Α. Από τον συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφ ότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, εάν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ όσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή. Η παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.

Β. Από τις διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής, για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντιστοίχως, εκκρεμοδικία.

Γ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 268 εδ. α ΑΚ, κατά την οποία «κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση, ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθ εαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή», εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Δ. Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει, αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή, κατ' άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 204/2019).

Ε. Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά την συνήθη των πραγμάτων πορεία, γιατί οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται, όμως, αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, ισχύει νέα παραγραφή, η οποία αρχίζει, αφ ότου, ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (ΑΠ 426/2014, ΑΠ 204/2019).

Σύμφωνα με το άρθρο 10 ν. 2426/1997 οι αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από (5) χρόνια από του τέλους του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, σύμφωνα δε την διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών και του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται, ότι στη σύμβαση της ασφάλισης της αστικής ευθύνης έναντι των τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από την σύμβαση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας γεννιέται, όταν ο τρίτος, που υπέστη την ζημία, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει προς τον τελευταίο την σχετική με την αποκατάσταση της ζημίας αγωγή. Και τούτο γιατί από τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση, ή με εξώδικο συμβιβασμό, το μέγεθος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου, και από τότε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή (ΑΠ 231/2010, ΑΠ 293/2008, ΑΠ 637/2020).

Β. Για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Το άρθρο 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, γιατί τούτο ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία (ΑΠ 732/2019, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 1993/2013).

Σημείωση 1

Η πενταετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.

Σημείωση 2

Η πενταετής παραγραφή δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος. Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, η νέα πενταετής παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξέλιξης. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ένστασης παραγραφής. Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεστεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ένστασής του (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1010/2015, ΑΠ 323/2013, ΑΠ 21/2012, ΑΠ 255/20200).

Σημείωση 3

Και στην πενταετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή και διακοπή της παραγραφής κατά τις διατάξεις των άρθρων 255 επ. και 260 επ. ΑΚ (ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 33/2013, ΑΠ 1368/2010).

Σημείωση 4

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις, ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 51/2011, ΑΠ 938/2010, ΑΠ 255/2020).

 

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1710 και 1813 - 1822 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου του προσώπου η περιουσία αυτού ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων περιέρχεται στους κληρονόμους του, είτε εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης.

Α. Συνεπώς, εάν, ο ευθυνόμενος από τροχαίο ατύχημα οδηγός, αποβιώσει, η υποχρέωση προς αποζημίωση μεταβιβάζεται στους καθολικούς διαδόχους αυτού (1710 παρ. 1 ΑΚ) και η αγωγή η οποία έπρεπε να ασκηθεί κατά αυτού, ως υπόχρεου, ασκείται κατά των κληρονόμων του, εκ του νόμου, ή, εκ διαθήκης, οι οποίοι με την αποδοχή της κληρονομίας υπεισέρχονται στη θέση του και ευθύνονται, κατ' αρχήν και εφ όσον δεν έχουν αποδεχθεί την κληρονομιά με το ευεργέτημα της απογραφής, κατά τον λόγο της κληρονομικής τους μερίδας (άρθρο 1885 ΑΚ) και όχι σε ολόκληρο (άρθρο 926, 927 ΑΚ).

Β. Η τυχόν αποποίηση της επαχθείσας κληρονομίας του οδηγού αποκλείει την ευθύνη του εναγομένου κληρονόμου και επομένως δεν νομιμοποιείται αυτός παθητικώς. Η έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης έχει τον χαρακτήρα ένστασης, την οποία προτείνει και αποδεικνύει ο  εναγόμενος κληρονόμος.

Γ. Οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος οδηγού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1711, 1846. 1847, 1848, 1854 και 1856 ΑΚ μπορούν να αποποιηθούν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθαν την επαγωγή και το λόγο της. Η αποποίηση γίνεται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς (άρθρο 812 ΚΠολΔ). Η επαγωγή της κληρονομίας στον αποποιηθέντα θεωρείται ότι δεν έγινε. Η επαγωγή της κληρονομίας επάγεται σε εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.

Α. Από την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ. β , 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση πρόκλησης σωματικών βλαβών, ή θανάτωσης προσώπου, από τροχαίο ατύχημα που προκλήθηκε από προστηθέντα στην οδήγηση του οχήματος, ευθύνη προς αποκατάσταση των σωματικών βλαβών, ή του θανατωθέντος, φέρει μαζί με τον προστηθέντα και ο προστήσας και μάλιστα σε ολόκληρο.

Β. Πρόστηση, κατά την έννοια αυτή (άρθρο 922 ΑΚ) υπάρχει όταν, ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος ενός αυτοκινήτου, εμπιστεύεται την οδήγησή του σε φίλο του χάριν φιλικής εξυπηρέτησης, ή σε τέκνο του, με την εξυπακουόμενη σύσταση να το οδηγεί κατά τους κανόνες της καλής οδήγησης (ΑΠ 306/2005).  

Γ. Η διάταξη της ΑΚ 922 θεσπίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος - ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, δηλαδή ευθύνη ανεξάρτητη από ίδιο πταίσμα του. Επομένως, στον προστήσαντα - ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προσώπου που παραχώρησε, ή εμπιστεύθηκε, την οδήγηση του αυτοκινήτου του, ή ως προς την επίβλεψή του, ή ως προς τις οδηγίες που του παρείχε, ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς είχε αναπτύξει πρωτοβουλία κατά την παροχή της υπηρεσίας, που του ανατέθηκε (ΑΠ 1003/2011, ΑΠ 1976/2017).

Δ. Ο προστήσας ιδιοκτήτης του οχήματος δεν ευθύνεται, όταν ο προστηθείς οδηγός έδρασε κατά κατάχρηση, όταν, δηλαδή, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οδηγού οφείλεται σε προσωπικούς του λόγους, άσχετους με την οδήγηση του οχήματος, γιατί η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντα και την παραχώρηση της οδήγησης του οχήματος. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά του αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της οδήγησης του οχήματος, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτήν (και δεν εκδηλώθηκε εξαιτίας της) και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντα, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 272/2008, ΑΠ 838/2011, ΑΠ 9/2011, ΑΠ 899/2014)

Ε. Αν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση, αίρεται η ευθύνη του προστήσαντος, εάν ο ζημιωθείς γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει να προτείνει κατ ένσταση και να αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας (άρθρο 300 ΑΚ), έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 272/2008, ΑΠ 686/2008)

ΣΤ. Επί αγωγής κατά του ιδιοκτήτη αυτοκινήτου ως προστήσαντος, αρκεί, για την πληρότητα της αγωγής σε σχέση με την πρόστηση, η επίκληση της παραχώρησης της οδήγησης του αυτοκινήτου από τον ιδιοκτήτη στον οδηγό, στην οποία παραχώρηση προφανώς εμπεριέχεται και η σύσταση προς τον οδηγό να το οδηγήσει κατά τους κανόνες της καλής οδήγησης, τους οποίους παρέβη (ΑΠ 959/1999, ΜονΠρΠειρ 22/2014)

Ζ. Στην περίπτωση που ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται έναντι του παθόντα τρίτου, για να του καλύψει την αστική ευθύνη του οδηγού και του προστήσαντα αυτόν στην οδήγηση ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος, επιτρεπτώς ο ασφαλιστής προβάλλει την ένσταση απαλλαγής από την ευθύνη και κατά του τρίτου ζημιωθέντα.

Το γεγονός ότι το ατύχημα συνέβη μέσα σε πλοίο δεν οδηγεί σε αποκλεισμό της εφαρμογής του ν. ΓΠΝ/1911.

Α. Αν το ατύχημα έλαβε χώρα κατά την διενέργεια ελιγμών εντός του πλοίου κατά την φόρτωση ή εκφόρτωση των οχημάτων (επιβίβαση ή αποβίβαση) πρόκειται για τροχαίο ατύχημα και η ασφαλιστική εταιρεία ευθύνεται σε αποζημίωση του παθόντος τρίτου κατά το ν. 489/1976, καθ όσον ο χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων εντός του πλοίου είναι προσιτός στο κοινό, δηλαδή έχει δοθεί στην κυκλοφορία των οχημάτων, στην οποία υπάγονται και οι διενεργούμενοι ελιγμοί αυτών και δεν αποτελεί ιδιωτικό φυλασσόμενο χώρο, όπως είναι τα ιδιωτικά φυλασσόμενα «parking» ή γκαράζ, τα συνεργεία επισκευής και οι χώροι εκθέσεως των αυτοκινήτων.

Β. Η μεταφορική εταιρεία έχει ευθύνη σε περίπτωση που τα μεταφερόμενα αυτοκίνητα μετακινηθούν μόνα τους και πέσει το ένα πάνω στο άλλο, λόγω ανεπαρκούς ή ελλιπούς προσδέσεως, ή θραύσεως των ιμάντων προσδέσεως και κατά συνέπεια υποστούν ζημίες, γιατί οι ζημιές αυτές προκαλούνται από αυτοκίνητα που δεν είναι σε «λειτουργία» και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή ο ν. ΓΠΝ/1911 (ΑΠ 12/2014).

Σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 1 ν. 3900/2010, όλες οι απαιτήσεις αποζημιώσεως οποιασδήποτε μορφής, για ζημιές που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητα του Δημοσίου, εισάγονται προς εκδίκαση στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 665/2016, ΑΠ 1135/2018).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 9 του π.δ/τος 237/1986, ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος, υποχρεούνται να δηλώνουν στον ασφαλιστή κάθε ατύχημα που αφορά το ασφαλισμένο όχημα αμέσως, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και το αργότερο εντός (8) εργάσιμων ημερών, αφότου έλαβαν γνώση του ατυχήματος.

Β. Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να προβαίνει σε κάθε δυνατή ενέργεια για τον περιορισμό της ζημίας και να παρέχει στον ασφαλιστή κάθε πληροφορία και έγγραφο που προβλέπονται στο ασφαλιστήριο. Ομοίως, υποχρεούται να παρέχει στον ασφαλιστή, εφ όσον του ζητηθεί, κάθε άλλη πληροφορία και έγγραφο που είναι στη διάθεσή του και κρίνονται αναγκαία στο πλαίσιο δίκης την οποία διεξάγει, ή προτίθεται να διεξαγάγει ο ασφαλιστής.

Γ. Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των υποχρεώσεων που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος μπορεί να υποχρεωθούν, με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, να καταβάλουν στον ασφαλιστή αποζημίωση μέχρι (2.000) ευρώ.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 και 3 του π.δ/τος 237/1986, αν μεταβιβαστεί η κυριότητα, ή η κατοχή, του οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η ασφαλιστική σύμβαση λύνεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης. Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια. O ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων.  

Β. Αν, μετά την μεταβίβαση του οχήματος, συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο όχημα, η υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 69 παρ. 1 περ. ε΄, 88, 283 ΚΠολΔ και των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση, που για την ζημία από τροχαίο ατύχημα ευθύνονται περισσότεροι σε αποκατάστασή της, ο συνοφειλέτης έχει το δικαίωμα, στρεφόμενος κατά του συνεναγομένου συνοφειλέτη του, να ζητήσει να αναλάβει την ευθύνη, προσεπικαλώντας τον, ενώνοντας συγχρόνως στην προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης (ΑΠ 218/2014).

Α. Με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο της υποχρεωτικής ασφάλισης της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης, εξαιρούνται από την ασφάλιση, σύμφωνα με το άρθρο 6Β του π.δ. 237/1986, οι ζημίες που προκαλούνται, α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και γ) από όχημα του οποίου έγινε διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας.

Β. Στις περιπτώσεις αυτές, επειδή, εκ του νόμου, η ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί ευθέως να προτείνει την ένσταση εξαίρεσης από την ασφάλιση του ασφαλισμένου της υπαιτίου οδηγού και/ή ιδιοκτήτη, μπορεί με την παραπάνω παρεμπίπτουσα αγωγή να ζητήσει από τον ασφαλισμένο της υπαίτιο οδηγό και/ή ιδιοκτήτη, να της καταβάλουν κάθε ποσό, που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει ως αποζημίωση  στον ζημιωθέντα τρίτο (ΑΠ 1650/2001, ΑΠ 502/2002, ΑΠ 1451/2009).

Γ. Κατά τον νόμο, α) στην πρώτη περίπτωση δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται, αν η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, αρκεί η προϋπόθεση της έλλειψης της άδειας οδήγησης, β) στην δεύτερη περίπτωση αρκεί ο οδηγός, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, να τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, δηλαδή να ανιχνεύτηκε οινόπνευμα τον οργανισμό του σε ποσοστό 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται με την μέθοδο της αιμοληψίας, ή σε ποσοστό 0,25 και άνω χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεομένου αέρα, μετρούμενο με αλκοολική συσκευή, εφ όσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, και γ) στην τρίτη περίπτωση, εφ όσον η διαφορετική χρήση του οχήματος από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Δ. Οι ως άνω περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή και εξαίρεσης αυτού από την ασφαλιστική κάλυψη, αποτελούν στην πραγματικότητα καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, το οποίο απευθύνεται και αφορά όχι μόνο τον οδηγό, αλλά και τον ιδιοκτήτη, ή κάτοχο του οχήματος, όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό.

Ε. Όταν ο οδηγός είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, ή το λήπτη της ασφαλίσεως, η υπαίτια παράβαση των ως άνω ασφαλιστικών βαρών από αυτόν συνεπάγεται την απαλλαγή του ασφαλιστή έναντι αυτού, χωρίς να απαιτείται να έχει ο οδηγός την ιδιότητα του προστηθέντος στην οδήγηση του αυτοκινήτου, ούτε να έχει ο οδηγός υπογράψει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που περιέχει την προβλέπουσα την απαλλαγή του ασφαλιστή ρύθμιση, αρκεί μόνη η ιδιότητα του οδηγού (ΑΠ 390/2007).

ΣΤ. Για να είναι νόμιμη η παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας, πρέπει,  δυνάμει του νόμου, ή της συμβάσεως, να υπάρχει η έννομη σχέση, η οποία να προβλέπει ότι σε περίπτωση ήττας του εναγομένου στην κυρία δίκη - παρεμπιπτόντως ενάγοντος, της παρέχει το δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου. Απαιτείται δηλαδή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, η μία ως επίδικη στην εκκρεμή δίκη και η άλλη που στηρίζει την παρεμπίπτουσα αγωγή και εξαρτάται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι μόνο αν ο εναγόμενος- παρεμπιπτόντως ενάγων ηττηθεί ως προς αυτή αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του υποχρέου προσώπου (ΑΠ 1188/2007).

 

 

 

 

Α. Ανασφάλιστο θεωρείται το αυτοκίνητο όχημα, α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό σύμβαση ασφάλισης, β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε, και γ) όταν λύθηκε, ή ακυρώθηκε, είτε μονομερώς με καταγγελία του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου, ή του ασφαλιστή, είτε με κοινή συμφωνία τους (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 625/2019).

Β. Η καταγγελία από τον λήπτη της ασφάλισης ή/και τον ασφαλισμένο, γίνεται οποτεδήποτε, με επιστολή που αποστέλλεται, είτε με μορφή τηλεομοιοτυπίας, είτε ηλεκτρονικά, στα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφει η ασφαλιστική επιχείρηση στην επίσημη ιστοσελίδα της και στα κάθε είδους έντυπά της. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης αυτής στην ασφαλιστική επιχείρηση (άρθρο 11Α του πδ. 237/1986).

Γ. Η καταγγελία από την ασφαλιστική εταιρεία γίνεται μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης, ή/και τον ασφαλισμένο,  με επιστολή, που αποστέλλεται στην διεύθυνση της κατοικίας, ή διαμονής, του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου, όπου τους γνωστοποιείται, ότι η μη συμμόρφωσή τους με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιφέρει την λύση της ασφαλιστικής σύμβασης (άρθρο 11Α του πδ. 237/1986).

Δ. Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ισχύος της σύμβασης ασφάλισης, η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Ε. Η λήξη, η λύση,  ή η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης, μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε, μόνο αφού το ατύχημα συνέβη δεκαέξι ημέρες μετά την γνωστοποίηση εκ μέρους του ασφαλιστή της λήξης, της λύσης, ή της ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης, (άρθρο 11 πδ. 237/1986). Μετά την πάροδο του δεκαεξημέρου και εφ όσον ο κύριος ή κάτοχος του ασφαλισθέντος αυτοκινήτου δεν έχει καλύψει με άλλη ασφαλιστική σύμβαση την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, η υποχρέωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου βαρύνει το Επικουρικό Κεφάλαιο (ΑΠ 499/2020).

ΣΤ. Ειδικά για την περίπτωση καταγγελίας από την ασφαλιστική εταιρεία για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο, η ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από την 30ή ημέρα από την αποστολή της επιστολής ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης στον λήπτη της ασφάλισης, ή στον ασφαλισμένο. Στην περίπτωση αυτή, η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε, μόνο αφού το ατύχημα συνέβη  (46) ημέρες ( 30 +16) μετά την αποστολή της  επιστολής ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης στον λήπτη της ασφάλισης, ή στον ασφαλισμένο (άρθρο 11 και 11Α του πδ. 237/1986) (ΑΠ 157/2014).

 

 

 

 

 

 

Σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 6 του πδ. 237/1986, ο κύριος, ή κάτοχος, οχήματος,  που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, υποχρεούται να το ασφαλίσει για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, για σωματικές βλάβες, θανάτωση, ή ζημιών σε πράγματα, συμπεριλαμβανομένης της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ή ηθικής βλάβης, ενώ, κατά την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, το ζημιωθέν πρόσωπο έχει, από την ασφαλιστική σύμβαση, και μέχρι του ποσού αυτής, ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή.

Α. Ποιο αυτοκίνητο όχημα καλύπτεται ασφαλιστικά  

α) Σύμφωνα με το άρθρο 1 του  πδ. 237/1986, όχημα είναι το επί του εδάφους, και όχι επί τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια, κινούμενο επί οδού όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών. Ως αυτοκίνητο όχημα θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη, ως και το ποδήλατο εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα.

β) Η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό, ή σε κάποιο αριθμό προσώπων, που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού.

γ) Στην περίπτωση ατυχήματος κατά την λειτουργία μηχανήματος ως εργαλείου, που χρησιμοποιεί τον κινητήρα του για λειτουργήσει για τον σκοπό που προορίζεται, δεν πρόκειται για αυτοκίνητο με την παραπάνω έννοια και ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αξίωση έναντι αυτής με βάση τον παραπάνω νόμο, παρά μόνο κατά του λήπτη της ασφάλισης από τις υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις του, κατά τις γενικές διατάξεις (ΑΚ 914 επ). Ο τρίτος μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή μόνο πλαγιαστικώς επί προαιρετικής ασφαλίσεως, όπως είναι αυτή της αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος κατά την λειτουργία ενός μηχανήματος ως εργαλείου ((ΑΠ 646/2014, ΑΠ 504/2012, ΑΠ 167/2020).

Β. Δικαιούχοι της αποζημίωσης από την ασφαλιστική εταιρεία

α) Δικαιούχοι της αποζημίωσης από την ασφαλιστική εταιρεία, με ευθεία αξίωση κατά αυτής, είναι οι «τρίτοι», που υπέστησαν ζημία από το τροχαίο ατύχημα   

β) Κατά το άρθρο 7 του  πδ. 237/1986 δεν θεωρούνται «τρίτοι», α) ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε την ζημία, β) κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης, γ) εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δ) οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρείας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα.

γ) Θεωρούνται τρίτοι, και έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, οι συγγενείς του οδηγού του αυτοκινήτου που προξένησε την ζημία, ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφαλίσεως, ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 ΠΔ 237/86).

δ) Σημειώνεται ότι οι συγγενείς του οδηγού έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, μόνο για την ζημία που οι ίδιοι έχουν υποστεί και μόνο σε περίπτωση θανατώσεως αυτών συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος δικαιούται η οικογένειά τους να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ως και λοιπές θετικές ή αποθετικές ζημίες και όχι οι ίδιοι από την θανάτωση του οδηγού συγγενούς τους, ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως, ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση. Αν το θύμα είναι ο ίδιος οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος και η θανάτωσή του οφείλεται αποκλειστικώς σε δική του υπαιτιότητα, δεν ιδρύεται δικαίωμα αποζημίωσης των συγγενών του και εντεύθεν υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου του για την κάλυψή της (ΑΠ 1114/2000).

Γ. Τι περιλαμβάνει η αποζημίωση  

α) Κατά το άρθρο 298 εδ. α ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του παθόντος (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 929 εδ. α ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του παθόντος, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και την ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, ή θα ξοδεύει, επιπλέον εξ αιτίας της αύξησης των δαπανών του. Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, η ασφαλιστική εταιρεία είναι υπόχρεη ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, να καταβάλει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στην περίπτωση δε θανατώσεως προσώπου, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης (ΑΠ 1131/2018).

β) Κατά συνέπεια η ασφαλιστική αποζημίωση περιλαμβάνει

1) Σε υλικές ζημίες οχήματος 

α) Αποζημίωση υλικών ζημιών οχήματος 

β) Αποζημίωση για μείωση αξίας οχήματος

γ) Αποζημίωση για έξοδα μετακίνησης με ταξί

δ) Αποζημίωση μεταφοράς οχήματος   

ε) Απώλεια εισοδήματος από την μη χρήση του οχήματος 

στ) Αποζημίωση για μίσθωση άλλου οχήματος 

ζ)  Αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης

2) Σε σωματικές βλάβες   

α) Αποζημίωση για νοσήλια

β) Αποζημίωση για μελλοντικές δαπάνες αποκατάστασης υγείας  

γ) Αποζημίωση δαπάνης αποκλειστικής νοσοκόμας και οικιακής βοηθού  

δ) Αποζημίωση καταστροφής ατομικών ειδών 

ε) Αποζημίωση για βελτιωμένη διατροφή

στ) Αποζημίωση απώλειας εισοδήματος

ζ) Αποζημίωση απώλειας διαφυγόντων κερδών

η) Αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης

θ) Αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης

ι) Αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών τέκνου

ια) Αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών συζύγου

3) Σε θανάτωση   

α) Δαπάνες κηδείας, κατασκευής τάφου

β) Αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης

γ) Αποζημίωση για στέρηση διατροφής τέκνου

δ) Αποζημίωση για στέρηση διατροφής συζύγου

ε) Αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών τέκνου

στ) Αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών συζύγου 

(Σημείωση συντάκτη Χρ. Καραμπάγια: Αναλυτικά για τις αποζημιώσεις βλ. σχετικές αναρτήσεις).

Δ. Ποιες ζημίες δεν καλύπτει η ασφαλιστική εταιρεία

α) Σύμφωνα με το άρθρο 6Β στο π.δ. 237/1986 εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται

1) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί. Στην περίπτωση αυτή δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται, αν η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, αρκεί η προϋπόθεση της έλλειψης της άδειας οδήγησης.

2) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, εφ όσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 ΚΟΚ.

Η ανίχνευση οινοπνεύματος στον οργανισμό του ελεγχόμενου οδηγού σε ποσοστό 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται με τη μέθοδο της αιμοληψίας, ή σε ποσοστό 0,25 και άνω χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεομένου αέρα, μετρούμενο με αλκοολική συσκευή, αποτελεί πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση.

3) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

β) Οι παραπάνω νομοθετικές ρυθμίσεις απαρτίζουν τους μόνους λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση. Εφόσον έχει συναφθεί προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη επιτρέπεται με την σύμβαση ασφάλισης, να ορισθούν, πέραν των παραπάνω περιπτώσεων, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη (άρθρο 6Β), (ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 1016/2013, ΑΠ 1451/2009).

Ε. Ενστάσεις της ασφαλιστικής εταιρείας

Από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 11Α του πδ. 237/1986 προκύπτει ότι, η ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του παθόντος τρίτου, όταν ασκεί την αξίωση αποζημίωσης εναντίον της, ενστάσεις που απορρέουν από τις παραπάνω μη καλυπτόμενες ζημίες και δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου. Παρέχεται σε αυτή, μόνο, το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση που κατέβαλε, ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού όρου από τον ασφαλισμένο συνέχεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος (ΑΠ 158/2015, ΑΠ 323/2011).

ΣΤ. Ανασφάλιστο όχημα  

α) Ανασφάλιστο θεωρείται το αυτοκίνητο όχημα, 1) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό σύμβαση ασφάλισης, 2) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε, και 3) όταν λύθηκε, ή ακυρώθηκε, είτε μονομερώς με καταγγελία του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου, ή του ασφαλιστή, είτε με κοινή συμφωνία τους (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 625/2019).

β) Η καταγγελία από τον λήπτη της ασφάλισης ή/και τον ασφαλισμένο, γίνεται οποτεδήποτε, με επιστολή που αποστέλλεται, είτε με μορφή τηλεομοιοτυπίας, είτε ηλεκτρονικά, στα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφει η ασφαλιστική επιχείρηση στην επίσημη ιστοσελίδα της και στα κάθε είδους έντυπά της. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης αυτής στην ασφαλιστική επιχείρηση (άρθρο 11Α του πδ. 237/1986).

γ) Η καταγγελία από την ασφαλιστική εταιρεία γίνεται μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης, ή/και τον ασφαλισμένο,  με επιστολή, που αποστέλλεται στην διεύθυνση της κατοικίας, ή διαμονής, του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου, όπου τους γνωστοποιείται, ότι η μη συμμόρφωσή τους με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιφέρει την λύση της ασφαλιστικής σύμβασης (άρθρο 11Α του πδ. 237/1986).

δ) Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ισχύος της σύμβασης ασφάλισης, η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου.

ε) Η λήξη, η λύση,  ή η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης, μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε, μόνο αφού το ατύχημα συνέβη δεκαέξι ημέρες μετά την γνωστοποίηση εκ μέρους του ασφαλιστή της λήξης, της λύσης, ή της ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης (άρθρο 11 πδ. 237/1986). Μετά την πάροδο του δεκαεξημέρου και εφ όσον ο κύριος ή κάτοχος του ασφαλισθέντος αυτοκινήτου δεν έχει καλύψει με άλλη ασφαλιστική σύμβαση την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, η υποχρέωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου βαρύνει το Επικουρικό Κεφάλαιο (ΑΠ 499/2020).

στ) Ειδικά για την περίπτωση καταγγελίας από την ασφαλιστική εταιρεία για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο, η ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από την 30ή ημέρα από την αποστολή της επιστολής ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης στον λήπτη της ασφάλισης, ή στον ασφαλισμένο. Στην περίπτωση αυτή, η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε, μόνο αφού το ατύχημα συνέβη  (46) ημέρες ( 30 +16) μετά την αποστολή της  επιστολής ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης στον λήπτη της ασφάλισης, ή στον ασφαλισμένο (άρθρο 11 και 11Α του πδ. 237/1986) (ΑΠ 157/2014).

Από την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν.  2496/1997 για την ιδιωτική ασφάλιση, προκύπτει ότι, ο ασφαλιστής, ο οποίος αποζημίωσε τον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στα έναντι του τρίτου, υπόχρεου προς αποζημίωση, δικαιώματα του ασφαλισμένου, στην έκταση που ικανοποίησε αυτόν, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη δήλωση περί μεταβίβασης των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου στον ασφαλιστή, αποδοχή τέτοιας δήλωσης ή ανακοίνωση περί αυτής προς τον τρίτο.

Α. Η υποκατάσταση αυτή έχει χαρακτήρα εκχώρησης εκ του νόμου. Επομένως, ο υπόχρεος προς αποζημίωση έχει έναντι του ασφαλιστή τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε και κατά του ζημιωθέντος και, επομένως, η κατά του τρίτου αγωγή του ασφαλιστή θα έχει, κατά κανόνα, την ίδια βάση, όπως αν την αγωγή ασκούσε ο ίδιος ο ζημιωθείς.

Β. Για την πληρότητα της εν λόγω αγωγής ο ασφαλιστής αρκεί να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει την συνδρομή των προϋποθέσεων της ασφαλιστικής υποκατάστασης και συγκεκριμένα, α) τη σύναψη και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, β) την καταβολή του ασφαλίσματος στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και γ) τη ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε, καθώς και την προέλευση αυτής, εφ όσον δε αυτή προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά, της μεταξύ του ασφαλισμένου του και του τρίτου αντισυμβαλλομένου αυτού σύμβασης, την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση και τους όρους αυτής που παραβιάσθηκαν από πταίσμα του ίδιου ή των αντιπροσώπων του ή των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή και προκάλεσαν τη ζημία του ασφαλισμένου του, κατά την έννοια των άρθρων 330 και 334 ΑΚ (ΑΠ 763/2014, ΕφΑθ 3020/2015).

Γ. Στην υποκατάσταση, που αποτελεί περίπτωση νόμιμης εκχώρησης, η απαίτηση μεταβιβάζεται με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά της. Έτσι, ο τρίτος,  μπορεί να αντιτάξει κατά του ασφαλιστή όλες τις ενστάσεις που είχε κατά του ασφαλισμένου μέχρι την καταβολή του ασφαλίσματος και ειδικότερα αυτές που βάλλουν κατά της γένεσης και της ύπαρξης της απαίτησης, κατά το χρόνο της υποκατάστασης, όπως και αυτές που του παρέχουν το δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή. Μπορεί επίσης, να αντιτάξει ενστάσεις κατά του κύρους του ασφαλιστηρίου, αφού η ασφαλιστική σύμβαση αποτελεί προϋπόθεση για την υποκατάσταση (ΑΠ 848/2002).

Δ. Οι εν λόγω ενστάσεις πρέπει να γεννήθηκαν μέχρι την υποκατάσταση του ασφαλιστή. Συνεπώς, μετά το χρόνο αυτό μπορεί ο τρίτος εναγόμενος από τον ασφαλιστή να προτείνει μόνο ενστάσεις που έχει κατά του ασφαλιστή εξ ιδίου δικαίου, όπως, ότι παραγράφηκε η αξίωση, ή που συνάπτονται ευθέως με την ενεργητική νομιμοποίηση του υποκαθισταμένου ασφαλιστή (άρθρο 174 ΑΚ, ΑΠ 842/2002).

Ε. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι απαραίτητα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της αξίωσης του ασφαλιστή, ο οποίος αποζημιώνοντας τον ασφαλισμένο και στο βαθμό που το έπραξε, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του τελευταίου έναντι του τρίτου υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι, πέραν από την αναφορά της ασφαλιστικής σύμβασης και τους όρους αυτής, καθώς της καταβολής του ασφαλίσματος στον ασφαλισμένο, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, και η ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε, με προσδιορισμό των ασφαλισθέντων αντικειμένων, που υπέστησαν βλάβη ή καταστροφή, κατ’ είδος, ποσότητα και αξία (ΕφΑθ 3020/2015, ΤρΕφΠειρ 509/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης, ή παράλειψης, του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες. Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη, ή παράλειψη, του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει την ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας, ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθ αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.

Α. Ποιοι δικαιούνται αποζημίωση από τροχαίο ατύχημα

Δικαιούχοι της αποζημίωσης από την ασφαλιστική εταιρεία, με ευθεία αξίωση κατά αυτής,είναι οι «τρίτοι», που υπέστησαν ζημία από το τροχαίο ατύχημα   

Κατά το άρθρο 7 του  πδ. 237/1986 δεν θεωρούνται «τρίτοι», α) ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε την ζημία, β) κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης, γ) εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δ) οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρείας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα.

Θεωρούνται τρίτοι, και έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, οι συγγενείς του οδηγού του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία, ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφαλίσεως, ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 ΠΔ 237/86).

Σημειώνεται ότι οι συγγενείς του οδηγού έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, μόνο για την ζημία που οι ίδιοι έχουν υποστεί και μόνο σε περίπτωση θανατώσεως αυτών συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος δικαιούται η οικογένειά τους να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ως και λοιπές θετικές ή αποθετικές ζημίες και όχι οι ίδιοι από την θανάτωση του οδηγού συγγενούς τους, ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως, ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση Αν το θύμα είναι ο ίδιος οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος και η θανάτωσή του οφείλεται αποκλειστικώς σε δική του υπαιτιότητα, δεν ιδρύεται δικαίωμα αποζημίωσης των συγγενών του και εντεύθεν υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου του για την κάλυψή της (ΑΠ 1114/2000).

Β. Οι πρώτες ενέργειες

α) Να σταματήσουμε στον τόπο του ατυχήματος, χωρίς να δημιουργήσουμε προσθέτους κινδύνους στην κυκλοφορία.
β) Να προσφέρουμε την αναγκαία βοήθεια  στους παθόντες.

γ) Να ανταλλάξουμε τα στοιχεία της ταυτότητάς μας καθώς και κάθε χρήσιμη πληροφορία.

δ) Να εμποδίσουμε οποιαδήποτε μεταβολή των στοιχείων (μετακίνηση οχημάτων, εξαρτημάτων κ.α) στον τόπο του ατυχήματος, που θα μπορούσε να δυσχεράνει το έργο της Τροχαίας.

γ) Να  ειδοποιήσουμε την Τροχαία. Η Τροχαία καταγράφει το ατύχημα, σύμφωνα με τις δηλώσεις των οδηγών και συντάσσει δελτίο συμβάντος, το οποίο χορηγεί στους εμπλακέντες.

Αν δεν υπάρξει τραυματισμός αρκεί το δελτίο συμβάντος της Τροχαίας, αν δε ο υπαίτιος οδηγός αποδέχεται ευθύνη, αρκεί η υπογραφή του εντύπου φιλικού διακανονισμού.

Αν υπάρξει τραυματισμός σχηματίζει σχετική δικογραφία με έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, λαμβάνει καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων και πράττει ότι άλλο κριθεί αναγκαίο, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου.

Γ. Οι επόμενες ενέργειες

α) Προκειμένου υλικών ζημιών του οχήματος επικοινωνούμε με την υπόχρεα σε αποζημίωση ασφαλιστική εταιρεία (η ασφάλιση είναι υποχρεωτική από τον νόμο) για να εκτιμήσει την ζημία του οχήματος. Ο πραγματογνώμονας συντάσσει πραγματογνωμοσύνη, όπου καταγράφει τις συνθήκες του ατυχήματος, φωτογραφίζει το όχημα και αναλύει την δαπάνη επισκευής του οχήματος. Στην συνέχεια, ή κλείνει εξώδικα η υπόθεση με εξώδικη καταβολή της αποζημίωσης από την υπόχρεα ασφαλιστική εταιρεία, ή την δική μας σε περίπτωση φιλικού διακανονισμού, ή καταφεύγουμε στο δικαστήριο, εφ όσον η ασφαλιστική εταιρεία αρνείται αποζημίωση, ή η προτεινόμενη είναι κάτω των απαιτήσεών μας.  

β) Προκειμένου σωματικών βλαβών, συλλέγουμε την δικογραφία από την Τροχαία, ιατρικές γνωματεύσεις νοσηλείας σε νοσοκομεία, ιατρικές αποδείξεις και λοιπά έξοδα νοσηλείας, τυχόν δαπάνες φυσιοθεραπείας, φάρμακα, αποκλειστικής νοσοκόμας και οικιακής βοηθού και ότι άλλο έχει δαπανηθεί, ή απαιτείται για την αποκατάσταση της υγείας. Στην συνέχεια απευθυνόμαστε στην υπόχρεα ασφαλιστική εταιρεία, και, ή κλείνει εξώδικα η υπόθεση με εξώδικη καταβολή της αποζημίωσης, ή καταφεύγουμε στο δικαστήριο, εφ όσον η ασφαλιστική εταιρεία αρνείται αποζημίωση, ή, η προτεινόμενη είναι κάτω των απαιτήσεών μας.

Δ. Η αποζημίωση σε υλικές ζημίες οχήματος, περιλαμβάνει  

α) Αποζημίωση υλικών ζημιών οχήματος 

β) Αποζημίωση για μείωση αξίας οχήματος

γ) Αποζημίωση για έξοδα μετακίνησης με ταξί

δ) Αποζημίωση μεταφοράς οχήματος    

ε) Απώλεια εισοδήματος από την μη χρήση του οχήματος 

στ) Αποζημίωση για μίσθωση άλλου οχήματος  

ζ)  Αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης

Ε. Η αποζημίωση σε σωματική βλάβη, περιλαμβάνει 

α) Αποζημίωση για νοσήλια

β) Αποζημίωση για μελλοντικές δαπάνες αποκατάστασης υγείας  

γ) Αποζημίωση δαπάνης αποκλειστικής νοσοκόμας και οικιακής βοηθού 

δ) Αποζημίωση καταστροφής ατομικών ειδών 

ε) Αποζημίωση για βελτιωμένη διατροφή

στ) Αποζημίωση απώλειας εισοδήματος

ζ) Αποζημίωση απώλειας διαφυγόντων κερδών

η) Αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης

θ) Αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης

ι) Αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών τέκνου

ια) Αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών συζύγου

ΣΤ. Η αποζημίωση σε θανάτωση, περιλαμβάνει 

α) Δαπάνες κηδείας, κατασκευής τάφου

β) Αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης

γ) Αποζημίωση για στέρηση διατροφής τέκνου

δ) Αποζημίωση για στέρηση διατροφής συζύγου

ε) Αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών τέκνου

στ) Αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών συζύγου 

(Σημείωση συντάκτη Χρ. Καραμπάγια: Αναλυτικά για τις αποζημιώσεις βλ. σχετικές αναρτήσεις).

Α. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της ανικανότητας, ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον. Δεν απαιτείται γι αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Στο νομοθετικό αυτό ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους, διαφυγόντα κέρδη θεωρούνται και τα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ή κατά τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις μετά πιθανότητας προσδοκόμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος- ζημιωθείς, αν δεν μεσολαβούσε το αδικοπρακτικό γεγονός, θα προσπορίζετο (ΑΠ 706/2009, ΑΠ 600/2009, ΜονΠρΠειρ 295/2011).

Β. Για το ορισμένο της αγωγής πρέπει τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, και οι ειδικές περιστάσεις, αλλά και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί, δηλαδή, η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη (ΑΠ 706/2009, ΑΠ 600/2009, ΜονΠρΠειρ 295/2011).

Γ. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία, θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφ άπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.

Δ. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στη τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ε. Περίπτωση μελλοντικών στερήσεων λόγω βλάβης του σώματος ή της υγείας, η οποία συνεπάγεται αποκαταστατέα περιουσιακή ζημία για το θύμα, είναι εκείνη κατά την οποία λόγω της βλάβης αυτής επηρεάζεται, μειώνεται, ή αναιρείται, η δύναμη του θύματος για εργασία και η ικανότητα του για κτήση εισοδημάτων. Το πρώτο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είναι η ικανότητα για την άσκηση του επαγγέλματος με το οποίο συνήθιζε να ασχολείται το θύμα, πριν συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Πχ. ένας τραυματισμός στο πόδι δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο την ικανότητα προς εργασία και συνεπώς την δυνατότητα απόκτησης εισοδημάτων ενός αγρότη και ενός υπάλληλου γραφείου. Γίνεται φανερό ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται συγκεκριμένα με βάση τις ατομικές συνθήκες και ιδιαιτερότητες, αφού ο ίδιος τραυματισμός δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο την ικανότητα προς εργασία σε όλες τις περιπτώσεις, όπως επίσης και η μείωση της ικανότητας για εργασία δεν προκαλεί πάντα την ίδια περιουσιακή ζημία στον παθόντα, ή είναι πιθανόν ακόμα και να μην συνεπάγεται καμία περιουσιακή απώλεια για το θύμα. Το τελευταίο γίνεται φανερό σε περιπτώσεις που ο παθών είναι άνεργος, ή δεν εργαζόταν πριν υποστεί την βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για άλλους λόγους είτε αντικειμενικούς είτε υποκειμενικούς (λόγω του νεαρού της ηλικίας του).

ΣΤ. Επομένως η ικανότητα για εργασία και η ικανότητα για απόκτηση εισοδημάτων δεν ταυτίζονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του μη εργαζόμενου μέχρι την ημέρα του ατυχήματος  λόγω του νεαρού της ηλικίας του, του οποίου επηρεάζεται μεν η ικανότητα για εργασία λόγω της βλάβης στην υγεία ή στο σώμα του, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται για τον ίδιο απώλεια εισοδημάτων, καθώς κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν είχε έσοδα από εργασία.

Ζ. Από την άλλη πλευρά απαιτείται η πρόβλεψη για το τι θα στερηθεί στο μέλλον αυτός που υπέστη την βλάβη, καθ’ ότι ο μη εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του ατυχήματος, δεν μπορεί να αποδείξει ότι, με βάση τις επαγγελματικές του ικανότητες και την κατάσταση που παρουσιάζει η αγορά εργασίας στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο, είναι σε θέση να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας στο προσεχές χρονικό διάστημα, εάν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός.

Η. Για την εφαρμογή, επομένως, του άρθρου 929 ΑΚ, αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδημάτων από εργασία. Σε κάθε περίπτωση, η μελλοντική ζημία από διαφυγόντα εισοδήματα που ο τραυματισθείς μη εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του ατυχήματος ζητεί να αποκατασταθεί, πρέπει να είναι προβλεπτή, τόσο ως προς την ύπαρξη, όσο και ως προς την έκτασή της, και να μην εξαρτάται από μελλοντικούς απρόβλεπτους παράγοντες, όπως την δυνατότητά του να εργασθεί μελλοντικά.

