Κατά το άρθρο 52 παρ. 1 ν. 5960/1933 «περί επιταγής» οι αγωγές του κομιστή κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υποχρέων παραγράφονται μετά από έξι μήνες από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση.

Οι αγωγές των διαφόρων προς πληρωμή της επιταγής υποχρέων των μεν κατά των δε παραγράφονται μετά εξ μήνας από την ημέρα κατά την οποία ο υπόχρεος πλήρωσε την επιταγή, ή από την ημέρα κατά την οποία  ενήχθη.

Η παραγραφή αναστέλλεται και διακόπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 255 έως 270 ΑΚ.

Πρόσθετο λόγο διακοπής και αναστολής της παραγραφής καθιερώνουν και οι εφαρμοζόμενες, στην περίπτωση δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης από επιταγή με τη διαδικασία της διαταγής πληρωμής, διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 634 ΚΠολΔ, κατά την πρώτη των οποίων η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή, κατά δε τη δεύτερη, αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή αναστέλλεται από την επίδοση της διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής, που ασκήθηκε.

Παρά τη γραμματική διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 634 ΚΠολΔ, με την οποία φαίνεται να περιορίζεται η εφαρμογή της μόνο στην περίπτωση που η ανακοπή γίνεται δεκτή και ακυρώνεται η διαταγή πληρωμής, εφ όσον ο σκοπός του νομοθέτη, που σαφώς προκύπτει από τη διάταξη αυτή, είναι η προστασία του κομιστή της επιταγής κατά τη διάρκεια της επί της ανακοπής δίκης από τη συμπλήρωση της ανωτέρω βραχυχρόνιας εξάμηνης παραγραφής, ο ίδιος σκοπός υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία δεν ακυρωθεί, αλλά απορριφθεί η ανακοπή και επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η παραγραφή έχει ανασταλεί και στην περίπτωση αυτή για το ίδιο χρονικό διάστημα (ΑΠ 667/2007).

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΝΑΚΟΠΗ

1 ………….

2 …………

ΚΑΤΑ

1. Εταιρείας με την επωνυμία…………..

2.Της ………..διαταγής πληρωμής της κ. Πρωτοδίκου Αθηνών    

Την …..η καθ ης μας κοινοποίησε (στη μεν πρώτη από εμάς υπό την ιδιότητά της ως οφειλέτριας καθ ης στρέφεται η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, στο δε δεύτερο από εμάς υπό την ιδιότητά του ως ομορρύθμου εταίρου της πρώτης) την με αριθμό ……διαταγή πληρωμής της κ, Πρωτοδίκου Αθηνών με την κάτωθι αυτής από ….πρώτη επιταγή προς πληρωμή με την οποία η καθ ης μας επίταξε να καταβάλουμε τα ακόλουθα ποσά:

1) …….για επιδικασθέν κεφάλαιο,

2)

3)

Την ως άνω διαταγή πληρωμής ανακόπτουμε και ζητούμε την ακύρωσή της για τους ακολούθους νόμιμους και βάσιμους λόγους

ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ....

ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΚΟΠΗΣ.....

ΕΠΕΙΔΗ για τους ανωτέρω τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους ανακόπτουμε και ζητούμε την ακύρωση της προσβαλλόμενης ……διαταγής πληρωμής της κ. Πρωτοδίκου Αθηνών

Επειδή η παρούσα ανακοπή μας είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθινή, αρμοδίως δε και εμπροθέσμως ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και όσα κατά την συζήτηση της παρούσας θα προσθέσουμε και με τη ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μας,

ΖΗΤΟΥΜΕ

Να γίνει δεκτή η ανακοπή μας ως νόμιμη και βάσιμη. Να ακυρωθεί για τους εις το ιστορικό της παρούσας αναφερόμενους λόγους η ανακοπτόμενη με αριθμό…….διαταγή πληρωμής της κ. Πρωτοδίκου Αθηνών. Να καταδικασθεί η καθ ης στην εν γένει δικαστική μας δαπάνη.

Αθήνα

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ

------------------

------------------

ΚΑΤΑ

1. …………………..

