Α. Στις περιπτώσεις ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου, ή του λήπτη της ασφάλισης, μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Β. Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι αυτή του άρθρου 7 παρ. 6 εδ. α του ν. 2496/1997 (περί της ασφαλιστικής σύμβασης) σύμφωνα με την οποία με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης, ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.

Γ. Υπό αυτό το πλαίσιο, ως απαλλακτική ρήτρα μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα «claims made policy»ή αλλιώς «αξιώσεις που θα προβληθούν». Σύμφωνα με την ρήτρα δεν αρκεί για την γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά την διάρκεια της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή, ή να αναγγελθεί απλώς η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης στον ασφαλιστή κατά την διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, ή εντός μίας ελάχιστης περιόδου αναφοράς, μεταγενέστερη της τυπικής διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης.

Δ. Η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δεν συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρ. 7 ν. 2496/1997, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσης του προς αποζημίωση (ΑΠ 1026/2008).

Ε. Η άνω απαλλακτική ρήτρα δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997. Η ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ' εαυτής στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 8 του ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 του ίδιου ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρου 7 παρ. 6 του παραπάνω νόμου (ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 19/2015).

ΣΤ. Είναι έγκυρη η ενημέρωση του ασφαλιστή μέσω του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή,

με τον οποίο συνδιαλέγεται ο ασφαλισμένος κατά την επεξεργασία και σύνταξη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (ΠολΠρΚοζανης 60/2018).

Α. Στις περιπτώσεις ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου, ή του λήπτη της ασφάλισης, μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Β. Ο νομοθέτης δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις, είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 ν. 2496/1997 (περί της ασφαλιστικής σύμβασης), είτε γίνεται με την διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται, όμως, από την περιεχόμενη σε αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου, ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος, δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στον ν. 2496/1997.

Γ. Ως απαλλακτική ρήτρα, μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων και η απόκλιση από το βαθμό της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος, όχι μόνο όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο, ή βαριά αμέλεια στην ασφάλιση ζημιών, ή μόνο σε δόλο στην ασφάλιση προσώπων,  του λήπτη της ασφάλισης, ή του ασφαλισμένου, ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος (παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 2496/1997), αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφριά αμέλειά τους (ΑΠ 1542/2018).

Δ. Τέτοια απαλλακτική ρήτρα είναι αυτή του άρθρου 7 παρ. 6 εδ.α του ν. 2496/1997, σύμφωνα με την οποία με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης, ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.

Ε. Η απαλλακτική αυτή ρήτρα, η οποία αποτελεί ευχέρεια παρεχόμενη από το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2496/1997, δεν αποκλείεται από την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ιδίου νόμου. Η εν λόγω ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ' εαυτής στη ρύθμιση του άρθρου  2 παρ. 8 ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 του αυτού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 7 παρ. 6 του ιδίου νόμου (ΟλΑΠ 18/2015, ΑΠ 19/2015, ΑΠ 1542/2018).

ΣΤ. Συνεπώς, είναι επιτρεπτό στο ασφαλιστήριο να περιοριστεί η κάλυψη μόνο σε περιπτώσεις ευθύνης από ελαφρά αμέλεια, ή μόνο σε αντικειμενική ευθύνη, χωρίς πταίσμα, ή να συμφωνηθεί αντίστοιχα απαλλαγή του ασφαλιστή, ακόμη και αν η πραγματοποίηση του ασφαλισμένου κινδύνου οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια του ασφαλισμένου.

Ζ. Τέτοια συμβατική ρήτρα περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή είναι η συμφωνία των μερών ότι «ο ασφαλισμένος υποχρεούται, επί ποινή εκπτώσεως παντός δικαιώματός του, να λαμβάνει τις απαιτούμενες προφυλάξεις για την πρόληψη των ατυχημάτων και να τηρεί απαρεγκλίτως τους νόμους και κανονισμούς τους σχετικούς προς την ασφάλεια του κοινού» ( ΑΠ 1542/2018).

Η. Άλλη απαλλακτική ρήτρα, που μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα είναι και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα «claims made», ή αλλιώς «αξιώσεις που θα προβληθούν». Σύμφωνα με την ρήτρα δεν αρκεί για την γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά την διάρκεια της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή, ή να αναγγελθεί απλώς η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης στον ασφαλιστή κατά την διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, ή εντός μίας ελάχιστης περιόδου αναφοράς, μεταγενέστερη της τυπικής διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης (ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 19/2015).

Θ. Είναι έγκυρη η ενημέρωση του ασφαλιστή μέσω του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή,  με τον οποίο συνδιαλέγεται ο ασφαλισμένος κατά την επεξεργασία και σύνταξη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (ΠολΠρΚοζανης 60/2018).

Ι. Άλλη απαλλακτική ρήτρα, που μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα είναι ότι  δεν καλύπτεται από την ασφάλιση η ευθύνη του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφάλισης για σωματικές βλάβες σε τρίτους, εφ όσον πρόκειται για έμμεση, ή επακόλουθη, ζημία που αποτελεί επακόλουθο του ζημιογόνου γεγονότος. Θεωρείται άμεση ζημία, η ζημία που προκύπτει αμέσως και ευθέως από το ζημιογόνο γεγονός, ενώ, αν από την άμεση ζημία προκύπτει άλλη περαιτέρω ζημία, η οποία τελεί προς την πρώτη σε σχέση αιτίου προς αιτιατό, η ζημία αυτή θεωρείται έμμεση ζημία.

ΙΑ. Χαρακτηριστική περίπτωση έμμεσης ζημίας είναι τα εισοδήματα (διαφυγόν κέρδος), τα οποία ο παθών στερείται συνεπεία του ατυχήματος, καθώς δεν δύναται να εργαστεί. Ωστόσο η από το άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωση, που καταβάλλεται στον παθόντα συνεπεία της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης του, εφ όσον επιδρά στο μέλλον του, συνιστά άμεση ζημία, καθόσον επέρχεται άμεσα από αυτή καθεαυτή τη ζημιογόνο πράξη και δε συνιστά επακόλουθο του ζημιογόνου γεγονότος (ΠολΠρΚοζανης 60/2018).

Α. Οι «Γενικοί Όροι» των ασφαλιστηρίων συμβολαίων είναι διατυπωμένοι εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων. Συνιστούν «γενικούς όρους» συναλλαγών, η εγκυρότητα των οποίων εξετάζεται στα πλαίσια των άρθρων 2 παρ. 6, 3 παρ.1 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτών», όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το ν. 3587/2007, σύμφωνα με τους οποίους οι όροι αυτοί απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή. Ο ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο Εθνικό Δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές".

Β. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία διαταράσσεται όταν με το περιεχόμενο του ΓΟΣ αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή.

Γ. Ελέγχεται για καταχρηστικότητα η ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται η ματαίωση του σκοπού της.

Δ. Για να κριθεί αν ένας ΓΟΣ διαταράσσει την συμβατική ισορροπία και συνεπώς είναι άκυρος ως καταχρηστικός γίνεται αξιολογική στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων και εκτιμώνται οι ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Λαμβάνονται υπ όψιν, εκτός από την ανάγκη προστασίας του κατά τεκμήριο ασθενέστερου καταναλωτή, η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της, όπως ο εξειδικευμένος ή μη χαρακτήρας της συναλλαγής, η εξοικείωση του πελάτη με τις σχετικές συναλλαγές, το μορφωτικό και πνευματικό του επίπεδο, οι κίνδυνοι που αναλαμβάνονται και η δυνατότητα αντιμετώπισης τους, καθώς επίσης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 1495/2006).

Ε. Έτσι κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αυτός είναι αντίθετος με κάποια απαγορευτική ρήτρα που περιλαμβάνεται στην ενδεικτική απαρίθμηση συγκεκριμένων ΓΟΣ που θεωρούνται "PER SE" καταχρηστικοί και άρα άκυροι, δηλαδή χωρίς να απαιτείται ως προς αυτούς η ύπαρξη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας και σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου δηλαδή η καταχρηστικότητα θα κριθεί με βάση τα κριτήρια των εδαφίων α και β της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν.2251/1994 (ΑΠ 1219/2001, ΑΠ 296/2001).

ΣΤ. Το δίκαιο των ΓΟΣ διέπεται από την αρχή της διαφάνειας, η οποία διατυπώνεται ρητά και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, σύμφωνα με την οποία οι ΓΟΣ πρέπει να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης όπως η διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου ΓΟΣ, εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΑΠ 430/2005, ΑΠ 561/2014, ΕφΑθ 3880/2010).

Σύμφωνα με τον ν. 2496/1997

Α. Ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική.

Β. Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται,

α. Στη μεν ασφάλιση ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια,

β. Στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο

του λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένου / των προσώπων που συνοικούν μαζί τους / των νομίμων αντιπροσώπων τους / των  εκπροσώπων τους, ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης. Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται μόνο το δεδουλευμένο ασφάλιστρο.

Γ. Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου ζημιωθέντος ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση. 

Εξαιρείται η περίπτωση, που ο ζημιωθείς είναι,

α. ο λήπτης της ασφάλισης.

β. ο σύζυγος, ή συγγενής ως και το δεύτερο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας του λήπτη της ασφάλισης, ή του ασφαλισμένου, εφόσον υπήρχε συνοίκηση, ή 

γ. είναι άλλο πρόσωπο η αστική ευθύνη του οποίου καλύπτεται.,

Δ. Ο ασφαλιστής που κατέβαλε στον τρίτο χωρίς να είναι υποχρεωμένος από την ασφαλιστική σύμβαση υποκαθίσταται στην απαίτηση του τρίτου κατά του ασφαλισμένου, μέχρι το ποσό που κατέβαλε. Στην περίπτωση αυτή η παραγραφή κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση (6) μηνών από καταβολή του ασφαλίσματος (υποκατάσταση του ασφαλιστή).

Ε. Αν ζημιώθηκαν περισσότεροι τρίτοι, αποζημιώνονται αναλογικά κατά το λόγο των απαιτήσεών τους.

ΣΤ. Αν ο ασφαλιστής κατέβαλε σε έναν από τους τρίτους ποσό μεγαλύτερο από την αναλογία του, απαλλάσσεται έναντι των λοιπών για τις πέραν του ασφαλιστικού ποσού απαιτήσεις, εκτός αν κατέβαλε γνωρίζοντας την ύπαρξή τους.

Αυτοί όμως έχουν έναντι του τρίτου που ικανοποιήθηκε αξίωση για την απόδοση του ποσού που έλαβε πέρα από την αναλογία του.

Ζ. Γεγονός που οδηγεί στην άρση, ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου ζημιωθέντα παρά μόνο μετά πάροδο (1) μηνός από τότε που ο ασφαλιστής το κοινοποιήσει στην υπηρεσία, ή στο νομικό πρόσωπο, που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτό.

Με την εισαγωγή στην νομοθεσία της Οδηγίας «2006/123 ΕΚ», στο άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3844/2010, περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας στην Οδηγία, προβλέπεται ότι οι «πάροχοι υπηρεσιών» πρέπει να συνάπτουν ανάλογη με την φύση και την έκταση του κινδύνου ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, ή να την αντικαθιστούν με οποιαδήποτε άλλη ισοδύναμη, ή ουσιαστικά συγκρίσιμη, εγγύηση, ή διευθέτηση.

«Πάροχοι υπηρεσιών», είναι τα φυσικά πρόσωπα που προσφέρουν, ή παρέχουν, μια υπηρεσία, οι υπηρεσίες των οποίων ενέχουν άμεσο και συγκεκριμένο κίνδυνο για την υγεία, ή την ασφάλεια του αποδέκτη, ή τρίτου, ή την χρηματοοικονομική ασφάλεια του αποδέκτη (Οδηγία 2006/123 ΕΚ).

Α. Ήδη έχουν εκδοθεί Προεδρικά διατάγματα, που καθιστούν υποχρεωτική την ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης για τα επαγγέλματα

α) Ψυκτικών (ΠΔ  1/2013)

β) Ηλεκτρολόγων (ΠΔ 108/2013)

γ) Υδραυλικών (ΠΔ 112/2012)

δ) Τεχνιτών Καυστήρων (ΠΔ 112/2012).

Μέχρι σήμερα δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή, γιατί δεν έχουν εκδοθεί οι απαραίτητες Υπουργικές Αποφάσεις.    

Β. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές υποχρεούνται να συνάψουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης, για ποσό τουλάχιστον 1.000.000 ευρώ ανά απαίτηση και συνολικά ετησίως 1.500.000 ευρώ για όλες τις απαιτήσεις. Το μεγαλύτερο επιτρεπόμενο όριο απαλλαγής είναι 18.760 ευρώ.

Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές δεν υποχρεούνται να συνάψουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης, αν η ασφαλιστική, ή αντασφαλιστική, επιχείρηση επ' ονόματι της οποίας ενεργεί, ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, έχει παράσχει την ασφάλιση, ή έχει αναλάβει πλήρως την ευθύνη για τις ενέργειες του.

Σύμφωνα με τον ν. 4583/2018, άρθρο 10, επιτρέπεται από πελάτες και ενώσεις καταναλωτών υποβολή καταγγελιών στην ΤτΕ κατά διαμεσολαβητών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Η ΤτΕ διερευνά την βασιμότητα των καταγγελιών, μόνο κατόπιν προηγούμενης ακρόασης του διαμεσολαβητή, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Αν διαπιστωθούν παραβάσεις, ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης ποινικής τους ευθύνης, επιβάλλονται κυρώσεις. Σε κάθε περίπτωση, η εποπτική αρχή αποστέλλει, μέσα σε εύλογο χρόνο, απάντηση στον καταγγέλλοντα για το περιεχόμενο της καταγγελίας του.

Όταν η ΤτΕ αποστείλει στον διαμεσολαβητή έγγραφο, με το οποίο διερευνά τη βασιμότητα μιας καταγγελίας που υποβλήθηκε σε βάρος του από πελάτη του, ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να διασφαλίσει ότι οι πληροφορίες που θα υποβάλει στην εποπτική αρχή είναι πλήρεις, ακριβείς και κατάλληλες για την άσκηση του εποπτικού έργου.

Κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, η ΤτΕ έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε έγγραφο, βιβλίο ή άλλο στοιχείο που τηρεί ο ελεγχόμενος και μπορεί να λαμβάνει αντίγραφό του. Ο ελεγχόμενος δεν δικαιούται να επικαλεστεί οποιοδήποτε απόρρητο, για να αρνηθεί την σχετική πρόσβαση της εποπτικής αρχής.

Ο πελάτης για τις διαφορές του με τους διαμεσολαβητές, ή ασφαλιστικές επιχειρήσεις, μπορεί να προσφεύγει στον Συνήγορο του Καταναλωτή, ή σε άλλον φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, καταχωρισμένο στο Μητρώο της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Καταναλωτή και Εποπτείας της Αγοράς, για την εξωδικαστική επίλυση των.

Α. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές δεοντολογικής συμπεριφοράς του Ν. 4583/2018, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές (πράκτορες/μεσίτες) κατά την άσκηση της δραστηριότητάς τους, ενεργούν πάντοτε με έντιμο, αμερόληπτο και επαγγελματικό τρόπο και με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πελάτη. Επεξηγούν στον πελάτη τους όρους των ασφαλιστικών συμβάσεων που προτείνει, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πελάτη και διασφαλίζει ότι η πληροφόρηση που λαμβάνει ο πελάτης είναι έγκαιρη, πλήρης, ορθή, επαρκής και κατάλληλη. Επισημαίνει στον πελάτη τις συνέπειες της πρόωρης διακοπής ή ακύρωσης ή εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, καθώς και κάθε εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη. Ενημερώνουν τον πελάτη για την υποχρέωσή του να προκαταβάλλει το ασφάλιστρο και για τις συνέπειες της μη έγκαιρης καταβολής του οφειλόμενου ασφαλίστρου. Ενημερώνουν τον πελάτη για τα δικαιώματα εναντίωσης, υπαναχώρησης και καταγγελίας του συμβολαίου του και του χορηγεί τα σχετικά έντυπα με απόδειξη παραλαβής. Ενημερώνουν τον πελάτη, όταν παύσει να ασκεί την δραστηριότητα διαμεσολάβησης. Προωθούν μόνο προϊόντα ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα.

Β. Απαγορεύεται να χρησιμοποούν μεθόδους αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς και αθέμιτες, παράνομες ή παραπλανητικές πράξεις και πρακτικές. Απαγορεύεται να α) να παρουσιάζούν παραπλανητικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως προς το ισχύον τιμολόγιο και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, β) να υπόσχονται στον πελάτη καλύψεις που δεν περιλαμβάνονται στο ασφαλιστικό προϊόν που προωθεί, ή να αποκρύπτει κινδύνους που φέρει ο πελάτης ή/και κόστος που τον επιβαρύνει, γ) να δημιουργούν,  αναπαράγουν και διαδίδουν δηλώσεις και φήμες που δεν στηρίζονται σε επίσημα δημοσιοποιημένα στοιχεία και που γίνονται ενσυνείδητα και αφορούν την οικονομική κατάσταση ή/και την κατάρτιση και την εν γένει ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από άλλους διανομείς, ή άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, δ) να προσφέρουν εκπτώσεις ή ειδικά ευεργετήματα με στόχο τη σύναψη ασφαλιστήριου συμβολαίου, ε) να  διαφημίζουν εκπτώσεις, ωφελήματα ή και παροχές, που δεν ανταποκρίνονται στα ισχύοντα τιμολόγια και όρους των ασφαλιστικών συμβολαίων, στ) να διακρίνουν μεταξύ πελατών που έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις ασφάλισης, ζ) να παραποιουν, αλλοιώνουν και με οποιονδήποτε τρόπο παρεμβαίνουν στη μορφή ή στο περιεχόμενο των εγγράφων, που αφορούν την ασφαλιστική σύμβαση, όπως αιτήσεων, ασφαλιστηρίων συμβολαίων και αποδείξεων είσπραξης ασφαλίστρου, η) να εισπράττουν ασφάλιστρο, χωρίς να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης, θ) να παραδίδουν στον πελάτη μη γνήσιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Γ. Απαγορεύεται να προβούν σε εμπορική συμφωνία, ή συνεργασία, από την οποία να απορρέει αμοιβή, πωλησιακός στόχος, ή οικονομικό όφελός του υπό οποιαδήποτε μορφή, που θα αποτελούσε κίνητρο για τον ίδιο, ή τους υπαλλήλους του, να συστήσει ένα συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν σε πελάτη, ενώ θα μπορούσε να προσφέρε διαφορετικό ασφαλιστικό προϊόν, το οποίο θα ικανοποιούσε καλύτερα τις ανάγκες του πελάτη.

Δ. Υποχρεούνται να αναρτούν σε εμφανές σημείο στο γραφείο των υπαλλήλων των, που συμμετέχουν άμεσα στις δραστηριότητες διανομής, πινακίδα με τα στοιχεία των υπαλλήλων αυτών, που θα αναγράφει ότι οι εν λόγω υπάλληλοι κατέχουν τα απαραίτητα προσόντα για την διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων.

Ε. Ο διαμεσολαβητής γνωστοποιεί εγκαίρως πριν από τη σύναψη της  ασφαλιστικής σύμβασης με σαφήνεια και ακρίβεια, γραπτώς ή με άλλο σταθερό μέσο, ή μέσω ιστότοπου, τις εξής πληροφορίες προς τον πελάτη, α) την ταυτότητά του, τη διεύθυνσή του, το γεγονός ότι είναι ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και την κατηγορία στην οποία είναι εγγεγραμμένος, β) τον αριθμό ειδικού μητρώου στο οποίο είναι εγγεγραμμένος και το διαδικτυακό σύνδεσμο προς το Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης, ώστε ο πελάτης να είναι σε θέση να εξακριβώσει την εγγραφή του, γ) ότι παρέχει συμβουλή για τα πωλούμενα ασφαλιστικά προϊόντα, δ) την διαδικασία «καταγγελίας» (άρθρο 10), η οποία επιτρέπει στον πελάτη και άλλους ενδιαφερομένους να υποβάλλουν καταγγελίες για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, ως και τις διαδικασίες της εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών (άρθρο 11), ε) αν ο διαμεσολαβητής εκπροσωπεί τον πελάτη, ή αν ενεργεί για λογαριασμό και στο όνομα της ασφαλιστικής επιχείρησης, στ) αν επιτρέπεται να προωθεί επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση, ζ) αν του έχει δοθεί από την ασφαλιστική επιχείρηση εντολή είσπραξης ασφαλίστρων από τον πελάτη για λογαριασμό της.

ΣΤ. Πριν από την σύναψη σύμβασης ασφάλισης, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής προβαίνει στα εξής, α) προσδιορίζει τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη, βάσει των πληροφοριών που του παρέχει ο πελάτης (Το προτεινόμενο ασφαλιστικό προϊόν και κάθε προτεινόμενη ασφαλιστική σύμβαση πρέπει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη), β) επεξηγεί στον πελάτη τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού προϊόντος με τρόπο αντικειμενικό και κατανοητό, που του επιτρέπει να επιλέξει ασφαλιστικό προϊόν και να αποφασίσει για τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, αφού έχει επαρκώς ενημερωθεί για τις ασφαλιστικές καλύψεις και για τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ειδικά κατά τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων των κλάδων ασφάλισης κατά ζημιών (παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4364/2016) παραδίδει στον πελάτη, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, το έγγραφο πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν, που έχει συντάξει η ασφαλιστική επιχείρηση.

Ζ. Η ασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει το έγγραφο αίτησης ασφάλισης στον διαμεσολαβητή. Πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ο διαμεσολαβητής συμπληρώνει την αίτηση ασφάλισης, βάσει των στοιχείων που του παρέχει ο πελάτης, λαμβάνει την υπογραφή του πελάτη επ' αυτής και παραδίδει, το μεν πρωτότυπο στην ασφαλιστική επιχείρηση (που αναλαμβάνει τον κίνδυνο), το δε αντίγραφό της στον πελάτη.

Η. Αν ο διαμεσολαβητής έχει το δικαίωμα από την ασφαλιστική εταιρεία είσπραξης των ασφαλίστρων από τον πελάτη, και εφ όσον η καταβολή των ασφαλίστρων δεν αποδεικνύεται από άλλα ισοδύναμα μέσα, όπως καταθετήρια σε τραπεζικό λογαριασμό και αποδεικτικά πληρωμής στα ΕΛ.ΤΑ., παραδίδει στον πελάτη, α) νόμιμη απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων που εξέδωσε η ασφαλιστική επιχείρηση, β) ή υπογεγραμμένη απόδειξη που εξέδωσε ο ίδιος, με υποχρεωτική ένδειξη, ημερομηνίας έκδοσης της απόδειξης και είσπραξης των ασφαλίστρων, τα πλήρη φορολογικά και επαγγελματικά στοιχεία του, την επωνυμία της ασφαλιστικής επιχείρησης για λογαριασμό της οποίας εισπράττει τα ασφάλιστρα, τα πλήρη στοιχεία εξατομίκευσης του πελάτη, τα καταβληθέντα από τον πελάτη ασφάλιστρα, καθώς και σύντομη περιγραφή της ασφάλισης για την οποία καταβλήθηκαν τα ασφάλιστρα. Οι παραπάνω αποδείξεις είναι τριπλότυπες, ένα αντίγραφο παραδίδεται στον πελάτη, το δεύτερο στην ασφαλιστική, και το τρίτο τηρείται σε αρχείο από τον διαμεσολαβητή. Το αρχείο μπορεί να τηρείται και σε ηλεκτρονική μορφή. Απαγορεύεται η εξουσιοδότηση για την είσπραξη ασφαλίστρων από τον διαμεσολαβητή σε οποιονδήποτε τρίτο χωρίς τη γραπτή συναίνεση της ασφαλιστικής επιχείρησης, για λογαριασμό της οποίας ενεργείται η είσπραξη.

Θ. Ο διαμεσολαβητής γνωστοποιεί εγκαίρως πριν από τη σύναψη της  ασφαλιστικής σύμβασης επιπροσθέτως και τις εξής πληροφορίες, α) αν κατέχει οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση που να φθάνει ή να υπερβαίνει ποσοστό (10%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου της, β) αν ασφαλιστική επιχείρηση ή μητρική ασφαλιστικής επιχείρησης κατέχει οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή που να φθάνει ή να υπερβαίνει ποσοστό (10%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, γ) αν διανέμει προϊόντα μίας ασφαλιστικής επιχείρησης, την αποκλειστικότητα της συνεργασίας και την επωνυμία της ασφαλιστικής επιχείρησης, δ) αν  διανέμει προϊόντα σε  περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, τις επωνυμίες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και τα προϊόντα τους, που διανέμει, δ) Τη φύση της αμοιβής που λαμβάνει σε σχέση με τη σύμβαση ασφάλισης, όπως δα) αν η αμοιβή του καταβάλλεται απευθείας από τον πελάτη, δβ) αν παίρνει προμήθεια κάθε είδους και συμπεριλαμβάνεται στο ασφάλιστρο και δγ) αν παίρνει άλλου τύπου αμοιβής, ή οικονομικού οφέλους

Ασφαλιστική απάτη νοείται κάθε από πρόθεση ενέργεια με την οποία ένα πρόσωπο, ή μία οντότητα, αποσκοπεί σε παράνομη ωφέλεια από ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

ΒΑΣΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΑΙΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ   

1. Το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) το οποίο ενδιαφέρεται να ασφαλιστεί για οποιοδήποτε κίνδυνο πρέπει να έχει ασφαλίσιμο συμφέρον.

2. Η ασφάλιση δεν πρέπει να περιέχει στοιχεία «παιγνίου, ή στοιχήματος». Η  σύμβαση ασφάλισης θεωρείται ότι είναι σύμβαση παιγνίου, ή στοιχήματος, όταν, α) ο ασφαλισμένος δεν έχει ασφαλίσιμο συμφέρον και το συμβόλαιο συνάπτεται χωρίς προσδοκία απόκτησης τέτοιου συμφέροντος, β) όταν το ασφαλιστήριο συνάπτεται «με συμφέρον ή χωρίς συμφέρον» (interest or no interest), ή «χωρίς περαιτέρω απόδειξη συμφέροντος εκτός από το ίδιο το ασφαλιστήριο», ή «χωρίς όφελος αρωγής προς τον ασφαλιστή», ή υπόκειται σε οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο όρο.

3. Ο ασφαλισμένος/λήπτης της ασφάλισης πρέπει να έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο την στιγμή της ζημίας, ενώ δεν είναι αναγκαίο να έχει συμφέρον, όταν συνάπτεται η ασφάλιση.

4. Όταν το ασφαλιζόμενο αντικείμενο ασφαλίζεται «απολεσθέν ή μη απολεσθέν» (lost or not lost) ο ασφαλισμένος αποζημιώνεται, μόνο εάν το ασφαλισθέν αντικείμενο έτυχε να ζημιωθεί κατά την στιγμή της  σύναψης της σύμβασης, χωρίς, ούτε ο ασφαλιστής, ούτε ο ασφαλισμένος, να γνώριζε την ζημία.

5. Όταν ο ασφαλισμένος/ λήπτης της ασφάλισης δεν έχει συμφέρον την στιγμή της ζημίας, δεν μπορεί να αποκτήσει συμφέρον με οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση, αφού μάθει για την ζημία.

6. Όταν το ασφαλισμένο αντικείμενο είναι υποθηκευμένο, ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στην πλήρη αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου και ο ενυπόθηκος δανειστής έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό οφείλεται, ή θα οφείλεται, λόγω της υποθήκης. Ο ενυπόθηκος δανειστής, ο παραλήπτης, ή άλλο πρόσωπο που έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο, μπορεί να το ασφαλίσει για λογαριασμό και προς όφελος άλλων ενδιαφερομένων, καθώς και προς δικό του όφελος.

7. Ο ιδιοκτήτης ασφαλισμένης περιουσίας έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με την πλήρη αξία της, παρ' όλο που κάποιος τρίτος ίσως έχει συμφωνήσει, ή είναι υπεύθυνος να τον αποζημιώσει σε περίπτωση απώλειας.

8. Όταν ο ασφαλισμένος εκχωρεί το συμφέρον του στο ασφαλισμένο αντικείμενο, ή το μεταβιβάζει με άλλο τρόπο, δεν μεταφέρει με αυτόν τον τρόπο στον εκδοχέα τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός εάν υπάρχει σχετική ρητή, ή εξυπακουόμενη, συμφωνία με τον εκδοχέα.

9. Οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπ όψιν τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία. Οι γενικοί και οι ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων δεν πρέπει να περιλαμβάνουν όρους, οι οποίοι προβλέπουν ειδικές συνθήκες του προς ανάληψη κινδύνου σε ατομική βάση. 

10. Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να παρέχει στον ασφαλιστή πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων.  Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε πράγμα, το οποίο δύναται να επηρεάσει αυτόν κατά την σύναψη της ασφάλισης. Ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος, να αποκαλύψει στον ασφαλιστή όλα εκείνα τα στοιχεία που γνωρίζει, ή πρέπει να γνωρίζει, λόγω της επαγγελματικής ασχολίας του, που επηρεάζουν την γνώμη κάθε συνετού ασφαλιστή στην αξιολόγηση του κινδύνου και τον υπολογισμό του ασφαλίστρου.

11. Η αποκάλυψη μπορεί να είναι σχετική με πραγματικό θέμα, ή σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης. Η αποκάλυψη σχετική με πραγματικό θέμα είναι αληθής, εάν είναι ουσιαστικά ορθή, δηλαδή, εάν η διαφορά ανάμεσα σε ότι γνωστοποιήθηκε και τι είναι πραγματικά σωστό δεν θα θεωρείτο ουσιώδης σε ένα συνετό ασφαλιστή. Η αποκάλυψη σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης, είναι αληθής, εάν έγινε με καλή πίστη.

12. Ο ασφαλιζόμενος πρέπει να αποκαλύπτει στον ασφαλιστή, πριν να συναφθεί η σύμβαση, κάθε ουσιώδες γεγονός, το οποίο είναι γνωστό στον ασφαλιζόμενο και ο ασφαλιζόμενος το γνωρίζει, ή θεωρείται ότι το γνωρίζει. Γεγονός είναι, κάθε είδη­ση, η πληροφορία, που κατέχει ο ασφαλιζόμενος. Ουσιώδες γεγονός είναι, κάθε γεγονός, που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με την απόφασή του για την ανάληψη του κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου. Εάν κάποιο γεγονός είναι ουσιώδες, ή όχι, είναι σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό.

13. Μια αποκάλυψη είναι ουσιώδης, εάν θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με το ύψος του ασφαλίστρου, ή την απόφασή του σχετικά με την ανάληψη του κινδύνου. Κάθε ουσιώδης αποκάλυψη, που παρέχεται στον ασφαλιστή από τον ασφαλιζόμενο ή τον διαμεσολαβητή, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την σύναψη της σύμβασης και πριν αυτή συναφθεί, πρέπει να είναι αληθής.  Ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται να αποκαλύψει, α) Κάθε θέμα που γνωρίζει, ή οφείλει να γνωρίζει, που θα μπορούσε να επηρεάσει την απόφαση του ασφαλιστή για να αποφασίσει, αν θα ασφαλίσει τον κίνδυνο και με ποιους όρους, β) Επαρκείς πληροφορίες, ώστε να μπορέσει ο ασφαλιστής να πραγματοποιήσει περαιτέρω έρευνες σχετικά με πιθανώς σημαντικές περιστάσεις, που αφορούν τον κίνδυνο. Κάθε γεγονός, το οποίο είναι συνηθισμένο στον κύκλο της εργασίας του, ο ασφαλιζόμενος πρέπει να το γνωρίζει.

14. Κάθε περιγραφή των στοιχείων, που ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή, πριν την ανάληψη του κινδύνου, για τον αναμενόμενο κίνδυνο, πρέπει να είναι αληθής. Δεν υφίσταται υποχρέωση για γνωστοποίηση στοιχείων, για τα στοιχεία που ελαττώνουν τον κίνδυνο, ή θεωρούνται αυτονόητα σε ένα ασφαλιστή, ή για τα οποία παραιτείται ο ασφαλιστής.