Α. Από τα άρθρα 298 και 929 ΑΚ προκύπτει ότι ο παθών από τροχαίο ατύχημα μπορεί να αναζητήσει από τον υπαίτιο του τραυματισμού του αποζημίωση για  κάθε δαπάνη που κατέβαλε για καλύτερη διατροφή, ώστε να αποκατασταθεί η υγεία του. Η χορήγηση της βελτιωμένης τροφής προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, από την φύση των τραυμάτων, την έκταση αυτών, τον κίνδυνο μικροβιακής επιμόλυνσης και από την ανάγκη για ταχύτερη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των κακώσεών της (ΑΠ 1276/2005).

Β. Για το ορισμένο της αγωγής ο παθών-ενάγων πρέπει να επικαλείται ότι οι τροφές που κατανάλωσε, σύμφωνα με τις διατροφικές συνθήκες που έχουν καθιερωθεί με βάση την επικρατούσα κοινωνική και οικονομική κατάσταση, δεν περιλαμβάνονται στο καθημερινό διαιτολόγιο ενός μέσου ανθρώπου. Εάν το αιτούμενη αποζημίωση αφορά συνήθη σε ποσότητα και ποιότητα κατανάλωση τροφών, ενδεικνυόμενη για όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως σωματικών βλαβών, η αγωγή απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη (ΑΠ 1453/2013).

Κατά το άρθρο 298 εδ. α ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Α. Επομένως, μπορεί να αναζητηθεί από τον αναίτιο του τροχαίου ατυχήματος αποζημίωση για καταστροφή των ενδυμάτων και λοιπών προσωπικών του ειδών.

Β. Για το ορισμένο της αγωγής είναι αρκετό να προσδιορίζεται το είδος και η αξία καθενός των αντικειμένων αυτών και δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται η μάρκα και ημερομηνία αγοράς τούτων σε σχέση με το ατύχημα, αφού μπορεί από τις αποδείξεις να προκύψει η μάρκα και η παλαιότητα τούτων (ΕφΠειρ 475/2009).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ συνάγεται, ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος και ειδικότερα του ιδιοκτήτη, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας, αναγόμενης στην αντικειμενική αξία του πράγματος κατά το χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως της αγωγής.

Α. Για το ορισμένο της αγωγής αρκούν τα στοιχεία αυτά, εφ όσον τα περιστατικά που προσδιορίζουν την αξία του πράγματος μπορούν να προκύπτουν και από τις αποδείξεις (ΑΠ 183/1991, 1046/2011).

Β. Σε περίπτωση ολοκληρωτικής βλάβης ή καταστροφής του οχήματος, όπως συμβαίνει α) όταν είναι τεχνικά αδύνατη η αποκατάσταση των βλαβών, ή β) όταν είναι μεν τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών, αλλά η αποκατάσταση θα απαιτήσει χρόνο και κυρίως, δαπάνες, των οποίων το ύψος, είτε είναι ίσο, είτε υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση άλλου, ισάξιου με το ζημιωθέν, οχήματος, η αποκατάσταση αυτή είναι ασύμφορη οικονομικά. Στην περίπτωση αυτή ο ιδιοκτήτης του οχήματος δικαιούται ως αποζημίωση την εμπορική (αγοραία) αξία του.

Γ. Αν ο ιδιοκτήτης του ζημιωθέντος οχήματος προέβη στην επισκευή του, αλλά η  επισκευή αποδεικνύεται ότι ήταν οικονομικά ασύμφορη, αφού το ποσό που διατέθηκε ήταν σχεδόν ίσο με την αξία που το όχημα είχε πριν από τη σύγκρουση, ή και περισσότερο, ενώ συγχρόνως, μειώνεται ουσιωδώς η εμπορική του (αγοραία)  αξία, τότε αυτός, επειδή παραβαίνει το καθήκον του για περιορισμό της ζημίας του του άρθρου 300 ΑΚ, πρέπει να επωμισθεί κατά το υπερβάλλον την ζημία που υπέστη και να αποζημιωθεί με την εμπορική  (αγοραία) αξία του οχήματος (ΑΠ 638/2019, ΑΠ 1034/2018).

Από την διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, που ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει, ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, συνάγεται ότι στην περίπτωση που, εξ αιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του παθόντος σωματικές βλάβες από τροχαίο ατύχημα, αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου - οικιακής βοηθού, για την φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεών του, συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την πιο πάνω ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου. Και τούτο, γιατί η μη καταβολή ανταλλάγματος, στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος.

α) Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, μπορεί να είναι και ο σύζυγος, οι γονείς, τα πεθερικά ή άλλα στενά συγγενικά, αλλά και φιλικά πρόσωπα.

β) Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις, αναγκαίως, αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες αυτών, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει, από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, τουλάχιστον το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα το προσλάβανε για το σκοπό αυτόν, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κατέβαλε κανένα τέτοιο ποσό στους παραπάνω οικείους του, οι οποίοι, με υπερένταση μερικές φορές των δυνάμεών τους και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών τους, ασχολούνται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος συγγενούς ή φίλου τους (ΑΠ 752/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 132/2010).

Κατά το άρθρο 298 εδ. α ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 929 εδ. α ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του.

α) Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για την σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, όπως είναι, ενδεικτικά, οι καταβολές για αγορά φαρμάκων, οι αμοιβές γιατρών, η δαπάνη για την παραμονή στο νοσοκομείο, ή την κλινική, για την φυσικοθεραπεία, για μίσθωση ταξί προς μεταφορά του παθόντος σε νοσοκομείο, ή για τη μετάβασή του σε εξετάσεις και παρακολούθηση, για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου, είτε στην οικία του, είτε στο νοσοκομείο, για την λήψη βελτιωμένης τροφής, για τα εν γένει έξοδα συνοδού σε περίπτωση μετακίνησής του σε άλλη πόλη, εφ όσον η παρουσία του συνοδού κρίνεται αναγκαία κ.ά.

β) Η οφειλόμενη αποζημίωση θα καταβληθεί με κριτήριο την αναγκαιότητα, ή όχι, πραγματοποίησης της δαπάνης (ΑΠ 752/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1935/2013, ΑΠ 2176/2009).

Κατά το άρθρο 298 εδ. α ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Συνεπώς, σε τροχαίο ατύχημα ο παθών μπορεί να αναζητήσει από τον υπαίτιο του ατυχήματος τα έξοδα μετακινήσεως με αγοραίο όχημα (ταξί) είτε λόγω τραυματισμού, είτε λόγω στερήσεως της χρήσεως αυτοκινήτου. Για το ορισμένο της αγωγής δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται η χιλιομετρική απόσταση για κάθε μετακίνηση, ούτε να μνημονεύονται οι σχετικές αποδείξεις, αφού από τις αποδείξεις θα κριθεί η αναγκαιότητα της μισθώσεως ταξί και η σχετική δαπάνη (ΕφΠειρ 475/2009).

πόσπασμα από την ΑΠ 199/2018) «…η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων.

Ειδικότερα: κατά το άρθρ. 12 παρ. 1, "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους...". Επίσης, α) κατά το άρθρ. 19 παρ. 1 "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", β) κατά το άρθρ. 19 παρ. 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν κατά δε την παρ. 3, "ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα τουοχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων...".

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2696/ 1999 - ΚΟΚ για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού, νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές". Εξάλλου, παραχώρηση προτεραιότητας, κατά το ίδιο άρθρο 2 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, είναι "η υποχρέωση οδηγού οχήματος να μη συνεχίσει ή επαναλάβει την κίνηση ή τους ελιγμούς του, εάν, ενεργώντας κατʼ αυτόν τον τρόπο μπορεί να υποχρεώσει τους οδηγούς άλλων οχημάτων να μεταβάλλουν απότομα την κατεύθυνση ή την ταχύτητα τωνοχημάτων τους" (ΑΠ 144/2017).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του παραπάνω νόμου ορίζεται ότι, "στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας...", κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία...".

Επίσης, κατά το άρθρο 4 παρ. 3 ορίζεται ότι "οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες ... μέχρι ... τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων είναι: ... Υποχρεωτική παραχώρηση προτεραιότητας. Η πινακίδα αυτή σημαίνει ότι στον κόμβο προ του οποίου τοποθετείται οι οδηγοί πρέπει να παραχωρούν την προτεραιότητα στα οχήματα, τα οποία κινούνται στην άλλη οδό.... ... υποχρεωτική διακοπή πορείας. 1) Η πινακίδα αυτή που τοποθετείται πριν από τον κόμβο σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει. 2) Η αυτή πινακίδα που τοποθετείται σε άλλα σημεία, πλην κόμβου, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος στη θέση της πινακίδας και μη εκ νέου εκκίνηση μέχρις ότου βεβαιωθεί ο οδηγός του ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο".

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του ιδίου κώδικα ορίζεται ότι "ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα".

Επομένως, δεν αποκλείεται κατά τις περιστάσεις να κριθεί συνυπαίτιος και ο οδηγός, ο οποίος πλησιάζοντας σε ισόπεδο κόμβο, αν και είχε προτεραιότητα, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων των άρθρων 12 και 19 ΚΟΚ, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, ρυθμίζοντας την ταχύτητά του, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου, εφόσον η προτεραιότητα του τελευταίου δεν είναι απόλυτη (ΑΠ 1658/2002).

Επίσης, η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 περ. 1 του ίδιου νόμου Ν. 2696/1999 ορίζει ότι "αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς οφείλουν να καταβάλλουν ιδιαίτερη προσοχή όταν πλησιάζουν ή διασχίζουν σιδηροδρομικές διαβάσεις και να τηρούν τους πιο κάτω κανόνες: α)..., β) προ ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης χωρίς κινητά φράγματα ή φωτεινή σηματοδότηση, που επισημαίνεται με πινακίδες υποχρεωτικής διακοπής πορείας ... και πλησίον σιδηροδρομικής διάβασης με πινακίδα ..., ο οδηγός υποχρεούται να διακόπτει την πορεία του στην ειδική προς τούτο γραμμή ή σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοια, στη θέση που βρίσκονται οι πινακίδες και να μην εκκινεί, αν δεν βεβαιωθεί ότι δεν πλησιάζει σιδηροδρομικός συρμός".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα η πινακίδα ... προειδοποιεί για "κίνδυνο λόγω άμεσης γειτονίας ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης, χωρίς κινητά φράγματα, διπλής ή πολλαπλής σιδηροδρομικής γραμμής".

Τέλος, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ίδιου Ν. 2696/1999 ορίζεται ότι "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγητική ικανότητα του οδηγού", ενώ κατά την παράγραφο 6 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "όποιος διαπιστώνεται ότι οδηγεί όχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος τιμωρείται με πρόστιμο... εάν η μεγίστη συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του κυμαίνεται από 0,50 γρ/ανά λίτρο".

Σύμφωνα με το άρθρο 12 του πδ. 237/1986 ο κύριος, ή κάτοχος, του αυτοκινήτου που το θέτει σε κυκλοφορία, ή ανέχεται να το κυκλοφορεί άλλος, χωρίς να είναι ασφαλισμένο, τιμωρείται με φυλάκιση από (2) μέχρι (12) μηνών και πρόστιμο μέχρι (3.000) ευρώ. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και όποιος θέτει σε κυκλοφορία αυτοκίνητο που δεν ανήκει σ' αυτόν και δεν είναι ασφαλισμένο

Η σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου οχήματος λύνεται οποτεδήποτε με έγγραφη συμφωνία.

Ο ασφαλισμένος μπορεί να καταγγέλλει την ασφαλιστική σύμβαση οποτεδήποτε, με επιστολή που αποστέλλεται, είτε με μορφή τηλεομοιοτυπίας, είτε ηλεκτρονικά, στα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφει η ασφαλιστική επιχείρηση στην επίσημη ιστοσελίδα της και στα κάθε είδους έντυπά της. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης αυτής στην ασφαλιστική επιχείρηση.

Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί, με επιστολή, να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον ασφαλισμένο και βαρύνεται με την απόδειξη της παράβασης. Με την δήλωση της καταγγελίας, η οποία απευθύνεται στον ασφαλισμένο, γνωστοποιείται ότι, η μη συμμόρφωσή του με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης.

Η επιστολή αποστέλλεται στην διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του ασφαλισμένου, που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο. Ως κατοικία ή διαμονή, θεωρείται και η τελευταία διεύθυνση που ο ασφαλισμένος δήλωσε εγγράφως στην ασφαλιστική επιχείρηση. Τα αποτελέσματα της επιστολής επέρχονται ανεξάρτητα από την άρνηση του ασφαλισμένου να παραλάβει αυτή ή τη μη ανεύρεσή του στις διευθύνσεις κατοικίας, ή διαμονής, ή την μη προσέλευσή του στο ταχυδρομείο για την παραλαβή της.

Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ισχύος της σύμβασης η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου. Η ενημέρωση δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από την (30) ημέρα από την αποστολή της σχετικής επιστολής. Η ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να αντιτάξει έναντι του τρίτου ζημιωθέντος την λύση της σύμβασης ασφάλισης μόνον μετά την πάροδο (16) ημερών από την ενημέρωση.

Σύμφωνα με το άρθρο 9 του πδ. 237/1986, ο ασφαλισμένος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε ατύχημα που αφορά το ασφαλισμένο αυτοκίνητο όχημα αμέσως, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και το αργότερο εντός (8) εργάσιμων ημερών, αφότου έλαβε γνώση του ατυχήματος.

Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να προβεί σε κάθε δυνατή ενέργεια για τον περιορισμό της ζημίας και να παρέξει στον ασφαλιστή κάθε πληροφορία και έγγραφο που προβλέπονται στο ασφαλιστήριο. Ομοίως, υποχρεούται να παρέξει στον ασφαλιστή, εφ όσον του ζητηθεί, κάθε άλλη πληροφορία και έγγραφο που είναι στη διάθεσή του και κρίνονται αναγκαία στο πλαίσιο δίκης την οποία διεξάγει, ή προτίθεται να διεξαγάγει, ο ασφαλιστής.

Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των παραπάνω υποχρεώσεων ο ασφαλισμένος μπορεί να υποχρεωθεί,  με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, να καταβάλει στον ασφαλιστή αποζημίωση μέχρι (2.000) ευρώ.

Σύμφωνα με το άρθρο 8 του πδ. 237/1986, αν μεταβιβαστεί η κυριότητα του αυτοκινήτου οχήματος αιτία θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονομούμενου από την ασφάλιση, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον κληρονόμο, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για την μη αποδοχή τους εντός (30) ημερών από τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου της.

Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα, ή η κατοχή, του οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η ασφαλιστική σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων. Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια.

Αν, μετά την μεταβίβαση του οχήματος, συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο όχημα, η υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Σύμφωνα με το άρθρο 11 του πδ. 237/1986, αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις, ισχύει μόνο η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση, ή καταγγελία.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του πδ 237/ και του ν. 4261/2014, αν το ασφαλισμένο όχημα έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου για το ίδιο χρονικό διάστημα σε περισσότερες ασφαλιστικές εταιρείες ο ασφαλισμένος οφείλει να γνωστοποιεί εγγράφως χωρίς καθυστέρηση τις ασφαλίσεις αυτές και τα ασφαλιστικά ποσά.

Οι ασφαλίσεις σε όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας.

Η παράλειψη χρήσης προστατευτικού κράνους από οδηγό μοτοσικλέτας επιβάλλεται από το νόμο 2696/99 (αρ. 16 παρ. 6 και 101 παρ. 1 ΚΟΚ). Λαμβάνεται υπ όψιν και θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα του μοτοσικλετιστή, εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις επελθούσες σωματικές κακώσεις.

Αν από το είδος και τον τρόπο επέλευσης των σωματικών κακώσεων του μοτοσικλετιστή, η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή να αποτρέψει το αποτέλεσμα, τότε λείπει η αναγκαίως απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και η παράλειψη της χρήσης του κράνους δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του (ΑΠ 1741/2011, 619/2000).

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος για αξιώσεις από τραυματισμό, ή θανάτωση, του οδηγού μοτοσικλέτας ότι, ως εκ του είδους και του τρόπου επέλευσης των σωματικών κακώσεων του, η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή να αποτρέψει το αποτέλεσμα, αποτελεί άρνηση της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράλειψης χρήσης του κράνους και του επελθόντος αποτελέσματος, ώστε η παράλειψη της χρήσης του προστατευτικού κράνους δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητα (ΑΠ 102/2016).

1) Κάθε αξίωση / απαίτηση / του παθόντος τρίτου από τροχαίο ατύχημα κατά του υποχρέου σε αποζημίωση και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, που πηγάζει από το ασφαλιστήριο, παραγράφεται μετά (5) έτη από την επέλευση του ατυχήματος.

2) Κάθε αξίωση / απαίτηση / του λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένου / κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, που πηγάζει από το ασφαλιστήριο, παραγράφεται μετά (4) έτη από το τέλος του έτους στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε τον ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», ως ισχύει, εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται

 α) Από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης, που προβλέπεται από τον νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί.

Δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται κατά πόσο η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, γιατί πρόκειται για τυπική περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη. Ο ισχυρισμός του οδηγού, ότι γνωρίζει να οδηγεί, ή ότι λείπει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης της άδειας αυτής και του ατυχήματος, δεν ασκεί επιρροή (ΑΠ 71/2017, ΑΠ 324/2016, ΑΠ 322/2020).

β) Από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του ΚΟΚ, εφ όσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

γ) Από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφ όσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Β. Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Γ. Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις παραπάνω εξαιρέσεις, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο.

Δ. Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του και έναντι των ζημιωθέντων επιβατών από οδηγό, που τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, λόγω του ότι αυτοί γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν, ότι ο οδηγός βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά το χρόνο του ατυχήματος. Κάθε αντίθετη συμβατική ρήτρα ασφαλιστηρίου συμβολαίου θεωρείται ανίσχυρη ως προς τις αξιώσεις που προβάλει ο επιβάτης αυτός.

Ε. Με την σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των παραπάνω εξαιρέσεων και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, μόνο εφ όσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν  προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη.

ΣΤ. Ο ασφαλιστής, ασκώντας αγωγή εξ αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, λόγω παραβάσεως του καθιερούμενου ασφαλιστικού βάρους, οφείλει να επικαλεσθεί μόνο το αντικειμενικό περιστατικό της παραβάσεως αυτής. Επειδή είναι δεδομένη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος δεν είναι απαραίτητη η επίκληση της υπαιτιότητας των εξ αναγωγής υποχρέων στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, γιατί  προϋπόθεση της βασιμότητας της αναγωγής είναι η προηγούμενη ευδοκίμηση της κύριας αγωγής, που προϋποθέτει υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (ΑΠ 997/2014, ΑΠ 322/2020).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων  18 του ν. 1654/1986, 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 και 18 του ν. 4476/1965, όπως ισχύουν και διατηρήθηκαν σε ισχύ  μετά την εισαγωγή του ΕΦΚΑ, προκύπτει ότι, εφ όσον ο ασφαλισμένος στον ΕΦΚΑ μπορεί να αξιώσει από τρίτον αποζημίωση για ζημία που προξενήθηκε σε αυτόν λόγω σωματικής βλάβης ή αναπηρίας, η αξίωση αυτή από τότε που γεννιέται μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στον ΕΦΚΑ στην έκταση που το τελευταίο οφείλει ασφαλιστικές παροχές στο δικαιούχο της αποζημίωσης, ώστε ο παθών δεν δικαιούται ν' απαιτήσει σωρευτικά, τόσο την αποζημίωση από τον υπόχρεο τρίτο, όσο και τις ασφαλιστικές παροχές από τον ΕΦΚΑ στην έκταση που μεταξύ τους υπάρχει ποσοτική, ποιοτική και λειτουργική αντιστοιχία.

Β. Ο ΕΦΚΑ για τις παροχές στο ασφαλισμένο του, έχει απ' ευθείας αξίωση από τον νόμο κατά του υπόχρεου προς αποζημίωση, υποκαθιστάμενος, αυτοδικαίως, κατά το ποσό των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών, στην αξίωσή του κατά του υπόχρεου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και τα κονδύλια που κατέβαλε, ή οφείλει σε αυτόν ο ΕΦΚΑ, από την σχέση κοινωνικής ασφαλίσεως που τους συνδέει, γιατί ως προς αυτά, δεν είναι πλέον δικαιούχος.

Γ. Αν ο παθών, ασφαλισμένος στον ΕΦΚΑ, ασκήσει κατά του ασφαλιστή αγωγή αποζημιώσεως, στην οποία αντιστοιχεί κάποια παροχή του ΕΦΚΑ, η αγωγή αυτή είναι ενεργητικώς ανομιμοποίητη (ΑΠ 601/2010, ΑΠ 756/2019).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που έχει επέλθει.

Β. Ο οδηγός αυτοκινήτου, που κινείται σε οποιαδήποτε οδό, υποχρεούται, κατ άρθρο 19 παρ. 1, 2, 3 ΚΟΚ να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας συνεχώς υπ όψιν του τις επικρατούσες συνθήκες και να  καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας.

Γ. Σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 1 ΚΟΚ οι πεζοί υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τα πεζοδρόμια, ή τα ειδικά για αυτούς ερείσματα. Kατ εξαίρεση, μπορούν να χρησιμοποιούν το οδόστρωμα, αφoύ λάβουν τις αναγκαίες προφυλάξεις.

Δ. Σύμφωνα με άρθρο 38 παρ. 4 ΚΟΚ, οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται, αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, αν στη διάβαση πεζών την οποία πρόκειται να χρησιμοποιήσουν, υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες πεζών, να συμμορφώνονται στα σήματά τους και να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα χωρίς να βραδυπορούν, ή να σταματούν σε αυτό αδικαιολόγητα.

Ε. Η μη συμμόρφωση των πεζών προς τις άνω επιβαλλόμενες  υποχρεώσεις, αν και δεν θεμελιώνουν, μόνο αυτές, υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος, αποτελούν, όμως, αναμφιβόλως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη ουσιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης υποχρέωσης και του επελθόντος αποτελέσματος.

ΣΤ. Με το άρθρο 50 ΚΟΚ καθιερώνεται τεκμήριο υπαιτιότητας του πεζού, όταν ο πεζός δεν κυκλοφορεί συννόμως, ο δε ζημιώσας οδηγός κυκλοφορεί συννόμως. Το βάρος αποδείξεως μετατίθεται στον ζημιωθέντα πεζό, που οφείλει να αποδείξει ότι αυτός δεν φταίει, ώστε να απαλλαγεί από το μαχητό τεκμήριο υπαιτιότητας.

Από την διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρο Ν. ΓΠΝ/1911), προκύπτει, ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Έτσι επί εκτροπής επιβατικού αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης και αδυναμίας εντεύθεν να το οδηγήσει με ασφάλεια, ο συνεπιβάτης, που εμπιστεύεται την μεταφορά του στον οδηγό αυτόν και τραυματίζεται κατά το εν λόγω ατύχημα, βαρύνεται με συντρέχον πταίσμα, αν γνώριζε, ή βάσει των περιστάσεων μπορούσε να γνωρίζει, την μειωμένη ικανότητα του οδηγού για οδήγηση συνεπεία της μέθης του (ΑΠ 1253/2007, ΕφΠειρ  372/2010).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 περ. ιβ ΚΟΚ, η στάση, ή στάθμευση, οχήματος απαγορεύεται στους αυτοκινητόδρομους και τις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, εκτός των χώρων στάθμευσης, που καθορίζονται με σήμανση.

Β. Κατά το άρθρο 2 ΚΟΚ, αυτοκινητόδρομος είναι «οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής για την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσικλετών, η οποία δεν εξυπηρετεί τις συνορεύουσες με αυτήν ιδιοκτησίες», ενώ οδός ταχείας κυκλοφορίας είναι, «οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής για την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσικλετών, η οποία δεν εξυπηρετεί τις συνορεύουσες με αυτήν ιδιοκτησίες παρά μόνο με παράπλευρες βοηθητικές οδούς και κόμβους».

Γ. Κατά την διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 29 ΚΟΚ, εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος και, αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ άρθρο 81 ΚΟΚ τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα, ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης (ΑΠ 1952/2017).

Κατά την διάταξη του άρθρου 4 ν. ΓΠΝ/1911 «διά πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά την λειτουργία του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρον 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης εν η περιπτώσει είναι τοιούτος άλλος, ή, ο κάτοχος ενέχεται μόνον μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου το οποίον παραχωρών εις το ζημιωθέν πρόσωπον δύναται, κατά την κρίσιν του δικαστηρίου, να απαλλαγεί πάσης άλλης αποζημιώσεως».

Α. Από την άνω διάταξη συνάγεται ότι, επειδή η ευθύνη του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος θεμελιώνεται, ανεξάρτητα από το αν αυτός, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, είναι οδηγός ή κάτοχος, (αντικειμενική ευθύνη), ο νόμος για να μετριάσει την αυστηρότητα της αντικειμενικής ευθύνης του ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν είναι κάτοχος ή οδηγός, περιορίζει ποσοτικά την ευθύνη του μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τον αμέσως πριν το ατύχημα χρόνο.

Β. Επομένως ο ιδιοκτήτης, ο οποίος δεν είναι κάτοχος ή οδηγός, ενέχεται μόνον μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου, το οποίο αν παραχωρήσει στο ζημιωθέν πρόσωπο, δύναται, κατά την κρίσιν του δικαστηρίου, να απαλλαγεί κάθε άλλης αποζημίωσης.

Γ. Ο περιορισμός αυτός της ευθύνης, που αντιτάσσεται μόνο κατά την βάση της αγωγής από το ν. ΓΠΝ/1911 και όχι κατά την ερειδόμενη στις διατάξεις 914, 922, 923 ΑΚ, ή άλλη ειδική διάταξη, γίνεται με την μορφή ένστασης, που έχει ως βάση ότι ο εκάστοτε ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου δεν είναι συγχρόνως και κάτοχος, ή οδηγός αυτού (ΑΠ 1024/2015).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που έχει επέλθει. Η υπαιτιότητα πληρούται και όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά ενέχει αμέλεια του δράστη, ήτοι μη καταβολή από μέρους του της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές. Η υπαιτιότητα συνιστά αυτοτελή προϋπόθεση, συντρέχει δε στο πρόσωπο του ζημιώσαντος, αν υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου, ή αμέλειας, ακόμη και ελαφριάς, η οποία κρίνεται βάσει του μέσου συνετού ανθρώπου (330 εδ. β΄ Α.Κ.), δηλαδή ελαφρά αφηρημένη αμέλεια. Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, που γεννά αδικοπρακτική ευθύνη, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας, που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου.

Β. Σε κάθε παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ, ακόμη και από ελαφρά αφηρημένη αμέλεια  (άρθρο 330 εδ. β ΑΚ) σύμφωνα με την διάταξη του  άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και ζημίας από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 επ. ΑΚ, συνάγεται ότι, αν εκείνος, που ζημιώθηκε, παρέλειψε να αποτρέψει, ή να περιορίσει την ζημία, το δικαστήριο, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαιτέρως το βαθμό του πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό της, εφ όσον  η παράλειψη του ζημιωθέντος να αποτρέψει, ή να περιορίσει την ζημία, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επιζήμιο αποτέλεσμα της σύγκρουσης των οχημάτων και της πρόκλησης ζημιών, δηλαδή όταν η εν λόγω παράλειψη ήταν, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Α. Από το άρθρο 6 παρ. 1 εδ.β του π.δ. 237/86, που ορίζει ότι «εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως» προκύπτει ότι δεν καλύπτεται ασφαλιστικά ο κύριος και ο κάτοχος που από πρόθεση προκάλεσαν ατύχημα σε τρίτο κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου.

Β. Ο ασφαλιστής επιτρεπτώς προβάλλει τη σχετική ένσταση απαλλαγής κατά του τρίτου, του άρθρου 11 παρ 1 του π.δ 237/86 μη εφαρμοζόμενου, αφού η απαγόρευση προβολής της σχετικής ένστασης έναντι του τρίτου αφορά ζημία προξενουμένη από οδηγό μη κύριο και κάτοχο (ΑΠ 1505/2012, ΑΠ 1060/2018).

Γ. Στην έννοια της πρόθεσης περιλαμβάνεται ο δόλος (άμεσος) ως και ο ενδεχόμενος δόλος,  ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 ΠΚ υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να προκληθούν υλικές ζημίες στο όχημα του άλλου και σωματικές βλάβες τουλάχιστον στην μία πλευρά και αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1272/2001, ΑΠ 1206/2000), Ενδεχόμενος δόλος υπάρχει στην περίπτωση που ο δράστης δεν επιδιώκει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά αποβλέπει σε κάτι άλλο, προβλέπει όμως ότι η εκπλήρωση της επιδίωξής του θα έχει ενδεχόμενη (πιθανή) συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και παρ όλα αυτά προχωρεί στην τέλεση της πράξης του. Αποδέχομαι δε τον κίνδυνο επέλευσης του αποτελέσματος σημαίνει σταθμίζω τα υπέρ και κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, επειδή αυτό μου είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικά το αποτέλεσμα. Όταν ο δράστης προβαίνει στο εγχείρημα, παρά το υψηλό ποσοστό κινδύνου, είναι λογικό να συμπεραίνουμε ότι αυτός αποδέχεται το αποτέλεσμα. 

Δ. Η ελπίδα, ή η απλή ευχή, ή επιθυμία του δράστη περί μη επέλευσης του από αυτόν προβλεπομένου ως ενδεχόμενου να επέλθει εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και η αδιαφορία του δράστη για το αποτέλεσμα, εντάσσονται κατά την ορθότερη και μάλλον κρατούσα άποψη στη νομολογία και στην επιστήμη στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου και όχι στο πεδίο της συγγενούς προς το ενδεχόμενο δόλο έννοιας της ενσυνείδητης αμέλειας, για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Το ότι η έννοια της ελπίδας, ή της απλής ευχής εντάσσεται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου προκύπτει από το γεγονός ότι η συνέχιση της κινδυνώδους δραστηριότητας, παρά την ύπαρξη ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, δείχνει ότι σπουδαιότερη για το δράστη είναι η επίτευξη του τελικού σκοπού του, παρά η διαφύλαξη του εννόμου αγαθού του οποίου πιθανολογείται η βλάβη (ΑΠ 1061/1997, ΑΠ 1124/95). Αλλωστε δεν είναι απαραίτητο ο δράστης για το αποτέλεσμα αυτό το οποίο ήλεγχε με την ενέργεια, ή την παράλειψή του, να είχε μέσα του συνεχώς εναργή την γνώση και την βούληση. Αρκεί ότι υπάρχει η επίγνωση στο περιθώριο της συνείδησής του.

Α. Από τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ προκύπτει ότι, στην περίπτωση θανάτου του ενός συζύγου και της συνακόλουθης απώλειας της δυνατότητας προσφοράς των προσωπικών του υπηρεσιών, ο επιζών σύζυγος δικαιούται να απαιτήσει, από τον υπαίτιο του θανάσιμου τραυματισμού, αποζημίωση για την στέρηση των υπηρεσιών, που συνιστούσαν την από το νόμο οφειλόμενη συμβολή του θύματος στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β ΑΚ. Πρόκειται για γνήσια αξίωση αποζημίωσης (ΑΠ 1308/2015, ΑΠ 1136/2014, ΑΠ 873/2012, ΑΠ 788/2010, ΑΠ 2331/2009),

Β. Η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας, που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση, εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων, από τον οποίο προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, βάσει των στοιχείων που εκτίθενται από τους διαδίκους (ΑΠ 1308/2015, ΑΠ 788/2010,  ΑΠ 170/2020, ΑΠ 1637/2018

Γ. Ο συσχετισμός των προσφερόμενων, κατά περίπτωση, υπηρεσιών είναι αναγκαίος όχι για να υπολογιστούν, αποτιμώμενα χρηματικώς, τα συνολικά εισοδήματα των δύο συζύγων και να επιμεριστούν στη συνέχεια για τον καθέναν ανάλογα με τις ανάγκες και την συμβολή του στη δημιουργία του οικογενειακού προϋπολογισμού, αλλά για να προσδιοριστεί το ύψος της απώλειας που υπέστη ο επιζών σύζυγος από τη μη προσφορά υπηρεσιών, τις οποίες είναι υποχρεωμένος να αναπληρώσει με την απασχόληση οικιακής βοηθού, την οποία όμως δεν είναι αναγκαίο και να προσλάβει (ΑΠ 84/2005, ΑΠ 1637/2018).

Δ. Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο δικαιούχος επιζών σύζυγος, στην σχετική αγωγή πρέπει να ισχυριστεί, και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει, τις ανάγκες της οικογένειας και τη ν δαπάνη που χρειάζεται για να αντιμετωπιστούν, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες της οικογενειακής ζωής (ΑΠ 1136/2014, ΑΠ 212/2013, ΑΠ 873/2012, ΑΠ 1363/2010, ΑΠ 2270/2014, ΑΠ 841/2017). 

Α. Κατά το άρθρο 928 εδ. β ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπαίτιος υποχρεούται να αποζημιώσει εκείνον που κατά νόμο είχε δικαίωμα να απαιτήσει από το θύμα διατροφή, ή παροχή υπηρεσιών.

Β. Η απορρέουσα από την διάταξη του άρθρου 928 εδ. β ΑΚ αξίωση αποζημίωσης έχει άμεση σχέση με την αξίωση διατροφής, γιατί τόσο η γέννηση του σχετικού δικαιώματος, όσο και το οφειλόμενο ποσό προσδιορίζομαι από τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ για την διατροφή ανιόντων - κατιόντων, που όφειλε το θύμα σε εκείνον που ζητά αποζημίωση από τον υπεύθυνο για τη θανάτωση του υπόχρεου διατροφής.

Γ. Οι γονείς έχουν κοινή υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους ανάλογα με τις δυνάμεις τους, και το ανήλικο τέκνο έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφ όσον δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και λοιπές βιοτικές συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του (ΑΠ 823/2000).

Δ. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση της ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες τη ζωής του και περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για την συντήρησή του έξοδα και επιπλέον έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης, ή την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου.

Ε. Η μητέρα που δεν εργάζεται επαγγελματικά εκπληρώνει την υποχρέωση παροχή διατροφής στα ανήλικα τέκνα της με τις φροντίδες και περιποιήσεις της, οι οποίες αποτιμώνται σε χρήμα για να υπολογιστεί το ποσό της διατροφής, που της αναλογεί για την παροχή της διατροφής (ΑΠ 72/2020).

ΣΤ. Για τον προσδιορισμό της λαμβάνονται υπ όψιν η πιθανή διάρκεια της ζωής του θύματος και του δικαιούχου και η πιθανή εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης (ΑΠ 1361/2010, ΑΠ 925/2004).

Ζ. Στοιχεία θεμελιωτικά του δικαιώματος διατροφής τέκνου, τα οποία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, να περιέχονται στη σχετική αγωγή για το ορισμένο αυτής, είναι α) η αδυναμία του τέκνου να διατρέφει τον εαυτό του, τα εισοδήματα του, ή την περιουσία του, β) τα περιουσιακά στοιχεία εκάστου γονέα και γ) το χρηματικό ποσό που χρειάζεται το τέκνο για την διατροφή του.

Η. Ο εναγόμενος προς καταβολή ολόκληρου του ποσού της διατροφής δύναται να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση (άρθρο 262 ΚΠολΔ), ότι και ο άλλος γονέας είχε  την οικονομική δυνατότητα να καλύψει μέρος της διατροφής του τέκνου. Την ένσταση αυτή το δικαστήριο δεν την εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1322/2013, ΑΠ 204/2010, ΑΠ 1388/2009, ΑΠ 124/2017).

Α. Κατά το άρθρο 928 εδ. β ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπαίτιος υποχρεούται να αποζημιώσει εκείνον που κατά νόμο είχε δικαίωμα να απαιτήσει από το θύμα διατροφή, ή παροχή υπηρεσιών.

Β. Σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, τα δικαστήρια υποχρεούνται να επιδικάσουν  στον σύζυγο του θανατωθέντος από αδικοπραξία συζύγου διατροφή, για την λόγω της θανάτωσής του στέρησης της διατροφής του. Η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση, εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τον συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων από τον οποίο προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, βάσει των στοιχείων που εκτίθενται από τους διαδίκους.

Γ. Με τις παραπάνω διατάξεις καθιερώνεται η ισότιμη και αναλογική συμβολή των συζύγων στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Ισότιμη όμως συμβολή δεν νοείται η μαθηματική ισότητα συνεισφορών, γιατί αυτή προϋποθέτει ισότητα δυνάμεων, αλλά σημαίνει συμβολή καθ ενός των συζύγων ανάλογα με τις δυνάμεις του. Για τον υπολογισμό του ποσού της διατροφής, που δικαιούται ο επιζών σύζυγος, δεν απαιτείται η εφαρμογή συγκεκριμένου μαθηματικού υπολογισμού και η παράθεση στην απόφαση μαθηματικών πράξεων, αλλά το δικαστήριο καθορίζει αυτό με βάση τις δυνάμεις των συζύγων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτίμηση των εισφερόμενων προσωπικών υπηρεσιών (ΑΠ 1965/2008).

Γ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο δικαιούχος επιζών σύζυγος, στην αγωγή αποζημίωσης, για την αποκατάσταση της ζημίας του, από τη στέρηση του δικαιώματος του διατροφής, πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει

α) την ύπαρξη γάμου μεταξύ δικαιούχου και υπόχρεου διατροφής,

β) την θανάτωση του υπόχρεου από παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγόμενου,

γ) τον πιθανό χρόνο ζωής του υπόχρεου, σε διατροφή συζύγου και

δ) το ποσό της καταβλητέας από αυτόν διατροφής, ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής (ΑΠ  212/2013).

Δ. Κρίσιμος για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως  είναι ο προσδιορισμός των εισοδημάτων του θανατωθέντος κατά τον τελευταίο καιρό πριν από τη θανάτωσή του και της πιθανής εξελίξεως των εισοδημάτων αυτών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν αυτός ζούσε.

Ε. Δεν απαιτείται για να είναι ορισμένη η αγωγή αποζημιώσεως, να γίνεται στο δικόγραφο αποτίμηση της συνεισφοράς που θα παρείχε καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η αποτίμηση αυτή μπορεί να θεμελιώσει καταλυτικό της αξιώσεως ισχυρισμό του εναγομένου (ΑΠ 1136/2014, ΑΠ 212/2013, ΑΠ 873/2012, ΑΠ 153/2005, ΑΠ 124/2017).

ΣΤ. Σημειώνεται, όμως, ότι ο εμμέσως ζημιωθείς επιζών σύζυγος, οφείλει, κατ' άρθ. 300 ΑΚ, να λάβει όλα τα δυνατά μέτρα προς αποτροπή ή μείωση της ζημίας. Συνεπώς, η σύζυγος, η οποία κατά την διάρκεια του γάμου ασχολείτο με τα οικιακά, έχει την υποχρέωση να μειώσει την ζημία της από το θάνατο του συζύγου, εργαζόμενη σε εργασία ανάλογη με τις ικανότητές της και την κοινωνική τους θέση.

Ζ. Για το θέμα του καθήκοντος της εκ μέρους της χήρας ασκήσεως επαγγελματικής απασχολήσεως λαμβάνονται υπόψη, η ηλικία, η ικανότητα για προσφορά εργασίας, οι βιοτικές εν γένει σχέσεις, η τυχόν ύπαρξη ανήλικων τέκνων, οι γνώσεις, η οικονομική κατάσταση και η κοινωνική θέση των συζύγων κατά την διάρκεια του γάμου. Δεν ενδιαφέρει αν η σύζυγος θα υποχρεούτο έναντι του συζύγου, αν ζούσε, να εργαστεί, γιατί το σχετικό βάρος γεννάται γι'ααυτήν, κατ' άρθ. 300 ΑΚ, με την θανάτωση του συζύγου. Συνεπώς, εφ όσον η χήρα οφείλει να εργασθεί, τα από την εργασία της πιθανά εισοδήματά της υπολογίζονται κατά τον καθορισμό της μηνιαίας χρηματικής δόσεως της αποζημιώσεως, αδιάφορο αν η γυναίκα εργάζεται πράγματι, παραλείπει υπαιτίως να εργαστεί, ή προτιμά άλλη απασχόληση μη αμειβόμενη (ΑΠ 788/2010, (ΑΠ 1276/2005, ΑΠ  212/2013).

Α. Στα έξοδα κηδείας περιλαμβάνονται, τα έξοδα μεταφοράς του θανόντος σε τόπο διάφορο του τόπου θανάτου του με το σύνηθες μεταφορικό μέσο, τα έξοδα ταφής, δηλαδή τα απαραίτητα για την προετοιμασία αυτής, όπως η δαπάνη για την αγορά φερέτρου και λουλουδιών για τη διακόσμηση του φερέτρου και της εκκλησίας, η δημοσίευση νεκρώσιμων αγγελιών, τα έξοδα τελέσεως της νεκρώσιμης ιεροπραξίας και τέλος τα απαιτούμενα για την καθαυτό ταφή έξοδα, όπως η μεταφορά του νεκρού στο νεκροταφείο, τα δικαιώματα του νεκροταφείου για την ταφή, τα δικαιώματα του γραφείου κηδειών, η δαπάνη μίσθωσης και κατασκευής μαρμάρινου τάφου, οι δαπάνες πένθιμης δεξίωσης ή συνεστίασης μετά την ταφή σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα  (ΑΠ 119/1999, ΕφΘεσ 633/2008, ΕφΑθ 4630/2002).

Β. Ως έξοδα κηδείας θεωρούνται και τα έξοδα τεσσαρακονθήμερου μνημοσύνου και κατασκευής μαρμάρινου τάφου (ΑΠ 788/2010).