2.Της …………διαταγής πληρωμής της κ. Πρωτοδίκου Αθηνών    

Την …….η καθ ης μας κοινοποίησε (στη μεν πρώτη από εμάς υπό την ιδιότητά της ως οφειλέτριας καθ ης στρέφεται η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, στο δε δεύτερο από εμάς υπό την ιδιότητά του ως ομορρύθμου εταίρου της πρώτης) την με αριθμό ……διαταγή πληρωμής της κ, Πρωτοδίκου Αθηνών με την κάτωθι αυτής από …….πρώτη επιταγή προς πληρωμή με την οποία η καθ ης μας επίταξε να καταβάλουμε τα ακόλουθα ποσά:

1) ………..για επιδικασθέν κεφάλαιο,

2)

3)

Εναντίον αυτής ασκήσαμε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από….. ανακοπή μας, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της …..και με την ανακοπή μας ζητούμε την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής.

Η ασκηθείσα ανακοπή μας έχει επί λέξει ως εξής.........

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 3 ΚΠολΔ η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, το δικαστήριο όμως που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής μπορεί κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. να χορηγήσει αναστολή με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση  για την ανακοπή.

Επειδή είναι δε βέβαιο ότι για καθένα από τους λόγους μας η ανακοπή μας θα γίνει δεκτή και η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής θα ακυρωθεί.

Επειδή η εταιρία μας με σκοπό το διακανονισμό της εξόφλησης της οφειλής της έχει

Επειδή προτιθέμεθα να εξοφλήσουμε εν όλω το οφειλόμενο ποσό των επιδίκων επιδίκων επιταγών, τυχόν δε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης επισπευθείσα από την καθ ης θα αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστης.

Επειδή σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι σε περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως της  εκδοθείσας κατά της εταιρίας μας διαταγής πληρωμής πρόκειται να υποστούμε ανεπανόρθωτη βλάβη στα οικονομικά μας συμφέροντα, με δεδομένο ότι η τυχόν επιβάρυνση περιουσιακών μας στοιχείων θα αποτελέσει εμπόδιο στη χρηματοδότηση της εταιρίας μας και θα την αποστερήσει από τα αναγκαία μέσα για την εξακολούθηση της δραστηριότητάς της και την αποκομιδή κερδών, από τα οποία (κέρδη) προβαίνουμε σε εκούσιες καταβολές προς την καθ' ης έναντι των επιδίκων επιταγών. Ταυτόχρονα η καθ ης, ως φερέγγυα και αξιόχρεη εταιρία έχουσα μεγάλο κύκλο πελατών, δεν κινδυνεύει από την αναστολή της εκτέλεσης, αφού είμαστε φερέγγυοι.

Πρέπει συνεπώς το Δικαστήριό Σας, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, δίχως την καταβολή εγγυήσεως, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ασκηθείσας ανακοπής μας.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθινή, αρμοδίως δε και εμπροθέσμως ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου Σας

Επειδή συντρέχει νόμιμη περίπτωση εκδόσεως προσωρινής διαταγής κατά το άρθρο 691Α παρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία να διατάσσεται η αναστολή της εκτέλεσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής της κ. Πρωτοδίκου Αθηνών μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της παρούσης αιτήσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και όσα κατά την συζήτηση της παρούσας θα προσθέσουμε και με τη ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μας,

ΖΗΤΟΥΜΕ

Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μας. Να ανασταλεί η εκτέλεση της με αριθμό ….διαταγής πληρωμής της κ. Πρωτοδίκου Αθηνών ως την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της από …..ανακοπής μας με την οποία ζητούμε την ακύρωσή της, και ως προς τους ισχυρισμούς μας που θα παραπεμφθούν τυχόν σε ιδιαίτερη συζήτηση.

Να εκδοθεί προσωρινή διαταγή κατ άρθρο 691Α παρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία να διατάσσεται η αναστολή της εκτέλεσης της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής της κ. Πρωτοδίκου Αθηνών μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της παρούσης αιτήσεως. Να καταδικασθεί η καθ ης στην εν γένει δικαστική μας δαπάνη.

Αθήνα

Η διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε κατά της Ο.Ε εταιρείας αποτελεί κατά το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ε ΚΠολΔ τίτλο εκτελεστό εναντίον της και εκτελείται και κατά των ομορρύθμων εταίρων της. Οι εταίροι αυτοί μπορούν να ασκήσουν ανακοπή των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ ακόμη και αν η αίτηση για έκδοση διατα­γής πληρωμής δεν στρεφόταν εναντίον τους (ΕφΑθ 110/2006).