15. Ο ασφαλιστής, πρέπει από μόνος του, να προβεί σε περαιτέρω έρευνες και να μη βασίζεται στην περιγραφή των γεγονότων από τον ασφαλισμένο περί της αληθείας αυτών.  Ο ασφαλιζόμενος, εάν δεν ερωτηθεί από τον ασφαλιστή, δεν χρειάζεται να αποκαλύψει τα επόμενα γεγονότα, α) Γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο, β) Γεγονός που είναι γνωστό, ή υποτίθεται πως είναι γνωστό, στον ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής υποτίθεται ότι γνωρίζει θέματα κοινώς φημολογούμενα, ή γνωστά θέματα, τα οποία ένας ασφαλιστής στο συνηθισμένο κύκλο της εργασίας του θα έπρεπε να γνωρίζει, γ) Γεγονός για το οποίο ο ασφαλιστής μπορεί να το μάθει από πληροφορίες, δ) Γεγονός το οποίο είναι περιττό να αποκαλυφθεί, λόγω ρητής, ή εξυπακουόμενης, εγγύησης.

16. Ο ασφαλισμένος θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, α) Θέματα που θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα προκύψουν από μια εύλογη αναζήτηση των πληροφοριών, που πρέπει να κάνει, β) Οτιδήποτε είναι γνωστό από άτομο υπεύθυνο για την ασφάλισή του. Για παράδειγμα στον διαμεσολαβητή, γ) Όταν ο ασφαλισμένος είναι εταιρεία, θεωρείται ότι έχουν την γνώση τα διευθυντικά του στελέχη και λοιπά πρόσωπα που μετέχουν στην διαδικασία της ασφάλισης,

17. Ο ασφαλιστής θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, τα θέματα που γνωρίζουν τα άτομα, που συμμετέχουν για λογαριασμό του στην απόφαση αν θα αναλάβει τον κίνδυνο και υπό ποίους όρους ( πχ. υπάλληλοί του, ή, ο διαμεσολαβητής)

18. Ο ασφαλιζόμενος, εάν ρωτηθεί από τον ασφαλιστή, είναι υποχρεωμένος να απαντήσει με καλή πίστη σε κάθε ερώτησή του. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.

19. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι, α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β. δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις, που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτόν με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή, δ) Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να επικαλεστεί ατέλειες ή πλημμέλειες των απαντήσεων του ερωτηματολογίου, εκτός αν έγιναν από πρόθεση.

20. Κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο ασφαλισμένος/λήπτης της ασφάλισης πρέπει να δηλώσει κάθε στοιχείο ή περιστατικό που μπορεί να επιφέρει επίταση του κινδύνου, από τη στιγμή που έλαβε γνώση γι' αυτό, εντός 14 ημερών.

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

1. Ο ασφαλισμένος συμβιβάζεται με ένα ποσό αποζημίωσης πολύ μικρότερο από την αρχική του απαίτηση, προκειμένου να επιταχυνθεί η διαδικασία πληρωμής ή για να αποφύγει τεκμηρίωση της απαίτησής του.

2. Αλλοίωση συνθηκών του ασφαλιστικού γεγονότος

3. Αδυναμία προσκόμισης παραστατικών / αποδεικτικών στοιχείων

4. Δεν υπάρχουν μάρτυρες ή/και δημόσια έγγραφα για την απόδειξη των ισχυρισμών του ασφαλισμένου.

5. Ζημία σε σύντομο χρονικό διάστημα είτε από την έναρξη της ασφάλισης

6. Υπερτιμολόγηση, ή υπερβολική απαίτηση

7. Προσθήκη νέων καλύψεων, ή αύξηση ορίων υφιστάμενης κάλυψης κατά τη διάρκεια ασφάλισης

8. Ασυνεπείς δηλώσεις

9. Επαναλαμβανόμενες ζημιές

10. Ζημίες διαφορετικών προσώπων, που ασφαλίζονται από τον ίδιο ασφαλιστικό διαμεσολαβητή.

ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ /ΛΗΠΤΗ ΑΑΣΦΑΛΙΣΗΣ  

1. Αν ο ασφαλισμένος παραβίασε την αρχή της προσυμβατικής αποκάλυψης των γεγονότων (pre-contractual disclosure) την αρχή της καθαρής περιγραφής (New Fair Presentation) και της περιγραφής του κινδύνου (description of risk) παραλείποντας, ως εκ τούτου, να ενεργήσει με καλή πίστη (Utmost Good Faith) ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση, ή να ζητήσει την τροποποίησή της.   

2. Αν για οποιονδήποτε λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασφαλιστή, ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν έχουν περιέλθει σε γνώση του ασφαλιστή στοιχεία, ή περιστατικά που είναι αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής δικαιούται, α) να καταγγείλει τη σύμβαση, ή β) να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία (1) μηνός, αφ ότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων, ή των περιστατικών. Η πρόταση του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης θεωρείται ως καταγγελία, αν μέσα σε (1) μήνα από τη λήψη της δεν γίνει δεκτή και αυτό αναφέρεται στο έγγραφο της πρότασης.

3. Σε περίπτωση παράβασης από αμέλεια της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει, και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, α) να καταγγείλει τη σύμβαση, ή β) να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία (1) μηνός,  αφ ότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων, ή των περιστατικών.

4. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, το ασφάλισμα μειώνεται κατά το λόγο του ασφαλίστρου που έχει καθορισθεί προς το ασφάλιστρο που θα είχε καθορισθεί, αν δεν υπήρχε η παράβαση.

5. Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος και ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή. Η παραπάνω καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης, εκ μέρους του ασφαλιστή, επιφέρει αποτελέσματα, α) μετά πάροδο (15) ημερών από τότε που θα περιέλθει στον λήπτη της ασφάλισης, ή β) μετά πάροδο (1) μηνός από τη λήψη της πρότασης του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης. Στην περίπτωση της με δόλο παράβασης της παραπάνω υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης, ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που η μη γνωστοποίηση των στοιχείων και περιστατικών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, αλλά σε αμέλεια ή δόλο του ασφαλιζόμενου.

6. Στις ασφαλίσεις ζωής οι παραπάνω κυρώσεις κατά του ασφαλισμένου δεν εφαρμόζονται.  Εξαιρείται μόνο η περίπτωση, που η παράβαση γνωστοποίησης έγινε με δόλο του ασφαλισμένου. Οι παραπάνω κυρώσεις δεν εφαρμόζονται και στις ασφαλίσεις ασθενειών.

7. Αν ο ασφαλιστής κατά την σύναψη της σύμβασης γνώριζε ότι αποκλειόταν η δυνατότητα επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ο λήπτης της ασφάλισης δεν υποχρεούται στην καταβολή του ασφαλίστρου.

8. Αν ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος / δικαιούχος του ασφαλίσματος, κατά τη σύναψη της ασφάλισης, γνώριζε ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδη επέλθει, ο ασφαλιστής, α) αφ ενός δεν υποχρεούται σε παροχή, β) εφ ετέρου, εφ όσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου, δικαιούται το ασφάλιστρο μέχρι τέλους της ασφαλιστικής περιόδου.

ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 

1. Υποβολή αιτίασης απ ευθείας στην ασφαλιστική επιχείρηση.

2. Υποβολή καταγγελίας στην Τράπεζα της Ελλάδος. Για να επιληφθεί της καταγγελίας η Τράπεζα της Ελλάδος, πρέπει να έχει προηγηθεί η υποβολή έγγραφης αιτίασης στην ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία δεν απάντησε εμπρόθεσμα, ή η απάντηση δεν ήταν τεκμηριωμένη. Η ΤτΕ αξιολογεί την καταγγελία αποκλειστικά στο πλαίσιο των εποπτικών αρμοδιοτήτων της. Δεν ανήκουν στο πλαίσιο των εποπτικών αρμοδιοτήτων της ΤτΕ, α) Αναγγελίες απαιτήσεων, β) Αιτήσεις αποζημίωσης, γ) Αιτήματα που σχετίζονται με την ερμηνεία όρων, ή την εκτέλεση ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ή την παροχή πληροφοριών ή διευκρινίσεων, δ) Αιτήματα για ερμηνεία διατάξεων, παροχή συμβουλών, ή γνωμοδοτήσεων, ε) Αιτήματα διαμεσολάβησης στην επίλυση διαφοράς, στ) Αιτήματα αποστολής στην ασφαλιστική επιχείρηση αιτίασης

3. Υποβολή καταγγελίας στον Συνήγορο του Καταναλωτή, ή στην Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, ή σε άλλο φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, νόμιμα καταχωρισμένο στο Μητρώο της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Καταναλωτή και Εποπτείας της Αγοράς

4. Η υποβολή αιτιάσεων κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, ή κατά του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, ή η υποβολή καταγγελιών, δεν αποτελεί λόγο καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης.

Από την διάταξη του άρθρου 1287 εδ. α και β  ΑΚ προκύπτει ότι δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης μέχρι του ύψους της απαίτησής του, που είναι ασφαλισμένη με υποθήκη, είναι αποκλειστικά ο ενυπόθηκος δανειστής και επομένως, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, η αξίωση κατά του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος ανήκει όχι στον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου (οφειλέτη ή τρίτο), αλλά στον ενυπόθηκο δανειστή στον οποίο ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα, τον οποίο ο νόμος θεωρεί ως υποκατάστατο του ενυπόθηκου ακινήτου (ΑΠ 1356/2012, ΑΠ 1772/2005, ΑΠ 1317/2009).

Αν το ύψος του ασφαλίσματος υπερβαίνει την απαίτηση που είναι ασφαλισμένη με την υποθήκη, τότε η αξίωση κατά του ασφαλιστή περιέρχεται στον ενυπόθηκο δανειστή μόνο κατά το μέρος που συμπίπτει με την ασφαλισμένη απαίτηση του. Ως προς το υπόλοιπο ποσό του ασφαλίσματος η αξίωση κατά του ασφαλιστή

παραμένει στον ασφαλισμένο κύριο του ενυποθήκου ακινήτου.

Η παραπάνω ρύθμιση αρμόζει και για τον προσημειούχο, αφού η προσημείωση αποτελεί υποθήκη, εξαρτημένη από τις αναβλητικές αιρέσεις, της τελεσιδικίας της απόφασης, με την οποία επιδικάζεται η ασφαλιζόμενη με την προσημείωση απαίτηση, της τροπής της προσημείωσης σε υποθήκη μέσα σε ενενήντα ημέρες από τη τελεσιδικία της απόφασης, που επιδικάζει την ασφαλιζόμενη απαίτηση (ΑΠ 341/2006, ΕφΑθ 5250/2004). 

Α. Από την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2496/1997, με την οποία ορίζεται ότι εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, σε συνδυασμό με τις περί εκχωρήσεως διατάξεις των άρθρων 462 και 463 ΑΚ, προκύπτει ότι η υποκατάσταση του ασφαλιστή, ο οποίος πλήρωσε την ζημία, στα δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι των τρίτων λόγω της ζημίας επέρχεται αυτοδικαίως με την καταβολή του ασφαλίσματος, που αφορά τις ζημίες και καλύφθηκαν ασφαλιστικώς και ότι ο ασφαλιστής βρίσκεται στην ίδια ακριβώς νομική θέση στην οποία θα βρισκόταν και ο ζημιωθείς εάν ήταν ενάγων.

Β. Συνεπώς η αγωγή την οποία εγείρει ο ασφαλιστής έναντι του ζημιώσαντος, μετά την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο, δυνάμει σύμβασης ασφάλισης μεταξύ του ασφαλιστή και του ζημιωθέντος, ή για λογαριασμό του ζημιωθέντος ως τρίτου (άρθρο 9 ν. 2496/1997), είναι εκείνη που θα ήγειρε ο ζημιωθείς ασφαλισμένος κατά του ζημιώσαντος πριν την υποκατάσταση.

Γ. Τα εναγόμενα με την αγωγή του ασφαλιστή πρόσωπα, μπορούν να αντιτάξουν έναντι του ασφαλιστή όλες τις ενστάσεις για απαλλαγή, ή περιορισμό της ευθύνης των, τις οποίες είχαν μέχρι την υποκατάσταση κατά του ζημιωθέντος ασφαλισμένου.

Δ. Είναι αδιάφορο, εάν τυχόν καταβλήθηκε από τον ασφαλιστή μεγαλύτερη αποζημίωση στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο σε σχέση με την επελθούσα ζημία, αφού η ως άνω εκ του νόμου υποκατάσταση μέχρι το ύψος της ασφαλιστικής αποζημίωσης, αφορά μόνο τις αξιώσεις αποζημίωσης του ζημιωθέντος ασφαλισμένου προς αποκατάσταση της ζημίας του.

Ε. Προκειμένης διεθνούς μεταφοράς πραγμάτων, δικαιούχος της αποζημίωσης  λόγω απώλειας, ή βλάβης, ή καθυστέρησης, των πραγμάτων, δεν είναι το πρόσωπο που έχει την κυριότητα των πραγμάτων, αλλά το πρόσωπο που νομιμοποιείται έναντι του μεταφορέα να ασκήσει το δικαίωμα από την σύμβαση μεταφοράς. Το ανωτέρω νομιμοποιούμενο πρόσωπο είναι ο αποστολέας, ή ο παραλήπτης, των πραγμάτων, αναλόγως του ποίος από τους δύο έχει δικαίωμα διάθεσης των πραγμάτων, δηλαδή, ποίος εκ των δύο, κατά το χρονικό σημείο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, φέρει τον κίνδυνο της απώλειας, βλάβης, ή καθυστέρησης των μεταφερόμενων πραγμάτων.

ΣΤ. Επομένως, επελθούσας ζημίας, αν ο ασφαλιστής αποζημιώσει τον ασφαλισμένο, χωρίς αυτός να έχει αποκτήσει το δικαίωμα διάθεσης των μεταφερομένων πραγμάτων, πριν, δηλαδή, επέλθει η μετάθεση του κινδύνου των μεταφερομένων πραγμάτων σε αυτόν, δεν επέρχεται, παρ ότι πλήρωσε την ζημία, νόμιμη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι των τρίτων λόγω της ζημίας. Στην περίπτωση αυτή, η ασκηθείσα από τον ασφαλιστή αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης.

Ζ. Η μετάθεση του κινδύνου στις διεθνείς συμβάσεις πώλησης έχει ρυθμισθεί συμβατικά από τις διεθνείς εμπορικές συνήθειες, που έχουν κωδικοποιηθεί με τον όρο «Incoterms», οι οποίες κατά καιρούς μεταρρυθμίζονται, σήμερα δε ισχύουν οι «Incoterms 2020». Πρόκειται για διεθνείς εμπορικές συνήθειες ευρέως διαδεδομένες, τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν, ή οφείλουν να γνωρίζουν και εκτοπίζουν την ρύθμιση της μετάθεσης του κινδύνου της από 11-4-1980 Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών «για τις συμβάσεις διεθνών πωλήσεων κινητών πραγμάτων». Εφαρμόζονται ρητά, γιατί έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, ή σιωπηρά και μάλιστα κατά τεκμήριο, εφ όσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία. Έχουν ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο και χωρίς να θεωρούνται πηγή δικαίου, αποτελούν ερμηνευτικό κείμενο των εμπορικών ρητρών, αποτελούν δηλαδή γενικούς όρους συναλλαγών και εφαρμόζονται για την ερμηνεία της σύμβασης πώλησης και μεταφοράς.

Η. Κατά συνέπεια, η μετάθεση του κινδύνου των μεταφερομένων πραγμάτων ρυθμίζεται από τις ρήτρες αυτές, ιδιαίτερα όταν τα μέρη τους έχουν ρητά ενσωματώσει στην σύμβαση πώλησης, ή στην φορτωτική. Σημειώνεται ότι μόνη η μετάθεση του κινδύνου των μεταφερομένων πραγμάτων στον αγοραστή δεν συνεπάγεται και την μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, γιατί για την κτήση της κυριότητας, εκτός από την σχετική συμφωνία μεταξύ πωλητή και αγοραστή και την πλασματική παράδοση των πωληθέντων πραγμάτων με την φόρτωση των πραγμάτων στο μεταφορικό μέσο προς αποστολή, απαιτείται και η μετάθεση της νομής των πραγμάτων στον αγοραστή με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 978 ΑΚ (ΕφΘεσ 558/2008, ΕφΑθ 5138/2005, ΕφΠειρ 173/2011, ΕφΑθ 5138/2005, ΤρΕφΑθ 640/2015).

Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ/593/2008 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 17ης Ιουνίου 2008 (Κανονισμός Ρώμη Ι) που ισχύει ως εσωτερικό δίκαιο για συμβάσεις που έχουν συναφθεί μετά την 17 Δεκεμβρίου 2009 και έχει υπερνομοθετική και οικουμενική ισχύ, αντικατέστησε την σύμβαση της Ρώμης και εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου στις περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση νόμων.

Α. Δεν εφαρμόζεται σε φορολογικά, τελωνειακά και διοικητικά ζητήματα, ή στην απόδειξη και σε δικονομικά ζητήματα.

Β. Ο κανονισμός δεν ισχύει για ενοχές οι οποίες αφορούν τις εξής περιπτώσεις, 1.την προσωπική κατάσταση, ή την νομική ικανότητα φυσικού προσώπου,  2. οικογενειακές σχέσεις, 3. περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, 4. αξιόγραφα, όπως συναλλαγματικές, επιταγές, γραμμάτια σε διαταγή, 5. διαιτησία και επιλογή δικαστηρίου, 6. δίκαιο των εταιρειών και άλλων ενώσεων, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, 7. δέσμευση αντιπροσωπευομένου ή εταιρείας έναντι τρίτου, 8. Εμπιστεύματα, 9. συναλλαγές πριν από την σύναψη σύμβασης, 10. συμβάσεις ασφάλισης, εκτός από εκείνες οι οποίες ορίζονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ σχετικά με την ασφάλιση ζωής.

Γ. Το καθοριζόμενο από τον κανονισμό δίκαιο εφαρμόζεται ακόμη και αν δεν πρόκειται για δίκαιο κράτους μέλους.

Δ. Ελευθερία επιλογής

Τα συμβαλλόμενα μέρη επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο. Το δίκαιο μπορεί να εφαρμοστεί στο σύνολο, ή σε μέρος μόνο, της σύμβασης. Με την προϋπόθεση ότι συμφωνούν όλα τα μέρη, το εφαρμοστέο δίκαιο μπορεί να μεταβληθεί οποτεδήποτε.

Εάν το δίκαιο το οποίο έχει επιλεγεί δεν είναι το δίκαιο χώρας η οποία συνδέεται στενότερα με την σύμβαση, τότε τηρούνται οι διατάξεις του τελευταίου δικαίου.

Εάν η σύμβαση αφορά ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, η επιλογή από τα μέρη εφαρμοστέου δικαίου άλλου από εκείνο κράτους μέλους δεν πρέπει να θίγει την εφαρμογή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.

Ε. Εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής

Όταν τα συμβαλλόμενα μέρη δεν έχουν επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο για την πώληση αγαθών, την παροχή υπηρεσιών, την δικαιόχρηση, ή την διανομή, το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται βάσει της χώρας κατοικίας του κύριου παράγοντα που εκτελεί τη σύμβαση.

Για συμβάσεις οι οποίες αφορούν ακίνητη ιδιοκτησία, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται το ακίνητο, εκτός από τις περιπτώσεις προσωρινής και ιδιωτικής μίσθωσης (μέχρι έξι διαδοχικούς μήνες). Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας κατοικίας του ιδιοκτήτη.

Σε περίπτωση πώλησης αγαθών διά πλειστηριασμού, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας στην οποία διενεργείται ο πλειστηριασμός. Όσον αφορά συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία διέπονται από ένα μόνο δίκαιο, εφαρμόζεται το εν λόγω δίκαιο.

Εάν στο πλαίσιο μιας σύμβασης δεν ισχύει κανένας, ή ισχύει παρά πάνω από ένας, από τους παραπάνω κανόνες, το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται βάσει της χώρας κατοικίας του κύριου παράγοντα που εκτελεί τη σύμβαση.

Εάν, ωστόσο, η σύμβαση συνδέεται στενότερα με χώρα άλλη από εκείνη που προβλέπεται από τους εν λόγω κανόνες, εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της άλλης χώρας. Το ίδιο ισχύει, όταν δεν είναι δυνατός ο καθορισμός εφαρμοστέου δικαίου.

ΣΤ. Εφαρμοστέοι κανόνες για ειδικές συμβάσεις

Για τους ακόλουθους τύπους σύμβασης, ο κανονισμός προβλέπει δυνατότητες επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου και καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής

Συμβάσεις μεταφοράς εμπορευμάτων. Ελλείψει επιλογής εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας κατοικίας του μεταφορέα με την προϋπόθεση ότι πρόκειται επίσης για τον τόπο παραλαβής, ή παράδοσης, ή κατοικίας του αποστολέα. Διαφορετικά εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας στην οποία θα πραγματοποιηθεί η παράδοση

Συμβάσεις μεταφοράς επιβατών. Το εφαρμοστέο δίκαιο επιλέγεται, από την χώρα κατοικίας του επιβάτη ή του μεταφορέα, την χώρα εγκατάστασης της κεντρικής διοίκησης του μεταφορέα, ή την χώρα αναχώρησης ή προορισμού. Ελλείψει επιλογής εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας κατοικίας του επιβάτη με την προϋπόθεση ότι αποτελεί επίσης τον τόπο αναχώρησης, ή προορισμού. Ωστόσο, εάν η σύμβαση συνδέεται στενότερα με μια άλλη χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της άλλης χώρας

Συμβάσεις καταναλωτών μεταξύ καταναλωτών και επαγγελματιών. Εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας κατοικίας του καταναλωτή με την προϋπόθεση ότι αποτελεί επίσης την χώρα στην οποία οι επαγγελματίες διεξάγουν τις δραστηριότητές τουςν ή προς την οποία απευθύνονται οι δραστηριότητές τους. Τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται επίσης, βάσει της ελευθερίας επιλογής, να εφαρμόσουν άλλο δίκαιο, εφ όσον εξασφαλίζει το ίδιο επίπεδο προστασίας για τους καταναλωτές με το δίκαιο της χώρας κατοικίας τους

Συμβάσεις ασφάλισης. Ελλείψει επιλογής εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας κατοικίας του ασφαλιστή. Ωστόσο, εάν η σύμβαση συνδέεται στενότερα με μια άλλη χώρα, θα εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της άλλης χώρας

Ατομικές συμβάσεις εργασίας. Το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται βάσει της αρχής της ελευθερίας επιλογής με την προϋπόθεση ότι το επίπεδο προστασίας που παρέχεται στον εργαζόμενο είναι ίδιο με εκείνο το οποίο προβλέπει το εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής. Στην τελευταία περίπτωση, το δίκαιο το οποίο διέπει τη σύμβαση θα είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία, ή από την οποία, οι εργαζόμενοι ασκούν τα καθήκοντά τους. Εάν δεν μπορεί να καθορισθεί το εφαρμοστέο δίκαιο, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου ευρίσκεται η εγκατάσταση της επιχείρησης. Ωστόσο, εάν η σύμβαση συνδέεται στενότερα με μια άλλη χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της άλλης χώρας.

Ζ. Έκταση του εφαρμοστέου δικαίου

Το σύμφωνο με τον κανονισμό εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο διέπει την ερμηνεία της, την εκπλήρωσή της, τις κυρώσεις λόγω μη εκπλήρωσης των ενοχών, τον υπολογισμό της αποζημίωσης, την λήξη της ενοχικής σχέσης, τις οδηγίες άσκησης προσφυγής και τις κυρώσεις για την εκτέλεση άκυρων συμβάσεων. Το κοινοτικό δίκαιο το οποίο ρυθμίζει τους κανόνες σύγκρουσης νόμων στον τομέα των συμβατικών ενοχών σε ειδικά θέματα υπερισχύει του κανονισμού, εξαιρουμένης της περίπτωση των συμβάσεων ασφάλισης.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ α ν. 2496/1997 ο ασφαλισμένος, ή ο λήπτης της ασφάλισης, υποχρεούται εντός 8 ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η υπαίτια παράβαση από το λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του.

Η υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται όμως σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφ όσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητά του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή (ΑΠ 1026/2008, ΟλΑΠ 14/2013).

Στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1, 2 και 5 ν. 2496/97 "Ασφαλιστική σύμβαση κλπ" ορίζονται τα εξής α) Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα), σε χρήμα, ή εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση) (άρθρο 1 παρ.1) β) η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή...(άρθρο 2 παρ.1) γ) ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στο λήπτη της ασφάλισης ασφαλιστήριο...(άρθρο 2 παρ.2) δ) αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σ' αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης (άρθρο 2 παρ.5).

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη) εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν.

Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό.

Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατό, στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί.

Στην πρακτική συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων (π.χ. ζωής και ασθενείας), η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ. Από το νόμο (άρθρο 2 ν. 2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στο λήπτη μαζί με το ασφαλιστήριο υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Αν ο ασφαλιστής που εξέδωσε το ασφαλιστήριο παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στο λήπτη έντυπη δήλωση εναντίωσης, τότε οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Οι ρυθμίσεις αυτές, υπαγορεύτηκαν με σκοπό να παρασχεθεί στο λήπτη της ασφάλισης και κατ' επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχείρησης, από τον αιφνιδιασμό του λήπτη, με την θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης (ΑΠ  1825/2008, ΑΠ 1063/2007, ΑΠ 1491/2006).

Απαραίτητη προϋπόθεση για άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής είναι η αδράνεια του υποχρέου προς αποζημίωση να ασκήσει κατά του ασφαλιστή του την αξίωση ελευθερώσεως. Για να γεννηθεί όμως η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή απαιτείται, κατά την κρατούσα ορθότερη άποψη, η επίδοση προηγουμένως της σχετικής αγωγής του τρίτου που ζημιώθηκε προς τον ασφαλισμένο, γεγονός που ενεργοποιεί την ευθύνη του τελευταίου, γιατί από τότε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν ακόμη δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή με εξώδικο συμβιβασμό, το μέγεθος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου (ΑΠ 966/03 ΑΠ 1596/95 ΕφΑθ 4301/06, ΕφΠειρ 509/2007)

Συνεπώς, πριν από την επίδοση στον ασφαλισμένο της αγωγής του παθόντος τρίτου, δεν έχει γεννηθεί η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή για καταβολή του ασφαλίσματος και κατ' επέκταση, δεν μπορεί να νοηθεί καν αδράνεια ενός τέτοιου προσώπου, το οποίο ακόμη τότε δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του δανειστή του ασφαλιστή του.

Όταν λοιπόν ο παθών τρίτος με το ίδιο δικόγραφο ασκεί ευθεία αγωγή κατά του υπόχρεου ασφαλισμένου και πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή, κατ' αρθ. 724 ΚΠολΔ, με αίτημα την καταδίκη του ασφαλιστή να καταβάλει στον ασφαλισμένο (και όχι στον ίδιο τον ενάγοντα), επειδή ο τελευταίος αδρανεί να ασκήσει την αξίωση του κατά του ασφαλιστή (στοιχείο που πρέπει ν' αναφέρεται στην πλαγιαστική αγωγή, γιατί αλλιώς είναι αόριστη), δεν προλαβαίνει να συντρέξει η αδράνεια αυτή του οφειλέτη.

Σε μια τέτοια περίπτωση η πλαγιαστική αγωγή ασκείται προώρως, εν όψει του ότι δεν έχει ακόμη γεννηθεί η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή ούτε έχει επακολουθήσει αδράνεια τούτου, που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής.

Είναι αυτονόητο ότι στην περίπτωση αυτή η αδράνεια του ασφαλισμένου θα εμφανιστεί, όταν ο παθών τρίτος, περιοριστεί στην άσκηση ευθείας μόνο αξίωσης κατά του ασφαλισμένου, οπότε και γεννιέται η αξίωση του τελευταίου κατά του ασφαλιστή, και έκτοτε μπορεί να αρχίσει η περίοδος αδράνειας του ασφαλισμένου για να δικαιολογηθεί η άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής (ΕφΑθ 5618/01, ΕφΠειρ 509/2007).

Η απαγόρευση εφαρμογής ενός καταχρηστικού γενικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης αποτελεί εξειδικευμένη περίπτωση της θεμελιώδους αρχής του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική εταιρία προβάλλει κατά της αγωγής του ασφαλισμένου για επιδίκαση του ασφαλίσματος ένσταση καταλυτική της αγωγής με βάση κάποιο όρο του ασφαλιστηρίου, ο ενάγων ασφαλισμένος μπορεί να επικαλεστεί με αντένσταση την ακυρότητα του όρου αυτού ως καταχρηστικού.

Για το παραδεκτό της αντένστασης αυτής, από άποψη χρόνου προβολής της, τα συγκροτούντα την καταχρηστικότητα περιστατικά πρέπει να προβάλλονται, όπως και στην περίπτωση της ΑΚ 281, κατά την πρώτη σε πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης και συγχρόνως να διατυπώνεται από τον προβάλλοντα και αίτημα απόρριψης της ένστασης της αντιδίκου του για την αιτία αυτή. Ο ενάγων  μπορεί κατ' εξαίρεση να προβάλει παραδεκτώς για πρώτη φορά στο Εφετείο την ως άνω καταλυτική της ένστασης του εναγομένου αντένσταση της καταχρηστικότητας του γενικού όρου, αλλά μόνο ως εφεσίβλητος και προς  υπεράσπιση κατά της έφεσης του αντιδίκου του, ως εκκαλών δε, μόνο εφ όσον συντρέχουν οι λοιπές εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ.

Στο άρθρο 1 παρ.1 ν. 2496/97 "Ασφαλιστική σύμβαση κλπ" ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση ο ασφαλιστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα), σε χρήμα, ή εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Με εξαίρεση, κατ άρθρο 26 παρ. 6 του ιδίου νόμου, την ασφάλιση της ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων η οποία ρυθμίζεται από τον ν. 489/1976 και εκείνης της παρ. 1του άρθρου 26 του ιδίου νόμου, που η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, οπότε ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή, σε κάθε άλλη περίπτωση δημιουργείται συμβατική σχέση και συνακολούθως δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ του ασφαλιστή αφ ενός και του ασφαλισμένου αφ ετέρου.

Ο τρίτος που ζημιώθηκε από τον λήπτη της ασφάλισης και έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του, δεν μπορεί να στραφεί απ' ευθείας κατά του ασφαλιστή, γιατί τέτοια αξίωση δεν θεμελιώνεται στο δίκαιο της ιδιωτικής ασφάλισης, (Ι. Ρόκα, Ιδιωτική Ασφάλιση, έκδ. 1998 σ. 166, Ζ. Σκουλούδη, Δίκαιο Ιδιωτικής Ασφαλίσεως, Έκδ. 1995, σ. 361, Α. Αργυριάδη, Στοιχεία Ασφαλιστικού Δικαίου, 1976, σ. 104 επ., Βασιλείου Κιάντου, Ασφαλιστικό Δίκαιο, 8η έκδοση, σελ. 385, ΑΠ 1596/1995, ΕΑ 3268/1999, ).

Επομένως, ο παθών τρίτος, σε μη υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, δεν έχει κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ευθεία αξίωση περί αποζημιώσεώς του για ζημιές, τις οποίες υπέστη αυτός συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του ασφαλισμένου της, η τυχόν δε ασκηθείσα εκ μέρους του εναντίον της ευθεία αγωγή, με την οποία επιδιώκει τέτοιου είδους αποζημίωση είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως στο πρόσωπο της ευθέως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας της, κατ’ άρθρο 68 ΚΠολΔ, απαιτούμενης διαδικαστικής προϋποθέσεως της παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση εναντίον της μιας τέτοιας αγωγής (ΑΠ 1502/2008, ΕφΠειρ 368/2011, αδημ.).

Εκτός αντιθέτου συμφωνίας, ο ασφαλιστής, όταν αποζημιώσει στον δικαιούχο - λήπτη της ασφάλισης, δεν αποκτά δικαίωμα επί του ασφαλιζομένου αντικειμένου ή επί του μέρους που, τυχόν, απέμεινε, αλλά, εφ' εξής, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δικαιούχου - λήπτη της ασφάλισης επί του ασφαλιζόμενου αντικειμένου από την στιγμή του ατυχήματος που προκάλεσε την ζημία. Επομένως μετά την καταβολή της αποζημίωσης από τον ασφαλιστή στον δικαιούχο - λήπτη της ασφάλισης, αν  ο δικαιούχος - λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου υπαιτίου της πρόκλησης της ζημίας, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος, από τότε που κατέβαλε το ασφάλισμα στον δικαιούχο - λήπτη της ασφάλισης.