Γ. Αντίθετα δεν περιλαμβάνονται στα έξοδα κηδείας, αφ ενός τα έξοδα πένθους, δηλαδή εκείνα που έχουν αιτία το θρησκευτικό καθήκον και την ευσέβεια προς τη μνήμη του νεκρού (έξοδα μνημόσυνων ή προμήθειας πένθιμων ενδυμασιών) και αφ ετέρου οι δαπάνες που είναι μεν συναφείς προς την κηδεία, πηγάζουν όμως από ελευθεριότητα και διενεργούνται προς κατάδειξη της ιδιαίτερης στοργής και αγάπης του δαπανώντος προς το νεκρό, όπως είναι τα φιλοδωρήματα στο νεκροταφείο, οι καταθέσεις στεφάνων και σταυρών από άνθη. (ΕφΑθ 4630/2002, ΕφΘεσ. 1506/2003).   

Δ. Δεν επιδικάζονται τα έξοδα ταξιδιού των συγγενών και οικείων του θανατωθέντος, για να μεταβούν στον τόπο όπου γίνεται η επικήδεια τελετή (ΑΠ 1590/1980,  ΕφΘεσ. 633/2008). 

Α. Στο χώρο του ελληνικού δικαίου δεν φαίνεται (από όσο γνωρίζουμε) να έχει απασχολήσει ελληνικό δικαστήριο, το θέμα της μέλλουσας ψυχικής οδύνης στο αυτό πρόσωπο, εκτός σπανίων περιπτώσεων, που αφορούν μόνο το κυοφορούμενο, το βρέφος και τον πάσχοντα από διανοητικές διαταραχές (Συμφωνούν με αυτά οι διδαχές των καθηγητών Σπυριδάκη, Ζέπου, Λιντζερόπουλου, Μπαλή κλπ. ).         

Β. Η ηθική βλάβη, που υπέστη ο συγγενής του θανατωθέντος, δεν ανατρέχει σε μέλλοντα γεγονότα, αφού ο ψυχικός πόνος συνέβη κατά την θανάτωση του συγγενούς και αφορά την κατά το χρόνο αυτό στέρηση κάθε τι, που θα απολάμβανε κατά το χρόνο αυτό, αλλά και παν ότι κατά το χρόνο του θανάτου θα στερείτο στο μέλλον εξ αιτίας της θανάτωσης. Δηλαδή η επίκληση μεταγενέστερων γεγονότων του χρόνου θανάτωσης του συγγενούς, που επιδείνωσαν την σωματική και ψυχική υγεία του συγγενούς δεν στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις της ψυχικής οδύνης, αφού αυτή είναι στιγμιαία και κατά το χρόνο της επιδίκασής της και έχει ληφθεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, υπ όψιν ο μέλλων ψυχικός πόνος, αφού άλλωστε η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται κατά εύλογη κρίση και δεν αποτελεί αποζημίωση για περιουσιακή ζημία.

Γ. Κατά συνέπεια μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της ψυχοσωματικής υγείας του αδικηθέντος, έστω και αν αυτές ήταν απρόβλεπτες κατά το χρόνο επιδίκασης της προγενέστερης χρηματικής ικανοποίησης, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Β. Σκοπός της διάταξης είναι να επιτευχθεί μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστη ο συγγενής του θανόντος, μέλος της «οικογένειας» του, λόγω της εις βάρος του θανόντος αδικοπραξίας, ώστε ο συγγενής να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης.

Γ. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως α) η ύπαρξη μεταξύ των συγγενικών προσώπων και του θύματος  αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, β) η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειας του, γ) ο τόπος κατοικίας των δικαιούχων, δ) η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα, ε) το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, στ) η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του θανόντος και ζ) η τυχόν βαρύτητα του συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος (ΑΠ 414/2019, ΑΠ 398/2020).

Δ. Τα στοιχεία αυτά οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την «εύλογη» κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Ε. Η κρίση του δικαστή, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται, κατ' αρχήν, αναιρετικώς ανέλεγκτα, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι, γιατί, εφ όσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το «εύλογο» του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια.

ΣΤ. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, δηλαδή ως πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Και τούτο, γιατί μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές, ή υπέρμετρα μεγάλο, ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, όσον αφορά τον δικαιούχο τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και όσον αφορά τον υπόχρεο το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 9/2015, ΟλΑΠ 10/2017, ΑΠ 747/2017, ΑΠ 504/2020, ΑΠ 683/2020).

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Α. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπ όψιν του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή, βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, την ηλικία του θύματος κλπ, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Β. Σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως, α) το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, β) η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, γ) η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, δ) η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και ε) όλες οι ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Γ. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Δ. Σε κάθε περίπτωση επιβάλλεται, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015). Και τούτο, γιατί μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές, ή υπέρμετρα μεγάλο, ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ευτελίζει, όσον αφορά το δικαιούχο-παθόντα το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και όσον αφορά τον υπόχρεο το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 414/2019, ΑΠ 398/2020, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 958/2017).

Ε. Η κρίση του δικαστηρίου, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται, κατ' αρχήν, αναιρετικώς ανέλεγκτα, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι, γιατί, εφ όσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το «εύλογο» του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια.

ΣΤ. Επειδή, όμως επιβάλλεται, να τηρείται κατά τον καθορισμό του ποσού η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αν συμβεί παραβίαση της γενικής αυτής νομικής αρχής, η παραβίαση ελέγχεται αναιρετικώς ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015).

Α. Στην διάταξη του άρθρου 932 εδ. 3 ΑΚ, δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια του θύματος», προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως από την φύση του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις στην διαδρομή του χρόνου.

Β. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου των στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του, ή διέμεναν χωριστά.

Γ. Οι συγγενείς αυτοί δεν μπορεί να είναι άλλοι πέραν αυτών, που προσδιορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. 2 και 59 ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικώς τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας του αποθανόντος προσώπου και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.

Δ. Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων αυτών περιλαμβάνονται οι γονείς, τα τέκνα, οι αδελφοί, αμφιθαλείς και ετεροθαλείς, ο σύζυγος, και από τους συγγενείς εξ αγχιστείας μόνο οι του πρώτου βαθμού, δηλαδή πεθερός, πεθερά, γαμπρός από θυγατέρα, νύφη από γιό και οι εκ διαθήκης κληρονόμοι (ΑΠ 562/2018).

Ε. Υπό την έννοια αυτή στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνεται και ο σε διάσταση σύζυγος κατά το χρόνο θανάτου του θύματος, γιατί η διάσταση των συζύγων κατά το χρόνο αυτό δεν καταλύει τυπικά την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας κατά την έννοια της ΑΚ 932. Θα ληφθούν, όμως, υπ όψιν τα αίτια της διαστάσεως, η διάρκειά της και η τυχόν έναρξη, ή μη, της διαδικασίας διαζυγίου (ΑΠ 520/2009).

ΣΤ. Γίνεται δεκτό ότι στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται και τα ανήλικα τέκνα νηπιακής ηλικίας (ΑΠ 442/2008) ακόμη και τα αγέννητα, εφ όσον γεννηθούν ζωντανά, γιατί είναι βέβαιο ότι όταν θα μεγαλώσουν θα αποκτήσουν την ικανότητα να αντιληφθούν το θάνατο και επομένως θα αισθανθούν  ψυχικό πόνο από την έλλειψη του πατέρα, ή της μητέρας.

Ζ. Στην «οικογένεια του θύματος» δεν συμπεριλαμβάνονται οι συγγενείς εξ αίματος πέραν του δευτέρου βαθμού, δηλαδή, θείοι, πρώτα ξαδέλφια, ανιψιοί (ΑΠ 581/2010, ΑΠ 937/2010), και οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού, δηλαδή, οι αδελφοί της συζύγου του θανατωθέντος, ο σύζυγος και ο υιός της αδελφής του θανόντος (δηλαδή ο από αδελφή γαμπρός και  ο ανιψιός του) (ΑΠ 436/2017, ΑΠ 442/2017, ΑΠ 154/2015, ΑΠ 528/2011, ΑΠ 1735/2006, ΕφΔωδ 264/2010, ΠολΠρΧανίων 47/2008).

Η. Στην οικογένεια του θύματος δεν περιλαμβάνονται τα πρόσωπα που συζούσαν με το θύμα σε κατάσταση ελεύθερης ένωσης. Η ελεύθερη ένωση εντάσσεται στις «de facto οικογενειακές σχέσεις», δηλαδή στις παράτυπες ή αντικανονικές από νομική άποψη καταστάσεις που βρίσκονται στο περιθώριο της νομικής ζωής (ΑΠ 775/2011).

Θ. Εν όψει ότι η περιουσιακή κατάσταση της ασφαλιστικής εταιρείας, ως εκ της εγγυητικής της ευθύνης, δεν λαμβάνεται υπό όψιν, τα υπό επιδίκαση χρηματικά ποσά από την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν συνεπεία του θανάτου του θύματος οι συγγενείς του, πρέπει να είναι «εύλογα - ανάλογα», να μην υπερβαίνουν τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστή, άμα και την αρχή της αναλογικότητας του Συντάγματος, χρηματικά ποσά δηλαδή, που, κατά την κοινή πείρα και την περί δικαίου συνείδηση, είναι δίκαια και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά των συγγενών με παράλληλη προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος επί της περιουσίας του υπαιτίου, χωρίς να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και επεκτείνουν υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης.

Ι. Για τον προσδιορισμό των χρηματικών ποσών, επαρκή για την ανακούφιση και παρηγοριά των συγγενών με παράλληλη προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος επί της περιουσίας του υπαιτίου, χωρίς να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία, λαμβάνεται υπ όψιν, α) η ύπαρξη μεταξύ των ανωτέρω δικαιούμενων προσώπων και του θύματος  αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, β) η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειας του, γ) ο τόπος κατοικίας των δικαιούχων, δ) η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα, ε) το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, στ) η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του θανόντος και ζ) η τυχόν βαρύτητα του συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος (ΑΠ 414/2019, ΑΠ 398/2020).

Α. Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά κανόνα, επιδικάζεται σε κεφάλαιο εφ άπαξ. Μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας που σχετίζεται με βλάβη του σώματος ή της υγείας, οι οποίες δεν ήσαν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπόψη σε προηγούμενη δικαστική απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, έστω και αν στην προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον.

Β. Αυτό συμβαίνει όταν μεταγενέστερα σημειώνεται απρόβλεπτη και ασυνήθης επιδείνωση της υγείας του παθόντος, η οποία μπορεί να καταστήσει αναγκαία νέα χειρουργική επέμβαση, ή άλλου είδους ιατρική αντιμετώπιση πέραν αυτής που χρειάστηκε προγενέστερα. Προϋπόθεση, όμως, για αυτό είναι ότι οι συνέπειες της αδικοπραξίας και της ηθικής βλάβης εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο το οποίο επιδίκασε την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση (ΕφΑθ 490/2010).

Γ. Δεν δικαιολογεί την αξίωση για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω πρόσθετης ηθικής βλάβης κάθε απόκλιση από την άμεσα αναμενόμενη εξέλιξη των συνεπειών της αδικοπραξίας, δηλαδή, λόγου χάριν, δεν αρκεί μια ανανεωθείσα, βάσει των συνεπειών του τραυματισμού, ασθένεια, ακόμη και αν με αυτό τον τρόπο επέρχεται χειροτέρευση των συνεπειών τούτων, αλλά σημασία έχουν μόνο οι μεταγενέστερες συνέπειες και περιπλοκές τις οποίες το δικαστήριο, κατά το χρόνο εκδόσεως της προηγούμενης απόφασης του, δεν έλαβε υπόψη του, γιατί η επέλευσή τους δεν έπρεπε, ή δεν έπρεπε σοβαρά, να αναμένεται.

Δ. Κατά πόσο κατά την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την μελλοντική δυσμενή εξέλιξη αποτελεί ζήτημα που διαπιστώνεται με την ερμηνεία της προηγούμενης αποφάσεώς του (ΕφΑθ 490/2010, ΕφΑθ 4480/2007, ΕφΑθ 3276/2002).

Ε. Δεν συντρέχει επομένως επιδείνωση της υγείας του θύματος όταν είναι προβλεπτή και συνήθης η ανάγκη ενέργειας νέας εγχειρήσεως (ΑΠ 426/2000, ΕφΑθ 3276/2002, ΕφΑθ 7802/20000.

Α. Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά για την σωματική και ψυχική ταλαιπωρία που υπέστη από το ατύχημα.

Β. Η αποκατάσταση της τρωθείσας από την αδικοπραξία σωματικής βλάβης με την 932 ΑΚ δεν έχει σκοπό την οικονομική αποκατάσταση του παθόντος, αλλά την αποκατάσταση της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας, που υπέστη από το ατύχημα. Η οικονομική αποκατάσταση του παθόντος, θα επέλθει με την παροχή της 929 ΑΚ, εφ όσον, βεβαίως, πληρούνται οι τασσόμενες προϋποθέσεις. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης.

Γ. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, εξαιρουμένης της περιουσιακής κατάστασης της ασφαλιστικής εταιρείας ως εκ της εγγυητικής της ευθύνης, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη και η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, με την έννοια ότι η εύλογη κρίση του Δικαστή κατά το άρθρο 932 ΑΚ πρέπει να σχηματίζεται, όχι κατά τις υποκειμενικές του αντιλήψεις, αλλά, κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου, που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Δ. Επιβάλλεται δε σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, και η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος του άρθρου 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο, εφ όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας», με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση, αφού η αρχή της αναλογίας, επιβάλλει την ύπαρξη εύλογης σχέσης μεταξύ της αποκατάστασης του παθόντος για την ηθική του βλάβη και του επιδιωκομένου σκοπού, που είναι μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά του παθόντος χωρίς να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία. Και τούτο, γιατί μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές, ή υπέρμετρα μεγάλο, ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, όσον αφορά τον παθόντα τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και όσον αφορά τον υπόχρεο το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία του  θεμελιώδους δικαιώματος επί της περιουσίας.

Ε. Πέραν τούτων το Δικαστήριο οφείλει στην έννοια του «ευλόγου» της αποζημίωσης να λαμβάνει  υπ όψιν αναλογικά και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν σε ορισμένο τόπο και χρόνο και επηρεάζουν τους πολίτες.  

ΣΤ. Εν όψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης και χρηματικής αποζημίωσης, δεν πρέπει παραβιάζει ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά ούτε και τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας του άρθρου 932 ΑΚ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 958/2017).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από τροχαίο ατύχημα, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Β. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Γ. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Δ. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές, που έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ.

Ε. Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

ΣΤ. Η διάταξη του άρθρου 929 εδ. α ΑΚ ορίζει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος, ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και την ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, ή θα ξοδεύει επιπλέον εξ αιτίας της αύξησης των δαπανών του (ΑΠ 210/2020

Ζ. Επιπλέον από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του δικαιούται να αξιώσει και την μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον. Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο (ΑΠ 134/2019,  (ΑΠ 938/2010, ΑΠ 426/2000).

Η. Η επιδίκαση στον παθόντα αποζημίωσης, δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη αποζημίωσης για διαφυγόντα από την ανικανότητα για εργασία κέρδη και για μεταγενέστερο χρόνο, σε σχέση με εκείνον της προηγούμενης αγωγής. Τούτο, όμως, προϋποθέτει δυσμενή εξέλιξη της υγείας του, που αποτελεί οποιαδήποτε χειροτέρευση και γενικά δυσμενής εξέλιξη αυτής (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), η οποία, πάντως, πρέπει να είναι απρόβλεπτη, δηλαδή να στηρίζεται σε περιστατικά μιας ζημιογόνου αιτίας, που έχει ήδη επέλθει στο παρελθόν, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους δεν ήταν προβλεπτή από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης (ΑΠ 2038/2006). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό, ή μη, της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 51/ 2011).

Θ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση, ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 1653/2001, ΑΠ 210/2013, ΑΠ 690/2011, ΑΠ 1476/2005).

Α. Από την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, που ορίζει ότι «Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του», σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία (δηλαδή κάποια έλλειψη σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου) ή η παραμόρφωση (δηλαδή κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής), που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον, ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του.

Β. Η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφ όσον κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία, ή η παραμόρφωση, επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς από τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος. Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά τον καθορισμό και μόνον αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις διάφορες παροχές των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ (σχετ. Απ. Γεωργιάδης - Μιχ. Σταθόπουλος Αστικός Κώδικας Κατ’ άρθρον Ερμηνεία Εκδ. 1982 Τόμος IV σελ. 800 - 801).

Γ. Επομένως, για την θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέραν από εκείνα που απαιτούνται για την θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για την στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 725/2009, ΑΠ 1216/2008, ΑΠ 122/2006, ΑΠ 634/2007,ΕφΛαμ 22/2010).

Δ. Για τον προσδιορισμό της χρηματικής αποζημίωσης πρέπει, να τηρείται η αρχή της αναλογίας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος του άρθρου 25 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο, εφ όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας», με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση και να είναι «ανάλογο», αφού η αρχή της αναλογίας (το «εύλογο» εμπεριέχεται στο «ανάλογο»), επιβάλλει την ύπαρξη εύλογης σχέσης μεταξύ του δικαιώματος του παθόντος να αποζημιωθεί για την αναπηρία που υπέστη από το ατύχημα και του επιδιωκομένου σκοπού, που είναι μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση του παθόντος, χωρίς να εμπορευματοποιείται η σωματική του βλάβη και τούτο, γιατί μία δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει υπέρμετρο ποσό εμπορευματοποιεί, όσον αφορά τον παθόντα την σωματική του βλάβη και ευτελίζει όσον αφορά τον υπόχρεο το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στην ανακούφιση του παθόντος με παράλληλη προστασία του  θεμελιώδους δικαιώματος επί της περιουσίας.

Ε. Το Δικαστήριο οφείλει στο «ανάλογο - εύλογο» της αποζημίωσης, να λάβει υπ όψιν την σφοδρή οικονομική κρίση και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, και επηρεάζουν τα εισοδήματα των πολιτών, εξαιρουμένης της περιουσίας της ασφαλιστικής εταιρείας, ως εκ της εγγυητικής της ευθύνης.

ΣΤ. Αν η αξίωση του παθόντος-ενάγοντος που έχει αναπηρία σε ποσοστό 67% συναρτάται από το γεγονός της συνταξιοδότησης από τον ΕΦΚΑ λόγω αναπηρίας, ή λήψεως επιδόματος αναπροσαρμογής, και μέχρι του ποσού που επιδοτήθηκε αν αυτό  διεκόπη, εκ της οποίας εξαρτάται η πλήρωση, ή όχι, της αίρεσης υπό την οποίαν τελεί η συνέχιση της σύνταξης ή της επιδότησης, και η αντίστοιχη αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ΕΦΚΑ σε μέρος της. Με την οριστικοποίηση της παρεχόμενης σύνταξης, ή επιδότησης, από αυτό καθίσταται το αίτημα ώριμο, εκτός αν ο ενάγων προσκομίσει βεβαίωση από τον ασφαλιστικό οργανισμό, ότι το παραπάνω επίδομα ανανεώθηκε και προκύπτει ο χρόνος της ανανέωσης, αποζημίωση από την οποία πρέπει να αφαιρεθεί κάθε τι που θα λάβει ως επιδότηση από αυτόν (ασφαλιστικό φορέα), λόγω της υποκατάστασης του.  (σχετική η ΑΠ 601/2010)

Ζ. Ο παθών-ενάγων δεν νομιμοποιείται να αναζητήσει κανένα ποσό ως αποζημίωση απώλειας μελλοντικών εισοδημάτων πέραν του χρόνου επιδότησης από τον ΕΦΚΑ και προς τούτου οφείλει να προσκομίσει την προβλεπόμενη βεβαίωση από τον ΕΦΚΑ, για να αποδειχθούν τα ποσά που έχει λάβει και αφαιρεθούν από την αιτούμενη αποζημίωση. Άλλως κατά άρθρο 249 ΚΠολΔ πρέπει να ανασταλεί η δίκη, αφού υφίσταται εκκρεμές προδικαστικό ζήτημα.

Α. Ο παθών-ενάγων στην αγωγή πρέπει να επικαλείται ότι προς αποκατάσταση της υγείας του αναγκάστηκε να καταναλώσει επιπλέον τροφές, οι οποίες, σύμφωνα με τις διατροφικές συνθήκες που έχουν καθιερωθεί με βάση την επικρατούσα κοινωνική και οικονομική κατάσταση, δεν περιλαμβάνονται στο καθημερινό διαιτολόγιο ενός μέσου ανθρώπου. Εάν το αιτούμενη αποζημίωση αφορά συνήθη σε ποσότητα και ποιότητα κατανάλωση τροφών, ενδεικνυόμενη για όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως σωματικών βλαβών, απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη (ΑΠ 1453/2013).

Β. Είναι αόριστο και συνεπώς ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης το αίτημα για αποζημίωση δαπάνης βελτιωμένης διατροφής, εφ όσον δεν ορίζεται στην αγωγή, α) ποια ήταν η τροφή που λάμβανε ο ενάγων προ του ατυχήματος, ώστε να κριθεί η ανάγκη για βελτιωμένη τροφή μετά το ατύχημα,

β) σε τι συνίσταται η βελτιωμένη τροφή, και τι μονάδες βάρους, ή άλλου είδους μονάδα, λαμβάνει και αντί τι τιμήματος ανά μονάδα και

γ) ποία είναι η θερμιδική αξία της βελτιωμένης τροφής, εν όψει ότι η βελτιωμένη διατροφή δεν χορηγείται σε κάθε σωματική κάκωση αλλά μόνο όταν αυτή επιβάλλεται για ιατρικούς λόγους στην συγκεκριμένη περίπτωση και κατά κανόνα όταν η βελτιωμένη διατροφή περιλαμβάνεται κατά περιεχόμενο στο καθημερινό διαιτολόγιο ενός μέσου ανθρώπου (( ΕφΑθ 5210/2001, ΜονΠρΑθ 376/2014,  ΜονΠρΑθ567/2019, ΜονΠρΑθ 3683/2009).   

Γ. Κατά συνέπεια το αίτημα του παθόντος-ενάγοντος είναι απορριπτέο ως αόριστο και αυτεπαγγέλτως, αν ο παθών-ενάγων δεν προσδιορίζει στο αγωγικό δικόγραφο, ποια ήταν η τροφή, την οποία λάμβανε προ του ατυχήματος, ώστε να κριθεί η ανάγκη του για βελτιωμένη τροφή, σε τι συνίσταται η βελτιωμένη διατροφή μετά το ατύχημα και τι μονάδες βάρους (ή άλλου είδους μονάδα) λαμβάνει και αντί τίνος τιμήματος ανά μονάδα.

Με την με αριθμ. ΕΜΠ5 απόφαση των  Υπ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ-ΥΓΕΙΑΣ (ΦΕΚ Β/3054/18-11-2012) «Τροποποίηση της υπ’ αριθ. Φ90380/25916/3294/2011 κοινής υπουργικής απόφασης «Ενιαίος Κανονισμός Παροχών Υγείας (Ε.Κ.Π.Υ.) του Εθνικού Οργανισμού Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)», όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. Φ90380/5383/738/2012 κοινή υπουργική απόφαση  ο παραπληγικός – τετραπληγικός, πέραν της σύνταξης αναπηρίας, δικαιούται από τον ΕΦΚΑ αποκλειστική χρήση νοσοκόμας και λαμβάνει εξωιδρυματικό επίδομα παραπληγίας – τετραπληγίας.

Α. Το εξωιδρυματικό επίδομα χορηγείται, λόγω της ανικανότητας του παθόντος να αυτοεξυπηρετηθεί και χρειάζεται παροχή πρόσθετης οικιακής ή νοσοκομειακής βοήθειας (πραγματικής ή πλασματικής). 

Β. Εάν ο παθών από τροχαίο ατύχημα έχει λάβει, ή δικαιούται, να λάβει εξωιδρυματικό επίδομα, δεν δικαιούται να το αναζητήσει με αγωγή κατά του υπαιτίου του τροχαίου τραυματισμού του, γιατί για το ποσό αυτό έχει υποκατασταθεί στα δικαιώματά του ο ΕΦΚΑ και μόνο αυτό δικαιούται να το αναζητήσει από τον υπαίτιο, από τότε που γεννήθηκε η αξίωση

Γ. Εάν ο ενάγων δεν προσκομίσει στο δικαστήριο σχετική βεβαίωση του ΕΦΚΑ, δεν μπορεί να εκδοθεί οριστική, του παθόντος-ενάγοντος μη νομιμοποιουμένου ενεργητικά, να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του, δεδομένου ότι το αντίστοιχο δικαίωμά του για τα ποσά που έλαβε, ή δικαιούται να λάβει, έχουν εκχωρηθεί και μάλιστα  αυτοδίκαια στον ασφαλιστικό οργανισμό από τότε που γεννήθηκε η αξίωση.

Δ. Επειδή το εξωιδρυματικό επίδομα χορηγείται λόγω της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης του παθόντος έχει κριθεί ότι τελεί σε εσωτερική συνάφεια, όχι με την απώλεια εισοδήματος, αλλά με την δαπάνη πρόσθετης βοήθειας και ως εκ τούτου τα ληφθέντα χρηματικά ποσά, αφαιρούνται από την αποζημίωση λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης (ΑΠ 163/2012, ΑΠ 123/2010, ΕφΑθ 5376/2014). 

Η προσωρινή διακοπή εργασίας του εργαζόμενου, λόγω ανικανότητας συνεπεία τραυματισμού, απαλλάσσει τον εργοδότη, σύμφωνα με την ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία, από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που τον βάρυναν.

Ο τραυματισθείς εργαζόμενος δεν έχει άμεση αξίωση κατά του εργοδότη προκειμένου να απαιτήσει τις εισφορές αυτές. Όμως οι εισφορές δεν παύουν να αποτελούν όφελος για τον εργαζόμενο, η απόλαυση του οποίου χάνεται για τον παραπάνω λόγο και επομένως αποτελούν ζημία για τον παθόντα, ο οποίος για το λόγο αυτό δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο.

Κατά συνέπεια η αποζημίωση του παθόντος για την στέρηση των εισοδημάτων του, εξ αιτίας της ανικανότητάς του για παροχήεργασίας, περιλαμβάνει το σύνολο των ακαθάριστων (μικτών) αποδοχών του, που θα έπαιρνε, αν δεν τραυματιζόταν, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και τις κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών με τις οποίες βαρύνεται ο εργοδότης.

Εναπόκειται στον αξιούντα την αποζημίωση να τις διεκδικήσει, είτε μαζί με τις μικτές αποδοχές, είτε αυτοτελώς (ΑΠ 426/2014).

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 930 Α.Κ., η αποζημίωση των άρθρων 928 και 929 ΑΚ, που αναφέρεται στο μέλλον, καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφ' άπαξ.

Α. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αποζημίωση των άρθρων 928, 929 ΑΚ, η οποία αναφέρεται στο μέλλον, δηλαδή η αποζημίωση για στέρηση διατροφής ή υπηρεσιών και αυτή για απώλεια εισοδήματος ή στέρηση υπηρεσιών, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ή βλάβης της υγείας ή του σώματος προσώπου, καταβάλλεται κατά κανόνα σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Κατ' εξαίρεση, μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφ' άπαξ, αν το ζητήσει ο δικαιούχος και συντρέχει σπουδαίος λόγος προς τούτο, τα περιστατικά του οποίου πρέπει αυτός να επικαλεσθεί με την αγωγή του.

Β. Σπουδαίος λόγος θεωρείται ότι υπάρχει, όταν η εφάπαξ καταβολή της αποζημίωσης μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου αυτής, όπως είναι, η επείγουσα ανάγκη αξιοποίησης του κεφαλαίου της αποζημίωσης, η οικονομική δυσπραγία ενόψει των αυξημένων εξόδων για την αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του, ή συντρέχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικογενειακοί λόγοι στην πλευρά του υπόχρεου της αποζημίωσης (π.χ. επικείμενη πτώχευση, αναξιόχρεο κ.λπ.)

Γ. Γενικόλογες αναφορές ότι με την εφάπαξ καταβολή εξυπηρετούνται καλύτερα τα συμφέροντα του ενάγοντος- παθόντος, όπως ότι υπάρχει από μέρους του αληθής πρόθεση δημιουργίας οικογένειας, απόκτησης ιδιόκτητης στέγης και δημιουργίας επιχείρησης, δεν επαρκούν για την διαπίστωση της συνδρομής του σπουδαίου λόγου,  εφ όσον δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα περιστάσεις βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί ότι η εφάπαξ επιδίκαση εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα του παθόντος- ενάγοντος.

Δ. Τα στοιχεία αυτά είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα του  σπουδαίου λόγου και η έλλειψή τους καθιστά την απόφαση αναιρετέα με την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 298 και 930 εδ. α' ΑΚ, και 929 ΑΚ ((ΑΠ 1060/2015, ΑΠ 2017/2014, ΑΠ 1140/2015, ΑΠ 206/2020).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της ανικανότητας, ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον. Δεν απαιτείται γι αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο.

Α. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας. Εφ όσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης.

Β. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στη τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Γ. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφ άπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.

Δ. Επομένως η ικανότητα για εργασία και η ικανότητα για απόκτηση εισοδημάτων δεν ταυτίζονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του μη εργαζόμενου μέχρι την ημέρα του ατυχήματος, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, του οποίου επηρεάζεται μεν η ικανότητα για εργασία λόγω της βλάβης στην υγεία ή στο σώμα του, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται για τον ίδιο απώλεια εισοδημάτων, καθώς κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν είχε έσοδα από εργασία.

Ε. Απαιτείται η πρόβλεψη για το τι θα στερηθεί στο μέλλον αυτός που υπέστη την βλάβη, καθ’ ότι ο μη εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του ατυχήματος, δεν μπορεί να αποδείξει ότι, με βάση τις επαγγελματικές του ικανότητες και την κατάσταση που παρουσιάζει η αγορά εργασίας στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο, είναι σε θέση να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας στο προσεχές χρονικό διάστημα, εάν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός.

ΣΤ. Για την εφαρμογή, επομένως, του άρθρου 929 ΑΚ, αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδημάτων από εργασία. Σε κάθε περίπτωση, η μελλοντική ζημία από διαφυγόντα εισοδήματα που ο τραυματισθείς μη εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του ατυχήματος ζητεί να αποκατασταθεί, πρέπει να είναι προβλεπτή, τόσο ως προς την ύπαρξη, όσο και ως προς την έκτασή της, και να μην εξαρτάται από μελλοντικούς απρόβλεπτους παράγοντες, όπως την δυνατότητά του να εργασθεί μελλοντικά.

Ζ. Αυτός που δεν έχει εργασθεί μέχρι το ατύχημα δεν μπορεί εύκολα να αποδείξει την πιθανότητα επέλευσης μελλοντικού κέρδους, αφού, κατά το άρθρο 298 εδ. β ΑΚ, πρέπει το κέρδος να το προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Η. Επομένως στην περίπτωση ατόμων που δεν έχουν εισέλθει ακόμα στην παραγωγική ζωή η στοιχειοθέτηση της αξίωσης μελλοντικής αποθετικής ζημίας εκ μέρους τους καθίσταται ακόμη πιο δυσχερής, γιατί δεν υφίστανται κατ’ ουσίαν κάποια παρούσα αποθετική ζημία, αφού δεν διαθέτουν προσωπικά εισοδήματα, ωστόσο είναι βέβαιο ότι στο μέλλον θα εργαστούν και είναι πολύ πιθανόν να υστερούν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους, με αποτέλεσμα να υφίστανται περιουσιακή ζημία, αφού θα επηρεάζεται η ικανότητά τους προς εργασία. Η ζημία αυτή, όμως, από την απώλεια της ικανότητας για μέλλουσα επαγγελματική δραστηριότητα εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, όπως π.χ. είναι οι σπουδές, η πλήρης ή μερική ικανότητα προς εργασία, αλλά και εν γένει η κατάσταση της αγοράς εργασίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται στις περισσότερες περιπτώσεις απλώς υποθετική, ή αβέβαιη.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της ανικανότητας, ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον. Δεν απαιτείται γι αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο.

Α. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας. Εφ όσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης.

Β. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στη τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Γ. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφ άπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.

Δ. Μία περίπτωση μελλοντικών στερήσεων λόγω βλάβης του σώματος ή της υγείας, η οποία συνεπάγεται αποκαταστατέα περιουσιακή ζημία για το θύμα, είναι εκείνη κατά την οποία λόγω της βλάβης αυτής επηρεάζεται, μειώνεται, ή αναιρείται, η δύναμη του θύματος για εργασία και η ικανότητα του για κτήση εισοδημάτων. Το πρώτο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είναι η ικανότητα για την άσκηση του επαγγέλματος με το οποίο συνήθιζε να ασχολείται το θύμα, πριν συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Πχ. ένας τραυματισμός στο πόδι δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο την ικανότητα προς εργασία και συνεπώς την δυνατότητα απόκτησης εισοδημάτων ενός αγρότη και ενός υπάλληλου γραφείου. Γίνεται φανερό ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται συγκεκριμένα με βάση τις ατομικές συνθήκες και ιδιαιτερότητες, αφού ο ίδιος τραυματισμός δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο την ικανότητα προς εργασία σε όλες τις περιπτώσεις, όπως επίσης και η μείωση της ικανότητας για εργασία δεν προκαλεί πάντα την ίδια περιουσιακή ζημία στον παθόντα, ή είναι πιθανόν ακόμα και να μην συνεπάγεται καμία περιουσιακή απώλεια για το θύμα. Το τελευταίο γίνεται φανερό σε περιπτώσεις που ο παθών είναι άνεργος, ή δεν εργαζόταν πριν υποστεί την βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για άλλους λόγους είτε αντικειμενικούς είτε υποκειμενικούς (λόγω του νεαρού της ηλικίας του).

Ε. Επομένως η ικανότητα για εργασία και η ικανότητα για απόκτηση εισοδημάτων δεν ταυτίζονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του μη εργαζόμενου μέχρι την ημέρα του ατυχήματος  λόγω του νεαρού της ηλικίας του, του οποίου επηρεάζεται μεν η ικανότητα για εργασία λόγω της βλάβης στην υγεία ή στο σώμα του, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται για τον ίδιο απώλεια εισοδημάτων, καθώς κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν είχε έσοδα από εργασία.

ΣΤ. Από την άλλη πλευρά απαιτείται η πρόβλεψη για το τι θα στερηθεί στο μέλλον αυτός που υπέστη την βλάβη, καθ’ ότι ο μη εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του ατυχήματος, δεν μπορεί να αποδείξει ότι, με βάση τις επαγγελματικές του ικανότητες και την κατάσταση που παρουσιάζει η αγορά εργασίας στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο, είναι σε θέση να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας στο προσεχές χρονικό διάστημα, εάν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός.

Ζ. Για την εφαρμογή, επομένως, του άρθρου 929 ΑΚ, αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδημάτων από εργασία. Σε κάθε περίπτωση, η μελλοντική ζημία από διαφυγόντα εισοδήματα που ο τραυματισθείς μη εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του ατυχήματος ζητεί να αποκατασταθεί, πρέπει να είναι προβλεπτή, τόσο ως προς την ύπαρξη, όσο και ως προς την έκτασή της, και να μην εξαρτάται από μελλοντικούς απρόβλεπτους παράγοντες, όπως την δυνατότητά του να εργασθεί μελλοντικά.

Η. Αυτός που υπέστη την βλάβη, για να αποδείξει την με πιθανότητα επέλευση της μελλοντικής του ζημίας, πρέπει να στηρίξει την αγωγή του στο επάγγελμα που ασκούσε πριν από το ζημιογόνο γεγονός και στις εξ αυτού τις αποδοχές που θα λάμβανε, δηλαδή, να ισχυριστεί ότι, σύμφωνα με την συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η βλάβη, θα συνέχιζε να ασκεί το ίδιο επάγγελμα, λαμβάνοντας τις ίδιες αποδοχές.

Θ. Εάν δεν υπάρχουν στοιχεία, που μπορούν να καταστήσουν την αξίωση αποζημίωσης για μελλοντικά διαφυγόντα κέρδη πιθανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και επομένως την αγωγή ορισμένη, οι σχετική αξίωση είναι απλώς ενδεχόμενη και η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη, ή προώρως ασκηθείσα.

Η παράβαση των κανόνων οδήγησης του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος, ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 725/2009).

Η παράβαση των κανόνων οδήγησης του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος, ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 725/2009).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση καταστροφής οχήματος, η ζημία συνίσταται στην αξία αυτού, το ποσό της οποίας αποτελεί και την επιδικαστέα στον κύριο του οχήματος αποζημίωση.  

Η αναγραφή της ολοκληρωτικής καταστροφής του οχήματος και της αξίας του κατά το χρόνο της καταστροφής αρκούν για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής περί αποζημίωσης κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ.

Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι προηγηθείσες σε αυτό επί μέρους βλάβες, η δαπάνη αποκατάστασης αυτών, ο τύπος του οχήματος, το έτος κατασκευής και κυκλοφορίας του, ο κυβισμός και η κατάστασή του κατά το χρόνο του ατυχήματος, γιατί τα στοιχεία αυτά δεν ανάγονται στην ιστορική βάση της αγωγής και μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις (AΠ 1046/2011, ΕφΛαρ 279/2015). 

Με το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης.

Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια» του θύματος, γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσης του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισης της, στην οικογένεια του θύματος ως αόριστης νομικής έννοιας περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλεια του και για την ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.

Η επιδίκαση της από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπομένης, χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ ΑΠ 21/2000, ΑΠ 222/2014).

Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος, οι γονείς, οι παππούδες.

Υπό την έννοια αυτή οι αγχιστείς πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμπρός, νύφη) περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος, ενώ οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού, όπως είναι οι αδελφοί της συζύγου του θανατωθέντος, δεν περιλαμβάνονται στην οικογένεια (Ολ.ΑΠ 21/2000, ΑΠ 1752/2005, ΑΠ 732/2002, ΑΠ 868/2002, ΑΠ 154/2015).

Υπό την έννοια αυτή δεν περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος οι θείοι του θανόντος, δηλαδή οι αδελφοί του πατέρα ή της μητέρας (τρίτος βαθμός εξ αίματος εκ πλαγίου) ανεξαρτήτως αν υπάρχουν και άλλοι εγγύτεροι συγγενείς, ή αν αυτοί  είναι οι μόνοι συγγενείς του θύματος (Ολ.ΑΠ 21/2000, ΑΠ729/2009, ΑΠ 725/2011, ΑΠ 868/2002, ΑΠ 975/2014).

Υπό την έννοια αυτή και το κυοφορούμενο περιλαμβάνεται στην οικογένεια του θύματος, εάν αυτό γεννηθεί ζωντανό, γιατί είναι βέβαιο ότι θα υποστεί ψυχική οδύνη, όταν θα φθάσει σε ηλικία, που θα μπορεί να δέχεται τις επιδράσεις του εξωτερικού κόσμου (ΑΠ 1261/2007, ΑΠ 1308/2015).

Υπό την έννοια αυτή και η μνηστή του θανόντος και μέλλουσα σύζυγός του, περιλαμβάνεται στην οικογένεια του θύματος (ΑΠ 1146/2019).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015).

Μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, ή ηθικής βλάβης, ευτελίζει, όσον αφορά τον δικαιούχο – παθόντα το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και όσον αφορά τον υπόχρεο το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017,  ΑΠ  43/2020, ΑΠ 170/2020.

Έχει κριθεί ότι το ποσόν των 100.000 ευρώ σε καθένα των γονέων, και το ποσό των 50.000 ευρώ για κάθε μία από τις αδελφές, ακόμη και στην περίπτωση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του τρίτου, ως αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, είναι καταφανώς μεγαλύτερα από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας και της αβεβαιότητας στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον. Διατάσσοντας το Δικαστήριο της ουσίας τέτοια χρηματικά ποσά υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, και η απόφασή του είναι αναιρετέα (ΑΠ 66/2019, ΑΠ 414/2019).

Σύμφωνα με το άρθρο 290Α του ΠΚ, ως ισχύει με την παρ. 3 του άρθρου 4 ν. 4637/2019, όποιος οδηγεί όχημα που μετέχει σε αυτοσχέδιους αγώνες, τιμωρείται

α) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα.

β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο.

γ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα την βαριά σωματική βλάβη, ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις.

δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου.

ε) Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.

στ) Αν οδηγεί επικίνδυνα και από την πράξη του προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, ή για άνθρωπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή.

Σύμφωνα με το άρθρο 290Α του ΠΚ, ως ισχύει με την παρ. 3 του άρθρου 4 ν. 4637/2019, όποιος οδηγεί όχημα, που είναι τεχνικά ανασφαλές, ή με ανασφαλή τρόπο φορτωμένο, τιμωρείται

α) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα.

β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο.

γ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα την βαριά σωματική βλάβη, ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις.

δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου.

ε) Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.

στ) Αν οδηγεί επικίνδυνα και από την πράξη του προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, ή για άνθρωπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή.

Σύμφωνα με το άρθρο 290Α του ΠΚ, ως ισχύει με την παρ. 3 του άρθρου 4 ν. 4637/2019, όποιος οδηγεί όχημα, σε εθνικές ή περιφερειακές οδούς αντίστροφα στο ρεύμα της κατεύθυνσης, τιμωρείται

α) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα.

β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο,

γ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα την βαριά σωματική βλάβη, ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις.

δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου.

ε) Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.

στ) Αν οδηγεί επικίνδυνα και από την πράξη του προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, ή για άνθρωπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή.

