπτης, δύνανται να στραφούν, τόσο κατά του αρχικού, όσο και  κατά του ενδιαμέσου παραγγελιοδόχου.

γ) Η έκταση, όμως, της ευθύνης τους δεν συμπίπτει. Ο αρχικός παραγγελιοδόχος της όλης μεταφοράς είναι υπεύθυνος για την ζημία ή καθυστέρηση, που συνέβη σε οποιοδήποτε σημείο της διαδρομής, και κατά την παραλαβή, έστω και εάν τμήμα της μεταφοράς, ή η παραλαβή, έγιναν με την φροντίδα ενδιαμέσου παραγγελιοδόχου, ή παραγγελιοδόχου παραλαβής.

δ) Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει και αντιστρόφως. Δεν καθιερώνεται, δηλαδή, ευθύνη του ενδιαμέσου παραγγελιοδόχου, ή παραγγελιοδόχου παραλαβής, για ζημία, ή καθυστέρηση, που έλαβε χώρα πριν από το τμήμα της μεταφοράς που αυτός ανέλαβε, ή, εφ όσον πρόκειται για παραγγελιοδόχο παραλαβής, πριν από την παραλαβή των εμπορευμάτων. Ουσιαστικά, ο ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος ευθύνεται εγγυητικά για την έκταση του έργου μεταφοράς, που αυτός ανέλαβε να διεκπεραιώσει.

Ε. ΑΝΑΓΩΓΗ ΣΥΝΟΦΕΙΛΕΤΩΝ 

α) Συνεπεία της σε ολόκληρο ευθύνης του μεταφορέα, ή περισσοτέρων αν η μεταφορά του ιδίου εμπορεύματος έγινε με περισσότερους από ένα μεταφορέα, και του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, ή ανάλογα περισσοτέρων, αυτοί, ως συνοφειλέτες, εφ όσον αποζημίωσαν τον ζημιωθέντα δικαιούχο, έχοντα δικαίωμα διάθεσης των εμπορευμάτων, ή τον υποκατασταθέντα στα δικαιώματά του ασφαλιστή, έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά του μεταφορέα, που είναι υπαίτιος της ζημίας των εμπορευμάτων (άρθρα 487 και 488 ΑΚ).

β) Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνοφειλετών αποτελεί ιδιαίτερη ενοχική σχέση και είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την εξωτερική σχέση.

γ) Η αξίωση αναγωγής κατά συνοφειλέτη υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή, που αρχίζει από την καταβολή της αποζημίωσης.

Ο ιδιοκτήτης του φορτίου, που σκοπεύει να εγείρει απαιτήσεις προς το μεταφορέα για απώλεια, ή ζημία, του φορτίου,

α) Πρέπει να ασκήσει την αγωγή εντός (2) ετών, από την παράδοση των αγαθών, ή από την ημερομηνία κατά την οποία τα αγαθά έπρεπε να παραδοθούν.   

β) Αν παρέλθει η προθεσμία των (2) ετών, το σχετικό δικαίωμα ασκείται μόνο κατ ένσταση, ή προς συμψηφισμό της απαίτησης.
γ)  Η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία παραδόθηκαν τα εμπορεύματα ή, σε περίπτωση απώλειας από την τελευταία ημέρα κατά την οποία έπρεπε να παραδοθούν.

Η αποζημίωση που καταβάλλεται από τον μεταφορέα για την απώλεια, ή βλάβη, των εμπορευμάτων υπολογίζεται με βάση την αξία των εμπορευμάτων στον τόπο και τον χρόνο παράδοσης. Η αξία των εμπορευμάτων καθορίζεται σύμφωνα με την χρηματιστηριακή τιμή των εμπορευμάτων, ή, αν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, ανάλογα με την τιμή αγοράς τους, ή, αν δεν υπάρχει τιμή της εμπορευματικής ανταλλαγής, ή αγοράς των τιμών, σε σχέση με την κανονική αξία του εμπορευμάτων του ίδιου είδους και της ποιότητας στον τόπο παράδοσης.

Α. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΕΥΘΥΝΗΣ 

α)  Η ευθύνη του μεταφορέα σε αποζημίωση σε περίπτωση απώλειας, ή βλάβης, περιορίζεται σε 875 λογιστικές μονάδες (SDR) ανά συσκευασία, ή 3 λογιστικές μονάδες ανά κιλό μικτού βάρους των εμπορευμάτων, όποιο ποσό είναι το υψηλότερο, εκτός αν, η αξία των εμπορευμάτων έχει δηλωθεί από τον αποστολέα, ή ένα ποσό μεγαλύτερο από το ποσό του περιορισμού της ευθύνης του μεταφορέα έχει συμφωνηθεί μεταξύ του μεταφορέα και του αποστολέα.

β) Η αποζημίωση για απώλεια, ή βλάβη, που οφείλεται σε καθυστέρηση παράδοσης υπολογίζεται σε ποσό που αντιστοιχεί δυόμιση φορές την αξία του εμπορεύματος. Το συνολικό, όμως, πληρωτέο ποσό δεν μπορεί να υπερβεί την αξία του εμπορεύματος.

Β. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΕΥΘΥΝΗΣ  

Ο μεταφορέας (ούτε κανένα από τα πρόσωπα, που χρησιμοποίησε στην μεταφορά) δεν μπορεί να επικαλεστεί τον παραπάνω περιορισμό της ευθύνης σε αποζημίωση, όταν α) η απώλεια, ή ζημία, ή καθυστέρηση παράδοσης, οφείλεται σε μια προσωπική του πράξη, ή παράλειψή του, ή των προσώπων εκτέλεσης και β) έγινε με πρόθεση να προκληθεί μια τέτοια ζημία, ή απερίσκεπτα και με γνώση ότι μια τέτοια ζημία πιθανώς να προκύψει.

α)  ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ

Γενικά ο μεταφορέας απαλλάσσεται από το σύνολο, ή μέρος της ευθύνης, εάν αποδείξει ότι η αιτία, ή μία από τις αιτίες της απώλειας, ζημίας, ή καθυστέρησης, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα, ή σε υπαιτιότητα του προσώπου, που χρησιμοποίησε κατά την μεταφορά.

β) ΕΙΔΙΚΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ

Ο μεταφορέας απαλλάσσεται από το σύνολο, ή μέρος της ευθύνης, αν ένα, ή περισσότερα, γεγονότα συμβούν από.

Α. Κινδύνους της θάλασσας (perils of the seas).

α) Η ακαταλληλότητα του πλοίου για θαλασσοπλοΐα και οι κίνδυνοι στη θάλασσα αποτελούν έννοιες συνδεόμενες μεταξύ τους, καθώς η καταλληλότητα του πλοίου συνίσταται εν μέρει και στην ικανότητά του να αντιμετωπίζει τα αναμενόμενα φυσικά φαινόμενα. Από την άλλη μεριά έντονα και απρόβλεπτα καιρικά φαινόμενα είναι συνήθως ικανά να υπερνικήσουν την φυσική δύναμη ενός κατάλληλου πλοίου για θαλασσοπλοΐα. Κατά συνέπεια η εξαίρεση δεν εφαρμόζεται, όταν η ζημία του φορτίου οφείλεται σε συνήθεις κινδύνους εμφανιζόμενους κατά την διάρκεια του πλου.

β) Αντίθετα, όταν η ζημία λαμβάνει χώρα κάτω από συνθήκες που έχουν ασυνήθη (όχι όμως απαραίτητα και υπερφυσική) ένταση και επικινδυνότητα, τότε ο μεταφορέας δικαιούται να επικαλεσθεί την πλήρη απαλλαγή του από την ευθύνη.

γ) Η επίκληση της απαλλαγής δεν επιτρέπεται στην περίπτωση επίδειξης αμελούς συμπεριφοράς κατά την εκπλήρωση των επιβαλλομένων υποχρεώσεών του.

δ) Κατά συνέπεια δεν υπέχει ευθύνη, αν αποδείξει ότι η ζημία προκλήθηκε λόγω δυσμενών και απρόβλεπτων καιρικών φαινομένων, ακόμα κι αν το αίτιο της ζημίας είναι άγνωστο. Εάν όμως αποδειχθεί πως η ζημία προέκυψε κατά την διάρκεια ευνοϊκών καιρικών συνθηκών, τότε τεκμαίρεται ότι οφείλεται σε ακαταλληλότητα του πλοίου για θαλασσοπλοΐα και κατά συνέπεια δεν δύναται να απαλλαγεί από την ευθύνη.

Β. Ανωτέρα βία (act of God).

Ανωτέρα βία χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε τυχερό γεγονός, του οποίου η επέλευση, από την φύση του, είναι για τις ανθρώπινες δυνάμεις απρόβλεπτη και αναπότρεπτη.

Γ. Πολεμική ενέργεια (act of war).

Δ. Πράξεις τρομοκρατών, πειρατών, επαναστατών (public enemies, terrorists, pirates, riots).

Ε. Ενέργειες κρατικών αρχών, συλλήψεις, κατασχέσεις

ΣΤ. Καραντίνα (quarantine).

Δηλαδή από περιορισμό για κάποιο χρονικό διάστημα όσων εμπορευμάτων προέρχονται από περιοχές που έχουν εξαπλωθεί μολυσματικές ασθένειες.

Ζ. Απεργίες ή Ανταπεργίες (strikes and lockouts).

Η. Προσπάθεια διάσωσης ανθρώπου ή περιουσίας στη θάλασσα (saving life or property at sea).

Θ. Ανεπάρκεια συσκευασίας του φορτίου (insufficiency of packing).

Ι. Μη αξιοπλοΐα του πλοίου (unseaworthiness), με την προϋπόθεση ότι ο μεταφορέας έχει δείξει την δέουσα επιμέλεια (due diligence) για να το διατηρήσει αξιόπλοο.

α) Η μη αξιοπλοΐα του πλοίου, ιδιαίτερα η έννοια του «κεκρυμμένου ελαττώματος» είναι δυσχερής. Λόγω της γενικής υποχρέωσης του μεταφορέα, να εκτελέσει την μεταφορά με την απαιτούμενη επιμέλεια που επιβάλλουν οι συνθήκες του ταξιδιού, ο μεταφορέας ευθύνεται, εφ όσον αποδειχθεί ότι το ελάττωμα του πλοίου που προκάλεσε την ζημία, οφειλόταν στην παράλειψή του να εκτελέσει επισκευές στο πλοίο κατά την διάρκεια του πλου.

β) Αν η ζημία προκλήθηκε λόγω της ανικανότητας του πληρώματος, παρά το γεγονός ότι αυτό διαθέτει τα αναγκαία πιστοποιητικά ειδίκευσης, είναι δυνατόν να θεωρηθεί πως η ζημία του φορτίου οφείλεται σε «κεκρυμμένο ελάττωμα» του πλοίου, γιατί ο μεταφορέας, δικαιούμενος να εμπιστεύεται την κρίση των αρμοδίων οργάνων για την αξιολόγηση των ικανοτήτων των μελών του πληρώματος, δεν είναι υποχρεωμένος να προβεί προσωπικά σε λεπτομερή έλεγχο του επιπέδου ειδίκευσής τους. Κατά συνέπεια η εμφάνιση οποιουδήποτε ελαττώματος εν μέσω του πλου θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στην έννοια του «κεκρυμμένου ελαττώματος» του πλοίου

γ) Ο μεταφορέας φέρει το βάρος να αποδείξει, πως επέδειξε την δέουσα επιμέλεια κατά την εκτέλεση της υποχρέωσής του, να διαθέσει πλοίο κατάλληλο για θαλασσοπλοΐα.

ΙΑ. Εσωτερικά ελαττώματα του φορτίου.

Τα ελαττώματα του φορτίου συνδέεται άμεσα με την ιδιοσυστασία του μεταφερομένου εμπορεύματος, καθώς και με τη φυσική τους τάση για αλλοιώσεις (όπως ψάρια ή φρούτα)  ή απομείωση - φύρα (όπως πετρέλαιο, σιτάρι ) αρκεί η μείωση της ποσότητας να μην υπερβαίνει τα συνήθη όρια που αναγνωρίζονται σύμφωνα με τις ναυτιλιακές συνήθειες που διαμορφώνονται κατά τόπους.

ΙΒ. Ελαττώματα εξοπλισμού του πλοίου που δεν ανακαλύπτονται με την πρέπουσα επιμέλεια (inherent vice of cargo or latent defects not discoverable by due diligence).

ΙΓ. Σε περίπτωση πυρκαγιάς.

Εφ όσον ο μεταφορέας αποδείξει, ότι έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε το πλοίο του να είναι κατάλληλο για θαλασσοπλοΐα κατά την έναρξη του πλου, δεν ευθύνεται στην περίπτωση εκδήλωσης πυρκαγιάς,

ΙΔ. Στην περίπτωση ναυτικού λάθους (nautical error).

α) Στην περίπτωση ναυτικού λάθους είναι σχετικά δύσκολο να διακριθούν τα όρια ανάμεσα στη διαχείριση του πλοίου που αποτελεί ναυτικό λάθος «nautical error» και τον χειρισμό του φορτίου που αποτελεί εμπορικό λάθος (management and handling of the cargo) που αποτελεί «commercial error».

β) Ο μεταφορέας δύναται να αποφύγει την ευθύνη, εφ όσον αποδείξει πως η αμελής συμπεριφορά αφορά άμεσα στην ασφάλεια του πλοίου και όχι στην διατήρηση του φορτίου.

Αν παρόλα αυτά, τόσο το πλοίο όσο και το φορτίο υποστούν ζημία από την ίδια αμελή συμπεριφορά του πληρώματος, τότε ο μεταφορέας συνήθως απαλλάσσεται της ευθύνη.

ΙΕ. Σε περίπτωση παρέκκλισης του πλοίου.

Αν το φορτίο χαθεί, ή πάθει ζημία, εξ αιτίας της παρέκκλισης (deviation) του πλοίου, ο μεταφορέας απαλλάσσεται της ευθύνης με την προϋπόθεση ότι η παρέκκλιση έγινε με σκοπό την διάσωση ζωής, ή περιουσίας στη θάλασσα, ή, αν η παρέκκλιση κριθεί ότι ήταν δικαιολογημένη (reasonable) για οποιοδήποτε λόγο.

ΙΣΤ. Μεταφορά ζώντων ζώων.

Ο μεταφορέας απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν η ζημία οφείλεται σε ειδικούς κινδύνους, που συνδέονται με μεταφορές ζώντων ζώων.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

ο μεταφορέας δεσμεύεται να δείξει την δέουσα προσοχή. ώστε.

α. Να είναι το πλοίο αξιόπλοο, πριν και κατά την έναρξη του ταξιδιού.

β. Να επανδρώσει, να προμηθεύσει και να εξοπλίσει το πλοίο.

γ. Να έχει τα μέρη - αμπάρια του πλοίου κατάλληλα για την ασφαλή μεταφορά του φορτίου.

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΕΑ

α)  Μπορεί να αρνηθεί να παραλάβει, ή να φορτώσει τα εμπορεύματα, αν τα εμπορεύματα είναι, ή μπορεί εύλογα να φαίνεται πιθανό, ότι κατά την διάρκεια της μεταφοράς, θα προκαλέσουν  πραγματικό κίνδυνο για πρόσωπα, περιουσία, ή το περιβάλλον.

β) Μπορεί, κατά την διάρκεια της μεταφοράς, να θυσιάσει τα εμπορεύματα, προκειμένου να προασπίσει πρόσωπα, περιουσία, ή το περιβάλλον

ΕΥΘΥΝΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΑ 

Ο μεταφορέας (και τα πρόσωπα που χρησιμοποίει για την μεταφορά) δεν έχει την δυνατότητα να εξαιρεθεί της ευθύνης, που καθορίζουν οι Κανόνες.

α) Η ευθύνη του μεταφορέα (και των προσώπων που χρησιμοποιεί για την μεταφορά) καλύπτει την περίοδο από την φόρτωση μέχρι την εκφόρτωση.

β)  Ο μεταφορέας ευθύνεται για την ζημία που προκύπτει από την απώλεια, ή βλάβη, των εμπορευμάτων, καθώς και από την καθυστέρηση παράδοσης, εφ όσον το περιστατικό που προκάλεσε την απώλεια, βλάβη, ή καθυστέρηση, πραγματοποιήθηκε εν όσω τα αγαθά ήταν υπό την ευθύνη του.

γ) Είναι υπεύθυνος για κάθε απώλεια, ή βλάβη, του φορτίου, που προκύπτει από λάθος, ή ιδιοτελή ενέργεια του ίδιου, των υπαλλήλων, ή των πρακτόρων του.

δ)  Το βάρος της απόδειξης το  φέρει ο μεταφορέας. Αυτό σημαίνει ότι εκείνος θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ίδιος, οι υπάλληλοι, ή οι πράκτορες του, δεν προκάλεσαν τη ζημία, ή την απώλεια του φορτίου.

ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΕΥΘΥΝΗΣ

α)  ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ

Γενικά ο μεταφορέας απαλλάσσεται από το σύνολο, ή μέρος της ευθύνης, εάν αποδείξει ότι η αιτία, ή μία από τις αιτίες της απώλειας, ζημίας, ή καθυστέρησης, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα, ή σε υπαιτιότητα κάθε πρόσωπου, που χρησιμοποίησε κατά την μεταφορά.

β) ΕΙΔΙΚΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ

Ο μεταφορέας απαλλάσσεται από το σύνολο, ή μέρος της ευθύνης, αν ένα, ή περισσότερα, γεγονότα συμβούν από.

Α. Κινδύνους της θάλασσας (perils of the seas).

α) Η ακαταλληλότητα του πλοίου για θαλασσοπλοΐα και οι κίνδυνοι στη θάλασσα αποτελούν έννοιες συνδεόμενες μεταξύ τους, καθώς η καταλληλότητα του πλοίου συνίσταται εν μέρει και στην ικανότητά του να αντιμετωπίζει τα αναμενόμενα φυσικά φαινόμενα. Από την άλλη μεριά έντονα και απρόβλεπτα καιρικά φαινόμενα είναι συνήθως ικανά να υπερνικήσουν την φυσική δύναμη ενός κατάλληλου πλοίου για θαλασσοπλοΐα. Κατά συνέπεια η εξαίρεση δεν εφαρμόζεται, όταν η ζημία του φορτίου οφείλεται σε συνήθεις κινδύνους εμφανιζόμενους κατά την διάρκεια του πλου.

β) Αντίθετα, όταν η ζημία λαμβάνει χώρα κάτω από συνθήκες που έχουν ασυνήθη (όχι όμως απαραίτητα και υπερφυσική) ένταση και επικινδυνότητα, τότε ο μεταφορέας δικαιούται να επικαλεσθεί την πλήρη απαλλαγή του από την ευθύνη.

γ) Η επίκληση της απαλλαγής δεν επιτρέπεται στην περίπτωση επίδειξης αμελούς συμπεριφοράς κατά την εκπλήρωση των επιβαλλομένων υποχρεώσεών του.

δ) Κατά συνέπεια δεν υπέχει ευθύνη, αν αποδείξει ότι η ζημία προκλήθηκε λόγω δυσμενών και απρόβλεπτων καιρικών φαινομένων, ακόμα κι αν το αίτιο της ζημίας είναι άγνωστο. Εάν όμως αποδειχθεί πως η ζημία προέκυψε κατά την διάρκεια ευνοϊκών καιρικών συνθηκών, τότε τεκμαίρεται ότι οφείλεται σε ακαταλληλότητα του πλοίου για θαλασσοπλοΐα και κατά συνέπεια δεν δύναται να απαλλαγεί από την ευθύνη.

Β. Ανωτέρα βία (act of God).

Ανωτέρα βία χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε τυχερό γεγονός, του οποίου η επέλευση, από την φύση του, είναι για τις ανθρώπινες δυνάμεις απρόβλεπτη και αναπότρεπτη.

Γ. Πολεμική ενέργεια (act of war).

Δ. Πράξεις τρομοκρατών, πειρατών, επαναστατών (public enemies, terrorists, pirates, riots).

Ε. Ενέργειες κρατικών αρχών, συλλήψεις, κατασχέσεις

ΣΤ. Καραντίνα (quarantine). Δηλαδή από περιορισμό για κάποιο χρονικό διάστημα όσων εμπορευμάτων προέρχονται από περιοχές που έχουν εξαπλωθεί μολυσματικές ασθένειες.

Ζ. Απεργίες ή Ανταπεργίες (strikes and lockouts).

Η. Προσπάθεια διάσωσης ανθρώπου ή περιουσίας στη θάλασσα (saving life or property at sea).

Θ. Ανεπάρκεια συσκευασίας του φορτίου (insufficiency of packing).

Ι. Μη αξιοπλοΐα του πλοίου (unseaworthiness), με την προϋπόθεση ότι ο μεταφορέας έχει δείξει την δέουσα επιμέλεια (due diligence) για να το διατηρήσει αξιόπλοο.

α) Η μη αξιοπλοΐα του πλοίου, ιδιαίτερα η έννοια του «κεκρυμμένου ελαττώματος» είναι δυσχερής. Λόγω της γενικής υποχρέωσης του μεταφορέα, να εκτελέσει την μεταφορά με την απαιτούμενη επιμέλεια που επιβάλλουν οι συνθήκες του ταξιδιού, ο μεταφορέας ευθύνεται, εφ όσον αποδειχθεί ότι το ελάττωμα του πλοίου που προκάλεσε την ζημία, οφειλόταν στην παράλειψή του να εκτελέσει επισκευές στο πλοίο κατά την διάρκεια του πλου.

β) Αν η ζημία προκλήθηκε λόγω της ανικανότητας του πληρώματος, παρά το γεγονός ότι αυτό διαθέτει τα αναγκαία πιστοποιητικά ειδίκευσης, είναι δυνατόν να θεωρηθεί πως η ζημία του φορτίου οφείλεται σε «κεκρυμμένο ελάττωμα» του πλοίου, γιατί ο μεταφορέας, δικαιούμενος να εμπιστεύεται την κρίση των αρμοδίων οργάνων για την αξιολόγηση των ικανοτήτων των μελών του πληρώματος, δεν είναι υποχρεωμένος να προβεί προσωπικά σε λεπτομερή έλεγχο του επιπέδου ειδίκευσής τους. Κατά συνέπεια η εμφάνιση οποιουδήποτε ελαττώματος εν μέσω του πλου θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στην έννοια του «κεκρυμμένου ελαττώματος» του πλοίου

γ) Ο μεταφορέας φέρει το βάρος να αποδείξει, πως επέδειξε την δέουσα επιμέλεια κατά την εκτέλεση της υποχρέωσής του, να διαθέσει πλοίο κατάλληλο για θαλασσοπλοΐα.

ΙΑ. Εσωτερικά ελαττώματα του φορτίου. Τα ελαττώματα του φορτίου συνδέεται άμεσα με την ιδιοσυστασία του μεταφερομένου εμπορεύματος, καθώς και με τη φυσική τους τάση για αλλοιώσεις (όπως ψάρια ή φρούτα ) ή απομείωση - φύρα (όπως πετρέλαιο, σιτάρι ) αρκεί η μείωση της ποσότητας να μην υπερβαίνει τα συνήθη όρια που αναγνωρίζονται σύμφωνα με τις ναυτιλιακές συνήθειες που διαμορφώνονται κατά τόπους.

ΙΒ. Ελαττώματα εξοπλισμού του πλοίου που δεν ανακαλύπτονται με την πρέπουσα επιμέλεια (inherent vice of cargo or latent defects not discoverable by due diligence).

ΙΓ. Σε περίπτωση πυρκαγιάς. Εφ όσον ο μεταφορέας αποδείξει, ότι έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε το πλοίο του να είναι κατάλληλο για θαλασσοπλοΐα κατά την έναρξη του πλου, δεν ευθύνεται στην περίπτωση εκδήλωσης πυρκαγιάς,

ΙΔ. Στην περίπτωση ναυτικού λάθους (nautical error).

α) Στην περίπτωση ναυτικού λάθους είναι σχετικά δύσκολο να διακριθούν τα όρια ανάμεσα στη διαχείριση του πλοίου που αποτελεί ναυτικό λάθος «nautical error» και τον χειρισμό του φορτίου που αποτελεί εμπορικό λάθος (management and handling of the cargo) που αποτελεί «commercial error».

β) Ο μεταφορέας δύναται να αποφύγει την ευθύνη, εφ όσον αποδείξει πως η αμελής συμπεριφορά αφορά άμεσα στην ασφάλεια του πλοίου και όχι στην διατήρηση του φορτίου.

Αν παρόλα αυτά, τόσο το πλοίο όσο και το φορτίο υποστούν ζημία από την ίδια αμελή συμπεριφορά του πληρώματος, τότε ο μεταφορέας συνήθως απαλλάσσεται της ευθύνη.

ΙΕ. Σε περίπτωση παρέκκλισης του πλοίου.

Αν το φορτίο χαθεί, ή πάθει ζημία, εξ αιτίας της παρέκκλισης (deviation) του πλοίου, ο μεταφορέας απαλλάσσεται της ευθύνης με την προϋπόθεση ότι η παρέκκλιση έγινε με σκοπό την διάσωση ζωής, ή περιουσίας στη θάλασσα, ή, αν η παρέκκλιση κριθεί ότι ήταν δικαιολογημένη (reasonable) για οποιοδήποτε λόγο.

ΙΣΤ. Μεταφορά ζώντων ζώων.

Ο μεταφορέας απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν η ζημία οφείλεται σε ειδικούς κινδύνους, που συνδέονται με μεταφορές ζώντων ζώων.

Εάν η ζημία των εμπορευμάτων διαπιστωθεί, ή, εάν τα εμπορεύματα δεν φθάσουν μετά την λήξη του προβλεπομένου χρονικού διαστήματος παράδοσης, ο παραλήπτης δικαιούται να προβάλει επ' ονόματί του κατά του μεταφορέα οιαδήποτε δικαιώματα προκύπτουν από την φορτωτική.

α)  Εάν ο παραλήπτης παραλάβει τα εμπορεύματα και ελέγχοντάς τα μετά του μεταφορέως, σε εμφανή μερική απώλεια, ή ζημία, τα βρει μερικώς απολεσθέντα, ή ζημιωθέντα, οφείλει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημέρα κατά την οποία τα εμπορεύματα παραδόθηκαν, να κάνει εγγράφως, δήλωση μερικής απώλειας, ή ζημίας, δηλαδή «επιφύλαξη». Συνήθως η επιφύλαξη γίνεται αυθημερόν επί της φορτωτικής, ή σε οποιοδήποτε συνοδευτικό έγγραφο της μεταφοράς.

β) Εάν ο παραλήπτης παραλάβει τα εμπορεύματα, χωρίς να ελέγξει την κατάστασή των μετά του μεταφορέα σε μη εμφανή μερική απώλεια, ή ζημία, ή χωρίς να προβεί σε επιφύλαξη σε εμφανή ζημία, οφείλει σε χρόνο, όχι  αργότερο των (15) ημερών από την παράδοση, εξαιρουμένων των Κυριακών και επισήμων αργιών, να κοινοποιήσει στον μεταφορέα επιφύλαξη.

γ) Ουδεμία αποζημίωση είναι καταβλητέα για καθυστέρηση παράδοσης, εκτός εάν κοινοποιηθεί εγγράφως επιφύλαξη στον μεταφορέα εντός (60) ημερών από τον χρόνο που τα εμπορεύματα τέθηκαν στην διάθεση του παραλήπτη. Καθυστέρηση στην παράδοση συμβαίνει, όταν τα εμπορεύματα δεν παραδοθούν στο λιμάνι της εκφόρτωσης εντός της προθεσμίας που έχει συμφωνηθεί ρητά, ή ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, εντός της προθεσμίας που θα ήταν εύλογο να παραδοθούν από μια επιμελή μεταφορά.

δ) Η έλλειψη επιφύλαξης αποτελεί PRIMA FACIE απόδειξη, ότι ο παραλήπτης παρέλαβε τα εμπορεύματα στην κατάσταση που αναφέρεται στην φορτωτική.  Γίνεται δεκτό νομολογιακά, ότι η παράλειψη άσκησης από τον παραλήπτη επιφύλαξης δεν έχει ως συνέπεια την απώλεια των σχετικών αξιώσεων, αλλά μαχητό τεκμήριο κανονικής παράδοσης, μετακυλιουμένου στον παραλήπτη του βάρους απόδειξης της ζημίας και του χρόνου εντός του οποίου συνέβη.

Η θαλάσσια φορτωτική (bill of lading), είναι ένα αξιόγραφο, το οποίο προσδιορίζει την κυριότητα του  φορτίου, το οποίο έχει φορτωθεί στο πλοίο. Η φορτωτική αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο της φόρτωσης των φορτίων προς μεταφορά και αποδεικτικό έγγραφο της σύμβασης ναύλωσης, ειδικά όταν δεν έχει συνταχθεί ναυλοσύμφωνο.

Η φορτωτική εκδίδεται από τον πλοίαρχο αμέσως μετά το πέρας της φόρτωσης του φορτίου.

Η φορτωτική εκδίδεται κατ’ επιλογή του ναυλωτή - φορτωτή, είτε ονομαστικά, δηλαδή σε όνομα ορισμένου προσώπου (φυσικού ή νομικού), είτε σε διαταγή.