Υποκαθίσταται, δηλαδή, ο ασφαλιστής στη θέση του δικαιούχου - λήπτη της ασφάλισης και μπορεί στο όνομά του, να ασκήσει κατά του τρίτου υπαιτίου της ζημίας, αξιώσεις αποζημίωσης για τα ποσά που κατέβαλε στον δικαιούχο - λήπτη της ασφάλισης.  

Στην ελληνική έννομη τάξη η υποκατάσταση ρυθμίζεται από τον ν. 2496/1997 για την ασφαλιστική σύμβαση. Η απαίτηση μεταβιβάζεται στον ασφαλιστή με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά της και έτσι ο τρίτος μπορεί να αντιτάξει κατά του ασφαλιστή όλες τις ενστάσεις που θα είχε κατά του ασφαλισμένου μέχρι την καταβολή του ασφαλίσματος.

Τέτοιες ενστάσεις είναι, α) αυτές που βάλλουν κατά της γέννησης και ύπαρξης της απαίτησης και β) αυτές που του παρέχουν το δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της αποζημίωσης, αρκεί αμφότερες να γεννήθηκαν μέχρι την υποκατάσταση του ασφαλιστή.

Μετά την υποκατάσταση του ασφαλιστή ο τρίτος μπορεί να αντιτάξει κατά του ασφαλιστή μόνο ενστάσεις που έχει κατά αυτού εξ ιδίου δικαίου, όπως π.χ. ότι παραγράφηκε η αξίωση, ή που συνδέονται ευθέως με την ενεργητική νομιμοποίηση του ασφαλιστή, όπως εικονικότητα, αισχροκέρδεια κλπ.

Ο ασφαλιστής αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την σύναψη και τους όρους της ασφαλιστικής συμβάσεως, β) την καταβολή του ασφαλίσματος στο ζημιωθέντα δικαιούχο - λήπτη της ασφάλισης, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και γ) την ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 25 εδ. α Αστικού Κώδικα, κατά την οποία οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υποβλήθηκαν, καθιερώνεται η αρχή της αυτονομίας της βούλησης ως προς την υποβολή μιας σύμβασης στο δίκαιο ορισμένης Πολιτείας. Η αυτονομία αυτή δεν είναι απόλυτη, υπό την έννοια ότι δεν δύναται να επιλεγεί δίκαιο προς το οποίο δεν συνδέεται κάποιο από τα στοιχεία της σύμβασης, έστω και χαλαρά.

Στους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών και των ασφαλίσεων, υπάρχει η τάση για διεθνή τυποποίηση, ή ενοποίηση. Ο σκοπός επιτυγχάνεται με την υποβολή των σπουδαιότερων τύπων των σχετικών συμβάσεων στο ίδιο δίκαιο, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια, ή κατοικία των συμβαλλομένων, ή του τόπου σύναψης, ή εκτέλεσης της σύμβασης. Αυτό έχει κατοχυρωθεί με το άρθρο 3 § 1 της Κοινοτικής Σύμβασης της Ρώμης του 1980 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές», πού κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988, με το οποίο θεσπίζεται η απόλυτη ελευθερία των συμβαλλομένων για την επιλογή του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου.

Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ειδικότερης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, κατά την σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, αλλά και μεταγενέστερα με την επίκληση διατάξεων του δικαίου αυτού, ακόμη και σιωπηρά με το να μην αντιλέγει κανένα μέρος σε μια τέτοια επίκληση. Αν τα συμβαλλόμενα μέρη θελήσουν να υπαγάγουν την σύμβαση ασφάλισης σε αλλοδαπό δίκαιο, οφείλουν να συμπεριλάβουν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο την ρήτρα υπαγωγής σε αλλοδαπό δίκαιο.

Ομοίως τα μέρη έχουν το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση, να συμφωνήσουν σε ποία χώρα θέλουν να αναθέσουν την λύση της διαφοράς τους. Στην περίπτωση αυτή οφείλουν να συμπεριλάβουν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο την ρήτρα δικαιοδοσίας.

Επομένως αν τα μέρη συμφώνησαν η ασφάλιση να υπόκειται σε αλλοδαπό δίκαιο, αλλά η δικαιοδοσία να ανήκει στην Ελλάδα, τότε η ύπαρξη και η εγκυρότητα της ασφαλιστικής σύμβασης, ως και των όρων της, θα κριθεί με βάση το αλλοδαπό δίκαιο. Τα ελληνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να εφαρμόσουν το αλλοδαπό δίκαιο, εφ όσον αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την ελληνική έννομη τάξη και δεν παραβιάζονται οι θεμελιώδεις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και του Ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών. Εφ όσον το αλλοδαπό δίκαιο έρχεται σε αντίθεση με την ελληνική έννομη τάξη δεν θα εφαρμοστεί το αλλοδαπό δίκαιο, αλλά το ελληνικό, αυτό που αντιστοιχεί στην συναφθείσα σύμβαση.

Σε ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνάπτεται στην Ελλάδα, είναι δυνατόν σε συμπεριληφθούν εκ των προτέρων διατυπωμένοι έντυποι όροι για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων (ρήτρες). Οι γενικοί αυτοί όροι (ρήτρες) έχουν την ίδια νομική αξία με τους ειδικούς όρους και το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου, είναι δε υποχρεωτικοί, έστω και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων, αρκεί να γίνεται σαφής παραπομπή σε αυτούς στην σύμβαση ασφάλισης. Οι όροι αυτοί πρέπει να επισημανθούν κατά τρόπο ρητό κατά την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης από την ασφαλιστική εταιρεία, που αντιμετωπίζεται ως «προμηθευτής» ως προς τον ασφαλισμένο, ο οποίος αντιμετωπίζεται ως «καταναλωτής». Ρητή επισήμανση σημαίνει ρητή παραπομπή σε αυτούς και όχι παράθεση και ανάλυση των όρων στην ασφαλιστική σύμβαση. Ο ασφαλιστής πρέπει να εξασφαλίσει στον ασφαλιζόμενο την δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους, ο δε ασφαλισμένος να λάβει γνώση αυτών. Αυτό επιτυγχάνεται με την διατύπωση του συνόλου των όρων (γενικών και ειδικών) του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στην ίδια γλώσσα και κατά προτίμηση σε γλώσσα την οποία γνωρίζει ο ασφαλισμένος.

Αναρτώνται 23 βασικές ρήτρες ασφάλισης πλοίου.

ΡΗΤΡΑ ΠΛΟΙΜΟΤΗΤΑΣ (Seaworthiness Clause)

Τα πάντα εξαρτώνται από την πλοϊμότητα του πλοίου. Η Πλοϊμότητα δεν αφορά μόνο το σκάφος και τις μηχανές. Ένα πλοίο μπορεί να θεωρηθεί αναξιόπλοο και μόνο επειδή είναι ανεπαρκώς επανδρωμένο, ή έχει εφοδιασθεί ανεπαρκώς με καύσιμα, ή, ο πλοίαρχος δεν πληροί τα τυπικά προσόντα.

Στα ασφαλιστήρια δεν υπάρχει απόλυτη εγγύηση πλοϊμότητας. Έτσι δεν είναι απαραίτητο να είναι αξιόπλοο το πλοίο τη στιγμή που υπογράφεται το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, κάτι που είναι πρακτικώς αδύνατο.  Όταν το ταξίδι χωρίζεται σε στάδια, το πλοίο πρέπει να είναι αξιόπλοο κατά την έναρξη κάθε σταδίου.

Αν το πλοίο αρχίζει τον πλου σε κατάσταση αναξιοπλοΐας με επίγνωση και ανοχή του ασφαλιζομένου, οι ασφαλιστές δεν ευθύνονται για ζημία, που οφείλεται αμέσως από αναξιοπλοΐα σε εκείνο το στάδιο που το πλοίο βρίσκεται σε κατάσταση αναξιοπλοΐας.

ΡΗΤΡΑ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΣ (Running Down Clause)

Ο ασφαλιστής αποζημιώνει την αστική ευθύνη του ασφαλιζομένου σε περίπτωση συγκρούσεως με άλλο πλοίο. Σύγκρουση νοείται η επαφή του πλοίου με άλλο πλοίο.  Η αστική ευθύνη καλύπτει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο άλλο πλοίο,  ως επίσης και τις ζημίες τρίτων μερών, που από την σύγκρουση εμπλέκονται στο ατύχημα, όπως επιβάτες, ιδιοκτήτες φορτίου κλπ.  Δεν περιλαμβάνονται οι ζημίες στο  ασφαλισμένο πλοίο, αυτές καλύπτονται από άλλους όρους.

Οι καλυπτόμενες ζημίες του άλλου πλοίου είναι, α. Ολική απώλεια, β. Το κόστος επισκευής των ζημιών, γ. Απώλεια κέρδους, ή περιουσιακού στοιχείου, λόγω καθυστέρησης, ή απώλειας χρήσης, δ. Έξοδα Γενικής αβαρίας, που τυχόν θα δαπανηθούν εκ μέρους του άλλου πλοίου, ή περιουσιακού στοιχείου επί του άλλου πλοίου, ε. Έξοδα Ναυαγιαίρεσης, που τυχόν θα δαπανηθούν εκ μέρους του άλλου πλοίου, ή περιουσιακού στοιχείου επί του άλλου πλοίου.

Αν ο ασφαλισμένος είναι ταυτόχρονα ασφαλισμένος με την ίδια ρήτρα και σε P & I club, συνήθως οι ασφαλιστές είναι υπεύθυνοι για ζημίες, που φθάνουν μέχρι και τα 3/4 της ασφαλιζόμενης αξίας του πλοίου, συν τα 3/4 των εξόδων που θα κάνει ο ασφαλιζόμενος, αν χρειασθεί. Το υπόλοιπο 1/4 της ζημιάς θα καλυφθεί από το Ρ & Ι Glub.

ΡΗΤΡΑ ΠΕΡΙΣΣΕΙΑΣ ΕΥΘΥΝΗΣ (Excess LiabiIity Clause)

Γενικά σε όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια η ευθύνη του ασφαλιστή φθάνει μέχρι της ασφαλιζόμενης αξίας του πλοίου. Σε περίπτωση, που τρέχει η ρήτρα συγκρούσεως και η ζημία του άλλου πλοίου υπερβαίνει την ασφαλιζόμενη αξία του πλοίου, την πέρα της ασφαλιζόμενης αξίας ευθύνη του ασφαλιζόμενου την καλύπτει το Ρ & Ι Club με την ρήτρα Περίσσειας Ευθύνης.

Αν ένα πλοίο είναι ασφαλισμένο για 10.000.000 δολάρια για Ολική Απώλεια, το όριο ασφάλισης για αστική ευθύνη από σύγκρουση με άλλο πλοίο είναι 7.500.000 δολάρια.

ΡΗΤΡΑ ΑΔΕΛΦΟΥ ΠΛΟΙΟΥ (Sister Ship Clause)

Ο όρος αυτός σημαίνει ότι, αν το πλοίο συγκρουσθεί με άλλο πλοίο που ανήκει ολόκληρο, ή εν μέρει στους ίδιους πλοιοκτήτες, ή το διαχειρίζεται η ίδια εταιρεία, τότε ο ασφαλισμένος έχει τα ίδια δικαιώματα όπως και στην ρήτρα συγκρούσεως. 

ΡΗΤΡΑ ΡΥΜΟΥΛΚΗΣΕΣ (Tow and Assist Clause) 

Αρχικά δεν υπήρχαν περιορισμοί στη ρυμούλκηση του πλοίου. Σήμερα οι ασφαλιστές έχουν επιβάλλει περιορισμούς στις επιχειρήσεις ρυμουλκήσεως, λόγω του πρόσθετου κινδύνου που παρουσιάζεται.

Το αρχικό ασφαλιστήριο δεν προβλέπει κάλυψη για όλες τις ρυμουλκήσεις του ασφαλισμένου πλοίου, παρά μόνο για συνηθισμένες ρυμουλκήσεις στους λιμένες, ή σε καταστάσεις ανάγκης, γιατί δεν προβλέπεται ότι το πλοίο θα ρυμουλκηθεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ή ότι θα ρυμουλκήσει άλλο πλοίο.

Συνεπώς ρυμούλκηση επιτρέπεται μόνο, όταν το ασφαλιζόμενο πλοίο, ή το πλοίο που βοηθά το ασφαλιζόμενο πλοίο, βρίσκεται σε κίνδυνο, ή πρόκειται για τις συνηθισμένες ρυμουλκήσεις στα λιμάνια, ή όταν ο ασφαλιστής συμφωνεί.

Το ασφαλιζόμενο πλοίο μπορεί να ρυμουλκηθεί χωρίς πρόσθετο ασφάλιστρο μόνο, α. Όταν βρίσκεται σε κίνδυνο, β. Προς τον πλησιέστερο ασφαλή λιμένα ή τοποθεσία, γ. Όπως συνηθίζεται μέσα στα λιμάνια. Σε κάθε άλλη περίπτωση χρειάζεται πρόσθετο ασφάλιστρο.

ΡΗΤΡΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕΣ KAΛΥΨΕΣ (Continuation Clause)

Ένα χρονοασφαλιστήριο (time policy) εκπνέει σε μια προκαθορισμένη ημερομηνία και ώρα, ανεξάρτητα από την κατάσταση, ή, την τοποθεσία του πλοίου.

Η Continuation Clause καταλαμβάνει την περίπτωση συνέχισης της ασφάλισης μέχρι το πλοίο να φθάσει στο λιμάνι προορισμού. Για την εφαρμογή της είναι απαραίτητο να δοθεί από πριν ειδοποίηση στον ασφαλιστή ότι υπάρχει πρόθεση να συνεχισθεί η ασφάλιση.

Ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να επικαλεσθεί την Continuation Clause για να συνεχίσει μια ασφάλιση, παρά μόνο όταν το πλοίο βρίσκεται σε ένα ενδιάμεσο λιμένα, ή λιμένα καταφυγής, η δε συνέχιση της ασφαλίσεως δεν γίνεται επί χρονικής βάσεως, αλλά συνεχίζεται μέχρι να φθάσει το πλοίο στον τελικό του προορισμό.

ΡΗΤΡΑ ΠΛΗΣΕΣ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ (Sale of Vessel Clause)

Σύμφωνα με την ρήτρα αυτή το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ακυρώνεται την στιγμή της πώλησης του πλοίου, ή της μεταβίβασης της διαχείρισης. Η ακύρωση αποφεύγεται μόνον, εάν οι ασφαλιστές συμφωνήσουν γραπτώς ότι επιθυμούν να συνεχίσουν την ασφάλιση.

 Όταν συντρέχει η ρήτρα συνεχίσεως καλύψεως (continuation clause) η ακύρωση αναβάλλεται μέχρις ότου το πλοίο φθάσει στον τελικό προορισμό του.

Σε περίπτωση ακύρωσης του ασφαλιστηρίου ο ασφαλιστής επιστρέφει τα ασφάλιστρα, που αναλογούν από την ακύρωση μέχρι την λήξη της ασφαλιστικής περιόδου.

ΡΗΤΡΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΩΣ ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ (Breach οf Warranty Clause)

Η εγγύηση (Warranty) είναι μια υπόσχεση που δίνει ο ασφαλισμένος με την οποία βεβαιώνει, ή αρνείται, την ύπαρξη μιας κατάστασης, ή αναλαμβάνει να πράξει, ή να μη πράξει, κάτι. Οι εγγυήσεις περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο για να εξασφαλίσει ο ασφαλιστής ότι ο κίνδυνος θα παραμείνει σε όλη την διάρκεια της ασφάλισης,  όπως ακριβώς τον είχε υπ όψιν του όταν του προτάθηκε να τον καλύψει.

Μερικές καταστάσεις μεγαλώνουν τον κίνδυνο και σε τέτοιες περιπτώσεις επιβάλλεται από τους ασφαλιστές ένα πρόσθετο ασφάλιστρο για να καλυφθεί αυτός ο πρόσθετος κίνδυνος (Breach οf Warranty Clause). Οι καταστάσεις αυτές συνδέονται με α. Το φορτίο που μεταφέρεται επί του ασφαλισμένου πλοίου, β. Το είδος του εμπορίου με το οποίο ασχολείται το ασφαλισμένο πλοίο, γ. Τα γεωγραφικά όρια ναυσιπλοϊας, δ. Τη ρυμούλκηση, ε. Την ναυαγιαίρεση

Παραβίαση των ανωτέρω εγγυήσεων συγχωρείται μόνον όταν δοθεί ειδοποίηση αμέσως στον ασφαλιστή και συμφωνηθεί πρόσθετο ασφάλιστρο.

ΡΗΤΡΑ ΑΜΕΛΕΙΑΣ (Νegligence Clause)

Η ρήτρα αυτή καλύπτει απώλεια, ή ζημία, του ασφαλισμένου πλοίου, που προκαλείται από αμέλεια τρίτων. Τρίτοι δεν θεωρούνται ο πλοιοκτήτης, ή ο διαχειριστής. Αν ο πλοίαρχος έχει μετοχές στο πλοίο δεν θεωρείται τρίτος.

Βασική προϋπόθεση είναι η ζημία του ασφαλισμένου πλοίου να οφείλεται απ ευθείας σε αμέλεια του πλοιάρχου, πληρώματος, πιλότου, ή επισκευαστών, με τον όρο ότι αυτοί δεν είναι οι ασφαλιζόμενοι και δεν οφείλεται σε ατύχημα , α. Κατά τη φόρτωση, ή εκφόρτωση, ή μετατόπιση φορτίου, ή καυσίμων, β. Εκρήξεις επί, ή εκτός, του ασφαλισμένου πλοίου, γ. Θραύση ατομικών εγκαταστάσεων επί του πλοίου, ή εκτός αυτού, δ. Έκρηξη λεβήτων, ή θραύση αξόνων, ή κρυφό ελάττωμα στο σκάφος, ή στις μηχανές, ε. Επαφή με οποιοδήποτε μέσο μεταφοράς, που βρίσκεται επί της ξηράς, εξοπλισμού, ή εγκαταστάσεως, ή λιμένος, στ. Σεισμό, ενέργεια ηφαιστείου, ή κεραυνού.

ΡΗΤΡΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΑΒΑΡΙΑΣ (General Average Clause)

Ως Γενική Αβαρία ορίζεται οποιαδήποτε έκτακτη θυσία ή δαπάνη συμβαίνει με βάση τη λογική για την κοινή ωφέλεια, ώστε να διασωθεί η περιουσία που κινδυνεύει. Γενική Αβαρία υπάρχει μόνο όταν δημιουργηθούν θυσίες, ή και έκτακτες δαπάνες σε στιγμές κινδύνου εθελοντικά και με εύλογη κρίση με σκοπό την σωτηρία του πλοίου, του φορτίου και του ναύλου από κοινό θαλάσσιο κίνδυνο. Η αρχή της γενικής αβαρίας εφαρμόζεται όταν εμπλέκονται στη ναυτική περιπέτεια περισσότερα του ενός συμφέροντα.

 Απαραίτητα στοιχεία για την ύπαρξη της Γενικής Αβαρίας είναι, α. Το πλοίο να ήταν αξιόπλοο κατά την έναρξη του ταξιδίου, β. Η κοινή περιπέτεια, γ. Το πλοίο, το φορτίο και ο ναύλος πρέπει να βρίσκονται σε κίνδυνο, δ. Η θυσία και η δαπάνη πρέπει να είναι έκτακτη και να μην ανάγεται σε αναγκαίες ενέργειες για την εκτέλεση της μεταφοράς, ε. Η θυσία, ή, η δαπάνη, πρέπει να είναι για κοινή σωτηρία ολόκληρης της κοινής περιπέτειας, στ. Η θυσία, ή, η δαπάνη, πρέπει να είναι αποτέλεσμα σκόπιμης ενέργειας του πλοιάρχου και όχι τυχαίας, ζ. Το ύψος της θυσίας, ή της δαπάνης, πρέπει να είναι λογικό ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Για την αποκατάσταση, ή και κάλυψη της θυσίας, ή των εξόδων γενικής αβαρίας, συνεισφέρουν τα διακινδυνεύοντα μέρη (πλοίο, φορτίο, ναύλος κ.λπ.) ανάλογα με την αξία τους στο λιμένα εκφορτώσεως.

 Ως έξοδα Γενικής Αβαρίας θεωρούνται.

α. Έξοδα σε λιμένα καταφυγής. β. Μετακίνηση από τον λιμένα καταφυγής σε άλλον λιμένα καταφυγής. γ. Οι μισθοί, τροφοδοσία πληρώματος, καταναλωθέντα καύσιμα και προμήθειες από τον ένα λιμένα στον άλλο. δ. Μετατόπιση, εκφόρτωση, επαναφόρτωση φορτίου, καυσίμων ή προμηθειών στον λιμένα φορτώσεως, ή καταφυγής. ε. Αποθήκευση, επαναφόρτωση και στοιβασία φορτίου καυσίμων και προμηθειών. στ. Μισθοί και τροφοδοσία του πληρώματος σε όλη την παράταση του ταξιδιού. ζ. Οποιοδήποτε έκτακτο έξοδο, που θα πραγματοποιηθεί στη θέση άλλου εξόδου (Substituted Expenses), αλλά μόνο μέχρι του ποσού της δαπάνης που αποφεύχθηκε. η. Προσωρινές επισκευές (Temρorary Repairs). θ. Ζημιές στο φορτίο, στα καύσιμα,  ή τις προμήθειες. ι. Απόρριψη φορτίου στη θάλασσα καθώς και άλλες ζημιές απ' αυτή την ενέργεια. ια. Ζημία στο πλοίο και στο φορτίο από νερό που ρίπτεται για απόσβεση πυρκαγιάς. ιβ. Εθελοντική προσάραξη. ιγ. Ζημία σε λέβητες και μηχανήματα. ιδ. Αποζημιώσεις ναυαγιαιρέσεων. ιε. Απώλεια ναύλου.

ΜΕΡΙΚΗ ΑΒΑΡΙΑ (PARTICULAR AVERAGE)

Ως Μερική Αβαρία ορίζεται η έκτακτη θυσία ή δαπάνη, στην οποία εμπλέκεται µόνο ο κύριος της ζηµιωθείσας περιουσίας και οι ασφαλιστές του. Η διαπίστωση του αιτίου που προκάλεσε τη ζημία είναι ζωτικής σημασίας. Ο πλοίαρχος πρέπει να ενημερώσει τον πλοιοκτήτη, ως προς το αίτιο που προκάλεσε τη ζημία.

ΡΗΤΡΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΕΞΟΔΩΝ ΠΡΟΣ ΑΠΟΤΡΟΠΗ Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΖΗΜΙΑΣ (Suing and Labouring clause)

Κάθε έξοδο, το οποίο εύλογα πραγματοποιήθηκε από τον πλοιοκτήτη, τον πλοίαρχο, το πλήρωμα, τους αντιπροσώπους ή εκπροσώπους του πλοιοκτήτη, με σκοπό αποτροπή ή μείωση ζημιάς, η οποία καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, είναι αποζημιωτέα ανεξάρτητα από το ποσό που έχει καταβληθεί για αποκατάσταση της ζημιάς, έστω και αν ακόμη καταβλήθηκε αποζημίωση για ολική απώλεια

Έξοδο θεωρείται, κάθε έξοδο, που, α.  Εύλογα πραγματοποιήθηκε, β. Αποσκοπούσε στην αποτροπή, ή στην μείωση ζημιάς του ασφαλιζόμενου πλοίου, γ. Πραγματοποιήθηκε με σκοπό την αποτροπή ή μείωση ζημιάς οφειλομένης στον κίνδυνο που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, δ. Πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά από τον πλοιοκτήτη, τους αντιπροσώπους ή εκπροσώπους του.

ΡΗΤΡΑ ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ (Coinsurance Clause)

Σύμφωνα με την ρήτρα, ο ασφαλισμένος επιβαρύνεται για κάθε ατύχημα, ή συμβάν, με ένα ποσό ίσον προς το 10% της καθαρής απαίτησης (ζημία μείον αφαιρετέα απαλλαγή) σε περίπτωση απαιτήσεως του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή για απώλεια, ή ζημία, σε λέβητες, άξονες ή μηχανήματα και συναφή εξαρτήματα, η οποία προέρχεται από οποιασδήποτε αιτία και καταλογίζεται εν όλω ή εν μέρει σε αμέλεια του πλοιάρχου. H ρήτρα δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση ολικής ή τεκμαρτής ολικής απώλειας.

ΡΗΤΡΑ ΑΦΑΙΡΕΤΕΑΣ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ (Deductible Average Clause)

Σύμφωνα με την ρήτρα αυτή καμία απαίτηση, που οφείλεται σε καλυπτόμενους κινδύνους, δεν θα ικανοποιηθεί, εκτός εάν το σύνολο των απαιτήσεων που προέρχεται από κάθε ατύχημα, ή συμβάν, υπερβαίνει ένα ποσό, οπότε και θα εκπέσει το εν λόγω ποσό.

ΡΗΤΡΑ ΜΙΣΘΟΤΡΟΦΟΔΟΣΙAΣ (Wages and Maintenance Clause)

Σύμφωνα με την ρήτρα αυτή καμιά απαίτηση δεν θα πληρώνεται σε περίπτωση μερικής αβαρίας από τον ασφαλιστή για τροφοδοσία του πληρώματος, εκτός εάν είναι μέρος των εξόδων μετακινήσεως του πλοίου από ένα λιμάνι στο άλλο για επισκευές, ή για δοκιμές και μόνον εφ' όσον το πλοίο είναι καθ' οδόν.

Ο ασφαλιστής, όμως, είναι υπεύθυνος για την αναλογία εκείνη της μισθοτροφοδοσίας όση είναι η αναλογία των επισκευών των αποζημιουμένων από το ασφαλιστήριο μαζί με το ολικό κόστος των επισκευών και εφ' όσον ο πλοιοκτήτης δεν πραγματοποίησε και επισκευές για λογαριασμό του αποκλειστικά,

ΡΗΤΡΑ ΔΙΑΔΟΧΙΚΝ ΖΗΜΙΝ (Successive Losses Clauses)

Με την ρήτρα αυτή δεν ευθύνονται οι ασφαλιστές για ζημία, που δεν επισκευάσθηκε και στη συνέχεια ακολούθησε ολική απώλεια, που συνέβηκε κατά το χρονικό διάστημα που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, ή κατά την οιανδήποτε παράταση της ισχύος του. 

Ο ασφαλιστής είναι υπεύθυνος σε αποζημίωση για το ποσό των επισκευών, ή/και για την υποτίμηση που υφίσταται το πλοίο, λόγω των ζημιών που δεν επισκευάσθηκαν.

Αν το πλοίο βυθισθεί, είτε από καλυπτόμενο κίνδυνο, είτε όχι, πριν γίνουν οι επισκευές και πριν λήξει το ασφαλιστήριο, ο ασφαλιστής δεν είναι υπεύθυνος για τις ζημιές που δεν επισκευάσθηκαν, παρά μόνο για ολική απώλεια.

ΡΗΤΡΑ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΣ (Valuation Clause)

Ο πλοιοκτήτης συνήθως αναφέρει την αξία του πλοίου κατά τα προκαταρκτικά στάδια της ασφαλίσεως και ο ασφαλιστής την αποδέχεται, εάν είναι λογική. Εφ' όσον αναγραφεί η αξία στο συμβόλαιο αποτελεί αναμφισβήτητα την αξία του πλοίου.

Η Ρήτρα εκτιμήσεως  αναφέρει ότι, προς διαπίστωση κατά πόσο η ζημία του πλοίου συνιστά τεκμαρτή ολική απώλεια (constructive total loss) σαν ασφαλιζόμενη αξία, θα θεωρηθεί η αξία του πλοίου μετά την επισκευή.

Η τιμή της πωλήσεως προς διάλυση, ή του ναυαγίου, δεν θα λαμβάνεται υπ' όψιν. Καμιά απαίτηση για τεκμαρτή ολική απώλεια, που βασίζεται στο κόστος αποκαταστάσεως, ή και επισκευής του πλοίου, δεν θα ικανοποιηθεί, εκτός μόνον εάν το ως άνω κόστος υπερβεί την ασφαλισμένη αξία.

ΡΗΤΡΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΩΣ ΤΟΥ ΝΑΥΛΟΥ (Abandonment οf Freight Clause)

Με την ρήτρα αυτή καμία απαίτηση ναύλου, δεν θα γίνει εναντίον των ασφαλιστών σε περίπτωση ολικής, ή τεκμαρτής ολικής απώλειας του πλοίου, είτε επιδόθηκε ειδοποίηση εγκαταλείψεως, είτε όχι.

ΡΗΤΡA ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ (Tender Clause)

Η ρήτρα σημαίνει ότι σε περίπτωση ατυχήματος, λόγω του οποίου η απώλεια, ή ζημία, που θα επακολουθήσει θα συνιστούσε ενδεχομένως απαίτηση κατά του ασφαλιστή, πρέπει να σταλεί ειδοποίηση προς τον  ασφαλιστή με σκοπό όπως διορισθεί εμπειρογνώμονας για να αντιπροσωπεύσει τον ασφαλιστή, αν το επιθυμεί. Ο ασφαλιστής δικαιούται να αποφασίσει για το λιμάνι που θα κατευθυνθεί το πλοίο προς δεξαμενισμό, ή προς επισκευή. Εχει το δικαίωμα «βέτο» όσον αφορά τον τόπο της επισκευής, ή την εταιρεία που αναλαμβάνει την επισκευή.

ΡΗΤΡΑ ΔΑΠΑΝΩΝ (Disbursements Clause)

Η ρήτρα  καλύπτει τα τρέχοντα έξοδα του πλοίου προ της έναρξης του ταξιδιού, κατά την διάρκεια του ταξιδιού (από τον πλοίαρχο), κατά την παραμονή του πλοίου στον λιμένα (από τον αντιπρόσωπο του πλοιοκτήτη) και τα έξοδα γενικής αβαρίας.  

Είναι συνήθης η εγγύηση «disbursements 10 per cent clause» όπου η ασφάλιση επί των διαφόρων εξόδων του πλοίου δεν δύναται να υπερβεί το 10% της ασφαλισμένης αξίας σκάφους και μηχανών.

ΡΗΤΡΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΟΥ (Return Premium)

Η ρήτρα ρυθμίζει την επιστροφή ασφαλίστρου, που έχει καταβληθεί. Συνήθης είναι η επιστροφή του ασφαλίστρου, αν τo ασφαλιστήριο ακυρωθεί για κάποιο νόμιμο λόγο, κατόπιν κοινής συμφωνίας ασφαλιστή και ασφαλισμένου, ή αν το πλοίο παροπλισθεί σε λιμάνι για διάστημα μεγαλύτερο του μηνός.

Innocent owners insurance

Ο πλοιοκτήτης με ένα ναυλοσύμφωνο bareboat εκτίθεται, εάν η Hull ή/και η Increased Value ασφάλιση δεν αποκρίνονται στην πραγματικότητα. Θα πρέπει να καλυφθεί για pre-contractual representations.

Ναύλωση bareboat σημαίνει, ναύλωση γυμνού πλοίου. Στην περίπτωση αυτή, ο πλοιοκτήτης παρουσιάζει στον εκναυλωτή δύο έντυπα προς υπογραφή. Το ναυλοσύμφωνο και το έγγραφο παραλαβής του σκάφους (Inventory List). Με το ναυλοσύμφωνο το σκάφος παραδίδεται καθαρό και περιποιημένο με γεμάτες τις δεξαμενές πετρελαίου και νερού και πρέπει να παραδοθεί στην επιστροφή στην ίδια κατάσταση. Με το Inventory List ο  πλοιοκτήτης  χρεώνει το σκάφος με όλο τον εξοπλισμό του ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα (πλήρης εξοπλισμός του σκάφους).

Increased Value ασφάλιση, άλλως Hull Interest, σημαίνει ότι σε περίπτωση ολικής απώλειας του πλοίου ο πλοιοκτήτης δύναται να δηλώσει αυξημένη ασφαλιστική αξία του πλοίου, για να μπορέσει να αντικαταστήσει το πλοίο και μετριάσει τις οικονομικές συνέπειες της ολικής απώλειάς του.

Errors and Omissions Insurance (E&O)

Ασφαλίζεται η επαγγελματική ευθύνη, που προστατεύει ασφαλιστικές εταιρείες και ιδιώτες έναντι απαιτήσεων που πραγματοποιούνται από τρίτους για ανεπαρκή εργασία, ή αμελείς πράξεις. 

Directors and officers Insurance (D&O)

Καλύπτονται οι υποχρεώσεις της ίδιας της εταιρείας, καθώς και οι προσωπικές υποχρεώσεις διευθυντών και υπαλλήλων της εταιρείας, από νομικές προσφυγές για παράνομες πράξεις υπό την ιδιότητα των παραπάνω ως διευθυντών και υπαλλήλων.