Σύμφωνα με το άρθρο 290Α του ΠΚ, ως ισχύει με την παρ. 3 του άρθρου 4 ν. 4637/2019, όποιος οδηγεί όχημα σε πεζοδρόμους, πεζοδρόμια ή πλατείες, τιμωρείται

α) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα.

β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο,

γ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα την βαριά σωματική βλάβη, ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις.

δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου.

ε) Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.

στ) Αν οδηγεί επικίνδυνα και από την πράξη του προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, ή για άνθρωπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή.

Σύμφωνα με το άρθρο 290Α του ΠΚ, ως ισχύει με την παρ. 3 του άρθρου 4 ν. 4637/2019, όποιος οδηγεί όχημα, μολονότι δεν είναι σε θέση να το πράξει με ασφάλεια λόγω σωματικής ή πνευματικής εξάντλησης, τιμωρείται

α) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα.

β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο,

γ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα την βαριά σωματική βλάβη, ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις.

δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου.

ε) Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.

στ) Αν οδηγεί επικίνδυνα και από την πράξη του προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, ή για άνθρωπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή.

Σύμφωνα με το άρθρο 290Α του ΠΚ, ως ισχύει με την παρ. 3 του άρθρου 4 ν. 4637/2019, όποιος οδηγεί όχημα, μολονότι δεν είναι σε θέση να το πράξει με ασφάλεια,  εξ αιτίας της κατανάλωσης οινοπνεύματος, ή χρήσης ναρκωτικών ουσιών, τιμωρείται

α) με φυλάκιση έως τρία έτη, ή χρηματική ποινή, αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα.

β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο.

γ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα την βαριά σωματική βλάβη, ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις.

δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου.

ε) αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.

στ) Αν οδηγεί επικίνδυνα και από την πράξη του προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, ή για άνθρωπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του ν. 489/1976 και του ν. 4261/2014

Α. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα του οχήματος αιτία θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονομούμενου από την ασφάλιση, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον κληρονόμο, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για την μη αποδοχή τους εντός (30) ημερών από την γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου της.

Β. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα / κατοχή του οχήματος με οποιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο, η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων.

Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια.

Γ. Αν μετά τη μεταβίβαση του οχήματος συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο όχημα, η υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 290Α του ΠΚ, ως ισχύει με την παρ. 3 του άρθρου 4 ν. 4637/2019, επικίνδυνη οδήγηση θεωρείται,

α) όταν ο οδηγός δεν είναι σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια, εξ αιτίας της κατανάλωσης οινοπνεύματος, ή χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ή λόγω σωματικής ή πνευματικής εξάντλησης

β) η οδήγηση οχήματος   σε εθνικές ή περιφερειακές οδούς, αντίστροφα στο ρεύμα της εκάστοτε κατεύθυνσης

γ) η οδήγηση οχήματος  σε πεζοδρόμους, πεζοδρόμια, ή πλατείες,

δ) η οδήγηση οχήματος που είναι τεχνικά ανασφαλές

ε) η οδήγηση οχήματος με ανασφαλή τρόπο φορτωμένο

στ) η οδήγηση οχήματος  με επικίνδυνους ελιγμούς

ζ) η οδήγηση οχήματος  σε αυτοσχέδιους αγώνες

Β. Οι παραπάνω πράξεις τιμωρούνται

α) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή, αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα.

β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο.

γ) με κάθειρξη έως δέκα έτη, αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη, ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις.

δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.

Γ.  Όποιος στις παραπάνω περιπτώσεις οδηγεί επικίνδυνα από αμέλεια και από την πράξη του αυτή προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα ή για άνθρωπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του Ν. 489/1976 και του Ν. 4261/2014

Α. Η ασφάλιση οχήματος μπορεί να λυθεί με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών οποτεδήποτε.

Β. Ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος / μπορούν να καταγγέλλουν την σύμβαση οποτεδήποτε με γραπτή δήλωση, η οποία επιδίδεται στην ασφαλιστική εταιρία, ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτήν διαμεσολαβητή, επί αποδείξει.

Γ. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα με την παρέλευση αυτής στην εταιρία.

Δ. Η ασφαλιστική εταιρία μπορεί με επιστολή της να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένο / βαρυνομένη με την απόδειξη της παράβασης.

Ε. Με την δήλωση της καταγγελίας από την ασφαλιστική εταιρεία, η οποία απευθύνεται στον λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένο / με συστημένη επιστολή, ή επί αποδείξει, πρέπει γνωστοποιείται ότι η μη συμμόρφωσή του προς τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας επιφέρει την λύση της σύμβασης. Η επιστολή αποστέλλεται στη διεύθυνση της κατοικίας, ή διαμονής, του λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένου / που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

ΣΤ. Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ασφάλισης, μετά την 30η μέρα από την αποστολή της σχετικής επιστολής καταγγελίας της σύμβασης, η ασφαλιστική εταιρεία ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Ζ. Μετά την πάροδο 16 ημερών από την γνωστοποίηση εκ μέρους του ασφαλιστή της ακύρωσης / λύσης / λήξης / αναστολής της σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου, το όχημα θεωρείται ανασφάλιστο.

Η. Κατά του ζημιωθέντος τρίτου, η ακύρωση / λύση / λήξη / αναστολή / της ασφαλιστικής σύμβασης, μπορεί να αντιταχθούν, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο (16) ημερών από την γνωστοποίηση εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης / λύσης / λήξης / αναστολής / της σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του πδ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του ν. 489/1976 και του ν.  4261/2014, η σύμβαση της ασφάλισης οχήματος είναι ρητά σύμβαση ορισμένης διάρκειας.

Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι το έγγραφο με το οποίο αποδεικνύεται η σύναψη της ασφάλισης.

Η ασφάλιση ισχύει για όσο χρονικό διάστημα ορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Έχει ημερομηνία και ώρα έναρξης και ημερομηνία και ώρα λήξης, αυτή που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, ή σύναψη νέας ασφάλισης, επιτρέπεται μόνον, αφού προηγηθεί η καταβολή από τον ασφαλισμένο του ασφαλίστρου.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες απαγορεύεται να παραδίδουν ασφαλιστήρια συμβόλαια, εάν προηγουμένως δεν έχουν εισπράξει το ασφάλιστρο.

Σε περίπτωση που έχει καταβληθεί το ασφάλιστρο, αλλά δεν έχει παραδοθεί το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η σύναψη της ασφάλισης αποδεικνύεται για τις (5) πρώτες ημέρες της κάλυψης από την απόδειξη πληρωμής του ασφαλίστρου.

 

Σύμφωνα με τις αρχές της αναγωγής που καθορίζει η διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο όταν όλοι οι εξ αδικοπραξίας συνοφειλέτες ευθύνονται υποκειμενικά, αλλά και σε περίπτωση αντικειμενικής ευθύνης, εκείνος που κατά το άρθρο 926 ΑΚ κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης, ανάλογα με το βαθμό πταίσματος του καθενός.

Από αυτά παρέπεται ότι ο αντικειμενικά ευθυνόμενος κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, μπορεί να ασκήσει αγωγή εξ αναγωγής κατά του οδηγού, όταν αυτός βαρύνεται με πταίσμα περί την οδήγηση, απαιτώντας απ' αυτόν να του καταβάλει κάθε ποσό που θα καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο.

Τούτο (κατά  κανόνα) δεν ισχύει προς την αντίθετη κατεύθυνση (ΑΠ 681/2014).

Από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 ΠΓΠΝ/1911 προκύπτει ότι ως κάτοχος του αυτοκινήτου, δεν θεωρείται εκείνος που ασκεί απλώς την επί του αυτοκινήτου φυσική εξουσία, αλλά εκείνος που εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο ως κύριος ή επικαρπωτής, ή ο δικαιούμενος σε εκμετάλλευση του αυτοκινήτου δυνάμει σύμβασης με τον κύριο λ.χ. μίσθωσης,  χρησιδανείου κλπ.

Κάτοχος κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, καθίσταται κανείς, όχι μόνο με νόμιμο τρόπο (με σύμβαση), αλλά και με παράνομο τρόπο (αυτογνώμων κατάληψη).

Σε κάθε περίπτωση κριτήριο αποτελεί το στοιχείο της εκμετάλλευσης, υπό την έννοια της συγκομιδής από την λειτουργία του αυτοκινήτου οικονομικού οφέλους, είτε από τη μορφή κέρδους, είτε υπό μορφή εξυπηρέτησης διαφόρων αναγκών του κατόχου (ΟλΑΠ 3/1987,  (ΑΠ 681/2014).

Δεν αποβάλλει την ιδιότητα του κατόχου, εκείνος ο οποίος παραχωρεί, ή επιτρέπει την οδήγηση του αυτοκινήτου σε τρίτο πρόσωπο για μικρό χρόνο, ή για ένα ταξίδι, χωρίς την ύπαρξη ιδιαίτερης σύμβασης σχετικά με την μεταβίβαση της κατοχής.

Αν όμως η παραχώρηση είναι για μεγάλο διάστημα, ή για αόριστο χρόνο, έναντι ανάληψης από τον τρίτο των εξόδων συντήρησης και λειτουργίας του αυτοκινήτου, τότε κάτοχος καθίσταται ο τελευταίος (ΑΠ 211/2012, ΑΠ 681/2014).   

Για να  υπάρξει «αυτογνώμων κατάληψη» απαιτείται γνώση από την πλευρά του δράστη ότι καταλαμβάνει το αυτοκίνητο χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη γνώση του κυρίου, ή του προσώπου που δικαιούται να χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο. Συνήθως η έννοια αυτή συγκροτείται με αξιόποινη πράξη, όπως κλοπή, κλοπή χρήσης, υπεξαίρεση κλπ, αλλά είναι δυνατόν να μην εμφανίζει και ποινική απαξία (ΑΠ 681/2014).  

Κατά την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, που δεν είναι και κάτοχος αυτού, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου. Η σχετική ένσταση είναι προσωποπαγής και προβάλλεται μόνο κατά του ζημιωθέντος τρίτου και όχι κατά του εξ αναγωγής συνοφειλέτη (ΑΠ 306/2005).

Από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 ΠΓΠΝ/1911 προκύπτει ότι ως κάτοχος του αυτοκινήτου, δεν θεωρείται εκείνος που ασκεί απλώς την επί του αυτοκινήτου φυσική εξουσία, αλλά εκείνος που εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο ως κύριος ή επικαρπωτής, ή ο δικαιούμενος σε εκμετάλλευση του αυτοκινήτου δυνάμει σύμβασης με τον κύριο λ.χ. μίσθωσης,  χρησιδανείου κλπ.

Δεν αποβάλλει την ιδιότητα του κατόχου, εκείνος ο οποίος παραχωρεί, ή επιτρέπει την οδήγηση του αυτοκινήτου σε τρίτο πρόσωπο για μικρό χρόνο, ή για ένα ταξίδι, χωρίς την ύπαρξη ιδιαίτερης σύμβασης σχετικά με την μεταβίβαση της κατοχής (ΑΠ 211/2012, ΑΠ 681/2014).

Αν όμως η παραχώρηση είναι για μεγάλο διάστημα, ή για αόριστο χρόνο, έναντι ανάληψης από τον τρίτο των εξόδων συντήρησης και λειτουργίας του αυτοκινήτου, τότε κάτοχος καθίσταται ο τελευταίος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, που δεν είναι και κάτοχος αυτού, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου. Η σχετική ένσταση (ποσοτικού περιορισμού της ευθύνης) είναι προσωποπαγής και προβάλλεται μόνο κατά του ζημιωθέντος τρίτου και όχι κατά του εξ αναγωγής συνοφειλέτη (ΑΠ 306/2005).

Σε τροχαίο ατύχημα, όταν ενάγεται και η ασφαλιστική εταιρία, η οποία έχει αναλάβει την κάλυψη της αστικής ευθύνης του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου έναντι των τρίτων, με σύμβαση ασφάλισης με αυτόν, προς αποκατάσταση της περιουσιακής και μη περιουσιακής ζημίας του παθόντος, η ευθύνη της είναι εγγυητική στο μέτρο που υφίσταται ευθύνη του ιδιοκτήτη και οδηγού του αυτοκινήτου.

Η απαλλαγή του ιδιοκτήτη και οδηγού του αυτοκινήτου, λόγω έλλειψης ευθύνης του οδηγού, επεκτείνεται και στην ασφαλιστική εταιρία.

Η ευθύνη, δηλαδή, της ασφαλιστικής εταιρίας είναι εγγυητική και κατά ένα τρόπο παρεπόμενη, δηλαδή υφίσταται, εάν υπάρχει ευθύνη του οδηγού, ή ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου που ασφαλίζεται.

Με την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ο παθών τρίτος αποκτά ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, την οποία μπορεί να επιδιώξει δικαστικά κατά αυτής, ή κατά όλων των οφειλετών, οι οποίοι ευθύνονται μεν από διαφορετικές αιτίες, σε ολόκληρο όμως κατά το άρθρο 481 επ ΑΚ.

Η απαλλαγή επομένως του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο ζήτημα της υπαιτιότητας, λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος και έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος και του προκληθέντος τραυματισμού του παθόντος σκοπό έχει να απαλλάξει, ή να ωφελήσει την ασφαλιστική εταιρεία, και η απαλλαγή του υπαιτίου της υποχρέωσης προς αποζημίωση ενεργεί στη σχέση της ενοχής σε ολόκληρο με την ασφαλιστική εταιρία και επεκτείνεται σε αυτήν, σύμφωνα άλλωστε και με τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 και 864 ΑΚ, που ορίζουν ότι, αν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, με οποιοδήποτε τρόπο, κατά του οφειλέτη ελευθερώνεται και ο εγγυητής, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του Ν. 489/1976 και του Ν. 4261/2014, αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις, ισχύει μόνο η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής. Οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση ή καταγγελία.

Από τις συνδυασμένες, διατάξεις των άρθρων 914, 929, 931 και 928 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι εκείνος που υπέστη αναπηρία ή παραμόρφωση εξαιτίας σωματικής βλάβης από αδικοπραξία, δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση και για τα εισοδήματα που θα απωλέσει από την εργασία του, λόγω της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον.

Η αποζημίωση αυτή δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με το ποσοστό της αναπηρίας του ή το είδος, την έκταση και τη σοβαρότητα της παραμόρφωσης τους, αλλ' είναι αντίστοιχη με την απολεσθείσα ικανότητα για κτήση εισοδημάτων, η οποία αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αφού είναι δυνατόν να υπάρχει μεγάλη αναπηρία με μικρή επίπτωση στην ικανότητα κτήσης εισοδημάτων και αντίστροφα. Η σωματική αναπηρία, τότε μόνο προκαλεί στον παθόντα ζημία που έγκειται στην αποστέρηση μελλοντικών εισοδημάτων, όταν αποδεικνύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι ο παθών, εξαιτίας της αναπηρίας του - και μάλιστα ανεξάρτητα από το ιατρικώς προσδιορισμένο ποσοστό αυτής - περιέρχεται σε αδυναμία να μετέλθει την επαγγελματική δραστηριότητα την οποία ασκούσε προηγουμένως. Έτσι, είναι δυνατόν, το παθόν πρόσωπο να θεωρηθεί ικανό για την άσκηση της επαγγελματικής αυτής δραστηριότητας, μολονότι ιατρικώς απονέμεται σ' αυτόν ποσοστό αναπηρίας (ΑΠ 1503/2000).

Πάντως, η βλάβη του σώματος ή της υγείας του ανθρώπου δεν επιδρά από μόνη στη δύναμη για εργασία και στην ικανότητα κτήσεως εισοδημάτων και περαιτέρω η ικανότητα κτήσεως εισοδημάτων δεν συνεπάγεται αυτόματα περιουσιακή ζημία. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται σε κάθε περίπτωση συγκεκριμένα και όχι αφηρημένα, αφού είναι δυνατόν, παρά τη βλάβη της υγείας ενός προσώπου, έστω και μόνιμη, να μην επηρεάζεται καθόλου η επαγγελματική - οικονομική του δραστηριότητα. Πρέπει, λοιπόν, να αποδεικνύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι ο παθών, λόγω του τραυματισμού, δεν μπόρεσε πραγματικά να εργασθεί και ότι για το λόγο αυτό υπέστη περιουσιακή ζημία (ΑΠ 1435/2013.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του Ν. 489/1976 και του Ν. 4261/2014

Α. Εξαιρείται και δεν καλύπτεται  

α. Η αστική ευθύνη των προσώπων, που επελήφθησαν του οχήματος με κλοπή, ή βία.

β. Τα πράγματα που μεταφέρονται με το ίδιο όχημα.

γ. Η αστική ευθύνη έναντι προσώπων, τα οποία συγκατατέθηκαν να μεταφερθούν με όχημα, εφ όσον ο ασφαλιστής αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα αφαιρέθηκε από το νόμιμο κάτοχό του με αθέμιτα μέσα, ή χρησιμοποιείται προς εκτέλεση εγκληματικής πράξης.

Β. Δεν καλύπτονται ζημίες που προκλήθηκαν

α. Όταν το όχημα ωθείται από άλλη δύναμη εκτός της δικής του, ή ωθεί άλλο όχημα, ή αντικείμενο που κινείται σε τροχούς, ή ρυμουλκεί άλλο όχημα, ή κινηθεί χωρίς τον οδηγό και χωρίς υπαιτιότητά του, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο.

β. Εντός φυλασσομένων χώρων στάθμευσης, ή συνεργείων επισκευής οχημάτων, ή εκθέσεων οχημάτων.

γ. Κατά την διάρκεια της λειτουργίας του ως εργαλείο ειδικού τύπου οχημάτων, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο.

δ. Από πρόθεση του ασφαλισμένου / λήπτη της ασφάλισης /  οδηγού / προστηθέντων στην οδήγηση.

ε. Από την συμμετοχή του οχήματος σε επιδείξεις, εορταστικές παρελάσεις, επισήμους ή όχι αγώνες, δοκιμαστικές διαδρομές (προπονήσεις), εκτός εάν ειδικά στο ασφαλιστήριο συμφωνήθηκε και η κάλυψη των ανωτέρω περιπτώσεων.

στ. Από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης, που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.

ζ. Από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, εφ όσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

η. Από όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση, από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφ όσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου τις παραπάνω εξαιρέσεις κάλυψης.Ο ασφαλιστής, όμως, δύναται να στραφεί κατά του λήπτη της ασφάλισης /ασφαλισμένου / οδηγού/ ασκώντας δικαίωμα αγωγής, ή αναγωγής.  

 

Εμπειρικός τρόπος υπολογισμού της ελάχιστης απόστασης ακινητοποίησης οχήματος με τροχοπέδηση, σε δρόμο με καλό οδόστρωμα και καλές καιρικές συνθήκες, είναι ο πολλαπλασιασμός του ψηφίου των δεκάδων της ταχύτητας με τον εαυτό του. Π.χ. με 50 χλμ/ωρα η απόσταση ακινητοποίησης  είναι περίπου 5 x 5 =25 μ. ή με 120 χλμ/ωρα  12 x 12 = 144 μ.

Σε αυτό πρέπει να προστεθεί και ο χρόνος αντίδρασης του οδηγού, δηλαδή η απόσταση που θα διανύσει το όχημα από την στιγμή ο οδηγός θα αντιληφθεί το εμπόδιο μέχρι να πατήσει το φρένο. Εμπειρικά υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το πρώτο ψηφίο της ταχύτητας αν είναι διψήφιος αριθμός με το 3 και τα πρώτα 2 ψηφία της ταχύτητας αν είναι τριψήφιος αριθμός με το 3. Π.χ. με ταχύτητα 50 χλμ/ωρα  σε 15 μ., 60 χλμ/ωρα  σε 18 μ., 100 χλμ/ωρα  σε 30 μ., 120 χλμ/ωρα  σε 36 μ.

Μαθηματικός τρόπος υπολογισμού

1. Αν γνωρίζουμε το μεταξόνιο του οχήματος, χρησιμοποιούμε τον παρακάτω μαθηματικό τύπο.

S=15,9 x √(f x p) x (d - a)

Όπου, s = ταχύτητα, f = συντελεστής τριβής οχήματος, p = ποσοστό πέδησης 100%, d = μήκος ιχνών τροχοπέδησης, a = μεταξόνιο οχήματος

 2. Αν δεν γνωρίζουμε το μεταξόνιο του οχήματος, χρησιμοποιούμε τον παρακάτω μαθηματικό τύπο.

S=√f x d / 0,004

Όπου, s = ταχύτητα, f = συντελεστής τριβής οχήματος, d = μήκος ιχνών τροχοπέδησης

Από τις διατάξεις των άρθρων 928 εδ. β, 1389 και 1390 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση θανατώσεως συζύγου και πατρός, στην αγωγή αποζημιώσεως του άλλου συζύγου και του τέκνου για την αποκατάσταση της ζημίας τους από την στέρηση του δικαιώματός τους διατροφής, πρέπει να μνημονεύονται α) η ύπαρξη γάμου μεταξύ δικαιούχου και υποχρέου, όπως και η γονική σχέση, β) η θανάτωση του υπόχρεου από παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγομένου, γ) ο πιθανός χρόνος ζωής του υπόχρεου οε διατροφή συζύγου και πατρός και δ) το ποσό της καταβλητέας από αυτόν διατροφής ανάλογα με τι συνθήκες της οικογενειακής ζωής. Δεν απαιτείται για να είναι ορισμένη η αγωγή αποζημιώσεως, να γίνεται αποτίμηση της συνεισφοράς, που θα παρείχε καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, ούτε η αριθμητική ανάλυση των επιμέρους δαπανών του ενάγοντος.

Επειδή, η από την διάταξη του άρθρου 928 εδ. β ΑΚ παροχή αξίωσης αποζημίωσης σε αυτόν, που, εξ αιτίας της θανάτωσης προσώπου, στερήθηκε δικαίωμα προς διατροφή πηγάζει από το νόμο, η σχετική αξίωση αποτελεί αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης του δικαιούχου διατροφής και όχι  διατροφή, έστω και αν καταβάλλεται συνήθως με την μορφή μηνιαίας χρηματικής προσόδου, δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 1498, ούτε και η ΑΚ 1487 ένσταση διακινδύνευσης διατροφής (ΜονΠρΠειρ 6474/2013).

Κατά το άρθρο 916 ΑΚ ο ανήλικος, που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του, είναι μη ικανός προς καταλογισμό και δεν ευθύνεται για τη ζημία που προξένησε. Δεν ευθύνεται ούτε στην περίπτωση, που ο ίδιος συνέβαλε με δική του ενέργεια, ή παράλειψη, στην επέλευση της δικής του ζημίας. Επομένως δεν μπορεί, κατά νόμο, να αντιταχθεί από τον εναγόμενο η από το άρθρο 300 ΑΚ ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματός του (ΑΠ 495/2012, ΑΠ 218/2014, ΑΠ 731/2008, ΑΠ 1743/2007)

Κατά ανηλίκου κάτω των 10 ετών, ο οποίος τραυματίσθηκε από αυτοκίνητο και ζητεί αποζημίωση για την ζημία, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν μπορεί να αντιταχθεί από τον εναγόμενο η αμέλεια των εποπτευόντων αυτό γονέων του, δηλαδή να χωρήσει σε βάρος αυτού καταλογισμός πταίσματος των νομίμων αντιπροσώπων του σε σχέση προς την από αυτούς ασκούμενη επιτήρηση και επίβλεψη. Και τούτο, γιατί, αφ ενός ο αδικοπραγήσας τρίτος και οι εποπτεύοντες γονείς του ανηλίκου ευθύνονται σε ολόκληρον έναντι αυτού για τη ζημία που υπέστη λόγω του τραυματισμού του, αφ ετέρου ο νομοθέτης θα αντέφασκε με τον εαυτό του, αν στον έχοντα ανάγκη επιμελείας ανήλικο, προς τον οποίο παρέχει πολλαπλώς την προστασία του (άρθρ. 128, 129, 916, 1510, 1518 ΑΚ), καταλόγιζε ευθύνη για πράξεις άλλων και δη ενέργειες ή παραλείψεις των γονέων του, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι εκ του νόμου για την επιμέλεια και την εκπροσώπησή του.

Αυτό συμβαίνει, αν ο νόμιμος εκπρόσωπος του ανηλίκου ασκήσει στο όνομα και για λογαριασμό του ανηλίκου αγωγή, με την οποία επιδιώκει την αποκατάσταση της ζημίας του ιδίου του ανηλίκου.

Αν όμως ο νόμιμος αντιπρόσωπος του αμέσως ζημιωθέντος από την αδικοπραξία ανηλίκου ασκήσει αγωγή, με την οποία ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας, που ο ίδιος υπέστη εμμέσως από την αδικοπραξία, τότε μπορεί επιτρεπτώς να προβληθεί η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος του νομίμου αντιπροσώπου γονέα του ανηλίκου, που παραμέλησε την εποπτεία του (άρθρ. 923 ΑΚ), αφού αυτός με την αγωγή του επιδιώκει αποκατάσταση της δικής του ζημίας (ΑΠ 532/2012, ΑΠ 495/2012, ΑΠ 1446/2009, ΑΠ 195/2007, ΕφΠατρ 133/2009, ΕφΛαρ 160/2007).

Τέλος, αν το ατύχημα οφείλεται σε παραμέληση εποπτείας από τους γονείς του ανηλίκου (άρθρ. 923 ΑΚ), ο αποζημιώσας τον ανήλικο δύναται να στραφεί αναγωγικώς κατά των γονέων, σύμφωνα με το άρθρο 927 ΑΚ, για να απαιτήσει όσα κατέβαλε, ισχυριζόμενος και αποδεικνύων ότι ο τραυματισμός του ανηλίκου οφείλεται σε παράβαση του καθήκοντος εποπτείας εκ μέρους εκείνων (ΑΠ 861/2012, ΑΠ 1743/2007, ΕφΛαμ 55/2013).

Οι κληρονόμοι προσώπου, που τραυματίστηκε σοβαρά σε τροχαίο ατύχημα και στην συνεχεία απεβίωσε, δικαιούνται, κατά το άρθρο 929 εδ. α  ΑΚ, αποζημίωση για τις υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμου (πραγματικής ή πλασματικής) που παρείχοντο στον τραυματισθέντα και στην συνέχεια αποβιώσαντα  συγγενή των, ως αμέσως ζημιωθέντες (ΑΠ 1178/2015).

Δεν απαιτείται ο αποβιώσας να είχε ασκήσει μέχρι τον θάνατό του την σχετική αγωγή, ούτε η αξίωσή του να είχε αναγνωριστεί συμβατικά όσο ζούσε, γιατί δεν απαιτούνται από τον νόμο οι προϋποθέσεις αυτές προκειμένου να μεταβιβαστεί η εκ του άρθρου 929 εδ. α ΑΚ αξίωση στους κληρονόμους του αρχικού δικαιούχου (ΑΠ 1178/2015).

Για τον υπολογισμό της ταχύτητας οχήματος μετά από σύγκρουση με άλλο όχημα λαμβάνεται υπ όψιν η μείωση της αρχικής ταχύτητας με τροχοπέδηση και στην συνέχεια προστίθεται η εναπομείνασα κινητική ενέργεια (ταχύτητα) που δαπανήθηκε, ως έργο σύρσης μετά από αυτή και παραμόρφωσης του αμαξώματος.

Α. Μείωση της αρχικής ταχύτητας με τροχοπέδηση.

Αν γνωρίζουμε το μεταξόνιο του οχήματος χρησιμοποιούμε τον παρακάτω μαθηματικό τύπο. 

S=15,9 x √(f x p) x (d - a)

Όπου, s = ταχύτητα, f = συντελεστής τριβής οχήματος, p = ποσοστό πέδησης 100%, d = μήκος ιχνών τροχοπέδησης, a = μεταξόνιο οχήματος

Αν δεν γνωρίζουμε το μεταξόνιο του οχήματος χρησιμοποιούμε τον μαθηματικό τύπο   

S=√f x d / 0,004

Όπου, s = ταχύτητα, f = συντελεστής τριβής οχήματος, d = μήκος ιχνών τροχοπέδησης

Και οι δύο μαθηματικοί τύποι υπολογίζουν με μικρή απόκλιση την ίδια αρχική ταχύτητα. Ο πρώτος  μαθηματικός τύπος είναι ασφαλέστερος σε σχέση με τον πρώτο, γιατί ο τύπος αυτός λαμβάνει υπό όψιν την επιτάχυνση της βαρύτητας και τα δυναμικά χαρακτηριστικά του οχήματος.

Β. Εναπομείνασα κινητική ενέργεια (ταχύτητα). Μετά τον προσδιορισμό της αρχικής ταχύτητας με τροχοπέδηση προστίθεται η εναπομείνασα μετά την τροχοπέδηση ταχύτητα, προσδιοριζόμενη από τυχόν πλαγιολίσθηση του οχήματος, τυχόν χαραγές σύρσης του οχήματος και από τον βαθμό παραμόρφωσης του οχήματος.

Σύμφωνα με το ΠΔ. 237/1986 ως τροποποιήθηκε με τον ν. 4092/2012 και ν. 4261/2014, εξαιρούνται από την υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτου οχήματος 

α) Η αστική ευθύνη των προσώπων, που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή, ή βία,

β) Τα πράγματα που μεταφέρονται με το ίδιο όχημα,

γ) Η αστική ευθύνη έναντι προσώπων, τα οποία συγκατατέθηκαν να μεταφερθούν με όχημα, εφ όσον ο ασφαλιστής αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα αφαιρέθηκε από το νόμιμο κάτοχό του με αθέμιτα μέσα, ή χρησιμοποιείται προς εκτέλεση εγκληματικής πράξης

ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΖΗΜΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝΤΑΙ 

α) Όταν το όχημα ωθείται από άλλη δύναμη εκτός της δικής του, ή ωθεί άλλο όχημα, ή αντικείμενο που κινείται σε τροχούς, ή ρυμουλκεί άλλο          όχημα, ή κινηθεί χωρίς τον οδηγό και χωρίς υπαιτιότητά του, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο,

β) Εντός φυλασσομένων χώρων στάθμευσης, ή συνεργείων επισκευής οχημάτων, ή εκθέσεων οχημάτων,

γ) Κατά την διάρκεια της λειτουργίας του ως εργαλείο ειδικού τύπου οχημάτων, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο,

δ) Από πρόθεση του ασφαλισμένου/λήπτη της ασφάλισης/ οδηγού/προστηθέντων στην οδήγηση,

ε) Από την συμμετοχή του οχήματος σε επιδείξεις, εορταστικές παρελάσεις, επισήμους ή όχι αγώνες, δοκιμαστικές διαδρομές (προπονήσεις), εκτός εάν ειδικά στο ασφαλιστήριο συμφωνήθηκε και η κάλυψη των ανωτέρω περιπτώσεων,

στ) Από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης, που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί,

ζ) Από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, εφ όσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το όχημα, που εμπλέκεται στο ατύχημα, ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, εφ όσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο, 8) Από όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση, από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφ όσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των παραπάνω περιπτώσεων και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφ όσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη.

Σύμφωνα με το ΠΔ. 237/1986, ως τροποποιήθηκε με τον ν. 4092/2012 και ν. 4261/2014, στην υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτου οχήματος.

Α. Η ασφαλιστική εταιρία αναλαμβάνει να αποκαταστήσει την ζημία (υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες, θάνατο) που προκάλεσαν σε «τρίτους» ο ιδιοκτήτης, ο κάτοχος, ο οδηγός, ή ο προστηθείς στην οδήγηση, κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος. Απαιτείται να φέρουν υπαιτιότητα, ή συνυπαιτιότητα, στην πρόκληση του ατυχήματος. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, δηλαδή κατ ελάχιστον αμέλεια,  το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Οι έννοιες αμέλειας και συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση, ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφ ενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφ ετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Β. «ΟΙ ΤΡΙΤΟΙ» 

«Τρίτα» πρόσωπα θεωρούνται, α) Οι επιβαίνοντες στο όχημα που προκάλεσε το ατύχημα, β) Τα μέλη της οικογένειας του ιδιοκτήτη, οδηγού, ή προστηθέντος στην οδήγηση. Δεν θεωρούνται «τρίτοι», α) Ο οδηγός του οχήματος που προξένησε τη ζημία, β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης, γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου, που είναι ασφαλισμένο το όχημα.

Γ. ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ 

H σύμβαση της υποχρεωτικής ασφάλισης οχήματος είναι ρητά σύμβαση ορισμένης διάρκειας. Ισχύει για όσο χρονικό διάστημα ορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Έχει ημερομηνία και ώρα έναρξης και ημερομηνία και ώρα λήξης, αυτή που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο. Ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, ή σύναψη νέας ασφάλισης, επιτρέπεται μόνον, αφού προηγηθεί η καταβολή από τον ασφαλισμένο του ασφαλίστρου.  Οι ασφαλιστικές εταιρείες απαγορεύεται να παραδίδουν ασφαλιστήρια συμβόλαια, εάν προηγουμένως δεν έχουν εισπράξει το ασφάλιστρο. Το ασφαλιστήριο είναι το έγγραφο με το οποίο αποδεικνύεται η σύναψη της ασφάλισης. Σε περίπτωση που έχει καταβληθεί το ασφάλιστρο, αλλά δεν έχει παραδοθεί το ασφαλιστήριο, η σύναψη της ασφάλισης αποδεικνύεται για τις (5) πρώτες ημέρες της κάλυψης από την απόδειξη πληρωμής του ασφαλίστρου.

Δ. ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΟΡΙΑ ΚΑΛΥΨΗΣ 

Τα ελάχιστα όρια κάλυψης σε περίπτωση σωματικής βλάβης είναι 1.220.000 € ανά θύμα και σε περίπτωση υλικής ζημίας 1.220.000 € ανά ατύχημα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων.

ε. Εξαιρουνται από την ασαφαλιστικη καλυψη

α) Η αστική ευθύνη των προσώπων, που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή, ή βία,

β) Τα πράγματα που μεταφέρονται με το ίδιο όχημα,

γ) Η αστική ευθύνη έναντι προσώπων, τα οποία συγκατατέθηκαν να μεταφερθούν με όχημα, εφ όσον ο ασφαλιστής αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα αφαιρέθηκε από το νόμιμο κάτοχό του με αθέμιτα μέσα, ή χρησιμοποιείται προς εκτέλεση εγκληματικής πράξης

στ. Εξαιρουνται από την καλυψη ζημιεσ που προκαλουνται

α) Όταν το όχημα ωθείται από άλλη δύναμη εκτός της δικής του, ή ωθεί άλλο όχημα, ή αντικείμενο που κινείται σε τροχούς, ή ρυμουλκεί άλλο όχημα, ή κινηθεί χωρίς τον οδηγό και χωρίς υπαιτιότητά του, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο,

β) Εντός φυλασσομένων χώρων στάθμευσης, ή συνεργείων επισκευής οχημάτων, ή εκθέσεων οχημάτων,

γ) Κατά την διάρκεια της λειτουργίας του ως εργαλείο ειδικού τύπου οχημάτων, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο,

δ) Από πρόθεση του ασφαλισμένου/λήπτη της ασφάλισης/ οδηγού/προστηθέντων στην οδήγηση,

ε) Από την συμμετοχή του οχήματος σε επιδείξεις, εορταστικές παρελάσεις, επισήμους ή όχι αγώνες, δοκιμαστικές διαδρομές (προπονήσεις), εκτός εάν ειδικά στο ασφαλιστήριο συμφωνήθηκε και η κάλυψη των ανωτέρω περιπτώσεων,

στ) Από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης, που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί,

ζ) Από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, εφ όσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το όχημα, που εμπλέκεται στο ατύχημα, ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, εφ όσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο, 8) Από όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση, από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφ όσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των παραπάνω περιπτώσεων και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφ όσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη.

Ζ. ΑΝΤΙΤΑΞΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ

Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου τις παραπάνω εξαιρέσεις κάλυψης. Ο ασφαλιστής, όμως, δύναται να στραφεί κατά του λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένου/οδηγού, ασκώντας δικαίωμα αγωγή, ή αναγωγής.  

Η. ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥ ΟΧΗΜΑΤΟΣ

Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα του οχήματος αιτία θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονομούμενου από την ασφάλιση, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον κληρονόμο, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για την μη αποδοχή τους εντός (30) ημερών από την γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου της. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα/κατοχή του οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων. Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια. Αν μετά τη μεταβίβαση του οχήματος συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο όχημα, η υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 και 314 παρ. 1 εδ. α ΠΚ προκύπτει ότι, για την ευθύνη από αμέλεια μη συνειδητή στις περιπτώσεις της ανθρωποκτονίας και σωματικής βλάβης σε τροχαίο ατύχημα, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφ ενός ότι ο οδηγός δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική και αφ ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την πράξη, ή την παράλειψή του.

Έλλειψη της απαιτουμένης ειδικώς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστό από το καθένα από αυτό.

Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ όψιν και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ επιλογή, όπως επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠοινΔ (ΑΠ 1215/2016).

Σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1, 4 και 5 εδ. α ΚΟΚ ο οδηγός, που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο (διασταύρωση) υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μη προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα (ΑΠ 641/2014, Α.Π. 846/2001).

Σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 19 ΚΟΚ, με τα οποία ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται ατυχήματα πεζών και οχημάτων,

α) αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή (12 παρ. 1),

β) ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (19 παρ. 1),

γ) ο οδηγός έχει υποχρέωση να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του, μεταξύ άλλων, πλησίον ισόπεδων οδικών κόμβων, ανεξάρτητα αν υπάρχει σήμανση από πλευράς προτεραιότητας διελεύσεως ή και σηματοδότηση και γενικά σε κάθε άλλη γενική περίπτωση, που επιβάλλεται ο μετριασμός αυτός (19 παρ. 3).

Έτσι μπορεί να κριθεί ο οδηγός αυτοκινήτου συνυπαίτιος ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, κατά την έννοια των άρθρων 28 και 302 ΠΚ, σε τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα κατά τον χρόνο που ο οδηγός, πλησιάζοντας σε ισόπεδο οδικό κόμβο, αν και είχε την προτεραιότητα, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ρυθμίζοντας την ταχύτητα ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου (ΑΠ 39/2013, (ΑΠ 734/2016).

Σύμφωνα με τις αρχές της αναγωγής που καθορίζει η διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο όταν όλοι οι εξ αδικοπραξίας συνοφειλέτες ευθύνονται υποκειμενικά, αλλά και σε περίπτωση αντικειμενικής ευθύνης, εκείνος που κατά το άρθρο 926 ΑΚ κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης, ανάλογα με το βαθμό πταίσματος του καθενός.

Το άρθρο 927 ρυθμίζει την μεταξύ περισσοτέρων συνοφειλετών εσωτερική σχέση και έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη περισσοτέρων εις ολόκληρον συνυποχρέων κατά το νόμο, όπως είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου, ο κάτοχος, ο ιδιοκτήτης  και ο ασφαλιστής.

Για τη γέννηση της αξίωσης αναγωγής δεν απαιτείται προηγούμενη καταβολή της αποζημίωσης, αλλά μπορεί να ασκηθεί και πριν από την καταβολή στο ζημιωθέντα, κατ εφαρμογή του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε ΚΠολΔ (ΑΠ 1032/1998).

Έτσι, με βάση τα καθοριζόμενα στο άρθρο 927 ΑΚ κριτήρια επιμερισμού της ευθύνης των συνυποχρέων (πταίσμα ή αιτιότητα), η όλη ευθύνη τελικώς μετατίθεται στον υπαίτιο εκ πταίσματος ευθυνόμενο (ΑΠ 681/2014).

Κατά την διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, "οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η κύρια σχέση η οποία δημιουργείται, με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα από το οποίο επήλθε ο θάνατος αλλοδαπού και η αντίστοιχη αδικοπρακτική ενοχή, διέπονται από το ελληνικό δίκαιο με την έννοια της Lex causee.

Επομένως, κατά το δίκαιο αυτό, κρίνεται, μεταξύ άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις της θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, δηλαδή η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, αν η αποζημίωση παρέχεται σε κεφάλαιο εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, τα θέματα της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλόμενων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημίωσης.

Στην προαναφερθείσα έννοια του "κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απ ευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου.

Επομένως, στην περίπτωση θανάτωσης, σε αυτοκινητικό ατύχημα στην Ελλάδα αλλοδαπού, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, με την έννοια "των ανηκόντων στον κύκλο των προσώπων, που είναι φορείς εννόμων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων", τα οποία προσβλήθηκαν από τις επαχθείς συνέπειες της αδικοπρακτικής θανάτωσης, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ αμέσως το Ελληνικό Δίκαιο, χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας, στο πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος, και ειδικά η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, με την οποία θα προσδιορισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως του εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το μη εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση ή δεν προβλέπεται καμία ρύθμιση. 

Επομένως, ο προσδιορισμός από το δικαστήριο, των συγκεκριμένων εναγόντων, ως ανηκόντων στον κύκλο των προστατευομένων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων και η αντίστοιχη νομιμοποίησή τους, θα κριθεί με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και ειδικώς με βάση την προαναφερθείσα έννοια της "οικογένειας" όπως προσδιορίζεται αποκλειστικώς από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, κατά την αντίστοιχη ερμηνεία της ίδιας διάταξης που προαναφέρθηκε.

Μόνο στην περίπτωση εκείνη, που αμφισβητηθεί μια από τις συγγενικές ιδιότητες, που έχει σχέση με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσης αυτής, από την οποία προέρχεται η ιδιότητα αυτή (π.χ η ύπαρξη ή όχι γάμου ή συγγενικής σχέσης γονέα και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία κατά περίπτωση η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 ΑΚ, για να κριθεί, αναλόγως, το εάν ο ενάγων έχει τελικώς την ιδιότητα του συζύγου ή του τέκνου, του πατέρα  κλπ του θανατωθέντος (ΟλΑΠ 10/2011).