Η ονομαστική φορτωτική μεταβιβάζεται με εκχώρηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Την παραλαβή των μεταφερομένων με αυτή εμπορευμάτων μπορεί να διενεργήσει μόνο το πρόσωπο του οποίου το όνομα αναφέρεται σε αυτή, ή αυτός που την απέκτησε, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, με εκχώρηση

Η φορτωτική σε διαταγή μεταβιβάζεται με οπισθογράφηση.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΦΟΡΤΩΤΙΚΗΣ

Η φορτωτική περιέχει τα παρακάτω στοιχεία, α. το ονομ/νο του εκναυλωτή, του ναυλωτή (φορτωτή), του παραλήπτη, β. το όνομα του Πλοιάρχου, του πλοίου, τον λιμένα νηολογίου, την σημαία του πλοίου, γ. τον καθορισμό του τόπου φόρτωσης και προορισμού, δ. τα διακριτικά σημεία του φορτίου, ε. τις περί του ναύλου συμφωνίες, δηλαδή το ύψος του, τη διάρκεια αναμονής, υπεραναμονής, τον τρόπο και χρόνο καταβολής του κ.λπ., στ. τον αριθμό των δεμάτων, ή τεμαχίων, ή την κατά βάρος ποσότητα των μεταφερομένων εμπορευμάτων (χύμα φορτίο), ζ. την γενική κατάσταση των φορτωμένων εμπορευμάτων, η. τη χρονολογία έκδοσης.

ΕΙΔΗ ΦΟΡΤΩΤΙΚΗΣ  

Οι συνηθέστερες μορφές φορτωτικών που απαντώνται στις διεθνείς μεταφορές είναι

α. Φορτωτική παραλαβής προς φόρτωση (received for shipment bill of lading). Ο τύπος αυτός δεν είναι αξιόγραφο, αλλά μια απλή απόδειξη του ναυτικού πράκτορα ότι παρέλαβε ορισμένο είδος και ποσότητα φορτίου προς φόρτωση.

β. Φορτωτική φόρτωσης (shipped bill of lading). Είναι η πραγματική φορτωτική που εκδίδεται μετά τη φόρτωση.

γ. Καθαρή φορτωτική (clean bill of lading). Χωρίς παρατηρήσεις του Πλοιάρχου για ελάττωμα φορτίου.

δ. Μη καθαρή φορτωτική (unclean bill of lading). Με παρατηρήσεις του Πλοιάρχου για ελάττωμα φορτίου.

ε. Φορτωτική μεταβιβάσιμη (order bill of lading).Είναι αυτή που εκδίδεται στο όνομα του παραλήπτη, ή σε διαταγή του.

στ. Φορτωτική μη μεταβιβάσιμη (straight bill of lading). Όταν δεν είναι δυνατή η μεταβίβασή της.

ζ. Ονομαστική φορτωτική (nominative). Αυτή που μεταβιβάζεται με εκχώρηση.

η. Φορτωτική εις διαταγή (to order …). Αυτή που εκδίδεται σε διαταγή του παραλήπτη και μεταβιβάζεται με οπισθογράφηση.

θ. Φορτωτική μετά ναυλοσυμφώνου (congenbill). Όταν αποτελεί τμήμα ναυλοσυμφώνου, ή συνυπάρχει ναυλοσύμφωνο.

ι. Φορτωτική άνευ ναυλοσυμφώνου (conbill). Όταν υφίσταται μόνο φορτωτική και δεν έχει υπογράφει ναυλοσύμφωνο, όπως συμβαίνει σε μεταφορές με πλοία γραμμής (liners).

Επειδή οι Κανόνες Χάγης, Χάγης-Βίσμπυ και Αμβούργου δεν ρύθμιζαν όλα τα θέματα, που αφορούσαν την θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων και την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά και ως εκ τούτου να συνεχίζεται να εφαρμόζεται το αγγλικό εθιμικό δίκαιο (common law) και επειδή υπήρχαν θέματα προς ρύθμιση της συνδυασμένης μεταφοράς εμπορευμάτων, όπου το θαλάσσιο σκέλος συνδέεται με χερσαίο, εναέριο, ή σιδηροδρομικό, οι νέοι «Κανόνες  Ρότερνταμ» (Διεθνή Συνθήκη UNCITRAL 2009) ήρθαν να αντικαταστήσουν τους παραπάνω κανόνες, έτσι ώστε να επιτευχθεί ομοιομορφία στον τομέα των διεθνών μεταφορών και δη στον τομέα της θαλάσσιας μεταφοράς, σχετικά με την ευθύνη στη θαλάσσια και την συνδυασμένη μεταφορά εμπορευμάτων. Η Ελλάδα στις 23/9/09 τους υπέγραψε μαζί με άλλα 15 κράτη, όπως ΗΠΑ, Γαλλία, Ολλανδία, Δανία, Ελβετία, Πολωνία, Ισπανία, κλπ. 

Επειδή η συνθήκη δεν έχει κυρωθεί από 20 κράτη δεν έχει τεθεί ακόμη σε εφαρμογή. Τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν του Κανόνες  Χάγης-Βίσμπυ.  

Ολίγα για τους Κανόνες  

Α. Οι κανόνες του Ρότερνταμ εφαρμόζονται μόνο όταν το βασικό έγγραφο της θαλάσσιας μεταφοράς είναι η φορτωτική (ή παρόμοιος τίτλος).   

Β. Δεν εφαρμόζονται, όταν το βασικό έγγραφο μεταφοράς είναι το ναυλοσύμφωνο. Εφαρμόζεται, όμως, αν προβλέπεται ρητά στο ναυλοσύμφωνο. Δεν εφαρμόζονται, όταν η φορτωτική εκδοθεί στο όνομα του φορτωτή, ο οποίος είναι ναυλωτής, εκτός αν προβλέπεται ρητά στο ναυλοσύμφωνο. Δεν εφαρμόζονται σε φορτωτικές μη μεταβιβάσιμες και στην θαλάσσια μεταφορά ζωντανών ζώων.

Γ. Εφαρμόζονται στις συμβάσεις μεταφοράς, στην οποία ο τόπος παραλαβής και ο τόπος παράδοσης των φορτίων βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη, καθώς και ο λιμένας φόρτωσης και το λιμάνι εκφόρτωσης βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη, εφ όσον, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς, οποιοδήποτε από τα ακόλουθα σημεία βρίσκεται σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη, ο τόπος παραλαβής, ο λιμένας φόρτωσης, ο τόπος παράδοσης ή το λιμάνι εκφόρτωσης.

Δ. Εφαρμόζονται ανεξάρτητα από την εθνικότητα του σκάφους, του μεταφορέα, των συμβαλλομένων μερών, του αποστολέα, του παραλήπτη, ή οποιωνδήποτε άλλων ενδιαφερομένων μερών.

Ε. Όταν οι Κανόνες δεν εφαρμόζονται αυτόματα, μπορούν να εφαρμοσθούν μετά από συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών.

Αβαρία, χαρακτηρίζεται  οποιαδήποτε  έκτακτη,  ηθελημένη και  εύλογη  πράξη  θυσίας,  ή  δαπάνες,  σε  στιγμές  κοινού θαλασσίου κινδύνου προς διάσωση του πλοίου, του φορτίου και του ναύλου. Η αβαρία ρυθμίζεται από τους «Κανόνες Υόρκης-Αµβέρσας» (York Antwerp Rules) ως ισχύουν με την τελευταία τροποποίηση του 2004.

Στοιχεία γενικής αβαρίας

Οι επερχόμενες ζημίες και δαπάνες να είναι έκτακτες. Συνεπώς ζημίες από συνήθεις φορτοεκφορτώσεις πλοίων δεν αποτελούν κοινή αβαρία.

Οι ζημίες και δαπάνες να γίνουν εκούσια κατόπιν εύλογης κρίσης. Ζημίες και δαπάνες που προήλθαν από τυχαίο γεγονός, ή ανωτέρα βία δεν αποτελούν αβαρία, όπως και ζημίες και δαπάνες ένεκα αδικαιολόγητου φόβου του Πλοιάρχου που θυσίασε μέρος του φορτίου.

Οι ζημίες και δαπάνες που προέρχονται από κοινού για το πλοίο και το φορτίο. Δεν χαρακτηρίζεται αβαρία οποιαδήποτε ζημία, ή δαπάνη σε πλοίο που ταξιδεύει υπό έρμα, γιατί ακριβώς δεν υφίσταται φορτίο, αλλά μόνο το πλοίο.

Συνήθεις περιπτώσεις αβαριών

Εκούσια εκβολή μέρους του μεταφερόμενου φορτίου στη θάλασσα. Στη περίπτωση αυτή πρέπει να εκβάλλονται τα λιγότερο αναγκαία, στη συνέχεια τα βαρύτερα και μικρότερης αξίας. Στη συνέχεια όλα όσα φέρονται επί του κυρίου καταστρώματος και  εφόσον συντρέχουν ακόμη ανάγκες τα υπόλοιπα.

Η οποιαδήποτε έκτακτη δαπάνη που γίνεται προς αποφυγή, ή μείωση μεγαλύτερης που θα θεωρούταν αβαρία, και μέχρι του ποσού που θα έφθανε η αποφευχθείσα.

Ζημίες και έκτακτες δαπάνες που έγιναν μεν προς αποτροπή κινδύνου που όμως οφείλονται σε ελάττωμα του πλοίου, ή του φορτίου, ή σε πταίσμα πλοιάρχου, ή και σε πταίσμα του δικαιούχου του φορτίου.

Οι μισθοί και τα έξοδα τροφοδοσίας του πλοιάρχου και όλου του πληρώματος και οποιεσδήποτε άλλες δαπάνες από κωλυσιπλοΐα, ή παρεμπόδιση απόπλου κατόπιν διαταγής Πολιτείας, λόγω πολέμου, ή επανάστασης, ή άλλης παρεμφερούς αιτίας.

Οι μισθοί και τα έξοδα τροφοδοσίας πλοιάρχου - πληρώματος σε λιμένα αναγκαστικής προσόρμισης προς εκτέλεση απαραίτητων επισκευών για τη συνέχιση του πλου, όταν αυτές οι επισκευές συνιστούν κοινή αβαρία.

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΑΒΑΡΙΑΣ

Αμέσως μετά από κάθε αβαρία συντάσσεται ο κανονισμός συνεισφορών. Ο κανονισμός αυτός περιλαμβάνει τον τρόπο αποζημιώσεων των θυσιών που έγιναν προς το συμφέρον του πλοίου και του φορτίου μεταξύ των οποίων και κατανέμεται η συνολική αξία των θυσιών. Ο έχων την κυριότητα των θυσιασθέντων συμμετέχει αναλογικά και αυτός, συμπεριλαμβανόμενος μαζί με τους λοιπούς συνεισφέροντες. Ο Κανονισμός συντάσσεται υπό την επιμέλεια του πλοιάρχου, ή κάποιου εκ των ενδιαφερομένων, από τους διακανονιστές  αβαριών (Adjusters), στον λιμένα εκφόρτωσης του διασωθέντος φορτίου, ή στον λιμένα αναγκαστικής προσέγγισης και διακοπής του πλου.

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ

Στην συνεισφορά συμμετέχουν τόσο οι κύριοι των διασωθέντων όσο και οι κύριοι των θυσιασθέντων πραγμάτων. Για τον καθορισμό του ποσού της συνεισφοράς εκάστου μέρους συγκροτούνται λογιστικά δύο ομάδες η «παθητική» και η «ενεργητική». Στην παθητική συμμετέχουν οι κύριοι των πραγμάτων που κινδύνευσαν κατά το χρόνο της θυσίας. Συνεπώς σε αυτή συμμετέχουν τόσο οι κύριοι των διασωθέντων όσο κι εκείνοι των θυσιασθέντων. Στην ενεργητική  μετέχουν μόνο οι κύριοι των πραγμάτων που θυσιάστηκαν ή υπέστησαν ζημίες.

 Η συμμετοχή της κάθε ομάδας γίνεται ως ακολούθως

Το πλοίο συνεισφέρει με όλη την αξία του

Ο οφειλόμενος ναύλος, που έχει συμφωνηθεί και παραμένει ακαθάριστος, συμμετέχει κατά τα 2/3 αυτού.

Οι συμμετέχουσες στην συνεισφορά αξίες, δηλαδή του πλοίου και φορτίου υπολογίζονται κατ΄ αναλογία της τρέχουσας αξίας τους στο λιμένα που εκφορτώνονται τα διασωθέντα, αφαιρουμένων βέβαια των εξόδων εκφόρτωσης, δασμοί, τέλη και παρεμφερή βάρη.

Τα προοριζόμενα για το πλοίο εφόδια, τρόφιμα καθώς και οι αποσκευές πληρώματος ή επιβατών συμμετέχουν στην συνεισφορά μόνο όταν θυσιάστηκαν ή υπέστησαν ζημίες. Στην περίπτωση όμως που έχουν διασωθεί δεν συνεισφέρουν.

Φορτίο, που φορτώθηκε εν αγνοία του Πλοιάρχου δεν γίνεται δεκτό στη συνεισφορά. ν όμως έχει διασωθεί συμμετέχει επί της αξίας του υποχρεωτικά.

Φορτίο, που φορτώθηκε στο κατάστρωμα, αν διασωθεί, συνεισφέρει υποχρεωτικά, αδιάφορα αν είχε συναινέσει ή όχι ο φορτωτής για την φόρτωση στο κατάστρωμα. Αν όμως θυσιάστηκε ή υπέστη ζημίες και η φόρτωση στο κατάστρωμα έγινε χωρίς την έγγραφη συναίνεση του δικαιούχου τότε συνεισφέρουν εξ ολοκλήρου.

α) Στην περίπτωση που η διαδικασία φόρτωσης ή εκφόρτωσης ολοκληρωθεί πριν την περάτωση του χρόνου των σταλιών, τότε ο ναυλωτής δικαιούται αποζημίωση από τον πλοιοκτήτη γνωστή ως «επίσπευση» (dispatch). Συνήθως, το ποσό της επίσπευσης ισούται με το μισό των συμφωνημένων  επισταλιών. Είναι δυνατόν να συμφωνείται κάτι διαφορετικό.

β) Ο χρόνος της επίσπευσης υπολογίζεται με διάφορους τρόπους. Αλλοτε οι ναυλωτές έχουν το δικαίωμα να αξιώσουν αποζημίωση για όλο το χρόνο από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε η φόρτωση - εκφόρτωση μέχρι τη στιγμή που θα έληγε ο χρόνος laytime, συμπεριλαμβανομένων εορτών, αργιών, κακοκαιρίας και λοιπών εξαιρέσεων του laytime (all time saved clause) και άλλοτε για το χρόνο από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε η φόρτωση - εκφόρτωση μέχρι το καθαρό υπόλοιπο έως την εκπνοή του χρόνου laytime (all laytime saved clause), δηλαδή σε αυτή την περίπτωση αφαιρούνται οι χρόνοι που εμπίπτουν σε εξαιρέσεις του laytime.

α) Με τον όρο σταλίες, ή αναμονή (laydays), χαρακτηρίζεται ο χρόνος αναμονής του πλοίου σε καθορισμένο σημείο (λιμένα, εγκατάσταση, κλπ) για φόρτωση ή εκφόρτωση, όπως έχει ορισθεί στο ναυλοσύμφωνο. Ο υπολογισμός του χρόνου των σταλιών αρχίζει αμέσως μετά την άφιξη του πλοίου στο καθορισμένο σημείο και ειδοποιηθεί σχετικά ο ναυλωτής, ή ο παραλήπτης, για την ετοιμότητα του πλοίου προς παράδοση του εμπορεύματος και παρέλθει ένα σύντομο χρονικό διάστημα που ονομάζεται «ελεύθερη προθεσμία» (free time).

β) Στα ναυλοσύμφωνα απαντώνται διάφοροι τρόποι υπολογισμού των σταλιών. Οι συνηθέστεροι είναι

- Υπολογισμός μόνο των εργασίμων ημερών (on working days).

- Υπολογισμός σε τρέχουσες ημέρες (on running days), όπου συμπεριλαμβάνονται αργίες, ημιαργίες κ.λπ. πλην των Χριστουγέννων.

- Υπολογισμός των εργασίμων και μόνο καιρού επιτρέποντος, (weather working days)

- Υπολογισμός σε τρέχουσες ώρες του εικοσιτετραώρου (running hours) ανεξαρτήτως αργιών, ημιαργιών κ.λπ..

- Αντιστρέψιμες σταλίες (reversible laytime) και μέσες σταλίες (average laytime)

Εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, οι υπολογισμοί των επισταλιών και της επίσπευσης γίνονται χωριστά για τη φόρτωση και την εκφόρτωση. Αν υπάρχουν περισσότερα από ένα λιμάνια φόρτωσης ή εκφόρτωσης, μόνο ένας υπολογισμός γίνεται για όλα μαζί τα λιμάνια φόρτωσης και άλλος ένας για όλα τα λιμάνια εκφόρτωσης. Η βασική αρχή των χωριστών υπολογισμών συχνά παραβιάζεται από ειδική συμφωνία στο ναυλοσύμφωνο. Αυτή η συμφωνία μπορεί να έχει την ακόλουθη διατύπωση: time allowed for loading and discharging, 7 days altogether, ή time allowed 7 days all purposes. Μερικές φορές επίσης χρησιμοποιούνται οι λέξεις reversible ή average, όπως για παράδειγμα 4 days for loading and 6 for discharging, loading and discharging times to be reversible, ή 4 days for loading and 6 for discharging, charterers have the right to average loading and discharging times.

Στην πρώτη περίπτωση (reversible laytime), οι χωριστοί χρόνοι φόρτωσης και εκφόρτωσης προστίθενται και δίνουν ένα συνολικό χρόνο, που θα πρέπει να δαπανηθεί συνολικά και για τις δύο διαδικασίες (φόρτωση - εκφόρτωση). Έτσι, αν αφαιρεθεί από το συνολικό χρόνο αυτός που δαπανήθηκε για τη φόρτωση, ο υπόλοιπος χρόνος που θα μείνει θα πρέπει να δαπανηθεί για την εκφόρτωση. Αν υποτεθεί ότι το πλοίο ξοδεύει όλο το συνολικό του χρόνο στη φόρτωση, τότε το πλοίο θα βρίσκεται σε επισταλίες (on demurrage) από τη στιγμή της άφιξής του στο λιμάνι εκφόρτωσης.

Στη δεύτερη περίπτωση (average laytime), οι υπολογισμοί της φόρτωσης και της εκφόρτωσης γίνονται χωριστά. Έπειτα, οι χρόνοι επισταλιών (demurrage) και επίσπευσης (despatch) συμψηφίζονται, και τελικά πληρώνεται το αντίστοιχο ποσό επισταλιών ή επίσπευσης, ανάλογα με το τελικό αποτέλεσμα.

Πάντως, το αποτέλεσμα θα είναι συνήθως το ίδιο, είτε χρησιμοποιηθεί το reversible laytime είτε το average laytime.

Οι ρήτρες του laytime δίνουν συχνά στο ναυλωτή το δικαίωμα επιλογής της μεθόδου υπολογισμού, όπως π.χ. η ρήτρα laytime for loading and laytime for discharging to be reversible in charterer's option. Σε αυτή την περίπτωση, ο πλοιοκτήτης είναι πάντα ζημιωμένος, από την άποψη ότι ο ναυλωτής πραγματοποιεί χωριστό υπολογισμό και υπολογισμό με reversible laytime, διαλέγοντας τελικά την οικονομικότερη γι' αυτόν μέθοδο.

Αμέσως μετά τη λήξη των σταλιών αρχίζει ο χρόνος των επισταλιών (demurrage), ή υπεραναμονής.

Οι επισταλίες αποτελούν μορφή αποζημίωσης του πλοιοκτήτη για την καθυστέρηση του πλοίου του. Το συμφωνημένο ποσό των επισταλιών καθορίζεται σε τιμή σχετική με τα επίπεδα ναύλων κατά το κλείσιμο της ναύλωσης. Ο πλοιοκτήτης δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει τη ζημία, που έχει υποστεί από την καθυστέρηση του πλοίου. Είτε η ζημιά αυτή είναι μεγαλύτερη, είτε μικρότερη από την αποζημίωση των επισταλιών, αυτός δικαιούται τις επισταλίες, που έχουν συμφωνηθεί.

Για τον υπολογισμό των επισταλιών, η ημέρα μετράται ως ημερολογιακή των 24 ωρών. Οι εξαιρούμενες κατά το laytime περίοδοι, όπως Κυριακές, εορτές, άσχημες καιρικές συνθήκες κ.λ.π., δεν αφαιρούνται κατά τον υπολογισμό του demurrage,

Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του πλοιοκτήτη, ή γίνεται για διευκόλυνσή του, τότε δεν προκύπτει υποχρέωση του ναυλωτή για πληρωμή demurrage. Πολλές φορές η ευθύνη για την καταβολή demurrage μεταφέρεται, είτε στον παραλήπτη του φορτίου, όταν στο ναυλοσύμφωνο περιλαμβάνεται η «cesser clause», είτε στον κάτοχο της φορτωτικής, ή στο φορτωτή, όταν στη φορτωτική υπάρχει ο όρος freight and all other conditions as per charter. Σύμφωνα με τη ρήτρα freight and all other conditions as per charter, το demurrage είναι πληρωτέο ανά ημέρα. Η συγκεκριμένη φράση επιτρέπει στον πλοιοκτήτη να απαιτήσει πληρωμή για κάθε μέρα που το πλοίο του είναι σε demurrage και στη συνέχεια να ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης επί των αγαθών κατά την εκφόρτωσή τους, εφ' όσον δεν εισπράξει το demurrage.

Α. Ναύλος πληρωτέος κατά την παράδοση (freight payable on delivery). Το πλοίο φθάνει στο λιμάνι προορισμού με ασφάλεια, έχει προσεγγίσει το σημείο εκφόρτωσης και αφού ο πλοιοκτήτης είναι πρόθυμος και έτοιμος προς παράδοση του φορτίου στο δικαιούχο, ο ναυλωτής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το ναύλο, κατά το διάστημα που παραδίδονται τα αγαθά και όχι κατά την εκπλήρωση της εκφόρτωσης όλου του φορτίου. Στην περίπτωση που ο ναυλωτής αρνηθεί να πληρώσει το ναύλο, ο πλοιοκτήτης έχει το δικαίωμα κατάσχεσης του φορτίου προς εξαναγκασμό του ναυλωτή να πληρώσει το συμφωνημένο ναύλο. Εάν το φορτίο χάθηκε εν πλω, ανεξάρτητα από την αιτία που προκάλεσε την απώλεια, ο ναυλωτής απαλλάσσεται της ευθύνης να πληρώσει ναύλο. Εάν το φορτίο υπέστη βλάβη, ο ναυλωτής οφείλει να καταβάλλει ολόκληρο το ναύλο κατά την παράδοση του φορτίου, έχει όμως το δικαίωμα αποζημίωσης για την παραβίαση του πλοιοκτήτη να παραδώσει το φορτίο στην ίδια καλή κατάσταση όπως είχε φορτωθεί, εκτός εάν η ζημιά προκλήθηκε από excepted peril. Σε παράδοση ελλειπούς φορτίου ο ναυλωτής έχει το δικαίωμα μείωσης του ναύλου (short delivery). Εάν ο πλοιοκτήτης εμποδίστηκε να μεταφέρει τα αγαθά στον προορισμό τους από πράξη ή παράλειψη του ιδιοκτήτη του φορτίου, τότε ολόκληρος ο ναύλος είναι πληρωτέος. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης παρέκκλισης του πλοίου, ο ναύλος δεν είναι πληρωτέος. Ωστόσο, εφ' όσον το φορτίο φτάσει με ασφάλεια στον προορισμό του, ο πλοιοκτήτης δικαιούται μία λογική αμοιβή σύμφωνα με την αρχή της αναλογικής εργασίας που εκτελέστηκε.

Β. Προκαταβολικός ναύλος (advance freight). Είναι ο ναύλος που πληρώνεται προκαταβολικά πριν την παράδοση του φορτίου στο συμφωνημένο λιμάνι και γενικά δεν επιστρέφεται ακόμη και σε απώλεια του φορτίου.  O προκαταβολικός ναύλος επιστρέφεται μόνο όταν ο πλοιοκτήτης παραβιάσει ρητό, ή υπονοούμενο όρο του ναυλοσυμφώνου, όπως seaworthiness, deviation, reasonable dispatch, ή, όταν το φορτίο απολεσθεί λόγω κινδύνου για τον οποίο δεν υπάρχει απαλλαγή του πλοιοκτήτη.

Γ. Ναύλος κατ' αποκοπή, ή εφ' άπαξ ναύλος (lump sum freight). Είναι το εφ' άπαξ πληρωτέο ποσό για τη χρήση ολόκληρου ή μέρους του πλοίου. Υπολογίζεται με βάση τη χωρητικότητα του προσφερόμενου πλοίου και δεν έχει άμεση σχέση με το φορτίο που πρόκειται να μεταφερθεί. Ο πλοιοκτήτης δικαιούται ολόκληρο το ναύλο, έστω και αν μόνο ένα μέρος του φορτίου φτάσει στον προορισμό. Εάν όλο το φορτίο χαθεί ο πλοιοκτήτης δεν δικαιούται σε ναύλο.

Δ. Νεκρός ναύλος (dead freight). Αν ναυλωτής παραβιάσει το ναυλοσύμφωνο και δεν φορτώσει πλήρες φορτίο (full and complete cargo), ο πλοιοκτήτης έχει το δικαίωμα να αξιώσει ποσό, που ισούται με το ποσό του επιπρόσθετου ναύλου, που θα απέφερε στον πλοιοκτήτη η φόρτωση πλήρους φορτίου, μειωμένο κατά τα πρόσθετα έξοδα φόρτωσης, μεταφοράς και εκφόρτωσης των προϊόντων, που εξοικονομούνται από τον πλοιοκτήτη λόγω της μη φόρτωσης πλήρους φορτίου.

Ε. Αναδρομικός ναύλος (back freight). Αν ο παραλήπτης δεν παραλαμβάνει το φορτίο, για λόγους που δεν αφορούν τον πλοίαρχο, ή τον πλοιοκτήτη (π.χ. άρνηση ή αδυναμία του παραλήπτη προς παραλαβή του φορτίου), και ο πλοιοκτήτης προβεί σε έκτακτες ενέργειες, π.χ. εκφόρτωση, μεταφόρτωση, μεταφορά, αποθήκευση του φορτίου και έξοδα για να προστατέψει τα συμφέροντα του ιδιοκτήτη του φορτίου, ο πλοιοκτήτης, για την κάλυψη των παραπάνω εξόδων δικαιούται αναδρομικό ναύλο.

ΣΤ. Κατ' αναλογία, ή αναλογικός ναύλος (pro rata freight). Ο ναύλος, που πληρώνεται, βάσει της διανυθείσας απόστασης του ταξιδιού από τον τόπο φόρτωσης σε ενδιάμεσο λιμάνι, λόγω αδυναμίας του πλοιοκτήτη να το μεταφέρει στον τόπο του προορισμού και εφ όσον συμφωνήσει ο ιδιοκτήτης του φορτίου. Γενικά, αν έχει πραγματοποιηθεί ένα μέρος του συμφωνημένου ταξιδιού και το φορτίο είναι έτοιμο προς παράδοση σε ένα ενδιάμεσο λιμάνι, ο ναυλωτής δεν έχει το δικαίωμα να εγκαταλείψει το φορτίο στον πλοιοκτήτη χωρίς την καταβολή ναύλου, ούτε και ο πλοιοκτήτης δικαιούται να εκφορτώσει το φορτίο αυθαίρετα σε ένα ενδιάμεσο λιμάνι και ακόλουθα να απαιτήσει το ναύλο που του αναλογεί. Εφ' όσον ο ιδιοκτήτης του φορτίου αρνηθεί να το παραλάβει σε ενδιάμεσο λιμάνι, ο πλοιοκτήτης θα πρέπει να επιλέξει, εάν θα μεταφέρει με άλλο μεταφορικό μέσο το φορτίο στον προορισμό του απαιτώντας ολόκληρο ναύλο, ή εάν θα το παραδώσει σε ένα ενδιάμεσο λιμάνι χωρίς αμοιβή.

Στην ναύλωση ταξιδίου (VOYAGE CHARTER) ο πλοιοκτήτης αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του ναυλωτή να μεταφέρει ορισμένη ποσότητα φορτίου από συμφωνημένο λιμάνι φόρτωσης προς συμφωνημένο λιμάνι εκφόρτωσης, με αντίτιμο καθορισμένο ποσό ναύλου. Τα συμβαλλόμενα μέρη μίας ναύλωσης είναι ελεύθερα να επιλέξουν οποιοδήποτε τύπο ναυλοσυμφώνου επιθυμούν και να επιφέρουν οποιαδήποτε μετατροπή προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους.

Κυρίως περιέχονται οι ακόλουθοι όροι (clauses)

- Ημερομηνία και τόπος υπογραφής του ναυλοσυμφώνου.

- Πλήρης επωνυμία και έδρα των πλοιοκτητών και ναυλωτών.

- Περιγραφή του πλοίου.

- Γεωγραφική θέση του πλοίου κατά την υπογραφή του ναυλοσυμφώνου.

- Κατά προσέγγιση ημερομηνία άφιξης του πλοίου στο λιμάνι φόρτωσης.

- Ποσότητα του φορτίου που ο ναυλωτής υποχρεούται να φορτώσει επί του πλοίου.

- Είδος και περιγραφή του προς μεταφορά φορτίου.

- Λιμένας ή λιμένες φόρτωσης και εκφόρτωσης.

- Το ύψος του ναύλου και ο τρόπος καταβολής του.

- Χρονικό περιθώριο, όπου ο ναυλωτής υποχρεούται να ολοκληρώσει τη φόρτωση - εκφόρτωση (σταλίες, ή laydays).

- Χρηματικό ύψος των επισταλιών (demurrage) και της επίσπευσης (dispatch).

Οι όροι «Cesser clause» και «Lien clause».