Το 1884 στο Λονδίνο ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute of London Underwriters). Είναι ένωση της αγοράς των θαλασσίων ασφαλιστικών εταιρειών, διακριτή από τα LLOYD'S. Στη σύνθεσή του περιλαμβάνει ναυτιλιακές εταιρείες, εταιρείες εναέριων και λοιπών μεταφορών. Χαρακτηριστικό έργο του Ινστιτούτου είναι ότι, έχει καταρτίσει πρότυπες ρήτρες (Institute clauses) που αφορούν α) την ασφάλιση του πλοίου και είναι γνωστές ως «Institute Time Clauses (ITC)» και «Institute Voyage Clauses (IVC) και β) την ασφάλιση του φορτίου και είναι γνωστές ως Institute Cargo Clauses (ICC).

 Institute Time Clauses (ITC)

Ανάλογα με τη φύση και το βαθμό των κινδύνων, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ρητρών ITC.

α. Institute Time Clauses (Hull), που παρέχουν την μέγιστη κάλυψη (δηλαδή περιλαμβάνουν κινδύνους, ζημίες και  έξοδα). 

β.  Institute Time Clauses (free partial average), που παρέχουν  παρόμοια κάλυψη με εκείνη των ρητρών Hull, αλλά αποκλείουν κάλυψη για ζημία στην μηχανή του πλοίου (machinery damages).

γ. Institute Time Clauses (total loss only) που παρέχουν κάλυψη μόνο σε περίπτωση ολικής απώλειας. Αυτή η κάλυψη συνηθίζεται κυρίως στα παλιά πλοία.

Οι Institute Time Clauses, παρέχουν κάλυψη για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (συνήθως 12 μήνες) και είναι οι πιο σημαντικές ρήτρες στα θαλάσσια ασφαλιστήρια συμβόλαια.

 Institute Voyage Clauses (IVC)

Ανάλογα με τη φύση και το βαθμό των κινδύνων, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ρητρών IVC.

α. Institute Voyage on ship.

Η ανάληψη του κινδύνου εξαρτάται αν το ταξίδι περιγράφεται ως «από ένα λιμάνι, ή «και από ένα λιμάνι» (from a port or at and from a port).  

β. Institute Voyage on goods.

Ο κίνδυνος δεν αναλαμβάνεται, αν το πλοίο στο οποίο τα εμπορεύματα είναι φορτωμένα αποπλεύσει από ένα λιμάνι που δεν περιγράφεται στο ασφαλιστήριο, ή αν αποπλεύσει για διαφορετικό προορισμό.    

γ. Institute Voyage on freight.  

Στην περίπτωση που ο ναύλος έχει καθοριστεί στο ναυλοσύμφωνο για μέρος ή για όλο το φορτίο (chartered freight), o κίνδυνος αναλαμβάνεται ευθύς αμέσως μόλις γίνει η έναρξη εκτέλεσης του έργου σύμφωνα με τους όρους του ναυλοσυμφώνου.

Ο ασφαλιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση, άμα και να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο για δαπάνες που νόμιμα και λογικά έκανε ο ασφαλισμένος προς διασφάλιση της δίωξης εναντίον του υπευθύνου για την ζημία.

 Institute Cargo Clauses (ICC)

Ανάλογα με την φύση και τον βαθμό των κινδύνων, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ρητρών.

α. Institute Cargo Clauses (A)

β. Institute Cargo Clauses (B)

γ. Institute Cargo Clauses (C)

(βλέπε σχετικές αναρτήσεις)

Αναλύονται οι βασικές αρχές της εγκατάλειψης του πλοίου υπό το πρίσμα της  «Insurance Act 2015»

α. Όταν σε τεκμαρτή ολική απώλεια ο ασφαλισμένος επιλέξει να εγκαταλείψει το ασφαλιζόμενο αντικείμενο στον ασφαλιστή, πρέπει να υποβάλει δήλωση (αναγγελία) εγκατάλειψης. Εάν δεν ενεργήσει έτσι, η απώλεια μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως μερική απώλεια.

Η αναγγελία εγκατάλειψης γίνεται από τον ασφαλισμένο για να προειδοποιήσει τον ασφαλιστή ότι υπάρχει περίπτωση Ολικής Απώλειας, έτσι ώστε ο ασφαλιστής να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα, για να την αποτρέψει.

β. Η δήλωση εγκατάλειψης μπορεί να υποβληθεί, γραπτώς, ή προφορικώς.

Μπορεί να διατυπωθεί με οποιουσδήποτε όρους, που να υποδηλώνουν την πρόθεση του ασφαλισμένου να εγκαταλείψει ανεπιφύλακτα το ασφαλίσιμο συμφέρον του επί του ασφαλιζόμενου πλοίου στον ασφαλιστή.

γ.  Η δήλωση εγκατάλειψης πρέπει να δοθεί με λογική επιμέλεια μετά την λήψη αξιόπιστης πληροφορίας σχετικά με την απώλεια.

Όταν η πληροφορία είναι αμφίβολη ο ασφαλισμένος δικαιούται λογικό χρονικό διάστημα για να πάρει περαιτέρω πληροφορίες.

δ.  Όταν η δήλωση εγκατάλειψης υποβάλλεται σωστά, τα δικαιώματα του ασφαλισμένου δεν βλάπτονται από το γεγονός ότι ο ασφαλιστής αρνείται να αποδεχθεί την εγκατάλειψη.

ε.  Η αποδοχή της εγκατάλειψης από τον ασφαλιστή μπορεί είναι ρητή, ή εξυπακουόμενη από την συμπεριφορά του ασφαλιστή.

Η απλή σιωπή του ασφαλιστή μετά την δήλωση δεν αποτελεί αποδοχή.

στ.  Η αποδοχή της δήλωσης σημαίνει παραδοχή της ευθύνης για την απώλεια του πλοίου και την επάρκεια της δήλωσης εγκατάλειψης.

Όταν η δήλωση εγκατάλειψης γίνει αποδεκτή, η εγκατάλειψη είναι ανέκκλητη.

ζ. Η δήλωση εγκατάλειψης είναι περιττή, από την στιγμή που ο ασφαλισμένος λαμβάνει γνώση για την απώλεια και δεν υπάρχει πιθανότητα οφέλους για τον ασφαλιστή εάν υποβαλλόταν η δήλωση.

η. Ο ασφαλιστής μπορεί να παραιτηθεί από την υποβολή της δήλωσης εγκατάλειψης.

θ.  Όταν ο ασφαλιστής έχει αντασφαλίσει τον κίνδυνο που έχει αναλάβει, δεν είναι απαραίτητο να υποβάλει δήλωση εγκατάλειψης.

ι. Όταν υπάρχει έγκυρη εγκατάλειψη, ο ασφαλιστής δικαιούται να αναλάβει το συμφέρον του ασφαλισμένου σε ότι τυχόν έχει απομείνει από το ασφαλιζόμενο αντικείμενο, καθώς και όλα τα δικαιώματα ιδιοκτησίας σχετικά με αυτό.

Αναλύονται οι βασικές αρχές της απώλειας του πλοίου, υπό το πρίσμα της  «Insurance Act 2015».

Η Απώλεια (loss) διακρίνεται σε

α. Ολική απώλεια και Μερική απώλεια (Total loss and Partial loss).

β. Πραγματική ολική απώλεια και Τεκμαρτή (πλασματική) ολική απώλεια (Actual total loss -  Constructive total loss).

γ. Μερική απώλεια μη οφειλόμενη σε γενική αβαρία  (Particular average loss)   

δ. Γενική απώλεια οφειλόμενη σε γενική αβαρία (General  average loss).

Οποιαδήποτε απώλεια, εκτός από ολική απώλεια, θεωρείται μερική απώλεια.

Εκτός αντιθέτου συμφωνίας, μια ασφάλιση κατά ολικής απώλειας συμπεριλαμβάνει την τεκμαρτή καθώς και την πραγματική απώλεια.

Όταν ο ασφαλισμένος ενάγει για ολική απώλεια και τα στοιχεία αποδεικνύουν μόνο μερική απώλεια, μπορεί, εκτός εάν το ασφαλιστήριο ορίζει διαφορετικά, να αποζημιωθεί για μερική απώλεια.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΛΙΚΗ ΑΠΩΛΕΙΑ (actual total loss)

Όταν το ασφαλιζόμενο αντικείμενο καταστρέφεται, ή βλάπτεται τόσο, ώστε να παύει να είναι πράγμα του είδους που ασφαλίσθηκε, ή όταν ο ασφαλισμένος το στερείται ανεπανόρθωτα, υπάρχει πραγματική ολική απώλεια.

Όταν το πλοίο εξαφανισθεί και μετά την πάροδο λογικού χρονικού διαστήματος δεν έχουν ληφθεί νέα του, μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει πραγματική ολική απώλεια.

Στην περίπτωση πραγματικής ολικής απώλειας δεν χρειάζεται να υποβληθεί δήλωση εγκατάλειψης.

ΤΕΚΜΑΡΤΗ (ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗ) ΟΛΙΚΗ ΑΠΩΛΕΙΑ (Constructive Total Loss)

Τεκμαρτή (πλασματική) ολική απώλεια υπάρχει

α. Όταν το ασφαλιζόμενο αντικείμενο (εκτός εάν υπάρχουν ρητοί όροι στο ασφαλιστήριο) εγκαταλείπεται λόγω του ότι η πραγματική ολική απώλειά του φαίνεται να είναι αναπόφευκτη, ή δεν θα μπορούσε να προφυλαχθεί από πραγματική ολική απώλεια χωρίς μια δαπάνη, η οποία θα υπερέβαινε την αξία του όταν η δαπάνη θα υφίστατο.

β. Όταν ο ασφαλισμένος στερείται της κατοχής του πλοίου, ή του φορτίου από ασφαλισμένο κίνδυνο. 

γ. όταν ο ασφαλισμένος είναι απίθανο να ανακτήσει το πλοίο, ή το φορτίο.

δ. όταν το κόστος ανάκτησης του πλοίου, ή του φορτίου, θα υπερέβαινε την αξία τους, όταν θα είχαν ανακτηθεί.

ε. όταν η ζημιά του πλοίου από ασφαλισμένο κίνδυνο είναι τόσο μεγάλη, ώστε το κόστος επιδιόρθωσης της ζημίας θα υπερέβαινε την αξία του επισκευασμένου πλοίου.

Στην εκτίμηση του κόστους επισκευής δεν γίνεται μείωση του κόστους, λόγω συνεισφορών γενικής αβαρίας πληρωτέων από άλλα συμφέροντα, αλλά συνυπολογίζεται η δαπάνη μελλοντικών επιχειρήσεων αρωγής και μελλοντικών συνεισφορών γενικής αβαρίας για τις οποίες το πλοίο θα ήταν υπεύθυνο, εάν επισκευαζόταν.

Τεκμαρτή (πλασματική) ολική απώλεια υπάρχει όταν το ασφαλισμένο αντικείμενο εγκαταλείπεται, επειδή η πραγματική ολική απώλεια φαίνεται να είναι αναπόφευκτη, ή επειδή δεν μπορούσε να σωθεί χωρίς τα έξοδα να υπερβαίνουν την αξία του.

Όταν υπάρχει τεκμαρτή ολική απώλεια, ο ασφαλισμένος μπορεί

α. να αντιμετωπίσει την απώλεια ως μερική απώλεια, ή,

β. να εγκαταλείψει το ασφαλιζόμενο αντικείμενο στον ασφαλιστή και να αντιμετωπίσει την απώλεια σαν να ήταν πραγματική ολική απώλεια.

4. Δεν υφίσταται τεκμαρτή ολική απώλεια, όταν το πλοίο έχει εισέλθει σε πολεμική ζώνη και η διάσωσή του εκτιμάται ότι θα υπερβεί την αξία του πλοίου.

1. Παρέκκλιση (deviation) έχουμε, όταν μετά την έναρξη του κινδύνου η πορεία του πλοίου αλλάζει από αυτόν που προβλέπεται στο ασφαλιστήριο. Η πρόθεση να γίνει παρέκκλιση είναι άνευ σημασίας. Πρέπει να υπάρχει πραγματική παρέκκλιση. Παρέκκλιση υπάρχει ακόμα και όταν η πορεία του πλοίου δεν προβλέπεται στο ασφαλιστήριο, αλλά το πλοίο παρέκλινε από την συνηθισμένη πορεία. Ο πλους πρέπει να συνεχισθεί κατά τη διάρκεια της ασφάλισης με λογική ταχύτητα.

Αν δίχως νόμιμη δικαιολογία δεν συνεχισθεί, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την ευθύνη από την στιγμή που η καθυστέρηση καταστεί παράλογη.

Όταν το πλοίο ασφαλίζεται «προς και από» ή «από» έναν συγκεκριμένο τόπο, δεν είναι απαραίτητο το πλοίο να βρίσκεται στον τόπο αυτό όταν συνάπτεται η ασφάλιση, γιατί υπάρχει εξυπακουόμενος όρος ότι, ο πλους θα αρχίσει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

Αν ο πλους δεν αρχίσει με τον τρόπο αυτό, ο ασφαλιστής μπορεί να ακυρώσει την ασφάλιση.

Ο εξυπακουόμενος όρος (ότι ο πλους θα αρχίσει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος) μπορεί να αναιρεθεί, αποδεικνύοντας ότι η καθυστέρηση προκλήθηκε από γεγονότα γνωστά στον ασφαλιστή πριν από την σύναψη της σύμβασης, ή αποδεικνύοντας ότι παραιτήθηκε από τον όρο.

Όταν ο τόπος αναχώρησης ορίζεται στο ασφαλιστήριο και το πλοίο αντί να αποπλεύσει από τον τόπο αυτό αποπλέει από οποιονδήποτε άλλο τόπο, ο κίνδυνος δεν καλύπτεται.

Όταν ο τόπος προορισμού ορίζεται στο ασφαλιστήριο και το πλοίο αντί να αποπλεύσει προς τον συγκεκριμένο τόπο προορισμού αποπλέει προς οποιοδήποτε άλλο τόπο προορισμού, ο κίνδυνος δεν καλύπτεται.

2. Η παρέκκλιση διακρίνεται σε α. δικαιολογημένη (lawful excuse) και β. αδικαιολόγητη (without lawful excuse).  

α.  Δικαιολογημένη παρέκκλιση

Η παρέκκλιση είναι δικαιολογημένη

Όταν νομιμοποιείται από οποιονδήποτε ειδικό όρο του ασφαλιστηρίου.

Όταν προκαλείται από γεγονότα πέρα από τον έλεγχο του καπετάνιου και του πλοιοκτήτη.

Όταν είναι λογικά απαραίτητη για να τηρηθεί ρητή, ή εξυπακουόμενη, εγγύηση.

Όταν είναι λογικά απαραίτητη για την ασφάλεια του πλοίου, ή του φορτίου.

Όταν σκοπό έχει την διάσωση ανθρώπινης ζωής, ή την βοήθεια πλοίου που κινδυνεύει και στο οποίο ανθρώπινη ζωή μπορεί να βρίσκεται σε κίνδυνο.

Όταν είναι λογικά απαραίτητη με σκοπό να προσφερθεί ιατρική, ή χειρουργική, βοήθεια σε οποιοδήποτε πρόσωπο πάνω στο πλοίο.

Όταν προκαλείται από ναυταπάτη του καπετάνιου, ή του πληρώματος, εάν η ναυταπάτη (barratry) είναι ένας από τους καλυπτόμενους κινδύνους.

Ναυταπάτη (barratry) σημαίνει η ζημία που προκαλείται στο πλοίο, ή στο φορτίο, από πρόθεση (δόλο) του Πλοιάρχου, ή του πληρώματος, να προκαλέσει βλάβη στον πλοιοκτήτη, ή τον ναυλωτή, ή τον ασφαλιστή.

 Όταν ο λόγος, που συγχωρεί την παρέκκλιση παύει να υφίσταται, το πλοίο πρέπει να ανακτήσει την πορεία του και να συνεχίσει τον πλου με λογική ταχύτητα.

β.  Aδικαιολόγητη παρέκκλιση   

Η παρέκκλιση είναι αδικαιολόγητη, Όταν ορίζονται από το ασφαλιστήριο περισσότερα λιμάνια εκφόρτωσης, το πλοίο μπορεί να προσεγγίσει σε όλα, ή σε οποιοδήποτε από αυτά. Ελλείψει οποιουδήποτε εθίμου, ή επαρκούς αιτίας για το αντίθετο, πρέπει να προσεγγίσει σε αυτά, ή σε κάποια από αυτά, με τη σειρά που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο. Εάν δεν συμβεί αυτό υπάρχει αδικαιολόγητη παρέκκλιση.

Όταν το ασφαλιστήριο ισχύει για «λιμάνια εκφόρτωσης», εντός δεδομένης περιοχής, τα οποία δεν ονομάζονται, το πλοίο πρέπει, ελλείψει οποιουδήποτε εθίμου, ή επαρκούς αιτίας για το αντίθετο, να προσεγγίσει σε αυτά, ή σε κάποιο από αυτά, με τη γεωγραφική τους σειρά. Εάν δεν συμβεί αυτό υπάρχει αδικαιολόγητη παρέκκλιση.

Όταν υπάρχει αδικαιολόγητη παρέκκλιση (εκτός εάν το ασφαλιστήριο ορίζει διαφορετικά) ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την ευθύνη που έχει αναλάβει με την σύμβαση ασφάλισης από την χρονική στιγμή της παρέκκλισης, δηλαδή από την χρονική στιγμή που η απόφαση για αλλαγή πορείας έγινε προφανής.

Αναλύονται οι βασικές αρχές της θαλάσσιας ασφάλισης, υπό το πρίσμα της  «Insurance Act 2015»

Α. ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΙΜΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ (Insurable Interest Duty)

Κάθε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) το οποίο ενδιαφέρεται για την θαλάσσια περιπέτεια έχει ασφαλίσιμο συμφέρον.

α. Eνα πρόσωπο ενδιαφέρεται για την θαλάσσια περιπέτεια, όταν βρίσκεται σε οποιαδήποτε νομική, ή σύμφωνη με τις αρχές του δικαίου, σχέση προς την περιπέτεια, β. ή, προς οποιαδήποτε ασφαλίσιμη περιουσία, που κινδυνεύει λόγω της περιπέτειας αυτής και κατά συνέπεια μπορεί να ωφεληθεί από την ασφάλιση,

γ. ή, την έγκαιρη άφιξη της ασφαλίσιμης περιουσίας, δ. ή, μπορεί να ζημιωθεί από την απώλειά της, ε. ή, από ζημία σε αυτή, στ. ή, από κράτησή της, ζ. ή, μπορεί να προκληθεί ευθύνη σε σχέση με αυτή.

Κάθε σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης εν είδη παιγνίου, ή στοιχήματος, είναι άκυρη.

Μία σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης θεωρείται ότι είναι σύμβαση παιγνίου, ή στοιχήματος, όταν, α. ο ασφαλισμένος δεν έχει ασφαλίσιμο συμφέρον και το συμβόλαιο συνάπτεται χωρίς προσδοκία απόκτησης τέτοιου συμφέροντος, β. ή, όταν το ασφαλιστήριο συνάπτεται «με συμφέρον ή χωρίς συμφέρον» (interest or no interest), ή «χωρίς περαιτέρω απόδειξη συμφέροντος εκτός από το ίδιο το ασφαλιστήριο», ή «χωρίς όφελός αρωγής προς τον ασφαλιστή», ή υπόκειται σε οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο όρο.

Ο όρος «interest or no interest» και οι παρεμφερείς όροι, δηλώνουν ότι σε περίπτωση απώλειας του ασφαλισμένου πράγματος ο ασφαλισθείς δικαιούται αποζημίωσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει το συμφέρον, το οποίο έχει επί του ασφαλισθέντος αντικειμένου.

Ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο τη στιγμή της απώλειας, ενώ δεν είναι αναγκαίο να έχει συμφέρον, όταν συνάπτεται η ασφάλιση.

 Όταν το ασφαλιζόμενο αντικείμενο ασφαλίζεται «απολεσθέν ή μη απολεσθέν» (lost or not lost) ο ασφαλισμένος μπορεί να αποζημιωθεί, εάν το ασφαλισθέν αντικείμενο έτυχε να απολεσθεί κατά την στιγμή της  σύναψης της σύμβασης, χωρίς, ούτε ο ασφαλιστής, ούτε ο ασφαλισμένος, να γνώριζε την απώλεια.

Όταν ο ασφαλισμένος δεν έχει συμφέρον την στιγμή της απώλειας, δεν μπορεί να αποκτήσει συμφέρον με οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση, αφού μάθει για την απώλεια.

Ένα ενδεχόμενο συμφέρον είναι ασφαλίσιμο, καθώς και ένα αμφίβολο συμφέρον. Ακόμη και το μερικό συμφέρον κάθε φύσης είναι ασφαλίσιμο.

Ο ασφαλιστής, που δεσμεύεται από σύμβαση ασφάλισης, έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στον κίνδυνο που έχει αναλάβει και μπορεί να αντασφαλιστεί κατά του κινδύνου αυτού.

Όταν το ασφαλισμένο αντικείμενο είναι υποθηκευμένο, ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στην πλήρη αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου και ο ενυπόθηκος δανειστής έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό οφείλεται, ή θα οφείλεται, λόγω της υποθήκης.

Ο ενυπόθηκος δανειστής, ο παραλήπτης, ή άλλο πρόσωπο που έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο, μπορεί να το ασφαλίσει για λογαριασμό και προς όφελος άλλων ενδιαφερομένων, καθώς και προς δικό του όφελος.

Ο ιδιοκτήτης ασφαλισμένης περιουσίας έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με την πλήρη αξία της, παρ' όλο που κάποιος τρίτος ίσως έχει συμφωνήσει, ή είναι υπεύθυνος να τον αποζημιώσει σε περίπτωση απώλειας.

Όταν ο ασφαλισμένος εκχωρεί το συμφέρον του στο ασφαλισμένο αντικείμενο, ή το μεταβιβάζει με άλλο τρόπο, δεν μεταφέρει με αυτόν τον τρόπο στον εκδοχέα τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός εάν υπάρχει σχετική ρητή, ή εξυπακουόμενη, συμφωνία με τον εκδοχέα.

Η πτώχευση των πλοιοκτητών ή των ναυλωτών του πλοίου δεν καλύπτεται.   

Β. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΥΓΓΕΝΟΥΣ ΑΙΤΙΑΣ (Proximate Cause Duty)

Ο ασφαλιστής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει απώλειες, ή ζημίες, που προξενήθηκαν από πρωτογενείς αιτίες, που είναι καλυμμένες στο ασφαλιστήριο.

Γ. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΠΙΣΤΗΣ (Utmost Good Faith Duty)  

Η ασφάλιση στηρίζεται στην απόλυτη καλή πίστη (utmost good faith). Είναι γνωστή διεθνώς και ως Uberrima fides. Δηλαδή στην υποχρέωση αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών, να μην αποκρύπτουν από τον άλλο στοιχεία που γνωρίζουν, με σκοπό, εν αγνοία τέτοιων στοιχείων, να οδηγήσουν τον άλλο σε μια επιζήμια για αυτόν σύμβαση.

Επομένως τα συμβαλλόμενα μέρη  οφείλουν να ενεργούν με την μέγιστη δυνατή καλή πίστη. Οι ασφαλιζόμενοι οφείλουν να παρέχουν στον ασφαλιστή πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων. 

Παραβίαση της αρχής της απόλυτης καλής πίστης

Η παραβίαση της αρχής κατ αρχήν δεν επιφέρει ακύρωση της ασφάλισης. Η ασφάλιση συνεχίζεται. Αν, όμως, αν ο ασφαλισμένος παραβίασε την αρχή της FULL DISCLOSURE, παραλείποντας να ενεργήσει με απόλυτη καλή πίστη παρέχεται στον ασφαλιστή το δικαίωμα ακύρωσης της ασφάλισης. Το δικαίωμα αυτό του ασφαλιστή εφαρμόζεται μόνο αν ο ασφαλιστής, α. δεν θα είχε συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση, β. ή, θα την είχε συνάψει με διαφορετικούς όρους. Εξαρτάται αν η παραβίαση έγινε από υπαιτιότητα, ή όχι, του ασφαλισμένου, αν δηλαδή είναι ΔΟΛΙΑ ή ΟΧΙ, σύμφωνα με τις παρακάτω διακρίσεις.

Δ.  ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΥΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ (Full Disclosure Duty)

Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε πράγμα, το οποίο δύναται να επηρεάσει αυτόν κατά την σύναψη της ασφάλισης. Ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος, να αποκαλύψει στον ασφαλιστή όλα εκείνα τα στοιχεία που γνωρίζει, ή πρέπει να γνωρίζει, λόγω της επαγγελματικής ασχολίας του, που  επηρεάζουν την γνώμη κάθε συνετού ασφαλιστή στην αξιολόγηση του κινδύνου και τον υπολογισμό του ασφαλίστρου.

Δεν υφίσταται υποχρέωση για γνωστοποίηση στοιχείων, για στοιχεία που ελαττώνουν τον κίνδυνο, ή θεωρούνται αυτονόητα σε ένα ασφαλιστή, ή για τα οποία παραιτείται ο ασφαλιστής.

Η αποκάλυψη μπορεί να είναι σχετική με πραγματικό θέμα, ή σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης.

Η αποκάλυψη σχετική με πραγματικό θέμα είναι αληθής, εάν είναι ουσιαστικά ορθή, δηλαδή, εάν η διαφορά ανάμεσα σε ότι γνωστοποιήθηκε και τι είναι πραγματικά σωστό δεν θα θεωρείτο ουσιώδης σε ένα συνετό ασφαλιστή. Η αποκάλυψη σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης, είναι αληθής, εάν έγινε με καλή πίστη.

Ο ασφαλισμένος πρέπει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή, πριν να συναφθεί η σύμβαση, κάθε ουσιώδες γεγονός, το οποίο είναι γνωστό στον ασφαλισμένο και ο ασφαλισμένος το γνωρίζει, ή θεωρείται ότι το γνωρίζει.

Γεγονός είναι, κάθε είδη­ση, η πληροφορία, που κατέχει ο ασφαλισμένος. Ουσιώδες γεγονός είναι, κάθε γεγονός, που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με την απόφασή του για την ανάληψη, ή όχι, του κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου. Εάν κάποιο γεγονός είναι ουσιώδες, ή όχι, είναι σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό.

Μια αποκάλυψη είναι ουσιώδης, εάν θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με το ύψος του ασφαλίστρου, ή την απόφασή του σχετικά με την ανάληψη ή όχι του κινδύνου. Κάθε ουσιώδης αποκάλυψη, που παρέχεται στον ασφαλιστή από τον ασφαλισμένο, ή τον μεσίτη του, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την σύναψη της σύμβασης και πριν αυτή συναφθεί, πρέπει να είναι αληθής. Κάθε γεγονός, το οποίο είναι συνηθισμένο στον κύκλο της εργασίας του, ο ασφαλιζόμενος πρέπει να το γνωρίζει.

Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να αποκαλύψει κάθε θέμα που γνωρίζει, ή οφείλει να γνωρίζει, ότι θα μπορούσε να επηρεάσει την απόφαση του ασφαλιστή για να αποφασίσει αν θα ασφαλίσει τον κίνδυνο και με ποιους όρους. Επαρκείς πληροφορίες, ώστε να μπορέσει ο ασφαλιστής να πραγματοποιήσει περαιτέρω έρευνες σχετικά με πιθανώς σημαντικές περιστάσεις, που αφορούν τον κίνδυνο.

Ο ασφαλιζόμενος, εάν δεν ερωτηθεί από τον ασφαλιστή, δεν χρειάζεται να αποκαλύψει τα επόμενα γεγονότα, α. Γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο, β. Γεγονός που είναι γνωστό, ή υποτίθεται πως είναι γνωστό, στον ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής υποτίθεται ότι γνωρίζει θέματα κοινώς φημολογούμενα, ή γνωστά θέματα, τα οποία ένας ασφαλιστής στο συνηθισμένο κύκλο της εργασίας του θα έπρεπε να γνωρίζει, γ. Γεγονός για το οποίο ο ασφαλιστής μπορεί να το μάθει από πληροφορίες, δ. Γεγονός το οποίο είναι περιττό να αποκαλυφθεί, λόγω ρητής, ή εξυπακουόμενης, εγγύησης.

Όταν μια ασφάλιση συνάπτεται από μεσίτη, ο μεσίτης πρέπει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε ουσιώδες γεγονός γνωστό σε αυτόν.

Ένας μεσίτης θεωρείται ότι γνωρίζει κάθε γεγονός το οποίο, στο συνηθισμένο κύκλο της εργασίας του θα έπρεπε να γνωρίζει, ή που θα έπρεπε να είχε πληροφορηθεί. Ο μεσίτης πρέπει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε ουσιώδες γεγονός που ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος να αποκαλύψει, εκτός αν έγινε γνωστό σε αυτόν πολύ αργά για να ειδοποιήσει τον πράκτορα.

Ο ασφαλισμένος θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει α) Θέματα που θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα προκύψουν από μια εύλογη αναζήτηση των πληροφοριών, που πρέπει να κάνει, β) Οτιδήποτε είναι γνωστό από άτομο υπεύθυνο για την ασφάλισή του. Για παράδειγμα στον μεσίτη.

 Όταν ο ασφαλισμένος είναι εταιρεία, θεωρείται ότι έχουν την γνώση τα διευθυντικά του στελέχη και λοιπά πρόσωπα που μετέχουν στην διαδικασία της ασφάλισης.

 Ο ασφαλιστής θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, τα θέματα που γνωρίζουν τα άτομα, που συμμετέχουν για λογαριασμό του στην απόφαση, αν θα αναλάβει τον κίνδυνο και υπό ποίους όρους ( πχ. οι υπάλληλοί του).

Η ΑΡΧΗ ΑΥΤΗ ΣΥΝΔΥΑΖΟΜΕΝΗ με την ΑΡΧΗ της ΝΕΑΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ (new fair presentation), παρέχει στον ασφαλιστή το δικαίωμα ακύρωσης της ασφάλισης, μόνο όταν, α.  ο ασφαλιστής  δεν θα είχε συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση, ή β. θα την είχε συνάψει με διαφορετικούς όρους.

Ε.  ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΑΘΑΡΗΣΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ (New Fair Presentation Duty)

Κάθε περιγραφή των στοιχείων που ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή για τον αναμενόμενο κίνδυνο ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (pre-contractual representations) πρέπει να είναι αληθήςΟ ασφαλιστής, όμως, πρέπει από μόνος του, να προβεί σε περαιτέρω έρευνες και να μη βασίζεται στην περιγραφή των γεγονότων από τον ασφαλισμένο περί της αληθείας αυτών. 

Αποτέλεσμα της νέας αρχής της περιγραφής των στοιχείων, που πρέπει να παρουσιάσει ο ασφαλιζόμενος κατά την σύναψη της ασφάλισης,  είναι ότι, αφ ενός, ο ασφαλιστής δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην περιγραφή από τον ασφαλιζόμενο, αλλά πρέπει να το ψάξει μόνος του και να μην προβεί στην ασφάλιση, αν δεν τον ικανοποιεί η περιγραφή των στοιχείων, αφ ετέρου,  ότι δεν μπορεί να προβεί σε ακύρωση της ασφάλισης.  

Κατά συνέπεια ο ασφαλιστής διατηρεί το δικαίωμά του να ακυρώσει την ασφάλιση και να μην αποζημιώσει τον ασφαλισμένο, αν ο ασφαλισμένος, εκ προθέσεως, ή εξ αμελείας, παρέλειψε να κάνει μια εύλογη παρουσίαση του κινδύνου κατά την σύναψη της ασφάλισης. Πλην, όμως, όχι απεριόριστα.

Ο ασφαλιστής δικαιούται να ακυρώσει την ασφάλιση, μόνο όταν ο ασφαλισμένος αποτύχει να κάνει την εύλογη παρουσίαση, ακόμη και αν δεν το έκανε από πρόθεση ή από αμέλεια, υπό την προϋπόθεση ότι ο ασφαλιστής στην περίπτωση αυτή, δεν θα είχε συνάψει την ασφάλιση, αν του είχε γίνει μία δίκαιη παρουσίαση.

Επομένως είναι θέμα απόδειξης, ότι ο ασφαλιστής δεν θα είχε συνάψει την ασφάλιση, παρά τις σχετικές πληροφορίες που του δόθηκαν από τον ασφαλισμένο και η ασφάλιση θα συνεχιστεί, εξαρτώμενη από τους όρους υπό τους οποίους ο κίνδυνος παρουσιάστηκε στον ασφαλιστή.