Δεν ισχύει η βραχυπρόθεσμη παραγραφή των δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, του άρθρου 7 του ν. ΓλΝ/11, του οποίου η ισχύς διατηρήθηκε με το άρθρο 114 ΕισΝΑΚ, όταν η αξίωση αποζημίωσης στηρίζεται στο κοινό δίκαιο (άρθρ. 914 Α.Κ.), οπότε εφαρμόζεται η πενταετής παραγραφή της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ, αφ' ότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση,

Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος και μη οδηγός του ζημιογόνου οχήματος είναι δυνατό να ευθύνεται έναντι του παθόντος, εφόσον συντρέχουν οι όροι της πρόστησης (άρθρ. 922 ΑΚ). Για να υπάρχει τέτοια ευθύνη του προστήσαντος πρέπει ο προστηθείς κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του να υπόκειται στον έλεγχο, ή στις γενικές οδηγίες και εντολές του προστήσαντος,

Η σχέση αυτή δεν υπάρχει, γιατί λείπει το στοιχείο της εξάρτησης στην περίπτωση μίσθωσης οχήματος, όταν ο εκμισθωτής που εκμισθώνει αυτοκίνητο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του μισθωτή δεν θεωρείται προστήσας και συνακόλουθα δεν έχει στην περίπτωση αυτή εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή, η αξίωση του παθόντα τρίτου σε ατύχημα από αυτοκίνητο κατά του ιδιοκτήτη εκμισθωτή αυτού υπόκειται στην παραγραφή του άρθρου 7 του ν. ΓλΝ/1911 (ΑΠ 206/2013).

Κατά την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ η αναπηρία, ή παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπ όψιν κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του.

Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής, ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητος στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν, να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους.

Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφ όσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνεπεία της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, ανικανότητα προς εργασία, εφ όσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως η αναπηρία, ή παραμόρφωση, ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία.

Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία, ή παραμόρφωση, θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία, ή παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος.

Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, ως βλάβης του σώματος, ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων, ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία,  προβλέπεται από την διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία, ή παραμόρφωση, ενός ευλόγου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, αφ ενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου.

Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική, α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που κατ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 634/2007, ΑΠ 1874/2006, ΑΠ 1645/2006, ΕφΠειρ 172/2010).

Σύμφωνα με το άρθρο 66 του νέου Ποινικού Κώδικα, αν ο υπαίτιος διέπραξε έγκλημα που έχει άμεση σχέση με την οδήγηση, ή την εκμετάλλευση, μεταφορικού μέσου, εφ όσον του επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον (6) μηνών, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αφαίρεση της άδειας οδήγησης που κατέχει, για όλα ή ορισμένου τύπου μεταφορικά μέσα, ή της άδειας εκμετάλλευσης αντιστοίχως για χρονικό διάστημα από (1) μήνα ως (1) έτος.

Η αφαίρεση της άδειας οδήγησης αρχίζει μόλις η απόφαση γίνει αμετάκλητη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που έχει επέλθει. Κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι. Αρκεί, δηλαδή, να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Στην περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος μόνο η από τον οδηγό αυτοκινήτου παραβίαση διάταξης του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν αρκεί για να θεμελιώσει πταίσμα του οδηγού για το ατύχημα, χωρίς τη διαπίστωση και ότι η παράβαση αυτή συνετέλεσε στο βλαπτικό εκείνο αποτέλεσμα, όπως επίσης και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων, που επιβάλλει ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας στους οδηγούς οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους, να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος, ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών.

Κατά συνέπεια, ο οδηγός που κινείται σε οποιαδήποτε οδό, υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών (άρθρο 6  ΚΟΚ) οι οποίες υπερισχύουν των πινακίδων σήμανσης, οι οποίες καθορίζουν την προτεραιότητα (άρθρο 26 παρ. 6 ΚΟΚ). Όταν ο φωτεινός σηματοδότης  δείχνει πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής (άρθρο 6 παρ. 1α ΚΟΚ), ακόμα και αν υφίσταται στην πορεία του οχήματος πινακίδες που ορίζουν διαφορετικά, ο οδηγός δεν υποχρεούται να σταματήσει, προχωρεί κατευθείαν μπροστά, εισέρχεται στην διασταύρωση και, ή την διασχίζει, ή στρίβει προς τα δεξιά, ή αριστερά.

Όταν σε διασταύρωση δεν λειτουργούν όλοι οι φωτεινοί σηματοδότες, ο μεν έχων πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής και οποιαδήποτε πινακίδα που ορίζει διαφορετικά, δύναται να εισέλθει στην διασταύρωση, προχωρώντας κατευθείαν μπροστά, ή στρίβοντας προς τα δεξιά ή αριστερά, ο δε έχων μη λειτουργούντα τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του (λόγω βλάβης ή άλλης αιτίας) οφείλει κατ άρθρο 26 παρ. 1 ΚΟΚ να επιδείξει την προσοχή που επιβάλλεται στο μέσο οδηγό και να ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα.

Επομένως, ο έχων στην πορεία του τον μη λειτουργούντα φωτεινό σηματοδότη δεν έχει προτεραιότητα στην διασταύρωση, γιατί ο άλλος έχει πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής. Κατά δε την έννοια της παρ. 6 του άρθρου 26 ΚΟΚ οι πινακίδες σήμανσης, που καθορίζουν την προτεραιότητα, ισχύουν στις περιπτώσεις, που δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες, ή όταν οι υπάρχοντες δεν λειτουργούν σε όλες τις ενδείξεις τους και όχι σε μία μόνο.

Σημ. Η κάθε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος εξετάζεται ειδικά και μπορεί να συντρέχουν και άλλες περιπτώσεις που διαφοροποιούν τα παραπάνω και η υπαιτιότητα, ή συνυπαιτιότητα των οδηγών, εξετάζεται διαφορετικά και η τελική δικαστική κρίση διαφέρει.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που έχει επέλθει. Κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι. Αρκεί, δηλαδή, να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Στην περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος μόνο η από τον οδηγό αυτοκινήτου παραβίαση διάταξης του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν αρκεί για να θεμελιώσει πταίσμα του οδηγού για το ατύχημα, χωρίς τη διαπίστωση και ότι η παράβαση αυτή συνετέλεσε στο βλαπτικό εκείνο αποτέλεσμα, όπως επίσης και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων, που επιβάλλει ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας στους οδηγούς οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους, να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος, ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών.

Κατά συνέπεια, ο οδηγός που κινείται σε οποιαδήποτε οδό, υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών (άρθρο 6  ΚΟΚ) οι οποίες υπερισχύουν των πινακίδων σήμανσης, οι οποίες καθορίζουν την προτεραιότητα (άρθρο 26 παρ. 6 ΚΟΚ).

Όταν ο φωτεινός σηματοδότης δείχνει κίτρινο σταθερό φως κυκλικής μορφής (άρθρο 6 παρ. 1γ ΚΟΚ), ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει, όπως και προ ερυθρού φωτός, εκτός αν βρίσκεται τόσο κοντά στον σηματοδότη, ώστε να μην μπορεί να κάμει αυτό ασφαλώς.

Όταν σε διασταύρωση δεν λειτουργούν όλοι οι φωτεινοί σηματοδότες, ο έχων κίτρινο σταθερό φως κυκλικής μορφής και οποιαδήποτε πινακίδα που ορίζει διαφορετικά, υποχρεούται να σταματήσει όπως και προ ερυθρού φωτός, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο δε έχων μη λειτουργούντα τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του (λόγω βλάβης ή άλλης αιτίας) δύναται να εισέλθει στην διασταύρωση και διασχίσει αυτή, ή στρίψει δεξιά, ή αριστερά.

Επομένως, ο έχων στην πορεία του τον μη λειτουργούντα φωτεινό σηματοδότη έχει προτεραιότητα στην διασταύρωση, γιατί ο άλλος έχει κίτρινο σταθερό φως κυκλικής μορφής, γιατί κατά την έννοια της παρ. 6 του άρθρου 26 ΚΟΚ οι πινακίδες σήμανσης, που καθορίζουν την προτεραιότητα, ισχύουν στις περιπτώσεις, που δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες, ή όταν οι υπάρχοντες δεν λειτουργούν σε όλες τις ενδείξεις τους και όχι σε μία μόνο.

Σημ. Η κάθε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος εξετάζεται ειδικά και μπορεί να συντρέχουν και άλλες περιπτώσεις που διαφοροποιούν τα παραπάνω και η υπαιτιότητα, ή συνυπαιτιότητα των οδηγών, εξετάζεται διαφορετικά και η τελική δικαστική κρίση διαφέρει.

Σύμφωνα τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας

Οι πεζοί υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις ενδείξεις των ειδικών γι αυτούς φωτεινών σηματοδοτών ως ακολούθως, εκτός αν η ρύθμιση της κυκλοφορίας γίνεται από τροχονόμους κατά διάφορο τρόπο.

α) Πράσινο σταθερό φως με σύμβολο άτομο που βαδίζει = Οι πεζοί μπορούν να διασχίσουν το οδόστρωμα.

β) Ερυθρό σταθερό φως με σύμβολο άτομο σε στάση = Οι πεζοί δεν μπορούν να διασχίσουν το οδόστρωμα.

γ) Πράσινο φως το οποίο αναβοσβήνει με σύμβολο άτομο που βαδίζει = Οι πεζοί μπορούν να διασχίσουν το οδόστρωμα με ιδιαίτερη προσοχή.

Αν ο πεζός καταληφθεί στη διάβαση από το ερυθρό φως με το σύμβολο ατόμου σε στάση, δικαιούται να συνεχίσει την πορεία του προς την απέναντι πλευρά της οδού.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας

Οι οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται ναι συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από  τροχονόμο κατά διάφορο τρόπο.

α) Πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής:

Ο οδηγός προχωρεί κατευθείαν μπροστά ή στρίβει προς τα δεξιά ή| αριστερά, εκτός αν άλλο σήμα ή πινακίδα απαγορεύει την κατευθείαν| κίνηση ή στροφή.

Ο οδηγός υποχρεούται, και αν ακόμη ο φωτεινός σηματοδότης δείχνει πράσινο φως, κινούμενος κατευθείαν μπροστά, να παραχωρεί προτεραιότητα σε άλλο όχημα ή πεζό που κινείται ακόμη από προηγούμενη σηματοδότηση, στρίβοντας δε να παραχωρεί προτεραιότητα στους πεζούς, οι οποίοι κινούνται στην οδό στην οποία πρόκειται να  εισέλθει.

β) Ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής:

Ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει προ της ειδικής γραμμής διακοπής αυτής ή, αν δεν υπάρχει τέτοια, σε αρκετή απόσταση από το σηματοδότη, ώστε η σηματοδότηση να είναι σε αυτόν ευχερώς ορατή, να παραμένει δε σε στάση μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φως. Επίσης υποχρεούται να μην εισέρχεται στον οδικό κόμβο ούτε να κινείται πάνω στις διαβάσεις πεζών, εάν ο σηματοδότης είναι τοποθετημένος στο μέσο ή στην απέναντι πλευρά του κόμβου.

γ) Κίτρινο σταθερό φως κυκλικής μορφής:

Ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει, όπως και προ ερυθρού φωτός, εκτός αν βρίσκεται τόσο κοντά στο σηματοδότη, ώστε να μηνμπορεί να κάμει αυτό ασφαλώς.

δ) Απλό ή διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής, το οποίο| αναβοσβήνει (αναλάμπον):

Ο οδηγός υποχρεούται να ανακόπτει ταχύτητα, να προχωρεί με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρεί προτεραιότητα στους πεζούς και στα οχήματα.

ε) Απλό ερυθρό φως, το οποίο αναβοσβήνει (αναλάμπον), κυκλικής μορφής ή διπλό εναλλασσόμενο στον ίδιο ιστό, στο αυτό ύψος και προς την αυτή κατεύθυνση:

Σημαίνει μεγάλο κίνδυνο και υποχρεώνει τον οδηγό σε ακινητοποίηση του οχήματος, όπως και προ ερυθρού σταθερού φωτός. Η σηματοδότηση αυτή χρησιμοποιείται μόνο σε ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις, σε προσβάσεις σε κινητές γέφυρες ή αποβάθρες οχηματαγωγών, όταν πυροσβεστικά οχήματα εισέρχονται στην οδό ή πλησιάζουν αεροσκάφη, τα οποία θα διέλθουν σε χαμηλό ύψος πάνω από οδό.

στ) Πράσινο φως με μορφή ενός ή περισσότερων βελών:

Ο οδηγός μπορεί να προχωρήσει μόνο προς την κατεύθυνση που δείχνει το βέλος ή τα βέλη. Βέλος προς τα πάνω σημαίνει υποχρεωτική κίνηση κατευθείαν μπροστά.

ζ) Σηματοδότης τρίχρωμου συστήματος, ο οποίος περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα πρόσθετα πράσινα βέλη:

Ο οδηγός μπορεί να προχωρεί προς την κατεύθυνση που δείχνει το βέλος ή τα βέλη, ανεξάρτητα από τη φάση που έχει ο σηματοδότης κατά τη στιγμή εκείνη, αφού προηγουμένως εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία προορίζεται για τα οχήματα τα κινούμενα προς την κατεύθυνση  που δείχνει το βέλος ή τα βέλη.

Οδηγός, ο οποίος βρίσκεται μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας η οποία προορίζεται για τα οχήματα που κινούνται προς την κατεύθυνση του βέλους, υποχρεούται να κινηθεί προς την κατεύθυνση αυτήν, εκτός αν η διακοπή της πορείας του δεν εμποδίζει την κίνηση των οχημάτων που κινούνται πίσω του στην ίδια λωρίδα.

Στις πιο πάνω περιπτώσεις ο οδηγός επιτρέπεται να προχωρήσει προς την κατεύθυνση που δείχνει το βέλος μόνον αν το επιτρέπουν οι συνθήκες κυκλοφορίας στην οδό στην οποία πρόκειται να εισέλθει και δεν εκτίθενται σε κίνδυνο οι πεζοί.

η) Ερυθρό φως με μορφή βέλους:

Ο οδηγός απαγορεύεται να κινηθεί προς την κατεύθυνση που δείχνει βέλος και υποχρεούται να σταματήσει το όχημά του, όπως και προ ερυθρού φωτός κυκλικής μορφής.

θ) Κίτρινο φως με μορφή βέλους, το οποίο είναι σταθερό ή αναβοσβήνει

Ο οδηγός έχει τις αυτές υποχρεώσεις όπως και προ κίτρινου φωτός κυκλικής μορφής,

ι) Ερυθρό φως με μορφή δύο ράβδων που τέμνονται σε σχήμα X, το ποιο είναι τοποθετημένο πάνω από λωρίδα κυκλοφορίας, σε οδόστρωμα με περισσότερες από δύο λωρίδες, οι οποίες χωρίζονται με κατά μήκος διαγραμμίσεις, απαγορεύει τη χρησιμοποίηση της λωρίδας αυτής, πράσινο δε φως, με μορφή βέλους προς τα κάτω, παρέχει δικαίωμα κίνησης σε αυτήν.

Φωτεινοί σηματοδότες, οι οποίοι έχουν ένδειξη ποδήλατο, λεωφορείο ή άλλο όχημα στα φώτα ή σηματοδότες μικρότερου μεγέθους του κανονικού, με ορθογώνια παραλληλόγραμμη πινακίδα που φέρει ένδειξη συγκεκριμένου οχήματος στον ιστό τους, ισχύουν μόνο για τους οδηγούς των αντίστοιχων οχημάτων.

Σε όλες τις περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου το ζημιωθέν πρόσωπο έχει ιδίαν αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου. Το Επικουρικό Κεφάλαιο με την καταβολή της αποζημίωσης υποκαθίσταται σε όλα τα εξ αιτίας του ατυχήματος δικαιώματα του ζημιωθέντος, έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση, ή του ασφαλιστή, πλην της περίπτωσης της πτώχευσης ασφαλιστή, κατά την οποία δεν υποκαθίσταται στα εν λόγω δικαιώματα.

Η ανωτέρω υποκατάσταση έχει την έννοια της εκ του νόμου μεταβίβασης της απαίτησης αποζημίωσης στο Ε.Κ. Η μεταβίβαση αυτή, συνοδεύεται με όλα τα κατά το χρόνο της μεταβίβασης πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της απαίτησης που μεταβιβάζεται. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση δικαιούται να αντιτάξει κατά του Ε.Κ. τις εντάσεις που θα μπορούσε να προβάλει αν ενήγετο όχι από το Ε.Κ αλλά από τον παθόντα. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση, όταν ενάγεται βάσει του μηχανισμού της υποκατάστασης από το Ε.Κ. αναγωγικά δικαιούται να προβάλλει κατ' αυτού, μεταξύ άλλων την ένσταση της παραγραφής της αξίωσης του άρθρου 10 παρ. 2 π.δ 237/1986, ως και ενστάσεις συντρέχοντος πταίσματος από την ΑΚ 300 του ίδιου του Ε.Κ, ως αναγωγικά ενάγοντος.

Όταν το Ε.Κ, εναχθέν ήδη αναγωγικά από τον ασφαλιστή του ευθυνομένου εις ολόκληρον συναιτίου μετ εκείνου του οποίου την ευθύνη καλύπτει το Ε.Κ, παραλείψει να προβάλλει κατά του ίδιου ασφαλιστή την από τον ασφαλιστή υπαίτιο παράλειψη προβολής κατά του παθόντος της ένστασης της παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 πδ 237/1986, το δε Ε.Κ στην συνέχεια στρέφεται αναγωγικά κατά του συνυποχρέου σε αποζημίωση, η προβολή της ένστασης παραγραφής από τον εναγόμενο του Ε.Κ, συνυπόχρεο σε αποζημίωση, δυνατόν, κατά τους ορισμούς του νόμου περί παραγραφής των αξιώσεων, να οδηγήσει σε πλήρη απαλλαγή αυτού (του εναγομένου από το ΕΚ αναγωγικά συνυποχρέου) έναντι του Ε.Κ (ΑΠ 64/2011).

Από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 671 παρ. 3 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την εκδίκαση των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα,  προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά ιδιάζουσες, γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα, ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 847/2007, ΑΠ 1812/2006). Ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης υφίσταται όταν υπάρχει περίπτωση σοβαρού τραυματισμού, με τον οποίο συνδέονται υψηλά αγωγικά κονδύλια (ΜονΠρΘεσ 108/2014).

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης, ή παράλειψης, του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη, ή παράλειψη, του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει την ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας, ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθ αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.

Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 211/2013).

 Από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.4 και 5 ΚΟΚ προκύπτει ότι, ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει στον κόμβο κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία τούτου, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα. Στους χωρίς σήμανση κόμβους η προτεραιότητα ανήκει στον από δεξιά ερχόμενο. Με το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα δίνεται η έννοια των όρων που χρησιμοποιούνται στον κώδικα αυτόν. Έτσι, ισόπεδος οδικός κόμβος είναι και η διασταύρωση οδών. Παραχώρηση προτεραιότητας είναι η υποχρέωση εκείνου, που οδηγεί όχημα, να μη συνεχίσει ή επαναλάβει την κίνηση, εάν με αυτόν τον τρόπο θα υποχρέωνε τους οδηγούς άλλων οχημάτων να μεταβάλουν απότομα την ταχύτητα των οχημάτων τους.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει με σαφήνεια ότι σε χωρίς σήμανση ισόπεδο κόμβο (διασταύρωση οδών) η προτεραιότητα ανήκει στον από δεξιά ερχόμενο, ο δε από αριστερά ερχόμενος οφείλει να διακόψει την ταχύτητα του οχήματος του για να διέλθει ο άλλος, ο οποίος, όταν έχει κανονική ταχύτητα, δεν πρέπει να υποχρεωθεί να την μεταβάλει απότομα με πέδηση. Αν και οι δύο οδηγοί τηρήσουν αυτές τις υποχρεώσεις, δεν θα προκληθεί λογικά κίνδυνος στον οδικό κόμβο.

Δεν ορίζεται, ούτε από τις παραπάνω διατάξεις του ΚΟΚ, ούτε από άλλη διάταξη, ότι η προτεραιότητα σε ισόπεδο οδικό κόμβο ανήκει σε εκείνον που εισέρχεται πρώτος σε αυτόν, που θα ισοδυναμούσε με «αγώνα δρόμου», αφού εκείνος που θα είχε μεγαλύτερη ταχύτητα, θα εισερχόταν κατά κανόνα πρώτος στη διασταύρωση.

Τούτο θα σήμαινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 26 ΚΟΚ θα ήταν σχεδόν περιττές και η προτεραιότητα θα είχε άλλη έννοια από εκείνη που σαφώς δίνει ο κώδικας αυτός, για αυτό και η άποψη ότι η προτεραιότητα σε διασταύρωση ανήκει σε εκείνον που εισέρχεται πρώτος σε αυτήν δεν είναι σύμφωνη με τον ΚΟΚ.

Αν ο από δεξιά ερχόμενος έχει υπερβολική ταχύτητα (άρθρο 19, 20 ΚΟΚ), τότε υπάρχει ενδεχομένως υπαιτιότητα και αυτού, το ποσοστό της οποίας θα κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και μπορεί να φθάσει μέχρι την μη επιδίκαση αποζημίωσης (ΕφΘεσ. 2337/199, ΕφΠειρ 172/2010).

Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου οικογένεια του θύματος, προφανώς, γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από την φύση του υφίσταται κατ' ανάγκη τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την έννοια όμως της διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη, αδιαφόρως αν συζούσαν μεταξύ τους, ή διέμεναν χωριστά.

Με την έννοια αυτή οι μεν αγχιστείς πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμπρός, νύφη), περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος, ενώ οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού, όπως είναι ο από αδελφή γαμπρός και ανηψιός του, δεν περιλαμβάνονται.

Το πόρισμα αυτό ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. 2 και 59 ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικά τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας προσώπου που πέθανε και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Είναι δε τα πρόσωπα αυτά ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη.

Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα αυτά πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων, είτε κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (ΜονΠρΑθ 2628/2013).

Ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου νοείται, τόσο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία μετά το ατύχημα δεν είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των ζημιών, όσο και εκείνη κατά την οποία η αποκατάσταση των ζημιών αυτών είναι οικονομικά ασύμφορη, κυρίως διότι υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο (ΕφΠατρ 187/2005, ΜονΠρΑθ139/2013).

Για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή αυτοκινήτου, αρκεί η αναγραφή του συνόλου της ζημίας. Δηλαδή της αξίας του αυτοκινήτου πριν το ατύχημα και επίκληση ότι το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς για κάποιο λόγο. Η περαιτέρω εξειδίκευση της ζημίας, όπως περιγραφή των επιμέρους βλαβών, της δαπάνης επισκευής, των σωζόμενων υπολειμμάτων και της αξίας αυτών δεν ανάγονται στο ορισμένο της σχετικής αγωγής, αλλά αφορούν την ουσιαστική βασιμότητά της και είναι ζητήματα αποδείξεως (ΕφΑθ 138/2006).

Ο υπόχρεος σε αποζημίωση, εφ όσον ο δικαιούχος της αποζημίωσης δεν συνυπολογίζει, δηλαδή δεν προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων του καταστραφέντος, ούτε προσφέρεται στην αυτούσια απόδοση των υπολειμμάτων αυτών, δικαιούται να ζητήσει κατ’ ένσταση τον συνυπολογισμό της αξίας των υπολειμμάτων. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να ζητήσει την αυτούσια απόδοση των ίδιων των υπολιμμάτων. Στην περίπτωση που ο ίδιος ο ενάγων υπολογίζει στην αγωγή του και προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων, ο ισχυρισμός του εναγομένου σχετικά με το ύψος της αξίας των υπολειμμάτων συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτού (ΜονΠρΑθ139/2013).

Κατά το άρθρο 7 πδ. 237/86 δεν θεωρούνται «τρίτοι» κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και του άρθρου 6 παρ. 2,

α) ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημιά,

β) κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφάλισης,

γ) εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση,

δ) οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα. 

Έτσι θεωρούνται τρίτοι και έχουν ευθεία αξίωση αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας οι συγγενείς του οδηγού του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία, ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης, ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση.

Οι συγγενείς αυτοί θεωρούνται μεν «τρίτοι», με αποτέλεσμα να έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά για την ζημία που οι ίδιοι υπέστησαν.

Μόνο σε περίπτωση θανάτωσής των, συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος, δικαιούται η οικογένεια τους, να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (ΑΠ 208/2012).

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 11 παρ.1α ν.  489/1976, προκύπτει, ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου μπορεί έγκυρα να συμφωνηθεί, ότι αποκλείεται η κάλυψη από τον ασφαλιστή των ζημιών, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν τούτο οδηγείται από οδηγό, ο οποίος δεν έχει την, από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, το οποίο οδηγεί, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης. Η συνομολόγηση του παραπάνω όρου, που παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του οδηγού, του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενου) μπορεί να γίνει με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στην σύμβαση ασφάλισης, κατ εφαρμογή του άρθρου 6Β παρ.1 του πδ. 237/1986.

Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρέωσής του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον οδηγό, τον ασφαλισμένο του και τον λήπτη της ασφάλισης και να ζητήσει από αυτούς ότι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, ή ότι πρόκειται να καταβάλει.

Από τα άρθρα 335, 336, 337 ΑΚ, που καθιερώνουν την αρχή της τεκμαιρομένης υπαιτιότητας, συνάγεται ότι, η κατ αρχήν υποχρέωση αποζημίωσης υπάρχει στο πρόσωπο του ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος παραχωρεί την οδήγησή του σε πρόσωπο, που στερείται άδειας οδήγησης. Αυτό δεν απαιτείται να το επικαλεσθεί στη σχετική αγωγή του ο ασφαλιστής (δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής). Αντιθέτως, ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου για να καταρρίψει το σε βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας, πρέπει, κατ ένσταση, να επικαλεσθεί και να αποδείξει, ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, γιατί δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση δεν είναι ικανό προς οδήγηση, επειδή στερείτο άδειας οδήγησης. Επίσης δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της εξ αναγωγής αγωγής του ασφαλιστή, το οποίο τεκμαίρεται ότι υπάρχει, το στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης του όρου της απαλλαγής του ασφαλιστή και της πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος. Κατά συνέπεια, ο ιδιοκτήτης ασφαλισμένος, ή ο λήπτης της ασφάλισης, πρέπει, κατ ένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας, ή την έλλειψη υπαιτιότητας, ώστε να μην τελεσφορήσει η εναντίον του αναγωγή του ασφαλιστή.

Κατά την διάταξη του άρθρου 97 ΚΟΚ «Δεν επιτρέπεται σε κανένα να οδηγεί αγροτικό μηχάνημα, ή μηχάνημα έργων, εάν δεν έχει την κατά νόμο άδεια οδήγησης. Επίσης δεν επιτρέπεται σε κανένα να οδηγεί αγροτικό μηχάνημα, ή μηχάνημα έργων, όταν η άδεια αυτή έχει αφαιρεθεί. Αυτός που οδηγεί αγροτικό μηχάνημα, ή μηχάνημα έργων, χωρίς να έχει την κατά περίπτωση άδεια ικανότητας οδηγού, ή όταν αυτή έχει ανακληθεί ή αφαιρεθεί, τιμωρείται με φυλάκιση ενός μέχρι τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 200 ευρώ».

Η άδεια οδήγησής των δεν αναπληρώνεται, ούτε καλύπτεται από την άδεια οδήγησης αυτοκινήτου, ανεξάρτητα από το εάν και με άλλες διατάξεις επιβάλλεται στον χειριστή να είναι εφοδιασμένος και με ειδική άδεια μηχανοδηγού χειριστή ακόμα και όταν δεν λειτουργεί στατικά το μηχάνημα στον τόπο του τεχνικού έργου, αλλά μετακινείται με αυτό από τόπο σε τόπο μέσω του οδικού δικτύου της χώρας (ΑΠ 868/1991, ΑΠ 1774/2008, ΑΠ 390/2013).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325, 331 ΚΠολΔ, 929 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δεδικασμένο, το οποίο παράγεται από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίωξη περαιτέρω, πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εφ όσον πρόκειται για απρόβλεπτη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του παθόντος (μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες, επιπλοκές), στηρίζεται, δηλαδή, σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ όψιν στην προηγούμενη δίκη, γιατί αυτά δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευση τους δεν ήταν προβλεπτή.

Όμως δεν δικαιολογεί την αξίωση για καταβολή πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κάθε απόκλιση από την άμεσα αναμενόμενη και προβλεπτή εξέλιξη των συνεπειών της αδικοπραξίας, δηλαδή λόγου χάρη, δεν αρκεί μια ανανεωθείσα βάσει των συνεπειών του τραυματισμού ασθένεια, ακόμη και αν με αυτό τον τρόπο επέρχεται χειροτέρευση των συνεπειών τούτων, αλλά σημασία έχουν μόνον οι μεταγενέστερες συνέπειες και περιπλοκές, τις οποίες το δικαστήριο κατά τον χρόνο έκδοσης της προηγούμενης απόφασης του, δεν έλαβε υπ όψιν του, γιατί η επέλευσή τους δεν έπρεπε, ή δεν έπρεπε σοβαρά, να αναμένεται. Κατά πόσο, κατά την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης το δικαστήριο έλαβε υπ όψιν του την μελλοντική δυσμενή εξέλιξη αποτελεί ζήτημα που διαπιστώνεται με την ερμηνεία της προηγούμενης απόφασης του. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του προβλεπτού, ή μη, της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις, ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 648/02, ΕφΠειρ 509/2007).

Σύμφωνα με το άρθρο 8 πδ. 237/1986, ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 ν. 3557/2007 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 ν. 3746/2009, α) αν μεταβιβαστεί η κυριότητα του αυτοκινήτου οχήματος αιτία θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονομούμενου από την ασφάλιση, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον κληρονόμο, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για την μη αποδοχή τους εντός τριάντα ημερών από τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου της, β) Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα, ή, η κατοχή, αυτοκινήτου οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η ασφαλιστική σύμβαση λύνεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης. Ή λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια. Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, γ) Αν, μετά τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου οχήματος, συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο αυτοκίνητο όχημα, η υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 ν.489/1976 «περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Ο κύριος, ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.  Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού. Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 2496/1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Περαιτέρω με την διάταξη του άρθρου 4 ν. 3557/2007, που ισχύει από τις 14-5-2007, μετά το άρθρο 6 του πδ 237/1986 προστέθηκαν δύο νέα άρθρα, τα 6α και 6Βαπό τα οποία το δεύτερο αναφέρει: «1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)...., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε κατά την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος...., γ)...". 2) α)... β) Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγούμενων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο.»

Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 επ. ν. 2496/1997 και του άρθρου 6Β του π.δ 237/1986, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 ν.3557/2007, τούτου ισχύοντος από τις 14.05.2007, προκύπτει ότι η ασφαλιστική σύμβαση που καλύπτει την αστική ευθύνη των ενεχομένων κατά νόμο για το ατύχημα προσώπων, καταρτίζεται εγγράφως. Το έγγραφο αυτό δεν έχει συστατικό χαρακτήρα, αλλά είναι αποδεικτικό. Αν δεν συνταχθεί έγγραφο, η σύμβαση μεταξύ των μερών αποδεικνύεται με όρκο ή ομολογία. Για την συντέλεση της συμβάσεως ασφαλίσεως απαιτείται πρόταση και αποδοχή της, που να καλύπτει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, και τις συμφωνημένες απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή. Η ολοκλήρωσή της επέρχεται συνήθως με την υπογραφή των συμβαλλομένων μερών.

Παρόμοια απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή, που αφορά την οδήγηση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου από οδηγό που τελεί σε μέθη, ή επίδραση τοξικών ουσιών, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. ν. 2496/1997 και του άρθρου 11 παρ. 1 ν. 489/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 361ΑΚ, μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου και να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει, όμως, σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν ότι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του. Η απαλλακτική αυτή ρήτρα δεσμεύει τον ασφαλισμένο ακόμη και αν αυτός δεν υπέγραψε τη σύμβαση ασφαλίσεως που την περιέχει, αρκεί να έλαβε γνώση αυτής και να την αποδέχθηκε (ΑΠ 426/2002, 843/2001, 588/2001). Η εν λόγω αποδοχή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, δηλαδή, να συνάγεται από διάφορες πράξεις του ασφαλισμένου, οι οποίες ενέχουν και συνιστούν αποδοχή εκ μέρους αυτού του ως άνω όρου, όπως η παραλαβή από αυτόν του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η παραλαβή του ειδικού σήματος και της βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου, η επικόλληση αυτών στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου του, η καταβολή των ασφαλίστρων και η δήλωση του ατυχήματος στον ασφαλιστή (ΑΠ 1063/2007, 1491/2006).

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει

α) ότι απαγορεύεται η οδήγηση οδικού οχήματος από οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών,

β) ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες οι οποίες προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 ν. 2696/1999, όπως αυτός εκάστοτε ισχύει,

γ) για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος λόγω μέθης ή επίδρασης τοξικών ουσιών του υπαίτιου οδηγού, πρέπει η μέθη, ή η χρήση τοξικών ουσιών, να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος,

δ) ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών,  δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ν' αξιώσει από αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αφού δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την διάπραξη από αυτόν της παράβασης του πιο πάνω ασφαλιστικού βάρους και

ε) ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει την ως άνω ασφαλιστική αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο, από οδηγό που έχει υποπέσει στην παραπάνω  παράβαση του ασφαλιστικού βάρους δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει από αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, εφ όσον τον τελευταίο τον βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, όταν προξένησε το ατύχημα, π.χ. λόγω σχέσης μίσθωσης, σχέση πρόστησης κατ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ κ.λπ. (ΑΠ 1305/2013, ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 1517/06, ΑΠ 1357/08, ΑΠ 1445/13).

Κατά την διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης, ή την διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά, ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση, ή επεξήγηση, με απόφαση που μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης, η οποία θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η εξουσία του δικαστηρίου να διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης δεν υπόκειται σε περιορισμούς και επομένως το δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης και προς προσκομιδή αναγκαίων αποδεικτικών μέσων (ΕφΘεσ 1043/1994).

Επί αγωγής αποζημιώσεως που στηρίζεται σε αυτοκινητικό ατύχημα, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης των οχημάτων είναι ο ενάγων, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός του ιδίου ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής.

Η ένσταση συνυπαιτιότητας πρέπει να προτείνεται επί ποινή απαραδέκτου, σύμφωνα με το άρθρο 269 ΚΠολΔ, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής. Ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας δεν δύναται να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον ισχυρισμό περί αποκλειστική υπαιτιότητας, και για αυτό τον λόγο πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, δηλαδή με τα συνιστώντα αυτόν πραγματικά περιστατικά και με σχετικό αίτημα, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 262 ΚΠολΔ, ενώ δεν μπορεί να ληφθεί υπ όψιν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Στα πλαίσια του ταξιδιού από φιλοφροσύνη, στο οποίο η μεταφορά του προσώπου γίνεται χωρίς καταβολή οποιουδήποτε ανταλλάγματος από καθαρή διάθεση φιλοφροσύνης, είναι δυνατό να εμφανισθεί η περίπτωση της αυτοδιακινδύνευσης, ή ενέργειας με ίδιο κίνδυνο του μεταφερομένου προσώπου. Είναι δυνατόν ο οδηγός ενός αυτοκινήτου, που ενεργεί τη μεταφορά από φιλοφρόνηση, να μην είναι ικανός για οδήγηση, είτε γιατί στερείται άδειας ικανότητας οδηγού, είτε γιατί τελεί σε κατάσταση μέθης ή υπερκόπωσης, με αποτέλεσμα την αδυναμία οδήγησης εκ φυσικών λόγων. Στην από φιλοφροσύνη μεταφορά, σε περίπτωση που προκληθεί ατύχημα και τραυματισθεί ή θανατωθεί ο από φιλοφροσύνη μεταφερόμενος, δεν απαλλάσσονται από την ευθύνη τα κατά τον νόμο υπόχρεα πρόσωπα, όπως ο οδηγός, ο ιδιοκτήτης και η ασφαλιστική εταιρία. Η από φιλοφροσύνη μεταφορά μόνη της δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του οδηγού σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια. Όμως, η εν γνώσει του εκ φιλοφροσύνης μεταφερομένου προσώπου των παραπάνω κρίσιμων περιστατικών, που αφορούν το πρόσωπο του οδηγού, δεν παύει να έχει οποιαδήποτε αξία.

Κατά την ορθότερη άποψη, καταλογίζεται συντρέχον πταίσμα (ΑΚ 300) στον επιβάτη, ο οποίος εμπιστεύεται τη μεταφορά του εκ φιλοφροσύνης από αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης. με αποτέλεσμα να μη μπορεί να οδηγεί με ασφάλεια. Απαιτείται όμως ο μεταφερόμενος να γνώριζε, ή βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης να μπορούσε να γνωρίζει τη μειωμένη ικανότητα του οδηγού για οδήγηση. Και τούτο, διότι η επικίνδυνη, με την προεκτεθείσα έννοια, οδήγηση αυτοκινήτου αποτελεί γενικό πρόσφορη πράξη πρόκλησης ατυχήματος. Η συμμετοχή δε του επιβάτη σε ένα τέτοιο ταξίδι θέτει από την πλευρά της ένα αίτιο, είτε για την πρόκληση του ίδιου του ατυχήματος, είτε για την έκταση των ζημιών του επιβάτη, αν το ατύχημα οφείλεται σε άλλη αιτία.

Έτσι, υφίσταται συνυπαιτιότητα του παθόντος, που επιβιβάσθηκε στο αυτοκίνητο γνωρίζοντας την εμφανή μέθη του οδηγού, γνώση, που συνάγεται και από το ότι ο παθών, λίγο πριν την επιβίβασή του στο ζημιογόνο όχημα, διασκέδαζε μαζί με τον οδηγό, καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά, ενώ δεν είχε προσδεθεί, κατά το ατύχημα και με ζώνη ασφαλείας, παράλειψη, η οποία συνετέλεσε στην έκταση των προκληθεισών συνεπειών του ατυχήματος, όπως στην περίπτωση εκτίναξής του από το όχημα, υφιστάμενου μετά ταύτα σωρευτικού συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος για τον τραυματισμό του, με άθροιση των ποσοστών για την έλλειψη ζώνης και για τη γνώση της μέθης, επερχόμενης έτσι διπλής μείωσης της αιτούμενης αποζημίωσης (ΑΠ 766/2007, ΕφΛαρ.28/2012, ΑΠ 366/2012, ΜονΠρΑθ 2003/2013).

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 26 παρ. 4 και 5 ΚΟΚ προκύπτει ότι στους κόμβους, που κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ.1 του ΚΟΚ αποτελούν οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις, ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σ' αυτόν που έρχεται από τα δεξιά.

Εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνο στις περιοριστικώς αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις

α) αυτών που κυκλοφορούν στους αυτοκινητοδρόμους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας

β) τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα, που έχουν, σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα,

γ) αυτών που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρο σταθμεύσεως και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρετήσεως, που οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό,

δ) αυτών που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, που οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα.

Στις εξαιρέσεις δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση των οχημάτων που εισέρχονται από χωματόδρομο σε χωματόδρομο. Στην περίπτωση αυτή προτεραιότητα έχει το εκ δεξιών κινούμενο όχημα (ΜονΠρΑθ 2550/2012).

Το δικαστήριο στην περίπτωση που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκινητικό ατύχημα και από την σύμβαση ασφάλισης του αυτοκινήτου, για να σχηματίσει την δικανική πεποίθησή του ως προς την βασιμότητα, ή μη, των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, λαμβάνει υπ όψιν και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ.

Έτσι, λαμβάνονται υπ όψιν στην διαδικασία αυτή και έγγραφα ανυπόγραφα, μη φέροντα βέβαιη χρονολογία,  αχρονολόγητα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτα, αλληλοαναιρούμενα, εκδοθέντα και υπό αυτών των διαδίκων, αρκεί να μην αναφέρονται για την συγκεκριμένη δίκη. Εξαιρούνται τα πλαστά και μη γνήσια.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη.

Τα πιο πάνω  δεν αποκλείουν το δικαίωμα να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικλήθηκαν και προσκομίσθηκαν νόμιμα.

H παράβαση των ανωτέρω υποχρεώσεων του δικαστηρίου, είτε με την μορφή της λήψης υπ όψιν αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, είτε με την μορφή της μη λήψης υπ όψιν αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 2/2013).

Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 6 πδ. 237/1989 "η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου, του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από το δεσμό συγγενείας".

Κατά το άρθρο 7 του Π.Δ.237/1986, "δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παρ. 2, α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία, β) κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται από τη σύμβαση ασφάλισης, γ) εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δ) οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρείας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα". 

Επομένως θεωρούνται τρίτοι και έχουν ευθεία αξίωση αποζημιώσεως κατά της ασφαλιστικής εταιρείας και οι συγγενείς του οδηγού του αυτοκινήτου που προξένησε την ζημία, ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως, ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 675/2013).

