Ανέγερση οικοδομής σε γειτονικό ακίνητο κατά ένα μέρος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1000, 1001 ΑΚ προκύπτει ότι στην έννοια της κυριότητας πάνω σε ακίνητο περιλαμβάνεται κάθε εξουσία μη ειδικώς, από τον νόμο, ή από δικαίωμα τρίτου, αποκλειομένη (ΑΠ 1855/1984). Η εξουσία όμως του κυρίου περιορίζεται με τους νομίμους περιορισμούς, που επιβάλλονται από το ιδιωτικό γειτονικό δίκαιο και αποτελούν, κυρίως ειπείν, προσδιοριστικούς του περιεχομένου της κυριότητας όρους.

Από την διάταξη του άρθρου 1010 ΑΚ συνάγεται ότι, αν, ο κύριος ακινήτου ανεγείροντας επ' αυτού οικοδομή, την επεκτείνει καλόπιστα στο γειτονικό γήπεδο, ο δε κύριος τούτου, πριν, ή, κατά μέγα μέρος, ανεγερθεί η οικοδομή, δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου, το δικαστήριο δύναται κατά εύλογη κρίση, να επιδικάσει την κυριότητα του καταληφθέντος γηπέδου στον κύριο του οικοδομηθέντος ακινήτου, με την καταβολή της κατά τον χρόνο κατάληψης αξίας αυτού,  ως και κάθε άλλης ζημίας και ιδίως από την τυχόν μείωση της αξίας του υπολειφθέντος ακινήτου.

Η εν μέρει οικοδόμηση στο γειτονικό ακίνητο αποτελεί καθολική προσβολή της νομής, αφού συνέπεια αυτής ο νομέας στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, έστω και σε μέρος, του ακινήτου (ΑΠ 314/1966, ΕφΑιγ 131/1976).

Στην περίπτωση, που το οικοδομηθέν καταληφθέν τμήμα του γειτονικού ακινήτου είναι πράγμα κοινόχρηστο, πχ. δημοτική οδός, δεν δύναται τούτο να επιδικασθεί κατά κυριότητα στον κύριο του οικοδομηθέντος, γιατί διαφορετικά θα ανερείτο η κοινή χρήση (ΑΠ 684/73, ΠολΠρΙωαν 306/1981).