Όμως η προθεσμία του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ αρχίζει και για τους εταίρους από την επίδοση της διαταγής πληρωμής στην εται­ρεία, έστω και αν αυτοί αγνοούν την επίδοση. Είναι αυτονόητο ότι της εκτέλεσης κατά του εταίρου θα προηγηθεί κοινοποίηση σε αυτόν ατο­μικά επιταγής προς εκτέλεση, οπότε θα βρουν εφαρ­μογή τα άρθρα 933 επ ΚΠολΔ (ΜονΠρΠειρ 84/2019).

Γίνεται δεκτό ότι για να ασκηθεί παρα­δεκτά η εκ του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπή, ως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015, θα πρέπει μετά την άπρακτη πάροδο της εκ του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας, ο δανειστής να επιδώσει για δεύτερη φορά τη διαταγή πληρωμής στον οφει­λέτη.

Α. Επομένως για να ευδοκιμήσει η εκ του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπή θα πρέπει

α) να μην έχει ασκηθεί η εκ του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ανακοπή. Αν αυτή έχει ασκηθεί και εκκρεμεί, η για δεύτερη φορά επίδοση της διαταγής πλη­ρωμής δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή

β) να προβεί ο δανειστής, μετά την εκπνοή της εκ του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ανακοπής, σε δεύτερη κατά σειρά επίδοση, για να αφετηριασθεί η εκ του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμία.

Β. Γίνεται δεκτό ότι, πρώτιστη προϋ­πόθεση εφαρμογής της διατάξεως 633 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι ότι ο οφειλέτης δεν άσκησε εμπρόθεσμα την κατ άρθρο 632 ανακοπή. Αν η ανακοπή ασκήθηκε, αλλά εκπρόθεσμα, η προϋπόθεση πληρούται. Αν αντιθέτως ασκήθηκε εμπρόθεσμα, η διάταξη δεν έχει εφαρμογή.

Γ. Περαιτέρω, η σωρευτικά απαιτούμενη προϋπόθεση της παρ. 2 είναι ότι ο δανειστής υπέρ του οποίου εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής προβαίνει σε δεύτερη επίδοσή της προς τον οφειλέτη. Η επίδοση αυτή θέτει σε κίνηση νέα προθεσμία δεκαπέ­ντε εργασίμων ημερών, μέσα στην οποία ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή. Αντίθετα προς ό,τι ισχύει με το άρθρο 632 ΚΠολΔ, όπου η ανακοπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ασκηθεί και προ πάσης επίδο­σης, η ανακοπή του άρθρου 633 ΚΠολΔ δεν ασκείται παραδεκτά προ της επίδοσης (ΜονΠρΠειρ 84/2019).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ ως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015, ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανα­κοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ ύλη αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρω­μής, μέσα σε προθεσμία 15 εργασίμων ημερών από την προς αυτόν επίδοσή τη, με την ειδική διάκριση όταν δεν είναι κάτοικος ημεδαπής. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015, «αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει και πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προ­θεσμία 15 εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση». Κατά το τελευταίο εδάφιο του άρθρου, «αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση».

Α. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι η διαταγή πλη­ρωμής, παρά το γεγονός ότι δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά τίτλος εκτελεστός μπορεί να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, α) όταν επιδοθεί για πρώτη φορά και δεν ασκηθεί η εκ του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ανακοπή και β) όταν επιδοθεί δεύτερη φορά και ο οφειλέτης δεν ασκήσει μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των 15 εργασίμων ημερών την εκ του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπή.

Β. Μόνη η άπρακτη πάροδος της εκ του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας, χωρίς ο δανειστής να προ­βεί σε δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής, δεν προσδίδει στον εν λόγω εκτελεστό τίτλο δύναμη δεδι­κασμένου. Επιφέρει απλώς έκπτωση του οφειλέτη (151 ΚΠολΔ) από το δικαίωμά του να προσβάλει το κύρος της διαταγής πληρωμής με ανακοπή κατά αυτής. Στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης, αν σε βάρος του επι­σπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, μπορεί να προβάλει όλους τους λόγους που αφορούν το κύρος της ή/και την απαίτηση που αυτή ενσωματώνει, με την κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά πράξεων αναγκαστι­κής εκτέλεσης, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι στο μεταξύ δεν μεσολαβήσει δεύτερη επί­δοση της διαταγής πληρωμής, οπότε αν δεν ασκηθεί η εκ του άρθρου 633 ΚΠολΔ ανακοπή, είτε αυτοτελώς, είτε μαζί (σώρευση στο αυτό δικόγραφο κατ άρθρο 218 ΚΠολΔ) με την κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή εντός της 15νθήμερης προ­θεσμίας, αποκτά ισχύ δεδικασμένου.