Σύμφωνα με τον νόμο 3651/2008, το όχημα που υπέστη βλάβη σε αυτοκινητόδρομο, ή οδό ταχείας κυκλοφορίας, πρέπει να ρυμουλκείται, ή να φορτώνεται, αμέσως από τις επιχειρήσεις οδικής βοήθειας και να μεταφέρεται στον πλησιέστερο χώρο στάθμευσης (πάρκινγκ) της οδού, ή στους σταθμούς παραμονής και μεταφόρτωσης, ή σε χώρους εκτός της οδού, όπου δεν εμποδίζεται η κυκλοφορία και στους οποίους είναι δυνατή η περαιτέρω διάγνωση της βλάβης και η πιθανή αποκατάσταση της. Απαγορεύεται η προσπάθεια διάγνωσης, ή αποκατάστασης της βλάβης, με εξαίρεση την αντικατάσταση τροχού με τον βοηθητικό τροχό του οχήματος (ρεζέρβα), ή την πλήρωση με καύσιμα, όταν η αιτία ακινητοποίησης του οχήματος οφείλεται σε έλλειψη καυσίμων.

Πρέπει να λαμβάνονται υποχρεωτικά τα ακόλουθα μέτρα προς αποφυγή ατυχημάτων, α) Να τοποθετείται το προειδοποιητικό τρίγωνο ασφαλείας, ή άλλα σήματα, που διαθέτει η επιχείρηση οδικής βοήθειας, β) Το όχημα οδικής βοήθειας να έχει συνεχώς τους φάρους αναμμένους, γ) Το όχημα οδικής βοήθειας να τοποθετείται όπισθεν του ακινητοποιηθέντος οχήματος, εκτός από την περίπτωση που πραγματοποιείται η διαδικασία της ρυμούλκησης, ή της φόρτωσης. Εάν το συμβάν είναι σε σημείο της οδού που δημιουργεί ιδιαίτερους κινδύνους, ειδοποιείται η Τροχαία της περιοχής.

Στις επιχειρήσεις γερανών δημόσιας χρήσεως, απαγορεύεται η διάγνωση, ή η επισκευή, οποιασδήποτε βλάβης, εξ αιτίας της οποίας ακινητοποιήθηκε το όχημα. Επιτρέπεται μόνο η ανέλκυση, η ρυμούλκηση ή η μεταφορά του.

Η Τροχαία έχει πάντα την δυνατότητα και την υποχρέωση να αναθέτει την μεταφορά του οχήματος σε γερανούς δημόσιας χρήσεως.

Όταν το όχημα μεταφερθεί στον τόπο επιθυμίας του δικαιούχου, παύει η υποχρέωση της επιχείρησης οδικής βοήθειας οχημάτων προς τον δικαιούχο για το συγκεκριμένο περιστατικό. Εάν ο δικαιούχος ζητήσει νέα μεταφορά, δεν θεωρείται παροχή οδικής βοήθειας και η μεταφορά αυτή του οχήματος πραγματοποιείται μόνο από επιχείρηση γερανών δημόσιας χρήσεως.

Σύμφωνα με τον νόμο 3651/2008, σύμβαση οδικής βοήθειας οχημάτων (συμπεριλαμβάνονται τα δίκυκλα ή τρίκυκλα οχήματα) είναι η συμφωνία για την παροχή οδικής βοήθειας από την επιχείρηση οδικής βοήθειας οχημάτων προς τον δικαιούχο και αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από την επιχείρηση. Επιχείρηση οδικής βοήθειας οχημάτων είναι η επιχείρηση οποιασδήποτε νομικής μορφής, που παρέχει οδική βοήθεια οχημάτων.Δικαιούχος οδικής βοήθειας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνάπτει με την επιχείρηση οδικής βοήθειας σύμβαση οδικής βοήθειας. Η σύμβαση οδικής βοήθειας οχημάτων ισχύει, εφόσον ο συνδρομητής, ή ο ασφαλισμένος, έχει εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις. Παρατείνεται για (1) μήνα από την λήξη, εφ όσον ο δικαιούχος απουσιάζει και είναι αδύνατη η είσπραξη.

Το ποσό καλύψεως για την παροχή της οδικής βοήθειας είναι, α) Το ασφάλιστρο που καταβάλλεται στην ασφαλιστική εταιρία για την παροχή της οδικής βοήθειας, β) Η συνδρομή που καταβάλλεται στις μη ασφαλιστικές επιχειρήσεις οδικής βοήθειας, γ) Το εφάπαξ ποσό που καταβάλλεται σε επιχείρηση οδικής βοήθειας ή συνεργάτη για την εξυπηρέτηση μη συνδρομητή για συγκεκριμένο περιστατικό, δ) Το εφάπαξ ποσό που καταβάλλεται σε επιχείρηση γερανών δημοσίας χρήσεως για συγκεκριμένο περιστατικό και αφορά μόνο την ανέλκυση ή ρυμούλκηση ή μεταφορά του ακινητοποιηθέντος οχήματος.

Το ελάχιστο ποσό κάλυψης ανά ατύχημα ορίζεται ίσο με το ποσό κάλυψης ευθύνης από αυτοκινητιστικό ατύχημα που ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 6 του π.δ. 237/1986  (Σε περίπτωση σωματικής βλάβης 1.220.000 ευρώ, ανά θύμα. Σε περίπτωση υλικής ζημίας 1.220.000 ευρώ, ανά ατύχημα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων). Η συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης αποδεικνύεται με βεβαίωση ασφαλιστικής κάλυψης από την ασφαλιστική εταιρεία από την οποία προκύπτουν τα στοιχεία του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οι ασφαλιζόμενοι κίνδυνοι, η διάρκεια και τα ποσά κάλυψης. Η προϋπόθεση δεν καταλαμβάνει τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις οδικής βοήθειας.

Οι ασφαλιστικές εταιρίες μπορούν να παρέχουν την οδική βοήθεια σε είδος ή και σε χρήμα, ενώ οι μη ασφαλιστικές επιχειρήσεις οδικής βοήθειας μόνο σε είδος.

Οι επιχειρήσεις οδικής βοήθειας και οι συνεργάτες μπορούν να παρέχουν οδική βοήθεια σε μη συνδρομητή κατόπιν κλήσης για συγκεκριμένο περιστατικό εφόσον αποκτήσουν άδεια άσκησης επαγγέλματος οδικού μεταφορέα σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ)1071/2009 και διαθέτουν φορτηγά δημόσιας χρήσης.

Οι επιχειρήσεις οδικής βοήθειας οχημάτων, α) Βρίσκονται σε διαρκή ετοιμότητα καθ' όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου και όλες τις ημέρες του χρόνου, β) Παρέχουν άμεση και ποιοτική οδική βοήθεια οχημάτων, δηλαδή ανταπόκριση με το κατάλληλο προσωπικό και όχημα εντός (1) ώρας από την κλήση, γ) Διαθέτουν τηλεφωνικό κέντρο εικοσιτετράωρης λειτουργίας με καταγραφή κλήσεων, δ) Διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης. Η επιχείρηση έχει ατομική ή ομαδική ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης έναντι των πελατών της για σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές από την παροχή υπηρεσιών οδικής βοήθειας οχημάτων. Η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης καλύπτει την επιχείρηση, τις εγκαταστάσεις της καθώς και το προσωπικό και τον εξοπλισμό που χρησιμοποιεί.

Η Οδική βοήθεια οχημάτων περιλαμβάνει τις ακόλουθες εργασίες, οι οποίες εκτελούνται σε όχημα σε περίπτωση ατυχήματος ή βλάβης που το ακινητοποιεί, ή δυσχεραίνει την κυκλοφορία του, α) Η επί τόπου επισκευή του οχήματος, β) Η μεταφορά του οχήματος, μέχρι τον πλησιέστερο ή καταλληλότερο τόπο για την επί τόπου επισκευή του, γ) Η μεταφορά του οχήματος σε συνεργείο επισκευής οχημάτων επιλογής του ιδιοκτήτη του, δ) η μεταφορά του οδηγού και των επιβατών του οχήματος μέχρι τον πλησιέστερο τόπο από τον οποίο θα μπορέσουν να επιβιβαστούν σε άλλα μέσα κατά την επιλογή του δικαιούχου της παροχής οδικής βοήθειας, ε) Η μεταφορά του οχήματος, καθώς και του οδηγού και των επιβατών του μέχρι την κατοικία τους, το σημείο εκκίνησης ή τον αρχικό προορισμό τους εντός της Ελλάδας, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η επιχείρηση οδικής βοήθειας.

Οι επιχειρήσεις οδικής βοήθειας διαθέτουν τουλάχιστον (1) φορτηγό όχημα (πλατφόρμα, γερανοφόρο) το οποίο έχει εγκαταστημένο σύστημα γεωχωρικού εντοπισμού (GPS), κατά νομό δραστηριότητας, μικτού βάρους άνω των τεσσάρων (4) τόνων. Εάν η επιχείρηση οδικής βοήθειας δραστηριοποιείται σε ηπειρωτικούς νομούς στους οποίους υπάγονται και νησιά, υποχρεούται να διαθέτει ένα επιπλέον όχημα σε κάθε νησί που δραστηριοποιείται. Εκτός των ανωτέρω ελαχίστων υποχρεωτικών οχημάτων, οι επιχειρήσεις δικαιούνται να διαθέτουν απεριόριστο αριθμό παντός είδους οχημάτων (όπως αυτοκίνητα, φορτηγά ή δίκυκλα), που κυκλοφορούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όχημα οδικής βοήθειας θεωρείται και ο γεωργικός ελκυστήρας (τρακτέρ), καθώς και τα ειδικοποιημένα ερπυστριοφόρα οχήματα προς αντιμετώπιση χιονιού, πάγου, λάσπης, άμμου, κατά τις επιλογές της επιχείρησης. Τα οχήματα είναι δυνατόν να εξοπλίζονται με μηχανήματα ανέλκυσης, ρυμούλκησης και να φέρουν διάφορα εργαλεία και ανταλλακτικά πρώτης ανάγκης.

Τα οχήματα οδικής βοήθειας, α) Ανήκουν στις επιχειρήσεις κατά πλήρη κυριότητα ή κατέχονται με παρακράτηση της κυριότητας ή δυνάμει σύμβασης μίσθωσης ή χρηματοδοτικής μίσθωσης ή άλλης έννομης σχέσης, β) Χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά του οδηγού και των επιβατών του ακινητοποιηθέντος οχήματος, ανάλογα με τις θέσεις καθήμενων που διαθέτει το όχημα της επιχείρησης, γ) Μπορούν να κυκλοφορούν σε όλη την Ελληνική Επικράτεια.

Οι επιχειρήσεις οδικής βοήθειας βαρέων οχημάτων, ασφαλιστικές ή μη ασφαλιστικές, υποχρεούνται να διαθέτουν επιπλέον τουλάχιστον (1) φορτηγό αυτοκίνητο άνω των (19) τόνων (πλατφόρμα, γερανοφόρο).

Σύμφωνα με την ΠΕΕ 89/5.4.2016 αιτίαση προς ασφαλιστικό διαμεσολαβητή είναι η έγγραφη δήλωση δυσαρέσκειας που απευθύνεται στον Διαμεσολαβητή από πρόσωπο που γίνεται αποδέκτης των υπηρεσιών του. «Αιτιώμενος» είναι αυτός που έχει δικαίωμα να υποβάλει αιτίαση, δηλαδή, ο αντισυμβαλλόμενος, ο ασφαλισμένος, ο δικαιούχος αποζημίωσης ή/και ο ζημιωθείς τρίτος. Αιτίαση δεν αποτελεί α) η αναγγελία απαιτήσεων, β) η αίτηση αποζημίωσης, γ) απλά αιτήματα που σχετίζονται με την εκτέλεση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ή παροχή πληροφοριών ή διευκρινίσεων.

Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, α) παραδίδει στον Αιτιώμενο για την παραλαβή της αιτίασης απόδειξη η οποία περιλαμβάνει, σε γλώσσα απλή και κατανοητή, συνοπτική περιγραφή της διαδικασίας που ακολουθεί, τα στοιχεία επικοινωνίας του προσώπου ή του τμήματος που θα χειριστεί την αιτίαση, το είδος των πληροφοριών που χρειάζεται να του παράσχει ο Αιτιώμενος, β) απαντά εγγράφως και αιτιολογημένα στον Αιτιώμενο εντός προθεσμίας, που πάντως δεν μπορεί να υπερβαίνει τις (50) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αιτίασης. Τυχόν υπέρβαση της προθεσμίας αιτιολογείται ειδικά και εγγράφως προς τον Αιτιώμενο, και προσδιορίζεται ο νέος χρόνος ολοκλήρωσης της επεξεργασίας της αιτίασης, γ) ενημερώνει τον Αιτιώμενο ότι η ενεργοποίηση του μηχανισμού αιτιάσεων δεν διακόπτει την παραγραφή των εννόμων αξιώσεων του, δ) ενημερώνει τον Αιτιώμενο σχετικά με τις αρχές στις οποίες μπορεί να αποταθεί για την εξωδικαστική επίλυση της αιτίασής του, όπως ενδεικτικά στον Συνήγορο του Καταναλωτή, καθώς και τυχόν νόμιμες προθεσμίες, ε) ενημερώνει τον Αιτιώμενο για την πορεία της εξέτασης της αιτίασης, στ) δημοσιοποιεί, ενδεικτικά με έγγραφα προσυμβατικής ενημέρωσης ή με καταχώριση σε εμφανές σημείο του δικτυακού τόπου του, τη διαδικασία που ακολουθεί για τη διαχείριση αιτιάσεων και τα στοιχεία επικοινωνίας του αρμόδιου για την υποβολή των αιτιάσεων,λαι ότι άλλο στοιχείο χρηασθεί

Ο διαμεσολαβητής έχει υποχρέωση αναφοράς στην ΤτΕ, όποτε του ζητηθεί, ή έγγραφη ενημέρωση για την εξέταση των αιτιάσεων, όποτε του ζητηθεί από την ΤτΕ.

Σύμφωνα με την ΠΕΕ 88/5.4.2016 «Αιτίαση» προς ασφαλιστική εταιρεία είναι η έγγραφη δήλωση δυσαρέσκειας που απευθύνεται σε ασφαλιστική εταιρεία από πρόσωπο το οποίο σχετίζεται με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ή με τις υπηρεσίες ασφάλισης που του παρέχει η ασφαλιστική εταιρεία. Η έννοια των αιτιάσεων δεν περιλαμβάνει, α) αναγγελίες απαιτήσεων, β) αιτήσεις αποζημίωσης, γ) απλά αιτήματα, που σχετίζονται με την εκτέλεση του συμβολαίου και την παροχή πληροφοριών ή διευκρινίσεων.

Όταν υποβληθεί «αιτίαση» η ασφαλιστική εταιρεία κατ’ ελάχιστον προβαίνει στα ακόλουθα, α) παραδίδει στον αιτιώμενο για την παραλαβή της αιτίασης απόδειξη, η οποία μπορεί να αποστέλλεται και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, περιλαμβάνει, σε γλώσσα απλή και κατανοητή, συνοπτική περιγραφή της διαδικασίας που ακολουθεί η ασφαλιστική εταιρεία για τη διαχείριση της αιτίασης, τα στοιχεία επικοινωνίας του προσώπου ή της μονάδας που θα χειριστεί την αιτίαση, το είδος των πληροφοριών που χρειάζεται να παράσχει ο Αιτιώμενος στην Επιχείρηση, β) απαντά εγγράφως και αιτιολογημένα στον αιτιώμενο εντός προθεσμίας, που δεν υπερβαίνει τις (50) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αιτίασης. Αν η ασφαλιστική εταιρεία δεν ικανοποιεί πλήρως την αιτίαση του αιτιώμενου, ρητώς αναφέρει ότι ο αιτιώμενος έχει δικαίωμα να εμμείνει στην αιτίασή του. Τυχόν υπέρβαση της ως άνω προθεσμίας αιτιολογείται ειδικά και εγγράφως προς τον Αιτιώμενο, και προσδιορίζεται ο νέος χρόνος ολοκλήρωσης της επεξεργασίας της αιτίασης, γ) ενημερώνει τον αιτιώμενο ότι η ενεργοποίηση του μηχανισμού διαχείρισης της αιτίασης δεν διακόπτει την παραγραφή των εννόμων αξιώσεών του, δ) ενημερώνει τον αιτιώμενο για τις αρχές στις οποίες μπορεί να αποταθεί για την εξωδικαστική επίλυση του προβλήματός του, όπως ενδεικτικά τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή και τον Συνήγορο Καταναλωτή, καθώς και τυχόν νόμιμες προθεσμίες, ε) ενημερώνει τον αΑιτιώμενο για την πορεία της εξέτασης της αιτίασης, στ) δημοσιοποιεί, ενδεικτικά μέσω εγγράφων προσυμβατικής ενημέρωσης ή με καταχώριση σε εμφανές σημείο του οικείου δικτυακού τόπου (website), τη διαδικασία που ακολουθεί για τη διαχείριση των αιτιάσεων, τα στοιχεία επικοινωνίας του αρμόδιου για την υποβολή των αιτιάσεων, καθώς και τις πληροφορίες των παραπάνω στοιχείων β, γ και δ.

Η ασφαλιστική εταιρεία παρέχει έγγραφη ενημέρωση στην ΤτΕ όποτε ζητηθεί, αλλά οπωσδήποτε μέχρι τις 31 Ιανουαρίου κάθε ημερολογιακού έτους, για τις αιτιάσεις του προηγούμενου ημερολογιακού έτους και συγκεκριμένα, α) τον αριθμό των αιτιάσεων που παρέλαβε, β) στατιστικά στοιχεία, και γ) τον μέσο όρο του χρόνου που απαιτήθηκε για τη διεκπεραίωσή τους.

Σύμφωνα με την ΠΕΕ 87/5.4.2016 και το άρθρο 6 παρ. 6 του π.δ. 237/1986, η ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται, το αργότερο, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ζημιωθείς κοινοποίησε την αίτηση αποζημίωσης, είτε απευθείας στην η ασφαλιστική εταιρεία του υπαιτίου του ατυχήματος, είτε στον αντιπρόσωπο για το διακανονισμό των ζημιών, α) Να υποβάλει «έγγραφη» αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης σε περίπτωση που η ευθύνη δεν αμφισβητείται και η ζημιά έχει αποτιμηθεί, β) Να υποβάλει «έγγραφη» αιτιολογημένη απάντηση επί των σημείων που περιέχονται στην αίτηση, στην περίπτωση που η ευθύνη αμφισβητείται, ή δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί σαφώς, ή σε περίπτωση που η ζημιά δεν έχει αποτιμηθεί πλήρως.

Ο χρόνος πληρωμής που αναφέρει η προσφορά αποζημίωσης δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις δέκα ημέρες από την προσφορά. Αν συμφωνηθεί αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας, ο χρόνος αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι ημέρες από τη συμφωνία, εκτός αντίθετης ειδικής συμφωνίας των μερών. Σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης να υποβάλει «έγγραφη» αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης, εφ όσον η ευθύνη δεν αμφισβητείται και η ζημιά έχει αποτιμηθεί, οφείλεται ο εκάστοτε προβλεπόμενος τόκος υπερημερίας επί του ποσού της αποζημίωσης την οποία προσφέρει η ασφαλιστική επιχείρηση στον ζημιωθέντα, «μετά τη λήξη του τριμήνου» και μέχρι την ημέρα της προσφοράς.

Στις περιπτώσεις που η ασφαλιστική εταιρεία κρίνει ότι απαιτείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί υλικών ζημιών, την διενεργεί, υπό την προϋπόθεση εντοπισμού του οχήματος στον τόπο που έχει γνωστοποιηθεί από το ζημιωθέν πρόσωπο, το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών εάν το ατύχημα συνέβη στην Ελλάδα και, το αργότερο εντός είκοσι πέντε ημερών, εάν το ατύχημα συνέβη στο εξωτερικό, με την επιφύλαξη περιπτώσεων κατά τις οποίες αλλοδαπό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης υποχρεούται στη διεξαγωγή της διαδικασίας διακανονισμού ή έχει επιληφθεί αυτού.

Κατά την εξόφληση, το ζημιωθέν πρόσωπο υποχρεούται να παραδίδει στην  ασφαλιστική εταιρεία τα πρωτότυπα τιμολόγια και τις πρωτότυπες αποδείξεις υπηρεσιών κάθε σχετικής ζημίας ή δαπάνης, εφόσον αυτό απαιτείται από την ισχύουσα νομοθεσία για τη νόμιμη καταβολή της αποζημίωσης. Ο ασφαλισμένος και το ζημιωθέν πρόσωπο δικαιούνται να παραλαμβάνουν αντίγραφα όλων των εγγράφων που τηρεί η η ασφαλιστική εταιρεία σχετικά με την επελθούσα ζημία, για την έκβαση της οποίας έχουν έννομο συμφέρον, καθώς και απόδειξη παράδοσης και παραλαβής τους. Προς διασφάλιση της εγκυρότητάς τους, τα αντίγραφα των εγγράφων φέρουν τη σφραγίδα της ασφαλιστικής εταιρείας.

Σε οποιαδήποτε παράβαση των παραπάνω επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 256 παρ. 3 του Ν. 4364/2016.

Κατά την αποτίμηση της ζημίας, η ασφαλιστική εταιρεία, πέραν της δήλωσης του ασφαλισμένου, συνεκτιμά τα τιμολόγια και τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, τα αντίγραφα των εκτιμήσεων επί υλικών ζημιών οχήματος, ιατρικών εκτιμήσεων και εκτιμήσεων συνθηκών ατυχήματος, ή την πραγματογνωμοσύνη επί υλικών ζημιών, την ιατρική πραγματογνωμοσύνη ή την πραγματογνωμοσύνη συνθηκών ατυχήματος που τυχόν υπάρχουν για τη συγκεκριμένη ασφαλιστική περίπτωση.

Η αίτηση αποζημίωσης υποβάλλεται με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο (διαβιβάζεται με επιστολή, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, μήνυμα κινητής τηλεφωνίας, ή κατατίθεται στην ίδια την Επιχείρηση και στα οριζόμενα από την Επιχείρηση γραφεία ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία χορηγούν σχετική απόδειξη παράδοσης και παραλαβής).

Ελάχιστο περιεχόμενο της απόδειξης παράδοσης και παραλαβής εγγράφων αποτελεί ο αύξων αριθμός της εκδοθείσας απόδειξης, η απεικόνιση του σήματος και της επωνυμίας της ασφαλιστικής εταιρείας, η αναγραφή του ονοματεπώνυμου και της διεύθυνσης κατοικίας του ασφαλισμένου ή του ζημιωθέντος προσώπου, η υπογραφή του, η περιγραφή του είδους του εγγράφου που παραδόθηκε και παραλήφθηκε, η ημερομηνία παράδοσης και παραλαβής του εγγράφου, το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και η υπογραφή του παραλαβόντος υπαλλήλου.

Με απόδειξη παράδοσης και παραλαβής εγγράφου εξομοιώνονται, α) έντυπο των Ελληνικών Ταχυδρομείων με την υπογραφή υπαλλήλου της ασφαλιστικής εταιρείας για την παραλαβή συστημένης επιστολής, β) αποδεικτικό διαβίβασης τηλεομοιοτυπίας στον αριθμό που έχει δημοσιοποιήσει η ασφαλιστική εταιρεία, γ) αποδεικτικό διαβίβασης στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που έχει δημοσιοποιήσει η ασφαλιστική εταιρεία, δ) μήνυμα κινητής τηλεφωνίας στον αριθμό που έχει δημοσιοποιήσει η ασφαλιστική εταιρεία, ε) έκθεση επίδοσης δικαστικού επιμελητή, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του ΚΠολΔ.

Ο φιλικός διακανονισμός είναι το σύστημα αποζημίωσης μετά από τροχαίο ατύχημα, που επιτρέπει στον αναίτιο ασφαλισμένο να αποζημιωθεί από τη δική του ασφαλιστική εταιρία, αντί από την εταιρία του υπαίτιου οδηγού.

Ο φιλικός διακανονισμός ισχύει από την 1η Μαΐου 2000, όταν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ασφάλιση Αυτοκινήτων, προχωρώντας σε μια Συμφωνία Κυρίων, καθιέρωσαν το σύστημα αυτό αποζημίωσης, απαλλάσσοντας τους ασφαλισμένους από την ανάγκη να στραφούν κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης του υπαίτιου οδηγού.

Η Συμφωνία καθιερώνει Σύστημα Άμεσης Πληρωμής (Σ.Α.Π.) στην περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, εφ όσον και οι δύο εμπλεκόμενες ασφαλιστικές εταιρίες έχουν προσχωρήσει σ' αυτήν. Με τη Συμφωνία, χωρίς να αλλάξει σε τίποτε η υφιστάμενη νομοθεσία για υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθιερώνεται η δυνατότητα εξυπηρέτησης από την ασφαλιστική επιχείρηση του δικαιούχου αποζημίωσης. 

Δεν είναι απαραίτητη για την ένταξη μιας ζημίας στο Σ.Α.Π. η συμπλήρωση του εντύπου της Φιλικής Δήλωσης Τροχαίου Ατυχήματος. Η ύπαρξη της όμως διευκολύνει και επιταχύνει τις διαδικασίες του διακανονισμού και της αποζημίωσης. Αποζημιώνοντας οι ασφαλιστικές εταιρίες τους πελάτες τους για ατύχημα για το οποίο δεν φέρουν ευθύνη ενεργούν, για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας που καλύπτει την ευθύνη του υπαίτιου οδηγού.

Η μεταξύ των δύο εμπλεκομένων ασφαλιστικών εταιριών χρηματική συναλλαγή τακτοποιείται μέσω ενός μηχανισμού συμψηφισμού που λειτουργεί μέσα στην Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος.

Το όργανο παρακολούθησης της καθημερινής εφαρμογής της Συμφωνίας είναι η Διαχειριστική Επιτροπή, ένα 10μελές όργανο που συνεδριάζει πάντα με την παρουσία νομικού συμβούλου. Οι εκκαθαρίσεις των πληρωμών, ο υπολογισμός των μέσων όρων και η στατιστική παρακολούθηση της Συμφωνίας γίνεται από το Γραφείο Συμψηφισμού, ενώ το ανώτατο όργανο της Συμφωνίας είναι η Γενική Συνέλευση των συμβαλλομένων εταιριών. Με ευθύνη της Διαχειριστικής Επιτροπής το Μητρώο Μελών ανανεώνεται κάθε χρόνο. Τα μέλη της Συμφωνίας καλύπτουν τη συντριπτική πλειοψηφία του ασφαλιζόμενου από τις εταιρίες μέλη της Ε.Α.Ε.Ε. στόλου αυτοκινήτων οχημάτων.

Α. ΟΡΙΣΜΟΣ

Η ασφάλιση «νομικής προστασίας» συνίσταται στην, έναντι καταβολής ασφαλίστρου,  ανάληψη από την ασφαλιστική εταιρεία των δικαστικών εξόδων και την παροχή άλλων υπηρεσιών, που έχουν σκοπό

α) την αποκατάσταση της ζημίας ή της βλάβης που υπέστη ο ασφαλισμένος, είτε μέσω εξωδίκου συμβιβασμού, είτε μέσω αστικής ή ποινικής δίκης,

β) την υπεράσπιση, ή εκπροσώπηση του ασφαλισμένου σε αστική, ποινική, διοικητική ή άλλη δίκη, ή την εκπροσώπηση κατ' απαιτήσεως η οποία εγείρεται εναντίον του.

Στην ασφάλιση της «νομικής προστασίας» δεν εμπίπτουν

α) η ασφάλιση νομικής προστασίας, όταν αφορά διαφορές ή κινδύνους που απορρέουν από τη χρήση θαλασσίων πλοίων ή σχετίζονται με τη χρήση αυτή,

β) η δραστηριότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης αστικής ευθύνης προς υπεράσπιση ή εκπροσώπηση ασφαλισμένου της σε κάθε είδους δικαστική ή διοικητική διαδικασία, εφόσον αυτή η δραστηριότητα ασκείται συγχρόνως και προς το συμφέρον της..

Στην ασφάλιση της «νομικής προστασίας» ο ασφαλισμένος μπορεί να επιλέξει, εφ όσον το επιθυμεί, ελεύθερα δικηγόρο.

Β. ΤΡΟΠΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Η ασφάλιση «νομικής προστασίας» λειτουργεί με δύο τρόπους.

α) Η ασφαλιστική επιχείρηση αναλαμβάνει με το δικό της προσωπικό την διαχείριση του κλάδου. 

Στη περίπτωση αυτή απαγορεύεται στο προσωπικό που ασχολείται στον κλάδο νομικής προστασίας, να ασκεί άλλη δραστηριότητα εντός της επιχείρησης, ή σε άλλη επιχείρηση που συνδέεται με αυτή με οικονομικούς, εμπορικούς ή διοικητικούς δεσμούς.

Οι ίδιοι περιορισμοί εφαρμόζονται και στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχείρησης.

β) Η ασφαλιστική επιχείρηση αναθέτει την διαχείριση του κλάδου σε μια επιχείρηση με αυτοτελή νομική προσωπικότητα με τη μορφή ΑΕ ή ΕΠΕ.

Αν η επιχείρηση αυτή αυτοτελή νομική προσωπικότητα που συνδέεται με την ασφαλιστική επιχείρηση, τα μέλη της επιχείρησης που ασχολούνται με την «νομική προστασία» απαγορεύεται ασκούν την αυτή δραστηριότητα στην ασφαλιστική επιχείρηση.

Οι ίδιοι περιορισμοί εφαρμόζονται και στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχείρησης.

Γ. ΣΥΝΑΨΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ 

Για την σύναψη της «νομικής προστασίας» απαιτείται σύναψη αυτοτελούς ασφαλιστηρίου συμβολαίου, διαφορετικό από εκείνο που συνάπτεται για τους άλλους κλάδους, όπου ρητά πρέπει να αναφέρονται οι όροι ασφάλισης νομικής προστασίας και το σχετικό ασφάλιστρο.

Σε κάθε ασφαλιστήριο υποχρεωτικά προβλέπονται τα εξής

α) το δικαίωμα του ασφαλισμένου να επιλέγει ελεύθερα το δικηγόρο του.

αα) σε κάθε δικαστική ή διοικητική διαδικασία, όταν επιλαμβάνεται δικηγόρος για να υπερασπίσει ή να εκπροσωπήσει τον ασφαλισμένο ή να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του,

αβ) για την υπεράσπιση των συμφερόντων του ασφαλισμένου σε περίπτωση που ανακύψει σύγκρουση συμφερόντων,

β) το δικαίωμα του ασφαλισμένου να προσφύγει για την διευθέτηση της όποιας διαφοράς μεταξύ αυτού και της επιχείρησης σε διαδικασία διαιτησίας.

Δ. ΔΙΑΦΩΝΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ - ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ (ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ)

Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ επιχείρησης και ασφαλισμένου, ο ασφαλισμένος δικαιούται να προσφύγει για την επίλυσή της σε διαδικασία διαιτησίας, μη αποκλειομένου του δικαιώματός του να προσφύγει στα δικαστήρια.

Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς την ανάγκη υπεράσπισης των έννομων συμφερόντων του ασφαλισμένου ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής, ο ασφαλισμένος μπορεί να προκαλέσει αιτιολογημένη γνωμοδότηση δικηγόρου της αρεσκείας του, σχετικά με την ανάγκη, ή μη της υπεράσπισης.

Αν ο ασφαλισμένος δεν αποδέχεται την γνωμοδότηση αυτή, ή αν η επιχείρηση κρίνει ότι η γνωμοδότηση απομακρύνεται από την σωστή νομική και πραγματική βάση της υπόθεσης, τότε, ο ασφαλισμένος, ή η επιχείρηση, δύναται να προκαλέσει την διαιτητική επίλυση από διαιτητή κοινής αποδοχής.

Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς το πρόσωπο του διαιτητή ο διορισμός του γίνεται κατά το άρθρο 878 του (ΚΠολΔ.

Οι δαπάνες για τις ανωτέρω ενέργειες βαρύνουν τον ασφαλιστή, εφ όσον με τις ενέργειες αυτές κριθεί αναγκαία η παραφύλαξη των συμφερόντων του ασφαλισμένου, άλλως κατανέμονται κατ' ισομοιρία στον ασφαλιστή και τον ασφαλισμένο.

Εάν ο ασφαλισμένος, παρά την αντίθετη απόφαση του διαιτητή, προσφύγει σε δικαστική ή διοικητική αρχή, βαρύνεται με τις σχετικές δαπάνες, σε περίπτωση ολοσχερούς ήττας του, άλλως οι δαπάνες αυτές επιμερίζονται ανάλογα με την έκταση της κατ' ουσίαν ήττας προς τη νίκη του. Η ανωτέρω διαδικασία της διαιτησίας δεν αποκλείει το δικαίωμα του ασφαλισμένου προσφυγής του στα δικαστήρια.

Κάθε φορά που ανακύπτει σύγκρουση συμφερόντων ή διαφωνία, όσον αφορά την διευθέτηση της διαφοράς, ο ασφαλιστής νομικής προστασίας ή το γραφείο διακανονισμού ζημιώνν είναι υποχρεωμένος να ενημερώνει τον ασφαλισμένο σχετικά με τα δικαιώματά του.

Σε περίπτωση επέλευσης ζημίας / ασφαλισμένος / λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται

α. Να ειδοποιήσει εγγράφως την εταιρία, ή τον πλησιέστερο εκπρόσωπό της, μέσα σε (8) ημέρες από τότε που περιήλθε σε γνώση του το ζημιογόνο γεγονός.

β. Να μην προβαίνει σε ομολογίες ευθύνης.

γ. Να μην προβεί σε οποιαδήποτε μορφής ενέργεια, που σημαίνει αποδοχή, απόκρουση, αναγνώριση, συμβιβασμό, ή διακανονισμό, του καλυπτόμενου κινδύνου, χωρίς την γραπτή συναίνεση της εταιρίας.

δ. Η εταιρία δικαιούται να αναλάβει και να χειριστεί κατά την κρίση της στο όνομα του λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένου την απόκρουση, το διακανονισμό απαίτησης, ή να επιδιώξει στο όνομα του, αλλά για δικό της όφελος, την αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας, ή την ικανοποίηση οποιασδήποτε αξίωσης αποζημίωσης, μέχρι το όριο ευθύνης της και αφού τον ειδοποιήσει σχετικά.

ε. Ο λήπτης της ασφάλισης/ασφαλισμένος οφείλει να παρέχει κάθε πληροφορία, ή ειδική βοήθεια, που η εταιρία θα κρίνει αναγκαία και θα ζητήσει από αυτόν.

στ. Ο λήπτης της ασφάλισης/ασφαλισμένος οφείλει να παρέχει στην εταιρεία ειδική πληρεξουσιότητα να τον αντιπροσωπεύει ενώπιον πάσης αρχής ή δικαστηρίων.

ζ. Η υπαίτια παράβαση από τον λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένο των ως άνω υποχρεώσεών του, παρέχει στην εταιρία το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας που θα υποστεί από τον λόγο αυτό.

η. Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των ως άνω υποχρεώσεων ο λήπτης της ασφάλισης (ή ο ασφαλισμένος) μπορεί να υποχρεωθεί, με απόφαση αρμόδιου δικαστηρίου, να καταβάλει στην εταιρία αποζημίωση μέχρι του ποσού των 2.000 ευρώ.

ΟΛΙΚΗ ΚΛΟΠΗ

Σε περίπτωση ολικής κλοπής αποζημιώνεται η αναγραφόμενη αξία του οχήματος στο συμβόλαιο με ανώτατο όριο την τρέχουσα εμπορική αξία του κατά την ημερομηνία της κλοπής.

Ολική κλοπή θεωρείται η μη ανεύρεση του οχήματος εντός 90 ημερών  από την ημερομηνία κλοπής.

Ολική κλοπή θεωρείται η ανεύρεση του οχήματος πριν από την παρέλευση των 90 ημερών από την ημερομηνία κλοπής, σε φυσική ή νομική κατάσταση τέτοια, που να μην είναι δυνατή η απόδοσή του στον ασφαλισμένο (ολοκληρωτική καταστροφή).

Απαιτείται άμεση δήλωση της κλοπής στις Αστυνομικές Αρχές, ή υποβολή μήνυσης.

Η ασφαλιστική εταιρεία βρίσκεται σε αμέλεια, όταν δεν προβεί, μετά το συμβάν της κλοπής, σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη διαγραφή του οχήματος από το όνομα του  ασφαλισμένου.

ΜΕΡΙΚΗ ΚΛΟΠΗ

Μερική κλοπή οχήματος νοείται η κλοπή εξαρτημάτων του οχήματος που κρίνονται απαραίτητα για την κίνηση και λειτουργία του.

Σε περίπτωση κλοπής εξαρτημάτων του ασφαλισμένου οχήματος  καταβάλλεται αποζημίωση μέχρι την τρέχουσα εμπορική τους αξία.

Η κλοπή συστημάτων ήχου - εικόνας και συσκευών τηλεπικοινωνίας, η συνολική καταβαλλόμενη αξία δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ, εκτός εάν αφορά σε συστήματα εργοστασιακού εξοπλισμού, οπότε αποζημιώνονται μέχρι την τρέχουσα εμπορική τους αξία.

Σε περίπτωση ζημιών που θα προκληθούν στο όχημα κατά την προσπάθεια αφαίρεσης εξαρτημάτων του, καταβάλλεται αποζημίωση με ανώτατο ποσό την τρέχουσα εμπορική τους αξία.

Με τη μικτή ασφάλιση (ή ασφάλιση ιδίων ζημιών) καλύπτονται οι ίδιες ζημίες του ασφαλισμένου αυτοκινήτου που προκαλούνται αποκλειστικά και μόνο από σύγκρουση, πρόσκρουση, εκτροπή, κατάπτωση και ανατροπή του.

Η αποζημίωση καλύπτει το ποσό που υπερβαίνει την συμφωνηθείσα απαλλαγή.

Η κάλυψη της μικτής ασφάλειας δίδεται κατόπιν προασφαλιστικού ελέγχου από πραγματογνώμονα της ασφαλιστικής. H αξία του αυτοκινήτου πρέπει να είναι ίση, ή μεγαλύτερη, από ένα ελάχιστο ποσό που ορίζει η ασφαλιστική  εταιρεία. Ποτέ όμως μεγαλύτερη της τρέχουσας εμπορικής του αξίας. Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλισμένος αποζημιώνεται με την τρέχουσα εμπορική αξία του αυτοκινήτου..

Δεν καλύπτονται και αποκλείονται από την ασφάλιση, εκτός εάν ρητά και ειδικά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη τους με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο, οι ζημίες που προξενούνται, ή οφείλονται, ή προέρχονται από τις παρακάτω αιτίες, ανεξάρτητα αν αυτές οι αιτίες έχουν συντελέσει στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, υπό την προϋπόθεση ότι προσδιορίζονται ρητά στο ασφαλιστήριο

α) Από πρόθεση, ή βαριά αμέλεια του λήπτη της ασφάλισης, ή του ασφαλισμένου, ή των προστηθέντων από αυτούς προσώπων στην οδήγηση του οχήματος, του δικαιούχου του ασφαλίσματος, των προσώπων που συνοικούν μαζί τους, του νομίμου αντιπροσώπου, των εκπροσώπων ή τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του ασφαλισμένου οχήματος.

β) Από τη συμμετοχή του ασφαλιζόμενου οχήματος σε επιδείξεις, ή εορταστικές παρελάσεις, ή σε επίσημους ή μη αγώνες, ή σε σχετικές δοκιμαστικές διαδρομές (προπονήσεις).

γ) Από τρομοκρατικές ενέργειες, οχλαγωγίες, διαδηλώσεις, απεργίες, πολιτικές ταραχές, επιδρομή, εχθροπραξία ή πολεμική επιχείρηση, εμφυλίου πολέμου, στάσεις, πραξικοπήματα, επαναστάσεις, επιτάξεις. 

δ) Από μεταφερόμενο φορτίο (σε περίπτωση που δεν προβλέπεται από την άδεια κυκλοφορίας)

ε) με κίνηση του οχήματος χωρίς οδηγό

στ) Με οδηγό που οδηγεί υπό την επήρεια μέθης

Η ασφαλιστική εταιρία, σύμφωνα με το Π.Δ 237/1986, αναλαμβάνει να αποκαταστήσει την ζημία (υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες, θάνατο) που προκάλεσαν σε «τρίτους» ο ιδιοκτήτης, ο κάτοχος, ο οδηγός, ή ο προστηθείς στην οδήγηση, κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος. Απαιτείται να φέρουν υπαιτιότητα, ή συνυπαιτιότητα, στην πρόκληση του ατυχήματος.

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, δηλαδή κατ ελάχιστον αμέλεια,  το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Β. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Γ. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Δ. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση, ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφ ενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφ ετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ε. «Τρίτα» πρόσωπα στην υποχρεωτική σύμβαση ασφάλισης οχημάτων θεωρούνται α) Οι επιβαίνοντες στο όχημα που προκάλεσε το ατύχημα, β) Τα μέλη της οικογένειας του ιδιοκτήτη, οδηγού, ή προστηθέντος στην οδήγηση.  

Δεν θεωρούνται «τρίτοι»

α) Ο οδηγός του οχήματος που προξένησε τη ζημία

β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης.

γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση.

δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου, που είναι ασφαλισμένο το όχημα.

ΣΤ. H σύμβαση της υποχρεωτικής ασφάλισης οχήματος είναι ρητά σύμβαση ορισμένης διάρκειας. Η ασφάλιση ισχύει για όσο χρονικό διάστημα ορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Έχει ημερομηνία και ώρα έναρξης και ημερομηνία και ώρα λήξης, αυτή που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο. Ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, ή σύναψη νέας ασφάλισης, επιτρέπεται μόνον, αφού προηγηθεί η καταβολή από τον ασφαλισμένο του ασφαλίστρου. Οι ασφαλιστικές απαγορεύεται να παραδίδουν ασφαλιστήρια συμβόλαια, εάν προηγουμένως δεν έχουν εισπράξει το ασφάλιστρο. Το ασφαλιστήριο είναι το έγγραφο με το οποίο αποδεικνύεται η σύναψη της ασφάλισης. Σε περίπτωση που έχει καταβληθεί το ασφάλιστρο, αλλά δεν έχει παραδοθεί το ασφαλιστήριο, η σύναψη της ασφάλισης αποδεικνύεται για τις (5) πρώτες ημέρες της κάλυψης από την απόδειξη πληρωμής του ασφαλίστρου.

