Με την δουλεία παραθύρων νοούνται δύο πράγματα.

Πρώτον, το δικαίωμα του δεσπόζοντος ακινήτου, να έχει από τα παράθυρα της οικοδομής του θέα, ή άποψη, ή φωτισμό, ή ηλιακό φως, προς το δουλεύον ακίνητο. Η δουλεία αυτή είναι αρνητική και ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αρνητική δουλεία του μη εμποδίζειν το φως, ή την θέα.

Δεύτερον, το δικαίωμα να έχει κάποιος παράθυρα επί του τοίχου της οικοδομής του, δεδομένου ότι τέτοιο δικαίωμα ενυπάρχει στην κυριότητα του. Η κτήση της δουλείας αυτής είναι δυνατή, όταν, κατά την πολεοδομική νομοθεσία,  πρέπει ο τοίχος επί του οποίου βρίσκονται τα παράθυρα, να απέχει από το όριο του γείτονα ορισμένη απόσταση. Στην περίπτωση αυτή η κτήση δουλείας παραθύρων εξουδετερώνει τον από το νόμο περιορισμό της απόστασης. Ο αποκτήσας την δουλεία παραθύρων δύναται να έχει παράθυρα, χωρίς να τηρεί την απόσταση.

Η δουλεία αυτή είναι θετική και παρέχει το δικαίωμα να έχει παράθυρα στον ίδιο αυτού τοίχο. Δεν δημιουργεί όμως υποχρέωση στον κύριο του δουλεύοντος ακινήτου, να μην εμποδίζει το φως, η, την θέα, γιατί τούτο αποτελεί περιεχόμενο άλλης δουλείας. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του γειτονικού ακινήτου δεν εμποδίζεται, να ανεγείρει και αυτός ισοϋψή τοίχο στο ακίνητο του, προς το μέρος των παραθύρων και να αποφράξει την θέα, ή, το φως, εφ όσον βεβαίως δεν αποκτήθηκε κάποια από τις παραπάνω αρνητικές δουλείες.