Γ. Όταν πλέον η διαταγή πληρωμής αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου ο οφειλέτης δεν μπορεί να αμφισβητήσει, ούτε το κύρος του εκτελεστού τίτλου σε μεταγενέστερη δίκη, λ.χ. στο πλαίσιο της ανακοπής κατά της εκτέλεσης (933 ΚΠολΔ), ούτε την εκ του ουσι­αστικού δικαίου απαίτηση που αυτή ενσωματώνει, καθ ότι οι ισχυρισμοί που αφορούν την τελευταία έχουν αποκλεισθεί από το δεδικασμένο.

Δ. Ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης δικαιού­ται να προτείνει με την κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή μόνο αντιρρήσεις που αφορούν καθαυτή την πορεία της εκτελεστικής διαδικασίας και κατ εξαίρεση ισχυρισμούς που αφορούν την απαίτηση και συγκεκρι­μένα μόνο εφ όσον τα παραγωγικά αυτών περιστατικά γεννήθηκαν μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής (οψιγενείς ισχυρισμοί-ενστάσεις που δεν θα μπορούσαν προταθούν στη δίκη της ανακοπής των άρθρων 632, 633 ΚΠολΔ) ή και τους ισχυρισμούς εκείνους, οι οποίοι καίτοι δεν προτάθηκαν στη διαγνωστική δίκη, παρ όλα αυτά μπορούν να ασκηθούν δια μέσω αυτοτελούς, καταψηφιστικής, ή αναγνωριστικής, αγω­γής και οι οποίες δεν αντιστρατεύονται το δεδικασμένο που απορρέε,ι είτε από τελεσίδικη απόφαση, είτε από τελεσίδικη διαταγή πληρωμής (ΟλομΑΠ 8/2017, ΜονΠρΠειρ 84/2019).

Σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015, κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 ΚΠολΔ μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων.

Α. Προϋποθέσεις υποβολής αίτησης  

Η διαταγή πληρωμής εκδίδεται, εφ όσον

α) Πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά  

β) Η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη, και είναι ορισμένο.

γ) Η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή

δ) Η επίδοση της διαταγής πρόκειται να γίνει σε πρόσωπο που η κατοικία του, ή η διαμονή του, είναι γνωστή, ή πρόκειται να γίνει σε αντίκλητο νόμιμα διορισμένο, σύμφωνα με το άρθρο 142 ΚΠολΔ, αν η κατοικία του, ή η διαμονή του, είναι άγνωστη

Β. Αρμοδιότητα – Συζήτηση

Αρμόδιος να εκδώσει διαταγή πληρωμής είναι για απαίτηση της αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου ο ειρηνοδίκης. Σε κάθε άλλη απαίτηση ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου. Για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν γίνεται συζήτηση στο ακροατήριο.

Γ. Περιεχόμενο αίτησης

Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της και να περιέχει

α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παράγραφος 1 του άρθρου 119

β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και

γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή.

Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Δ. Έκδοση διαταγής πληρωμής

Ο δικαστής αποφασίζει το ταχύτερο σχετικά με την αίτηση, χωρίς να καλέσει τον οφειλέτη, έχει όμως το δικαίωμα,

α) να καλεί τον αιτούντα για να του δώσει εξηγήσεις σχετικά με την αίτηση,

β) να υποδείξει στον αιτούντα τις αναγκαίες συμπληρώσεις ή διορθώσεις της αίτησης,

γ) αν ο αιτών επικαλείται ιδιωτικά έγγραφα, να ζητεί βεβαίωση της υπογραφής από συμβολαιογράφο ή μάρτυρες που εξετάζονται ενώπιον του.

Ε. Ο δικαστής απορρίπτει την αίτηση

α) αν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής, β) αν ο αιτών δεν δίνει τις εξηγήσεις που του ζήτησε ή αρνείται να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις για τη συμπλήρωση ή διόρθωση της αίτησης του ή για τη βεβαίωση των υπογραφών ιδιωτικών εγγράφων.

Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης δεν αποκλείεται η άσκηση αγωγής, ή η υποβολή νέας αίτησης

ΣΤ. Κατάρτιση διαταγής πληρωμής

Η διαταγή πληρωμής καταρτίζεται εγγράφως και πρέπει να περιέχει

α) το ονοματεπώνυμο του δικαστή που εκδίδει τη διαταγή πληρωμής,

β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό φορολογικού μητρώου

γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού του μητρώου,

δ) την αιτία της πληρωμής,

ε) το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί,

στ) διαταγή πληρωμής,

ζ) υπόμνηση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 636 ΚΠολΔ (15 εργάσιμες ημέρες, αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την κατοικία ή την διαμονή, ή την έδρα του στην Ελλάδα και 30 εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό, ή η διαμονή του είναι άγνωστη και η επίδοση γίνει σε αντίκλητο νόμιμα διορισμένο, σύμφωνα με το άρθρο 142 ΚΠολΔ

Ζ. Επίδοση διαταγής πληρωμής

Η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία (2) μηνών από την έκδοση της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία αυτή, η διαταγή πληρωμής παύει αυτοδικαίως να ισχύει. Μέσα στην ίδια προθεσμία αντίγραφο της σχετικής έκθεσης επίδοσης κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής.

Η. Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής

Η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Κατ αυτής ο οφειλέτης δικαιούται να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ.1 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015, ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή. Η ανακοπή απευθύνεται στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Επαναφέρεται η ρύθμιση που ίσχυε πριν από τον ν. 4335/2015 για την καθ΄ ύλη αρμοδιότητα του δικαστηρίου της ανακοπής με βάση το ύψος της απαίτησης (επομένως και το Πολυμελές Πρωτοδικείο).

Αντίγραφα των εγγράφων, τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση, παραμένουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής.

Β. Κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι (15) εργάσιμες ημέρες, αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή ή την έδρα του στην Ελλάδα και (30) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό. ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

Γ. Κατά το εδ. β της παρ. 2 του άρθρου 632 ΚΠολΔ, η ανακοπή εκδικάζεται κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ

Με την νέα αυτή ρύθμιση, στην δίκη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων και καταργείται η δυνατότητα προφορικής υποβολής ισχυρισμών που δεν περιέχονται στις προτάσεις, όπως ίσχυε με το άρθρο 591 παρ. 1 στοιχ. γ ΚΠολΔ.  Το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν του αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, αλλά και αυτά που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ.

Με την νέα ρύθμιση η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής δεν εκδικάζεται πλέον κατά την τακτική διαδικασία, όπως ίσχυε στο προϊσχύον δίκαιο και πριν το ν. 4055/2012, όπου ανάλογα με την φύση της απαίτησης η ανακοπή εκδικαζόταν με την τακτική, ή με κάποια από τις ειδικές διαδικασίες.

Η ανακοπή εκδικάζεται πλέον, είτε με τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί με βάση αξιόγραφο, στην οποίαν εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του άρθρου 591 επ. ΚΠολΔ, που με τη σειρά του παραπέμπει στις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας με την επιφύλαξη της εναρμόνισής τους με τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας, είτε με την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στην οποία εφαρμόζονται και οι διατάξεις της τακτικής διαδικασίας με την επιφύλαξη πάλι της εναρμόνισής τους με αυτές.

Μετά την επαναφορά της υλικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου με βάση το ποσό της απαίτησης για την οποίαν εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής για την εκδίκαση της ανακοπής, εμφανίζεται το δικονομικό φαινόμενο όπου το Πολυμελές Πρωτοδικείο εκδικάζει μία ανακοπή, όχι με την τακτική διαδικασία, όπως ίσχυε στο προϊσχύσαν  δίκαιο, αλλά με βάση τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 591 επ. ΚΠολΔ.

Σημειώνεται ότι, τίθεται ως γενική διάταξη κατ΄ άρθρο 591 παρ. 7 ΚΠολΔ, ότι οι διατάξεις που ισχύουν για την εκδίκαση της υπόθεσης από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια εφαρμόζονται στα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης, ενώ η αναίρεση εκδικάζεται κατά τις γενικές διατάξεις, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις των άρθρων 591 έως 645.