ΣΤ. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ της ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ (deliberate or reckless breach)  

Αν ο ασφαλισμενος, παραβίασε την αρχή της προσυμβατικής αποκάλυψης των γεγονότων (pre-contractual disclosure) και επομένως και την αρχή της νέας καθαρής περιγραφής (New Fair Presentation), παραλείποντας, ως εκ τούτου, να ενεργήσει με απόλυτη καλή πίστη (Utmost Good Faith), ο ασφαλιστής έχει την δυνατότητα (νομιμοποιείται) να προβεί σε μη εφαρμογή και ακύρωση της σύμβασης ασφάλισης, υπό τις παρακάτω, όμως, προϋποθέσεις.

α. Σκόπιμη παραβίαάση deliberate or reckless breach). Σκόπιμη παραβίαση σημαίνει, παραβίαση της υποχρέωσης του ασφαλισμένου για προσυμβατική αποκάλυψη και καθαρή περιγραφή του υπό ανάληψη κινδύνου από καθαρή υπαιτιότητα του ασφαλιζομένου. Δηλαδή από δόλο, ή, από βαρεία αμέλειά του (που ισοδυναμεί με δόλο). Σε σκόπιμη παραβίαση ο ασφαλιστής δεν θα είχε συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση, ή θα την είχε συνάψει με διαφορετικούς όρους. ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ αυτή ο ασφαλιστής δύναται να ακυρώσει την ασφάλιση και να κρατήσει τα ληφθέντα ασφάλιστρα.

β. Μη Σκόπιμη παραβίαση (breach is neither deliberate, nor reckless). Μη σκόπιμη παραβίαση σημαίνει, από αμέλεια (οπωσδήποτε ελαφρά, που δεν ισοδυναμεί με δόλο) αθέτηση της υποχρέωσης του ασφαλισμένου για προσυμβατική αποκάλυψη και καθαρή περιγραφή του υπό ανάληψη κινδύνου.

ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ αυτή, α. Αν ο ασφαλιστής, δεν θα είχε συνάψει την ασφάλιση, ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΑΚΥΡΩΣΕΙ  ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ, αλλά θα πρέπει να επιστρέψει τα ασφάλιστρα. β. Αν ο ασφαλιστής, θα είχε συνάψει την ασφάλιση, αλλά με διαφορετικούς όρους, εκτός από τους όρους που αφορούν το ασφάλιστρο ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΔΕΧΘΕΙ ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ, ως αν οι εν λόγω διαφορετικοί όροι εφαρμόζοντο. γ. Αν ο ασφαλιστής, θα είχε συνάψει την ασφάλιση με ένα υψηλότερο ασφάλιστρο, ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΔΕΧΘΕΙ ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ, μειώνοντας την κάλυψη, την οποία ο ασφαλισμένος θα την λάβει σε αναλογική βάση.

Πρακτική συνέπεια των ρυθμίσεων αυτών είναι ότι, σε σχετική διαφορά, οι ασφαλιστές θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν, το πώς θα είχαν ενεργήσει διαφορετικά, αν δεν είχε συμβεί η παραβίαση. Απαιτούνται αποδείξεις, που πρέπει να έχουν στην διάθεσή τους οι ασφαλιστές, που να αποδεικνύουν ότι θα έπρατταν διαφορετικά στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Ζ. ΔΟΛΙΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ (fraudulent claims).

Με την ειδοποίηση του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο, ότι η απαίτησή του προς αποζημίωση είναι δόλια (fraudulent), προϊόν, δηλαδή, εξαπάτησης του ασφαλιστή, ο Ασφαλιστής δικαιούται να θεωρήσει ότι η ασφάλιση ακυρώθηκε από την ημερομηνία της δόλιας πράξης και εντεύθεν.

Δεν έχει υποχρέωση προς αποζημίωση, αν ο ασφαλιστής έχει προηγουμένως προβεί σε αποζημίωση δικαιούται, να ανακτήσει ότι κατέβαλε.

Προηγούμενες αποζημιώσεις από νόμιμες απαιτήσεις δεν αναζητούνται. Επομένως, εάν η ασφάλιση ακυρωθεί, η ευθύνη του ασφαλιστή για οποιεσδήποτε αξιώσεις που συνέβησαν πριν την ώρα της δόλιας πράξης παραμείνουν ισχυρές. .

Η "New Act" παρέχει στον ασφαλιστή την διακριτική ευχέρεια αν θα επιστρέψει αναλογικά, ή όχι το ασφάλιστρο από το σημείο της ακύρωσης της ασφάλισης και εντεύθεν. Αυτό ρυθμίζεται με επισύναψη σχετικής ρήτρας στο ασφαλιστήριο

Η. ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ (Duty of Warranties)

Εγγύηση (warranty) είναι η υπόσχεση του ασφαλιζομένου, ότι κάποιο συγκεκριμένο πράγμα (γεγονός) θα γίνει, ή, δεν θα γίνει, ή, ότι κάποιος συγκεκριμένος όρος θα τηρηθεί. Η εγγύηση είναι μια προϋπόθεση, που πρέπει να τηρηθεί ακριβώς, ανεξάρτητα αν είναι ουσιώδης για τον κίνδυνο, ή όχι. Από την αθέτηση εγγύησης μπορεί να παραιτηθεί μόνο ο ασφαλιστής.

Μη τήρηση εγγύησης συγχωρείται μόνο όταν, α. εξ αιτίας κάποιας αλλαγής στις περιστάσεις, παύει να είναι εφαρμόσιμη στις περιστάσεις της σύμβασης, ή β. όταν η τήρηση της εγγύησης καθίσταται παράνομη από μεταγενέστερο νόμο.

 Οι εγγυήσεις είναι δύο ειδών, Ρητές και Εξυπακουόμενες εγγυήσεις. 

Ρητές εγγυήσεις (express warranties). Συμφωνούνται από τα δύο μέρη και αναγράφονται ρητά στο ασφαλιστήριο, ή περιέχονται σε κάποιο έγγραφο, που ενσωματώνεται στο ασφαλιστήριο.  Ρητές εγγυήσεις είναι π.χ. οι σχετικές με τον τρόπο και χρόνο της φόρτωσης του πλοίου, του απόπλου κλπ.  Μια ρητή εγγύηση μπορεί να είναι διατυπωμένη σε οποιαδήποτε μορφή λέξεων από τις οποίες να μπορεί να συναχθεί η πρόθεση να δοθεί εγγύηση. Μια ρητή εγγύηση δεν εξαιρεί μια εξυπακουόμενη εγγύηση, εκτός εάν είναι αντιφατική με αυτήν. Όταν για το ασφαλιζόμενο αντικείμενο δίδεται εγγύηση ότι είναι «καλά» ή «σε ασφάλεια» κάποια συγκεκριμένη ημέρα, είναι αρκετό να είναι «καλά», ή «σε ασφάλεια» οποιαδήποτε στιγμή εντός της συγκεκριμένης ημέρας.

β. Εξυπακουόμενες εγγυήσεις (implied warranties). Δεν αναγράφονται στο συμβόλαιο, αλλά υπαγορεύονται από την νομοθεσία, ή την διεθνή πρακτική.  Οι εξυπακουόμενες εγγυήσεις δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν αίρονται από το συμβόλαιο.

Εξυπακουόμενες εγγυήσεις είναι, α. Η ασφαλιζόμενη περιπέτεια (η έκθεση δηλαδή του πλοίου και του φορτίου στους κινδύνους της θάλασσας) να είναι νόμιμη και να πραγματοποιηθεί με νόμιμο τρόπο (Warranty of legality), β. Το πλοίο να είναι αξιόπλοο (Warranty of seaworthiness), γ. Η τήρηση των κανόνων ουδετερότητας σε καιρό πολέμου (Warranty of neutrality), δ. Το πλοίο θα αποπλεύσει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ 

Ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος να τηρεί την αρχή της μη παραβίασης των εγγυήσεων (ρητών ή εξυπακουομένων).  Η παραβίαση της αρχής δεν επιφέρει ακύρωση της ασφάλισης, όταν, α) η μη τήρησή της δεν αύξησε τον κίνδυνο της ζημίας και β) η ζημία δεν συνέβη, λόγω μη τήρησης της εγγύησης. ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΠΕΙΑ στις περιπτώσεις αυτές, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να ακυρώσει μονομερώς την ασφάλιση.

Για παράδειγμα, εάν μια συμφωνία προβλέπει την διατήρηση των αμπαριών κλειδωμένα κατά την διάρκεια του πλου και αυτό δεν τηρηθεί από τον ασφαλισμένο και ζημία συνέβη από πλημμύρα, που δεν οφείλεται όμως στο γεγονός ότι τα αμπάρια δεν ήταν κλειδωμένα, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αποφύγει την ευθύνη για αποζημίωση, επικαλούμενος την μη συμμόρφωση του ασφαλισμένου, να διατηρεί τα αμπάρια κλειδωμένα, όταν η πλημμύρα θα συνέβαινε ακόμη και αν τα αμπάρια ήταν κλειδωμένα.

Η  παραβίαση της εγγύησης έχει ως αποτέλεσμα, μόνο την αναστολή της ασφαλιστικής κάλυψης, για όσο διαρκεί η παραβίαση. Η σύμβαση θα επαναλειτουργήσει, όταν η παραβίαση τερματιστεί.

Με την εισαγωγή στην νομοθεσία της Οδηγίας «2006/123 ΕΚ», στο άρθρο 24 παρ. 1 Ν. 3844/2010 «προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στην Οδηγία»,  κατέστη υποχρεωτική η ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών.

Με την εγγραφή τους στα μητρώα των, οι ασφαλιστικοί  διαμεσολαβητές πρέπει να υποβάλουν υποχρεωτικά βεβαίωση ασφάλισης της επαγγελματικής αστικής ευθύνης του, που να καλύπτει το σύνολο του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη εγγύηση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό τουλάχιστον 1.250.618 ευρώ ανά απαίτηση και τουλάχιστον 1.875.927 ευρώ συνολικά κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις.

Εξαιρείται η περίπτωση που ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, πλην του μεσίτη, προσκομίσει βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης επ’ ονόματι της οποίας ενεργεί, ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, από την οποία προκύπτει ότι η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την επαγγελματική αστική ευθύνη για τις ενέργειές του.

Το μέγιστο ποσό απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη, εφ όσον προβλέπεται στην σύμβαση, δεν μπορεί να ξεπερνά, σήμερα, τις 18.760 ευρώ

Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, συνήθως, καλύπτει α) την νομική προστασία του παρόχου, β) την αποζημίωση για άμεση ή έμμεση οικονομική ζημία του τρίτου, την αποζημίωση για σωματικές βλάβες ή θάνατο του τρίτο και γ) τις δαπάνες και δικαστικά έξοδα σε σχέση με τις αξιώσεις αποζημίωσης.

Με την εισαγωγή στην νομοθεσία της Οδηγίας «2006/123 ΕΚ», στο άρθρο 24 παρ. 1 Ν. 3844/2010 «προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στην Οδηγία» προβλέπεται ότι οι «πάροχοι υπηρεσιών» πρέπει να συνάπτουν ανάλογη με την φύση και την έκταση του κινδύνου ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, ή να την αντικαθιστούν με οποιαδήποτε άλλη ισοδύναμη, ή ουσιαστικά συγκρίσιμη, εγγύηση, ή διευθέτηση. «Πάροχοι υπηρεσιών», είναι τα φυσικά πρόσωπα που προσφέρουν, ή παρέχουν, μια υπηρεσία, οι υπηρεσίες των οποίων ενέχουν άμεσο και συγκεκριμένο κίνδυνο για την υγεία, ή την ασφάλεια του αποδέκτη, ή τρίτου, ή την χρηματοοικονομική ασφάλεια του αποδέκτη (Οδηγία 2006/123 ΕΚ).

Η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης περιλαμβάνει, την νομική και οικονομική κάλυψη αξιώσεων τρίτων που προβάλλονται σε βάρος του παρόχου υπηρεσιών για ενδεχόμενη ζημία από λάθος, ή παράλειψή του, κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, συνήθως, καλύπτει α) την νομική προστασία του παρόχου, β) την αποζημίωση για άμεση ή έμμεση οικονομική ζημία του τρίτου, την αποζημίωση για σωματικές βλάβες ή θάνατο του τρίτου και γ) τις δαπάνες και δικαστικά έξοδα σε σχέση με τις αξιώσεις αποζημίωσης.

Έχουν εκδοθεί Προεδρικά διατάγματα, που καθιστούν υποχρεωτική την ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης για τα επαγγέλματα, α) Ψυκτικών (ΠΔ  1/2013), β) Ηλεκτρολόγων (ΠΔ 108/2013), γ) Υδραυλικών (ΠΔ 112/2012), δ) Τεχνιτών Καυστήρων (ΠΔ 112/2012), αλλά μέχρι σήμερα δεν έχούν τεθεί σε εφαρμογή, γιατί δεν έχουν εκδοθεί οι απαραίτητες Υπουργικές Αποφάσεις.    

Υποχρεωτική είναι η ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών. Με την εγγραφή τους στα μητρώα των, οι ασφαλιστικοί  διαμεσολαβητές πρέπει να υποβάλουν υποχρεωτικά βεβαίωση ασφάλισης της επαγγελματικής αστικής ευθύνης του, που να καλύπτει το σύνολο του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη εγγύηση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό τουλάχιστον 1.250.618 ευρώ ανά απαίτηση και τουλάχιστον 1.875.927 ευρώ συνολικά κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις. Εξαιρείται η περίπτωση που ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, πλην του μεσίτη, προσκομίσει βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης επ’ ονόματι της οποίας ενεργεί, ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, από την οποία προκύπτει ότι η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την επαγγελματική αστική ευθύνη για τις ενέργειές του. Το μέγιστο ποσό απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη, εφ όσον προβλέπεται στην σύμβαση, δεν μπορεί να ξεπερνά, σήμερα, τις 18.760 ευρώ

Σύμφωνα με την Εγκύκλιο 462/14-05-2013 της ΤτΕ, τα πιστωτικά ιδρύματα (Τράπεζες, Τραπεζικά Ιδρύματα) όταν προωθούν ασφαλιστήρια συμβόλαια στους πελάτες τους υποχρεούνται να εφαρμόζουν την νομοθεσία για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση και να τηρούν την αρχή της καλής πίστης κατά τις συναλλαγές τους με τους αποδέκτες ασφαλιστικών προγραμμάτων, ιδία δε τους δανειολήπτες.

ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΩΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΩΝ

Όλοι οι υπάλληλοι των πιστωτικών ιδρυμάτων που προωθούν ασφαλιστήρια συμβόλαια πρέπει να κατέχουν την ειδική προς τούτο πιστοποίηση γνώσεων. Κατά την έναρξη προώθησης σε δανειολήπτη ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ο αρμόδιος υπάλληλος υποχρεούται να διευκρινίζει ρητώς ότι, α) το πιστωτικό ίδρυμα έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα και του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, β) με την δανειακή σύμβαση, ο δανειολήπτης δεν έχει δεσμευθεί να ασφαλιστεί σε συνεργαζόμενη με το πιστωτικό ίδρυμα ασφαλιστική επιχείρηση, αλλά ότι διατηρεί το συμβατικό δικαίωμα να προσκομίσει ασφαλιστήριο της επιλογής του, εφ όσον αυτό πληροί τις καλύψεις που αναφέρονται στη δανειακή του σύμβαση, γ) ο δανειολήπτης έχει το δικαίωμα να συνεργαστεί με ασφαλιστικό διαμεσολαβητή της επιλογής του για την εξεύρεση του κατάλληλου ασφαλιστηρίου προϊόντος. Απαγορεύεται η παραπομπή του δανειολήπτη σε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή συνεργαζόμενο με το πιστωτικό ίδρυμα, παραπομπή που θα μπορούσε να εκληφθεί από τον δανειολήπτη ως «υποχρεωτική» στο πλαίσιο της δανειακής σύμβασης.

ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗ 

α. Σαφής, γραπτή και προφορική δήλωση, ότι το πιστωτικό ίδρυμα προσφέρει συγκεκριμένα μόνο ασφαλιστικά προϊόντα, λόγω της ιδιότητάς του ως συνδεδεμένου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή.

β. Η επισήμανση ότι, αν ο δανειολήπτης αναζητεί ευρύτερη ενημέρωση για τα διαθέσιμα στην αγορά ασφαλιστικά προϊόντα, έχει το δικαίωμα να αποταθεί σε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή της επιλογής του.

γ. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αποφεύγουν κάθε μορφής παραπλανητική πώληση προς δανειολήπτη με τον ισχυρισμό ότι μόνον το προωθούμενο από το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα ασφαλιστήριο πληροί τις προϋποθέσεις της σχετικής δανειακής σύμβασης.

δ. Εφ όσον ο δανειολήπτης επιλέξει το πιστωτικό ίδρυμα για την διαμεσολάβηση στην πώληση ασφαλιστηρίου προϊόντος, ο αρμόδιος υπάλληλος υποχρεούται να προβαίνει, για κάθε δανειολήπτη χωριστά, στη γραπτή προσυμβατική ενημέρωση του άρθρου 11 του π.δ. 190/2006 με σαφή τρόπο, όπως με έγγραφο ξεχωριστό από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ή διαφημιστικό φυλλάδιο, και να λαμβάνει την υπογραφή του δανειολήπτη για την επιβεβαίωση της σχετικής ενημέρωσης.

ε. Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύνανται να προβαίνουν σε αυτόματες χρεώσεις πιστωτικών καρτών, ή τραπεζικών λογαριασμών, δανειοληπτών για την εξόφληση ασφαλίστρων από συμβόλαια που έχουν συναφθεί με διαμεσολάβηση του πιστωτικού ιδρύματος, εφ όσον ο δανειολήπτης έχει ήδη προσκομίσει, ή έχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο δηλώσει, ότι θα προσκομίσει, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, άλλο ασφαλιστήριο συμβόλαιο για την ίδια ασφαλιστική περίοδο.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αποφεύγουν κάθε μορφής παραπλανητική πώληση προς δανειολήπτη με τον ισχυρισμό ότι μόνον το προωθούμενο από το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα ασφαλιστήριο πληροί τις προϋποθέσεις της σχετικής δανειακής σύμβασης. Το πιστωτικό Ίδρυμα δεν είναι υποχρεωμένο, αλλά δύναται να συστήσει στον πελάτη, να απευθυνθεί σε άλλο ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, για να τον βοηθήσει να βρει το κατάλληλο για αυτόν ασφαλιστήριο.  Το πιστωτικό Ίδρυμα δεν δύναται να υποχρεώσει τον πελάτη της να συνάψει συγκεκριμένη σύμβαση ασφάλισης που του προτείνει, προκειμένου να εγκριθεί το στεγαστικό δάνειο.

Ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 153 Ν. 4364/2016, σε ατομική ασφάλιση ζωής έχει προθεσμία (30) ημερών υπαναχώρησης από τη στιγμή που πληροφορήθηκε την σύναψη της σύμβασης. Η κοινοποίηση υπαναχώρησης συνεπάγεται την εφ εξής την απαλλαγή του από όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την σύμβαση.

Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται να παρακρατήσει για την κύρια ασφάλιση (1) μηνιαίο ασφάλιστρο και το 1/12 του ετήσιου ασφαλίστρου για τις συμπληρωματικές καλύψεις. Η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις με διάρκεια μέχρι (6) μηνών, καθώς και στις συμβάσεις, όπου λόγω της ιδιότητας του αντισυμβαλλομένου, ή των περιστάσεων υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος δεν χρειάζεται ειδική προστασία.

Α. ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΣΥΝΑΨΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Ο ασφαλιζόμενος στις συμβάσεις ζωής, σύμφωνα με το άρθρο 152 Ν. 4364/2016, ενημερώνεται (εντύπως ή με ηλεκτρονικό τρόπο) πριν από την σύναψη της ασφάλισης από την επιχείρηση,

α) Για τα στοιχεία της επιχείρησης (επωνυμία, το κράτος - μέλος καταγωγής της επιχείρησης, την διεύθυνση της έδρας),

β) Για την περιγραφή της παρεχόμενης κάλυψης και των επιλογών του αντισυμβαλλομένου,

γ) Για την διάρκεια της σύμβασης,

δ) Για τον τρόπο καταγγελίας της σύμβασης,

ε) Για τον τρόπο και χρόνο καταβολής των ασφαλίστρων,

στ) Για τον τρόπο υπολογισμού και συμμετοχής στα κέρδη,

ζ) Για τις ενδεικτικές τιμές της αξίας εξαγοράς και του κεφαλαίου ελευθέρου περαιτέρω καταβολών και το βαθμό στον οποίο αυτά είναι εγγυημένα,

η) Για τα ασφάλιστρα που αφορούν σε κάθε κάλυψη, είτε κύρια είτε συμπληρωματική, όπου υφίστανται,

θ) Για τον καθορισμό των μεριδίων που αντιστοιχούν στις συμβάσεις συνδεδεμένες με επενδύσεις (unit-linked policies),

ι) Για την φύση των στοιχείων του ενεργητικού, που καλύπτουν τις συμβάσεις συνδεδεμένες με επενδύσεις (unit-linked policies),

ια) Για τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης,

ιβ) Για το φορολογικό καθεστώς που ισχύει για το συγκεκριμένο τύπο ασφαλιστηρίου,

ιγ) Για τους μηχανισμούς διευθέτησης των αιτιάσεων των αντισυμβαλλομένων ή των δικαιούχων αποζημίωση (συμπεριλαμβάνεται, ενδεχομένως, η ύπαρξη φορέα αρμόδιου για την εξέταση των αιτιάσεων, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας άσκησης ενδίκου μέσου),

ιδ) Για το εφαρμοστέο δίκαιο, ή το δίκαιο που προτείνει η εταιρεία, εάν τα μέρη έχουν δικαίωμα επιλογής δικαίου.

Β. META ΤΗΝ ΣΥΝΑΨΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 153 Ν. 4364/2016, η ασφαλιστική εταιρεία ενημερώνει ετησίως τον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με

α) το ύψος της συμμετοχής του στα υπό διανομή κέρδη,

β) του παρέχει κάθε πληροφορία που αφορά, τροποποίηση, ή μεταβολή, του αναληφθέντα κινδύνου, όπως, μεταβολή των γενικών και ειδικών όρων, της επωνυμίας και του σκοπού της επιχείρησης,  αριθμητικό παράδειγμα υπολογισμού του ασφαλίσματος κατά τη λήξη χρησιμοποιώντας τρία διαφορετικά επιτόκια προεξόφλησης, κλπ).

Σύμφωνα με τα άρθρα 28, 29, 30 Ν. 2496/1997, στην ασφάλιση ζωής μπορεί να συμφωνηθεί η ασφάλιση κατά του κινδύνου θανάτου, ή επιβίωσης, του λήπτη, ή τρίτου.

Στην ασφάλιση ζωής για τον κίνδυνο θανάτου, ο ορισμός δικαιούχου γίνεται με γραπτή δήλωση του λήπτη της ασφάλισης, που είναι ελεύθερα ανακλητή. Αν δεν έχει ορισθεί δικαιούχος, ή αν αυτός αποποιήθηκε το ασφάλισμα, δικαιούχος θεωρείται ο λήπτης της ασφάλισης και το ασφάλισμα μετά το θάνατό του περιλαμβάνεται στην κληρονομία του. Ο δικαιούχος του ασφαλίσματος δεν μπορεί να εκχωρήσει, ή να ενεχυριάσει, το ασφάλισμα χωρίς την έγγραφη συναίνεση του λήπτη της ασφάλισης.

Στην ασφάλιση της ζωής τρίτου για τον κίνδυνο θανάτου του τρίτου, χρειάζεται, με ποινή ακυρότητας, έγγραφη συναίνεση του τρίτου. Ακόμα και όταν ορίζεται ο τρίτος ως δικαιούχος του ασφαλίσματος, χρειάζεται με ποινή ακυρότητας η έγγραφη συναίνεση του τρίτου. 

Αν ο τρίτος είναι ανίκανος, την συναίνεση την δίνει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, κατά τις διατάξεις του Α.Κ. Αν νόμιμος αντιπρόσωπός του είναι ο λήπτης της ασφάλισης, ή ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, την συναίνεση την δίνει ειδικός επίτροπος του ανικάνου, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Σε περίπτωση αυτοκτονίας του λήπτη της ασφάλισης, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα, εφ όσον έχουν περάσει (2) χρόνια από την σύναψη της σύμβασης.

Ο δικαιούχος του ασφαλίσματος εκπίπτει από το δικαίωμά του, αν με πρόθεση προκάλεσε το θάνατο του ασφαλισμένου, ή αποπειράθηκε να τον θανατώσει.

Αναληθής δήλωση ηλικίας θεωρείται ότι ασκεί επιρροή στην εκτίμηση του κινδύνου, εάν βρίσκεται έξω από τα όρια που προβλέπουν τα σχετικά τιμολόγια του ασφαλιστή κατά την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης.

Αν ο ασφαλισμένος / λήπτης της ασφάλισης, γνώριζε την αληθή ηλικία κατά τον χρόνο σύναψης της ασφάλισης, ο λήπτης της ασφάλισης δικαιούται μόνο την αξία εξαγοράς του ασφαλιστηρίου.

Στην ατομική ασφάλιση ο λήπτης της ασφάλισης έχει δικαίωμα εξαγοράς της ασφάλισης μετά από τρία χρόνια, εκτός αν προβλέπεται στο ασφαλιστήριο μικρότερο χρονικό διάστημα.

Στην ομαδική ασφάλιση μπορεί να συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό.

Α. Καλύπτει κάθε ζημία που υφίστανται τα αγαθά, εφ όσον προξενείται από

α)  πυρκαϊά, β) έκρηξη, γ) θύελλα, δ) στοιχεία της φύσεως (όπως κεραυνό) εκτός θύελλας,  ε) πυρηνική ενέργεια, στ) καθίζηση του εδάφους.

Εάν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, περιλαμβάνει επίσης ζημιές που προκαλούνται από έκρηξη και άλλα παρεμφερή συμβάντα, έστω και αν δεν ακολούθησε πυρκαγιά.

Το ασφάλισμα περιλαμβάνει τη μείωση της αξίας των βλαβέντων πραγμάτων, καθώς και την αποκατάσταση των ζημιών που προξένησαν τα αναγκαία μέτρα για τη διάγνωση, αποτροπή ή περιστολή της ζημιάς, όπως τα έξοδα κατάσβεσης και κατεδάφισης.

 Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση περιλαμβάνει και τις ζημιές από κλοπές ή απώλειες κατά τη διάρκεια της πραγματοποίησης του κινδύνου ή αμέσως ύστερα από αυτήν ή εξαιτίας των μέτρων που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο.

Β. Ασφαλιστική κάλυψη δεν παρέχεται όταν

α) η πυρκαγιά οφείλεται σε δόλο, ή βαριά αμέλεια, του λήπτη της ασφάλισης, καθώς και σε δόλο του ασφαλισμένου, του δικαιούχου του ασφαλίσματος, των προσώπων που συνοικούν μαζί τους, των νομίμων αντιπροσώπων τους, των εκπροσώπων τους,  ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης

β) η αιτία της πυρκαγιάς οφείλεται σε πολεμικά γεγονότα, ενέργειες, εμφύλιο πόλεμο, στάση, ή λαϊκές ταραχές, ή σε φυσική απομείωση του πράγματος, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά (άρθρο 19 Ν 2496/1997).

Ως Γενική Αβαρία ορίζεται οποιαδήποτε έκτακτη θυσία ή δαπάνη συμβαίνει με βάση τη λογική για την κοινή ωφέλεια, ώστε να διασωθεί η περιουσία που κινδυνεύει. Γενική Αβαρία υπάρχει μόνο όταν δημιουργηθούν θυσίες, ή και έκτακτες δαπάνες σε στιγμές κινδύνου εθελοντικά και με εύλογη κρίση με σκοπό την σωτηρία του πλοίου, του φορτίου και του ναύλου από κοινό θαλάσσιο κίνδυνο. Η αρχή της γενικής αβαρίας εφαρμόζεται όταν εμπλέκονται στη ναυτική περιπέτεια περισσότερα του ενός συμφέροντα.

Α. Απαραίτητα στοιχεία για την ύπαρξη της Γενικής Αβαρίας είναι

α. Το πλοίο να ήταν αξιόπλοο κατά την έναρξη του ταξιδίου.

β. Η κοινή περιπέτεια.

γ. Το πλοίο, το φορτίο και ο ναύλος πρέπει να βρίσκονται σε κίνδυνο.

δ. Η θυσία και η δαπάνη πρέπει να είναι έκτακτη και να μην ανάγεται σε αναγκαίες ενέργειες για την εκτέλεση της μεταφοράς.

ε. Η θυσία, ή, η δαπάνη, πρέπει να είναι για κοινή σωτηρία ολόκληρης της κοινής περιπέτειας.

στ. Η θυσία, ή, η δαπάνη, πρέπει να είναι αποτέλεσμα σκόπιμης ενέργειας του πλοιάρχου και όχι τυχαίας.

ζ. Το ύψος της θυσίας, ή της δαπάνης, πρέπει να είναι λογικό ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Για την αποκατάσταση, ή και κάλυψη της θυσίας, ή των εξόδων γενικής αβαρίας, συνεισφέρουν τα διακινδυνεύοντα μέρη (πλοίο, φορτίο, ναύλος κ.λπ.) ανάλογα με την αξία τους στο λιμένα εκφορτώσεως.

Β. Ως έξοδα Γενικής Αβαρίας θεωρούνται.

α. Έξοδα σε λιμένα καταφυγής.

β. Μετακίνηση από τον λιμένα καταφυγής σε άλλον λιμένα καταφυγής.

γ. Οι μισθοί, τροφοδοσία πληρώματος, καταναλωθέντα καύσιμα και προμήθειες από τον ένα λιμένα στον άλλο.

δ. Μετατόπιση, εκφόρτωση, επαναφόρτωση φορτίου, καυσίμων ή προμηθειών στον λιμένα φορτώσεως, ή καταφυγής.

ε. Αποθήκευση, επαναφόρτωση και στοιβασία φορτίου καυσίμων και προμηθειών.

στ. Μισθοί και τροφοδοσία του πληρώματος σε όλη την παράταση του ταξιδιού.

ζ. Οποιοδήποτε έκτακτο έξοδο, που θα πραγματοποιηθεί στη θέση άλλου εξόδου (Substituted Expenses), αλλά μόνο μέχρι του ποσού της δαπάνης που αποφεύχθηκε.

η. Προσωρινές επισκευές (Temρorary Repairs).

θ. Ζημιές στο φορτίο, στα καύσιμα,  ή τις προμήθειες.

ι. Απόρριψη φορτίου στη θάλασσα καθώς και άλλες ζημιές απ' αυτή την ενέργεια.

ια. Ζημία στο πλοίο και στο φορτίο από νερό που ρίπτεται για απόσβεση πυρκαγιάς.

ιβ. Εθελοντική προσάραξη.

ιγ. Ζημία σε λέβητες και μηχανήματα.

ιδ. Αποζημιώσεις ναυαγιαιρέσεων.

ιε. Απώλεια ναύλου.

ΡΗΤΡΑ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΑΞΙΔΙΟΥ (Change of Voyage Clause)  

Α. Σύμφωνα με την ρήτρα, σε περίπτωση που, μετά την έναρξη της ασφάλισης, ο προορισμός του φορτίου αλλάξει από τον ασφαλισμένο, αυτό πρέπει αμέσως να γνωστοποιηθεί στους ασφαλιστές για νέα ασφάλιστρα και όρους, που θα συμφωνηθούν.

Β. Σε περίπτωση που ζημία συμβεί πριν από την επίτευξη της εν λόγω συμφωνίας, η κάλυψη ισχύει, αλλά μόνο εάν η κάλυψη θα ήταν διαθέσιμη με ένα εύλογο πρόσθετο ασφάλιστρο με όρους αγοράς.

Γ. Όταν αρχίσει η μεταφορά του φορτίου, αλλά το πλοίο πλεύσει για άλλο προορισμό χωρίς την γνώση του ασφαλισμένου, ή των υπαλλήλων του, η ασφάλιση ισχύει από την έναρξη της μεταφοράς.

ΡΗΤΡΑ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ (War Cancellation Clause) 

Η ρήτρα προβλέπει ότι, η αποδοχή των κινδύνων πολέμου υπόκειται κατά πάντα χρόνο σε γνωστοποίηση ακύρωσης από τους συμβαλλομένους.