Η «Cesser clause» παρέχει στον πλοιοκτήτη το δικαίωμα σύστασης ενεχύρου επί του φορτίου για τον οφειλόμενο ναύλο, τις επισταλίες και δαπανών γενικής αβαρίας, ελευθερώνοντας τον οφειλέτη ναυλωτή για την έναρξη, ή συνέχιση του ταξιδιού. Συναντάται κυρίως στο «voyage charter».  Η «Lien clause» παρέχει στον πλοιοκτήτη το δικαίωμα επίσχεσης του φορτίου για μη καταβολή του ναύλου, επισταλιών και δαπανών γενικής αβαρίας, ναυαγιαρεσίας.

- Η ρήτρα παρέκκλισης (deviation clause).

- Απαλλακτικές ρήτρες (exception clauses).

- Η ρήτρα Paramount clause. Ότι δηλαδή σε καμία περίπτωση επιτρέπεται η θυσία, ή διακινδύνευση, φορτίου και πλοίου, εκτός αν κάτι λογικό συμβεί (ανωτέρα βία).    

- Όρος αναφερόμενος στη διαιτησία (arbitration clause).

- Όρος αναφερόμενος στην προμήθεια των μεσιτών (brokerage clause).

- Όρος αναφερόμενος στη γενική αβαρία (general average clause).

- Όροι αναφερόμενοι σε περιπτώσεις απεργιών, πάγων, πολέμων κ.α.

Ως χρονοναύλωση ορίζεται η ναύλωση, στην οποία ο πλοιοκτήτης εκμισθώνει το πλοίο του στο ναυλωτή για ένα συμφωνημένο χρονικό διάστημα έναντι ναύλου (hire).

Οι χρονοναυλώσεις περιλαμβάνουν τρεις κύριες μορφές.

α. Την χρονοναύλωση ταξιδίου (trip t/c). Ο πλοιοκτήτης εισπράττει το μίσθωμα ανά ημέρα.

β. Την χρονοναύλωση κυκλικού ταξιδίου (round voyage t/c). Ο ναυλωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να επανδρώσει το πλοίο στο ίδιο λιμάνι ή στην ίδια περιοχή όπου το παρέλαβε.

γ. Την περιοδική χρονοναύλωση (period t/c). Το πλοίο ναυλώνεται για μία χρονική περίοδο και απασχολείται στα όρια μίας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής ή παγκόσμια.

Α. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΛΟΙΟΚΤΗΤΗ/ΕΦΟΠΛΙΣΤΗ   

Ο πλοιοκτήτης/εφοπλιστής υποχρεούται, α) να παραδώσει το πλοίο στο ναυλωτή αξιόπλοο και σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ναυλοσυμφώνου, β) να διαθέσει το πλοίο, που συμφωνήθηκε κατά την ναύλωση. Δικαίωμα να χρησιμοποιήσει άλλο πλοίο έχει μόνο εάν αυτό προβλέπεται στο ναυλοσύμφωνο, γ) να το παραδώσει στον τόπο  παράδοσης, ε) να το παραδώσει στον χρόνο που συμφωνήθηκε. Εάν παραδώσει νωρίτερα το πλοίο από το χρόνο που αναγράφεται στο ναυλοσύμφωνο, ο ναυλωτής δεν είναι υποχρεωμένος να το δεχτεί πριν ξεκινήσουν να μετρούν οι σταλίες (laydays) που συμφωνήθηκαν. Εάν το παραδώσει αργότερα από το συμφωνημένο χρόνο παράδοσης, ή το παραδώσει σε λιμάνι διαφορετικό από το συμφωνημένο, ο ναυλωτής έχει το δικαίωμα ακύρωσης του συμβολαίου.

Κατά τη διάρκεια της ναύλωσης ο πλοιοκτήτης/εφοπλιστής ευθύνεται για θέματα που αφορούν

α) τη διαχείριση (ship management and operation)

β) τη ναυσιπλοΐα (navigation) του πλοίου

γ) την αξιοπλοΐά του και την συντήρηση (seaworthiness & maintenance)

δ) να αναλάβει τα λειτουργικά έξοδα (operating, ή running costs) του πλοίου, όπως έξοδα επάνδρωσης, μισθοί, έξοδα νοσηλείας και μετακινήσεως του πληρώματος έξοδα εφοδίων, λιπαντικών, ανταλλακτικών, ασφάλιστρα, έξοδα συντήρησης και επισκευής του πλοίου, έξοδα διαχείρισης.

Σε περίπτωση που ο πλοιοκτήτης δεν συμμορφωθεί με τις παραπάνω υποχρεώσεις του, με αποτέλεσμα την κακή συντήρηση του πλοίου, ο ναυλωτής έχει το δικαίωμα να αξιώσει αποζημίωση, όχι όμως και να ακυρώσει τη ναύλωση. Σε περίπτωση που η ζημιά του πλοίου δεν επιδιορθώνεται σε εύλογο χρονικό διάστημα, η ναύλωση είναι δυνατόν να ματαιωθεί.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΝΑΥΛΩΤΗ

α) Να τηρήσει την χρονική έκταση της ναύλωσης.

β) Να εκτελέσει τα συμφωνηθέντα ταξίδια.

γ) Να πληρώσει τον ναύλο (payment of hire)

δ) Να αναλαμβάνει όλα τα μεταβλητά έξοδα της εμπορικής λειτουργίας του πλοίου, όπως, έξοδα καυσίμων (bunkers), λιμενικά (port charges), φαρικά (light dues), πλοηγικά (pilotage), έξοδα ρυμουλκών (tugs),  έξοδα αγκυροβολίας (mooring  anchorage dues) κ.λ.π.

ε) Να αναλάβει τα έξοδα χειρισμού του φορτίου (cargo handling costs), όπως έξοδα φόρτωσης, στοιβασίας, διευθέτησης και εκφόρτωσης του φορτίου (loading, discharging & stowage costs).

Η ναύλωση αποτελεί σύμβαση μεταξύ του εκναυλωτή (πλοιοκτήτη, εφοπλιστή, αντιπρόσωπο αυτών) και του ναυλωτή (φορτωτή) με την οποία ο εκναυλωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να διαθέσει στον ναυλωτή συγκεκριμένο πλοίο, ολόκληρο, ή μέρος αυτού, για την πραγματοποίηση της μεταφοράς, ή ακόμα αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταφέρει για συγκεκριμένη χρονική περίοδο εμπορεύματα, εισπράττοντας για την υποχρέωση αυτή χρηματική αμοιβή, που λέγεται ναύλος. Η ναύλωση αποδεικνύεται από το ναυλοσύμφωνο (charterparty).

Α. ΕΙΔΗ ναυλώσεων

1. Ναύλωση ανά ταξίδι (voyage charter). Ένα ταξίδι, μία μεταφορά.

2. Ναύλωση χρόνου – Χρονοναύλωση (time charter). Μίσθωση του πλοίου μαζί με το υφιστάμενο πλήρωμα και τον εξοπλισμό του για συγκεκριμένο χρόνο.

3. Μικτή Ναύλωση (mixed time charter). Πρόκειται για ναύλωση ανά ταξίδι μαζί με το υφιστάμενο πλήρωμα και τον εξοπλισμό του.

4. Ναύλωση ολική. Πρόκειται για ναύλωση όλης της χωρητικότητας του πλοίου.

5. Ναύλωση μερική. Πρόκειται για ναύλωση μέρους της ολικής χωρητικότητας του πλοίου.

6. Ναύλωση γυμνού πλοίου (demise charter, ή, bareboat charter). Στη περίπτωση αυτή ο ναυλωτής υποκαθιστά τον εκναυλωτή, επιλέγει ο ίδιος τον πλοίαρχο και το πλήρωμα και αναλαμβάνει και την ασφάλιση του πλοίου. Σε αντάλλαγμα καταβάλει στον πλοιοκτήτη μίσθωμα όπως και στη χρονοναύλωση.

7. Ναύλωση κατ αποκοπή  (lumpsum basis charter). Πρόκειται για ναύλωση με καθορισμένο ναύλο, ανεξάρτητα της ποσότητας του προς μεταφορά φορτίου.

8. Ναύλωση γραμμής. Με αυτόν τον τύπο ναυλώνονται τα πλοία γραμμής, που εκτελούν τακτικά συγκεκριμένη γραμμή και μεταφέρουν φορτία πολλών φορτωτών και παραληπτών.

Β. ΤΑ ΝΑΥΛΟΣΥΜΦΩΝΑ

Η ναύλωση αποδεικνύεται από το ναυλοσύμφωνο (charterparty), που μπορεί όμως να αντικατασταθεί από την φορτωτική (bill of lading), πράγμα που συνήθως γίνεται, ή με  άλλο παραστατικό έγγραφο που να αποδεικνύει τη παραλαβή του φορτίου προς φόρτωση. Σύμφωνα με το αγγλικό εθιμικό δίκαιο οι όροι των ναυλοσυμφώνων ταξινομούνται σε 18 Ρητούς και Υπονοούμενους όρους (express & implied terms).

α) Ρητοί όροι (express terms) είναι οι όροι που περιγράφονται ρητώς στα ναυλοσύμφωνα, είτε στις τυποποιημένες φόρμες, ή στο πρόσθετο παράρτημα (rider).

β) Υπονοούμενοι όροι (implied terms) είναι οι όροι που δεν περιέχονται γραπτώς στα ναυλοσύμφωνα, αλλά είναι τόσο φανεροί και ισχυροί που γίνονται σιωπηλά αποδεκτοί από τα συμβαλλόμενα μέρη. Συνήθως, οι υπονοούμενοι όροι αφορούν ζητήματα μεγαλύτερης βαρύτητας και γι’ αυτό η παραβίασή τους επιφέρει σημαντικές κυρώσεις. Οι πιο σημαντικοί υπονοούμενοι όροι του αγγλικού δικαίου αφορούν την αξιοπλοΐα (seaworthiness), τη δέουσα επιμέλεια εκτέλεσης της ναύλωσης (due dispatch) και τη μη παρέκκλιση (proper route).

γ) Εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, οι περί ναυλώσεως πλοίου διατάξεις περιέχονται στον Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ) ως προς την σύμβαση μεταφοράς πραγμάτων, εφ όσον άλλο τίποτα ιδιαίτερο δεν ορίζεται από το νόμο, ή δεν έχει συμφωνηθεί ρητά.

δ) Σε ναυλώσεις διεθνών μεταφορών εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες ναύλωσης, όπως έχουν θεσπιστεί από διεθνείς ναυτικούς ασφαλιστικούς φορείς, όπως οι Λόυντς, ή, όπως ακολουθείται κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο.

Γ. ανάλογα με το είδος της ναύλωσης τα ναυλοσύμφωνα διακρίνονται

1. Ναυλοσύμφωνο ταξιδίου (voyage charter party)

2. Ναυλοσύμφωνο χρονοναύλωσης (time charter party)

3. Ναυλοσύμφωνο πλοίου γυμνού (bareboat charter party)

4. Συμβόλαιο εργολαβικής μεταφοράς (contract of affreightment)

5. Ναυλοσύμφωνο συνεχών ταξιδίων (consecutive voyages charter party)

6. Σε συμφωνημένα ναυλοσύμφωνα (agreed charter parties). Αυτά συνάπτονται ανάμεσα σε μία ένωση πλοιοκτητών με μία ένωση ναυλωτών. Οι τυπωμένοι αρχικοί όροι ενός τέτοιου ναυλοσυμφώνου δεν αλλάσσονται, ή τροποποιούνται χωρίς την σαφή έγκριση των οργανισμών, που έχουν συντελέσει στην δημιουργία του ναυλοσυμφώνου.

7. Σε αποδεκτά ναυλοσύμφωνα (adopted charter parties). Και αυτά συμφωνούνται ανάμεσα σε μία ένωση πλοιοκτητών και μία ένωση ναυλωτών. Είναι υποχρεωτικό για τα μέλη του οργανισμού, που το έχει αποδεχθεί, με την προϋπόθεση ότι το ναυλοσύμφωνο είναι ήδη συμφωνημένο ανάμεσα σε δύο άλλες ενώσεις.

8. Σε προτεινόμενα ναυλοσύμφωνα (recommended charter parties). Όταν δεν υπάρχουν ενώσεις ναυλωτών με τις οποίες μπορεί ένας πλοιοκτήτης να διαπραγματευτεί μία συγκεκριμένη ναύλωση, τότε εκδίδονται ναυλοσύμφωνα, τα οποία απλώς προτείνονται ως ενδεδειγμένα γι' αυτή τη ναύλωση.

9. Εγκεκριμένα ναυλοσύμφωνα (approved charter parties). Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει τα συμφωνημένα (agreed), αποδεκτά (adopted) και προτεινόμενα (recommended) ναυλοσύμφωνα. (Η BIMCO (Baltic and International Maritime Council), είναι η μεγαλύτερη διεθνής ένωση εφοπλιστών, με κύρια δραστηριότητα την τυποποίηση και απλούστευση της ναυτιλίας, παίζει δε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία ναυλοσυμφώνων παγκοσμίως και έχει προχωρήσει σε τυποποίηση ναυλοσυμφώνων.

Α. Ο όρος αξιοπλοΐα (seaworthiness) χαρακτηρίζει γενικά την κατάσταση που βρίσκεται το πλοίο για να μπορεί να εκτελεί ασφαλείς πλόες. Την κατάσταση αυτή προσδιορίζουν τα πιστοποιητικά νηογνωμόνων (seaworthiness certificates), ή άλλων επίσημων φορέων, που παρακολουθούν με επιθεωρήσεις το πλοίο και με τα οποία τούτο έχει εφοδιασθεί. Την αξιοπλοΐα του πλοίου, αναλαμβάνει ως υποχρέωση ο εκναυλωτής προς τον ναυλωτή κατά την σύναψη της ναύλωσης. Το πλοίο χαρακτηρίζεται ως αναξιόπλοο (unseaworthy) όταν κάποιο χαρακτηριστικό του έχει ως αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια του πλοίου, του πληρώματος και του φορτίου, ή να καθίσταται πρακτικά, ή νομικά, αδύνατη η πλεύση, η φόρτωση, ή η εκφόρτωση.

Β. Ενδεικτικά, ένα πλοίο είναι αναξιόπλοο, όταν κατά τη στιγμή της παράδοσης

α) Η επάνδρωση είναι ελλιπής ή ακατάλληλη.

β) To πλοίο δεν διαθέτει πιστοποιητικό μυοκτονίας από τις υγειονομικές αρχές του λιμανιού.

γ) Το πλοίο δεν διαθέτει τα απαιτούμενα πιστοποιητικά, όπως «certificate of class», «certificate of approval», «certificate of competency», «certificate of clearance», «certificate of disinfection».

δ) Τα αμπάρια του πλοίου δεν είναι καθαρά και έτοιμα για να δεχθούν το φορτίο και να το μεταφέρουν με ασφάλεια.

ε) Προκύψουν βλάβες στο πλοίο, οι οποίες δεν επιδιορθώνονται σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Α. Η σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς εμπορευμάτων, δηλαδή η «ναύλωση» (chartering) αποτελεί διμερή  σύμβαση, συμφωνία, δηλαδή, δύο μερών κατά την οποία ο ένας των συμβαλλομένων καλούμενος «εκναυλωτής», συνήθως είναι ο πλοιοκτήτης, ή ο εφοπλιστής, ή αντιπρόσωπος αυτών (ναυτικός πράκτορας) αναλαμβάνει την υποχρέωση να διαθέσει στον άλλο συμβαλλόμενο, που λέγεται «ναυλωτής» ή «φορτωτής» συγκεκριμένο πλοίο, ολόκληρο, ή μέρος του, για την πραγματοποίηση της θαλάσσιας μεταφοράς του εμπορεύματος, ή ακόμα αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταφέρει επί μία χρονική περίοδο εμπορεύματα, εισπράττοντας για την υποχρέωση αυτή χρηματική αμοιβή (ναύλο).

Β. Η συγκεκριμένη αυτή συμφωνία εκδηλώνεται με την «σύμβαση ναύλωσης» το «ναυλοσύμφωνο». Αυτό αφορά κυρίως την ναύλωση ολόκληρου του πλοίου. Όταν, όμως, έχουμε ναύλωση μέρους του πλοίου, τούτο εκδηλώνεται με την «φορτωτική» (bill of lading). 

Γ. Η ναύλωση αποδεικνύεται από το ναυλοσύμφωνο (charterparty), που, σε φόρτωση μέρους του πλοίου, αντικαθιστάτε  με την φορτωτική και αποδεικνύει την παραλαβή από το πλοίο του προς φόρτωση εμπορεύματος.

Δ. Σημειώνεται, ότι η διάθεση μόνου του πλοίου, χωρίς τον εξοπλισμό του και το πλήρωμα, δεν αποτελεί ναύλωση, αλλά μίσθωση πράγματος, οπότε εφαρμόζονται οι περί ναυλώσεως διατάξεις του ΚΙΝΔ.

Ε. Δικαίωμα ναύλωσης έχει α) ο πλοιοκτήτης, β) ο εφοπλιστής, ή γ) ο διαχειριστής συμπλοιοκτησίας. Τέτοιο δικαίωμα δεν έχει ο Πλοίαρχος, εκτός αν ο ίδιος είναι και πλοιοκτήτης. Ως εντολοδόχος, όμως, των παραπάνω μπορεί να υπογράψει το ναυλοσύμφωνο. Δικαίωμα υπογραφής του ναυλοσυμφώνου δεν έχει α) ο ναυτικός πράκτορας, ή β) ο ναυλομεσίτης.

ΣΤ. Στο ναυλοσύμφωνο  εφαρμόζονται οι «Κανόνες Χάγης», «Χάγης-Βίσμπυ» και «Αμβούργου».

Ζ. Όταν το βασικό έγγραφο της θαλάσσιας μεταφοράς είναι η φορτωτική εφαρμόζονται οι Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ.

Η. Επειδή οι Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ δεν ρύθμιζαν όλα τα θέματα, που αφορούσαν την θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων και την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά και ως εκ τούτου να συνεχίζεται να εφαρμόζεται το αγγλικό εθιμικό δίκαιο (common law) και επειδή υπήρχαν θέματα προς ρύθμιση της συνδυασμένης μεταφοράς εμπορευμάτων, όπου το θαλάσσιο σκέλος συνδέεται με χερσαίο, εναέριο, ή σιδηροδρομικό, οι νέοι «Κανόνες  Ρότερνταμ» (Διεθνή Συνθήκη UNCITRAL 2009) ήρθαν να αντικαταστήσουν τους παραπάνω κανόνες, έτσι ώστε να επιτευχθεί ομοιομορφία στον τομέα των διεθνών μεταφορών και δη στον τομέα της θαλάσσιας μεταφοράς, σχετικά με την ευθύνη στη θαλάσσια και την συνδυασμένη μεταφορά εμπορευμάτων. Η Ελλάδα στις 23/9/09 τους υπέγραψε μαζί με άλλα 15 κράτη, όπως ΗΠΑ, Γαλλία, Ολλανδία, Δανία, Ελβετία, Πολωνία, Ισπανία, κλπ.  

Επειδή η συνθήκη δεν έχει κυρωθεί από 20 κράτη δεν έχει τεθεί ακόμη σε εφαρμογή. Τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν τους Κανόνες  Χάγης-Βίσμπυ.  

 

 

Για την Ανέκκλητη Ενέγγυο Πίστωση (LC), βλέπε ανάρτηση «Ενέγγυα ανέκκλητη πίστωση».

Για την Πιστωτική (εγγυητική) Επιστολή σε Αναμονή ( Standby Letter of Credit / SLC), βλέπε ανάρτηση «  Πιστωτική (εγγυητική) Επιστολή σε Αναμονή ».

Για τις άλλες μορφές της ενέγγυας πίστωσης, βλέπε ανάρτηση «Άλλες Μορφές Ενέγγυας Πίστωσης».

Η πιστωτική (εγγυητική) επιστολή σε αναμονή / Standby Letter of Credit / SLC, αποτελεί την νεότερη μορφή ενέγγυας πίστωσης. Είναι μία σύμβαση εγγύησης ανάμεσα σε μία τράπεζα που ενεργεί ως εγγυητής και σε έναν δικαιούχο. Κατά την εκτέλεση εργασιών με εγγυητικές επιστολές, η Τράπεζα συμμορφώνεται με τους όρους των «Ενιαίων Κανόνων Εγγυήσεων κατ' απαίτηση», όπως τροποποιήθηκαν το 2010, οι οποίοι εκδόθηκαν από το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο και είναι γνωστοί ως URDG 758. Η SLC μπορεί να εκδοθεί, είτε από την εκδότρια τράπεζα του εντολέα, είτε από την ανταποκρίτρια τράπεζα του δικαιούχου.

Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, η εγγυήτρια τράπεζα αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει την πληρωμή στον δικαιούχο εντός προκαθορισμένου ορίου, αν ο αντισυμβαλλόμενος του δικαιούχου δεν εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς τον δικαιούχο, σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος μπορεί να απαιτήσει να γίνει η πληρωμή από την εγγυήτρια τράπεζα της εγγυητικής επιστολής, όταν της εμφανίσει όλα τα παραστατικά έγγραφα, με την Πιστωτική Επιστολή SLC, και την υπεύθυνη δήλωση ότι ο αγοραστής δεν τον πληρώνει εντός του προκαθορισμένου ορίου.  Έτσι αποφεύγεται ο μακρύς κύκλος επικοινωνιών και ελέγχων που προβλέπει η Ενέγγυος Πίστωση. Πρόκειται για τέχνασμα απλό ευλύγιστο, με μικτό κόστος ταχύ, προσαρμοσθέν στον τύπο πωλητηρίων συμβολαίων «του τόπου αφίξεως». Η διαδικασία για την απόκτηση της SLC συνεπάγεται ότι ο αιτών υποβάλλει αίτηση στην εγγυήτρια τράπεζα, η οποία διαπιστώνει την πιστοληπτική του ικανότητα. Συνήθως ο αιτών τοποθετεί ασφάλεια μετρητών και καταβάλλει αμοιβή, συνήθως 2-5% του ποσού της SLC. Στην πράξη η τράπεζα του αιτούντος αποστέλλει (κοινοποιεί) την εγγυητική επιστολή στην μεσολαβούσα τράπεζα του δικαιούχου, εγγυώμενη, ότι, αν μέσα, π.χ σε 60 ημέρες από την ημερομηνία παράδοσης του εμπορεύματος, εντός των οποίων αναμένεται να εξοφλήσει το εμπόρευμα ο αγοραστής, δεν το εξοφλήσει, τότε ο πωλητής έχει το δικαίωμα να ζητήσει να πληρωθεί από την εγγυήτρια τράπεζα, σύμφωνα με τους όρους της πιστωτικής επιστολής.

Οι περισσότερες SLC είναι ανέκκλητη (irrevocable) πιστωτική επιστολή, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούν να ακυρωθούν, ή να τροποποιηθούν, οι όροι της, εκτός εάν συμφωνούν με την αλλαγή όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (πωλητής, αγοραστής και οι τράπεζες). Στην ανακλητή (revocable) SLC, η τράπεζα έκδοσης μπορεί ανά πάσα στιγμή να αλλάξει, ή να ακυρώσει, τους όρους. Μπορεί να εκδοθεί και βεβαιωμένη ανέκκλητη (confirmed irrevocable) SLC, που σημαίνει ότι, η βεβαιούσα τράπεζα του πωλητή συμφωνεί να πραγματοποιήσει η ίδια την  πληρωμή στον πωλητή, αν η τράπεζα έκδοσης δεν καταβάλει την πληρωμή.

Μπορούν να εκδοθούν και εγγυητικές επιστολές με περιεχόμενο, Εγγύηση καλής πληρωμής, Εγγύηση καλής εκτέλεσης, Εγγύηση συμμετοχής, Εγγύηση προκαταβολής.

Πλεονεκτήματα

Για τον αγοραστή (εισαγωγέα)

Δίνεται στον αγοραστή η δυνατότητα να συμφωνήσει καλύτερους όρους με τον πωλητή, δεδομένου ότι ο κίνδυνος από την εμπορική συναλλαγή μειώνεται για τον πωλητή, όταν ο αγοραστής παρέχει εγγύηση.

Η εγγυητική επιστολή λειτουργεί ως επιπρόσθετη επιβεβαίωση της οικονομικής ευρωστίας του αγοραστή.

Η εγγυητική επιστολή προσφέρεται ως εναλλακτική της προκαταβολής, ή λειτουργεί ως εγγύηση ότι η προκαταβολή θα επιστραφεί.

Για τον πωλητή (εξαγωγέα)

Μειώνεται ο πιθανός κίνδυνος να μην πληρώσει ο αγοραστής σύμφωνα με τις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Η χρήση εγγυητικών επιστολών καθιστά εφικτή την επέκταση σε μία αγορά μειώνοντας τον κίνδυνο μη πληρωμής από αντισυμβαλλόμενους με τους οποίους ο πωλητής δεν έχει προηγούμενη επιχειρηματική σχέση.

Μειονέκτημα της είναι ότι μετατρέπεται από εργαλείο εγγυήσεως σε εργαλείο πληρωμής τόσο συχνά, ώστε να μην συγκεντρώνει την προτίμηση όλων των τραπεζών και όλων των χωρών. Χρησιμοποιείται κυρίως στην Αμερική).

Ομοιότητες – διαφορές 

Η Πιστωτική Επιστολή σε αναμονή (SLC) αν και έχει πάρα πολλές ομοιότητες με την ενέγγυο πίστωση, παρουσιάζει κάποιες διαφορές. Καλύπτεται νομικά από τα άρθρα 847-870 ΑΚ περί εγγύησης, ενώ η εννέγγυος πίστωση από τα άρθρα 25 έως 34 του ν.δ. 17.7/ 13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών.

Η υποχρέωση που αναλαμβάνει ο εγγυητής/τράπεζα, είναι πάντα χρηματική, ανεξάρτητα από το είδος της υποχρέωσης που έχει αναλάβει εκείνος υπέρ του οποίου εκδόθηκε (προμήθεια εμπορεύματος, καλή εκτέλεση έργου κτλ).

Η (SLC) έχει αφηρημένο χαρακτήρα, δηλαδή ο εκδότης της δεν υποχρεούται να ερευνήσει το έγκαιρο, ή υπαρκτό, της σχέση δικαιούχου/ πρωτοφειλέτη ή ακόμα αν η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη δεν πληρώθηκε από λόγους ανωτέρας βίας κτλ.

Ενώ η ενέγγυα πίστωση είναι καθαρά μέσω πληρωμής, η εγγυητική επιστολή πληρώνεται μόνο σε κακή έκβαση των πραγμάτων, σε περίπτωση, δηλαδή, κατάπτωσης του πωλητή. Μία ενέγγυα πίστωση μπορεί να κατασχεθεί, π.χ. στα χέρια της τράπεζας, από δανειστές του δικαιούχου, και για το λόγω αυτό, όταν η πίστωση ασφαλίζει δάνεια προς τον πωλητή  πρέπει να ενεχυριάζεται νομότυπα και να παίρνουμε βέβαιη χρονολογία. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την εγγυητική επιστολή.

Για την Ανέκκλητη Ενέγγυο Πίστωση (LC) βλ. ανάρτηση «Ενέγγυα ανέκκλητη πίστωση».

Για την Πιστωτική (εγγυητική) Επιστολή σε Αναμονή ( Standby Letter of Credit / SLC) βλ. ανάρτηση «  Πιστωτική (εγγυητική) Επιστολή σε Αναμονή ».

Για τις άλλες μορφές της ενέγγυας πίστωσης, βλ. ανάρτηση «Άλλες Μορφές Ενέγγυας Πίστωσης».

ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Ο αγοραστής δεν καταβάλλει την αξία της κατά την έκδοση, αφού η καταβολή δεν είναι αναγκαία, καθώς ο πωλητής δε μπορεί να εισπράξει την αξία της πίστωσης πριν την παράδοση των φορτωτικών εγγράφων. Άλλωστε η άμεση καταβολή δεν εξυπηρετεί τον εντολέα, γιατί του αφαιρεί οικονομικά μέσα πριν την παραλαβή του εμπορεύματος. Έτσι η εκδότρια τράπεζα μετατρέπεται σε δανείστρια του αγοραστή, μέχρι αυτός να καταβάλλει το ποσό της πίστωσης σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο από αυτό της εκτέλεσης της πίστωσης και της είσπραξης της από τον πωλητή. Ωστόσο, η ενδεχόμενη κατάθεση ποσού χρημάτων από τον εντολέα για την διασφάλιση της εξόφλησης της πίστωσης (περιθώριο), δε μεταβάλλει τη φύση της σχέσης, παρά μόνο στη περίπτωση που το ύψος του περιθωρίου ταυτίζεται με αυτό της πίστωσης. Όμως, επειδή η πίστωση σχεδόν πάντα εκδίδεται σε αλλοδαπό νόμισμα ενώ το περιθώριο κατατίθεται στο νόμισμα της χώρας του εντολέα, δεν υπάρχει ταύτιση της διασφάλισης της τράπεζας με τη δέσμευση που έχει αναλάβει από την πίστωση.

ΕΓΓΥΗΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Με την ανακοίνωση της πίστωσης, η εκδότρια τράπεζα υπόσχεται στον πωλητή την πληρωμή της αξίας της κατά την παράδοση των φορτωτικών εγγράφων. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από την ανακοίνωση της πίστωσης μέχρι την εκτέλεση της, αυτή λειτουργεί ως εν ευρεία έννοια εγγύηση για την καταβολή του ποσού στον πωλητή. Η εγγυητική λειτουργία είναι ουσιώδης για το θεσμό της πίστωσης, γιατί σε αυτήν αποβλέπει ο πωλητής, όταν ζητά από τον αγοραστή την έκδοση πίστωσης. Η εγγύηση που παρέχεται από την εκδότρια τράπεζα με την έκδοση της πίστωσης διαφοροποιείται από την κλασσική τραπεζική εγγύηση, που υλοποιείται με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής.

ΑΠΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Η φυσική κατάληξη της πίστωσης είναι η εκτέλεσή της από τον πωλητή και η καταβολή του ποσού της σε αυτόν από την εκδότρια τράπεζα. Η καταβολή αυτή επιφέρει διπλό αποτέλεσμα αποσβένει την οφειλή της εκδότριας τράπεζας, που προκύπτει από την πίστωση, αποσβένει την οφειλή του αγοραστή που δημιουργήθηκε στα πλαίσια της αγοραπωλησίας. Η αποσβεστική λειτουργία της πίστωσης αποτελεί ιδιόρρυθμο συναλλακτικό φαινόμενο, αφού με μια καταβολή επέρχεται απόσβεση δύο οφειλών. Με την καταβολή του ποσού της πίστωσης, η εκδότρια τράπεζα δεν υποκαθίσταται στα δικαιώματα του πωλητή, αλλά αποκτά αυτόνομη απαίτηση για την είσπραξη του ποσού που κατέβαλλε από τον αγοραστή. Η απαίτηση αυτή εδράζεται στη σύμβαση ανοίγματος της πίστωσης και εξασφαλίζεται εμπράγματα με ενέχυρο στα εμπορεύματα και στα φορτωτικά έγγραφα με τα οποία αυτά αναπαρίστανται (αρθ. 25 παρ. 2 ν.δ. της 17.7.1923).  

ΑΡΧΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ 

Μία άλλη αρχή που διέπει την σύμβαση είναι η αρχή της αυτονομίας και αφορά το νομικό μέρος της σύμβασης, με την έννοια ότι κάθε επιμέρους σχέση στο πλαίσιο της σύμβασης είναι αυτοτελής, ανεξάρτητη από τις υπόλοιπες, με την έννοια ότι τα μέρη που μετέχουν στη μία σχέση δεν μπορούν να προτείνουν ενστάσεις που πηγάζουν από την άλλη.

ΝΟΜΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΕΝΕΓΓΥΑΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ 

Η νομική μορφή της τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης ρυθμίζεται, κατά κύριο λόγο, από τα εθνικά δίκαια των διαφόρων χωρών. Στην Ελλάδα από τις διατάξεις των άρθρων 25 έως 34 του ν.δ. 17.7/ 13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών. Στην πράξη οι τράπεζες  εφαρμόζουν τους Ομοιόμορφους Κανόνες και Συνήθειες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, οι οποίοι έχουν γίνει δεκτοί από την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών (UCP 600). Ως προς τη νομική φύση των κανόνων αυτών έχουν διατυπωθεί διεθνώς διάφορες απόψεις. Κρατούσα άποψη στην ελληνική νομολογία, είναι εκείνη που τους θεωρεί ως γενικούς επαγγελματικούς όρους, ή όρους συναλλαγών, οι οποίοι εφαρμόζονται ως ερμηνευτικοί κανόνες της σύμβασης  κατά το άρθρο 200 ΑΚ. Οι κανόνες, δηλαδή, δεν θεωρούνται κανόνες με νομοθετική ισχύ. Η συμβατική ρήτρα ότι η συγκεκριμένη σύμβαση ενέγγυας πίστωσης διέπεται από τους όρους της, τους καθιστά, απλώς, συμβατικούς όρους της ενέγγυας πίστωσης και ερμηνεύονται σύμφωνα με το άρθρο 200 ΑΚ.  

Ζεύγη εννόμων σχέσεων

α. Η έννομη σχέση μεταξύ εντολέα και δικαιούχου. Η έννομη αυτή σχέση δεν πηγάζει από την ενέγγυα πίστωση, αλλά από την σύμβαση πωλήσεως.

β. Η έννομη σχέση μεταξύ εκδότριας τράπεζας και εντολέα, με βάση την οποία η εκδότρια τράπεζα υποχρεούται να κοινοποιήσει στον τρίτο δικαιούχο (πωλητή) το άνοιγμα της υπέρ αυτού πιστώσεως, να παραλάβει τα αποδεικτικά έγγραφα του τρίτου δικαιούχου και να καταβάλει το ποσό της πιστώσεως.

Η νομική φύση της σχέσης αυτής  χαρακτηρίζεται ως έμμισθη εντολή και ως σύμβαση έργου, που έχει ως αντικείμενο την επιμέλεια ξένων υποθέσεων έναντι αμοιβής, εφόσον η τράπεζα δικαιούται προμήθεια.

γ. Η έννομη σχέση μεταξύ της εκδότριας τράπεζας και δικαιούχου. 

Η σχέση αυτή, η οποία αποκαλείται ενέγγυος πίστωση υπό στενή έννοια,  απορρέει από την σύμβαση που καταρτίστηκε ανάμεσα στην εκδότρια τράπεζα και τον δικαιούχο, μετά την ειδοποίησή του εκ μέρους της. Περιεχόμενό της είναι η ανάληψη προσωπικής και αυτόνομης υποχρέωσης της εκδότριας τράπεζας για την καταβολή στο δικαιούχο του ποσού της πιστώσεως. Η εκδότρια τράπεζα, κατά την κρατούσα άποψη, προκειμένου να καταστήσει ενεργή την υποχρέωσή της, οφείλει να προβεί στη γνωστοποίηση - ειδοποίηση του δικαιούχου της πίστωσης εγγράφως. Έκτοτε η τράπεζα θεωρείται ότι εκπλήρωσε τη βασική της υποχρέωση, γιατί η σύμβαση τελειούται με μόνη την κοινοποίηση της πρότασης στο δικαιούχο (άρθρο 167 ΑΚ) χωρίς να χρειάζεται δηλαδή η περιέλευση της αποδοχής στην εκδότρια τράπεζα.

δ. Η έννομη σχέση μεταξύ της μεσολαβούσας (βεβαιούσας) τράπεζας και δικαιούχου.

Χαρακτηρίζεται, ως ανάληψη αφηρημένης υποχρέωσης χρέους εκ μέρους της βεβαιούσας τράπεζας, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 873 ΑΚ, η οποία έχει έναντι του δικαιούχου τις ίδιες υποχρεώσεις που έχει και η πιστώτρια τράπεζα.

ε. Η έννομη σχέση μεταξύ της εκδότριας τράπεζας και της μεσολαβούσας (βεβαιούσας) τράπεζας.

Η σχέση αυτή αποτελεί μίσθωση έργου, σύμφωνα με άρθρο 681 ΑΚ, που περιέχει στοιχεία εντολής γιατί αποβλέπει στη διεκπεραίωση ξένης υποθέσεως (της πιστώτριας) σύμφωνα με το άρθρο 713 ΑΚ.

στ. Η έννομη σχέση μεταξύ μεσολαβούσας (βεβαιούσας) τράπεζας και δικαιούχου. Γεννιέται μόνο, εφ όσον χωρήσει βεβαίωση της πίστωσης και αποδοχή της εκ μέρους του δικαιούχου.

Συγκεκριμένα, η σύμβαση τελειούται με την κοινοποίηση της πρότασης στον δικαιούχο, η οποία (πρόταση) αποτελεί η κοινοποίηση της πίστωσης, και την εκ μέρους του αποδοχή της, έστω και σιωπηρά.

Ενστάσεις κατά δικαιούχου από την εκδότρια τράπεζα

Σύμφωνα την νομολογία η εκδότρια τράπεζα δεν δικαιούται να αντιτάξει κατά του δικαιούχου ενστάσεις που απορρέουν από την υποκείμενη σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή, που απορρέουν δηλαδή, από την πώληση εμπορευμάτων.

Οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ πωλητή και αγοραστή δεν δεσμεύει την τράπεζα, που είναι εντελώς ξένη προς την έννομη σχέση που τους συνδέει.

Τι ισχύει στη βεβαιωμένη ενέγγυα πίστωση.

Στη βεβαιωμένη ενέγγυα πίστωση, όπως είπαμε, ισχύει η ενοχή σε ολόκληρο, δηλαδή ο δικαιούχος έχει αυτοτελώς υπόχρεους, τόσο την εκδότρια τράπεζα, όσο και την βεβαιούσα  (ΕΑ 2134/2001, ΕΑ 6953/1996).

Θέματα εφαρμοστέου δικαίου.

Η ενέγγυα πίστωση, συνήθως, εμφανίζει στοιχεία αλλοδαπότητας. Το ποίο δίκαιο θα εφαρμοστεί υποδεικνύεται με βάση τον κανόνα του άρθρου 25 ΑΚ, δηλ. κρίσιμο είναι το δίκαιο, στο οποίο υπήχθησαν τα μέρη. Αν δεν συμφωνήσουν, το εκ των περιστάσεων αρμόζον. Στην περίπτωση της βεβαιωμένης ενέγγυας πίστωσης, αρμόζον θεωρείται το δίκαιο της έδρας της τράπεζας που έχει βεβαιώσει την πίστωση.

Δημοσιεύονται οι εκδόσεις εκτός της Ανέκκλητης Ενέγγυας Πίστωσης και της Πιστωτικής (εγγυητικής) Επιστολής σε Αναμονή.  

( Για την Ανέκκλητη Ενέγγυο Πίστωση (LC) βλέπε ανάρτηση «Ενέγγυα ανέκκλητη πίστωση» )

( Για την Πιστωτική (εγγυητική) Επιστολή σε Αναμονή ( Standby Letter of Credit / SLC) βλέπε ανάρτηση «  Πιστωτική (εγγυητική) Επιστολή σε Αναμονή » )

Α. Πίστωση με ρήτρα προκαταβολής (red clause credit). Στην έκδοση αυτή, η εκδότρια τράπεζα εξουσιοδοτεί την μεσολαβούσα να προκαταβάλει στο πωλητή ολόκληρο, ή μέρος του ποσού πίστωσης, πριν ακόμα παραδώσει στη τράπεζά του τα φορτωτικά έγγραφα. Η προκαταβολή αυτή χρησιμοποιείται ως μέσο χρηματοδότησης του πωλητή για την προετοιμασία μεταφοράς των εμπορευμάτων. Ωστόσο ο αγοραστής αναλαμβάνει αυξημένο κίνδυνο, αφού είναι ενδεχόμενο να μην φορτωθούν ποτέ τα εμπορεύματα και να απαιτηθεί δικαστική διεκδίκηση της προκαταβολής. Μερικές φορές γίνεται λόγος και για πράσινη ρήτρα. Στην περίπτωση αυτή η προκαταβολή δίνεται, αφού προσκομιστεί στην τράπεζα τίτλος αποθήκευσης του προς εξαγωγή εμπορεύματος.

Β. Ανέκκλητη βεβαιωμένη ενέγγυα πίστωση (confirmed irrevocable credit). Στην έκδοση αυτή, που είναι η ίδια η ανέκκλητη ενέγγυος πίστωση, η εκδότρια τράπεζα καλεί την βεβαιούσα τράπεζα, να προσθέσει την βεβαίωσή της στην κοινοποίηση προς τον πωλητή, ότι εφ όσον προσκομίσει τα προβλεπόμενα φορτωτικά έγγραφα και εκπληρώσει τους όρους της πίστωσης, θα πληρωθεί και από τις δύο τράπεζες. Το κείμενο της επιβεβαίωσης αναφέρει: «we confirm this L/C and thereby undertake that all drafts drawn as above and all documents presented as above will be duly honoured by us”.

Γ. Επαναληπτική ενέγγυα πίστωση. Στην έκδοση αυτή, παρέχεται η δυνατότητα να επαναλαμβάνεται η άντληση του ποσού της πίστωσης. Εφαρμόζεται στη περίπτωση που έχουν αναπτυχθεί πλέον σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Οι πιστώσεις αυτές χρησιμοποιούνται για λόγους οικονομίας στην ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ των τραπεζών.

Δ. Μεταβιβάσιμη ενέγγυα πίστωση (transferable irrevocable credit). Στην έκδοση αυτή, ο δικαιούχος της πίστωσης έχει την δυνατότητα να την μεταβιβάσει εξολοκλήρου ή εν μέρει, σε άλλον μη δικαιούχο, παρέχοντας σαφείς οδηγίες προς την ανταποκρίτρια τράπεζα, η οποία του κοινοποίησε την πίστωση και έχει εντολή από την εκδότρια τράπεζα να τον πληρώσει.

Ε. Μη μεταβιβάσιμη ενέγγυα πιστωση (non-transferable irrevocable credit). Στην έκδοση αυτή ο δικαιούχος της πίστωσης δεν  έχει το δικαίωμα να μεταβιβάσει την πίστωση σε τρίτους

ΣΤ. Ανακλητή ενέγγυα πίστωση (revocable credit). Στην ανακλητή ενέγγυο πίστωση, ο αγοραστής του εμπορεύματος έχει το δικαίωμα  να ανακαλέσει την πίστωση όποτε θέλει, ακόμη και μετά την φόρτωση των εμπορευμάτων, πριν όμως την εκτέλεση της πίστωσης.  Δεν χρησιμοποιείται.

Ζ. Ανεπιβεβαίωτη  ενέγγυα πίστωση (unconfirmed irrevocable credit). Στην έκδοση αυτή η τράπεζα του αγοραστή δεν επιβεβαιώνει εγγράφως  προς την τράπεζα του δικαιούχου την πραγματοποίηση της πληρωμής στον οριζόμενο μελλοντικό χρόνο. Ο όρος δεν χρησιμοποιείται, δεν έχει πρακτική εφαρμογή.

Η. Πίστωση αντιστήριξης (back to back) (Βοηθητική πίστωση).Η έκδοση αυτή χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο πληρωμής στις «τριγωνικές συναλλαγές» (διαμεσολαβητικό εμπόριο), όταν δηλαδή μεταξύ του πωλητή του εμπορεύματος και του τελικού παραλήπτη μεσολαβεί τρίτος, που αγοράζει από τον πωλητή και μεταπωλεί στον τελικό παραλήπτη. Πρόκειται για βοηθητική πίστωση, την οποία ανοίγει σε μία τράπεζα ο δικαιούχος, στηριζόμενος σε μία άλλη πίστωση που ήδη του κοινοποιήθηκε. Η νέα πίστωση (σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα) είναι αυτοτελής, αλλά εκδίδεται σύμφωνα με τους όρους και τους περιορισμούς της πρώτης, η οποία καλείται κύρια πίστωση. Σκοπός της νέας πίστωσης είναι η διευκόλυνση του πωλητή, όταν δεν παράγει μόνος το εξαγόμενο προϊόν, αλλά τμήμα, ή το σύνολό του, προμηθεύεται από άλλον. Πρόκειται για ευέλικτη μορφή πίστωσης που διευκολύνει τη συντονισμένη παραγωγή από ανεξάρτητες μονάδες χωρίς σημαντικά ίδια κεφάλαια, αλλά έχει υψηλό κόστος και δύσκολη οργάνωση από μέρους της ανταποκρίτριας τράπεζας, που στην προκειμένη περίπτωση μετατρέπεται σε νέα εκδότρια τράπεζα.

Καθορίστηκε από το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο (Uniform Customs and Practice for Documentary Credits, ή  U.C.P) με τις ΟΣΠ 600 (Ομοιόμορφες Συνήθειες και Πρακτικές για τις Ενέγγυες Πιστώσεις - Έκδοση 600). Αντικατέστησαν την έκδοση ΟΚΣ 500 (Ομοιόμορφοι Κανόνες και Συνήθειες 500). Η Ενέγγυα Πίστωση, ή «Πίστωση έναντι εγγράφων» από το «documentary credits», αποτελεί τον πλέον συνηθισμένο τρόπο πληρωμής και  προσφέρει την πλέον επαρκή προστασία (όχι, όμως, πλήρη) και στα δύο μέρη (αγοραστή και πωλητή). Σημαντικό είναι ότι η ενέγγυος πίστωση συνδυάζεται αρμονικά με τους incoterms των πωλητηρίων συμβολαίων του τόπου αναχωρήσεως των εμπορευμάτων (ομάδες Ε, F, C)

Η ενέγγυος πίστωση (LC, ή L/C) είναι η συμφωνία με την οποία, η τράπεζα  (εκδότρια/πιστώτρια) μετά από εντολή του αγοραστή των εμπορευμάτων, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στην τράπεζα του πωλητή των εμπορευμάτων (μεσολαβούσα τράπεζα) υπέρ του πωλητή, εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος, ένα ορισμένο χρηματικό ποσό, όταν ο πωλητής των εμπορευμάτων παρουσιάσει στην τράπεζά του (δηλ. στη μεσολαβούσα τράπεζα) τα έγγραφα που αποδεικνύουν την ολοκλήρωση της μεταφοράς. Κατά την εκτέλεση εργασιών με ενέγγυες πιστώσεις, η Τράπεζα συμμορφώνεται με τους όρους των «Ενιαίων Μεθόδων και Πρακτικών για τις Ενέγγυες Πιστώσεις», όπως τροποποιήθηκαν το 2007 με την έκδοση 600 που κυκλοφόρησε από το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο (UCP 600).

Βασική μορφή ενέγγυας πίστωσης είναι η Ανεκκλητη ενεγγυα πιστωση (irrevocable credit). Η ανέκκλητη ενέγγυα πίστωση εξασφαλίζει στον πωλητή ότι θα πληρωθεί το ποσό, όταν παρουσιάσει τα φορτωτικά έγγραφα στη τράπεζά του. Ο πωλητής το ποσό θα το πληρωθεί, μετά από σχετική διαδικασία, από την  εκδότρια τράπεζα, μέσω της τράπεζάς του.

Πως λειτουργεί στην πράξη

Ο αγοραστής δίνει εντολή στη τράπεζά του για άνοιγμα της ενέγγυας πίστωσης.

Η τράπεζα του αγοραστή αποστέλλει (κοινοποιεί) την ενέγγυο πίστωση στη τράπεζα του πωλητή.  Η τράπεζα του πωλητή κοινοποιεί την ενέγγυα πίστωση στον πωλητή για έλεγχο των όρων της. (Σε περίπτωση που οι όροι δεν είναι αποδεκτοί, ζητείται τροποποίηση (amendment). Το εμπόρευμα φορτώνεται από τον πωλητή, και διαμετακομιζόμενο, προσκομίζονται από τον πωλητή τα φορτωτικά έγγραφα στην τράπεζα του πωλητή. Η τράπεζα του πωλητή ελέγχει  τα φορτωτικά έγγραφα για να βεβαιώσει την απόλυτη συμφωνία τους με τους όρους πίστωσης. 

Τα απαραίτητα έγγραφα είναι α) Το τιμολόγιο/ κιβωτολόγιο, β) Η φορτωτική, γ) Το πιστοποιητικό προελεύσεως, το οποίο εκδίδεται από το αρμόδιο επιμελητήριο της χώρας παραγωγής του εμπορεύματος, δ) Το ασφαλιστήριο έγγραφο. Πρέπει να  καλύπτει την αξία του εμπορεύματος και είναι εκφρασμένο στο νόμισμα της πίστωσης. Πρέπει να είναι του τύπου που ζητά η πίστωση και να έχει εκδοθεί το αργότερο την ημέρα φόρτωσης, αποστολής, ή παράδοσης για αποστολή των εμπορευμάτων, ώστε να καλύπτει ασφαλιστικά ολόκληρο το χρονικό διάστημα της μεταφοράς.

Τα πιο σημαντικά σημεία ελέγχου είναι, α) η ημερομηνία λήξης της ενέγγυας πίστωσης, β) η ορθή αναγραφή ονομάτων και όρων, γ) η ημερομηνία φόρτωσης στο μέσο που θα εκτελέσει τη μεταφορά, δ) η περιγραφή του εμπορεύματος, ε) η προσκόμιση πλήρους συλλογής απαιτούμενων φορτωτικών εγγράφων, στ) η ποσότητα και η αξία του εμπορεύματος που φορτώθηκε, στο συνάλλαγμα που έχει συμφωνηθεί.  Σε περίπτωση ασυμφωνίας κάποιου όρου, η τράπεζα του πωλητή ζητά διόρθωση από τον πωλητή. 

Η τράπεζα του πωλητή (διαμεσολαβούσα) αποστέλλει στην τράπεζα του αγοραστή (εκδότρια/πιστώτρια)  σημείωμα προς εκτέλεση της ενέγγυας πίστωσης. Εννοείται ότι μέχρι κάποια συμφωνηθείσα ημερομηνία, ο αγοραστής έχει καταβάλει το συμφωνηθέν ποσόν στην εκδότρια/πιστώτρια τράπεζα του. Η τράπεζα του αγοραστή κάνει έλεγχο της ορθότητας των φορτωτικών εγγράφων και αποστέλλει την πληρωμή στην τράπεζα του πωλητή και ο πωλητής πληρώνεται (από την  εκδότρια τράπεζα μόνο).  

Πλεονεκτήματα

Για τον αγοραστή (εισαγωγέα)

Επιτρέπει στον αγοραστή να αποφύγει, ή να μειώσει το ποσό της προκαταβολής.

Προσφέρει την βεβαιότητα ότι η πληρωμή θα γίνει μόνο μετά την προσκόμιση των φορτωτικών εγγράφων. Διασφαλίζει στον αγοραστή ότι θα τηρηθούν όλοι οι όροι της αποστολής, καθώς ο πωλητής πρέπει να εκπληρώσει όλους τους όρους της σύμβασης, όπως αυτοί επεξηγούνται στην ενέγγυα πίστωση (όροι και προθεσμίες αποστολής προϊόντων, παράδοσης), προκειμένου να γίνει η πληρωμή.

Για τον πωλητή (εξαγωγέα)

Μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μη πληρωμής για τα εμπορεύματα που απεστάλησαν. Αν ο πωλητής υποβάλει το σύνολο των απαραίτητων εγγράφων που επιβεβαιώνουν την αποστολή, η τράπεζα που εξέδωσε την ενέγγυα πίστωση είναι υποχρεωμένη να καταβάλει το ποσό που προσδιορίζεται σε αυτή. Εγγυάται από την στιγμή της έναρξης της μεταφοράς, ότι τα εμπορεύματα θα πληρωθούν. Ο αγοραστής μπορεί να διατυπώσει τυχόν παράπονα/απαιτήσεις για την ποιότητα των εμπορευμάτων ξεχωριστά από την ενέγγυα πίστωση, αλλά δεν μπορεί να επηρεάσει την καταβολή των χρηματικών ποσών σύμφωνα με την ενέγγυα πίστωση. Καθιστά εφικτή την επέκταση σε μία αγορά μειώνοντας τον κίνδυνο μη πληρωμής από αντισυμβαλλόμενους με τους οποίους ο πωλητής δεν έχει προηγούμενη επιχειρηματική σχέση.

Μειονεκτήματα

Μειονέκτημα για τον πωλητή είναι ο κίνδυνος αποτυχίας συμμόρφωσης με τους πιστωτικούς όρους με αποτέλεσμα την καθυστέρηση πληρωμής από την εκδότρια τράπεζα.

Μειονέκτημα  για τον αγοραστή αποτελεί η μη παράδοση των εμπορευμάτων, το ελλιπές, ή καθυστερημένο, ή αλλοιωμένο εμπόρευμα.

Μειονέκτημα  για τον αγοραστή είναι επίσης, α) Η απάτη, β) Η πληρωμή για μη υπάρχον, ή άχρηστο εμπόρευμα, σε σχέση με την προσκόμιση από το δικαιούχο πλαστών, ή παραποιημένων, εγγράφων, γ) Η απόδοση της πίστωσης να διαταραχθεί από δικαστική δράση, σχετιζόμενη με τους εμπλεκόμενους στην διακίνηση των εμπορευμάτων.

Με τις ελληνικές τράπεζες λειτουργεί ως εξής

Σε εισαγωγή, λειτουργεί με βάση 

Προπληρωμή, ή δέσμευση μετρητών. Δαπάνη (κατά μέσο όρο) = 0,083% μηνιαίως, ελάχιστο 0,25%, ή 50 ευρώ (οποιοδήποτε είναι μεγαλύτερο), ή 

Πιστωτικό όριο. Δαπάνη (κατά μέσο όρο) = 0,15% μηνιαίως, ελάχιστο 0,45%, ή 50 ευρώ (οποιοδήποτε είναι μεγαλύτερο).

Επιπλέον περιλαμβάνονται έξοδα για λοιπές δαπάνες, όπως για παράταση λήξης, τροποποίηση, προθεσμία αποδοχής, χειρισμό εγγράφων  ταχυδρομικά έξοδα κλπ  

Κατά το άνοιγμα της σύμβασης πίστωσης η τράπεζα εξασφαλίζεται με ενέχυρο στα εμπορεύματα και στα φορτωτικά έγγραφα.

Σε εξαγωγή, λειτουργεί με βάση

Προμήθεια ειδοποίησης ενέγγυας πίστωσης, Κατά μέσο όρο =0,1%, ελάχιστο 50 ευρώ και μέγιστο 100 ευρώ. Προμήθεια πληρωμής = 0,3%, ελάχιστο 30 ευρώ και μέγιστο 100 ευρώ. Χειρισμό εγγράφων = 0,25%, ελάχιστο 10 ευρώ και  μέγιστο 1.000 ευρώ. Προέλεγχο εγγράφων = ελάχιστο 50 ευρώ. Έξοδα επιβεβαίωσης = Ανάλογα με το ρίσκο της χώρας/τράπεζας, με ελάχιστο τα 100 ευρώ.

Ο εξαγωγέας/πωλητής προβαίνει στη φόρτωση του εμπορεύματος και μεταβιβάζει τα φορτωτικά έγγραφα  (φορτωτική, τιμολόγιο, ασφαλιστήριο συμβόλαιο, κιβωτολόγιο, έγγραφα ναύλωσης κ.λ.π.) στην Τράπεζά του. Το εμπόρευμα έχει τελωνισθεί συνήθως στο λιμάνι εξόδου και η αντίστοιχη φορτωτική δίνεται στον πωλητή. Ακολουθεί η παράδοση των φορτωτικών εγγράφων στην Τράπεζα του πωλητή.

Η Τράπεζα του πωλητή στέλνει αντίγραφο των φορτωτικών εγγράφων μαζί με τις σχετικές  οδηγίες παραλαβής του εμπορεύματος στην  αντίστοιχη Τράπεζα του εισαγωγέα/αγοραστή. Γίνεται η σχετική ειδοποίηση στον αγοραστή για τις περαιτέρω ενέργειες.  Όταν ο αγοραστής λάβει τις οδηγίες παραλαβής του εμπορεύματος με τις αντίστοιχες φωτοτυπίες των φορτωτικών εγγράφων και συμφωνήσει, προβαίνει στην πληρωμή του μέσω της Τράπεζάς του. 

Με την κατάθεση του ποσού των χρημάτων που αντιστοιχεί στην αξία των εμπορευμάτων, η Τράπεζα του αγοραστή θα του δώσει τα πρωτότυπα φορτωτικά έγγραφα, για να  μπορέσει να αποκτήσει την νομή του εμπορεύματος και επομένως την κυριότητα του εμπορεύματος. Ο αγοραστής – εισαγωγέας προβαίνει στον τελωνισμό των εμπορευμάτων  αφού είναι πλέον κύριος του εμπορεύματος.

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της D/P είναι το μειωμένο κόστος από τις τραπεζικές υπηρεσίες σε σχέση με την Ενέγγυα Πίστωση, που, όμως, αντισταθμίζεται από το γεγονός ότι, είτε ο εισαγωγέας/αγοραστής θα απορρίψει τα φορτωτικά έγγραφα, είτε δεν θα προβεί τελικά στην πληρωμή, ενώ το φορτίο θα έχει ήδη αποσταλεί από τον εξαγωγέα. Η μέθοδος αυτής πληρωμής συνίσταται όταν υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών.

πικίνδυνα εμπορεύματα, ADR, ευθύνη φορτωτή, μεταφορέα, παραλήπτη.

ΓΕΝΙΚΑ

Α. Με τον όρο «Επικίνδυνα εμπορεύματα» νοούνται οι ουσίες και τα είδη, η μεταφορά των οποίων επιτρέπεται μόνο υπό τους όρους της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας για την Οδική Μεταφορά Επικίνδυνων Εμπορευμάτων (ADR - Accord Dangereux Routier).

Αποτελεί το βασικό νομοθέτημα για την διεθνή οδική διακίνηση επικίνδυνων εμπορευμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο. Υπογράφηκε στις 30/11/1957 στη Γενεύη. Σήμερα, η ισχύουσα μορφή της Συμφωνίας είναι η έκδοση ADR 2011, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2011 στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Στη χώρα μας έγινε εναρμόνιση τον Ιανουάριο 2012 (ΦΕΚ/Β/37/20-1-2012). Συμβαλλόμενα μέρη είναι η πλειονότητα των Ευρωπαϊκών Χωρών

Β. Για τους άλλους τρόπους μεταφοράς εφαρμόζονται άλλες διεθνείς συμφωνίες (συνθήκες).

α) Συμφωνία RID (Κανονισμοί για την Διεθνή Σιδηροδρομική Μεταφορά Επικινδύνων Εμπορευμάτων).

β) Συμφωνία ADΝ (Ευρωπαϊκή Συμφωνία για την Διεθνή Μεταφορά Επικινδύνων Εμπορευμάτων με Πλωτά Μέσα).

γ) Κώδικας IMDG (Διεθνής Ναυτιλιακός Κώδικας Επικίνδυνων Ειδών).

δ) ICAO (Τεχνικές Οδηγίες για την Ασφαλή Μεταφορά Επικίνδυνων Εμπορευμάτων Αεροπορικώς).