Ζ. ΟΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ  

Τα όρια κάλυψης που υποχρεωτικά από το νόμο πρέπει να έχει κάθε ασφαλιστήριο υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτου μετά την 1-1-2017, σε περίπτωση σωματικής βλάβης, είναι 1.220.000 € ανά θύμα και σε περίπτωση υλικής ζημίας 1.220.000 € ανά ατύχημα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων.

Η. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ 

Εξαιρείται της ασφαλιστικής κάλυψης,

α) Η αστική ευθύνη των προσώπων, που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή, ή βία,

β) Τα πράγματα που μεταφέρονται με το ίδιο όχημα,

γ) Η αστική ευθύνη έναντι προσώπων, τα οποία συγκατατέθηκαν να μεταφερθούν με όχημα, εφ όσον ο ασφαλιστής αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα αφαιρέθηκε από το νόμιμο κάτοχό του με αθέμιτα μέσα, ή χρησιμοποιείται προς εκτέλεση εγκληματικής πράξης

Θ. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΓΙΑ ΖΗΜΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝΤΑΙ

α) Όταν το όχημα ωθείται από άλλη δύναμη εκτός της δικής του, ή ωθεί άλλο όχημα, ή αντικείμενο που κινείται σε τροχούς, ή ρυμουλκεί        άλλο  όχημα, ή κινηθεί χωρίς τον οδηγό και χωρίς υπαιτιότητά του, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο.

β) Εντός φυλασσομένων χώρων στάθμευσης, ή συνεργείων επισκευής οχημάτων, ή εκθέσεων οχημάτων.

γ) Κατά την διάρκεια της λειτουργίας του ως εργαλείο ειδικού τύπου οχημάτων, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο.

δ) Από πρόθεση του ασφαλισμένου / λήπτη της ασφάλισης /  οδηγού / προστηθέντων στην οδήγηση.

ε) Από την συμμετοχή του οχήματος σε επιδείξεις, εορταστικές παρελάσεις, επισήμους ή όχι αγώνες, δοκιμαστικές διαδρομές (προπονήσεις), εκτός εάν ειδικά στο ασφαλιστήριο συμφωνήθηκε και η κάλυψη των ανωτέρω περιπτώσεων.

στ)  Από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης, που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.

ζ) Από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, εφ όσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το όχημα, που εμπλέκεται στο ατύχημα, ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, εφ όσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο

η) Από όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση, από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφ όσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη

Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των παραπάνω περιπτώσεων και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφ όσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη.

Ι. ΑΝΤΙΤΑΞΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ

Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου τις παραπάνω εξαιρέσεις κάλυψης. Ο ασφαλιστής, όμως, δύναται να στραφεί κατά του λήπτη της ασφάλισης /ασφαλισμένου / οδηγού, ασκώντας δικαίωμα αγωγή, ή αναγωγής.  

ΙΑ. ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΕΠΙ ΟΧΗΜΑΤΟΣ

Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα του οχήματος αιτία θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονομούμενου από την ασφάλιση, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον κληρονόμο, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για τηΝ μη αποδοχή τους εντός (30) ημερών από την γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου της.

Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα / κατοχή του οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων.

Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια.

Αν μετά τη μεταβίβαση του οχήματος συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο όχημα, η υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

ΙΒ. ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ    

α) Η ασφάλιση μπορεί να λυθεί με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών οποτεδήποτε.

β) Ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την σύμβαση οποτεδήποτε με γραπτή δήλωση, η οποία επιδίδεται στην εταιρία, ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτήν διαμεσολαβητή, επί αποδείξει.

Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα με την παρέλευση αυτής στην εταιρία.

γ) Η εταιρία μπορεί με επιστολή της να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένο, βαρυνομένη με την απόδειξη της παράβασης. Με την δήλωση της καταγγελίας από την εταιρεία, η οποία απευθύνεται στον λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένο με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, πρέπει γνωστοποιείται ότι η μη συμμόρφωσή του προς τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας επιφέρει την λύση της σύμβασης. Η επιστολή αποστέλλεται στη διεύθυνση της κατοικίας, ή διαμονής, του λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένου, που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ασφάλισης, μετά την 30η μέρα από την αποστολή της σχετικής επιστολής καταγγελίας της σύμβασης, η εταιρεία ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Μετά την πάροδο 16 ημερών από την γνωστοποίηση εκ μέρους του ασφαλιστή της ακύρωσης / λύσης / λήξης / αναστολής της σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου, το αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο.

Κατά του ζημιωθέντος τρίτου, η ακύρωση / λύση / λήξη / αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης, μπορεί να αντιταχθούν, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο (16) ημερών από την γνωστοποίηση εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης / λύσης / λήξης / αναστολής της σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου.

ΙΓ. ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ 

Αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις, ισχύει μόνο η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση ή καταγγελία.

ΙΔ. ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Αν το ασφαλισμένο όχημα έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου για το ίδιο χρονικό διάστημα σε περισσότερες εταιρίες ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος οφείλει να γνωστοποιεί εγγράφως χωρίς καθυστέρηση τις ασφαλίσεις αυτές και τα ασφαλιστικά ποσά.

Οι ασφαλίσεις σε όλες τις εταιρείες είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας.

1. Το «Σύστημα Διεθνούς Ασφάλισης Οχημάτων» γνωστό και ως «Σύστημα Πρασίνων Καρτών» τέθηκε σε εφαρμογή το 1949, προκειμένου να διευκολύνει τις μετακινήσεις και τις διεθνείς μεταφορές στην Ευρώπη και να βοηθήσει στην αποζημίωση των θυμάτων από τροχαία ατυχήματα.

2. Το Σύστημα εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση της υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης οχημάτων.

3. Σε κάθε χώρα μέλος του Συστήματος ιδρύθηκε ένας Οργανισμός με το όνομα «Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης». Σήμερα στο Σύστημα συμμετέχουν 45 χώρες με τα αντίστοιχα Γραφεία Διεθνούς Ασφάλισης, τα οποία έχουν υπογράψει μεταξύ τους  Διεθνείς Συμβάσεις, που  ρυθμίζουν την σωστή εφαρμογή και λειτουργία του Συστήματος (Αυστρία, Βέλγιο, Ελβετίας (συμπεριλαμβανομένου του Λιχτενστάιν), Δημοκρατία της Τσεχίας, Κύπρος, Γερμανία, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Γαλλία (συμπεριλαμβανομένου του Μονακό), Φινλανδία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Κροατία, Ισπανία, Ιταλία (συμπεριλαμβανομένων Σαν Μαρίνο και το Βατικανού), Ιρλανδία, Ισλανδία, Λουξεμβούργο, Νορβηγία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Σουηδία, Σλοβακία, Σλοβενία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Πολωνία, Ανδόρα, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία).

4. Το Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης σκοπό έχει, τον διακανονισμό και καταβολή της αποζημίωσης για λογαριασμό αλλοδαπών Γραφείων Διεθνούς Ασφάλισης, εξ αιτίας ατυχημάτων που προκαλούνται από την κυκλοφορία αυτοκινήτων στην Ελλάδα, που έχουν τόπο συνήθους στάθμευσης σε χώρες με τα αντίστοιχα γραφεία των οποίων έχει καταρτίσει την Ενοποιημένη Συμφωνία.

Το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης είναι υπεύθυνο και για την έκδοση των Πιστοποιητικών Διεθνούς Ασφάλισης (Πράσινες Κάρτες)  και να τις χορηγεί στις ασφαλιστικές εταιρίες, οι οποίες είναι μέλη του. Τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της Δ.Ε.Ι.Α.  

5. Το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης υπέχει ευθύνη σε αποζημίωση, όταν  

α) το αλλοδαπό όχημα είναι ασφαλισμένο με πράσινη κάρτα σε ισχύ.

β) το αλλοδαπό όχημα είναι ασφαλισμένο με ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε ισχύ και προέρχεται από χώρα το Εθνικό Γραφείο της οποίας έχει υπογράψει το τμήμα ΙΙΙ της Ενοποιημένης Συμφωνίας.

γ) το αλλοδαπό όχημα δεν είναι ασφαλισμένο και προέρχεται από χώρα, το εθνικό γραφείο της οποίας έχει υπογράψει το τμήμα ΙΙΙ της Ενοποιημένης Συμφωνίας.

6. Αν το αλλοδαπό όχημα έχει χώρα προέλευσης, μία από τις χώρες που δεν μετέχουν στο τμήμα ΙΙΙ της Ενοποιημένης Συμφωνίας και δεν είναι ασφαλισμένο με πράσινη κάρτα σε ισχύ την ημερομηνία του ατυχήματος, υπεύθυνο είναι το Επικουρικό Κεφάλαιο.

7. Σε περίπτωση που ξένη ασφαλιστική εταιρία έχει Διορισμένο Ανταποκριτή Ζημιών στην Ελλάδα το Γραφείο παραπέμπει στον ανταποκριτή της ξένης ασφαλιστικής εταιρίας στην Ελλάδα για να αναλάβει το διακανονισμό του ατυχήματος, υπό την επίβλεψη του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης και σύμφωνα πάντα με τους όρους της Ενοποιημένης Συμφωνίας.

Σε περίπτωση που ξένη ασφαλιστική εταιρία δεν έχει διορίσει Ανταποκριτή Ζημιών στην Ελλάδα, ο διακανονισμός του ατυχήματος γίνεται με την φροντίδα του ελληνικού Γραφείου, το οποίο διορίζει μία ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση μέλος του, να αναλάβει τον διακανονισμό της συγκεκριμένης ζημίας.

Σύμφωνα με το π.δ ν37/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του ν. 489/1976.

ΚΑΛΥΨΕΙΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Σκοπός της σύστασης του Ε.Κ (Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων) είναι η καταβολή αποζημίωσης για αστική ευθύνη από αυτοκινητιστικά ατυχήματα λόγω υλικών ζημιών, σωματικών βλαβών, ή θανάτωσης προσώπου, στις εξής περιπτώσεις.

  1. Όταν αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος.

Στην περίπτωση υλικών ζημιών, για να αποζημιωθεί ο τρίτος, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις

α) ότι προκλήθηκαν εκτός από υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες,

β) να έχει επιληφθεί του ατυχήματος άμεσα η αστυνομική αρχή,

γ) οι σωματικές βλάβες να απαιτούν νοσοκομειακή περίθαλψη και

δ) η νοσοκομειακή αυτή περίθαλψη να διαρκέσει τουλάχιστον για χρονικό διάστημα πέντε ημερών σε δημόσιο νοσοκομείο, ή ιδιωτικό θεραπευτήριο.

  1. Όταν το ατύχημα προήλθε από ανασφάλιστο όχημα.

Ανασφάλιστο χαρακτηρίζεται το όχημα, για το οποίο δεν συνήφθη ποτέ σύμβαση ασφάλισης, ή όταν η συναφθείσα σύμβαση λύθηκε, ή ακυρώθηκε, μεταγενέστερα με νόμιμο τρόπο και το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο 16 ημερών από την λύση, ή ακύρωση.

α. Εξαιρούνται της αποζημίωσης τα πρόσωπα που επιβιβάσθηκαν με την θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημία, εφ όσον τα πρόσωπα αυτά γνώριζαν ότι το όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο. 

β. Μετά παρέλευση (30) ημερών από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, θεωρούνται λυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα. 

  1. Όταν το ατύχημα προήλθε από όχημα, οδηγούμενο από οδηγό που προκάλεσε από πρόθεση το ατύχημα.

Η αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη (μη οδηγού) του οχήματος καλύπτεται από την ασφαλιστική εταιρεία του οχήματος.

  1. Όταν το ατύχημα προήλθε από οχήματα συμβεβλημένων χωρών (Ε.Ε), τα οποία

α. έχουν ως τόπο συνήθους στάθμευσης την Ελλάδα και είναι ανασφάλιστα,

β. από οχήματα αγνώστων στοιχείων και τα ατυχήματα έχουν συμβεί στην Ελλάδα.

  1. Από ανασφάλιστα οχήματα τρίτων χωρών και για ατυχήματα που έχουν συμβεί στην Ελλάδα, των οποίων τα Εθνικά Γραφεία Διεθνούς Ασφάλισης έχουν προσχωρήσει στο σύστημα πράσινης κάρτας.
  2. Όταν ο ασφαλιστής πτώχευσε, ή σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη, ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παράβασης του νόμου.

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ

  1. Η αποζημίωση που καταβάλλει το Ε.Κ για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο.

Αυτό ισχύει για όλες τις περιπτώσεις, που υποχρεούται το Ε.Κ να αποζημιώσει (ατύχημα από ανασφάλιστο, άγνωστο όχημα, πτώχευση ή ανάκληση άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρείας). 

  1. Στην περίπτωση πτώχευσης, ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρείας, το Ε.Κέχει ανώτατο όριο ευθύνης 100.000 ευρώ.
  2. Στις περιπτώσεις πτώχευσης, ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας, το συνολικό ποσό που υποχρεούται να καταβάλει το Ε.Κ, έχει ως εξής.

α) για αποζημίωση ύψους έως 4.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 90% αυτής.

β) για αποζημίωση ύψους από 4.001 έως 10.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 87,5% αυτής, με κατώτατο όριο 3.600 ευρώ.

γ) για αποζημίωση ύψους από 10.001 έως 30.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 85% αυτής, με κατώτατο όριο 8.750 ευρώ.

δ) για αποζημίωση ύψους από 30.001 έως 60.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 80% αυτής, με κατώτατο όριο 25.000 ευρώ.

ε) για αποζημίωση ύψους από 60.001 έως 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 70% αυτής, με κατώτατο όριο 48.000 ευρώ.

στ) για αποζημιώσεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο με το 70% αυτής, με ανώτατο όριο τις 100.000 ευρώ.

  1. Το Ε.Κ υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης και πέραν των 100.000 ευρώ σε πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία.
  2. Οι δικαιούχοι αποζημίωσης δύναται να διεκδικήσουν το υπόλοιπο ποσόν της ζημίας από την κοινή εκκαθάριση.
  3. Σε περίπτωση σωματικών βλαβών, ή θανάτου, η υποχρέωση του ΕΚ προς αποζημίωση περιορίζεται στην συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό Ταμείο, ή άλλος Οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης, για την αυτή αιτία στο ζημιωθέντα, μη εφαρμοζομένης της διάταξης του άρθρου 930 εδ. γ΄ ΑΚ.
  4. Η καταβολή του μισθού κατά την διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία του δημοσίου υπαλλήλου, γίνεται με την ιδιότητα του Δημοσίου ως εργοδότη και όχι ως ασφαλιστικού φορέα, και δεν αφαιρείται.
  5. Η παροχή νοσηλείας και εν γένει νοσοκομειακής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης αποτελεί παροχή φορέα κοινωνικής ασφάλισης και αφαιρείται.
  6. Το Ε.Κ είναι υποχρεωμένο να καταβάλει τις αποζημιώσεις που απαιτούνται από τους οργανισμούς αποζημίωσης των κρατών μελών, μέχρι του ποσού που έχει καταβληθεί σε μόνιμους κατοίκους των κρατών αυτών λόγω ζημιών που προκλήθηκαν.

α) από οχήματα, που έχουν ως τόπο συνήθους στάθμευσης την Ελλάδα και είναι ανασφάλιστα.

β) από οχήματα, αγνώστων στοιχείων και τα ατυχήματα έχουν συμβεί στην Ελλάδα.

γ) από ανασφάλιστα οχήματα τρίτων χωρών, των οποίων τα εθνικά Γραφεία Διεθνούς Ασφάλισης έχουν προσχωρήσει στο σύστημα πράσινης κάρτας και για ατυχήματα που έχουν συμβεί στην Ελλάδα.

ρυθμιση τοκων

Από την ημερομηνία της απόφασης με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση ασφαλιστικής εταιρίας, ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της, οι τόκοι του ασφαλίσματος λόγω θανάτωσης, σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα είναι έξι τοις εκατό (6%) ετησίως.

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΚΕΣ ΔΑΤΑΞΕΙΣ 

Έχει κριθεί ότι οι διατάξεις με τις οποίες εισάγεται περιορισμός α) στα ποσά που επιδικάζονται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου της χρηματικής ικανοποίησης) και β) εκείνες που περιορίζουν τους τόκους που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο (με επιτόκιο 6% ετησίως) είναι αντισυνταγματικές και επομένως ανεφάρμοστες (ΑΠΟλομ. 5/2017, ΑΠΟλομ 4/2017, ΑΠΟλομ 3/2017, ΑΠ 1057/2017, ΑΠ 153/2018).

ΑΣΚΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΤΑ Ε.Κ

Η αγωγή κατά του Ε.Κ είναι παραδεκτή, μόνον αν ο ενάγων υποβάλει προ της άσκησής της στο Ε.Κ έγγραφη αίτηση αποζημίωσης με συνημμένα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτησή του. Το Ε.Κ είναι υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στην αίτηση εντός (3) μηνών από την υποβολή της αίτησης.

Μετά τη λήψη της απάντησης του Ε.Κ, ή την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας, ο παθών δύναται να ασκήσει αγωγή κατά του Ε.Κ. Το Ε.Κ με βάση τις πληροφορίες που του παρέχει το θύμα και έπειτα από σχετική αίτηση αυτού, υποχρεούται να του δώσει αιτιολογημένη απάντηση σχετικά με την καταβολή, ή μη, της αποζημίωσης. Ωστόσο δεν επιτρέπεται στο Ε.Κ να απαιτεί, προκειμένου να καταβάλει την αποζημίωση, να αποδείξει το θύμα καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι, το υπεύθυνο για το ατύχημα μέρος δεν είναι σε θέση, ή αρνείται, να πληρώσει.

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ

Από την ημερομηνία που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης / ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της, για παράβαση νόμου, το Ε.Κ υπεισέρχεται, ως ειδικός διάδοχος, αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται χωρίς άλλο από αυτό.

Το Ε.Κ στην περίπτωση αυτή οφείλει να καταβάλει στο ζημιωθέν πρόσωπο, ότι όφειλε να καταβάλει σε αυτό η ασφαλιστική εταιρία από την υποχρεωτική ασφάλιση του κλάδου αστικής ευθύνης οχημάτων. 

Δεν ευθύνεται από συμβάσεις προαιρετικής ασφάλισης

ΔΙΑΦΩΝΙΑ Ε.Κ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ

Σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ Ε.Κ και ασφαλιστή αστικής ευθύνης, για το ποίος πρέπει να αποζημιώσει το θύμα για σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων, ή για υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες ανασφαλίστου οχήματος, το Ε.Κ υποχρεούται σε πρώτη φάση να αποζημιώσει το θύμα. Αν τελικά αποφασισθεί ότι ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα έπρεπε να έχει καταβάλει την αποζημίωση, εξ ολοκλήρου, ή εν μέρει, ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης οφείλει να επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό στο Ε.Κ.

ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ε.Κ

Το ΕΚ με την καταβολή της αποζημίωσης υποκαθίσταται έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση σε όλα τα δικαιώματα του προσώπου που ζημιώθηκε από το ατύχημα.

Στην περίπτωση του αριθμού (9) το ΕΚ έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του Ε.Κ του  τόπου συνήθους στάθμευσης του οχήματος.   

Όταν ο ασφαλιστής πτώχευσε, ή σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη, ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το Ε.Κ δεν υποκαθίσταται.

Έχει κριθεί ότι οι διατάξεις του π.δ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του Ν. 489/1976, που καθορίζουν,

α) το ποσό των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου της χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο σε κάθε δικαιούχο, προσκρούει στο παράγωγο δίκαιο της ΕΕ και στην αρχή της αναλογικότητας και

β) τους τόκους που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο με επιτόκιο 6% ετησίως, έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, με την διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και με την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας

και επομένως και οι δύο ρυθμίσεις είναι αντισυνταγματικές και επομένως ανεφάρμοστες (ΑΠΟλομ. 5/2017, ΑΠΟλομ 4/2017, ΑΠΟλομ 3/2017, ΑΠ 1057/2017, ΑΠ 153/2018).

Σύμφωνα με το άρθρο 6 π.δ 237/1986, αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκουμένου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται σε ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων τρίτων. Η ευθύνη των ασφαλιστών αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας.

Η εις ολόκληρον ευθύνη του ασφαλιστή του ρυμουλκού και του ασφαλιστή του ρυμουλκουμένου, η οποία προβλέπεται με την πιο πάνω διάταξη, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης αστικής ευθύνης (παράνομη και υπαίτια πράξη, ή παράλειψη), τόσο των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκό, όσο και των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκούμενο, αφού ο νομοθέτης δεν θέλησε την οπωσδήποτε ευθύνη αμφοτέρων των ασφαλιστών, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αστικής ευθύνης των προσώπων που συνδέονται με τα αντίστοιχα τμήματα (ρυμουλκό - ρυμουλκούμενο).

Η θεμελίωση της κατά το άρθρο 926 ΑΚ σε ολόκληρον ευθύνης περισσότερων προσώπων απέναντι στο ζημιωθέντα, και συνακόλουθα της αναγωγής μεταξύ τους κατά το άρθρο 927 ΑΚ, απαιτεί προηγουμένως ότι υπάρχει ευθύνη των προσώπων αυτών θεμελιωμένη ήδη σε άλλες διατάξεις (ΜονΠρΑθ 1827/2013).

Η απόρριψη αγωγής για το λόγο ότι ασκήθηκε πρόωρα, αποτελεί λόγο μη ουσιαστικό με την έννοια της ΑΚ 263.

Κατά συνέπεια, η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση τέτοιας αγωγής, θεωρείται κατ άρθρο 263 ΑΚ σαν να μη διακόπηκε, εκτός αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ 377/2009).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ η αναπηρία, ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπ όψιν κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του.

Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής (ΑΠ 1848/2008, ΑΠ 2007/2006, ΕφΔωδ 121/2007. Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας, ή της παραμόρφωσης, στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό, οικονομικό τομέα η αναπηρία, ή παραμόρφωση, του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία, ή παραμόρφωση, μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους.

Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία, ή παραμόρφωση, εφ όσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.

Η συνεπεία της αναπηρίας, ή της παραμόρφωσης, ανικανότητα προς εργασία, εφ όσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων. Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από την διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία, ή παραμόρφωση, ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας, ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την διάταξη αυτή εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ` αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας, ή της παραμόρφωσης, αφ ενός και την ηλικία του παθόντος αφ ετέρου.

Είναι πρόδηλο ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική, από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ` ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατ` άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 408/2011, ΑΠ 421/2012, ΑΠ 72/2012, ΑΠ 1048/2011).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 929, 174, 178, 281, 288 ΑΚ και 236, 237 ΠΚ προκύπτει ότι στην αποκαταστέα ζημία του υποστάντος βλάβη στο σώμα και στην υγεία δεν περιλαμβάνεται η δαπάνη του ζημιωθέντος για την παροχή δώρων προς τους ιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό, ενταγμένο στο Ε.Σ.Υ., γιατί τούτο θα σήμαινε έμμεση νομιμοποίηση μιας παράνομης και αναξιόπιστης πρακτικής (ΕφΑθ 1642/00, ΕφΛαρ 591/95, ΕφΑθ 5540/93, ΕφΠειρ 509/2007). Συνεπώς, αν καταβληθούν τέτοια «φιλοδωρήματα» δεν μπορούν να αναζητηθούν ως αποζημίωση από τον υπόχρεο, δεδομένου ότι αυτά στηρίζονται στην προσωπική επιθυμία και πρωτοβουλία του καταβαλόντος (ΕφΠειρ 509/2007).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 και 929 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τρίτου, όπως είναι από αυτοκινητικό ατύχημα, ο παθών δικαιούται αποζημίωσης, εκτός άλλων, και για την δαπάνη που κατέβαλε για πρόσληψη οικιακού βοηθού κατά την κατ οίκον αποθεραπεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.

Επειδή από την διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει, ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται εκ του νόμου, ή εξ άλλου λόγου, να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίες αυξημένες περιποιήσεις του συζύγου του, των γονέων του, ή άλλου στενού συγγενούς του για την αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται, να απαιτήσει από τον υπόχρεο ως αποζημίωση το ποσόν, που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτον, που για το σκοπό αυτό θα προσλάμβανε, έστω και αν στην συγκεκριμένη περίπτωση ουδέν ποσό κατέβαλε στους άνω οικείους του. Και ναι μεν οι γονείς, ή άλλος στενός συγγενής, στα πλαίσια των σχέσεων μεταξύ των εξ αίματος και εξ αγχιστείας συγγενών, αλλά και των συζύγων, βαρύνονται με την νομική και ηθική υποχρέωση, να συμπαραστέκονται στο τέκνο, γαμπρό και σύζυγο και να παρέχουν προς αυτόν βοήθεια, όμως οι προαναφερόμενες υπηρεσίες οικιακού βοηθού, που αναγκάστηκαν να παράσχουν τα ως άνω πρόσωπα, δεν εντάσσονται στις πιο πάνω υποχρεώσεις των. Αν πράγματι συνέβαινε αυτό, τότε ο παθών θα ήταν υποχρεωμένος να καταφύγει στις υπηρεσίες των προαναφερομένων προσώπων και δεν θα δικαιούτο, έστω και αν είχε την οικονομική δυνατότητα, να προσλάβει τρίτο πρόσωπο. Εξ άλλου, το γεγονός ότι τις πιο πάνω υπηρεσίες προσέφεραν άνευ ανταλλάγματος τα  παραπάνω πρόσωπα, δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος των υπόχρεων σε αποζημίωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ και σε αποφυγή καταβολής από αυτούς της σχετικής αποζημίωσης του παθόντος - ενάγοντος, ο οποίος, επειδή στερείτο ρευστού χρήματος για να καλύψει τις δαπάνες του αυτές, με προκαταβολή των δαπανών που απαιτούνται πριν από την άσκηση της αγωγής, χρησιμοποίησε τα ως άνω πρόσωπα, ως οικιακούς βοηθούς. Κατόπιν των ανωτέρω ο παθών – ενάγων, και αν ακόμα δεν κατέβαλε στα πρόσωπα αυτά αμοιβή για τις υπηρεσίες τους, του οφείλεται αποζημίωση, η οποία αποτιμάται με βάση την αμοιβή, που θα καταβαλλόταν για τις αντίστοιχες υπηρεσίες από προσληφθέν οικιακό προσωπικό (ΑΠ 522/2009, ΕφΠειρ 172/2010).

Δεν είναι νόμιμη η αγωγή με αίτημα αποζημίωσης για παροχή φιλοδωρήματος προς το νοσηλευτικό προσωπικό νοσηλευτικών ιδρυμάτων κατά την διάρκεια της νοσηλείας, γιατί σε περίπτωση ιατρών και νοσηλευτών που υπηρετούν στο ΕΣΥ δεν καταβάλλεται στους τελευταίους αμοιβή από τους ασθενείς για τις παρεχόμενες ιατρικές και νοσηλευτικές υπηρεσίες, που προσφέρουν στο πλαίσιο σχέσεως, που διέπει το εν λόγω προσωπικό με τα νοσοκομεία στα οποία υπηρετούν.

Συνεπώς, εάν μια τέτοια πρόσθετη «αμοιβή» καταβληθεί από τον ασθενή στερείται νομίμου βάσεως και στηρίζεται μόνο στην προσωπική του επιθυμία, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η αναζήτηση αυτής ως αποζημιώσεως από τον υπόχρεο, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα ελάμβανε χώρα έμμεση ικανοποίηση μιας παράνομης αξιόποινης τακτικής (ΕφΑθ 1642/2000, (ΜονΠρΑθ 376/2014).

Αποζημίωση για μελλοντική ζημία από ανικανότητα προς εργασία, λόγω τραυματισμού.

Το άρθρο 929 ΑΚ ορίζει ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του.

Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 298 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση βλάβης της υγείας, ή του σώματος, προσώπου αποζημιώνεται όχι μόνο η επελθούσα ζημία, αλλά και η μελλοντική. Ως μελλοντική ζημία νοείται εκείνη την οποία υφίσταται ο προσβαλλόμενος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, έστω και αν ακόμη δεν έχει επέλθει και επομένως δεν έχει πληρωθεί ένας όρος του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Τέτοια μελλοντική ζημία μπορεί να  υφίσταται ο παθών, όταν κατά τον χρόνο κατά τον οποίο αυτή επέρχεται ναι μεν δεν απασχολείται επαγγελματικά, και συνεπώς δεν υφίσταται από την άποψη αυτή περιουσιακή ζημία, προβάλλεται, όμως, και αποδεικνύεται ότι στο μέλλον, εν όσω διαρκεί η ανικανότητα προς εργασία με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτωνν ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, θα υποστεί περιουσιακή ζημία από επαγγελματική απασχόληση, την οποία θα μετερχόταν το πρώτον, αλλά δεν μπορεί να πράξει τούτο λόγω του τραυματισμού του.

Συνήθεις στην πράξη είναι οι τραυματισμοί σπουδαστών, ή φοιτητών, που έχουν ως αποτέλεσμα την προς εργασία ανικανότητα και κτήση εντεύθεν εισοδημάτων, για τα οποία βέβαια δεν μπορεί να γίνει λόγος κατά τη διάρκεια της φοιτητικής περιόδου. Έτσι ο τραυματιζόμενος φοιτητής ή σπουδαστής, ο οποίος αναγκάζεται να παρατείνει τις σπουδές του λόγω του τραυματισμού του και να καθυστερήσει την είσοδο του στην επαγγελματική ζωή και εν γένει δραστηριότητα και την εντεύθεν κτήση εισοδημάτων, μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για τα εισοδήματα που θα χάσει από την εργασία, την οποία έχοντας πλήρη ικανότητα, με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον. Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο.

Αν από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται απλά ως υποθετική και ενδεχόμενη, τότε η αγωγή είναι μη νόμιμη και δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΟλΑΠ 20/92, ΑΠ 122/06, ΑΠ 1832/05 ΑΠ 1074/02 ΑΠ 743/03

Αν η αξίωση για την μελλοντική ζημία του παθόντος για το απώτερο μέλλον, εμφανίζεται ότι ενδέχεται να επέλθει, η αγωγή για το διάστημα αυτό απορρίπτεται ως ασκηθείσα πρόωρα, γιατί π.χ κατά το διάστημα αυτό ενδέχεται ο παθών να αποκτήσει τα απαιτούμενα προσόντα και να μπορέσει να απασχοληθεί ως υπάλληλος, εν όψει π.χ. ότι τα κινητικά του προβλήματα εντοπίζονται στα κάτω άκρα, ενώ οι πνευματικές του λειτουργίες και η κινητικότητα των άνω άκρων δεν έχουν υποστεί βλάβη, κ.λ.π. (ΕφΠειρ 509/2007).

Μελλοντικές δαπάνες παθόντος, αποζημίωση λόγω τραυματισμού.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ ο παθών, πέραν των άλλων, δικαιούται, εξ αιτίας του τραυματισμού του, αποζημίωσης για ότι θα στερείται στο μέλλον, ή θα ξοδεύει επί πλέον, λόγω της αύξησης των δαπανών του.

Οι δαπάνες αυτές μπορούν να αποτελούν μέλλουσα θετική ζημία, στην οποία μεταξύ άλλων υπάγεται και η πρόσληψη οικιακής βοηθού, για ορισμένο διάστημα κατά το οποίο αναμένεται με πιθανότητα και κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ότι ο παθών αδυνατεί ή δυσχεραίνεται να επιμεληθεί του εαυτού του, λόγω του τραυματισμού του. Οι δαπάνες αυτές συνήθως γίνονται για τον περιορισμό ή την ελάφρυνση των δυσμενών συνεπειών που παραμένουν στον παθόντα και μετά την αποκατάσταση της σωματικής του βλάβης.

Κατά κανόνα η ζημία του παθόντος συνίσταται στην υπάρχουσα ανάγκη για την πραγματοποίηση της δαπάνης και όχι στην ίδια την πραγματοποίηση της. Συνεπώς, έστω και αν αυτός δεν αναλώσει την αποζημίωση που εισπράττει για την ικανοποίηση των σχετικών αναγκών του, δεν υποχρεούται να την αποδώσει ούτε θεωρείται ότι πλουτίζει αδικαιολόγητα σε βάρος του υπόχρεου της αποζημίωσης (ΕφΠειρ 509/2007).

Αποζημίωση για δαπάνη μίσθωσης ταξί τρίτων.

Δεν είναι νόμιμη η αγωγή κατά υποχρέου με αίτημα αποζημίωσης δαπάνης μίσθωσης ταξί για πρόσωπα του οικογενειακού περιβάλλοντος του παθόντος σε αυτοκινητικό ατύχημα, όπως είναι οι δαπάνες μετακίνησης των γονέων και αδελφών, ακόμα και για μετάβαση στο νοσοκομείο νοσηλείας του παθόντος, καθ όσον οι δαπάνες αυτές δεν αποκαθίστανται, γιατί αποτελούν έμμεση ζημία (ΑΠ 648/2002, ΜονΠρΑθ 376/2014).

Ανακοίνωση τροχαίου ατυχήματος στον ασφαλιστή.

Σύμφωνα με το άρθρο 9 πδ 237/1986, ο λήπτης της ασφάλισης, ή ο ασφαλισμένος, υποχρεούνται να δηλώνουν στον ασφαλιστή κάθε ατύχημα που αφορά το ασφαλισμένο αυτοκίνητο όχημα αμέσως, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και το αργότερο εντός οκτώ εργάσιμων ημερών, αφ ότου έλαβαν γνώση του ατυχήματος.

Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να προβαίνει σε κάθε δυνατή ενέργεια για τον περιορισμό της ζημίας και να παρέχει στον ασφαλιστή κάθε πληροφορία και έγγραφο που προβλέπονται στο ασφαλιστήριο. Ομοίως, υποχρεούται να παρέχει στον ασφαλιστή, εφ όσον του ζητηθεί, κάθε άλλη πληροφορία και έγγραφο που είναι στη διάθεσή του και κρίνονται αναγκαία στο πλαίσιο δίκης την οποία διεξάγει, ή προτίθεται να διεξαγάγει, ο ασφαλιστής.

Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των παραπάνω υποχρεώσεων ο λήπτης της ασφάλισης, ή ο ασφαλισμένος, μπορεί να υποχρεωθούν, με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, να καταβάλουν στον ασφαλιστή αποζημίωση μέχρι του ποσού 2.000 ευρώ.

Αναγωγή ασφαλιστή κατά  μεθυσμένου οδηγού.

Η ασφαλιστική εταιρία έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του υπαιτίου οδηγού, που κατά τον χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, ως και κατά των κληρονόμων του σε περίπτωση αποβίωσής του, οι οποίοι ευθύνονται διαιρετά ανάλογα με το ποσοστό τους στην κληρονομία.

Το δικαίωμα αναγωγής της ασφαλιστικής εταιρίας ασκείται με αυτοτελή αγωγή μετά την καταβολή της αποζημίωσης στους ζημιωθέντες, ή με παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία συνεκδικάζεται με την κύρια αγωγή αποζημίωσης πριν από την καταβολή της αποζημίωσης κατ' άρθρο 69 παρ. 1ε ΚΠολΔ. Η παρεμπίπτουσα αγωγή αφορά αξίωση της ασφαλιστικής εταιρίας υπό αίρεση και επομένως πριν από την καταβολή της αποζημίωσης η ασφαλιστική εταιρία δεν έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων.

Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγωγής της ασφαλιστικής εταιρίας κατά των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του υπαιτίου οδηγού, αν δεν καταβλήθηκε στον παθόντα η αποζημίωση που οφείλεται, η απαίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας κατά των εξ αδιαθέτου κληρονόμων δεν είναι ληξιπρόθεσμη και δεν δύναται να προταθεί σε συμψηφισμό (άρθρο 440 ΑΚ).

Επιπλέον, εφ όσον δεν εκπληρώθηκε η υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας σε καταβολή στον παθόντα της αποζημίωσης που οφείλεται, δεν επέρχεται η από την διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ απόσβεση λόγω σύγχυσης, γιατί η σύγχυση ενεργεί  υποκειμενικά και δεν ενεργεί υπέρ ή κατά των λοιπών συνοφειλετών (ΑΠ 208/2012).

Πρόωρη λύση ασφάλισης αυτοκινήτου.  

Σύμφωνα με το άρθρο 11α του πδ. 237/1986.

Τα μέρη που συμβάλλονται στην ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτήν, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία.

Ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την ασφαλιστική σύμβαση οποτεδήποτε, με επιστολή που αποστέλλεται είτε με μορφή τηλεομοιοτυπίας είτε ηλεκτρονικά, στα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφει η ασφαλιστική επιχείρηση στην επίσημη ιστοσελίδα της και στα κάθε είδους έντυπά της. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης αυτής στην ασφαλιστική επιχείρηση.

Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί, με επιστολή, να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο και βαρύνεται με την απόδειξη της παράβασης. Με τη δήλωση της καταγγελίας, η οποία απευθύνεται στο λήπτη της ασφάλισης ή/και τον ασφαλισμένο, γνωστοποιείται ότι, η μη συμμόρφωσή τους με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης. Η επιστολή αποστέλλεται στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο. Ως κατοικία ή διαμονή, θεωρείται και η τελευταία διεύθυνση που ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος δήλωσε εγγράφως στην ασφαλιστική επιχείρηση. Τα αποτελέσματα της επιστολής επέρχονται ανεξάρτητα από την άρνηση του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου να παραλάβουν αυτή ή τη μη ανεύρεσή τους στις διευθύνσεις κατοικίας, ή διαμονής ή τη μη προσέλευσή τους στο ταχυδρομείο για την παραλαβή της.

Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ισχύος της σύμβασης ασφάλισης η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου. Στην περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής, η ενημέρωση δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από την 30ή ημέρα από την αποστολή της σχετικής επιστολής. Η ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να αντιτάξει έναντι του τρίτου ζημιωθέντος τη λύση της σύμβασης ασφάλισης μόνον μετά την πάροδο (16) ημερών από την ενημέρωση.

Στέρηση παροχής υπηρεσιών από ανήλικο τέκνο.

Κατά το άρθρο 1508 ΑΚ το τέκνο, εφόσον αποτελεί μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρέφεται, ή διατρέφεται, απ' αυτούς, υποχρεούται να παρέχει στους γονείς του για τη διοίκηση του οίκου, ή την άσκηση του επαγγέλματος τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειας του. Εξάλλου κατά το άρθρο 929 ΑΚ σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου υποχρέωση αποζημίωσης υπάρχει και προς τον τρίτο, ο οποίος είχε κατά το νόμο δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή υπηρεσιών από τον παθόντα και τις στερείται.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε περίπτωση τραυματισμού τέκνου που αποτελεί μέλος του οίκου των γονέων και ανατρέφεται, ή διατρέφεται από αυτούς, ο υπαίτιος για τον τραυματισμό και την ανικανότητα του ανηλίκου για εργασία έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τους γονείς του οι οποίοι έχουν δικαίωμα, κατά το άρθρο 1508 ΑΚ, να απαιτούν από το καταστάν ανίκανο τέκνο τους για την άσκηση του επαγγέλματος τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειας του.

Για την εφαρμογή του άρθρου 1508 ΑΚ, εκτός από την ιδιότητα του μέλους του γονικού οίκου, η διάταξη επιβάλλει και δύο άλλες, διαζευκτικά διατυπωμένες, προϋποθέσεις καθόσον το παιδί υπέχει την υποχρέωση παροχής υπηρεσιών στους γονείς, εφ όσον ανατρέφεται, ή διατρέφεται, από αυτούς. Η πρώτη αφορά μόνο τα ανήλικα, η δεύτερη καταλαμβάνει και τα ενήλικα (ΑΠ 505/1999).

Εν όψει του ότι αντικειμενική δυνατότητα παροχής υπηρεσιών έχουν τα παιδιά, που υπερβαίνουν το 14ο έτος της ηλικίας τους, η κατά το άρθρο αυτό υποχρέωση του τέκνου έχει περιθώρια εφαρμογής στην πράξη για παιδιά άνω της ηλικίας των 14 ετών. Ο τραυματισμός και εντεύθεν η ανικανότητα προς εργασία, επομένως, τέκνου ηλικίας κάτω των 14 ετών, το οποίο αποτελούσε μέλος του οίκου του γονέα του, δε θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης του τελευταίου κατά τρίτου με βάση το άρθρο 929 ΑΚ, εφ όσον δεν υφίσταται ζημία, λόγω της αντικειμενικής και πραγματικής αδυναμίας τούτου, συνεπεία της ηλικίας του, να προσφέρει υπηρεσίες υποκείμενες σε χρηματική αποτίμηση.

Κατά την ορθότερη άποψη δεν είναι απαραίτητο κατά το χρόνο του τραυματισμού (ή θανάτωσης) το τέκνο να παρείχε πράγματι υπηρεσίες στον γονέα του, αλλά αρκεί ότι η υποχρέωση του τέκνου για παροχή υπηρεσιών στο γονέα του θα γεννιόταν στο κοντινό μέλλον, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο δικόγραφο όμως της αγωγής αποζημίωσης κατά τρίτου πρέπει να εκτίθεται, εκτός από το ότι ανατρέφεται στον γονικό οίκο, το είδος και η έκταση των υπηρεσιών που θα προσέφερε τούτο, ώστε να κριθεί αν αυτές θα ήταν ανάλογες με τις δυνάμεις και τις βιοτικές του συνθήκες ώστε να αποτιμηθεί η αξία τους (Αθ. Κρητικού: Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, Γ έκδοση, 1998, παρ. 416,417,513,518, ΕφΑθ 308/2000).