Η ακύρωση παράγει αποτέλεσμα μετά την παρέλευση 7 ημερών από τα μεσάνυχτα της ημέρας της επίδοσης της γνωστοποίησης ακύρωσης.

Ο ασφαλιστής, όμως, συμφωνεί, ότι θα επαναφέρει σε ισχύ την ασφάλιση, πριν λήξει η προθεσμία της γνωστοποίησης της ακύρωσης, εφ όσον συναφθεί νέα ασφάλιση με πρόσθετο ασφάλιστρο, ή νέους όρους, ή νέες «εγγυήσεις».

ΡΗΤΡΑ ΚΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ (War Clause) 

Η ρήτρα καλύπτει ζημία στο φορτίο, που προκλήθηκε

α) από πόλεμο, εμφύλιο πόλεμο, εμφύλια σύγκρουση,  επανάσταση, εξέγερση, στάση.

β) από οποιαδήποτε εχθρική πράξη από ή κατά εμπόλεμης δύναμης.

γ) από σύλληψη, κατάσχεση, συγκράτηση, ή φυλάκιση, που προκύπτουν από τους παραπάνω κινδύνους.

δ) από οποιασδήποτε απόπειρα τέτοιων ενεργειών.

ε) από εγκαταλελειμμένες βόμβες, τορπίλες, ή άλλα εγκαταλελειμμένα οπλικά συστήματα.

ΡΗΤΡΑ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ KATΑ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΑΠΕΡΓΙΩΝ (Strikes Cancellation Clause)

Α. Η ρήτρα προβλέπει ότι, η αποδοχή των κινδύνων απεργιών, στάσεων και λαϊκών αναταραχών, υπόκειται κατά πάντα χρόνο σε γνωστοποίηση ακύρωσης από τους συμβαλλομένους, εντός προθεσμίας επτά ημερών.

Β. Αν η γνωστοποίηση ακύρωσης δόθηκε από τον ασφαλιστή, η προθεσμία αρχίζει το αργότερο πέντε ημέρες από την ημερομηνία της γνωστοποίησης (δηλαδή 7 + 5 ημέρες).

Γ. Ο ασφαλιστής, όμως, συμφωνεί, ότι θα επαναφέρει σε ισχύ την ασφάλιση, πριν λήξει η προθεσμία της γνωστοποίησης της ακύρωσης, εφ όσον συναφθεί νέα ασφάλιση με πρόσθετο ασφάλιστρο, ή νέους όρους, ή νέες «εγγυήσεις».

Παραγραφή απαίτησης από σύμβαση ασφάλισης

Σύμφωνα με το άρθρο 10 Ν. 2496/19, στις ασφαλίσεις κατά ζημιών οι αξιώσεις του λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή παραγράφονται μετά από (4) χρόνια.

Στις ασφαλίσεις προσώπων οι αξιώσεις του λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή παραγράφονται μετά από (5) χρόνια.

Η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.

Σε περίπτωση υποκατάστασης του ασφαλιστή, η παραγραφή των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση και εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή, ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων.

Στην περίπτωση εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου, σύμφωνα με τους ορισμούς του.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 Ν. 2496/1997, εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε. Εάν οι αξιώσεις του λήπτη της ασφάλισης στρέφονται κατά των α) ασφαλισμένου, β) δικαιούχου ασφαλίσματος, γ) ανιόντων, κατιόντων, συζύγών των και λοιπών συνοικούντων  και δ) νομίμων αντιπροσώπων, ή εκπροσώπων του ασφαλισμένου, η αξίωση δεν περιέρχεται στον ασφαλιστή, παρά μόνο αν τα πρόσωπα αυτά ενήργησαν με δόλο.

Καταγγελία ασφαλιστικής σύμβασης κατά ζημιών

Σύμφωνα με το άρθρο 8 Ν. 2496/1997, εφ όσον η ασφαλιστική σύμβαση κατά ζημιών συμφωνήθηκε για αόριστο χρόνο (διαρκής ασφάλιση), η καταγγελία της γίνεται στο τέλος της ασφαλιστικής περιόδου με προθεσμία από (1) μήνα έως (3) μήνες.

Στην περίπτωση της διαδοχής στην ασφαλιστική σχέση, είτε από τον ασφαλιστή, είτε από τον λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένο, εντός (30) ημερών, αφ ότου έγινε γνωστή η διαδοχή.

Στην σύμβαση ορισμένου, ή αορίστου χρόνου, δύναται να λυθεί με καταγγελία από τα μέρη, στις περιπτώσεις παραβίασης της αρχής της «προσυμβατικής αποκάλυψης» και της «επίτασης του κινδύνου κατά την διάρκεια της ασφάλισης».

Η σύμβαση λύνεται, αν ο ασφαλιστής, α) Κηρύχθηκε σε πτώχευση, ή αναγκαστική διαχείριση, β) Απαγορεύθηκε η ελεύθερη διάθεση μέρους, ή του συνόλου, των περιουσιακών του στοιχείων, γ) Για λόγους που προβλέπει ειδικά το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Τα αποτελέσματα της καταγγελίας, όταν η καταγγελία ασκείται από τον ασφαλιστή και δεν αφορά τις παραπάνω περιπτώσεις, δεν επέρχονται πριν την πάροδο (30) ημερών από τότε που η καταγγελία θα περιέλθει στον λήπτη της ασφάλισης.

Η ασφάλιση καλύπτει, ότι καλύπτεται με την ρήτρα C και επιπρόσθετα καλύπτει τους εξής κινδύνους

α. Σεισμό, έκρηξη ηφαιστείου, κεραυνό.

β. Παράσυρση του εμπορεύματος από τα κύματα.

γ. Εισροή θαλάσσιου, ή γλυκού, νερού στο μεταφορικό μέσο, ή στο εμπορευματοκιβώτιο, ή στον αποθηκευτικό χώρο, εξαιρουμένης της βροχής.

δ. Ολική απώλεια του φορτίου κατά τη διάρκεια της φορτοεκφόρτωσης.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ   

Δεν παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη, στο μέτρο που η πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου προέρχεται από πολεμικά γεγονότα ή ενέργειες, εμφύλιο πόλεμο, στάση ή λαϊκές ταραχές, καθώς και στην περίπτωση που προέρχεται από φυσική απομείωση των ασφαλισμένων πραγμάτων

Δεν καλύπτει ζημίες από χρήση πολεμικού όπλου, που χρησιμοποιεί πυρηνική διάσπαση.

Δεν καλύπτει καθυστέρηση παράδοσης, έστω και αν αυτή οφείλεται σε ασφαλισμένο κίνδυνο.

Η μεταφορά ειδικού φορτίου, όπως κατεξυγμένο κρέας, δεν καλύπτεται, παρά μόνο από επιπλέον Ρήτρα Ειδικού φορτίου.

ΜΕΡΙΚΗ ΑΒΑΡΙΑ (PARTICULAR AVERAGE).

Ως Μερική Αβαρία ορίζεται η έκτακτη θυσία ή δαπάνη, στην οποία εμπλέκεται µόνο ο κύριος της ζηµιωθείσας περιουσίας και οι ασφαλιστές του. Η διαπίστωση του αιτίου που προκάλεσε τη ζημία είναι ζωτικής σημασίας. Ο πλοίαρχος πρέπει να ενημερώσει τον πλοιοκτήτη, ως προς το αίτιο που προκάλεσε τη ζημία.

ΡΗΤΡΑ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΑΞΙΔΙΟΥ (Change of Voyage Clause).

Α. Σύμφωνα με την ρήτρα, σε περίπτωση που, μετά την έναρξη της ασφάλισης, ο προορισμός του φορτίου αλλάξει από τον ασφαλισμένο, αυτό πρέπει αμέσως να γνωστοποιηθεί στους ασφαλιστές για νέα ασφάλιστρα και όρους, που θα συμφωνηθούν.

Β. Σε περίπτωση που ζημία συμβεί πριν από την επίτευξη της εν λόγω συμφωνίας, η κάλυψη ισχύει, αλλά μόνο εάν η κάλυψη θα ήταν διαθέσιμη με ένα εύλογο πρόσθετο ασφάλιστρο με όρους αγοράς.

Γ. Όταν αρχίσει η μεταφορά του φορτίου, αλλά το πλοίο πλεύσει για άλλο προορισμό χωρίς την γνώση του ασφαλισμένου, ή των υπαλλήλων του, η ασφάλιση ισχύει από την έναρξη της μεταφοράς.

ΡΗΤΡΑ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ (War Cancellation Clause)

Α. Η ρήτρα προβλέπει ότι, η αποδοχή των κινδύνων πολέμου υπόκειται κατά πάντα χρόνο σε γνωστοποίηση ακύρωσης από τους συμβαλλομένους.

Β. Η ακύρωση παράγει αποτέλεσμα μετά την παρέλευση 7 ημερών από τα μεσάνυχτα της ημέρας της επίδοσης της γνωστοποίησης ακύρωσης.

Γ. Ο ασφαλιστής, όμως, συμφωνεί, ότι θα επαναφέρει σε ισχύ την ασφάλιση, πριν λήξει η προθεσμία της γνωστοποίησης της ακύρωσης, εφ όσον συναφθεί νέα ασφάλιση με πρόσθετο ασφάλιστρο, ή νέους όρους, ή νέες «εγγυήσεις».

ΡΗΤΡΑ ΚΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ (War Clause)

Η ρήτρα καλύπτει ζημία στο φορτίο, που προκλήθηκε

α) από πόλεμο, εμφύλιο πόλεμο, εμφύλια σύγκρουση,  επανάσταση, εξέγερση, στάση.

β) από οποιαδήποτε εχθρική πράξη από ή κατά εμπόλεμης δύναμης.

γ) από σύλληψη, κατάσχεση, συγκράτηση, ή φυλάκιση, που προκύπτουν από τους παραπάνω κινδύνους.

δ) από οποιασδήποτε απόπειρα τέτοιων ενεργειών.

ε) από εγκαταλελειμμένες βόμβες, τορπίλες, ή άλλα εγκαταλελειμμένα οπλικά συστήματα.

ΡΗΤΡΑ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ KATΑ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΑΠΕΡΓΙΩΝ (Strikes Cancellation Clause).

Α. Η ρήτρα προβλέπει ότι, η αποδοχή των κινδύνων απεργιών, στάσεων και λαϊκών αναταραχών, υπόκειται κατά πάντα χρόνο σε γνωστοποίηση ακύρωσης από τους συμβαλλομένους, εντός προθεσμίας επτά ημερών.

Β. Αν η γνωστοποίηση ακύρωσης δόθηκε από τον ασφαλιστή, η προθεσμία αρχίζει το αργότερο πέντε ημέρες από την ημερομηνία της γνωστοποίησης (δηλαδή 7 + 5 ημέρες).

Γ. Ο ασφαλιστής, όμως, συμφωνεί, ότι θα επαναφέρει σε ισχύ την ασφάλιση, πριν λήξει η προθεσμία της γνωστοποίησης της ακύρωσης, εφ όσον συναφθεί νέα ασφάλιση με πρόσθετο ασφάλιστρο, ή νέους όρους, ή νέες «εγγυήσεις».

ΡΗΤΡΑ ΚΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΠΕΡΓΙΩΝ (Strikes Clause).

Η ρήτρα καλύπτει ζημία στο φορτίο, που προκλήθηκε

α) από απεργούς, ανταπεργούς, ή από τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε εργατικές αναταραχές, εξεγέρσεις, κοινωνικές κινητοποιήσεις.

β) από τρομοκρατικές πράξεις οποιουδήποτε προσώπου, ενεργεί για λογαριασμό του, ή σε σχέση με οποιαδήποτε οργάνωση που διεξάγει δραστηριότητες που αποσκοπούν στην ανατροπή, ή επηρεάζουν με την βία, οποιασδήποτε κυβέρνηση νόμιμη ή όχι.

γ) από οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί από πολιτικό, ιδεολογικό, ή θρησκευτικό κίνητρο.

ΡΗΤΡΑ ΣΦΡΑΓΙΣΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΚΙΒΩΤΟΥ (Container Seal Clause).

Α. Η ρήτρα προβλέπει ότι, σε περίπτωση που τα εμπορεύματα στοιβάχθηκαν στο εμπορευματοκιβώτιο (από ή εκ μέρους του ασφαλισμένου) ο ασφαλιστής δεν φέρει καμία ευθύνη για ζημία στα εμπορεύματα

α) που προκλήθηκε από τον τρόπο που αυτά στοιβάχθηκαν στο εμπορευματοκιβώτιο.

β) που προκλήθηκε από την ακαταλληλότητα προς μεταφορά του εμπορεύματος εντός εμπορευματοκιβωτίου.

γ) που προκλήθηκε από ακατάλληλη, ή ελαττωματική, κατάσταση του εμπορευματοκιβωτίου, υπό την προϋπόθεση 1) ότι αυτό παρασχέθηκε από ή για λογαριασμό του ασφαλισμένου και 2) εφ όσον, η ακαταλληλότητα, ή ελαττωματική κατάσταση, θα ήταν εμφανής από εύλογη επιθεώρηση του αποστολέα κατά, ή πριν, το εμπορευματοκιβώτιο γεμίσει.

δ) εάν το εμπορευματοκιβώτιο δεν ήταν σφραγισμένο κατά την έναρξη της μεταφοράς, εκτός εάν είχε συμφωνηθεί να σφραγισθεί από τον μεταφορέα.

Β. Εκτός αντιθέτου, σε περίπτωση έλλειψης, ή κλοπής, ή μη παράδοσης των εμπορευμάτων, ο ασφαλιστής θα αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο, μόνον αν η σφράγιση του εμπορευματοκιβωτίου βρεθεί σπασμένη, ή/διαλυμένη και εφ όσον τούτο αναφέρεται στην τελωνειακή διασάφηση, ή στην Β/L, ή στην CMR.

ΡΗΤΡΑ ΛΗΞΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Termination of Contract of Carriage Clause).

Α. Εάν, λόγω περιστάσεων πέραν από τον έλεγχο του ασφαλισμένου, η σύμβαση μεταφοράς τερματισθεί σε λιμάνι, ή σε τόπο, διαφορετικό από τον τόπο προορισμού, ή, η μεταφορά τερματισθεί με άλλον τρόπο πριν από την εκφόρτωση του φορτίου, η ασφάλιση λήγει, οποιοδήποτε από τα δύο παρακάτω συμβεί πρώτο.

α) έως ότου το φορτίο πωληθεί και παραδοθεί σε αυτό το λιμάνι, ή τον τόπο.

β) ή μέχρι την λήξη 60 ημερών μετά την άφιξη του φορτίου στο εν λόγω λιμάνι, ή τόπο.

Β. Αν το φορτίο προωθηθεί εντός της προθεσμίας των 60 ημερών για τον προορισμό που κατονομάζεται στην ασφαλιστική σύμβαση, ή για οποιονδήποτε άλλο προορισμό, η ασφάλιση ισχύει μέχρι την παράδοσή του στον αυτόν τον προορισμό.

Γ. Σε κάθε άλλη περίπτωση πρέπει να δοθεί έγκαιρα προειδοποίηση στον ασφαλιστή για συνέχιση της κάλυψης, οπότε η ασφάλιση παραμένει σε ισχύ, υποκείμενη σε πρόσθετο ασφάλιστρο, αν ζητηθεί από τον ασφαλιστή.

ΡΗΤΡΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Transit Clause).

Α. Η ασφάλιση αρχίζει από τη στιγμή που το εμπόρευμα μετακινείται από την αποθήκη, ή τον τόπο αποθήκευσης (στη θέση που κατονομάζεται στην σύμβαση) για το σκοπό της άμεσης φόρτωσης εντός, ή επί του οχήματος μεταφοράς, ή άλλου μέσου μεταφοράς, για την έναρξη της διαμετακόμισης, εξακολουθεί δε κατά τη συνήθη πορεία της διαμετακόμισης και λήγει, όποιο από τα παρακάτω συμβεί πρώτο.

α. είτε, με την ολοκλήρωση της εκφόρτωσης από το όχημα μεταφοράς, ή άλλο μέσο μεταφοράς, στην τελική αποθήκη, ή άλλη αποθήκη, ή στον ονομασμένο τόπο αποθήκευσης, ή στον τόπο προορισμού, σύμφωνα με την σύμβαση ασφάλισης.

β. είτε, στον τόπο τον οποίο ο ασφαλισμένος, ή οι υπαλλήλου του, επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν για αποθήκευση, διαφορετική από τη συνήθη πορεία της μεταφοράς, ή για διανομή.

γ. είτε, με την λήξη 60 ημερών μετά την ολοκλήρωση της εκφόρτωσης δίπλα από το πλοίο στο τελικό λιμάνι εκφόρτωσης.

Β. Εάν, μετά την εκφόρτωση δίπλα από το πλοίο στο τελικό λιμάνι εκφόρτωσης, αλλά πριν από την λήξη της ασφάλισης, το εμπόρευμα πρέπει να προωθηθεί σε έναν προορισμό άλλο από εκείνο για το οποίο είναι ασφαλισμένο, η ασφάλιση εκτείνεται μέχρι του χρόνου κατά τον οποίο το εμπόρευμα μετακινήθηκε για τον σκοπό έναρξης της νέας μεταφοράς στον άλλο προορισμό.

Γ. Η ασφάλιση παραμένει σε ισχύ κατά την καθυστέρηση παράδοσης πέραν από τον έλεγχο του ασφαλισμένου, σε οποιαδήποτε απόκλιση, αναγκαστική εκφόρτωση, επαναφόρτωση, ή μεταφόρτωση και κατά τη διάρκεια κάθε μεταβολής της μεταφοράς (που προκύπτει από την άσκηση της ελευθερίας που χορηγείται σε μεταφορείς σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς).

Δ. H μέγιστη διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου μετά την εκφόρτωση των εμπορευμάτων είναι 60 ημέρες.

ΡΗΤΡΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ (Insurable Interest Clause)

Για να απαιτήσει αποζημίωση ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει ένα ασφαλιστέο ενδιαφέρον επί του φορτίου κατά την στιγμή της ζημίας. Ο ασφαλισμένος δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για ζημίες, που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτεται από την ασφάλιση, παρά το γεγονός ότι η ζημία συνέβη πριν από την ολοκλήρωση της σύμβασης ασφαλίσεως, εκτός εάν ο ασφαλισμένος ήταν ενήμερος για την απώλεια, ενώ ο ασφαλιστής όχι.

ΡΗΤΡΑ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗΣ (Refusal Clause).

Ο ασφαλιστής αποποιείται οποιασδήποτε αθέτησης των σιωπηρών εγγυήσεων αξιοπλοοίας του πλοίου και της καταλληλότητας του πλοίου για την μεταφορά του εμπορεύματος στον προορισμό του.

Ρήτρα ασφάλισης (C), Institute Cargo Clauses (C).

Η ασφάλιση του μεταφερόμενου εμπορεύματος (φορτίου) κατά του κινδύνου ζημίας (βλάβης ή απώλειας) παρέχεται από ελληνικές και αλλοδαπές ασφαλιστικές εταιρείες και από τα Lloyds. Υπόκειται κυρίως στους όρους της βρετανικής νομοθεσίας, όπως έχει ερμηνευθεί και τυποποιηθεί από τις ρήτρες του Ινστιτούτου ασφαλιστών Λονδίνου και είναι γνωστές ως «Institute Cargo Clauses».

Ανάλογα με την φύση και τον βαθμό των κινδύνων, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ρητρών, α. Institute Cargo Clauses (A), β. Institute Cargo Clauses (B), γ. Institute Cargo Clauses (C)

Η Institute Cargo Clauses (Β) καλύπτει, ότι καλύπτεται με την ρήτρα C και επιπρόσθετα καλύπτει τους εξής κινδύνους

Α. Σεισμό, έκρηξη ηφαιστείου, κεραυνό.

Β. Παράσυρση του εμπορεύματος από τα κύματα.

Γ. Εισροή θαλάσσιου, ή γλυκού, νερού στο μεταφορικό μέσο, ή στο εμπορευματοκιβώτιο, ή στον αποθηκευτικό χώρο, εξαιρουμένης της βροχής.

Δ. Ολική απώλεια του φορτίου κατά τη διάρκεια της φορτοεκφόρτωσης.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ   

Α. Δεν παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη, στο μέτρο που η πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου προέρχεται από πολεμικά γεγονότα ή ενέργειες, εμφύλιο πόλεμο, στάση ή λαϊκές ταραχές καθώς και στην περίπτωση που προέρχεται από φυσική απομείωση των ασφαλισμένων πραγμάτων

Β. Δεν καλύπτει ζημίες από χρήση πολεμικού όπλου, που χρησιμοποιεί πυρηνική διάσπαση.

Γ. Η καθυστέρηση, έστω και αν αυτή οφείλεται σε ασφαλισμένο κίνδυνο, εξαιρείται.

Δ. Η μεταφορά ειδικού φορτίου, όπως κατεξυγμένο κρέας, δεν καλύπτεται παρά μόνο από επιπλέον Ρήτρα Ειδικού φορτίου.

Ρήτρα ασφάλισης (Α), Institute Cargo Clauses (A).

Η ασφάλιση του μεταφερόμενου εμπορεύματος (φορτίου) κατά του κινδύνου ζημίας (βλάβης ή απώλειας) παρέχεται από ελληνικές και αλλοδαπές ασφαλιστικές εταιρείες και από τα Lloyds. Υπόκειται κυρίως στους όρους της βρετανικής νομοθεσίας, όπως έχει ερμηνευθεί και τυποποιηθεί από τις ρήτρες του Ινστιτούτου ασφαλιστών Λονδίνου και είναι γνωστές ως «Institute Cargo Clauses».

Ανάλογα με την φύση και τον βαθμό των κινδύνων, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ρητρών, α. Institute Cargo Clauses (A), β. Institute Cargo Clauses (B), γ. Institute Cargo Clauses (C)

Η Institute Cargo Clauses (A) καλύπτει όλους τους κινδύνους ζημίας (βλάβης, ή απώλειας) (All Risks) του εμπορεύματος κατά το στάδιο της μεταφοράς, που δεν εξαιρούνται.

ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ

Α. Απώλεια, ζημία ή έξοδα, που προκύπτουν από αναξιοπλοία του πλοίου, ή ακαταλληλότητα του πλοίου, για την ασφαλή μεταφορά του αντικειμένου ασφάλισης, εφ όσον ο ασφαλισμένος είναι γνώστης της αναξιοπλοίας, ή ανικανότητας, την στιγμή που το εμπόρευμα φορτώνεται στο πλοίο.

Β. Κάθε απαίτηση, που βασίζεται σε απώλεια, ή ματαίωση του πλου, ή της περιπέτειας.

Γ. Απώλεια, ζημία, ή έξοδα, που αναλογεί σε ηθελημένη κακή διαχείριση του ασφαλισμένου.

α. Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί απόδοση στην Ελληνική του όρου «wilful misconduct» και είναι άγνωστος στο Ελληνικό Δίκαιο.

β. Δεν ταυτίζεται, ούτε με τον άμεσο δόλο, κατά τον οποίον ο δράστης επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα, ούτε με τον ενδεχόμενο δόλο, κατά τον οποίον ο δράστης προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και το αποδέχεται. Ο όρος αυτός αποτελεί μορφή πταίσματος ελαφρότερη της έννοιας του δόλου, άμεσου, ή, έμμεσου, διαφοροποιείται όμως από την έννοια της βαριάς αμέλειας, κατά την οποία ο δράστης δεν καταβάλει την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, γιατί από μεγάλη αδιαφορία, ή απερισκεψία δεν έχει αντίληψη των επιζήμιων συνεπειών της συμπεριφοράς του.

γ. Κατά συνέπεια ο όρος της «ηθελημένης κακής διαχείρισης» περιλαμβάνει εκτός από τον δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και τη συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του, ότι η πράξη του, ή, η παράλειψή του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως κατ ανάγκη να το αποδέχεται, φερόμενος με αδιαφορία και απερισκεψία ως προς την αντίληψη των συνεπειών της συμπεριφοράς του.

Δ. Συνήθεις διαρροές, απώλεια βάρους, ή όγκου, ή συνήθη φθορά του εμπορεύματος.

Ε. Απώλεια, ζημία ή δαπάνη, που προκαλείται από ανεπάρκεια, ή ακαταλληλότητα «συσκευασίας», ή προετοιμασία του εμπορεύματος να αντέξει στα συνήθη επεισόδια της μεταφοράς.

α. Η συσκευασία πρέπει να έχει γίνει από τον ασφαλισμένο, ή τους υπαλλήλους του πριν από την έναρξη της ασφάλισης.

β. Ως συσκευασία θεωρείται και η στοιβασία σε εμπορευματοκιβώτιο, ή σε άλλο μέσο μεταφοράς.

γ. Υπάλληλοι του ασφαλισμένου δεν θεωρούνται οι ανεξάρτητοι εργολάβοι.

ΣΤ. Ακαταλληλότητα του εμπορευματοκιβωτίου για την ασφαλή μεταφορά του εμπορεύματος.

α. Απαραίτητη προϋπόθεση για την μη κάλυψη, είναι η φόρτωση (στοιβασία) σε αυτό, ή επ αυτό, να έγινε πριν από την σύναψη της ασφάλισης από τον ασφαλισμένο, ή τους υπαλλήλους του, σε γνώση τους ότι το εμπορευματοκιβώτιο είναι ακατάλληλο κατά την στιγμή της φόρτωσης.

β. Η εξαίρεση δεν ισχύει όταν, η ασφαλιστική σύμβαση έχει υπογραφεί από το μέρος που απαιτεί, το οποίο έχει αγοράσει, ή συμφώνησε να αγοράσει, το εμπόρευμα με καλή πίστη στο πλαίσιο μιας δεσμευτικής σύμβασης.

Ζ. Απώλεια, ζημία ή δαπάνη, που προκαλείται από εγγενές ελάττωμα, ή από την φύση του αντικειμένου ασφάλισης.

Η. Απώλεια, ζημία, ή δαπάνη, που προκλήθηκε από την καθυστέρηση, παρ όλο που η καθυστέρηση προκαλείται από ένα ασφαλιζόμενο κίνδυνο.

Θ. Απώλεια, ζημία ή δαπάνη, που προκαλείται από αφερεγγυότητα, ή οικονομική αδυναμία εκπλήρωσης από τους ιδιοκτήτες, διαχειριστές ναυλωτές, ή διαχειριστές του πλοίου.

α. Προϋπόθεση εφαρμογής της εξαίρεσης είναι κατά την στιγμή της φόρτωσης του εμπορεύματος στο πλοίο, ο ασφαλισμένος να ήταν ενήμερος, ή κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών να γνώριζε, ότι η αφερεγγυότητα, ή οικονομική δυσπραγία, θα μπορούσε να εμποδίσει την κανονική εκτέλεση του ταξιδιού.

β. Η εξαίρεση δεν ισχύει, όταν η ασφαλιστική σύμβαση έχει υπογραφεί από το μέρος εκείνο, που έχει αγοράσει, ή συμφώνησε να αγοράσει, το εμπόρευμα με καλή πίστη στο πλαίσιο μιας δεσμευτικής σύμβασης.

Ι. Απώλεια, ζημία, ή έξοδα, που προκύπτουν από την έλλειψη, ή την άρνηση, εργασίας κάθε είδους, που μπορεί να προκύψει από οποιαδήποτε απεργία, ανταπεργία, διαταραχή εργασίας, ταραχές ή πολιτική αναταραχή.

ΙΑ. Απώλεια, ζημία ή δαπάνη, που προκαλείται άμεσα ή έμμεσα, ή που προκύπτει από τη χρήση όπλων, ή συσκευών, που χρησιμοποιούν ατομική, ή πυρηνική σχάση, ή/και σύντηξη, ή άλλη παρεμφερή αντίδραση, ή ραδιενεργή ισχύ, ή ύλη.

ΙΒ. Απώλεια, ζημία, ή δαπάνη, που προκαλείται από εμφύλιο πόλεμο επανάσταση, εξέγερση, στάση, ή εμφύλιες συγκρούσεις, που απορρέουν από αυτές, ή οποιασδήποτε εχθρική πράξη, προερχόμενη, ή στρεφόμενη, κατά εμπόλεμης δύναμης.

ΙΓ. Απώλεια, ζημία, ή δαπάνη, που προκαλείται από οποιαδήποτε πρόσωπο, που δρα για πολιτικούς, ιδεολογικούς και θρησκευτικούς σκοπούς.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ  

Α. Δεν καλύπτει ζημίες που προέρχονται από πολεμικά γεγονότα ή ενέργειες, εμφύλιο πόλεμο, στάση ή λαϊκές ταραχές καθώς και από φυσική απομείωση των ασφαλισμένων πραγμάτων

Β. Δεν καλύπτει ζημίες από χρήση πολεμικού όπλου, που χρησιμοποιεί πυρηνική διάσπαση.

Γ. Δεν καλύπτει ζημίες που οφείλονται σε καθυστέρηση

Δ. Η μεταφορά ειδικού φορτίου, όπως κατεξυγμένο κρέας, δεν καλύπτεται, παρά μόνο από επιπλέον Ρήτρα Ειδικού φορτίου.

Ασφάλιση μεταφερομένου εμπορεύματος.

Η ασφάλιση μεταφερομένου εμπορεύματος καλύπτει κάθε ζημία, την οποία υφίστανται τα μεταφερόμενα εμπορεύματα ανεξαρτήτως μεταφορικού μέσου. Συμπεριλαμβάνονται οι αποσκευές και κάθε άλλο, εκτός εμπορευμάτων, μεταφερόμενο αγαθό.

Η ασφάλιση περιλαμβάνει τις ζημιές που προκαλούνται από κινδύνους, που δεν έχουν εξαιρεθεί, από την εκ μέρους του μεταφορέα απόκτηση του δικαιώματος διάθεσης με σκοπό την μεταφορά μέχρι του τερματισμού της μεταφοράς, με οποιονδήποτε τρόπο (άρθρο 20 Ν. 2496/1997).

Ο ασφαλιστής ευθύνεται κι αν ο κίνδυνος επήλθε από δόλο, ή βαριά αμέλεια, του μεταφορέα, ή των προστηθέντων του.

Παρεκκλίσεις, διακοπές και άλλες αλλαγές στη διαδρομή και στο μεταφορικό μέσο δεν επιδρούν στην ευθύνη του ασφαλιστή, εκτός εάν τις προκάλεσε, ή τις ενέκρινε ο λήπτης της ασφάλισης/ασφαλισμένος, μολονότι δεν ήταν αναγκαίες.

Στην περίπτωση που τις παρεκκλίσεις, διακοπές κλπ τις προκάλεσε, ή τις ενέκρινε, ο λήπτης της ασφάλισης/ασφαλισμένος, ο ασφαλιστής  μόλις λάβει γνώση δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση, ή να ζητήσει την τροποποίησή της (άρθρο 4 Ν. 2496/1997).

Βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η αξία των πραγμάτων, που είχαν στον τόπο και το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν δεκτά προς μεταφορά. Στην αξία αυτή μπορούν να προστίθενται και οι δαπάνες μεταφοράς, οι τελωνειακοί δασμοί, οι λοιπές επιβαρύνσεις και το προσδοκώμενο κέρδος (άρθρο 20 ν. 2496/1997).

Παραγραφή απαίτησης από σύμβαση ασφάλισης.

(άρθρο 10 Ν. 2496/19)

Στις ασφαλίσεις κατά ζημιών οι αξιώσεις του λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή παραγράφονται μετά από (4) χρόνια

Στις ασφαλίσεις προσώπων οι αξιώσεις του λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή παραγράφονται μετά από (5) χρόνια.

Η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.

Σε περίπτωση υποκατάστασης του ασφαλιστή, η παραγραφή των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση και εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή, ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων.

Στην περίπτωση εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου, σύμφωνα με τους ορισμούς του.

Υποκατάσταση του ασφαλιστή, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε.

(άρθρο 14 Ν. 2496/1997)

Εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε.

Εάν οι αξιώσεις του λήπτη της ασφάλισης στρέφονται κατά των παρακάτω προσώπων, η αξίωση δεν περιέρχεται στον ασφαλιστή, παρά μόνο αν τα πρόσωπα αυτά ενήργησαν με δόλο. α) ασφαλισμένος, β) δικαιούχος ασφαλίσματος, γ) ανιόντες, κατιόντες, σύζυγοί των και λοιποί συνοικούντες και δ) νόμιμοι αντιπρόσωποι, ή εκπρόσωποι του ασφαλισμένου.

Λύση ασφαλιστικής σύμβασης κατά ζημιών, λόγω καταγγελίας.