Γ. Επικίνδυνα εμπορεύματα είναι ουσίες από την φύση τους επικίνδυνες, των οποίων λανθασμένος χειρισμός μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνη αντίδραση, όπως

α) καύση, ή έκλυση σημαντικού ποσού θερμότητας,

β) εκπομπή εύφλεκτων, ασφυξιογόνων, οξειδωτικών, ή τοξικών αερίων,

γ) σχηματισμός διαβρωτικών ουσιών,

δ) σχηματισμός ασταθών ουσιών όπως, Εκρηκτικά, Εύφλεκτα Υγρά και Αέρια, Δηλητήρια, Διαβρωτικά και Τοξικά, Χημικά και προϊόντα τους,  Βενζίνη, Κηροζίνη, Υγραέριο, Φυσικό αέριο, Χρώματα, Φάρμακα και Γεωργικά Φάρμακα, Λίπασμα Νιτρικού Αμμωνίου, Αέρια υπό Πίεση, Οξυγόνο, Άζωτο, Υγραέριο, Βουτάνιο, Απόβλητα και Μολυσματικές Ουσίες, Κλινικά απόβλητα, Διαγνωστικά Δείγματα, Μπαταρίες, Φιάλες υγραερίου, Εντομοκτόνα.

Δ. Οι μεταφορές των επικινδύνων αυτών εμπορευμάτων μπορούν να διενεργούνται μόνο με φορτηγά αυτοκίνητα, που διαθέτουν Πιστοποιητικό ADR, από οδηγό που έχει πιστοποιητικό επαγγελματικής κατάρτισης οδηγού ADR.

Προϋποθέσεις κατοχής του πιο πάνω πιστοποιητικού, είναι η επαγγελματική κατάρτιση σε εγκεκριμένο φορέα εκπαίδευσης, με ισχύ (5) έτη, με δικαίωμα ανανέωσης κατόπιν εξέτασης.

Ε. Κάθε επιχείρηση, η οποία εκτελεί μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων, ή σχετικές ενέργειες φορτοεκφόρτωσης, υποχρεούται να ορίσει ένα, ή περισσότερους συμβούλους ασφαλείας για την μεταφορά των επικινδύνων εμπορευμάτων και να γνωστοποιήσει την ταυτότητά τους στην Αρμόδια Αρχή και στον αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Οι αναφορές ασφαλείας του συμβούλου ασφαλείας φυλάσσονται για (5) έτη και είναι στην διάθεση της αρμόδιας αρχής, όποτε αυτή τις ζητήσει.

ΣΤ. Κάθε φορτηγό, που μεταφέρει επικίνδυνα εμπορεύματα, φέρει

α) πινακίδες κινδύνου, αναγνώρισης της ύλης και αναγνώρισης του κινδύνου (πορτοκαλί πινακίδες) και

β) ετικέτες κινδύνου.  

Ζ. Όταν απειλείται κίνδυνος (θάνατος, σοβαρός τραυματισμός, ζημία στο περιβάλλον κλπ) λαμβάνονται άμεσα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης και της ακινητοποίησης του φορτηγού

Η. Εκτός από τα μέλη που αποτελούν το πλήρωμα του οχήματος, απαγορεύεται η μεταφορά επιβατών.

Θ. Οι βασικές διαδικασίες που προηγούνται κάθε μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων είναι

α) Σήμανση και επισήμανση των μεταφερόμενων συσκευασιών.

β) Σήμανση και επισήμανση του οχήματος, του εμπορευματοκιβωτίου ή/και της δεξαμενής.

γ) Να συμπληρωθούν σωστά τα έγγραφα τεκμηρίωσης της μεταφοράς.

ΕΥΘΥΝΗ ΦΟΡΤΩΤΗ 

πρέπει να υποδείξει στον οδηγό, ότι πρόκειται για επικίνδυνο υλικό,

πρέπει να υποδείξει στον οδηγό του βυτιοφόρου οχήματος την στάθμη της πλήρωσης,

δεν επιτρέπει την αναχώρηση υπερφορτωμένων οχημάτων,

επιτρέπεται να παραδώσει μόνο εμπόρευμα συσκευασμένο σύμφωνα με τις προδιαγραφές,

οφείλει να ελέγξει την ακεραιότητα της συσκευασίας,

οφείλει να τοποθετήσει τις ετικέτες κινδύνου,

πρέπει να παραδώσει το δελτίο ατυχήματος,

οφείλει να ελέγξει τα κλείθρα (στόμια ασφάλισης) του βυτίου,

πρέπει να διαθέσει επιπλέον γενικές οδηγίες ασφαλείας,

πρέπει να παραδίδει τα επικίνδυνα εμπορεύματα στον μεταφορέα, μόνο εάν είναι επιτρεπτά προς μεταφορά σύμφωνα με την συμφωνία ADR,

ελέγχει, κατά την παράδοση συσκευασμένων επικίνδυνων εμπορευμάτων ή ακαθάριστων κενών συσκευασιών, εάν η συσκευασία είναι φθαρμένη.

δεν παραδίδει κόλο του οποίου η συσκευασία είναι φθαρμένη, ιδιαίτερα αν δεν είναι στεγανό, και υπάρχουν διαρροές, ή πιθανότητα διαρροών, της επικίνδυνης ουσίας, έως ότου επισκευαστεί η φθορά. Αυτή η υποχρέωση ισχύει και για κενές ακαθάριστες συσκευασίες,

συμμορφώνεται με τις ειδικές απαιτήσεις φόρτωσης και χειρισμού, όταν φορτώνει επικίνδυνα εμπορεύματα σε ένα όχημα, ή μεγάλο ή μικρό εμπορευματοκιβώτιο,

κατά τη φόρτωση κόλων, συμμορφώνεται με τις απαγορεύσεις περί μικτής φόρτωσης, λαμβάνοντας υπ όψιν τυχόν επικίνδυνα εμπορεύματα, που βρίσκονται ήδη στο όχημα, ή σε μεγάλο εμπορευματοκιβώτιο και με τις απαιτήσεις σχετικά με την απομόνωση τροφίμων, άλλων αναλωσίμων υλικών ή ζωοτροφών.

ΕΥΘΥΝΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΑ

πρέπει να ελέγξει, αν επιτρέπεται η μεταφορά,

πρέπει να ελέγξει αν επιτρέπεται το είδος μεταφοράς (βυτίο, εμπορευματοκιβώτιο),

οφείλει να λάβει υπ όψιν τις προδιαγραφές που αφορούν στα οχήματα, π.χ. τη μέγιστη επιτρεπόμενη χωρητικότητα,

πρέπει να παραδώσει τα συνοδευτικά έγγραφα στον οδηγό,

πρέπει να καθοδηγήσει τον οδηγό του οχήματος (οδηγίες χρήσης, ασφάλιση φορτίου, πρόσθετες οδηγίες στα βυτιοφόρα οχήματα),

πρέπει να παραδώσει τον εξοπλισμό προστασίας στον οδηγό του οχήματος,

οφείλει να χρησιμοποιήσει συνοδηγό (εάν χρειάζεται),

οφείλει να δώσει προσοχή στα μέτρα ασφαλείας για τρόφιμα και είδη διατροφής,

έχει την ευθύνη να χρησιμοποιεί οδηγούς στα οχήματα μεταφοράς επικίνδυνων υλικών που έχουν εκπαιδευτεί σύμφωνα με την Συμφωνία.

οφείλει να εξακριβώνει ότι τα επικίνδυνα εμπορεύματα προς μεταφορά είναι εγκεκριμένα για μεταφορά σύμφωνα με την Συμφωνία,

οφείλει να βεβαιώνεται ότι τα προβλεπόμενα έγγραφα είναι πάνω στο φορτηγό,  

να εξακριβώνει οπτικά ότι τα οχήματα και φορτία δεν έχουν εμφανή ελαττώματα, διαρροές ή ρωγμές, ελλιπή εξοπλισμό, κ.λπ.,

να εξακριβώνει ότι η ημερομηνία προθεσμίας για τον επόμενο έλεγχο των βυτιοφόρων οχημάτων, οχημάτων μεταφοράς συστοιχίας δοχείων αερίων, σταθερών δεξαμενών, αποσυνδεόμενων δεξαμενών, φορητών δεξαμενών, δεξαμενών - εμπορευματοκιβωτίων δεν έχει εκπνεύσει,

να επιβεβαιώνει ότι τα οχήματα δεν είναι υπερφορτωμένα,

να εξακριβώνει ότι οι ετικέτες κινδύνου και οι σημάνσεις που προβλέπονται για τα οχήματα έχουν επικολληθεί,

να εξακριβώνει ότι ο εξοπλισμός που προβλέπεται στις γραπτές οδηγίες προς τον οδηγό βρίσκεται πάνω στο όχημα.

εάν διαπιστώσει παραβίαση των απαιτήσεων της συμφωνίας, δεν θα προωθήσει το φορτίο, ώσπου το ζήτημα να διευθετηθεί.

εάν κατά την διάρκεια του ταξιδιού παρατηρηθεί παραβίαση, που θα μπορούσε να διακινδυνεύσει την ασφάλεια της επιχείρησης, η αποστολή πρέπει να σταματήσει άμεσα. Η μεταφορά μπορεί να συνεχιστεί μόνο όταν η αποστολή συμμορφωθεί με τους κανονισμούς.

ΕΥΘΥΝΗ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ

Ο παραλήπτης έχει την υποχρέωση να μην αρνηθεί την παραλαβή των εμπορευμάτων χωρίς σοβαρούς λόγους και να επιβεβαιώσει, μετά την εκφόρτωση, ότι έχουν ακολουθηθεί οι προϋποθέσεις ασφαλούς μεταφοράς.

Εάν ο παραλήπτης χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες άλλων συμμετεχόντων (εκφορτωτής, καθαριστής, υπηρεσία απολύμανσης, κ.λπ.) πρέπει να λάβει κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της συμφωνίας.

Αν στην περίπτωση εμπορευματοκιβωτίου, διαπιστωθεί παραβίαση των απαιτήσεων της συμφωνίας, ο παραλήπτης οφείλει να επιστρέψει το εμπορευματοκιβώτιο στο μεταφορέα μόνο μετά την αποκατάσταση της παραβίασης.

Ήδη στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών αναπτύσσεται πληροφοριακό σύστημα ADR για την παρακολούθηση των φορέων που επιθεωρούν οχήματα μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων και θεσπίζονται πρόστιμα σε όσες επιχειρήσεις δεν ορίζουν σύμβουλο ασφαλούς μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων.

Οι όροι «Incoterms» (International Commercial Terms) είναι κωδικοποιημένοι εμπορικοί όροι, που έχει θεσπίσει το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο (International Chamber of Commerce, ή ICC) και αφορούν την μεταφορά των εμπορευμάτων. Οι όροι είναι εφαρμοστέοι σε όλα τα μέσα μεταφοράς. Επιδέχονται συγκεκριμένης ερμηνείας και επηρεάζουν το κόστος. Οι όροι αυτοί έχουν ενσωματωθεί στο ελληνικό εσωτερικό δίκαιο, ως ερμηνευτικοί όροι και αποτελούν εσωτερικό δίκαιο.

Οι «Incoterms 2020», που εφαρμόζονται  από την 1 Ιανουαρίου 2020, ισχύουν σε κάθε περίπτωση πώλησης εμπορευμάτων και μεταφοράς των (διεθνώς ή εσωτερικώς) είτε, γιατί έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε, γιατί εφαρμόζονται σιωπηρά μεταξύ αυτών και μάλιστα κατά τεκμήριο, εφ όσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, γιατί πρόκειται για εμπορικές συνήθειες ευρέως διαδεδομένες, τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν, ή οφείλουν να γνωρίζουν. Προς αποφυγή, κάθε, αμφισβήτησης, όταν  μέρη προτίθενται να ενσωματώσουν όρο των Incoterms στην μεταξύ τους σύμβαση πώλησης θα πρέπει πάντοτε να γίνεται ρητή αναφορά στην τρέχουσα έκδοση των Ιncoterms 2020.

Ως προς την ανάληψη της ευθύνης του κινδύνου ζημίας ή απώλειας των εμπορευμάτων και του χρόνου μεταβίβασης της νομής/κυριότητας των εμπορευμάτων, επισημαίνεται ότι οι δύο χρόνοι δεν συμπίπτουν πάντοτε, καθώς η μεταβίβαση της νομής/κυριότητας των εμπορευμάτων στον αγοραστή είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί κατά το στάδιο της αποστολής από την έναρξη της φόρτωσης και πριν την παράδοση των εμπορευμάτων, ή με την παράδοση των εμπορευμάτων, ενώ ενδέχεται τον κίνδυνο για την ζημία ή απώλεια του εμπορεύματος να έχει αναλάβει ο αγοραστής  πριν καταστεί νομέας/κύριος του εμπορεύματος. Η λύση στο ερώτημα αυτό έχει μεγάλη σημασία, για να διαπιστωθεί ποίος είναι ο δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης από τυχόν ζημία/απώλεια του εμπορεύματος κατά την μεταφορά. Με άλλα λόγια δεν είναι πάντα αυτός που κατάρτησε την σύμβαση ασφάλισης του εμπορεύματος, μπορεί να είναι  αγοραστής, αλλά και ο πωλητής. Την λύση στο ερώτημα αυτό δεν την δίνουν οι Ιncoterms, που ρυθμίζουν μόνο «αυτόν που φέρει τον κίνδυνο της μεταφοράς» και επομένως υποχρεούται να προβεί σε ασφάλιση του εμπορεύματος, αλλά το άρθρο 978 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, για να επέλθει η μετάθεση της κυριότητας των πωλουμένων στον αγοραστή απαιτείται η μεταβίβαση της νομής των μεταφερομένων εμπορευμάτων στον αγοραστή. Τούτο, κατά το άρθρο 978 του ΑΚ, η μεταβίβαση της νομής γίνεται με την παράδοση στον αγοραστή των φορτωτικών εγγράφων, γιατί από τότε καθίσταται νομέας  και επομένως «μακρά χειρί» κύριος του αγορασθέντος εμπορεύματος. Από την παράδοση επομένως των φορτωτικών εγγράφων, ο αγοραστής καθίσταται κύριος αυτού και μπορεί να αξιώσει την ασφαλιστική αποζημίωση, είτε την σύμβαση ασφάλισης την κατάρτησε ο ίδιος, είτε ο πωλητής (ΜονΠρΠειρ 1286/2015, ΤρΕφΑθ 640/2015, ΕφΘεσ 553/2008,  ΕφΠειρ 173/2011 ΕφΑΘ 5138/2005). Αυτό έχει την σημασία ότι, αν ο  ασφαλιστής καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο του, στον οποίο δεν έχει γίνει κατά τα ανωτέρω η μετάθεση της νομής των μεταφερομένων πραγμάτων και αυτά υποστούν ζημία/απώλεια κατά την μεταφορά και πριν του παραδοθούν τα φορτωτικά έγγραφα, καλώς το κατέβαλε, αλλά δεν υποκαθίσταται νόμιμα στα δικαιώματά του, και επομένως δεν μπορεί να στραφεί αναγωγικά κατά του μεταφορέα.   

Στην έκδοση 2020, οι όροι Ιncoterms παραμένουν οι ίδιοι με τους  Ιncoterms 2010 με μερικές βασικές ενημερώσεις και αλλαγές. Η κύρια αλλαγή περιλαμβάνει ένα νέο όρο DPU που αντικαθιστά το DAT. Το προηγούμενο DAT (παραδοτέο στον τερματικό σταθμό)  ονομάζεται τώρα DPU (Delivered at Place Unloaded / Παράδοση σε διαφορετικό τόπο εκφόρτωσης). Αποφασίστηκε δηλαδή να αλλάξει ο όρος σε DPU για να αφαιρεθεί η σύγχυση που προέκυψε στο παρελθόν.

Στην έκδοση 2020, παρέχεται διαφορετικό επίπεδο ασφαλιστικής κάλυψης μεταξύ CIF και CIP. Τα CIF και CIP είναι τα μόνα Incoterms που απαιτούν από τον πωλητή να αγοράσει ασφάλιση στο όνομα του αγοραστή. Στη έκδοση 2010 απαιτείτο ασφαλιστική κάλυψη, τόσο για το CIF, όσο και για το CIP, βάσει του Ινστιτούτου Cargo Ρήτρα C. Με την έκδοση 2020, το CIP απαιτεί ασφαλιστική κάλυψη του Ινστιτούτοy Cargo Ρήτρα A.

Στην έκδοση 2020 παρέχονται δύο νέοι όροι, α) sale on departure (πώληση στην αναχώρηση) και β) sale on arrival (πώληση στην άφιξη). Πώληση στην αναχώρηση σημαίνει, πως ο αγοραστής φέρει την ευθύνη και τους κινδύνους για την μεταφορά των εμπορευμάτων, α) από τη στιγμή που παραδίδονται στο χώρο του πωλητή (EXW), β) από τη στιγμή που παραδίδονται στον μεταφορέα για αποστολή (FCA, FAS, FOB, CFR, CIF, CPT και CIP). Πώληση στην άφιξη σημαίνει, πως ο πωλητής είναι εκείνος που φέρει τις ευθύνες και τους κινδύνους για τη μεταφορά των εμπορευμάτων μέχρι το συμφωνημένο σημείο/λιμάνι α) μέχρι την ολοκλήρωση της θαλάσσιας μεταφοράς και της εκφόρτωσης από το πλοίο (DAP) και β) μέχρι το σημείο προορισμού (DPU, DDP).

Οι όροι έχουν ομαδοποιηθεί σε δύο Ομάδες ανάλογα με τον τρόπο της μεταφοράς και κάθε ομάδα να προσδιορίζει με σαφήνεια, α) τον υπεύθυνο για την μεταφορά των εμπορευμάτων από τον αποστολέα έως τον τελικό παραλήπτη, β) τον τόπο παραλαβής, γ) τον τόπο παράδοσης, δ) αυτόν, που οφείλει να καταβάλει τις δαπάνες που θα προκύψουν σε κάθε στάδιο της μεταφοράς (εκτελωνισμό, μεταφορά, ασφάλιση) και ε) αυτόν, που φέρει την ανάληψη του κινδύνου των μεταφερομένων εμπορευμάτων από την παράδοση προς μεταφορά μέχρι την παραλαβή.

ΟΜΑΔΑ Α. Με οποιοδήποτε μέσο μεταφοράς   

1. EXW = Ex works = Εκ του εργοστασίου 

Ο πωλητής παραδίδει το εμπόρευμα έξω από τις εγκαταστάσεις του (εργοστάσιο, αποθήκη, κλπ).

Ο αγοραστής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς, την σύμβαση ασφάλισης και να φορτώσει το εμπόρευμα στο μεταφορικό μέσο. Είναι δυνατή η συμφωνία να το φορτώσει ο πωλητής.

Ο αγοραστής αναλαμβάνει τους κινδύνους απώλειας, ή βλάβης, όταν παραλάβει το εμπόρευμα, μη φορτωμένο στο μεταφορικό μέσο, ή φορτωμένο στο μεταφορικό μέσο, ανάλογα με την συμφωνία.  

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ (όπου Π = Πωλητής, Α = Αγοραστής)                         

Συσκευασία                                Π

Φόρτωση                                   Α                 

Δρομολόγηση                             Α             

Τελωνείο εξαγωγής                     Α

Χειρισμός κατά την αναχώρηση    Α

Κύρια μεταφορά                          Α

Χειρισμός κατά την άφιξη             Α

Τελωνεία εισαγωγής                    Α

Εκφόρτωση                                Α

Χρέωση ναύλου                          Α  

Ασφάλεια μεταφοράς                   Α       

2. FCA = Free Carrier = ελεύθερο στον μεταφορέα

Ο πωλητής παραδίδει το εμπόρευμα, εκτελωνισμένο για εξαγωγή, στον συμφωνηθέντα τόπο παραλαβής.

Ο πωλητής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς, όχι, όμως και την σύμβαση ασφάλισης.  

Όταν η παράδοση λάβει χώρα στις εγκαταστάσεις του πωλητή, η παράδοση ολοκληρώνεται, όταν τα εμπορεύματα φορτωθούν στο όχημα που παρέχεται από τον αγοραστή. 

Όταν τα εμπορεύματα παραδίδονται στις εγκαταστάσεις του μεταφορέα, η παράδοση ολοκληρώνεται όταν παραδοθούν στον μεταφορέα, ή σε άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του.

Σε περίπτωση θαλάσσιας μεταφοράς, όταν τα εμπορεύματα συνιστούν ένα πλήρες φορτίο εμπορευματοκιβωτίου, η παράδοση ολοκληρώνεται όταν το φορτωμένο εμπορευματοκιβώτιο παραληφθεί από τον θαλάσσιο μεταφορέα. 

Όταν το εμπορευματοκιβώτιο πρόκειται να παραδοθεί σε ένα ενδιάμεσο σταθμό που ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα, τα εμπορεύματα θεωρούνται ότι έχουν παραληφθεί όταν το εμπορευματοκιβώτιο εισέλθει στις εγκαταστάσεις του ενδιάμεσου σταθμού.

Όταν το εμπόρευμα δεν είναι στοιβαγμένο σε εμπορευματοκιβώτιο, η παράδοση ολοκληρώνεται όταν τα εμπορεύματα παραδοθούν στον θαλάσσιο μεταφορέα, ή σε πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του. 

Ο αγοραστής αναλαμβάνει το κίνδυνο, απώλειας, ή βλάβης, από τη στιγμή που το εμπόρευμα παραδοθεί ως άνω. 

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ  (όπου Π = Πωλητής, Α = Αγοραστής)                        

Συσκευασία                               Π

Φόρτωση                                  Π                 

Δρομολόγηση                            Π               

Τελωνείο εξαγωγής                     Π

Χειρισμός κατά την αναχώρηση    Α

Κύρια μεταφορά                         Α

Χειρισμός κατά την άφιξη            Α

Τελωνεία εισαγωγής                   Α

Εκφόρτωση                               Α

Χρέωση ναύλου                         Α

Ασφάλεια μεταφοράς                  Α       

3. CPT = Carriage Paid To =μεταφορά πληρωμένη μέχρι

Ο πωλητής παραδίδει το εμπόρευμα, εκτελωνισμένο μόνο προς εξαγωγή, στον κατονομαζόμενο τόπο προορισμού από μια συνηθισμένη διαδρομή και κατά τον συνήθη τρόπο. Αν δεν υπάρχει συνηθισμένη διαδρομή την επιλογή την κάνει ο πωλητής.  

Ο πωλητής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς, όχι, όμως, την σύμβαση ασφάλισης.

Ο αγοραστής αναλαμβάνει τους κινδύνους απώλειας, ή βλάβης από τη στιγμή που το εμπόρευμα παραδοθεί. 

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ (όπου Π = Πωλητής, Α = Αγοραστής)                            

Συσκευασία                                Π

Φόρτωση                                   Π                 

Δρομολόγηση                             Π               

Τελωνείο εξαγωγής                     Π

Χειρισμός κατά την αναχώρηση    Π

Κύρια μεταφορά                         Π

Χειρισμός κατά την άφιξη            Α

Τελωνεία εισαγωγής                    Α

Εκφόρτωση                               Α

Χρέωση ναύλου                         Α

Ασφάλεια μεταφοράς                 Α       

4. CIP = Carriage And Insurance Paid To = μεταφορά και ασφάλεια πληρωμένη μέχρι

Ο πωλητής παραδίδει το εμπόρευμα, εκτελωνισμένο μόνο προς εξαγωγή, στον κατονομαζόμενο τόπο προορισμού από μια συνηθισμένη διαδρομή και κατά τον συνήθη τρόπο. Αν δεν υπάρχει συνηθισμένη διαδρομή την επιλογή την κάνει ο πωλητής.  

Ο πωλητής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς και την σύμβαση ασφάλισης με ρήτρα του Ινστιτούτου Α.

Ο αγοραστής αναλαμβάνει τους κινδύνους απώλειας, ή βλάβης από τη στιγμή που το εμπόρευμα παραδοθεί. 

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ  (όπου Π = Πωλητής, Α = Αγοραστής)                         

Συσκευασία                                Π

Φόρτωση                                   Π                 

Δρομολόγηση                             Π               

Τελωνείο εξαγωγής                     Π

Χειρισμός κατά την αναχώρηση    Π

Κύρια μεταφορά                         Π

Χειρισμός κατά την άφιξη            Α

Τελωνεία εισαγωγής                    Α

Εκφόρτωση                                Α

Χρέωση ναύλου                          Α

Ασφάλεια μεταφοράς                  Π  (με ρήτρα Α)          

5. DAP  = Delivered at Place = παραδοτέο στον τόπο

Ο πωλητής παραδίδει, όταν το εμπόρευμα τεθεί στην διάθεση του αγοραστή, εκτελωνισμένο μόνο προς εξαγωγή, στον κατονομαζόμενο τόπο προορισμού, εκφορτωμένο από το μεταφορικό μέσο. 

Ο πωλητής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς και ασφάλισης των εμπορευμάτων μέχρι τον συμφωνημένο τόπο προορισμού.

Ο πωλητής αναλαμβάνει τους κινδύνους απώλειας, ή βλάβης μέχρι το συμφωνημένο σημείο/λιμάνι και της εκφόρτωσης (πώληση στην άφιξη).

Ο αγοραστής αναλαμβάνει τους κινδύνους απώλειας, ή βλάβης από τη στιγμή που το εμπόρευμα φθάσει στον κατονομαζόμενο τόπο προορισμού μετά την ολοκλήρωση της εκφόρτωσης.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ   (όπου Π = Πωλητής, Α = Αγοραστής)                       

Συσκευασία                                Π

Φόρτωση                                   Π                 

Δρομολόγηση                             Π               

Τελωνείο εξαγωγής                     Π

Χειρισμός κατά την αναχώρηση    Π

Κύρια μεταφορά                         Π

Χειρισμός κατά την άφιξη            Π

Τελωνεία εισαγωγής                    Α

Εκφόρτωση                               Π

Μετά την εκφόρτωση                  Α  

Χρέωση ναύλου                          Α

Ασφάλεια μεταφοράς                  Α       

6. DPU = Delivered at Place Unloaded = Παράδοση σε διαφορετικό τόπο εκφόρτωσης

Ο πωλητής παραδίδει, όταν το εμπόρευμα τεθεί στην διάθεση του αγοραστή, εκτελωνισμένο μόνο προς εξαγωγή, στον κατονομαζόμενο τερματικό σταθμό, εκφορτωμένο από το μεταφορικό μέσο. Ο τερματικός σταθμός μπορεί να είναι κάθε τόπος, όπως αποθήκη, χώρος εμπορευματοκιβωτίων, δρόμος, αποβάθρα λιμανιού. κλπ.

Ο πωλητής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς μέχρι τον τερματικό σταθμό, όχι όμως και σύμβαση ασφάλισης.

Ο πωλητής φέρει τους κινδύνους απώλειας, ή βλάβης μέχρι το σημείο προορισμού (πώληση στην άφιξη).  

Ο αγοραστής αναλαμβάνει τους κινδύνους απώλειας, ή βλάβης από τη στιγμή που το εμπόρευμα φθάσει στον τερματικό σταθμό και εκφορτωθεί από το μεταφορικό μέσο.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ  (όπου Π = Πωλητής, Α = Αγοραστής)                        

Συσκευασία                                Π

Φόρτωση                                   Π                 

Δρομολόγηση                             Π               

Τελωνείο εξαγωγής                     Π

Χειρισμός κατά την αναχώρηση    Π

Κύρια μεταφορά                         Π

Χειρισμός κατά την άφιξη             Π

Τελωνεία εισαγωγής                    Α

Εκφόρτωση                                Π

Μετά την εκφόρτωση                  Α

Χρέωση ναύλου                          Α

Ασφάλεια μεταφοράς                  Α       

7. DDP = Delivered duty paid =παραδοτέο, δασμός πληρωμένος

Ο πωλητής παραδίδει, όταν το εμπόρευμα τεθεί στην διάθεση του αγοραστή, εκτελωνισμένο, τόσο προς εξαγωγή, όσο και προς εισαγωγή, στον κατονομαζόμενο τόπο προορισμού, μη εκφορτωμένο από το μεταφορικό μέσο.

Ο πωλητής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς, όχι όμως σύμβαση ασφάλισης.

Ο πωλητής φέρει τους κινδύνους απώλειας, ή βλάβης μέχρι το σημείο προορισμού (πώληση στην άφιξη).  

Ο αγοραστής αναλαμβάνει τους κινδύνους απώλειας, ή βλάβης από τη στιγμή που το εμπόρευμα φθάσει στον κατονομαζόμενο τόπο προορισμού και από την έναρξη της εκφόρτωσης.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ (όπου Π = Πωλητής, Α = Αγοραστής)                          

Συσκευασία                              Π

Φόρτωση                                  Π                 

Δρομολόγηση                            Π               

Τελωνείο εξαγωγής                     Π

Χειρισμός κατά την αναχώρηση    Π

Κύρια μεταφορά                         Π

Χειρισμός κατά την άφιξη            Π

Τελωνεία εισαγωγής                    Π

Εκφόρτωση                                Α

Χρέωση ναύλου                          Α

Ασφάλεια μεταφοράς                  Α       

ΟΜΑΔΑ Β.  Μεταφορά δια θαλάσσης / υδάτων 

8. FAS = Free Alongside Ship = ελεύθερο παράπλευρα του πλοίου

Ο πωλητής παραδίδει το εμπόρευμα, ακτελώνιστο, όταν το εμπόρευμα τεθεί στη διάθεση του αγοραστή, παράλληλα με το πλοίο στην αποβάθρα, ή σε φορτηγίδα (μαούνα) στο κατονομαζόμενο λιμάνι προορισμού.

Ο αγοραστής πρέπει να αναλάβει τον εκτελωνισμό εξαγωγής και εισαγωγής, να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς και την σύμβαση ασφάλισης.  