Με την διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ ορίζεται ότι «όποιος έχει κατά νόμο την εποπτεία ανηλίκου ή απαγορευμένου ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί».

Α. Εποπτεία με την έννοια της διάταξης αυτής, είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του ανηλίκου σε συμπεριφορά σύμφωνα με τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς, η κατεύθυνση της προσοχής του στους κινδύνους που απορρέουν από ορισμένα αντικείμενα ή από ορισμένες πράξεις και η προφύλαξή του από ορισμένες καταστάσεις που η αντιμετώπισή τους υπερβαίνει τις δυνάμεις του. Απλές απαγορεύσεις δεν αρκούν, όταν ο εποπτεύων δεν είναι βέβαιος ότι θα γίνουν σεβαστές. Το μέτρο της εποπτείας εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων και ιδίως από την ηλικία, την ωριμότητα και τη μόρφωση του εποπτευομένου και του εποπτεύοντος, το προβλεπτό ή την επικινδυνότητα της ζημιογόνου συμπεριφοράς και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις.

Σημείωση 1

Η διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ, σκοπό έχει την προστασία του τρίτου που ζημιώνεται από παράνομη πράξη του ανηλίκου.

Σημείωση 2

Για την προστασία των τρίτων από παράνομη πράξη του εποπτευομένου ανηλίκου, εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ (ΑΠ 48/2016) (βλ. ανάρτηση «Παραμέληση εποπτείας ανηλίκου από πράξη του ανηλίκου».

Β. Προϋποθέσεις ευθύνης του εποπτεύοντος

α) Να υπάρχει υποχρέωση εποπτείας ανηλίκου, που πηγάζει από το νόμο.  Εποπτευόμενοι κατ' αρχήν είναι οι ανήλικοι που δεν συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους (ΑΚ 127) κατά τον χρόνο της πράξης. Υπόχρεοι εποπτείας ανηλίκου από το νόμο είναι οι γονείς του στα πλαίσια άσκησης της γονικής μέριμνας (ΑΚ 1510, 1513,1514, 1515). Όταν οι εποπτεύοντες είναι περισσότεροι, πχ. οι  γονείς του ανηλίκου που ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, ευθύνονται εις ολόκληρον κατά την ΑΚ 926.

β) Ο εποπτεύων να παραμέλησε υπαίτια την εποπτεία που του ανατέθηκε από το νόμο. Κατά την ΑΚ 923 τεκμαίρεται μαχητά ότι σε περίπτωση που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομα ζημία σε τρίτον, ο εποπτεύων από υπαιτιότητά του παραμέλησε την εποπτεία αυτή. Η τεκμαιρόμενη αυτή υπαιτιότητα είναι το θεμέλιο ευθύνης του εποπτεύοντος.

γ) Ο εποπτευόμενος να προξένησε παράνομα ζημία σε τρίτον. Πρέπει η ζημιογόνα συμπεριφορά του εποπτευομένου να στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση μιας αδικοπραξίας από τις προβλεπόμενες στην ΑΚ 914 επ. (παρανομία, ζημία, αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην παράνομη συμπεριφορά του εποπτευομένου και στη ζημία) χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε και πταίσμα του εποπτευόμενου.

δ) Ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας.

Πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην παραμέληση της εποπτείας από τον εποπτεύοντα και της ζημιογόνου συμπεριφοράς του εποπτευομένου. Η συνδρομή της αιτιώδους συνάφειας τεκμαίρεται μαχητά από την ΑΚ 923.

Σημείωση 3

Με την συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων σε βάρος του εποπτεύοντος γεννιέται ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που ο εποπτευόμενος προξενεί σε τρίτον.

Σημείωση 4

Για την ελάφρυνση της θέσης του ζημιούμενου η ΑΚ 923 εισάγει μαχητά τεκμήρια για το ότι, ο εποπτεύων παραμέλησε υπαίτια την υποχρέωση εποπτείας, και για το ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια στην υπαίτια παραμέληση της εποπτείας και στη ζημία που προκλήθηκε. Αν ο εποπτεύων δεν καταρρίπτει με ανταπόδειξη τα τεκμήρια αυτά, γεννιέται ευθύνη σε βάρος του να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο τρίτος.

Γ. Ανατροπή τεκμηρίων

Ο εποπτεύων εναγόμενος για να ανατρέψει τα παραπάνω μαχητά τεκμήρια πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία, ή ότι η αποτροπή της ζημίας δεν ήταν δυνατή, ή ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για την παραμέληση της εποπτείας, ή ότι δεν ήταν από τα πράγματα δυνατή η άσκησή της (ΑΠ 1366/2003, ΑΠ 340/1995, ΑΠ 1173/1994, ΕφΑθ. 777/2005, ΕφΑθ. 5552/2003). 

Δ. Ανάθεση της εποπτείας σε τρίτο

Αν o έχων από το νόμο την εποπτεία την αναθέσει με σύμβαση σε τρίτο, η οποία δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο και μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, δεν απαλλάσσεται οπωσδήποτε από τη δική του ευθύνη, αλλά, κατ' αρχήν, ευθύνονται και οι δύο σε ολόκληρο κατά το άρθρο 926 ΑΚ. Για να απαλλαγεί της ευθύνης ο έχων από το νόμο την εποπτεία στην περίπτωση αυτή πρέπει να αποδείξει ότι δεν βαρύνεται με πταίσμα για την παραμέληση, με την έννοια ότι ο τρίτος είχε την ικανότητα να αναλάβει την εποπτεία και προέβη σε έλεγχο ότι αυτός εκπληρώνει προσηκόντως την υποχρέωση που ανέλαβε, ή ότι δεν ήταν δυνατή από τα πράγματα η άσκηση παράλληλης εποπτείας και η άσκηση ελέγχου του τρίτου (ΕφΑθ 6779/1987, ΕφΛαρ 69/2007). 

 

 

Παραμέληση εποπτείας ανηλίκου.

Από την διάταξη του άρθρου 923 παρ. 1 ΑΚ, που ορίζει ότι «όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί» και έχει σκοπό την προστασία του ζημιούμενου τρίτου από παράνομη πράξη ανηλίκου, ο οποίος δεν είναι ικανός προς καταλογισμό, προκύπτει ότι τεκμαίρεται η συνδρομή στο πρόσωπο του έχοντος την εποπτεία του ανηλίκου η υπαίτια παραμέληση της εποπτείας αυτού και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και της παράνομης συμπεριφοράς του εποπτευομένου και της εντεύθεν ζημίας του τρίτου. Η τυχόν μη ανατροπή των τεκμηρίων αυτών συνεπάγεται την ευθύνη του έχοντος την εποπτεία του ανηλίκου να αποκαταστήσει τη ζημία του τρίτου (Γεωργιάδης: Στον αστικό Κώδικα Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, τόμος IV, ειδικό ενοχικό, υπ άρθ. 923, αριθμός 7, σελ. 758-Καυκά: ΕνοχΔ, τόμος Β΄, έκδοση 1975, υπ άρθ. 923 § 4, σελ. 837 - ΕΑ 4310/1997 ΕλΔ 41.143 - ΕΘεσ 3519/1990 Αρμεν. ΜΕ 543).

Υπόχρεοι εποπτείας ανηλίκου από το νόμο είναι οι γονείς αυτού στα πλαίσια άσκησης της γονικής μέριμνας (άρθρα 1510, 1513, 1514, 1515 ΑΚ), οι οποίοι ευθύνονται σε ολόκληρο στην περίπτωση που ασκούν την γονική μέριμνα από κοινού (Γεωργιάδης, αριθμός 11, σελ. 759 - ΕΑ 4310/1997). Κατά συνέπεια σε βάρος του εποπτεύοντος γονέα γεννιέται ευθύνη αυτού για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που ο εποπτευόμενος προξενεί σε τρίτο.

Εκτός, όμως, από την άνω ευθύνη γεννιέται σε βάρος του ιδίου του εποπτεύοντος και υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του τρίτου βάσει της διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ.

Κατά συνέπεια σε περίπτωση τραυματισμού ανηλίκου κάτω των 10 ετών, που δεν έχει ικανότητα καταλογισμού (ΑΚ 916), λαμβάνεται υπόψη το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου της χρηματικής ικανοποίησης γονέα του, ο οποίος δεν άσκησε επαρκώς το καθήκον εποπτείας στο τραυματισθέν ανήλικο παιδί του (ΑΚ 923). Το συντρέχον πταίσμα του πατέρα ή της μητέρας λαμβάνεται υπόψη και προς μείωση της χρηματικής ικανοποίησης και των λοιπών δικαιούχων, όπως είναι τα αδέλφια, ο παππούς και η γιαγιά, γιατί το συντρέχον πταίσμα του εποπτεύοντος γονέα επιβάλλεται να καταλογισθεί και να ληφθεί υπόψη για τη χρηματική ικανοποίηση των λοιπών μελών της οικογένειας για λόγους ενιαίας κατά βάση αντιμετώπισης όλων των μελών της οικογένειας του τραυματισθέντος ή θανατωθέντος από το ίδιο βιοτικό συμβάν και λήψεως υπόψη των εν λόγω συμφερόντων του υπόχρεου σε αποζημίωση τρίτου.

Αποζημίωση απώλειας εργοδοτικών εισφορών ναυτικού.

Από τις διατάξεις των άρθρων 83, 84 παρ. 1 και 8, 85, 88 παρ. 6, 89 και 90 του κωδικοποιημένου με το π.δ. 913/1978 ν. 792/1978, όπως η παρ. 7 του άρθρου 89 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 2 του ν. 1085/1980 και η παρ. 7 προστέθηκε στο άρθρο 88 με το άρθρο 28 παρ. 3 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι οι πλοιοκτήτες έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στο Ν.Α.Τ. την εισφορά των ναυτικών, παρακρατώντας την από τις αποδοχές τους κατά τον χρόνο καταβολής. Οι εργοδοτικές εισφορές δεν είναι καταβλητέες στον ασφαλισμένο ναυτικό, αλλά ανήκουν στο Ν.Α.Τ., υπέρ του οποίου και παρακρατούνται. Ο ναυτικός δεν έχει άμεση αξίωση κατά του εργοδότη προκειμένου να απαιτήσει τις εισφορές αυτές. Με την προσωρινή διακοπή εργασίας, λόγω ανικανότητας για αυτή συνεπεία τραυματισμού του ναυτικού, ο πλοιοκτήτης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών και εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του αν. 86/1967 (άρθρ. 86 παρ. 7 π.δ. 913/1978). Ο ναυτικός, για να απολαύσει το όφελος των εισφορών αυτών, θα πρέπει να τις καταβάλει ο ίδιος, με δικά του χρήματα, προσαυξημένες κατά 7% (άρθρ. 37 παρ. 13 του άνω κωδ. ν. 792/1978, όπως προστέθηκε με το άρθρ. 1 παρ. 2 του ν. 1711/1987), ή να εργασθεί μεταγενέστερα για ίσο χρόνο.

Κατά συνέπεια οι εισφορές αυτές με την παραπάνω μορφή αποτελούν ζημία για τον εργαζόμενο, που δεν μπορεί να εργασθεί συνεπεία ανικανότητας προς εργασία, δικαιούται, όμως, να απαιτήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο σε αποζημίωση κατά τα άρθρα 914, 929 ΑΚ (ΑΠ 675/2012).

Υποκατάσταση του ασφαλιστή στο ασφάλισμα που κατέβαλε.

Από τις διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 1 και 3, 14 παρ. 1 και 3 ν.  2496/1997, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, συνάγεται ότι στις ασφαλίσεις προσωπικών κινδύνων, ατυχήματος και ασθένειας, στο μέτρο που αυτές λειτουργούν ως ασφαλίσεις ζημίας, καθιερώνεται η αποζημιωτική αρχή, ή αρχή απαγόρευσης του πλουτισμού, δηλαδή, αν έχει συμφωνηθεί η καταβολή του ασφαλίσματος, να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, για την αποκατάσταση των οποίων αυτός έχει αξίωση, κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, επέρχεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ασφαλιστή στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, η οποία έχει ως περαιτέρω συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας για σωρευτική ικανοποίηση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου και από τον υπαίτιο της ζημίας και από του ασφαλιστή.

'Ετσι, αν ο ασφαλιστής κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, ο μεν ασφαλισμένος δεν έχει μέχρι του ποσού αυτού και αξίωση αποζημίωσης κατά του υπαιτίου τρίτου, ο δε ασφαλιστής υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, μέσω του μηχανισμού της υποκατάστασης του άρθρου 14 παρ. 3 ν. 2496/1997. Η υποκατάσταση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, γιατί δεν υπάγεται στην διάταξη του άρθρου 488 ΑΚ, ως έχουσα τον χαρακτήρα εκχώρησης εκ του νόμου. Στην υποκατάσταση αυτή δεν υπάρχει ανάγκη αναγγελίας, κατ άρθρο 460 ΑΚ, εφ όσον η τελευταία διάταξη δεν εφαρμόζεται στην εκχώρηση εκ του νόμου (ΑΠ 903/1996). 

Ο ζημιώσας τρίτος, ή ο ασφαλιστής του, που έχει ασφαλίσει την ευθύνη αυτού από την πρόκληση αυτοκινητικού ατυχήματος, εναγόμενος από τον παθόντα ασφαλισμένο, στον οποίο καταβλήθηκε το ποσό του ασφαλίσματος που αντιστοιχεί στις άμεσες ζημίες, προς καταβολή και της αποζημίωσης, δικαιούται να προτείνει ισχυρισμό περί έλλειψης νομιμοποίησης τούτου, εφ όσον, καταβάλλοντας στον πρώην δανειστή του, κινδυνεύει, ακολούθως να καταβάλει, εκ νέου, στον πραγματικό δικαιούχο της απαίτησης ασφαλιστή (ΑΠ 586/2010).

Αποζημίωση απώλειας εργοδοτικών εισφορών.

Κατά το άρθρο 929 ΑΚ σε περίπτωση βλάβης του σώματος, ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και την ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, ή θα ξοδεύει επιπλέον εξ αιτίας της αυξήσεως των δαπανών του. Ζημία αποτελεί, μεταξύ άλλων και η διακοπή του μισθού από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω ανικανότητας προσφοράς εργασίας, η απώλεια διαφόρων επιδομάτων κλπ. Με την προσωρινή διακοπή εργασίας, λόγω ανικανότητας για αυτή συνεπεία του τραυματισμού του εργαζόμενου, ο εργοδότης, σύμφωνα με την ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών. Ο εργαζόμενος δεν έχει άμεση αξίωση κατά του εργοδότη προκειμένου να απαιτήσει τις εισφορές αυτές. Οι εισφορές, όμως, αυτές αποτελούν όφελος για τον εργαζόμενο, η απόλαυση του οποίου χάνεται για τον παραπάνω λόγο. Ο εργαζόμενος  που λόγω ανικανότητας προς εργασία δεν εργάζεται για να απολαύσει το όφελος των εργοδοτικών εισφορών θα πρέπει, είτε να τις καταβάλει ο ίδιος με δικά του χρήματα, είτε να απασχοληθεί μεταγενέστερα για ίσο χρόνο.

Κατά συνέπεια οι εισφορές αυτές με την παραπάνω μορφή αποτελούν ζημία για τον εργαζόμενο, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο σε αποζημίωση κατά τα άρθρα 914, 929 ΑΚ (ΑΠ 291/2007, ΕφΛαρ 312/2010, ΜονΠρΘεσ 2405/2013).

Τρίτα πρόσωπα στην ασφάλιση αυτοκινήτου.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του πδ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του ν. 489/1976 και του ν. 4261/2014, «τρίτα» πρόσωπα στην ασφάλιση αυτοκινήτου οχήματος θεωρούνται, α) Οι επιβαίνοντες στο όχημα που προκάλεσε το ατύχημα και β) Τα μέλη της οικογένειας του ιδιοκτήτη, οδηγού, ή προστηθέντος στην οδήγηση.

2. Δεν θεωρούνται «τρίτοι» α) Ο οδηγός του οχήματος που προξένησε τη ζημία, β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης, γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση και δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου, που είναι ασφαλισμένο το όχημα.

3. Κατά συνέπεια οι συγγενείς του οδηγού θεωρούνται «τρίτοι» με αποτέλεσμα να έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, μόνο για την ζημία που οι ίδιοι έχουν υποστεί και μόνο σε περίπτωση θανατώσεως αυτών συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος δικαιούται η οικογένειά τους να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ως και λοιπές θετικές ή αποθετικές ζημίες και όχι οι ίδιοι από την θανάτωση του οδηγού συγγενούς τους, ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως, ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 1114/2000).

4. Αν το θύμα είναι ο ίδιος οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος και η θανάτωσή του οφείλεται αποκλειστικώς σε δική του υπαιτιότητα, δεν πληρούται το πραγματικό της αδικοπραξίας σε βάρος του, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται δικαίωμα αποζημιώσεως των συγγενών του και εντεύθεν υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου του για την κάλυψή της.

Πεζός που κατέβηκε στο οδόστρωμα, εκτός διαβάσεων.

Έχει κριθεί αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος πεζός, ο οποίος, από αμέλεια του δεν κατέβαλε την επιμέλεια που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία οφείλει να τηρεί υπό τις ίδιες περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός πεζός και κατήλθε αιφνίδια στο οδόστρωμα και επιχείρησε να το διασχίσει κάθετα σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών και χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την απόσταση και την ταχύτητα των κινούμενων επί του ρεύματος πορείας οχημάτων, ούτε να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία τους, με αποτέλεσμα, αμέσως μόλις κατέβηκε στο οδόστρωμα στο οποίο κινείτο λεωφορείο σε απόσταση 0,40μ. από το δεξιό πεζοδρόμιο της οδού, να παρεμβληθεί στην πορεία του λεωφορείου και να προσκρούσει στην εμπρόσθια δεξιά γωνία αυτού, κατά παράβαση των από το άρθρο 38 παρ. 4 ΚΟΚ επιβαλλομένων υποχρεώσεών του, οι εν λόγω δε παραβάσεις, ήταν ικανές, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσουν ατύχημα, προκάλεσαν δε τούτο.

Η υπαιτιότητα του πεζού είναι αποκλειστική, καθ όσον ο οδηγός του λεωφορείου, δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά, βρισκόμενη σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, αφού αυτός ευθύς μόλις αντιλήφθηκε από απόσταση 1-2 μέτρων τον πεζό να κατέρχεται εντελώς αιφνίδια και απρόβλεπτα από το πεζοδρόμιο, προέβη σε άμεση χρήση των ηχητικών οργάνων (κόρνα) του οχήματος του και σε τροχοπέδηση αυτού, πλην όμως, λόγω της ελάχιστης απόστασης που τον χώριζε από τον πεζό, δεν κατόρθωσε να τον αποφύγει. Το γεγονός ότι κινείτο με ταχύτητα 57 χιλιόμετρα ανά ώρα, σύμφωνα με το δίσκο καταγραφής της ταχύτητάς του, αν και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθ όσον οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως αυτές περιγράφηκαν ανωτέρω, ήταν τέτοιες, που έστω και αν δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, δεν θα μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, μη βαρυνόμενος έτσι με συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν τραυματισμό του πεζού (ΕφΑθ 385/2011).

Αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 εδ. γ' του ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Η ψυχική οδύνη αποτελεί είδος ή μορφή της ηθικής βλάβης (που είναι η μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται το πρόσωπο από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του, δηλ. των αγαθών που απορρέουν από την σωματική, ψυχική ή κοινωνική ατομικότητά του) και είναι ο ψυχικός πόνος που αισθάνεται το πρόσωπο, όταν προσβληθεί ένα αγαθό δικό του ή τρίτου προσώπου, με το οποίο συνδέεται στενά. Κατά την ρύθμιση του αρθρ. 932 εδ. γ' ΑΚ η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης προβλέπεται μόνο υπέρ της οικογένειας του θύματος και μόνο σε περίπτωση θανάτωσης, έχει δε ως δικαιολογία τον ψυχικό πόνο που δοκιμάζουν οι στενοί συγγενείς (οικογένεια), εξ αιτίας του θανάτου αυτού και σκοπό την απ' αυτούς κτήση περιουσιακών αγαθών, με τα οποία θα γίνει δυνατή η ηθική παρηγορία και ψυχική ανακούφισή τους (Γεωργιάδης, σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, Α.Κ. αρ. 932 αριθ. 1, 2 – Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα 1998, αριθ. 90-2 - Π. Βαφειάδου, Αυτοκίνητα, Αστική και ποινική ευθύνη, 1997 σελ. 253).

Στην ως άνω διάταξη δεν γίνεται προσδιορισμός του όρου «οικογένεια του θύματος», προφανώς γιατί ο νομοθέτης, δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από την φύση του υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά την διαδρομή του χρόνου. Εγγύτερη προσέγγιση του ζητήματος παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικά τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας αποθανόντος προσώπου (Ολ. Α.Π. 762/1992 ΝοΒ 40/919). Πάντως, κατά την σαφή έννοια της διατάξεως, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώτεροι συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, αδιαφόρως αν συζούσαν με αυτόν, ή διέμεναν χωριστά. Σε κάθε περίπτωση στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται ο σύζυγος, οι γονείς του, οι ανιόντες, κατιόντες, οι αδελφοί, οι συγγενείς εξ αίματος μέχρι του δευτέρου σε πλάγιο βαθμό και οι εξ αγχιστείας συγγενείς μέχρι του πρώτου βαθμού.

Ο προσδιορισμός του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας,  το οποίο προς το σκοπό αυτό λαμβάνει υπόψη του τις συνθήκες της θανάτωσης του παθόντος, το βαθμό του πταίσματος του υπαιτίου, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, τις λοιπές προσωπικές σχέσεις και ιδιότητές τους (ηλικία του θανόντος και των συγγενών του, που ζητούν την χρηματική ικανοποίηση, φύλλο, ευαισθησία), την συνοίκηση του θανόντος με τα λοιπά μέρη της οικογένειάς του και άλλες ενδεχομένως συντρέχουσες περιστάσεις, εκτιμώντας τα στοιχεία αυτά κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, που υπαγορεύουν την ύπαρξη κάποιας αναλογίας μεταξύ των στοιχείων αυτών και του μεγέθους της χρηματικής ικανοποίησης, δεδομένου ότι το εύλογο της χρηματικής ικανοποίησης δεν αποσυνδέεται από το ανάλογο αυτής προς τα ως άνω στοιχεία προσδιορισμού του μεγέθους της (Γεωργιάδης, οπ. αριθμ. 22 - Κρητικός οπ. Αριθμ. 973 - Αν. Φλούδα, Αστική Ευθύνη εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, 1981, παρ. 80).

Για την αποτίμηση της αποζημίωσης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 299, 928, 929 και 932 ΑΚ και η συνταγματική δικαιϊκή αρχή της αναλογικότητας, ώστε να μην υποβαθμισθεί η απαξία της πράξης, επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, ή η κατάληξη με ακραίες εκτιμήσεις σε εξουθένωση του υπαιτίου και αντίστοιχο πλουτισμό των δικαιούχων συγγενών, γιατί τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας από την αδικοπραξία ατμόσφαιρας, που δημιουργείται χάρις της ύπαρξης του άλλου και εξέρχεται των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστή, που χαράσσει του άρθρο 932 ΑΚ (ΑΠ 132/06). Κατά συνέπεια η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα συγγενικά πρόσωπα τελεί υπό τις αυτονόητες προϋποθέσεις του βαθμού της συγγένειας, της ύπαρξης μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, στο μέτρο που ο καθένας βίωνε το αίσθημα της αγάπης και της στοργής, εν όψει ότι με σχηματισμένη ηθική προσωπικότητα και συναισθηματικό κόσμο όλοι οι άνθρωποι δεν επιδέχονται τις εκ του εξωτερικού κόσμου επιδράσεις και τις από το θάνατο ψυχικές συγκινήσεις κατά τον ίδιο τρόπο, αντιλαμβανόμενοι την απουσία του θανόντος από τη ζωή τους κατά διαφορετικό τρόπο έκαστος, εξαρτώμενο από την ηλικία, τον τόπο κατοικίας,  την μόρφωση, την κοινωνική καταξίωση, επαγγελματική απασχόληση κλπ. Η διαπίστωση της ανυπαρξίας, ή διαφορετικού βαθμού επίδρασης από τον θάνατο οδηγεί σε αποκλεισμό από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης, ή περιορισμό (Ολ ΑΠ 21/2000) είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων, είτε κάποιου από αυτούς, ή επιφέρει μείωση έναντι των άλλων που δέχθηκαν την επίδραση σε μεγαλύτερο βαθμό έναντι αυτών που την δέχθηκαν σε μικρότερο. Κριτήριο για αυτό είναι ο βαθμός συγγένειας, η ηλικία του δικαιούχου και του θανατωθέντος, η συμβίωση με τον θανατωθέντα, η διατροφή των εν όλω ή εν μέρει από αυτόν, η ανικανότητα προς εργασία του δικαιούχου, κλπ. Επιπλέον απαιτείται η διαπίστωση του βαθμού και του είδους της αμέλειας του υπαιτίου της αδικοπραξίας και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών φυσικών προσώπων, της περιουσιακής κατάστασης της ασφαλιστικής εταιρείας μη λαμβανομένης υπ’ όψιν μια και η ευθύνη της είναι εγγυητική.

Πρόσθετη (μεταγενέστερη) αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.

Η χρηματική αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης του άρθρου 932 εδ. ΑΚ, έστω και αν πηγάζει από αδικοπραξία της οποίας οι συνέπειες αναφέρονται στο μέλλον, κατά κανόνα επιδικάζεται σε κεφάλαιο εφ άπαξ. Μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας που σχετίζεται με βλάβη του σώματος ή της υγείας, οι οποίες δεν ήταν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπ όψιν σε προηγούμενη δικαστική απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, έστω και αν στην προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον. Αυτό συμβαίνει όταν μεταγενέστερα σημειώνεται απρόβλεπτη και ασυνήθης επιδείνωση της υγείας του παθόντος, η οποία μπορεί να καταστήσει αναγκαία νέα χειρουργική επέμβαση, ή άλλου είδους ιατρική αντιμετώπιση πέραν αυτής που χρειάστηκε προγενέστερα. Προϋπόθεση, όμως, γι' αυτό είναι ότι οι συνέπειες της αδικοπραξίας και της ηθικής βλάβης εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο το οποίο επιδίκασε την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση (ΕφΑθ 490/2010). Δεν δικαιολογεί την αξίωση για καταβολή χρηματικής αποζημιώσεως λόγω πρόσθετης ηθικής βλάβης κάθε απόκλιση από την άμεσα αναμενόμενη εξέλιξη των συνεπειών της αδικοπραξίας, δηλαδή, λόγου χάριν, δεν αρκεί μια ανανεωθείσα, βάσει των συνεπειών του τραυματισμού, ασθένεια, ακόμη και αν με αυτό τον τρόπο επέρχεται χειροτέρευση των συνεπειών τούτων, αλλά σημασία έχουν μόνο οι μεταγενέστερες συνέπειες και περιπλοκές τις οποίες το δικαστήριο, κατά το χρόνο εκδόσεως της προηγούμενης απόφασης του, δεν έλαβε υπόψη του, γιατί η επέλευσή τους δεν έπρεπε, ή δεν έπρεπε σοβαρά, να αναμένεται.

Κατά πόσο κατά την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως το δικαστήριο έλαβε υπ όψιν του την μελλοντική δυσμενή εξέλιξη αποτελεί ζήτημα που διαπιστώνεται με την ερμηνεία της προηγούμενης αποφάσεώς του (ΕφΑθ 490/2010, ΕφΑθ 4480/2007, ΕφΑθ 3276/2002). Δεν συντρέχει επιδείνωση της υγείας του θύματος όταν είναι προβλεπτή και συνήθης η ανάγκη ενέργειας νέας εγχειρήσεως (ΑΠ 426/2000, ΕφΑθ 3276/2002, ΕφΑθ 7802/20000).

Αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 εδ. α ΑΚ «σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του».

Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά για την σωματική και ψυχική ταλαιπωρία που υπέστη από το ατύχημα. Η αποκατάσταση, όμως, της τρωθείσας από την αδικοπραξία σωματικής βλάβης με την 932 ΑΚ δεν έχει σκοπό την οικονομική αποκατάσταση του παθόντος, αλλά την αποκατάσταση της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας, που υπέστη από το ατύχημα. Η οικονομική αποκατάσταση του παθόντος, θα επέλθει με την παροχή της 929 ΑΚ, εφ όσον, βεβαίως, πληρούνται οι τασσόμενες προϋποθέσεις. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, εξαιρουμένης της περιουσιακής κατάστασης της ασφαλιστικής εταιρείας ως εκ της εγγυητικής της ευθύνης, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη και η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, με την έννοια ότι η εύλογη κρίση του Δικαστή κατά το άρθρο 932 ΑΚ πρέπει να σχηματίζεται, όχι κατά τις υποκειμενικές του αντιλήψεις, αλλά, κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου, που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Επιβάλλεται δε σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, και η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος του άρθρου 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο, εφ όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας», με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση, αφού η αρχή της αναλογίας, επιβάλλει την ύπαρξη εύλογης σχέσης μεταξύ της αποκατάστασης του παθόντος για την ηθική του βλάβη και του επιδιωκομένου σκοπού, που είναι μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά του παθόντος χωρίς να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία. Και τούτο, γιατί μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές, ή υπέρμετρα μεγάλο, ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, όσον αφορά τον παθόντα τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και όσον αφορά τον υπόχρεο το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία του  θεμελιώδους δικαιώματος επί της περιουσίας.

Εν όψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής αποζημίωσης, δεν πρέπει παραβιάζει ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά ούτε και τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας του άρθρου 932 ΑΚ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 958/2017).

Αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος.

Κατά την διάταξη του 929 ΑΚ «Σε περίπτωση βλάβης του σώματος προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, ο,τιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Υποχρέωση αποζημίωσης υπάρχει και προς τον τρίτο, ο οποίος είχε κατά τον νόμο δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή υπηρεσιών από τον παθόντα και τις στερείται». Περαιτέρω, σύμφωνα κατά την διάταξη του 298 ΑΚ «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο παθών δικαιούται να αξιώσει και την μελλοντική αποθετική του ζημία (διαφυγόν κέρδος) γιατί, λόγω της συνεπεία της βλάβης της υγείας ή του σώματος, μειωμένης ικανότητας προς εργασία, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία έχοντας πλήρη ικανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον. Προς τούτο όμως δεν απαιτείται βεβαιότητα, αρκούσας πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδιαίτερα δε από τα προς τούτο ληφθέντα μέτρα. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η δυνατότητα επιδίωξης μελλοντικής ζημίας, υπάρχει, έστω και αν ακόμη δεν έχει επέλθει η τελευταία και συνεπώς δεν έχει πληρωθεί ένας όρος του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (όπως π.χ, ο ανήλικος που δεν θα εργάζονταν κατά το χρόνο του ατυχήματος αλλά θα εργαζόταν μελλοντικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων) (ΑΠ 206/1996 Eλ.Δνη 37/544)

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του 930 ΑΚ «Η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Ο οφειλέτης της αποζημίωσης μπορεί κατά τις περιστάσεις να υποχρεωθεί να παράσχει ασφάλεια. Η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε». Κατά την διάταξη αυτή, η αποζημίωση των διατάξεων των άρθρων 928 και 929 ΑΚ, που αναφέρεται στο μέλλον, καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Η διάταξη αυτή αφορά στην αποκατάσταση των διαρκών και περιοδικών μελλοντικών ζημιών λόγω θανατώσεως του υποχρέου σε διατροφή ή σε παροχή υπηρεσιών καθώς και λόγω μελλοντικών στερήσεων, αυξήσεως δαπανών ή απώλειας υπηρεσιών (Γεωργιάδης σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, Αστικός Κώδιξ, άρθρο 930, σελ. 804επ.). Ο λόγος, για τον οποίο ο νόμος καθιερώνει τον τρόπο αυτό καταβολής της αποζημιώσεως είναι η φύση της ζημίας που γεννιέται στο μέλλον διαρκώς και περιοδικώς. Το συμφέρον του δικαιούχου επιβάλλει, η αποκατάσταση της ζημίας αυτής να γίνεται με μηνιαίες χρηματικές δόσεις.

Η χρηματική αποζημίωση με την 929 ΑΚ εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη περιουσιακής ζημίας, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Δεν αποτελεί αποζημίωση κατά την 931 ΑΚ, ούτε  χρηματική ικανοποίηση της 932 ΑΚ. Η περίπτωση, όμως, ανικανότητας προς εργασία, συνεπεία αναπηρίας ή παραμορφώσεως, εφ όσον προκαλείται στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929, εφ όσον μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Αν όχι εισάγεται με την 931 ΑΚ, εφ όσον όμως είναι βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική ή οικονομική εξέλιξη του προσώπου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί

Αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ «η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του». «Ως αναπηρία» θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής, ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως «παραμόρφωση» νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω ως «μέλλον» νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό ή οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και' κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση του άρθρου 929 ΑΚ, εφ όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφορά μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό, ούτε χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 ΑΚ. Εξ άλλου η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφ όσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Πρέπει όμως να είναι βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική ή οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Ανεξάρτητα αν κρίνεται, ή όχι, ορθότερη η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική, α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών. (ΑΠ 270/2006).

Από τα ανωτέρω προκύπτει μεν αποφατικά ότι η αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ δεν ταυτίζεται με τις αντίστοιχες των άρθρων 929 ΑΚ και 932 ΑΚ, πλην όμως δεν καθορίζεται η υφή της αξίωσης αυτής. Για τον προσδιορισμό αυτής όμως, θα ληφθεί υπόψη ιδίως το γεγονός ότι αυτή διαφοροποιείται, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, από αυτήν του άρθρου 932 ΑΚ, ήτοι δεν αποτελεί χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή αποτελεί μία sui generis αξίωση αποκατάστασης, περιουσιακής, σε κάθε περίπτωση, μελλοντικής βλάβης για τον υπολογισμό της οποίας, και για λόγους εύνοιας προς τον υποστάντα αναπηρία ή παραμόρφωση, απαιτείται μόνο η απόδειξη της ύπαρξης αναπηρίας ή παραμόρφωσης και η επίδραση αυτών στο κοινωνικό μέλλον του, χωρίς να φέρει ο ενάγων το επαχθές αποδεικτικό βάρος να αποδείξει επιπλέον περιστατικά.  Την άποψη δε, ότι το άρθρο 931 ΑΚ δεν καθιδρύει ένα είδος αποζημίωσης ηθικής βλάβης, ενισχύει και το γεγονός ότι νομοτεχνικά τοποθετήθηκε πριν από το άρθρο 932 ΑΚ, αλλά και το γεγονός ότι ουδέποτε υποστηρίχθηκε το αντίθετο (ΑΠ 1320/1988 Ελ/Δνη 31.775 με σχόλιο Κρητικού, Απ.Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, § 62 αριθ. 96, Βοσινάκης σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, άρθρ 931 αρ.1, Δεληγιάwης-Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, τομ. ΠΙ, σελ. 272). Βέβαια, δεν πρέπει να παροράται ότι η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοιο αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932. Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας, ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του. (ΑΠ 122/2006).

Κατά συνέπεια, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής με την οποία επιδιώκεται αποζημίωση βάσει του άρθρου 931 ΑΚ πρέπει να αναφέρεται σ' αυτή κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η ζημία την οποία έπαθε ο ενάγων, πέρα από αυτή που ζήτησε ή πρόκειται να υποστεί στο μέλλον. Ιδιαίτερα πρέπει να τονίζεται ότι η αποζημίωση που επιδιώκεται είναι συνέπεια όχι απλώς της ανικανότητας για εργασία και απόκτηση από αυτήν εισοδημάτων, εφόσον η αποκατάσταση της ζημίας αυτής επιδιώκεται μέσω της αξίωσης αποζημίωσης από το άρθρο 929 ΑΚ, αλλά ειδικά συνέπεια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, και δεν στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνεται η αναζήτηση χρηματικής ικανοποίησης με βάση την 932 ΑΚ. Πρέπει δηλαδή να εκτίθενται συγκεκριμένα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, ο τρόπος με τον οποίο τέτοια συνέπεια αποκλείει ή περιορίζει την επαγγελματική ή οικονομική κοινωνική εξέλιξη του παθόντος, καθώς και ποία και πόση είναι η ζημία που παθαίνει αυτός εξαιτίας της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης του (ΑΠ 1073/2001, Δνη 44,415, ΑΠ 477/2001, Δνη 43, 703, ΕφΑΘ 7554/2001, Δνη 44,798, ΕφΛαρ. 658/2002, Δνη 44, 1379). Αν δεν περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι απαραίτητα για την πληρότητά της, ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής και της διαπίστωσης της αλήθειας αυτών, τότε το αίτημα είναι αόριστο και ως εκ τούτου απορριπτέο ως απαράδεκτο, η δε αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων και ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, γιατί ανάγεται στην έλλειψη προδικασίας (ΑΠ 915/1980 ΝοΒ 29. 296, Εφ. Αθ. 1308/1987 Ελ. Δνη 29. 524, Εφ. Αθ. 5886/1985 Ελ. Δνη 26.983).

Αποζημίωση γονέα για στέρηση παροχής υπηρεσιών από ανήλικο.

Κατά το άρθρο 1508 ΑΚ το τέκνο, εφόσον αποτελεί μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρέφεται ή διατρέφεται απ' αυτούς, υποχρεούται να παρέχει στους γονείς του για τη διοίκηση του οίκου, ή την άσκηση του επαγγέλματός τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειας του. Εξάλλου κατά το άρθρο 929 ΑΚ σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου υποχρέωση αποζημίωσης υπάρχει και προς τον τρίτο, ο οποίος είχε κατά το νόμο δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή υπηρεσιών από τον παθόντα και τις στερείται.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε περίπτωση τραυματισμού τέκνου που αποτελεί μέλος του οίκου των γονέων και ανατρέφεται ή διατρέφεται από αυτούς, ο υπαίτιος για τον τραυματισμό και την ανικανότητα του ανηλίκου για εργασία έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τους γονείς του οι οποίοι έχουν δικαίωμα, κατά το άρθρο 1508 ΑΚ, να απαιτούν από το καταστάν ανίκανο τέκνο τους για την άσκηση του επαγγέλματος τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειας του.

Για την εφαρμογή του άρθρου 1508 ΑΚ, εκτός από την ιδιότητα του μέλους του γονικού οίκου, η διάταξη επιβάλλει και δύο άλλες, διαζευκτικά διατυπωμένες, προϋποθέσεις καθόσον το τέκνο υπέχει την υποχρέωση παροχής υπηρεσιών στους γονείς, εφ όσον ανατρέφεται ή διατρέφεται από αυτούς. Η πρώτη αφορά μόνο τα ανήλικα, η δεύτερη καταλαμβάνει και τα ενήλικα. (ΑΠ 505/1999).

Περαιτέρω εν όψει του ότι αντικειμενική δυνατότητα παροχής υπηρεσιών έχουν τα παιδιά, που υπερβαίνουν το 14ο έτος της ηλικίας τους, η κατά το άρθρο αυτό υποχρέωση του τέκνου έχει περιθώρια εφαρμογής στην πράξη για παιδιά άνω της ηλικίας των 14 ετών.

Ο τραυματισμός και εντεύθεν η ανικανότητα προς εργασία, επομένως, τέκνου ηλικίας κάτω των 14 ετών, το οποίο αποτελούσε μέλος του οίκου του γονέα του, δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης του τελευταίου κατά τρίτου με βάση το άρθρο 929 ΑΚ, εφ όσον δεν υφίσταται ζημία, λόγω της αντικειμενικής και πραγματικής αδυναμίας τούτου, συνεπεία της ηλικίας του, να προσφέρει υπηρεσίες υποκείμενες σε χρηματική αποτίμηση.

Κατά την ορθότερη άποψη δεν είναι απαραίτητο κατά το χρόνο του τραυματισμού (ή θανάτωσης)  το τέκνο να παρείχε πράγματι υπηρεσίες στον γονέα του, αλλά αρκεί ότι η υποχρέωση του τέκνου για παροχή υπηρεσιών στο γονέα του θα γεννιόταν στο κοντινό μέλλον, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο δικόγραφο όμως της αγωγής αποζημίωσης κατά τρίτου πρέπει να εκτίθεται, εκτός από το ότι ανατρέφεται στον γονικό οίκο, το είδος και η έκταση των υπηρεσιών που θα προσέφερε τούτο, ώστε να κριθεί αν αυτές θα ήταν ανάλογες με τις δυνάμεις και τις βιοτικές του συνθήκες ώστε να αποτιμηθεί η αξία τους (ΑΘ. Κρητικού: Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, Γ έκδοση, 1998, παρ. 416,417,513,518, ΕφΑθ. 308/2000).

Στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να εκτίθεται, αφ ενός ότι ο ανήλικος ανετρέφετο στον γονικό οίκο και αφ ετέρου το είδος και η έκταση των υπηρεσιών, που αντικειμενικά, αν ο ανήλικος ήταν αρτιμελής, θα μπορούσε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προσφέρει στο εγγύς μέλλον. Για το μετά την ενηλικίωσή του χρονικό διάστημα πρέπει να εκτίθεται και ότι θα συνέχιζε να διατρέφεται απ' αυτούς.