(άρθρο 8 Ν. 2496/1997)

Εφ όσον η ασφαλιστική σύμβαση κατά ζημιών συμφωνήθηκε για αόριστο χρόνο (διαρκής ασφάλιση), η καταγγελία της γίνεται στο τέλος της ασφαλιστικής περιόδου με προθεσμία από (1) μήνα έως (3) μήνες.

Στην περίπτωση της διαδοχής στην ασφαλιστική σχέση, είτε από τον ασφαλιστή, είτε από τον λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένο, εντός (30) ημερών, αφ ότου έγινε γνωστή η διαδοχή.

Στην σύμβαση ορισμένου, ή αορίστου χρόνου, δύναται να λυθεί με καταγγελία από τα μέρη, στις περιπτώσεις παραβίασης της αρχής της «προσυμβατικής αποκάλυψης» και της «επίτασης του κινδύνου κατά την διάρκεια της ασφάλισης».

Η σύμβαση λύνεται, αν ο ασφαλιστής, α) Κηρύχθηκε σε πτώχευση, ή αναγκαστική διαχείριση, β) Απαγορεύθηκε η ελεύθερη διάθεση μέρους, ή του συνόλου, των περιουσιακών του στοιχείων, γ) Για λόγους που προβλέπει ειδικά το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Τα αποτελέσματα της καταγγελίας, όταν η καταγγελία ασκείται από τον ασφαλιστή και δεν αφορά τις παραπάνω περιπτώσεις, δεν επέρχονται πριν την πάροδο (30) ημερών από τότε που η καταγγελία θα περιέλθει στον λήπτη της ασφάλισης.

Γενικά, η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αντικείμενο την μεταβίβαση της απαίτησης από τον παλιό στον νέο δανειστή. Για να έχει ισχύ πρέπει να γίνει αναγγελία από τον εκχωρητή, ή από τον εκδοχέα, στον οφειλέτη.

Για να γίνει εκχώρηση της ασφαλιστικής απαίτησης δεν χρειάζεται σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα. Η ασφαλιστική απαίτηση μπορεί να εκχωρηθεί από τον λήπτη της ασφάλισης σε τρίτο πρόσωπο, είτε πριν, είτε μετά την πραγματοποίηση του ασφαλιζόμενου κινδύνου.

Ο δικαιούχος του ασφαλίσματος δεν μπορεί να εκχωρήσει το ασφάλισμα χωρίς έγγραφη συναίνεση του λήπτη της ασφάλισης όταν αυτός είναι και ασφαλισμένος. Ο νόμος απαγορεύει την εκχώρηση της αξιώσεως για ικανοποίηση ηθικής βλάβης, εκτός αν αναγνωρίστηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε για αυτήν αγωγή (933 ΑΚ).

 

Σε περίπτωση επέλευσης ασφαλιστικής περίπτωσης, ο ασφαλισμένος γνωστοποιεί στην ασφαλιστική επιχείρηση, είτε απ ευθείας, είτε μέσω του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, εντός (8) ημερών από τη στιγμή που έλαβε γνώση της επέλευσής της, αναγγελία στην οποία αναφέρει το ιστορικό της ζημίας με γεγονότα και ημερομηνίες.

Η καθυστέρηση της αναγγελίας της ζημίας, εφ όσον η ασφαλιστική εταιρεία υπέστη ζημία από την καθυστέρηση, δημιουρεί υπέρ της δικαίωμα αποζημίωσης από τον λήπτη της ασφάλισης.

Στην ασφάλιση προσώπων (άρθρο 27 ν. 2496/1997) το ασφάλισμα συνίσταται, α. είτε σε ασφάλιση ποσού, δηλαδή  στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού, εφ άπαξ ή σε περιοδικές προσόδους, β. είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημιάς, που προήλθε εξ αιτίας ασθένειας, ή ατυχήματος του ασφαλισμένου.

Το ασφαλιστήριο είναι ονομαστικό και δεν μπορεί να εκδοθεί σε διαταγή, ή στον κομιστή.

Στην ασφάλιση για λογαριασμό «όποιου ανήκει»  μπορεί στο ασφαλιστήριο να μην κατονομάζεται ο ασφαλισμένος.

Αν έχει συμφωνηθεί ασφάλιση ποσού, το ασφάλισμα καταβάλλεται ανεξάρτητα από το αν η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου προκάλεσε ζημιά στον ασφαλισμένο/δικαιούχο του ασφαλίσματος και ανεξάρτητα από το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε.

Στην ασφάλιση κατά ζημιών (άρθρο 11 ν. 2496/1997) το ασφάλισμα συνιστάται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία). Η ζημία της ασφαλισμένης περιουσίας μπορεί να συνίσταται στη βλάβη, ή στην απώλεια αγαθών, απαιτήσεων και κερδών, καθώς επίσης και στις δαπάνες απόκρουσης και ικανοποίησης απαιτήσεων τρίτων. Το ασφάλισμα δεν υπερβαίνει την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας, ούτε και το ασφαλιστικό ποσό.

 Η ασφάλιση κατά ζημιών (άρθρο 12 ν. 2496/1997) δεν λήγει, αν τον λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένο, διαδεχθεί άλλος στην ασφαλιστική σχέση, εκτός από την περίπτωση καταγγελίας.

Αν η ασφαλιστική περίπτωση συμβεί μετά (30) ημέρες από την διαδοχή, χωρίς να έχει στο μεταξύ καταγγελθεί η ασφάλιση, ο ασφαλιστής υποχρεούται στην καταβολή του ασφαλίσματος.

Αν ο ασφαλιστικός κίνδυνος επέλθει εντός της προθεσμίας των (30) ημερών της καταγγελίας, ή πριν επέλθουν τα αποτελέσματα της καταγγελίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται του ασφαλίσματος, αν αποδείξει ότι, α) δεν θα είχε αναλάβει τον κίνδυνο, ή β) δεν θα τον είχε αναλάβει με τους ίδιους όρους, αν γνώριζε τη διαδοχή. Τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα επιστρέφονται.

Διαδοχική ασφάλιση, στην ασφάλιση κατά ζημιών.

Διαδοχική ασφάλιση έχουμε, όταν μετά την σύναψη της ασφάλισης συναφθεί άλλη ασφάλιση για το ίδιο ασφαλιστικό συμφέρον, χωρίς συμφωνία μεταξύ των ασφαλιστών.

Ο επόμενος ασφαλιστής ευθύνεται µόνο για το υπόλοιπο της αξίας του ασφαλιζόμενου αντικειμένου κατά την χρονολογική σειρά των ασφαλιστικών συμβάσεων εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο ασφαλιστήριο.

Συνασφάλιση (άρθρο 15 ν. 2496/1997) έχουμε, όταν οι περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις κατά του ιδίου κινδύνου και για την ίδια χρονική περίοδο, έχουν συναφθεί με κοινή συμφωνία ( με ή χωρίς κοινό συντονιστή ασφαλιστή) και ο κάθε ασφαλιστής φέρει ποσοστό του κινδύνου.

Ο κάθε ασφαλιστής ευθύνεται κατ' αναλογία του ασφαλισμένου σε αυτόν ποσοστού.

Πολλαπλή ασφάλιση κατά ζημιών (άρθρο 15 ν. 2496/1997) έχουμε, όταν η ασφαλισμένη περιουσία ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου και για την ίδια χρονική περίοδο σε περισσότερους ασφαλιστές. Ο λήπτης της ασφάλισης/ασφαλισμένος οφείλει να γνωστοποιήσει χωρίς καθυστέρηση σε κάθε ασφαλιστή την ασφάλιση και το ασφαλιστικό ποσό. Οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας.

Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται σε ολόκληρο μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους.

Στην ανοικτή ασφάλιση κατά ζημιών (άρθρο 18 ν. 2496/1997) η ασφαλισμένη περιουσία κατά την σύναψη της σύμβασης καθορίζεται μόνο κατά γένος για πράγματα τα οποία θα εμπίπτουν στον ασφαλιστικό κίνδυνο μελλοντικά. Ο λήπτης της ασφάλισης, ή ο ασφαλισμένος, υποχρεούται να δηλώνει στον ασφαλιστή, ευθύς μόλις λάβει γνώση, το είδος των πραγμάτων, τις ασφαλιστικές αξίες, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο προσδιοριστικό της σύμβασης. Το ασφάλιστρο υπολογίζεται με βάση τις δηλώσεις που γίνονται κάθε φορά. Σε περίπτωση μη δήλωσης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να αποκαταστήσει κάθε ζημία του ασφαλιστή, που οφείλεται στην μη δήλωση. Αν η παράβαση έγινε από δόλο, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα καταγγελίας.

Στην ασφάλιση πραγμάτων (άρθρο 17 Ν. 2496/1997) ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται για το υπερβάλλον, αν η αξία του πράγματος, που δηλώθηκε κατά την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, υπερβαίνει την τρέχουσα, ή την συνηθισμένη αξία αυτού κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου. Αν η υπερασφάλιση οφείλεται σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου, ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος, η ασφάλιση είναι άκυρη. Ο καλόπιστος ασφαλιστής δικαιούται τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα.

Υπασφάλιση στην ασφάλιση κατά ζημιών.

(άρθρο 17 ν. 2496/1997)

Στην ασφάλιση πραγμάτων, η ευθύνη του ασφαλιστή περιορίζεται στην αποκατάσταση ανάλογου μέρους της ζημίας, αν η αξία του πράγματος, που δηλώθηκε κατά την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, υπολείπεται της τρέχουσας, ή της συνηθισμένης αξίας αυτού κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου.

Ο λήπτης της ασφάλισης (άρθρο 9 ν. 2496/1997) μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση για λογαριασμό τρίτου. Ο τρίτος δεν χρειάζεται να ορίζεται στο ασφαλιστήριο. Σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση θεωρείται ότι καταρτίσθηκε για λογαριασμό του λήπτη της ασφάλισης. Τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον τρίτο.

Ο λήπτης της ασφάλισης συνάπτει την ασφάλιση υπέρ τρίτου που είναι ο ασφαλισμένος.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων του ν. 2496/1997 για την ασφαλιστική σύμβαση και των άρθρων 189, 192, 193 ΕμπΝ και 361, 185, 192, 193 ΑΚ, συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή.

Α. ΠΡΟΤΑΣΗ ΠΡΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗ (άρθρο 2 Ν. 2496/1997)

Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη) εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη, ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν.

Η πρόταση προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη αίτηση προς τον ασφαλιστή, που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων. Η αποδοχή της από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ.

Ο λήπτης της ασφάλισης δεσμεύεται μόνο με τους όρους της πρότασης. Ο λήπτης της ασφάλισης δεσμεύεται, όμως, και από τους τυχόν προσθέτους όρους που τέθηκαν από τον ασφαλιστή, κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου κατά παρέκκλιση της πρότασης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, όταν α. οι πρόσθετοι όροι αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, β. γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, με εντονότερα στοιχεία, ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης,

γ. χορηγείται στο λήπτη, μαζί με το ασφαλιστήριο, υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, δ. και ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιωθεί γραπτώς για τους κατά παρέκκλιση όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου.

Αν ο ασφαλιστής που εξέδωσε το ασφαλιστήριο παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, και να του χορηγήσει έντυπη δήλωση εναντίωσης, όλοι οι κατά παρέκκλιση της πρότασης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη. Η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί με τους όρους της πρότασης.

Β. ΤΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ  (άρθρο 2 Ν. 2496/1997)

Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο έχει καθιερωθεί ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής. Δεν είναι υποχρεωτικό να εκδοθεί. Η σύμβαση ασφάλισης μπορεί να αποδειχθεί με κάθε μέσο, ακόμη και με την «πρόταση» προς ασφάλιση

Το ασφαλιστήριο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται  η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης. Η με μηχανικό μέσο αποτύπωση της υπογραφής του ασφαλιστή στο ασφαλιστήριο αρκεί. Το ασφαλιστήριο είναι ονομαστικό, μπορεί, όμως, να εκδοθεί σε διαταγή, ή στον κομιστή, εκτός της περίπτωσης της υποχρεωτικής ασφάλισης οχημάτων.

Αν έχει συμφωνηθεί προσωρινή κάλυψη, ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στον λήπτη της ασφάλισης το έγγραφο προσωρινής κάλυψης. Το έγγραφο προσωρινής κάλυψης πρέπει να περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης και τον τόπο και χρόνο έκδοσής του.

Ο ασφαλισμένος/λήπτης της ασφάλισης δικαιούται οποτεδήποτε να ζητήσει αντίγραφα των επεξηγήσεων και στοιχείων που τυχόν έδωσε στον ασφαλιστή κατά τη σύναψη της σύμβασης, καθώς και αντίγραφο του ασφαλιστηρίου, σε περίπτωση που τούτο απωλέσθηκε.

Γ. ΟΥΣΙΩΔΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟΥ

Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο πρέπει να περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, τα οποία θεωρούνται ως ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης, α. τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, β. η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, γ. το πρόσωπο, ή το αντικείμενο, που σχετίζεται με την επέλευση του κινδύνου, δ. το είδος των κινδύνων, ε. το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή, στ. οι τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, ζ. το ασφάλιστρο, η. το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό.

Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατό, στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι, εφ όσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί.

Ε. ΕΝΑΡΞΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ (άρθρο 146 Ν. 4364/2016, άρθρο 6 Ν. 2496/1997)

Η ασφαλιστική κάλυψη αρχίζει με την καταβολή του ασφαλίστρου, ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής και την παράδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στον ασφαλισμένο, ή τον λήπτη της ασφάλισης.

ΣΤ. ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ

Η καταβολή των ασφαλίστρων γίνεται, είτε απευθείας προς την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, είτε σε ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή, ή σε άλλον εντολοδόχο είσπραξης ασφαλίστρων (άρθρο 146 Ν. 4364/2016). Η καθυστέρηση καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση (άρθρο 6 Ν. 2496/1997). Η  καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στο λήπτη της ασφάλισης, στην οποία γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου, θα επιφέρει από την κοινοποίησή της την λύση της σύμβασης, α. μετά την πάροδο (2) εβδομάδων για ασφαλίσεις με διάρκεια μέχρι και (1) έτους, β) μετά την πάροδο (1) μηνός για ασφαλίσεις με διάρκεια μεγαλύτερη του (1) έτους.

Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές υποχρεούνται να αποδώσουν στην ασφαλιστική επιχείρηση το σύνολο των ασφαλίστρων που εισπράττουν από τους ασφαλισμένους για λογαριασμό τους, το αργότερο έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα της ημερολογιακής εβδομάδας εντός της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές εισπράξεις. Η απόδοση των ασφαλίστρων πραγματοποιείται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί η επιχείρηση (άρθρο 146 Ν. 4364/2016).

Σε συμβάσεις υποχρεωτικής ασφάλισης κατά ζημιών η εταιρεία οφείλει, να εκδίδει προς τον ασφαλισμένο, ή άλλη δημόσια αρχή, εφ όσον της ζητηθεί, βεβαίωση ασφάλισης, στην οποία περιλαμβάνεται δήλωσή της ότι η σύμβαση ασφάλισης πληροί τις ειδικές διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη ασφάλιση (άρθρο 146 ν. 4364/2016).

Σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 2496/1997  στην ασφάλιση κατά ζημιών, το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία). Το ασφάλισμα δεν μπορεί να υπερβαίνει την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας, ούτε και το ασφαλιστικό ποσό. Η αρχή απαγόρευσης πλουτισμού (αποζημιωτική αρχή) συναντάται στις ασφαλίσεις κατά ζημιών. Με την εφαρμογή της ο ασφαλισμένος, αφ ενός θα αποζημιωθεί δυνάμει των όρων και εξαιρέσεων του υφισταμένου ενεργού ασφαλιστηρίου, αφ ετέρου θα αποτρέψει τον ασφαλισμένο να καταστεί πλουσιότερος από την αποζημίωση της ζημίας.

Με βάση την αρχή ο ασφαλιστής υποχρεούται να αποκαταστήσει την αξία του αντικειμένου της ασφάλισης στην ίδια ακριβώς οικονομική κατάσταση που ήταν πριν την επέλευση του κινδύνου ο οποίος του προκάλεσε οικονομική ζημιά. Η ζημιά μπορεί να είναι άμεση (καταστροφή ή απώλεια αντικειμένων) ή έμμεση (απώλεια απαιτήσεων ή δαπάνες απόκρουσης απαιτήσεων τρίτων).

Με βάση την αρχή επέρχεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ασφαλιστή στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, η οποία έχει ως συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας για ικανοποίηση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου, τόσο από τον υπαίτιο της ζημίας, όσο και από τον ασφαλιστή.

Αν ο ασφαλιστής κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, ο μεν ασφαλισμένος δεν έχει μέχρι του ποσού αυτού αξίωση αποζημίωσης κατά του υπαιτίου τρίτου, ο δε ασφαλιστής υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του υπευθύνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε μέσω του μηχανισμού της υποκαταστάσεως.

Η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου και δεν χρειάζεται αναγγελία σε κανένα.

Εφαρμογή της αρχής αποτελεί η περίπτωση της υπερασφάλισης και της ασφάλισης σε πρώτο (Α΄) κίνδυνο.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 Ν. 2496/1997) αν για οποιονδήποτε λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασφαλιστή, ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν έχουν περιέλθει σε γνώση του ασφαλιστή στοιχεία, ή περιστατικά που είναι αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής δικαιούται, α) να καταγγείλει τη σύμβαση, ή β) να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία (1) μηνός, αφ ότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων, ή των περιστατικών. Η πρόταση του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης θεωρείται ως καταγγελία, αν μέσα σε (1) μήνα από τη λήψη της δεν γίνει δεκτή και αυτό αναφέρεται στο έγγραφο της πρότασης.

Σε περίπτωση παράβασης από αμέλεια της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει, και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, α) να καταγγείλει τη σύμβαση, ή β) να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία (1) μηνός,  αφ ότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων, ή των περιστατικών. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, το ασφάλισμα μειώνεται κατά το λόγο του ασφαλίστρου που έχει καθορισθεί προς το ασφάλιστρο που θα είχε καθορισθεί, αν δεν υπήρχε η παράβαση.

Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος και ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή.

Η παραπάνω καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης, εκ μέρους του ασφαλιστή, επιφέρει αποτελέσματα, α) μετά πάροδο (15) ημερών από τότε που θα περιέλθει στον λήπτη της ασφάλισης, ή β) μετά πάροδο (1) μηνός από τη λήψη της πρότασης του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης.

Στην περίπτωση της με δόλο παράβασης της παραπάνω υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα.

Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης, ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που η μη γνωστοποίηση των στοιχείων και περιστατικών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, αλλά σε αμέλεια ή δόλο του ασφαλιζόμενου.

Στις ασφαλίσεις ζωής οι παραπάνω κυρώσεις κατά του ασφαλισμένου δεν εφαρμόζονται. Εξαιρείται μόνο η περίπτωση, που η παράβαση γνωστοποίησης έγινε με δόλο του ασφαλισμένου.

Οι παραπάνω κυρώσεις δεν εφαρμόζονται στις ασφαλίσεις ασθενειών.

Αν ο ασφαλιστής κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε ότι αποκλειόταν η δυνατότητα επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ο λήπτης της ασφάλισης δεν υποχρεούται στην καταβολή του ασφαλίστρου (άρθρο 5 Ν. 2496/1997). 

Αν ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος / δικαιούχος του ασφαλίσματος, κατά τη σύναψη της ασφάλισης, γνώριζε ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδη επέλθει, ο ασφαλιστής α) αφ ενός δεν υποχρεούται σε παροχή, β) εφ ετέρου, εφ όσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου, δικαιούται το ασφάλιστρο μέχρι τέλους της ασφαλιστικής περιόδου (άρθρο 5 Ν. 2496/1997).

Νόμος 2496/1997, ως τροποποιήθηκε με τον ν. 4364/2016.

Α. ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΙΜΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ (Insurable Interest Duty)

Κάθε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) το οποίο ενδιαφέρεται να ασφαλιστεί για οποιοδήποτε κίνδυνο πρέπει να έχει ασφαλίσιμο συμφέρον.

Σύμβαση ασφάλισης εν είδη παιγνίου, ή στοιχήματος, είναι άκυρη.

Μία σύμβαση ασφάλισης θεωρείται ότι είναι σύμβαση παιγνίου, ή στοιχήματος, όταν, α) ο ασφαλισμένος δεν έχει ασφαλίσιμο συμφέρον και το συμβόλαιο συνάπτεται χωρίς προσδοκία απόκτησης τέτοιου συμφέροντος, β) όταν το ασφαλιστήριο συνάπτεται «με συμφέρον ή χωρίς συμφέρον» (interest or no interest), ή «χωρίς περαιτέρω απόδειξη συμφέροντος εκτός από το ίδιο το ασφαλιστήριο», ή «χωρίς όφελός αρωγής προς τον ασφαλιστή», ή υπόκειται σε οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο όρο. Ο όρος «με συμφέρον ή χωρίς συμφέρον» και οι παρεμφερείς όροι, δηλώνουν ότι σε περίπτωση ζημίας του ασφαλισμένου πράγματος ο ασφαλισθείς δικαιούται αποζημίωσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει το συμφέρον, το οποίο έχει επί του ασφαλισθέντος αντικειμένου.

Ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο τη στιγμή της ζημίας, ενώ δεν είναι αναγκαίο να έχει συμφέρον, όταν συνάπτεται η ασφάλιση.  Όταν το ασφαλιζόμενο αντικείμενο ασφαλίζεται «απολεσθέν ή μη απολεσθέν» (lost or not lost) ο ασφαλισμένος μπορεί να αποζημιωθεί, εάν το ασφαλισθέν αντικείμενο έτυχε να ζημιωθεί κατά την στιγμή της  σύναψης της σύμβασης, χωρίς, ούτε ο ασφαλιστής, ούτε ο ασφαλισμένος, να γνώριζε την ζημία.

 Όταν ο ασφαλισμένος δεν έχει συμφέρον την στιγμή της ζημίας, δεν μπορεί να αποκτήσει συμφέρον με οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση, αφού μάθει για την ζημία.Ένα ενδεχόμενο συμφέρον είναι ασφαλίσιμο, καθώς και ένα αμφίβολο συμφέρον. Ακόμη και το μερικό συμφέρον κάθε φύσης είναι ασφαλίσιμο. Ο ασφαλιστής, που δεσμεύεται από σύμβαση ασφάλισης, έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στον κίνδυνο που έχει αναλάβει και μπορεί να αντασφαλιστεί κατά του κινδύνου αυτού.

Όταν το ασφαλισμένο αντικείμενο είναι υποθηκευμένο, ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στην πλήρη αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου και ο ενυπόθηκος δανειστής έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό οφείλεται, ή θα οφείλεται, λόγω της υποθήκης. Ο ενυπόθηκος δανειστής, ο παραλήπτης, ή άλλο πρόσωπο που έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο, μπορεί να το ασφαλίσει για λογαριασμό και προς όφελος άλλων ενδιαφερομένων, καθώς και προς δικό του όφελος.

Ο ιδιοκτήτης ασφαλισμένης περιουσίας έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με την πλήρη αξία της, παρ' όλο που κάποιος τρίτος ίσως έχει συμφωνήσει, ή είναι υπεύθυνος να τον αποζημιώσει σε περίπτωση απώλειας.

Όταν ο ασφαλισμένος εκχωρεί το συμφέρον του στο ασφαλισμένο αντικείμενο, ή το μεταβιβάζει με άλλο τρόπο, δεν μεταφέρει με αυτόν τον τρόπο στον εκδοχέα τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός εάν υπάρχει σχετική ρητή, ή εξυπακουόμενη, συμφωνία με τον εκδοχέα.

Β. ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ

Όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπ όψιν τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία.

Συμφωνία παραίτησης από το δικαίωμα προσβολής της ασφαλιστικής σύμβασης λόγω πλάνης δεν δεσμεύει τον λήπτη της ασφάλισης.

Οι γενικοί και οι ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων δεν πρέπει να περιλαμβάνουν όρους, οι οποίοι προβλέπουν ειδικές συνθήκες του προς ανάληψη κινδύνου σε ατομική βάση. 

Κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο (άρθρο 33 Ν. 2496/1997)

Γ. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΥΓΓΕΝΟΥΣ ΑΙΤΙΑΣ (Proximate Cause Duty)

Ο ασφαλιστής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει απώλειες, ή ζημίες, που προξενήθηκαν από πρωτογενείς αιτίες, που είναι καλυμμένες στο ασφαλιστήριο.

Δ. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΠΙΣΤΗΣ (Utmost Good Faith Duty) 

Δηλαδή στην υποχρέωση αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών (ασφαλιστή και ασφαλιζόμενου) να μην αποκρύπτουν από τον άλλο στοιχεία που γνωρίζουν, με σκοπό, εν αγνοία τέτοιων στοιχείων, να οδηγήσουν τον άλλο σε μια επιζήμια για αυτόν σύμβαση.           

 Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να παρέχει στον ασφαλιστή πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων. Αν, ο ασφαλισμένος παραβιάσει την αρχή της αποκάλυψης γεγονότων, παραλείποντας να ενεργήσει με καλή πίστη, παρέχεται στον ασφαλιστή το δικαίωμα ακύρωσης της ασφάλισης. Το δικαίωμα αυτό του ασφαλιστή εφαρμόζεται μόνο, αν η παραβίαση από τον ασφαλισμένο έγινε δολίως και ο ασφαλιστής, αν ήταν σε γνώσει της δόλιας μη αποκάλυψης, α) δεν θα είχε συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση, ή β) θα την είχε συνάψει με διαφορετικούς όρους.

Ε. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ (New Fair Presentation Duty)

Κάθε περιγραφή των στοιχείων, που ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή, πριν την ανάληψη του κινδύνου, για τον αναμενόμενο κίνδυνο πρέπει να είναι αληθής (pre-contractual representations). Ο ασφαλιστής, όμως, πρέπει από μόνος του, να προβεί σε περαιτέρω έρευνες και να μη βασίζεται στην περιγραφή των γεγονότων από τον ασφαλισμένο περί της αληθείας αυτών. 

Αποτέλεσμα της αρχής της περιγραφής των στοιχείων, που πρέπει να παρουσιάσει ο ασφαλιζόμενος κατά την σύναψη της ασφάλισης, είναι ότι α) αφ ενός, ο ασφαλιστής δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην περιγραφή από τον ασφαλιζόμενο, αλλά πρέπει να το ψάξει μόνος του και να μην προβεί στην ασφάλιση, αν δεν τον ικανοποιεί η περιγραφή των στοιχείων, β) αφ ετέρου, αν το ψάξει και προβεί στην ασφάλιση, δεν μπορεί να ακυρώσει την σύμβαση.  

ΣΤ. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ (Full Disclosure Duty)

Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε πράγμα, το οποίο δύναται να επηρεάσει αυτόν κατά την σύναψη της ασφάλισης. Ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος, να αποκαλύψει στον ασφαλιστή όλα εκείνα τα στοιχεία που γνωρίζει, ή πρέπει να γνωρίζει, λόγω της επαγγελματικής ασχολίας του, που επηρεάζουν την γνώμη κάθε συνετού ασφαλιστή στην αξιολόγηση του κινδύνου και τον υπολογισμό του ασφαλίστρου.

Δεν υφίσταται υποχρέωση για γνωστοποίηση στοιχείων, για στοιχεία που ελαττώνουν τον κίνδυνο, ή θεωρούνται αυτονόητα σε ένα ασφαλιστή, ή για τα οποία παραιτείται ο ασφαλιστής.

Η αποκάλυψη μπορεί να είναι σχετική με πραγματικό θέμα, ή σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης Η αποκάλυψη σχετική με πραγματικό θέμα είναι αληθής, εάν είναι ουσιαστικά ορθή, δηλαδή, εάν η διαφορά ανάμεσα σε ότι γνωστοποιήθηκε και τι είναι πραγματικά σωστό δεν θα θεωρείτο ουσιώδης σε ένα συνετό ασφαλιστή. Η αποκάλυψη σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης, είναι αληθής, εάν έγινε με καλή πίστη.

Ο ασφαλιζόμενος πρέπει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή, πριν να συναφθεί η σύμβαση, κάθε ουσιώδες γεγονός, το οποίο είναι γνωστό στον ασφαλιζόμενο και ο ασφαλιζόμενος το γνωρίζει, ή θεωρείται ότι το γνωρίζει. Γεγονός είναι, κάθε είδη­ση, η πληροφορία, που κατέχει ο ασφαλιζόμενος. Ουσιώδες γεγονός είναι, κάθε γεγονός, που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με την απόφασή του για την ανάληψη του κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου. Εάν κάποιο γεγονός είναι ουσιώδες, ή όχι, είναι σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό. Μια αποκάλυψη είναι ουσιώδης, εάν θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με το ύψος του ασφαλίστρου, ή την απόφασή του σχετικά με την ανάληψη του κινδύνου.

Κάθε ουσιώδης αποκάλυψη, που παρέχεται στον ασφαλιστή από τον ασφαλιζόμενο ή τον διαμεσολαβητή, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την σύναψη της σύμβασης και πριν αυτή συναφθεί, πρέπει να είναι αληθής.

Κάθε γεγονός, το οποίο είναι συνηθισμένο στον κύκλο της εργασίας του, ο ασφαλιζόμενος πρέπει να το γνωρίζει.

Ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται να αποκαλύψει, α) Κάθε θέμα που γνωρίζει, ή οφείλει να γνωρίζει, που θα μπορούσε να επηρεάσει την απόφαση του ασφαλιστή για να αποφασίσει, αν θα ασφαλίσει τον κίνδυνο και με ποιους όρους, β) Επαρκείς πληροφορίες, ώστε να μπορέσει ο ασφαλιστής να πραγματοποιήσει περαιτέρω έρευνες σχετικά με πιθανώς σημαντικές περιστάσεις, που αφορούν τον κίνδυνο.

Ζ. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (description of risk) (άρθρο 3, Ν.2496/1997)

Ο ασφαλιζόμενος, εάν δεν ερωτηθεί από τον ασφαλιστή, δεν χρειάζεται να αποκαλύψει τα επόμενα γεγονότα, α. Γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο, β. Γεγονός που είναι γνωστό, ή υποτίθεται πως είναι γνωστό, στον ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής υποτίθεται ότι γνωρίζει θέματα κοινώς φημολογούμενα, ή γνωστά θέματα, τα οποία ένας ασφαλιστής στο συνηθισμένο κύκλο της εργασίας του θα έπρεπε να γνωρίζει, γ. Γεγονός για το οποίο ο ασφαλιστής μπορεί να το μάθει από πληροφορίες, δ. Γεγονός το οποίο είναι περιττό να αποκαλυφθεί, λόγω ρητής, ή εξυπακουόμενης, εγγύησης.

Ο ασφαλισμένος θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, α. Θέματα που θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα προκύψουν από μια εύλογη αναζήτηση των πληροφοριών, που πρέπει να κάνει, β. Οτιδήποτε είναι γνωστό από άτομο υπεύθυνο για την ασφάλισή του. Για παράδειγμα στον διαμεσολαβητή, γ. Όταν ο ασφαλισμένος είναι εταιρεία, θεωρείται ότι έχουν την γνώση τα διευθυντικά του στελέχη και λοιπά πρόσωπα που μετέχουν στην διαδικασία της ασφάλισης.

Ο ασφαλιστής θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, τα θέματα που γνωρίζουν τα άτομα, που συμμετέχουν για λογαριασμό του στην απόφαση αν θα αναλάβει τον κίνδυνο και υπό ποίους όρους ( πχ. υπάλληλοί του, ή, ο διαμεσολαβητής)

Ο ασφαλιζόμενος, εάν ρωτηθεί από τον ασφαλιστή, είναι υποχρεωμένος να απαντήσει με καλή πίστη σε κάθε ερώτησή του. 

Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.

Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι, α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις, που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτόν με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή, δ) Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να επικαλεστεί ατέλειες ή πλημμέλειες των απαντήσεων του ερωτηματολογίου, εκτός αν έγιναν από πρόθεση.

Η. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ (deliberate or reckless breach) (άρθρο 3 ν. 2496/1997)

Αν ο ασφαλισμένος παραβίασε την αρχή της προσυμβατικής αποκάλυψης των γεγονότων (pre-contractual disclosure) και επομένως και την αρχή της καθαρής περιγραφής (New Fair Presentation) και της περιγραφής του κινδύνου (description of risk) παραλείποντας, ως εκ τούτου, να ενεργήσει με καλή πίστη (Utmost Good Faith) ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση, ή να ζητήσει την τροποποίησή της.