Ο αγοραστής αναλαβαίνει τους κινδύνους απώλειας ή βλάβης, όταν το εμπόρευμα τεθεί στη διάθεση του αγοραστή, παράλληλα με το πλοίο στην αποβάθρα, ή σε φορτηγίδα (μαούνα).

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ  (όπου Π = Πωλητής, Α = Αγοραστής)                         

Συσκευασία                                Π

Φόρτωση                                  Π                 

Δρομολόγηση                            Π               

Τελωνείο εξαγωγής                    Π

Χειρισμός κατά την αναχώρηση    Α

Κύρια μεταφορά                         Α

Χειρισμός κατά την άφιξη            Α

Τελωνεία εισαγωγής                    Α

Εκφόρτωση                                Α

Χρέωση ναύλου                          Α

Ασφάλεια μεταφοράς                  Α       

9. FOB = Free On Board = ελεύθερο επί του πλοίου

Ο πωλητής παραδίδει το εμπόρευμα, εκτελωνισμένο για εξαγωγή, όταν το εμπόρευμα εναποτεθεί επί του πλοίου.

Ο αγοραστής πρέπει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς και την σύμβαση ασφάλισης.  

Ο αγοραστής αναλαβαίνει τους κινδύνους απώλειας ή βλάβης, από την εναπόθεση του εμπορεύματος επί του πλοίου.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ  (όπου Π = Πωλητής, Α = Αγοραστής)                        

Συσκευασία                                Π

Φόρτωση                                   Π                 

Δρομολόγηση                             Π               

Τελωνείο εξαγωγής                     Π

Χειρισμός κατά την αναχώρηση    Π

Κύρια μεταφορά                         Α

Χειρισμός κατά την άφιξη            Α

Τελωνεία εισαγωγής                    Α

Εκφόρτωση                               Α

Χρέωση ναύλου                          Α

Ασφάλεια μεταφοράς                  Α       

10. CFR = Cost And Freight = αξία και ναύλος

Ο πωλητής παραδίδει, όταν το εμπόρευμα, εκτελωνισμένο μόνο προς εξαγωγή, διέλθει πάνω από την κουπαστή του πλοίου στο συμφωνηθέντα λιμάνι φόρτωσης. 

Ο πωλητής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς, όχι όμως την σύμβαση ασφάλισης.

Ο αγοραστής αναλαμβάνει τους κινδύνους απώλειας, ή βλάβης, όταν το εμπόρευμα διέλθει πάνω από την κουπαστή του πλοίου, στο συμφωνηθέντα λιμάνι φόρτωσης. 

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ  (όπου Π = Πωλητής, Α = Αγοραστής)                        

Συσκευασία                                Π

Φόρτωση                                   Π                 

Δρομολόγηση                             Π               

Τελωνείο εξαγωγής                     Π

Χειρισμός κατά την αναχώρηση    Π

Κύρια μεταφορά                         Π

Χειρισμός κατά την άφιξη            Α

Τελωνεία εισαγωγής                   Α

Εκφόρτωση                               Α

Χρέωση ναύλου                         Α

Ασφάλεια μεταφοράς                 Α       

11. CIF = Cost Insurance And Freight = αξία, ασφάλιση και ναύλος

Ο πωλητής παραδίδει, όταν το εμπόρευμα, εκτελωνισμένο μόνο προς εξαγωγή, διέλθει πάνω από την κουπαστή του πλοίου στο συμφωνηθέντα λιμάνι φόρτωσης. 

Ο πωλητής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς και την σύμβαση ασφάλισης με ρήτρα του Ινστιτούτου C.

Ο αγοραστής αναλαμβάνει τους κινδύνους απώλειας, ή βλάβης, από την διέλευση του εμπορεύματος πάνω από την κουπαστή του πλοίου. 

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ  (όπου Π = Πωλητής, Α = Αγοραστής)                        

Συσκευασία                               Π

Φόρτωση                                   Π                 

Δρομολόγηση                             Π               

Τελωνείο εξαγωγής                     Π

Χειρισμός κατά την αναχώρηση    Π

Κύρια μεταφορά                         Π

Χειρισμός κατά την άφιξη            Α

Τελωνεία εισαγωγής                   Α

Εκφόρτωση                               Α

Χρέωση ναύλου                         Α

Ασφάλεια μεταφοράς                 Π (με ρήτρα C)      

Οι παρακάτω όροι δεν τυγχάνουν πρόσφατης εφαρμογής, αλλά συμβατικά συνεχίζουν να ισχύουν. Πωλητές / Αγοραστές τους χρησιμοποιούν ακόμη. 

DAF = Delivered At Frontier = παραδοτέο στα σύνορα 

Ο πωλητής παραδίδει, όταν το εμπόρευμα τεθεί στη διάθεση του αγοραστή, εκτελωνισμένο μόνο προς εξαγωγή, στα σύνορα προ του τελωνειακού φυλακίου της χώρας εισαγωγής, μη εκφορτωμένο από το μεταφορικό μέσο. 

Ο πωλητής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς, όχι όμως σύμβαση ασφάλισης.

Ο αγοραστής αναλαμβάνει το κίνδυνο απώλειας, ή βλάβης, από την στιγμή της άφιξης του μεταφορικού μέσου στο τελωνειακό φυλάκιο, του εμπορεύματος μη εκφορτωμένου.

DES = Delivered Ex Ship = παραδοτέο εκ του πλοίου

Ο πωλητής παραδίδει, όταν το εμπόρευμα τεθεί στη διάθεση του αγοραστή επί του πλοίου, εκτελωνισμένο μόνο προς εξαγωγή, στο κατονομαζόμενο λιμάνι προορισμού.

Ο πωλητής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς, όχι όμως σύμβαση ασφάλισης.

Ο αγοραστής αναλαμβάνει το κίνδυνο απώλειας, ή βλάβης, από την παράδοση του εμπορεύματος επί του πλοίου.

DEQ = Delivered Ex Quay (Duty Paid) = παραδοτέο εκ της προκυμαίας, δασμός πληρωμένος

Ο πωλητής παραδίδει, όταν το εμπόρευμα τεθεί στη διάθεση του αγοραστή, εκτελωνισμένο μόνο προς εξαγωγή, επί της αποβάθρας (προβλήτας) στο κατονομαζόμενο λιμάνι προορισμού.

Ο πωλητής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς, όχι όμως σύμβαση ασφάλισης.

Ο αγοραστής αναλαμβάνει τους κινδύνους απώλειας, ή βλάβης, όταν το εμπόρευμα τεθεί επί της αποβάθρας (προβλήτας).

DDU = Delivered Duty Unpaid = παραδοτέο, δασμός απλήρωτος

Ο πωλητής παραδίδει, όταν το εμπόρευμα τεθεί στην διάθεση του αγοραστή,  εκτελωνισμένο μόνο προς εξαγωγή, στον κατονομαζόμενο τόπο προορισμού, εκφορτωμένο από το μεταφορικό μέσο.

Ο πωλητής οφείλει να καταρτίσει την σύμβαση μεταφοράς, όχι όμως σύμβαση ασφάλισης.

O αγοραστής φέρει τον κίνδυνο της μεταφοράς, λόγω απώλειας, ή βλάβης, μετά την εκφόρτωση του εμπορεύματος στον κατονομαζόμενο τόπο προορισμού.

α) Εκτός από τον αρχικό παραγγελιοδόχο, που μεριμνά για όλη την μεταφορά, είναι δυνατόν η μέριμνα για αυτήν, ή για τμήμα της, ή για την τελική παραλαβή των πραγμάτων, να ανατεθεί σε ενδιάμεσο (μεσολαβούντα) παραγγελιοδόχο, ή σε παραγγελιοδόχο παραλαβής. Αυτός συμβάλλεται με τον αρχικό παραγγελιοδόχο και ενεργεί για λογαριασμό μεν του αρχικού παραγγελιοδόχου, στο δικό του όμως όνομα.

Τόσο ο αρχικός παραγγελιοδόχος της όλης μεταφοράς, όσο και ο ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος, προς τον οποίον εξομοιώνεται και ο παραγγελιοδόχος παραλαβής, ευθύνονται εγγυητικώς σε ολόκληρον έκαστος, ως ευθύνεται ο αρχικός παραγγελιοδόχος (άρθρο 97 ΕμπΝ). Ως εκ τούτου ο αποστολέας, ή, ο παραλήπτης, δύνανται να στραφούν, τόσο κατά του αρχικού, όσο και  κατά του ενδιαμέσου παραγγελιοδόχου.

β) Η έκταση, όμως, της ευθύνης τους δεν συμπίπτει. Ο αρχικός παραγγελιοδόχος της όλης μεταφοράς είναι υπεύθυνος για την ζημία ή καθυστέρηση, που συνέβη σε οποιοδήποτε σημείο της διαδρομής, και κατά την παραλαβή, έστω και εάν τμήμα της μεταφοράς, ή η παραλαβή, έγιναν με την φροντίδα ενδιαμέσου παραγγελιοδόχου, ή παραγγελιοδόχου παραλαβής.

γ) Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει και αντιστρόφως. Δεν καθιερώνεται, δηλαδή, ευθύνη του ενδιαμέσου παραγγελιοδόχου, ή παραγγελιοδόχου παραλαβής, για ζημία, ή καθυστέρηση, που έλαβε χώρα πριν από το τμήμα της μεταφοράς που αυτός ανέλαβε, ή, εφ όσον πρόκειται για παραγγελιοδόχο παραλαβής, πριν από την παραλαβή των εμπορευμάτων. Ο ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος ευθύνεται εγγυητικά για την έκταση του έργου μεταφοράς, που αυτός ανέλαβε να διεκπεραιώσει.

Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς (διαμεταφορέας) αναλαμβάνει, ενεργώντας στο δικό του όνομα την εκτέλεση της μεταφοράς για λογαριασμό του αποστολέα - παραγγελέα,  με σύμβαση «παραγγελίας μεταφοράς» που καταρτίζεται μεταξύ τους, και επιφορτίζεται με την ανεύρεση του μεταφορέα, με τον οποίο καταρτίζει ο ίδιος «επ' ονόματι του» την σύμβαση μεταφοράς. Διαφέρει από τον μεταφορέα, στο ότι δεν ενεργεί ο ίδιος την μεταφορά. Η σύμβαση «παραγγελίας μεταφοράς» δεν προβλέπεται στην σύμβαση CMR, οπότε οι διατάξεις της CMR δεν εφαρμόζονται άμεσα στην σύμβαση «παραγγελίας μεταφοράς». Εφαρμόζονται οι διατάξεις του Εμπορικού νόμου περί παραγγελιοδόχου μεταφοράς.

ΕΓΓΥΗΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 95 και 96 ΕμπΝ, συνάγεται ότι ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς έχει εγγυητική ευθύνη. Ευθύνεται, δηλαδή, ως εγγυητής για την εκτέλεση της μεταφοράς εκ μέρους του μεταφορέα με τον οποίο είναι σε ολόκληρον υπεύθυνος για την άφιξη των εμπορευμάτων στον προορισμό τους και είναι ως εκ τούτου υπεύθυνος για τις τυχόν ζημίες αυτών, ή απώλειες μέχρι της παράδοσής τους στον τόπο προορισμού, είτε αυτές οφείλονται σε ενέργεια ή παράλειψή του, είτε σε τέτοια ενδιάμεσου (μεσολαβούντος) μεταφορέα. Με την έννοια αυτή η εγγυητική ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς υπάρχει, όταν ο ίδιος ο μεταφορέας υπέχει ευθύνη και στο μέτρο αυτής.

β) Στην περίπτωση αυτή, για την εγγυητική ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, ισχύουν οι διατάξεις της CMR περί ευθύνης του μεταφορέα. Αυτό σημαίνει ότι, όταν ο μεταφορέας με βάση την CMR απολαμβάνει εκ του νόμου περιορισμούς ευθύνης, τους ίδιους περιορισμούς απολαμβάνει και ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, δικαιούμενος να τους επικαλεστεί προς περιορισμό, ή απαλλαγή του από την ευθύνη.

γ) Όταν ο μεταφορέας, με βάσει την CMR, ευθύνεται απεριόριστα, την ίδια ευθύνη έχει και ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς. 

δ) Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, ως εγγυητική κατά τα άρθρα 95 και 96 ΕμπΝ, δεν μπορεί να υπερβεί το μέτρο της ευθύνης του μεταφορέα, που προβλέπει η CMR.

ΕΞΩΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

α) Η εξωσυμβατική ευθύνη του παραγγελιοδόχου στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών του Αστικού Κώδικα και συνδέεται με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του ίδιου του παραγγελιοδόχου μεταφοράς,  λόγω μη εκπλήρωσης της οφειλομένης παροχής υπηρεσιών, κατά τρόπο σύμφωνο με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, όπως απάτη, ή απιστία.

β) Προϋπόθεση για την ύπαρξη της εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι, εκτός από την ύπαρξη της παράνομης πράξης, ή παράλειψης και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το αποτέλεσμα και η ύπαρξη υπαιτιότητας του παραγγελιοδόχου μεταφοράς.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

Στην παραγραφή των αξιώσεων κατά του παραγγελιοδόχου, δεν ισχύουν οι διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεων της CMR κατά του μεταφορέα, αλλά οι διατάξεις του άρθρου 107 ΕμπΝ.

α) Επομένως, κάθε αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς από ζημία (καθυστέρηση, βλάβη, ή απώλεια) του φορτίου κατά την μεταφορά του, ακόμη και αν οφείλεται λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισης» του μεταφορέα, υπόκειται σε ετήσια παραγραφή (ενδοσυμβατική ευθύνη) που αρχίζει από την παράδοση του φορτίου, ή από την ημέρα που έπρεπε να παραδοθεί στην περίπτωση της καθυστέρησης.

β) Αν, η ζημία οφείλεται σε δόλια συμπεριφορά του, όπως απάτη, ή απιστία (εξωσυμβατική ευθύνη) η παραγραφή είναι η πενταετής του Αστικού Κώδικα και αρχίζει από το τέλους του έτους της παράδοσης του φορτίου, ή που έπρεπε να παραδοθεί στην περίπτωση της καθυστέρησης.

Για την εφαρμογή της σύμβασης CMR είναι αδιάφορο, ποίος είναι ο εντολέας του μεταφορέα, πού εκδόθηκε το δελτίο παράδοσης, αν αυτός που ανέλαβε την μεταφορά των εμπορευμάτων διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς, ή την εκτελεί εντελώς περιστασιακά, ή αναθέτει την εκτέλεση της σε υπομεταφορέα, αν δεν έχει δικά του αυτοκίνητα και αναθέτει σε τρίτο την εκτέλεση της, ή έχει την ιδιότητα του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, αρκεί να μη γίνεται μνεία στη σύμβαση μεταφοράς, ότι η μεταφορά θα ανατεθεί σε τρίτο, ή, ότι ο εντολέας αναθέτει στον αντισυμβαλλόμενο του απλώς και μόνο τη μέριμνα για την εξεύρεση μεταφορέα.Ο μεταφορέας ευθύνεται για ολική, ή μερική, απώλεια των εμπορευμάτων και για την βλάβη των, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου κατά τον οποίον παραλαμβάνει τα εμπορεύματα και του χρόνου της παράδοσης, καθώς για οιαδήποτε καθυστέρηση  παράδοσης.

Είναι υπεύθυνος για τις πράξεις και παραλείψεις των πρακτόρων και υπαλλήλων αυτού και οιωνδήποτε άλλων προσώπων τις υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιεί για την εκτέλεση της μεταφοράς. Δεν είναι υπεύθυνος, όμως, αν αυτοί ενέργησαν στο όνομα τους.

Η ευθύνη του μεταφορέα είναι συμβατική και νόθος αντικειμενική, ανεξάρτητη, δηλαδή, από το αν ο ίδιος, ή, οι προστηθέντες του, βαρύνονται με πταίσμα. Απαλλάσσεται μόνο, αν επικαλεστεί και αποδείξει συνδρομή περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 17 της Σύμβασης. Ο μεταφορέας, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 της Σύμβασης, δεν δικαιούται να επωφεληθεί των διατάξεων της Σύμβασης, που  αποκλείουν, ή περιορίζουν, την ευθύνη του, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισής» του, των πρακτόρων, ή υπαλλήλων του.

ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΑ 

Ο μεταφορέας, σύμφωνα με το άρθρο 17 της Σύμβασης, απαλλάσσεται της ευθύνης, εάν η απώλεια, βλάβη, ή καθυστέρηση, οφείλεται  

α) από εσφαλμένη ενέργεια, ή αμέλεια, του προβάλλοντος την απαίτηση.

β) από οδηγίες, που έχουν δοθεί στον μεταφορέα από τον προβάλλοντα την απαίτηση.

γ) λόγω συνθηκών, τις οποίες ο μεταφορέας δεν δύνατο να αποφύγει και τας συνεπείας των οποίων δεν δύνατο να προλάβει. Δηλαδή απαλλάσσεται, μόνο, εάν αποδείξει ότι η ζημία, ή καθυστέρηση παράδοσης, έλαβε χώρα από ευθύνες ασυνήθιστες, που ο ίδιος, ή εκείνος που είχε προστηθεί από αυτόν, δεν θα μπορούσε να αποφύγει, ούτε να προλάβει τις συνέπειες ακόμη και εάν επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας.

δ) σε χρησιμοποίηση ανοικτών ακαλύπτων οχημάτων, όταν η χρησιμοποίηση  αυτών ρητώς συμφωνήθηκε στην φορτωτική.

ε) από κρυμμένο ελάττωμα των εμπορευμάτων.

στ) σε έλλειψη, ή σε ανεπαρκή, ή σε ελαττωματική συσκευασία των εμπορευμάτων.

ζ) σε χειρισμό, φόρτωση, στοιβασία, εκφόρτωση των εμπορευμάτων από τον αποστολέα, παραλήπτη, ή προσώπων ενεργούντων για λογαριασμό του αποστολέα, ή του παραλήπτη.

η) σε θραύση, σκωρία, σήψη, αποξήρανση, ροή, συνήθη φύρα, ή επενέργεια σκώρων ή ζωυφίων, που οφείλεται στην φύση των εμπορευμάτων.

θ) σε ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα σημείων και αριθμών επί των δεμάτων.

ι) σε μεταφορά ζώντων ζώων.

Το βάρος της απόδειξης ότι η απώλεια, η βλάβη, ή, η καθυστέρηση  οφείλεται σε ένα ή περισσότερα από τα παραπάνω αίτια εναπόκειται στον μεταφορέα.

ΜΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΑ

Ο μεταφορέας δεν απαλλάσσεται της ευθύνης

α) λόγω ελαττωματικής κατάστασης του χρησιμοποιουμένου μεταφορικού μέσου.  

β) λόγω εσφαλμένης ενεργείας, ή αμέλειας, του προσώπου από τον οποίο τυχόν μίσθωσε το όχημα, ή των πρακτόρων, ή των υπαλλήλων του.

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΣ  

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 έως 3 και 7 CMR, σε περίπτωση  ζημίας ο μεταφορέας ευθύνεται για το ποσό για το οποίο μειώθηκε η αξία των εμπορευμάτων, και σε περίπτωση ολικής απώλειας με την αξία του εμπορεύματος.

α) Η αξία του εμπορεύματος υπολογίζεται με αναφορά στον τόπο και χρόνο κατά τον οποίο έγιναν δεκτά προς μεταφορά, η οποία ορίζεται σύμφωνα με την τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων και εάν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή αγοράς, και εάν δεν υπάρχει ούτε αυτή, σύμφωνα με την τιμή του τιμολογίου των εμπορευμάτων, το οποίο είναι το σύνηθες. 

β) Η αποζημίωση δεν δύναται να υπερβεί, α) εάν ολόκληρο το φορτίο υπέστη ζημία, την αξία του φορτίου, εκτός αντίθετης συμφωνίας και β) εάν μέρος μόνο του φορτίου υπέστη ζημία, την αξία του ζημιωθέντος φορτίου.

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΕΥΘΥΝΗΣ   

α) Το ύψος της παραπάνω αποζημίωσης ισούται με 8,33 μονάδες λογαριασμού ανά κιλό ελλείποντος μεικτού βάρους του εμπορεύματος. Ως μονάδα λογαριασμού νοείται το ειδικό Τραβηκτικό δικαίωμα ( SDR) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία του κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 303/1992, ΕφΑθ 2640/2001).

β) Πέραν της παραπάνω αποζημίωσης μπορεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 23 CMR, να ζητηθούν ως αποζημίωση, το κόμιστρο, οι τελωνειακοί δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις που έχουν σχέση με την συγκεκριμένη μεταφορά.

Για την αποζημίωση των δαπανών αυτών ο μεταφορέας ευθύνεται απεριορίστως. Δεν ισχύει, δηλαδή ο παραπάνω περιορισμός της έκτασης της αποζημίωσης.

Επιβαρύνσεις, που έχουν σχέση με την συγκεκριμένη μεταφορά, νοούνται εκείνες, που ήταν αναγκαίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, όπως λ.χ. τα έξοδα συντήρησης των πραγμάτων μέχρι την μεταφορά, οι δαπάνες σφράγισης, ζύγισης, τα λιμενικά δικαιώματα, οι δαπάνες συνεργασίας και φύλαξης μέχρι την φόρτωση στο αυτοκίνητο.

Δεν συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες, που έλαβαν χώρα με αφορμή το ατύχημα, όπως τα έξοδα μεταφοράς του αυτοκινήτου που είχε το ατύχημα και τα έξοδα ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης που έγινε από τον δικαιούχο με αφορμή την μεταφορά για την διαπίστωση της ζημίας..

γ) Το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας επί τις καταβλητέας αποζημίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 της CMR, είναι 5% ετησίως, και αρχίζει να τρέχει από την σχετική έγγραφη ειδοποίηση (όχληση) προς τον μεταφορέα, ή από την ημερομηνία επίδοσης του δικογράφου της αγωγής προς τον μεταφορέα (άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΕΥΘΥΝΗΣ 

α) Σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 της Σύμβασης, κατ εξαίρεση, ο μεταφορέας ευθύνεται σε αποζημίωση απεριορίστως και μέχρι της αξίας του εμπορεύματος, αν η ζημία προκλήθηκε λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισης» του, ή των προσώπων που χρησιμοποίησε για την εκτέλεση της μεταφοράς. Αυτό σημαίνει ότι, τόσο ο μεταφορέας, όσο και τα πρόσωπα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την μεταφορά, δεν μπορούν να επικαλεσθούν τον περιορισμό της αποζημίωσης σε 8,33 μονάδες λογαριασμού ανά κιλό ελλείποντος μεικτού βάρους του εμπορεύματος, αλλά ευθύνονται σε αποζημίωση απεριορίστως και μέχρι την αξία του εμπορεύματος, πλέον κομίστρων, τελωνειακών δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων, που έχουν σχέση με την συγκεκριμένη μεταφορά.

β) Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί απόδοση στην ελληνική του αγγλικού όρου «wilful misconduct» από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της σύμβασης CMR, είναι δε άγνωστος στο Ελληνικό Δίκαιο. Δεν ταυτίζεται με τον δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο), αλλά αποτελεί μορφή πταίσματος, ελαφρότερη του δόλου. Διαφοροποιείται, όμως, από την βαρεία αμέλεια και ως μορφή πταίσματος περιλαμβάνει και το υποκειμενικό στοιχείο.  

γ) Ως εκ τούτου η «ηθελημένη κακή διαχείριση», περιλαμβάνει, εκτός από τον δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και την συμπεριφορά του μεταφορέα, ή του προσώπου για τις πράξεις του οποίου ο μεταφορέας ευθύνεται, κατά την οποία αυτός ενέργησε σε γνώση του ότι, η πράξη, ή η παράλειψή του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επέδειξε αδιαφορία, χωρίς όμως κατ ανάγκη και να το αποδέχεται (ΑΠ 1628/2001, Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 270/2002, ΕφΑθ 6550/2009, ΕφΠειρ 1065/2007).

δ) Έχει κριθεί ότι «ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί μεταξύ άλλων και η κλοπή των εμπορευμάτων μετά την στάθμευση εμφόρτου του φορτηγού σε αφύλαχτο χώρο και η εγκατάλειψή του από την οδηγό, ιδίως κατά την διάρκεια της νύκτας (ΑΠ 270/2002, ΕφΑθ 2132/2001) ή και μόνη η στάθμευση και η διανυκτέρευση του φορτηγού σε χώρο μη φυλασσόμενο (ΕφΑθ 773/2005, ΕφΠειρ 639/2012).

ε) Έχει κριθεί, όμως, ότι η αμελής και μόνο συμπεριφορά του οδηγού κατά την οδήγηση του φορτηγού, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την βλάβη του εμπορεύματος, δεν στοιχειοθετεί «ηθελημένη κακή διαχείριση» (ΑΠ 1729/2014).

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟ ΑΔΙΚΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

α) Σε περίπτωση που, πέραν της παραπάνω ευθύνης με βάση την Σύμβαση CMR, γεννηθεί και ζήτημα ζημίας του εμπορεύματος από αδικοπραξία του Αστικού Κώδικα, έξω δηλαδή από την ενδοσυμβατική ευθύνη του μεταφορέα, ή των προσώπων, που χρησιμοποιήθηκαν στην μεταφορά, οι εν λόγω, μπορεί, να ευθύνονται σε αποζημίωση από αυτή την εξωσυμβατική (αδικοπρακτική) ευθύνη. Η ευθύνη αυτή δεν αποκλείεται από την Σύμβαση CMR, αλλά συρρέει με αυτή  (ΑΠ 1060/2003, ΑΠ 1628/2001).

β) Στην περίπτωση αυτή, τόσο ο μεταφορέας, όσο και τα πρόσωπα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την μεταφορά, δεν μπορούν να επικαλεσθούν τις πιο πάνω ευνοϊκές για αυτούς ρυθμίσεις της CMR, προκειμένου να απαλλαγούν της ευθύνης των, ή να περιορίσουν το ύψος της οφειλομένης από αυτούς αποζημίωσης, αλλά ευθύνονται πλήρως σε αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρο 28 CMR).

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΣΕ ΔΗΛΩΘΕΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

α) Ο αποστολέας δύναται κατόπιν συμφωνίας με τον μεταφορέα, με εγγραφή στην φορτωτική, έναντι καταβολής συμπληρωματικού ποσού, να δηλώσει την αξία του  εμπορεύματος, ή να καθορίσει ένα ποσό αποζημίωσης, σε περίπτωση  απώλειας ή ζημίας, ή υπέρβασης του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου παράδοσης του εμπορεύματος.

β) Στην περίπτωση αυτή  η αποζημίωση για την απώλεια, ή ζημία, ή υπέρβαση του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου παραδόσεως, ανέρχεται μέχρι του συμφωνηθέντος συνολικού ποσού του δηλωθέντος ενδιαφέροντος, ανεξαρτήτως των προβλεπομένων από την CMR περιορισμών αποζημίωσης.

ΑΣΚΗΣΗ ΑΓΩΓΩΝ

Ο έχων απαίτηση κατά του μεταφορέα, ή των προστηθέντων, δύναται να εγείρει αγωγή ενώπιον δικαστηρίου

α) Συμβαλλομένης χώρας, που έχει ρητά ορισθεί στην σύμβαση μεταφοράς.

β) Της χώρας, που ο μεταφορέας διαμένει συνήθως, ή έχει την έδρα των εργασιών του, ή το υποκατάστημα, ή πρακτορείο μέσω του οποίου συνάφθηκε η σύμβαση μεταφοράς.

γ) Της χώρας, που βρίσκεται ο τόπος στον οποίον παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα προς μεταφορά, ή της χώρας που ορίσθηκε ως τόπος παράδοσης των εμπορευμάτων.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

α) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 της CMR ο χρόνος παραγραφής με βάση την σύμβαση μεταφοράς, είναι ένα έτος από την παράδοση, ή του χρόνου που έπρεπε να παραδοθεί το εμπόρευμα.

β) Αν η ευθύνη του μεταφορέα στηρίζεται σε «ηθελημένη κακή διαχείριση», ο χρόνος παραγραφής είναι τριετής.

γ) Αν η ευθύνη του μεταφορέα στηρίζεται σε εξωσυμβατική ευθύνη από αδικοπραξία του Αστικού Κώδικα, η παραγραφή της αξίωσης είναι πενταετής (ΑΠ 950/2015, ΜονΕφΑθ 589/2016, ΑΠ 1669/2011, ΑΠ 1741/2008).

α) Καθυστέρηση παράδοσης νοείται ότι έλαβε χώρα, όταν τα εμπορεύματα δεν παραδόθηκαν εντός του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου παράδοσης, ή, όταν, μη υπάρχοντος συμφωνημένου χρονικού ορίου παράδοσης, η διάρκεια της μεταφοράς υπερβαίνει τον χρόνο, ο οποίος είναι εύλογος για μία επιμελή μεταφορά.

β) Αν τα εμπορεύματα δεν παραδοθούν εντός (30) ημερών από την λήξη του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου, ή, εάν δεν υπάρχει συμφωνημένο χρονικό όριο, εντός (60) ημερών από τον χρόνο, που ο μεταφορέας παρέλαβε τα εμπορεύματα, τούτο αποτελεί οριστική απόδειξη απώλειας των εμπορευμάτων, και ο έχων το δικαίωμα διάθεσης δύναται να τα θεωρήσει απολεσθέντα.

Με την άφιξη των εμπορευμάτων στον καθορισθέντα τόπο παράδοσης, ο παραλήπτης δικαιούται να ζητήσει από τον μεταφορέα να του παραδώσει, έναντι αποδείξεως, το δεύτερο αντίγραφο της φορτωτικής και τα εμπορεύματα. Αν η ζημία των εμπορευμάτων διαπιστωθεί, ή, εάν τα εμπορεύματα δεν φθάσουν μετά την λήξη του προβλεπομένου χρονικού διαστήματος, ο παραλήπτης δικαιούται να επιβάλλει επ ονόματί του κατά του μεταφορέα οιαδήποτε δικαιώματα προκύπτουν από την σύμβαση μεταφοράς, ή την φορτωτική.

ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ

Ο παραλήπτης με την παραλαβή των εμπορευμάτων δικαιούται να τα ελέγξει μαζί με τον μεταφορέα. 

α) Σε εμφανή μερική απώλεια, ή βλάβη, αν τα βρει μερικώς απολεσθέντα ή ζημιωθέντα, οφείλει να κάνει επί της φορτωτικής, ή σε οποιοδήποτε συνοδευτικό έγγραφο της μεταφοράς, σχετική δήλωση  (επιφύλαξη).  

β) Αν τα παραλάβει, χωρίς να ελέγξει την κατάστασή των με τον μεταφορέα, σε μη εμφανή μερική απώλεια, ή ζημία, ή χωρίς να προβεί σε επιφύλαξη επί της φορτωτικής, οφείλει εντός (7) ημερών από της παράδοσης, να κοινοποιήσει στον μεταφορέα «επιφύλαξη». Εξαιρούνται οι Κυριακές και επίσημες αργίες.

γ) Σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης του εμπορεύματος, οφείλει να κοινοποιήσει εγγράφως «επιφύλαξη» στον μεταφορέα εντός (21) ημερών από τον χρόνο που έπρεπε τα εμπορεύματα να τεθούν στην διάθεσή του.

Η έλλειψη «επιφύλαξης» αποτελεί «PRIMA FACIE» απόδειξη, ότι ο παραλήπτης παρέλαβε τα εμπορεύματα στην κατάσταση που αναφέρεται στην φορτωτική. Γίνεται, δηλαδή, δεκτό ότι η παράλειψη άσκησης από τον παραλήπτη «επιφύλαξης» κατά την παραλαβή του εμπορεύματος σε εμφανείς ζημίες, ή εντός (7) ημερών από την παραλαβή σε μη εμφανείς ζημίες, ή λόγω καθυστέρησης παράδοσης, δεν έχει ως συνέπεια την απώλεια των σχετικών αξιώσεων, αλλά μαχητό τεκμήριο κανονικής παράδοσης, μετακυλιουμένου στον παραλήπτη του βάρους απόδειξης της ζημίας και του χρόνου εντός του οποίου συνέβη.

Ο αποστολέας είναι υπεύθυνος για κάθε έξοδο, απώλεια, ή βλάβη, που θα υποστεί ο μεταφορέας, λόγω ανακρίβειας, ή ανεπαρκείας.

α) των παραπάνω στοιχείων.

β) των στοιχείων, ή οδηγιών, που έδωσε.

γ) Είναι υπεύθυνος για βλάβες προς πρόσωπα, εξοπλισμό, ή άλλα  εμπορεύματα και για οιαδήποτε έξοδα οφείλονται σε ελαττωματική  συσκευασία των εμπορευμάτων,

εκτός εάν το ελάττωμα ήταν εμφανές, ή γνωστό, στον μεταφορέα κατά τον χρόνο παραλαβής των εμπορευμάτων προς μεταφορά και δεν διατύπωσε επιφυλάξεις στην φορτωτική.

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΕΑ

Ο αποστολέας έχει το δικαίωμα

α) διάθεσης των εμπορευμάτων.

β) αλλαγής του τόπου παράδοσης.

γ) αλλαγής του παραλήπτη. Το δικαίωμα τούτο παύει, όταν το δεύτερο αντίγραφο της φορτωτικής παραδοθεί στον παραλήπτη.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

Ο αποστολέας (ή κατά περίπτωση ο παραλήπτης) όσο χρόνο τα εμπορεύματα ταξιδεύουν, έχει το δικαίωμα να διαθέσει τα εμπορεύματα, όπως και όπου θέλει.  

Για να το κάνει αυτό προσκομίζει το πρώτο αντίγραφο της φορτωτικής, στο οποίο καταχωρήθηκαν οι νέες οδηγίες, στον μεταφορέα.

Αν χρειασθεί πρέπει να τον αποζημιώσει για όλα τα έξοδα, ή ζημία, που υπέστη από την εκτέλεση των νέων οδηγιών.

Ο μεταφορέας είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τις νέες οδηγίες, εφ όσον τούτο είναι

α) δυνατόν κατά τον χρόνο που του δόθηκαν,

β) δεν επηρεάζουν την κανονική διεξαγωγή των εργασιών του,

γ) δεν βλάπτουν τους αποστολείς, ή παραλήπτες άλλων αποστολών,  

δ) οι νέες οδηγίες δεν έχουν ως συνέπεια τον διαχωρισμό του φορτίου.

Ο μεταφορέας, που δεν εκτέλεσε τις δοθείσες οδηγίες, ή, που τις εκτέλεσε χωρίς να ζητήσει να πάρει το πρώτο αντίγραφο της φορτωτικής, ευθύνεται έναντι του προσώπου που δικαιούται να προβάλλει απαίτηση για οιανδήποτε ζημία προκλήθηκε από τον λόγο αυτό.

Στις μεγάλες και περίπλοκες αποστολές υπογράφεται μεταξύ αποστολέα και μεταφορέα σύμβαση μεταφοράς και εκδίδεται δελτίο παράδοσης των εμπορευμάτων, άλλως «φορτωτική CMR».

Το σύνηθες είναι μόνο έκδοση «φορτωτικής CMR».

α) Η έλλειψη, ή αντικανονική διατύπωση, ή απώλεια της φορτωτικής, δεν θίγει την ύπαρξη, ή την ισχύ της σύμβασης μεταφοράς.

β) Η φορτωτική εκδίδεται σε τρία πρωτότυπα αντίτυπα, που υπογράφονται από τον αποστολέα και τον μεταφορέα.

Το πρώτο αντίτυπο παραδίδεται στον αποστολέα, το δεύτερο συνοδεύει τα εμπορεύματα και το τρίτο κρατείται από τον μεταφορέα.

γ) Μπορεί να συνταχθεί χωριστή φορτωτική, όταν τα εμπορεύματα πρέπει, να φορτωθούν σε διάφορα οχήματα, ή είναι διαφόρων ειδών, ή είναι χωρισμένα σε διάφορες παρτίδες, και το ζητήσει ο αποστολέας, ή ο μεταφορέας.

δ) Η φορτωτική αποτελεί «PRIMA FACIE» απόδειξη της σύμβασης μεταφοράς, των όρων της και της από τον μεταφορέα παραλαβής των εμπορευμάτων.

ε) Χωρίς «επιφύλαξη» του μεταφορέα επί της φορτωτικής (ή σε άλλο συνοδευτικό έγγραφο) προεξοφλείται, εκτός από αντίθετη απόδειξη, ότι τα εμπορεύματα και η συσκευασία των ήταν σε καλή κατάσταση, όταν ο μεταφορέας τα παρέλαβε προς μεταφορά και ότι ο αριθμός των δεμάτων τα σημεία και αριθμοί των αντιστοιχούσαν προς τα στοιχεία της φορτωτικής.

Η ΦΟΡΤΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙΕΧΕΙ 

α) την ημερομηνία και τον τόπο που εκδόθηκε.

β) το όνομα και την διεύθυνση του αποστολέα.

γ) το όνομα και την διεύθυνση του μεταφορέα.

δ) τον τόπο και την ημερομηνία παραλαβής των προς μεταφορά εμπορευμάτων και τον οριζόμενο προς παράδοση τόπο.

ε) το όνομα και την διεύθυνση του παραλήπτη.

στ) την περιγραφή της φύσης των εμπορευμάτων και τον τρόπο συσκευασίας. Σε περίπτωση επικινδύνων εμπορευμάτων την γενικώς παραδεδεγμένη περιγραφή.

ζ) τον αριθμό των δεμάτων και τα ειδικά σημεία και αριθμούς των.

η) το μικτό βάρος των εμπορευμάτων, ή την ποσότητά των.

θ) χρεώσεις, που αφορούν την μεταφορά (χρεώσεις μεταφοράς, συμπληρωματικές χρεώσεις, τελωνειακοί δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις).

ι) οδηγίες για τις τελωνειακές και λοιπές διατυπώσεις.

ια) δήλωση ότι η μεταφορά υπόκειται ασχέτως οιουδήποτε αντιθέτου όρου, στις διατάξεις της Σύμβασης CMR.

ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ Η ΦΟΡΤΩΤΙΚΗ

α) τον όρο «Incoterms» με τον οποίο ταξιδεύουν τα εμπορεύματα (οι όροι αυτοί συνήθως περιλαμβάνονται και στο τιμολόγιο πώλησης του εμπορεύματος).  

β) επιφυλάξεις του μεταφορέα για την κατάσταση των εμπορευμάτων, κυρίως για την συσκευασία και την φόρτωση ή στοίβαξη, αν δεν την έκανε αυτός.

γ) τον όρο δεν επιτρέπεται μεταφόρτωση.

δ) το ποσό των χρεώσεων των «πληρωτέων επί τη παραδόσει».

ε) την δήλωση της αξίας των εμπορευμάτων, ή καθορισμό ενός ποσού αποζημίωσης, έναντι συμπληρωματικού ναύλου, σε περίπτωση ζημίας, ή υπέρβασης του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου παράδοσης του εμπορεύματος.

στ) οδηγίες, που αφορούν την ασφάλιση των εμπορευμάτων.

ζ) το χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να γίνει η παράδοση του εμπορεύματος.

α) Η Διεθνής Σύμβαση «Convention on the Contract for the International Carriage of Goods by Road» άλλως «Σύμβαση CMR» αφορά την διεθνή  μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς, που διεξάγεται με φορτηγά οχήματα με αμοιβή (ναύλο) και τα εμπορεύματα ταξιδεύουν σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής των, εκ των οποίων μία τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα. Σήμερα έχουν συμβληθεί σχεδόν όλες οι χώρες.  

β) Ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική, ή μερική, απώλεια, για την βλάβη των εμπορευμάτων, και την καθυστέρηση παράδοσής των, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου που παραλήφθηκαν προς μεταφορά και του χρόνου παράδοσής των (ΑΠ 998/2002, ΑΠ 270/2002).

γ) Η ευθύνη του μεταφορέα είναι ανεξάρτητη από την εθνικότητα και τον τόπο διαμονής των συμβαλλομένων και είναι αδιάφορο, εάν εκείνος, που ανέλαβε την μεταφορά εμπορευμάτων, διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς, ή ανέθεσε την εκτέλεσή της σε υπομεταφορέα, ή δεν έχει δικά του αυτοκίνητα και αναθέτει σε τρίτον την εκτέλεσή αυτής.

δ) Ο μεταφορέας ευθύνεται όχι μόνον για τις δικές του πράξεις, ή παραλείψεις, αλλά και για εκείνες των πρακτόρων, ή των υπαλλήλων του, καθώς και οποιωνδήποτε προσώπων χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες για  την εκτέλεση της μεταφοράς, σαν να είχαν γίνει οι πράξεις, ή παραλήψεις, από τον ίδιο.

ε) Σε περίπτωση διαδοχικής μεταφοράς (μεταφόρτωση του φορτίου σε άλλο φορτηγό) ακόμη και στην περίπτωση που ο αρχικός, ή κάποιος επόμενος μεταφορέας, δεν εκτέλεσε κανένα τμήμα της μεταφοράς, αλλά την ανέθεσε σε τρίτο μεταφορέα, καθένας από τους διαδοχικούς μεταφορείς ευθύνεται σε ολόκληρο για την ολική, ή μερική, απώλεια, ή την βλάβη των μεταφερομένων εμπορευμάτων (ΑΠ 1060/2003).

στ) Η ευθύνη του μεταφορέα είναι νόθος αντικειμενική. Απαλλάσσεται, δηλαδή, εάν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία του φορτίου (απώλεια, ή βλάβη, ή καθυστέρηση παράδοσης) οφείλεται σε ένα από τα αίτια που αναγράφονται στις παρ. 2 και 4 του άρθρου 17 της CMR.

ζ) Απαλλάσσεται, δηλαδή, όταν η ζημία προήλθε λόγω ευθυνών, τις οποίες δεν μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να προλάβει. Με άλλα λόγια, απαλλάσσεται, μόνο, εάν αποδείξει ότι η ζημία, ή καθυστέρηση παράδοσης, έλαβε χώρα από ευθύνες ασυνήθιστες, που ο ίδιος, ή εκείνος που είχε προστηθεί από αυτόν, δεν θα μπορούσε να αποφύγει, ούτε να προλάβει τις συνέπειες ακόμη και εάν επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας (ΑΠ 1518/2001, ΑΠ 826/2004).

η) Οι  διατάξεις των άρθρων 17 παρ, 1 και 2 και 18 παρ. 1 CMR ρυθμίζουν κατά τρόπο αποκλειστικό, το θέμα απαλλαγής του μεταφορέα από την ευθύνη.

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ  

α) Επί του συνόλου της μεταφοράς, όταν το περιέχον τα εμπορεύματα φορτηγό φέρεται για μέρος του ταξιδιού διά θαλάσσης, σιδηροδρομικώς, διά των εσωτερικών υδατίνων οδών, ή αεροπορικώς και τα εμπορεύματα δεν έχουν εκφορτωθεί από το φορτηγό.

β) Αν το εμπόρευμα εκφορτωθεί από το φορτηγό και μεταφορτωθεί σε άλλο μέσο μεταφοράς (πχ. πλοίο, σιδηρόδρομο) ο μεταφορέας δεν ευθύνεται από την Σύμβαση CMR,  αλλά σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για το άλλο μέσο μεταφοράς.

γ) Εάν ο οδικός μεταφορέας είναι και μεταφορέας του άλλου μέσου μεταφοράς, η ευθύνη του είναι διττή. Ευθύνεται, τόσο με την ιδιότητα του οδικού μεταφορέα, όσο και με την ιδιότητα του μεταφορέα του άλλου μεταφορικού μέσου.

ΜΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ 

α) επί ταχυδρομικής μεταφοράς.

β) επί μεταφοράς επίπλων.

γ) επί νεκρικών αποστολών.

Παραγγελιοδόχος εσωτερικής μεταφοράς είναι το πρόσωπο που, με σύμβαση «παραγγελίας μεταφοράς», αναλαμβάνει έναντι του αποστολέα, ή του παραλήπτη, την υποχρέωση να αναζητήσει μεταφορέα, με τον οποίο ο ίδιος συνάπτει την σύμβαση μεταφοράς, ενεργώντας ως εργολάβος στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα πελάτη του.

ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΜΒΑΣΗ

α) Η ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς από την σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς είναι εγγυητική, υφίσταται δηλαδή στο μέτρο, που υπάρχει ευθύνη του μεταφορέα.

β) Ο παραγγελιοδόχος, σύμφωνα με τα άρθρα 96, 97, 98 και 107  ΕμπΝ ευθύνεται για κάθε βλάβη, απώλεια, ή καθυστέρηση παράδοσης, των μεταφερομένων πραγμάτων, ανεξάρτητα από το πταίσμα του (ευθύνη νόθος αντικειμενική) εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, ή αν «υπήρξε ακαταμάχητος δύναμις» σύμφωνα με το άρθρο 97 ΕμπΝ.

γ) Η ευθύνη αυτή είναι εγγυητική και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι παράλληλα ευθύνεται και ο μεταφορέας, με τον οποίο ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται εις ολόκληρο.

δ) Επομένως, εάν ο μεταφορέας δεν ευθύνεται για την απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ή ευθύνεται, κατά νόμο, περιορισμένως, τότε και η ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς αντιμετωπίζεται με όμοιο τρόπο.

ΕΞΩΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

α) Η εξωσυμβατική ευθύνη του παραγγελιοδόχου στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ και συνδέεται με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του ίδιου του παραγγελιοδόχου μεταφοράς,  λόγω μη εκπλήρωσης της, από την παραγγελία μεταφοράς, οφειλομένης παροχής υπηρεσιών, κατά τρόπο σύμφωνο με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.  

β) Προϋπόθεση για την ύπαρξη της εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι, εκτός από την ύπαρξη της παράνομης πράξης ή παράλειψης και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το αποτέλεσμα και η ύπαρξη υπαιτιότητας του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, όπως απάτη, ή απιστία, ή άλλη δόλια συμπεριφορά του

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

α) Κατά το άρθρο 107 ΕμπΝ κάθε αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς από ζημία (καθυστέρηση, βλάβη ή απώλεια) του φορτίου κατά την μεταφορά του εντός της χώρας, υπόκειται σε εξάμηνη παραγραφή (ενδοσυμβατική ευθύνη) από την παράδοση του φορτίου, ή από την ημέρα που έπρεπε να παραδοθεί στην περίπτωση της καθυστέρησης.

β) Αν, η ζημία οφείλεται σε εξωσυμβατική ευθύνη, όπως σε απάτη, ή απιστία, ή άλλη δόλια συμπεριφορά του, η παραγραφή είναι πενταετής από το τέλους του έτους της παράδοσης του φορτίου, η που έπρεπε να παραδοθεί στην περίπτωση της καθυστέρησης.

ΑΝΑΓΩΓΗ ΣΥΝΟΦΕΙΛΕΤΩΝ

α) Συνεπεία της σε ολόκληρο ευθύνης του, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, εφ όσον ικανοποίησε τον ζημιωθέντα παραλήπτη των εμπορευμάτων, ή τον υποκατασταθέντα στα δικαιώματά του ασφαλιστή, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του μεταφορέα κατά τα άρθρα 487 και 488 ΑΚ.

β) Η αξίωση αναγωγής του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του συνοφειλέτη του μεταφορέα υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή, που αρχίζει από την καταβολή, ανεξάρτητα από την τυχόν βραχύτερη παραγραφή, η οποία ισχύει για την αξίωση του δανειστή κατά των σε ολόκληρο συνοφειλετών.

Η σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων εντός της ελληνικής επικράτειας φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης έργου, στη οποία, η μεν παροχή του μεταφορέα συνίσταται στη υποχρέωση να μεταφέρει τα πράγματα, η δε αντιπαροχή του φορτωτή στην υποχρέωση να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή (κόμιστρο, ή ναύλος).

ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΜΒΑΣΗ

α) Η σύμβαση ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 95-107 ΕμπΝ και συμπληρωματικά από τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ (για την μίσθωση έργου) και 334 ΑΚ (για την ευθύνη πταίσματος προστηθέντος).

β) Σύμφωνα με τα άρθρα 102 και 103 ΕμπΝ η ευθύνη του μεταφορέα είναι άνευ «πταίσματος». Ο μεταφορέας ευθύνεται σε πλήρη αποζημίωση των μεταφερομένων εμπορευμάτων (χωρίς ποσοτικό περιορισμό ανά κιλό μεταφερομένου εμπορεύματος) για οποιαδήποτε βλάβη, απώλεια, ή καθυστέρηση των εμπορευμάτων, συμβεί κατά την εκτέλεση της μεταφοράς.

γ) Ευθύνεται μέχρι την αξία του ζημιωθέντος εμπορεύματος. απαλλάσσεται μόνο, αν τούτο συμβεί από ακαταμάχητη δύναμη.

δ) Απαλλαγή από ακαταμάχητη δύναμη σημαίνει ότι ο μεταφορέας απαλλάσσεται της ευθύνης, μόνο αν η βλάβη, ή απώλεια, ή καθυστέρηση των πραγμάτων, συμβεί από ανωτέρα βία. Στην έννοια της ανωτέρας βίας δεν περιλαμβάνονται και τα τυχηρά.

ε) Με άλλα λόγια ο μεταφορέας απαλλάσσεται μόνο αν, η βλάβη, ή απώλεια, ή καθυστέρηση των πραγμάτων, δεν θα αποτρεπόταν και αν είχε καταβληθεί εκ μέρους του το ανώτατο όριο επιμέλειας και προσοχής, ανώτατο όριο επιμέλειας και προσοχής που, όμως, δεν κατέβαλε.

στ) Τούτο αφορά και στην επιμέλεια των προστηθέντων από αυτόν (οδηγών ή άλλων) που χρησιμοποίησε κατά την μεταφορά, ως και των τυχόν διαδοχικών μεταφορέων, ως και του παραγγελιοδόχου μεταφοράς.

ΕΞΩΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

Αν τα γεγονότα βάσει των οποίων έγινε η ζημία των εμπορευμάτων, αποτελούν και αδικοπραξία με την έννοια της υπαιτιότητας του άρθρου 914 επ. ΑΚ ο μεταφορέας (και ο προστηθείς οδηγός) ευθύνεται σε αποζημίωση του αποστολέα για οποιαδήποτε ζημία υπέστη, πέραν της ζημίας των μεταφερομένων εμπορευμάτων, του αποστολέα δικαιουμένου και σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

α) Κατά το άρθρο 107 ΕμπΝ κάθε αξίωση κατά του μεταφορέα από ζημία (καθυστέρηση, βλάβη ή απώλεια) του φορτίου κατά την μεταφορά του εντός της χώρας, υπόκειται σε εξάμηνη παραγραφή (ενδοσυμβατική ευθύνη) από την παράδοση του φορτίου, η από την ημέρα που έπρεπε να παραδοθεί στην περίπτωση της καθυστέρησης.

β) Αν, η ζημία οφείλεται σε αδικοπραξία του άρθρου 914 επ. ΑΚ, η παραγραφή είναι πενταετής από το τέλους του έτους της παράδοσης του φορτίου, ή που έπρεπε να παραδοθεί στην περίπτωση της καθυστέρησης.

Για την κατάρτιση της σύμβασης μεταφοράς απαιτείται η σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών για τον προσδιορισμό του τόπου αναχώρησης και προορισμού.

Αυτή η βούληση πρέπει να εκφράζεται με το έγγραφο της μεταφοράς (ηλεκτρονικό ή µη), το οποίο εκδίδεται προς απόδειξη της σύμβασης μεταφοράς, ανεξάρτητα αν μεσολάβησαν περιστατικά κατά την εκτέλεση της μεταφοράς που οδήγησαν τον μεταφορέα σε παρέκκλιση από τα συμφωνηθέντα.

Συνήθεις όροι συμβολαίου

  1. Το αντικείμενο μεταφοράς.
  2. Η συμβατική περίοδος παροχής υπηρεσιών από τον μεταφορέα
  3. Η τιμολόγηση και οι πληρωμές
  4. Μετρήσεις και δοκιμές του εμπορεύματος
  5. Η κυριότητα του εμπορεύματος
  6. Η ευθύνη των συμβαλλομένων μερών
  7. Περιπτώσεις ανωτέρας βίας
  8. Εγγυητική επιστολή
  9. Θέματα υποκατάστασης των συμβαλλομένων
  10. Η λύση και καταγγελία της σύμβασης
  11. Τυχόν υποχρέωση εχεμύθειας
  12. Το εφαρμοστέο δίκαιο για την επίλυση των διαφορών

ΕΚΔΟΣΗ ΦΟΡΤΩΤΙΚΗΣ

Για την μεταφορά του εμπορεύματος συντάσσεται «σύμβαση μεταφοράς» και το εμπόρευμα ταξιδεύει με «φορτωτική».

Σε μικρές αποστολές δεν συντάσσεται «σύμβαση μεταφοράς» παρά μόνο «φορτωτική», η οποία επέχει θέσει σύμβασης μεταφοράς.

Στην φορτωτική  κυρίως, αναγράφονται.

α. Το όνομα και η διεύθυνση του αποστολέα

β. Η φύση και το βάρος του εμπορεύματος

γ. Ο τόπος και η ημερομηνία παραλαβής των εμπορευμάτων

δ. Ο τόπος παράδοσης των εμπορευμάτων

ε. Το δρομολόγιο που θα ακολουθηθεί, ή, η απόσταση που θα διανυθεί.

στ. Τα σημεία διέλευσης των συνόρων, όπου είναι αναγκαίο

ζ. Οι σταθμοί φόρτωσης και εκφόρτωσης

η. Κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο για την εκτέλεση της μεταφοράς.

ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ

Η ασφάλιση κατά κινδύνων μεταφοράς είναι μια σύμβαση μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας και του ασφαλισμένου, με την οποία η πρώτη υποχρεούται να αποζημιώσει τις πραγματικές ζημιές, ή απώλειες των ασφαλιζομένων εμπορευμάτων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους, έναντι ασφαλίστρου που καταβάλλεται από τον ασφαλιζόμενο στην ασφαλιστική εταιρία και το οποίο έχει συμφωνηθεί πριν την έναρξη της μεταφοράς.

Η ασφάλιση βασίζεται σε δύο βασικές αρχές, στο έννομο συμφέρον και την καλή πίστη.

Έννομο συμφέρον για ασφάλιση, έχει ο πωλητής, ο αγοραστής και ο δικαιούχος δηλαδή όποιος έχει την αξίωση να αποζημιωθεί σε περίπτωση βλάβης ή απώλειας του εμπορεύματος. Εάν δεν αποδεικνύεται τέτοια σχέση, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι άκυρο.

Η καλή πίστη (Utmost Good Faith) απαιτεί από τον συμβαλλόμενο να μη ζητήσει την κάλυψη του κινδύνου όταν γνωρίζει ότι έχει επέλθει ήδη ο κίνδυνος.

Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια μεταφοράς εμπορευμάτων περιέχουν όρους (ρήτρες) που συμφωνούνται μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλιζόμενου.

Ανάλογα με την φύση και τον βαθμό των κινδύνων, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute of London Underwriters), έχουν δημιουργηθεί τρεις κατηγορίες ρητρών (Ιnstitute Cargo Clauses, ή ICC)

α. Institute Cargo Clauses (A)

β. Institute Cargo Clauses (B)

γ. Institute Cargo Clauses (C)

Το ποιος έχει υποχρέωση ασφάλισης του μεταφερομένου εμπορεύματος, θα μας το πουν οι όροι «Incoterms».

Eίναι κωδικοποιημένοι εμπορικοί όροι, που έχει θεσπίσει το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο (International Chamber of Commerce, ή ICC) και αφορούν την μεταφορά των εμπορευμάτων. Σήμερα ισχύει η έκδοση 2010   Τα νέα Incoterms 2020 αναμένεται να δημοσιευθούν το τελευταίο τρίμηνο του 2019 και θα τεθούν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2020.

ΜΕΤΕΧΟΝΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑ  

Α. Σε κάθε μεταφορά εμπορεύματος συμμετέχουν τρία βασικά πρόσωπα.

α) ο αποστολέας, ή φορτωτής.

β) ο μεταφορέας, που διαθέτει το μεταφορικό μέσο και εκτελεί στην πραγματικότητα το έργο της μεταφοράς και

γ) ο παραλήπτης, ή αγοραστής.

Β. Σε πολλές περιπτώσεις συμμετέχει και ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς.

Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς (άλλως διαμεταφορέας) αναλαμβάνει, ενεργώντας στο δικό του όνομα την εκτέλεση της μεταφοράς για λογαριασμό του αποστολέα. Ειδικότερα επιφορτίζεται με την ανεύρεση του μεταφορέα, με τον οποίο καταρτίζει «επ' ονόματί του» την σύμβαση μεταφοράς και από τον οποίο διαφέρει κατά το ότι ο μεταφορέας ενεργεί ο ίδιος τη μεταφορά.

ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΩΝ  ΜΕΤΑΦΟΡΕΩΝ

α)  Όταν έχουμε μία σύμβαση μεταφοράς, απέναντι στον δικαιούχο του φορτίου ευθύνονται όλοι οι εμπλεκόμενοι μεταφορείς, ή/και διαμεταφορείς, από τον πρώτο μεταφορέα /ή και διαμεταφορέα/ μέχρι τον τελευταίο, σε ολόκληρο.

Αυτό σημαίνει ότι δικαιούχος του φορτίου μπορεί να στραφεί εναντίον όποιου θέλει, με όποια σειρά θέλει. Στην συνέχεια καθένας που κατέβαλε την αποζημίωση δύναται αναγωγικά να στραφεί κατά του υπαιτίου της ζημίας του φορτίου, προς ανάκτηση της αποζημίωσης που κατέβαλε.

β) Αν έχουμε πάνω από μια σύμβαση μεταφοράς, δεν έχουμε ενιαία μεταφορά, οπότε η ευθύνη και οι προϋποθέσεις αποζημίωσης του δικαιούχου του φορτίου εξαρτάται από τα χέρια του μεταφορέα, που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός και μόνο αυτός είναι υπεύθυνος σε αποζημίωση, και όχι οι προηγούμενοι, ή επόμενοι  μεταφορείς.

γ) Δικαιούχος του φορτίου δεν είναι πάντα ο παραλήπτης.

Συνήθως είναι ο παραλήπτης, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο. Μπορεί να είναι και ο πωλητής, ή τρίτος.

Εδώ θα λειτουργήσουν οι ερμηνευτικοί κανόνες του διεθνούς εμπορίου, που τους ονομάζουμε  «Incoterms», σε συνδυασμό με το άρθρο  978 του ΑΚ, το οποίο ορίζει, τον τρόπο μετάθεσης της νομής/κυριότητας των πωλουμένων. 

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

α) ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΔΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ

Εφαρμόζονται τα άρθρα 95-107 Εμπορικού Νόμου και συμπληρωματικά οι διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ (για την μίσθωση έργου) και 334 ΑΚ (για την ευθύνη πταίσματος προστηθέντος).

β) ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΔΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ

Εφαρμόζεται η Διεθνής Σύμβαση «Convention on the Contract for the International Carriage of Goods by Road» άλλως «Σύμβαση CMR» που υπεγράφη στις 19-5-1956 στην Γενεύη και κυρώθηκε με τον ν. 559/1977, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το πρωτόκολλο της Γενεύης της 5.7.1978, που κυρώθηκε με το ν. 1533/85.

