Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ προκύπτει ότι, επί ακινήτου μπορεί, να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, εξ αιτίας της οποίας ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου φέρει το βάρος, να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση αυτού από τον κύριο του δεσπόζοντος.

Τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα είναι και η δουλεία οδού.

Η δουλεία οδού  συνιστάται με δικαιοπραξία, ή με χρησικτησία.

Ως δικαιοπραξία ικανή να συστήσει δουλεία οδού νοείται όχι μόνο η σύμβαση, αλλά και η μονομερής δικαιοπραξία και ιδίως η διαθήκη (πρβ ΕφΑθ 5486/1990).

Οι διατάξεις για την μεταβίβαση ακινήτων με συμφωνία και για την χρησικτησία ακινήτων εφαρμόζονται αναλόγως και στη σύσταση της δουλείας οδού ( πρβ ΕφΑθ 5486/1990).

Για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία (άρθρα 1045, 974 και 975 ΑΚ ) απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία, η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρος του δουλεύοντος, θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος και κατεύθυνση της θέλησης αυτής σε ξένο πράγμα. Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται κατ άρθρο 1051 ΑΚ, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου (ΑΠ 575/1989, Εφ Αθ 5486/1990).

Η δουλεία οδού αποσβήνεται, πέραν των άλλων, αν η άσκησή της έχει καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς, ή νομικούς (άρθρα 1118, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ).

Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας, ή χρησιμότητας, από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου, ή εξέλιπε η ανάγκη του τελευταίου, γιατί τούτο απέκτησε αυτάρκεια, αφού η ύπαρξη της ωφέλειας, χρησιμότητας, ή ανάγκης αποτελεί απαραίτητο όρο της δουλείας.

Η αδυναμία άσκησης της δουλείας πρέπει να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματός της και ως εκ τούτου, αν η ωφέλεια, χρησιμότητα, ή ανάγκη, άσκησής της μειώθηκε, χωρίς να εκλείψει εντελώς, η δουλεία διατηρείται έστω και με περιορισμένη έκταση, κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου αυτής.

Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό, παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί αυτή δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος ακινήτου, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.

Η εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, που εξασφαλίζεται με την ύπαρξη πρόσοψης αυτού και την άμεση πρόσβαση και εξυπηρέτησή του από κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, γιατί υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφ όσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς (ΑΠ 1796/2009).

Δεν είναι δυνατή σύσταση δουλείας διόδου σε κοινόχρηστα (άρθρο 967 ΑΚ), καθώς και σε ακίνητα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών, ή θρησκευτικών, σκοπών ( άρθρο 966 ΑΚ).

Η περιστασιακή δίοδος από εδαφική λωρίδα, ώστε η χρήση της να είναι περιορισμένη και κατ' ανοχή των ιδιοκτητών των ακινήτων, δεν προσπορίζει δικαίωμα δουλείας διέλευσης (ΑΠ 1574/2006).