(Άρθρο 114 ν. 4364/2016)

ΔΥΝΗΤΙΚΗ ΑΝΑΚΛΗΣΗ

Η Εποπτική Αρχή (Τράπεζα της Ελλάδος) δύναται να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας στις ακόλουθες περιπτώσεις.

α) η επιχείρηση δεν κάνει χρήση της άδειας εντός δωδεκαμήνου από την χορήγησή της, ή παραιτηθεί ρητά από αυτή.

β) παύσει να ασκεί τις δραστηριότητές της για περίοδο μεγαλύτερη του εξαμήνου. 

γ) δεν πληροί τους όρους χορήγησης άδειας.

δ) παραβιάζει σοβαρά τις κάθε είδους υποχρεώσεις της.

ε) απειλούνται τα συμφέροντα των ασφαλισμένων.

στ) απειλείται η δημόσια τάξη, ή τα χρηστά ήθη.

ζ) αρνείται αδικαιολογήτως, ή καθυστερεί, την καταβολή του επιδικασθέντος ασφαλίσματος, βάσει τελεσίδικης δικαστικής απόφασης.

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΝΑΚΛΗΣΗ

Η Εποπτική Αρχή ανακαλεί υποχρεωτικά την άδεια λειτουργίας.

α) η επιχείρηση δεν συμμορφώνεται προς την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση.

(η Εποπτική Αρχή κρίνει ότι το υποβληθέν πρόγραμμα χρηματοδότησης είναι καταφανώς ανεπαρκές), β) η επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με το εγκεκριμένο πρόγραμμα εντός τριών μηνών από τη στιγμή της διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης προς την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση.

Με την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας, ανακαλείται αυτοδίκαια η άδεια σύστασης και επέρχεται η λύση της επιχείρησης.

Η απόφαση της Εποπτικής Αρχής, αναγνωρίζεται, χωρίς άλλες διατυπώσεις, και παράγει τα αποτελέσματά της ταυτόχρονα σε όλα τα κράτη-μέλη.

ΚΟΙΝΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ (άρθρο 223 Ν. 4364/2016).

H «κοινή εκκαθάριση» γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκούσιας εκκαθάρισης. Ο «εκκαθαριστής» προβαίνει την ρευστοποίηση του ενεργητικού της επιχείρησης και τη διανομή των εσόδων μεταξύ των πιστωτών, των μετόχων ή των μελών, όπως ενδείκνυται, από τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ (άρθρο 224, 235 επ. Ν. 4364/2016).

Η «ασφαλιστική εκκαθάριση» γίνεται από «ασφαλιστικό εκκαθαριστή» κατόπιν απόφασης της Εποπτικής Αρχής, σε επιχείρηση της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας. Συνεπάγεται την ρευστοποίηση του ενεργητικού της επιχείρησης και την διανομή των εσόδων. Διαρκεί μέχρι την πλήρη εξόφληση όλων των απαιτήσεων, ή μέχρι την εξάντληση της περιουσίας της επιχείρησης, εφ όσον τούτο συμβεί νωρίτερα. Η απόφαση λαμβάνεται ανεξάρτητα από την λήψη, ή διατήρηση, μέτρων εξυγίανσης. Ως προς την διαδικασία εφαρμόζονται οι διατάξεις της Οδηγίας και συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Νόμου οι διατάξεις του ΚΝ. 2190/1920 και του ΚΠολΔ.

Τριάντα ημέρες από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας, θεωρούνται αυτοδίκαια λυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις.

Η λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης επέρχεται με αίτηση των μετόχων, ή εταίρων, που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από (50%) του μετοχικού κεφαλαίου, του ασφαλιστικού εκκαθαριστή, ή με πρωτοβουλία της Εποπτικής Αρχής, εφ όσον έχει περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, ή έχει εξαντληθεί η περιουσία της επιχείρησης. Εάν η διάρκεια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης υπερβεί την τριετία, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής υποβάλει στην Εποπτική Αρχή, εντός (2) μηνών από την παρέλευση της τριετίας, σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.

Η ασφαλιστική επιχείρηση δεν κηρύσσεται ποτέ σε πτώχευση, ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτής προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης.

Σύμφωνα με τον ν. 4583, άρθρο 27.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής (Ασφαλιστικός Πράκτορας, Μεσίτης ασφαλίσεων, Συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων) κατά την άσκηση της δραστηριότητάς του, ενεργεί πάντοτε με έντιμο, αμερόληπτο και επαγγελματικό τρόπο και με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πελάτη. Επεξηγεί στον πελάτη τους όρους των ασφαλιστικών συμβάσεων που προτείνει, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πελάτη και διασφαλίζει ότι η πληροφόρηση που λαμβάνει ο πελάτης είναι έγκαιρη, πλήρης, ορθή, επαρκής και κατάλληλη. Επισημαίνει στον πελάτη τις συνέπειες της πρόωρης διακοπής ή ακύρωσης ή εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, καθώς και κάθε εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη. Ενημερώνει τον πελάτη για την υποχρέωσή του να προκαταβάλλει το ασφάλιστρο και για τις συνέπειες της μη έγκαιρης καταβολής του οφειλόμενου ασφαλίστρου. Ενημερώνει τον πελάτη για τα δικαιώματα εναντίωσης, υπαναχώρησης και καταγγελίας του συμβολαίου του και του χορηγεί τα σχετικά έντυπα με απόδειξη παραλαβής. Ενημερώνει τον πελάτη, όταν παύσει να ασκεί την δραστηριότητα διαμεσολάβησης. Προωθεί μόνο προϊόντα ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ

Απαγορεύεται να χρησιμοποιεί μεθόδους αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς και αθέμιτες, παράνομες ή παραπλανητικές πράξεις και πρακτικές.

Απαγορεύεται

α) να παρουσιάζει παραπλανητικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως προς το ισχύον τιμολόγιο και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης,

β) να υπόσχεται στον πελάτη καλύψεις που δεν περιλαμβάνονται στο ασφαλιστικό προϊόν που προωθεί, ή να αποκρύπτει κινδύνους που φέρει ο πελάτης ή/και κόστος που τον επιβαρύνει,

γ) να δημιουργεί, αναπαράγει και διαδίδει  δηλώσεις και φήμες που δεν στηρίζονται σε επίσημα δημοσιοποιημένα στοιχεία και που γίνονται ενσυνείδητα και αφορούν την οικονομική κατάσταση ή/και την κατάρτιση και την εν γένει ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από άλλους διανομείς, ή άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις,

δ) να προσφέρει εκπτώσεις ή ειδικά ευεργετήματα με στόχο τη σύναψη ασφαλιστήριου συμβολαίου,

ε) να  διαφημίζει εκπτώσεις, ωφελήματα ή και παροχές, που δεν ανταποκρίνονται στα ισχύοντα τιμολόγια και όρους των ασφαλιστικών συμβολαίων,

στ) να διακρίνει  μεταξύ πελατών που έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις ασφάλισης,

ζ) να παραποιεί, να αλλοιώνει και με οποιονδήποτε τρόπο να παρεμβαίνει στη μορφή ή στο περιεχόμενο των εγγράφων που αφορούν την ασφαλιστική σύμβαση, όπως αιτήσεων, ασφαλιστηρίων συμβολαίων και αποδείξεων είσπραξης ασφαλίστρου,

η) να εισπράττει ασφάλιστρο, χωρίς να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης,

θ) να παραδίδει στον πελάτη μη γνήσιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Απαγορεύεται, να προβεί σε εμπορική συμφωνία, ή συνεργασία, από την οποία να απορρέει αμοιβή, πωλησιακός στόχος, ή οικονομικό όφελός του υπό οποιαδήποτε μορφή, που θα αποτελούσε κίνητρο για τον ίδιο, ή τους υπαλλήλους του, να συστήσει ένα συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν σε πελάτη, ενώ θα μπορούσε να προσφέρε διαφορετικό ασφαλιστικό προϊόν, το οποίο θα ικανοποιούσε καλύτερα τις ανάγκες του πελάτη.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ

Υποχρεούται να αναρτά σε εμφανές σημείο στο γραφείο των υπαλλήλων του, που συμμετέχουν άμεσα στις δραστηριότητες διανομής, πινακίδα με τα στοιχεία των υπαλλήλων αυτών, που θα αναγράφει ότι οι εν λόγω υπάλληλοι κατέχουν τα απαραίτητα προσόντα για την διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων..  

Σύμφωνα με τον ν. 4583, άρθρο 27.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

 Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής (Ασφαλιστικός Πράκτορας, Μεσίτης ασφαλίσεων, Συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων) κατά την άσκηση της δραστηριότητάς του, ενεργεί πάντοτε με έντιμο, αμερόληπτο και επαγγελματικό τρόπο και με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πελάτη. Επεξηγεί στον πελάτη τους όρους των ασφαλιστικών συμβάσεων που προτείνει, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πελάτη και διασφαλίζει ότι η πληροφόρηση που λαμβάνει ο πελάτης είναι έγκαιρη, πλήρης, ορθή, επαρκής και κατάλληλη. Επισημαίνει στον πελάτη τις συνέπειες της πρόωρης διακοπής ή ακύρωσης ή εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, καθώς και κάθε εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη. Ενημερώνει τον πελάτη για την υποχρέωσή του να προκαταβάλλει το ασφάλιστρο και για τις συνέπειες της μη έγκαιρης καταβολής του οφειλόμενου ασφαλίστρου. Ενημερώνει τον πελάτη για τα δικαιώματα εναντίωσης, υπαναχώρησης και καταγγελίας του συμβολαίου του και του χορηγεί τα σχετικά έντυπα με απόδειξη παραλαβής. Ενημερώνει τον πελάτη, όταν παύσει να ασκεί την δραστηριότητα διαμεσολάβησης. Προωθεί μόνο προϊόντα ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ

Απαγορεύεται να χρησιμοποιεί μεθόδους αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς και αθέμιτες, παράνομες ή παραπλανητικές πράξεις και πρακτικές.

Απαγορεύεται

α) να παρουσιάζει παραπλανητικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως προς το ισχύον τιμολόγιο και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης,

β) να υπόσχεται στον πελάτη καλύψεις που δεν περιλαμβάνονται στο ασφαλιστικό προϊόν που προωθεί, ή να αποκρύπτει κινδύνους που φέρει ο πελάτης ή/και κόστος που τον επιβαρύνει,

γ) να δημιουργεί, αναπαράγει και διαδίδει  δηλώσεις και φήμες που δεν στηρίζονται σε επίσημα δημοσιοποιημένα στοιχεία και που γίνονται ενσυνείδητα και αφορούν την οικονομική κατάσταση ή/και την κατάρτιση και την εν γένει ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από άλλους διανομείς, ή άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις,

δ) να προσφέρει εκπτώσεις ή ειδικά ευεργετήματα με στόχο τη σύναψη ασφαλιστήριου συμβολαίου,

ε) να  διαφημίζει εκπτώσεις, ωφελήματα ή και παροχές, που δεν ανταποκρίνονται στα ισχύοντα τιμολόγια και όρους των ασφαλιστικών συμβολαίων,

στ) να διακρίνει  μεταξύ πελατών που έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις ασφάλισης,

ζ) να παραποιεί, να αλλοιώνει και με οποιονδήποτε τρόπο να παρεμβαίνει στη μορφή ή στο περιεχόμενο των εγγράφων που αφορούν την ασφαλιστική σύμβαση, όπως αιτήσεων, ασφαλιστηρίων συμβολαίων και αποδείξεων είσπραξης ασφαλίστρου,

η) να εισπράττει ασφάλιστρο, χωρίς να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης,

θ) να παραδίδει στον πελάτη μη γνήσιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Απαγορεύεται, να προβεί σε εμπορική συμφωνία, ή συνεργασία, από την οποία να απορρέει αμοιβή, πωλησιακός στόχος, ή οικονομικό όφελός του υπό οποιαδήποτε μορφή, που θα αποτελούσε κίνητρο για τον ίδιο, ή τους υπαλλήλους του, να συστήσει ένα συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν σε πελάτη, ενώ θα μπορούσε να προσφέρε διαφορετικό ασφαλιστικό προϊόν, το οποίο θα ικανοποιούσε καλύτερα τις ανάγκες του πελάτη.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ

Υποχρεούται να αναρτά σε εμφανές σημείο στο γραφείο των υπαλλήλων του, που συμμετέχουν άμεσα στις δραστηριότητες διανομής, πινακίδα με τα στοιχεία των υπαλλήλων αυτών, που θα αναγράφει ότι οι εν λόγω υπάλληλοι κατέχουν τα απαραίτητα προσόντα για την διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων.

Πρακτορική σύμβαση, λύση σύμβασης πρακτορίας, αποζημίωση. 

Σύμφωνα με τον ν. 4583/2018, η σύμβαση πρακτορίας λύνεται με την λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου αν είναι ορισμένου χρόνου, ή με καταγγελία αν είναι αορίστου χρόνου, ή για οιοσδήποτε άλλο λόγο.

Η καταγγελία γίνεται με μονομερή δήλωση του δικαιουμένου προς τον αντισυμβαλλόμενο, που είναι κατά κανόνα γραπτή ή άτυπη, δυναμένη να συνάγεται και σιωπηρώς, όπως με έγερση αγωγής. Προς καταγγελία εξομοιώνεται η περίπτωση που στην δήλωση του δικαιουμένου δηλώνεται σαφώς η μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης σε βάρος του αντισυμβαλλομένου, η οποία εξομοιώνεται προς καταγγελία.

Αν για οποιονδήποτε λόγο, λυθεί η σύμβαση μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του πράκτορα, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα ποσό που ισούται με την προμήθεια (3) ετών, που θα δικαιούτο αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση και αναλογεί στην παραγωγή, η οποία εξακολουθεί, γι' αυτό το διάστημα, να παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση. Η παραγωγή τεκμαίρεται ότι παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση, εφ όσον διατηρείται η ασφαλιστική κάλυψη για το ασφαλιζόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή αντικείμενο, χωρίς ουσιώδη μεταβολή των όρων της αρχικής ασφαλιστικής σύμβασης.

Η αποζημίωση δεν καταβάλλεται, αν η σύμβαση λυθεί με πρωτοβουλία του πράκτορα.

Άσκηση ποινικής δίωξης.

Αν ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του πράκτορα, για αξιόποινες πράξεις από την σχέση του με την ασφαλιστική επιχείρηση, ή που τελέστηκαν επ' ευκαιρία αυτής, θα του καταβληθεί το ήμισυ του ποσού που θα δικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση. Σε περίπτωση αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, ή παύσης της ποινικής δίωξης, ή εν γένει απαλλαγής του πράκτορα από τις σχετικές κατηγορίες, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να του καταβάλει εντόκως το ποσό που υπολείπεται. Αν ο πράκτορας καταδικαστεί αμετάκλητα, επιστρέφει  εντόκως το ποσό που έλαβε μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης.

Μόνιμη ολική ανικανότητα.

Σε περίπτωση μόνιμης ολικής ανικανότητας του πράκτορα η ασφαλιστική επιχείρηση του καταβάλλει ποσό που ισούται με την προμήθεια (4) ετών που αναλογεί στην παραγωγή, η οποία εξακολουθεί γι' αυτό το διάστημα να παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση.

Θάνατος.

Σε περίπτωση θανάτου του πράκτορα το ανωτέρω ποσό καταβάλλεται στα πρόσωπα που αυτοί έχουν ορίσει ως δικαιούχους. Αν δεν έχουν ορίσει δικαιούχος, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει το ποσό αυτό στους κληρονόμους του θανόντος κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας.

Αποχώρηση λόγω συνταξιοδότησης.

Σε περίπτωση αποχώρησης του λόγω συνταξιοδότησης, η ασφαλιστική επιχείρηση του καταβάλλει ποσό που ισούται με την προμήθεια (3) ετών που αναλογεί στην παραγωγή, η οποία εξακολουθεί να παραμένει για αυτό το διάστημα σε αυτήν.

Πρακτορική σύμβαση, δικαιώματα, υποχρεώσεις ασφαλιστικού πράκτορα.

Τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητές του ασφαλιστικού πράκτορα καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και στην ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται να πρακτορεύει (πρακτοριακή σύμβαση), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4583/2018. Ότι δεν ρυθμίζεται από διατάξεις του ν. 4583/2018, ρυθμίζεται από τον ν. 1569/1985. Η σχέση που τον συνδέει με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι  σύμβαση εντολής, αμειβομένου με προμήθεια επί του ασφαλίστρου. Δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί συμβάσεως έργου.

Ο ασφαλιστικός πράκτορας υποχρεούται να γνωστοποιεί στον πελάτη, πριν τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης ασφάλισης, α) Ότι εργάζεται βάσει προμήθειας, που περιλαμβάνεται στο ασφάλιστρο, β  Άν λαμβάνει και αμοιβή πέραν της προμήθειας, όπως για παράδειγμα ένα ταξίδι (μη χρηματικό οφέλημα), γ) Αν αμείβεται βάσει άλλου τύπου αμοιβής ή βάσει συνδυασμού οποιουδήποτε τύπου αμοιβής, δ) Με ποίες ασφαλιστικές επιχειρήσεις συνεργάζεται, ε) οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή του σε ασφαλιστική επιχείρηση, που φθάνει ή υπερβαίνει το 10% του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου της.

Ο ασφαλιστικός πράκτορας υποχρεούται να τοποθετεί τις ασφαλίσεις των πελατών του (παραγωγή) στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που πρακτορεύει (άρθρο 4 ν. 1569/1985). Κατ' εξαίρεση και με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει πρακτοριακή σύμβαση, επιτρέπεται να τοποθετεί και σε άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν πρακτορεύει στις εξής περιπτώσεις, α) Κλάδων ασφάλισης, οι οποίοι δεν ασκούνται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις τις οποίες πρακτορεύει, β) Ασφαλίσεων, που εγγράφως δεν έγιναν αποδεκτές από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις τις οποίες πρακτορεύει, γ) Ασφαλίσεων, για τις οποίες υπάρχει έγγραφη συναίνεση εκ μέρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τις οποίες πρακτορεύει.

Απαγορεύεται σε πράκτορα να μεταφέρει ασφαλιστήριο συμβόλαια σε άλλη εταιρία από εκείνη που πρακτορεύει, χωρίς την έγγραφη συναίνεση του ασφαλισμένου (άρθρο 4 ν. 1569/1985).

Ο πελάτης, καταβάλλοντας το ασφάλιστρο στον πράκτορα απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του προς την ασφαλιστική επιχείρηση και αν ακόμη αυτός δεν αποδώσει το ασφάλιστρο στην ασφαλιστική. Εξαιρείται η περίπτωση που ο πελάτης, ενεργώντας με δόλο, καταβάλει το ασφάλιστρο σε πράκτορα, ο οποίος δεν έχει εντολή από την ασφαλιστική επιχείρηση να εισπράττει ασφάλιστρα για λογαριασμό της. Το βάρος της απόδειξης του δόλου του πελάτη φέρει η ασφαλιστική  επιχείρηση. Η ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία καταβάλλει στον πράκτορα χρηματικά ποσά που προορίζονται για τον πελάτη, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της έναντι του πελάτη, παρά μόνον αν ο πελάτης εισπράξει πράγματι τα χρηματικά ποσά.

Ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές, ποίοι είναι.

Με τον ν. 4583/2018 επήλθε σαφής διαχωρισμός κύριας και δευτερεύουσας δραστηριότητας στο χώρο της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης και διαμορφώθηκαν, δύο κατηγορίες ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, α)    «ασφαλιστικός διαμεσολαβητής κύριας δραστηριότητας» και β) «Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δευτερεύουσας δραστηριότητας».

«Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής κύριας δραστηριότητας» ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά «κύρια δραστηριότητα» αναλαμβάνει ή ασκεί επ’ αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. Εξαιρούνται οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι υπάλληλοί τους.

«Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δευτερεύουσας δραστηριότητας» ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που αναλαμβάνει και ασκεί με αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, εφ όσον σωρευτικά, α) η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του εν λόγω φυσικού ή νομικού προσώπου δεν είναι η   διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, β) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο διανέμει μόνο ορισμένα ασφαλιστικά προϊόντα (που συμπληρώνουν ένα αγαθό ή μία υπηρεσία που παρέχει ο διαμεσολαβητής ως την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του) και γ) τα ασφαλιστικά αυτά προϊόντα δεν καλύπτουν την ασφάλιση ζωής, ή κινδύνους αστικής ευθύνης, εκτός αν η εν λόγω κάλυψη συμπληρώνει το αγαθό ή την υπηρεσία που παρέχει ο διαμεσολαβητής ως  την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του. 

Ασφαλιστικό διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας αποτελούν κυρίως οι εταιρείες ενοικιάσεως οχημάτων και τα ταξιδιωτικά γραφεία. Ασφαλιστικό διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας δεν αποτελούν τα πιστωτικά  ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί.

Μέσω της συγχώνευσης του ασφαλιστικού συμβούλου με τον ασφαλιστικό πράκτορα, διαμορφώθηκαν τρεις κατηγορίες ασφαλιστικών διαμεσολαβητών κύριας δραστηριότητας, α) ο Ασφαλιστικός Πράκτορας, β) ο Μεσίτης ασφαλίσεων και γ) ο Συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων.

Ασφαλιστικός Πράκτορας (Agent) ορίζεται  το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Στους ασφαλιστικούς πράκτορες εντάσσονται τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, όταν ασκούν τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. 

Μεσίτης ασφαλίσεων (Broker) ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που, με γραπτή εντολή του πελάτη, ασκεί την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων με βάση την ανάλυση επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, χωρίς να δεσμεύεται ως προς την επιλογή της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στους μεσίτες ασφαλίσεων εντάσσονται και ο μεσίτες αντασφαλίσεων.

Συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων μέσω ομάδας ασφαλιστικών πρακτόρων, τους οποίους επιλέγει και προτείνει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για συνεργασία και στη συνέχεια εκπαιδεύει και επιβλέπει το έργο τους, με σκοπό να διασφαλίσει την εκ μέρους τους εφαρμογή των σχετικών με την διανομή πολιτικών και διαδικασιών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες συνεργάζεται, χωρίς να συμβάλλεται ο ίδιος με αυτούς. 

Οι διαφορές  μεταξύ Πρακτόρων και Μεσιτών, σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεση του νόμου, αφορούν, α) τον βαθμό ανεξαρτησίας τους από την ασφαλιστική επιχείρηση με την οποία συνεργάζονται και β) τον τρόπο αμοιβής τους. Οι κατηγορίες αυτές δεν έχουν διαφορές μεταξύ τους, όσον αφορά τις υποχρεώσεις ενημέρωσης και δεοντολογίας και την δυνατότητα αποζημίωσης του πελάτη από επαγγελματική Αστική Ευθύνη.

Η συνεργασία μεταξύ των διανεμόντων ασφαλιστικά προϊόντα επιτρέπεται εφ όσον είναι εγγεγραμμένοι στην ίδια κατηγορία.

Ο Πράκτορας, κατόπιν έγγραφης σύμβασης εντολής, αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων διανέμει ασφαλιστικά προϊόντα.

Ο μεσίτης λαμβάνει προμήθεια από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις στις οποίες τοποθέτησε τον ασφαλιστικό κίνδυνο κατ' εντολή του πελάτη του, ή/και αμοιβή από τον πελάτη βάσει έγγραφης σύμβασης μεταξύ τους.

Αν μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του πελάτη μεσολαβούν περισσότεροι του ενός διαμεσολαβητές, οι οποίοι συνεργάζονται μεταξύ τους στην προώθηση του ασφαλιστικού προϊόντος, εκείνος από τους συνεργαζόμενους διαμεσολαβητές που έχει σύμβαση με την ασφαλιστική επιχείρηση, λαμβάνει έγκριση από την ασφαλιστική επιχείρηση για την διανομή των προϊόντων της μέσα από την συγκεκριμένη συνεργασία, πριν συναφθεί οποιαδήποτε ασφαλιστική σύμβαση.

Αν η ασφαλιστική επιχείρηση διαπιστώσει την προώθηση των προϊόντων της από μη εγκεκριμένη συνεργασία, ζητεί, εγγράφως, διευκρινίσεις από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, που έχει σύμβαση με αυτή, και θέτει προθεσμία για την παροχή των διευκρινίσεων αυτών, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη των (3) ημερών. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ή αν οι διευκρινίσεις του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δεν κριθούν επαρκείς, η ασφαλιστική επιχείρηση δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση και τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής επέρχονται ύστερα από (3) ημέρες από την επίδοσή της στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή. Στην περίπτωση αυτή, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να παρακρατήσει τις αναλογούσες επί του ασφαλίστρου προμήθειες που θα κατέβαλλε στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, αν είχε εγκρίνει τη συνεργασία.

Με την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιανουαρίου 2016 του ν. 4583/2018, διατυπώθηκε για πρώτη φορά η έννοια της «διανομής ασφαλιστικών προϊόντων».

Διανομή (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων είναι 

α) Οι δραστηριότητες παροχής συμβουλής, πρότασης ή διενέργειας άλλων προπαρασκευαστικών εργασιών για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, οι δραστηριότητες σύναψης αυτών,  ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιζομένου κινδύνου.

β) Η παροχή και μέσω ιστότοπου ή κάποιου άλλου μέσου,  πληροφοριών σχετικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις βάσει κριτηρίων που επιλέγονται από τον πελάτη, εφόσον μέσω του ιστότοπου ο πελάτης είναι σε θέση να συνάψει άμεσα ή έμμεσα μια ασφαλιστική σύμβαση.

γ) Η παροχή καταλόγου κατάταξης ασφαλιστικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρισης των τιμών και των προϊόντων ή και των προσφερομένων εκπτώσεων από την ασφαλιστική επιχείρηση επί του ασφαλίστρου, εφόσον μέσω του ιστότοπου ο πελάτης είναι σε θέση να συνάψει άμεσα ή έμμεσα μια ασφαλιστική σύμβαση.

Δεν είναι διανομη ασφαλιστικων προϊοντων

α) η περιστασιακή παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, εάν, α) ο πάροχος δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να βοηθήσει στη σύναψη ή την εκτέλεση ασφαλιστικής σύμβασης, β) σκοπός της εν λόγω δραστηριότητας δεν είναι η βοήθεια του πελάτη στη σύναψη ή την εκτέλεση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης,

β) η κατ' επάγγελμα διαχείριση των αξιώσεων μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και ο διακανονισμός ζημιών και η εκτίμηση των ζημιών από πραγματογνώμονα,

γ) η απλή παροχή δεδομένων και πληροφοριών σχετικά με τους δυνητικούς ασφαλισμένους στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, αν ο πάροχος των πληροφοριών δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να βοηθήσει στη σύναψη ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης,

δ) η απλή παροχή πληροφοριών στους δυνητικούς ασφαλισμένους σχετικά με τα ασφαλιστικά ή αντασφαλιστικά προϊόντα ή τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αν ο πάροχος των πληροφοριών δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να βοηθήσει στη σύναψη ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης.

Διανομή ασφαλιστικών προϊόντων κάνουν οι Ασφαλιστικές Επιχειρήσεις, οι Πράκτορες, οι Μεσίτες, οι Συντονιστές Ασφαλιστικών Πρακτόρων και οι Ασφαλιστικοί Διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας.

Αντιπρόσωπος ζημιών αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, κλάδου 10.

Σύμφωνα με το άρθρο 255 του ν. 4364/2016, ο αντιπρόσωπος ζημιών αλλοδαπής εταιρείας, που καλύπτει τον κίνδυνο του Κλάδου 10 «Αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα», μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Πρέπει να είναι γνώστης της ελληνικής γλώσσας και να έχει την διαμονή του στην Ελλάδα. Εκπροσωπεί την ασφαλιστική επιχείρηση έναντι των ζημιωθέντων με μόνιμη κατοικία την Ελλάδα από ατυχήματα που προκαλούνται στα άλλα κράτη-μέλη από αυτοκίνητα που έχουν τόπο συνήθους στάθμευσης την Ελλάδα, ή άλλο κράτος-μέλος και είναι ασφαλισμένα σε εγκατεστημένες στην Ελλάδα ασφαλιστικές επιχειρήσεις, τις οποίες εκπροσωπεί, ώστε να ικανοποιεί ολοσχερώς τις αξιώσεις τους.

Ο διορισμός αντιπροσώπου δεν περιορίζει τον ζημιωθέντα, ή την εταιρεία του, να στραφεί απ ευθείας κατά του υπαίτιου του ατυχήματος, ή της εταιρείας του. 

Ο αντιπρόσωπος ζημιών υποχρεούται εντός (3) μηνών από τη λήψη της αίτησης αποζημίωσης του ζημιωθέντος, α) να υποβάλει αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης σε περίπτωση που η ευθύνη δεν αμφισβητείται και η ζημιά έχει αποτιμηθεί και β) να υποβάλει αιτιολογημένη απάντηση επί των σημείων, που περιέχονται στην αίτηση, στην περίπτωση που η ευθύνη αμφισβητείται, ή δεν έχει ακόμα διαπιστωθεί σαφώς, ή σε περίπτωση που η ζημιά δεν έχει αποτιμηθεί πλήρως.

Φορολογικός αντιπρόσωπος ασφαλιστικής εταιρείας.

Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση, που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ, εφ όσον συνάπτει ασφαλιστήρια συμβόλαια που αφορούν κινδύνους, ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις, που βρίσκονται στην Ελλάδα για τα ασφάλιστρα των οποίων εφαρμόζεται η ελληνική νομοθεσία υποχρεούται να διορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης (δ) της παραγράφου 4 του άρθρου 36 του ν. 2859/2000, ο οποίος έχει όλες τις φορολογικές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που έχουν οι εγκατεστημένες στην Ελλάδα ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η ύπαρξη του αντιπροσώπου αυτού δεν αποτελεί εγκατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης.

Αντιπρόσωπος αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας.

Σύμφωνα με τα άρθρα 115 και 261 του ν. 4364/2016, ασφαλιστική επιχείρηση, που εδρεύει σε άλλο κράτος - μέλος, μπορεί να ιδρύσει υποκατάστημα στην Ελλάδα, εφ όσον η εποπτική αρχή καταγωγής της κοινοποιήσει στην Εποπτική Αρχή προβλεπόμενες πληροφορίες και έγγραφα και διορίσει νόμιμο αντιπρόσωπο.

Ο νόμιμος αντιπρόσωπος πρέπει να έχει κατοικία στην Ελλάδα. Εκπροσωπεί την ασφαλιστική επιχείρηση ενώπιον όλων των αρχών, δικαστικώς και εξωδίκως και στις σχέσεις της με το δημόσιο.

Ο διορισμός από την ίδια επιχείρηση δύο νομίμων αντιπροσώπων, είτε με αρμοδιότητα επί ορισμένου μέρους της επικρατείας, είτε προς άσκηση ορισμένου κλάδου, δεν επιτρέπεται.

Εάν ο νόμιμος αντιπρόσωπος είναι νομικό πρόσωπο, πρέπει να ορίσει φυσικό πρόσωπο για την εκπροσώπησή του.

Όσον αφορά στην περίπτωση των Lloyd's, σε περίπτωση ενδεχόμενων διαφορών οι οποίες σχετίζονται με αναληφθείσες υποχρεώσεις, δεν πρέπει να προκύπτουν για τους ασφαλισμένους δυσχέρειες μεγαλύτερες από εκείνες που ήταν ενδεχόμενο να προκύψουν εάν οι διαφορές αυτές αφορούσαν συνήθεις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Την διεύθυνση του νομίμου αντιπροσώπου στην Ελλάδα, η εταιρεία είναι υποχρεωμένη, όταν ζητηθεί, να την γνωστοποιήσει έγγραφα. Στην διεύθυνση αυτή μπορεί να γίνονται οι κοινοποιήσεις που απευθύνονται στο νόμιμο αντιπρόσωπο.

Ο νόμιμος αντιπρόσωπος υπέχει την ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα.

Ελλείψει νομίμου αντιπροσώπου, ως και σε απουσία του, όλες οι επιδόσεις γίνονται στον Γραμματέα Πρωτοδικών της έδρας του.

Σε περίπτωση παύσης του αντιπροσώπου από την επιχείρηση, η παύση ισχύει από της ημερομηνία επίδοσης στην Εποπτική Αρχή της σχετικής έγγραφης δήλωσης. Η επιχείρηση υποχρεούται να πληρώσει την θέση του νομίμου αντιπροσώπου εντός (2) μηνών από της κένωσής της.