Η από 19-5-1956 Διεθνής Σύμβαση της Γενεύης «επί του συμβολαίου διά την διεθνήν μεταφοράν εμπορευμάτων οδικώς (CMR)» άλλως Σύμβαση «CMR», που κυρώθηκε με τον ν. 559/1977 και τέθηκε σε ισχύ από 12-3-1977 και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, εφαρμόζεται στην μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς, που γίνεται με οχήματα σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής των και η μια τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα (διεθνής οδική μεταφορά).

Α. Εφαρμογή.

  1. Η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται, α) επί μεταφοράς εκτελουμένης δυνάμει των όρων διεθνούς ταχυδρομικής σύμβασης, β) επί νεκρικών αποστολών και γ) επί μεταφορών επίπλων.
  2. Η Σύμβαση εφαρμόζεται ασχέτως του εάν αυτός, που ανέλαβε την μεταφορά, την ανέθεσε περαιτέρω σε τρίτον. Έτσι, εάν η μεταφορά διέπεται από μοναδικό συμβόλαιο και εκτελεσθεί από διαδοχικούς οδικούς μεταφορείς, κάθε ένας από αυτούς είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση ολόκληρης της μεταφοράς, του δευτέρου μεταφορέα και κάθε επομένου καθισταμένου συμβαλλομένου στο συμβόλαιο της μεταφοράς, δυνάμει των όρων του δελτίου παράδοσης, λόγω αποδοχής από αυτούς των εμπορευμάτων και του δελτίου παράδοσης.
  3. Η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται, όταν αναφέρεται ρητά στο συμβόλαιο ότι η μεταφορά θα ανατεθεί σε τρίτον, ή ότι ο αντισυμβαλλόμενος αναλαμβάνει απλώς την μέριμνα για την εξεύρεση μεταφορέα. Σε τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει συμβόλαιο μεταφοράς κατά την έννοια της Σύμβασης, αλλά σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της Σύμβασης.
  4. Η Σύμβαση εφαρμόζεται και όταν η σύμβαση μεταφοράς συνάπτεται απ ευθείας μεταξύ του μεταφορέα και του παραλήπτη του εμπορεύματος, ή μεταξύ του παραγγελιοδόχου μεταφοράς και του μεταφορέα, ή μεταξύ του τελευταίου και του υπομεταφορέα και σε κάθε άλλη περίπτωση, αρκεί να πρόκειται περί αυτοτελούς σύμβασης μεταφοράς, η οποία αναφέρεται στην εκτέλεση ενός συγκεκριμένου ταξιδιού μεταφοράς, χωρίς να γίνεται μνεία ότι θα ανατεθεί η μεταφορά αυτή σε τρίτον.

Β. Παραγγελιοδόχος μεταφοράς.

  1. Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς αναλαμβάνει, κατά τα άρθρα 90 επ. και 95 επ. ΕμπΝ, με σύμβαση με τον παραγγελέα, δηλαδή συνήθως τον αποστολέα (φορτωτή), να ενεργήσει στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα, ότι απαιτείται για την πραγμάτωση της μεταφοράς που αυτός του αναθέτει, ιδίως δε να μεριμνήσει για την ανεύρεση του μεταφορέα και την σύναψη με αυτόν σύμβαση για την εκτέλεση της μεταφοράς.
  2. Εκτός από τον παραγγελιοδόχο, ο οποίος μεριμνά για την όλη μεταφορά, είναι δυνατόν η μέριμνα για τμήμα αυτής, ή για την τελική παραλαβή των πραγμάτων, να ανατεθεί σε ενδιάμεσο παραγγελιοδόχο, ή σε παραγγελιοδόχο παραλαβής. Αυτός συμβάλλεται με τον αρχικό παραγγελιοδόχο και ενεργεί για λογαριασμό μεν του αρχικού παραγγελιοδόχου στο δικό του όμως όνομα.
  3. Τόσο ο αρχικός παραγγελιοδόχος της όλης μεταφοράς, όσο και ο ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος, ή ο παραγγελιοδόχος παραλαβής, ευθύνονται εγγυητικώς, ο μεν πρώτος για κάθε καθυστέρηση, ζημία, ή απώλεια, των μεταφερομένων πραγμάτων, που συνέβη σε οποιοδήποτε σημείο της μεταφοράς και κατά την παραλαβή, έστω και αν τμήμα της μεταφοράς, ή η παραλαβή, έγιναν με την φροντίδα ενδιάμεσου παραγγελιοδόχου, ο δε ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος ευθύνεται μόνο για το τμήμα της μεταφοράς που έχει ο ίδιος αναλάβει.
  4. Η εγγυητική ευθύνη των ανωτέρω προσώπων υπάρχει ανεξαρτήτως πταίσματός τους, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, ή αν «υπήρξε ακαταμάχητος δύναμης». Έτσι, σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης παραγγελίας μεταφοράς, ο παραγγελέας αποστολέας, ή ο παραλήπτης των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, έχει, παραλλήλως προς τις αξιώσεις του κατά του μεταφορέα, και αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς για την απώλεια, ζημία, ή καθυστέρηση, των εμπορευμάτων κατά την μεταφορά από την μεταξύ τους σύμβαση παραγγελίας, από την οποία απορρέει η από το άρθρο 97 ΕμπΝ εγγυητική ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, ο οποίος ενέχεται στο μέτρο που υπάρχει ευθύνη του μεταφορέα.

Γ. Φορτωτική.

Η σύμβαση μεταφοράς επιβεβαιώνεται με την φορτωτική (CMR), η οποία εκδίδεται σε τρία αντίγραφα, που υπογράφονται από τον αποστολέα και τον μεταφορέα. Το πρώτο από αυτά παραδίδεται στον αποστολέα, το δεύτερο συνοδεύει τα μεταφερόμενα εμπορεύματα και το τρίτο κρατείται από τον μεταφορέα.

  1. Η φορτωτική περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία

α) την ημερομηνία και τον τόπο που εκδόθηκε.

β) το όνομα και την διεύθυνση του αποστολέα.

γ) το όνομα και την διεύθυνση του μεταφορέα.

δ) τον τόπο και την ημερομηνία παραλαβής των προς μεταφορά εμπορευμάτων και τον οριζόμενο προς παράδοση τόπον.

ε) το όνομα και την διεύθυνση του παραλήπτη.

στ) την περιγραφή της φύσης των εμπορευμάτων και τον τρόπο συσκευασίας, και σε περίπτωση επικινδύνων εμπορευμάτων, την γενικώς παραδεδεγμένη περιγραφή.

ζ) τον αριθμό των δεμάτων και τα ειδικά σημεία και αριθμούς αυτών.

η) το μικτό βάρος των εμπορευμάτων, ή την ποσότητα αυτών.

θ) χρεώσεις, που αφορούν την μεταφορά (χρεώσεις μεταφοράς, συμπληρωματικές χρεώσεις, τελωνειακοί δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις).

ι) οδηγίες για τις τελωνειακές και λοιπές διατυπώσεις.

ια) δήλωση ότι η μεταφορά υπόκειται ασχέτως οιουδήποτε αντιθέτου όρου στις διατάξεις της Σύμβασης.

  1. Η φορτωτική μπορεί να περιλαμβάνει, οποιαδήποτε άλλη δήλωση, όπως

α) δεν επιτρέπεται μεταφόρτωση.

β) το ποσό των χρεώσεων των "πληρωτέων επί τη παραδόσει".

γ) δήλωση της αξίας των εμπορευμάτων και ειδικό ενδιαφέρον κατά την παράδοση.

δ) οδηγίες, που αφορούν την ασφάλιση των εμπορευμάτων.

ε) το συμφωνηθέν χρονικό όριο εντός του οποίου δέον να συντελεσθεί η μεταφορά.

στ) επιφυλάξεις του μεταφορέα, όπως για την κατάσταση των εμπορευμάτων, την συσκευασία, την φόρτωση και στοίβαξη, αν δεν την έκανε αυτός. Οι εν λόγω επιφυλάξεις δεν δεσμεύουν τον αποστολέα, παρά μόνο αν συμφώνησε ρητώς να δεσμευθεί.

  1. Ο αποστολέας έχει δικαίωμα να διαθέσει τα εμπορεύματα, ζητώντας από τον μεταφορέα να σταματήσει την διαμετακόμισή τους, να αλλάξει τον τόπο της παράδοσής τους, ή και να τα παραδώσει σε άλλον παραλήπτη, διαφορετικό από τον αναφερόμενο στην φορτωτική.
  2. Το δικαίωμα αυτό του αποστολέα παύει να υφίσταται, όταν το δεύτερο αντίγραφο της φορτωτικής παραδοθεί στον παραλήπτη των εμπορευμάτων, ή όταν ο ίδιος ο παραλήπτης ασκήσει τα δικαιώματα, που του παρέχονται από την διάταξη του άρθρου 13 της CMR, σύμφωνα με την οποία, μετά την άφιξη των εμπορευμάτων στον τόπο παράδοσής τους, ο παραλήπτης δικαιούται να ζητήσει από τον μεταφορέα να του παραδώσει το δεύτερο αντίγραφο, καθώς επίσης και τα εμπορεύματα.
  3. Αν η ζημία, ή απώλεια, των εμπορευμάτων διαπιστωθεί, ή αν αυτά δεν φθάσουν μετά την λήξη του προβλεπομένου από το άρθρο 19 της CMR χρονικού διαστήματος (δηλ. όταν δεν παραδοθούν εντός του συμφωνημένου χρονικού ορίου ή, σε περίπτωση μη υπάρξεως τέτοιας συμφωνίας εντός του χρόνου που κρίνεται εύλογος για μια παρόμοια επιμελή μεταφορά) ο παραλήπτης δικαιούται να ασκήσει επ` ονόματί του κατά του υπαίτιου μεταφορέα οποιαδήποτε δικαιώματα προκύπτουν από τη σχετική σύμβαση μεταφοράς.

Δ. Επιφύλαξη παραλήπτη.

  1. Εάν ο παραλήπτης παραλάβει τα εμπορεύματα και ελέγχοντάς τα με τον μεταφορέα, σε εμφανή μερική απώλεια, ή ζημία, τα βρει μερικώς απολεσθέντα, ή ζημιωθέντα, οφείλει να κάνει επί της φορτωτικής, ή σε οποιοδήποτε συνοδευτικό έγγραφο της μεταφοράς, δήλωση μερικής απώλειας, ή ζημίας (επιφύλαξη).
  2. Εάν ο παραλήπτης παραλάβει τα εμπορεύματα, χωρίς να ελέγξει την κατάστασή των με τον μεταφορέα σε μη εμφανή μερική απώλεια, ή ζημία, ή χωρίς να προβεί σε επιφύλαξη στην φορτωτική, οφείλει σε χρόνο, όχι αργότερο των επτά ημερών από την παράδοση, να κοινοποιήσει στον μεταφορέα επιφύλαξη. Εξαιρούνται οι Κυριακές και επίσημες αργίες.
  3. Η ημερομηνία παράδοσης, ή, η ημερομηνία ελέγχου, ή, η ημερομηνία κατά την οποία τα εμπορεύματα τέθηκαν στην διάθεση του παραλήπτη, δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό των επτά ημερών.
  4. Η έλλειψη επιφύλαξης αποτελεί απόδειξη «PRIMA FACIE» ότι ο παραλήπτης παρέλαβε τα εμπορεύματα στην κατάσταση που αναφέρεται στην φορτωτική. Γίνεται δεκτό ότι η παράλειψη άσκησης από τον παραλήπτη επιφύλαξης κατά την παραλαβή σε εμφανείς ζημίες, ή εντός επτά ημερών από την παραλαβή σε μη εμφανείς ζημίες, δεν έχει ως συνέπεια την απώλεια των σχετικών αξιώσεων, αλλά μαχητό τεκμήριο κανονικής παράδοσης, μετακυλιουμένου στον παραλήπτη του βάρους απόδειξης της ζημίας και του χρόνου εντός του οποίου συνέβη.

Ε. Καθυστέρηση παράδοσης εμπορεύματος.

  1. Καθυστέρηση παράδοσης νοείται ότι έλαβε χώρα, όταν τα εμπορεύματα δεν παρεδόθησαν εντός του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου, ή, όταν, μη υπάρχοντος συμπεφωνημένου χρονικού ορίου η πραγματική διάρκεια της μεταφοράς, λαμβανομένων υπ' όψιν των συνθηκών της περίπτωσης και ειδικώς στην περίπτωση τμηματικών φορτίων του απαιτουμένου χρόνου για την συμπλήρωση πλήρους φορτίου κατά κανονικό τρόπο, υπερβαίνει τον χρόνο, ο οποίος θα ήτο εύλογο να γίνει επιτρεπτός για επιμελή μεταφορέα.
  2. Το γεγονός ότι εμπορεύματα δεν παρεδόθησαν εντός τριάκοντα ημερών από την λήξη του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου, ή εάν δεν υπάρχει συμπεφωνημένο χρονικό όριο, εντός εξήκοντα ημερών από του χρόνου που ο μεταφορέας παρέλαβε τα εμπορεύματα, αποτελεί οριστική απόδειξη απώλειας των εμπορευμάτων.
  3. Ο παραλήπτης οφείλει να κοινοποιήσει εγγράφως επιφύλαξη στον μεταφορέα εντός είκοσι μίας ημερών από του χρόνου που τα εμπορεύματα τέθηκαν στην διάθεσή του.

ΣΤ. Δικαίωμα διάθεσης εμπορεύματος - μετάθεση κινδύνου.

  1. Αυτός που έχει το κατά το άρθρο 12 παρ. 1 της CMR δικαίωμα της διάθεσης των εμπορευμάτων είναι ο φορέας της αξίωσης για αποζημίωση, λόγω απώλειας, ή βλάβης αυτών και το εν λόγω δικαίωμα, το οποίο νομιμοποιεί ενεργητικώς τον ζημιωθέντα να στραφεί κατά του μεταφορέα και να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας του, αποκτά ο παραλήπτης των πραγμάτων, αν ο αποστολέας αυτών προβεί σε σχετική προς τούτο εγγραφή στην φορτωτική, ή εάν, μετά την άφιξη αυτών, ή την διαπίστωση της απώλειάς, ή της βλάβης, ασκήσει ο ίδιος τα από το άρθρο 13 της CMR παρεχόμενα δικαιώματά του.
  2. Επομένως δικαιούχος της αποζημίωσης, λόγω απώλειας, ή βλάβης, ή καθυστέρησης των πραγμάτων, δεν είναι το πρόσωπο που έχει την κυριότητα των πραγμάτων, αλλά το πρόσωπο που νομιμοποιείται έναντι του μεταφορέα να ασκήσει τα δικαιώματα από την σύμβαση μεταφοράς. Το ανωτέρω νομιμοποιούμενο πρόσωπο είναι ο αποστολέας, ή ο παραλήπτης, των πραγμάτων, αναλόγως του ποίος από τους δύο έχει το δικαίωμα διάθεσης των πραγμάτων, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13 της CMR και ειδικότερα, ποίος εκ των δύο, κατά το χρονικό σημείο επέλευσης του κινδύνου, φέρει τον κίνδυνο απώλειας, ή ζημίας, των μεταφερόμενων πραγμάτων.
  3. Τούτο ρυθμίζεται με τις ρήτρες «Incoterms 2010», που, πέραν της ρύθμισης της υποχρέωσης κατάρτισης της σύμβασης μεταφοράς, της σύμβασης ασφάλισης και της υποχρέωσης φόρτωσης του εμπορεύματος στο μεταφορικό μέσο, ρυθμίζουν και την μετάθεση του κινδύνου απώλειας, ή βλάβης, των μεταφερομένων πραγμάτων στον αγοραστή, ιδιαίτερα όταν τα μέρη τις έχουν ενσωματώσει στο τιμολόγιο πώλησης, ή στην φορτωτική.
  4. Σημειώνεται ότι, η μεταβίβαση της κυριότητας των πωληθέντων πραγμάτων στον αγοραστή δεν επέρχεται μόνο με την πλασματική παράδοση των πραγμάτων με την φόρτωσή των στο μεταφορικό μέσο προς αποστολή, αλλά απαιτείται να επέλθει και η μετάθεση της νομής των πωληθέντων πραγμάτων, που γίνεται με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 978 ΑΚ.
  5. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η πώληση των πραγμάτων, τα οποία παραδόθηκαν για την μεταφορά τους στον αγοραστή, ως παραλήπτη με την σύμβαση που συνήψε ο πωλητής ως αποστολέας, ήταν πώληση διεπόμενη από ρήτρα «Incoterm 2010», ώστε ο κίνδυνος να μεταστεί από την παράδοση για μεταφορά των εμπορευμάτων στον αγοραστή - παραλήπτη, δεν σημαίνει για αυτό και μόνο το λόγο, ότι απέκτησε ο αγοραστής το δικαίωμα της διάθεσης των μεταφερομένων πραγμάτων, αν δεν επέλθει προηγουμένως η μετάθεση της νομής τούτων με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων

Ζ. Ευθύνη μεταφορέα.

Ο μεταφορέας ευθύνεται, α) συμβατικά (αντικειμενική ευθύνη), β) από «ηθελημένη κακή διαχείριση» και γ) εξωσυμβατικά (αδικοπρακτική συμπεριφορά).

α) Συμβατική αντικειμενική ευθύνη.

  1. Ο μεταφορέας ευθύνεται για την απώλεια, ή την βλάβη, των εμπορευμάτων, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου που παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα προς μεταφορά και του χρόνου παράδοσής των, ως επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση. Η ανωτέρω ευθύνη είναι ανεξάρτητη από την εθνικότητα και τον τόπο διαμονής των συμβαλλομένων και είναι αδιάφορο, εάν εκείνος, ο οποίος με την σύμβαση ανέλαβε την μεταφορά εμπορευμάτων, διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς, ή ανέθεσε την εκτέλεσή της σε υπομεταφορέα, ή δεν έχει δικά του αυτοκίνητα και αναθέτει σε τρίτον την εκτέλεσή αυτής. Ο μεταφορέας ευθύνεται όχι μόνον για τις δικές του πράξεις, ή παραλείψεις, αλλά και για εκείνες των πρακτόρων, ή των υπαλλήλων του, καθώς και οποιωνδήποτε προσώπων χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, σαν να είχαν γίνει οι πράξεις, ή παραλήψεις, από τον ίδιο.
  2. Ο μεταφορέας απαλλάσσεται της ευθύνης, εάν η απώλεια, βλάβη, ή καθυστέρηση, οφείλεται σε ένα από τα παρακάτω αίτια (παρ. 2 και 4 του άρθρου 17 της CMR).

α) από εσφαλμένη ενέργεια, ή αμέλεια, του προβάλλοντος απαίτηση.

β) από οδηγίες, που έχουν δοθεί στον μεταφορέα από τον προβάλλοντα απαίτηση.

γ) από κρυμμένο ελάττωμα των εμπορευμάτων.

δ) λόγω συνθηκών, τις οποίες ο μεταφορέας δεν δύνατο να αποφύγει και τας συνεπείας των οποίων δεν δύνατο να προλάβει.

ε) σε χρησιμοποίηση ανοικτών ακαλύπτων οχημάτων, όταν η χρησιμοποίηση  αυτών ρητώς συμφωνήθηκε και αναφέρθηκε στο δελτίο παραδόσεως.

στ) σε έλλειψη, ή ελαττωματική κατάσταση της συσκευασίας στην περίπτωση εμπορευμάτων τα οποία, εκ της φύσεως αυτών, υπόκεινται σε φθορά, ή βλάβη, όταν δεν είναι συσκευασμένα ή καταλλήλως συσκεασμένα.

ζ) σε χειρισμό, φόρτωση, στοιβασία, ή εκφόρτωση των εμπορευμάτων από τον αποστολέα, παραλήπτη, ή προσώπων ενεργούντων για λογαριασμό του αποστολέα, ή του παραλήπτη.

η) όταν η φύση ορισμένων ειδών εμπορευμάτων, τα εκθέτει σε ολική, ή μερική απώλεια, ή βλάβη, κυρίως λόγω θραύσεως, σκωρίας, σήψεως, αποξηράνσεως, ροής, συνήθους φύρας, ή η της επενεργείας σκώρων ή ζωυφίων.

θ) σε ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα σημείων και αριθμών επί των δεμάτων.

ι) σε μεταφορά ζώντων ζώων.

  1. Ο μεταφορέας δεν απαλλάσσεται της ευθύνης,

α) λόγω ελαττωματικής κατάστασης του χρησιμοποιουμένου οχήματος προς εκτέλεση της μεταφοράς,

β) λόγω εσφαλμένης ενεργείας ή αμελείας του προσώπου παρά του οποίου τυχόν μίσθωσε το όχημα, ή των πρακτόρων, ή των υπαλλήλων του τελευταίου.

β) Από «ηθελημένη κακή διαχείριση».

  1. Κατ εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 της CMR, ο μεταφορέας δεν δικαιούται να απαλλαχθεί της συμβατικής αντικειμενικής ευθύνης, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισης» δικής του, ή των προσώπων που χρησιμοποίησε για την εκτέλεση της μεταφοράς.
  2. Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί απόδοση στα ελληνικά του όρου «wilful misconduct» από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της σύμβασης και ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από τον δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και την συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώση του ότι η πράξη, ή παράλειψη του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως, κατ ανάγκη να το αποδέχεται.
  3. «Ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί μεταξύ άλλων η κλοπή εμπορευμάτων μετά την στάθμευση του έμφορτου φορτηγού αυτοκινήτου σε αφύλαχτο χώρο και η εγκατάλειψή του από τον οδηγό, ιδίως κατά την διάρκεια της νύκτας, ή και μόνη η στάθμευση και η διανυκτέρευση του φορτηγού σε χώρο μη φυλασσόμενο. Η αμελής, όμως, και μόνο συμπεριφορά κατά την οδήγηση του φορτηγού, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ολίσθηση του οχήματος, δεν στοιχειοθετεί ηθελημένη κακή διαχείριση.

γ) Εξωσυμβατική αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Πέραν της παραπάνω ευθύνης του μεταφορέα, για απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων, μπορεί να γεννηθεί κατά την ελληνική νομοθεσία,  σύμφωνα με τα άρθρα 914, 922, 330, 297, 298 ΑΚ ζήτημα εξωσυμβατικής (αδικοπρακτικής) ευθύνης του μεταφορέα, ή των προστηθέντων προσώπων που χρησιμοποίησε κατά την μεταφορά, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που, από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του μεταφορέα, ή του προστηθέντος κατά την μεταφορά οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου με το οποίο μεταφέρονταν τα εμπορεύματα, αυτά καταστράφηκαν ή βλάφθηκαν.

Η. Η αποζημίωση.

Η οφειλομένη από τον μεταφορέα αποζημίωση υπολογίζεται με αναφορά στην αξία των μεταφερομένων εμπορευμάτων στον τόπο και χρόνο κατά τον οποίο αυτά έγιναν δεκτά προς μεταφορά, η οποία ορίζεται σύμφωνα με την τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων και εάν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή αγοράς, και εάν δεν υπάρχει ούτε αυτή, σύμφωνα με την συνήθη τιμή εμπορευμάτων του αυτού είδους και της ίδιας ποιότητας.

α) Αποζημίωση με περιορισμό βάρους.

  1. Το ύψος της αποζημίωσης για απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων από την συμβατική αντικειμενική ευθύνη του μεταφορέα (όταν δηλαδή δεν οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση, ή εξωσυμβατική αδικοπρακτική ευθύνη ) δεν μπορεί να υπερβεί τις 8,33 μονάδες λογαριασμού κατά χιλιόγραμμο ελλείποντος μεικτού βάρους. Ως μονάδα λογαριασμού νοείται το ειδικό Τραβηκτικό δικαίωμα (SDR) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία του κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
  2. Πέραν της κατά τα ανωτέρω αξίας των απωλεσθέντων, ή βλαβέντων, πραγμάτων, μπορεί να ζητηθούν, ως αποζημίωση, το κόμιστρο, οι τελωνειακοί δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις που έχουν σχέση με την συγκεκριμένη μεταφορά. Ως λοιπές επιβαρύνσεις νοούνται, κατά νόμο, εκείνες που ήσαν αναγκαίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, όπως τα έξοδα συντήρησης των πραγμάτων μέχρι την μεταφορά, οι δαπάνες σφράγισης, ζύγισης, τα λιμενικά δικαιώματα, οι δαπάνες συνεργασίας και φύλαξης μέχρι την φόρτωση στο αυτοκίνητο.
  3. Δεν συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες που έλαβαν χώρα με αφορμή το ατύχημα, όπως τα έξοδα μεταφοράς του αυτοκινήτου που είχε το ατύχημα, τα έξοδα ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, που έγινε από τον δικαιούχο με αφορμή την μεταφορά για την διαπίστωση της ζημίας, οι οποίες δεν συνδέονται άμεσα με την μεταφορά και επομένως δεν αποκαθίστανται.
  4. Το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας επί τις καταβλητέας αποζημίωσης ανέρχεται σε 5% ετησίως από την σχετική έγγραφη ειδοποίηση (όχληση) του μεταφορέα, ή από την ημερομηνία επίδοσης του δικογράφου της αγωγής σε αυτόν, οπότε και ολοκληρώνεται, κατά το άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, η άσκηση της αγωγής.

β) Αποζημίωση χωρίς περιορισμό βάρους.

  1. Αν προκύψει ζημία των εμπορευμάτων από «ηθελημένη κακή διαχείριση» ο μεταφορέας δεν μπορεί να επικαλεστεί την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης, που αποκλείουν την ευθύνη του, ή περιορίζουν, κατά τα ως άνω, την οφειλόμενη αποζημίωση, αλλά ευθύνεται προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, χωρίς τους ποσοτικούς περιορισμούς της Σύμβασης, δηλαδή μέχρι την αξία του ζημιωθέντος εμπορεύματος.
  2. Στην περίπτωση εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης, τόσο ο μεταφορέας, όσο και τα πρόσωπα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την μεταφορά, ευθύνονται απεριόριστα κατά τα άρθρα 914, 922, 330, 297, 298 ΑΚ. Μπορούν, όμως, να επικαλεσθούν τις πιο πάνω ευνοϊκές για αυτούς ρυθμίσεις της CMR, προκειμένου να απαλλαγούν της ευθύνης των, ή να περιορίσουν το ύψος της οφειλομένης από αυτούς αποζημίωσης.

Θ. Αποζημίωση σε δηλωθέν ενδιαφέρον.

Ο αποστολέας δύναται κατόπιν συμφωνίας με τον μεταφορέα, με εγγραφή στην φορτωτική, έναντι καταβολής συμπληρωματικού ναύλου, να δηλώσει την αξία του  εμπορεύματος, ή να καθορίσει ένα ποσό αποζημίωσης, σε περίπτωση  απώλειας ή ζημίας, ή υπέρβασης του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου παράδοσης των εμπορευμάτων. Στην περίπτωση αυτή  η αποζημίωση για την απώλεια, ή ζημία, ή υπέρβαση του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου παράδοσης, ανέρχεται μέχρι του συμφωνηθέντος συνολικού ποσού του δηλωθέντος ενδιαφέροντος, ανεξαρτήτως των προβλεπομένων από την CMR περιορισμών αποζημίωσης.

Ι. Άσκηση αγωγών.

  1. Ο έχων απαίτηση κατά του μεταφορέα δύναται να εγείρει αγωγή ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου συμβαλλομένης χώρας, που έχει ρητά ορισθεί στην σύμβαση μεταφοράς.
  2. Επιπρόσθετα μπορεί να εγείρει την αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων χώρας στην επικράτεια της οποίας

α) Ο μεταφορέας διαμένει συνήθως, ή έχει την έδρα των εργασιών του, ή το υποκατάστημα, ή πρακτορείο μέσω του οποίου συνάφθηκε η σύμβαση μεταφοράς, ή

β) ευρίσκεται ο τόπος στον οποίον παρελήφθησαν τα εμπορεύματα από τον μεταφορέα, ή ο ορισθείς τόπος για την παράδοση.

ΙΑ. Παραγραφή απαιτήσεων.

  1. Η απαίτηση του έχοντος αξίωση αποζημίωσης κατά του μεταφορέα παραγράφεται εντός έτους από την παράδοση, ή του χρόνου που έπρεπε να παραδοθεί το εμπόρευμα.
  2. Στην περίπτωση της «ηθελημένης κακής διαχείρισης ο χρόνος παραγραφής είναι τριετής.

      3. Στην περίπτωση εξωσυμβατικής (αδικοπρακτικής) ευθύνης ο χρόνος παραγραφής είναι πενταετής.

(ΕφΑθ 4350/2008, ΕφΠειρ 246/2006, ΕφΑθ 4300/2006, ΕφΠειρ 963/1990, (ΟλΑΠ 33/1998, Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 180/1995, ΑΠ 998/2002, ΑΠ 270/2002, ΑΠ 340/1992, ΕφΠειρ 1542/1988, ΑΠ 1518/2001, ΑΠ 826/2004, ΑΠ 303/1992,  ΕφΑθ 2640/2001, ΑΠ 1060/2003, ΑΠ 1628/2001, ΑΠ 270/2002, ΕφΑθ 2132/2001, ΕφΠειρ 1065/2007, ΕφΠειρ 173/2011, ΕφΑθ 5138/2005, ΕφΑθ 5138/2005, ΕφΑθ 5138/2005, ΕφΑθ 773/2005, ΕφΠειρ 639/2012, ΕφΑθ 6550/2009,ΤρΕφΑθ 640/2015, ΑΠ 1729/2014).