Δ. Ως προς τη δυνατότητα άσκησης πρόσθετων λόγων ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής ισχύει το νέο άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ και εξακολουθεί να παραμένει η προθεσμία άσκησής τους οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση, εφ όσον η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής εκδικάζεται πλέον, είτε με την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, είτε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.

Ε. Σύμφωνα με την παρ. 3 του αυτού άρθρου, η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724 ΚΠολΔ.

Με την νέα ρύθμιση η υποχρέωση συζήτησης της αίτηση αναστολής εκτέλεσης  υποχρεωτικά με την ανακοπή καταργήθηκε και επανήλθε το προηγούμενο καθεστώς της χωριστής συζήτησης της αίτησης αναστολής από την ανακοπή στο αρμόδιο δικαστήριο.

ΣΤ. Κατά την παρ. 4 του αυτού άρθρου, αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της οριστικής απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., έως τη συζήτηση της έφεσης, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφ όσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση. Με τις ίδιες προϋποθέσεις το δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της έφεσης, ή με τις προτάσεις, να αναστείλει την εκτέλεση.  

Με την νέα ρύθμιση, μετά από την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης που απορρίπτει την ανακοπή και έως την συζήτηση της έφεσης, παρέχεται η δυνατότητα αίτησης αναστολής (έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί του ένδικου μέσου) ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης. Η ίδια δυνατότητα παρέχεται και ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την έφεση σε κάθε στάση της ενώπιόν του δίκης.

Ζ. Αυτές οι ευχέρειες αιτήσεων αναστολής υφίστανται, κατά την νέα παρ. 5 του αυτού άρθρου, που ορίζει ότι «Η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου παρέχεται και στην περίπτωση που δεν είχε χορηγηθεί αναστολή της εκτέλεσης σύμφωνα με την παράγραφο 3» και όταν δεν είχε χορηγηθεί αναστολή έως την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής.

Η. Ο οφειλέτης, πέραν της δυνατότητας αίτησης αναστολής κατά το άρθρο 632 παρ. 3 ΚΠολΔ, έχει και άλλα μέσα προστασίας όπως π.χ. την ανακοπή κατά της εκτέλεσης και την αναστολή της εκτέλεσης κατ' άρθρο 937 ΚΠολΔ, όταν ασκείται το ένδικο μέσο της έφεσης κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή.

Ταυτόχρονα δίνεται η δυνατότητα επανειλημμένης άσκησης αίτησης αναστολών και πολλαπλών κρίσεων επί του ζητήματος της αναστολής ή μη της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής. Είναι δυνατή η υποβολή αίτησης αναστολής της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής με τις προϋποθέσεις του άρθρου 632 παρ. 4 ΚΠολΔ, δηλ. όταν έχει ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, δηλ. αυτής που ασκείται μετά την δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής.

Θ. Στην παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι « Με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακυρώσεως των πράξεων εκτελέσεως, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ».

Παρέχεται δηλαδή η δυνατότητα σώρευσης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και ανακοπής κατά της εκτέλεσης με την συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 218 ΚΠολΔ. Οι ανακοπές αυτές εκδικάζονται με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. σύμφωνα με τα άρθρα 632 παρ. 2 εδ. τελ. και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ. Έτσι, η απαίτηση της ταυτότητας της διαδικασίας για την αντικειμενική σώρευση των δύο αυτών διαδικαστικών πράξεων υποχωρεί πλήρως, και δεν εξακολουθεί να υφίσταται το προηγούμενο ζήτημα της εκδίκασης της ανακοπής κατά της εκτέλεσης με βάση της διαδικασία εκδίκασης της απαίτησης, τακτική ή με κάποια από τις δίκες ειδικών διαδικασιών, έστω και εάν πρόκειται για ανακοπή κατά της εκτέλεσης με βάση εκτελεστό τίτλο διαταγή πληρωμής που έχει εκδοθεί με πιστωτικούς τίτλους, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 622Β παρ. 4 ΚΠολΔ.

Σημειώνεται η διαφορετική ρύθμιση της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου που εκδικάζει την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, με βάση το ποσό της απαίτησης( άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ) και την ανακοπή κατά της εκτέλεσης, πάντα με το Ειρηνοδικείο ή το Μονομελές Πρωτοδικείο (άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ

Ι. Σύμφωνα με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου  «Αν ο ανακόπτων δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την ανακοπή».

ΙΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 633 ΚΠολΔ «Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής».

Λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής που γεννήθηκαν μετά το χρόνο έκδοσής της δεν μπορούν να προταθούν νόμιμα με την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ αλλά με την ανακοπή κατά της εκτέλεσης κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 633 ΚΠολΔ, αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία (15) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση. Στην περίπτωση αυτή δεν χορηγείται η αναστολή εκτέλεσης που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του προηγούμενου άρθρου. Αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση.

Σύμφωνα με την ρύθμιση, πριν από την πάροδο και της δεύτερης αυτής προθεσμίας, η διαταγή πληρωμής δεν αποκτά ισχύ δεδικασμένου και έτσι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 933 και 330 ΚΠολΔ, δεν κωλύεται ο οφειλέτης, επιχειρουμένης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του με βάση τη διαταγή πληρωμής, να προτείνει με την κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ασκούμενη ανακοπή, ως λόγους ακυρωτικούς της εκτέλεσης, και ενστάσεις οι οποίες βάλλουν κατά του ουσιαστικού υποστατού της επιδικασθείσας απαίτησης.

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 634 ΚΠολΔ, η επίδοση διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία. Αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 636Α ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 48 ν. 4488/2017, επιτρέπεται η έκδοση διαταγής πληρωμής για οφειλόμενους μισθούς από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφ όσον,

α) η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και το ύψος του μισθού αποδεικνύονται από δημόσιο, ή ιδιωτικό, έγγραφο, ή µε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, που εκδόθηκε μετά από ομολογία, ή αποδοχή της αίτησης, από τον εργοδότη και

β) επιδοθεί έγγραφη όχληση µε δικαστικό επιμελητή (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατάθεση της αίτησης.   

Β. Η αίτηση ασκείται ενώπιον του κατά τόπο και καθ ύλη αρμοδίου δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των εργατικών διαφορών, μπορεί δε να ασκηθεί και στο δικαστήριο του τόπου όπου ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του και δικάζεται με την διαδικασία των άρθρων 623 έως 636 ΚΠολΔ.

Γ. Για υποθέσεις αρμοδιότητας ειρηνοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η καταβολή δικαστικού ενσήμου. Για υποθέσεις αρμοδιότητας πρωτοδικείου καταβάλλεται δικαστικό ένσημο (4‰) επί της αξίας του αντικειμένου της αίτησης  (άρθρο 49  ν. 4488/2017).

Δ. Δεν απαιτείται απόδειξη ότι η εργασία, που αντιστοιχεί στο μισθό για τον οποίο ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, έχει παρασχεθεί, καθ ότι τεκμαίρεται. Μπορεί όμως να ανακοπεί με άσκηση ανακοπής από τον υπόχρεο εργοδότη.

Ε. Η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού ασκείται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 632 επ. ΚΠολΔ, ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή. Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει την διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει την διαταγή πληρωμής. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Κατ εξαίρεση αναστέλλεται η εκτελεστότητα διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε κατά προσώπου με άγνωστη διαμονή, ή με διαμονή, ή έδρα, στο εξωτερικό, όσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 632 ΚΠολΔ, επιτρέπεται όμως να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 724 ΚΠολΔ (άρθρο 631 ΚΠολΔ). Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως και η αγωγή. Στο δικόγραφο πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής.

Α. Αρμοδιότητα

Η ανακοπή απευθύνεται στο καθ ύλην αρμόδιο δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. (Αντίγραφα των εγγράφων, τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση, παραμένουν στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής).

Αν ανακοπή εισαχθεί προς εκδίκαση σε δικαστήριο διαφορετικό από αυτό που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής, οι συνέπειες της άσκησής της διατηρούνται και θα παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο.

Β. Προθεσμία άσκησης ανακοπής

Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι (15) εργάσιμες ημέρες, αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή, ή την έδρα του, στην Ελλάδα. Αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή, ή την έδρα του, στο εξωτερικό, ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι (30) εργάσιμες ημέρες

Γ. Δεύτερη προθεσμία άσκησης ανακοπής.

Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι την διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία (15) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση. Στην περίπτωση αυτή δεν χορηγείται αναστολή εκτέλεσης. Αν περάσει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση. Σε περίπτωση επίδοσης στο εξωτερικό, για την έναρξη της προθεσμίας της ανακοπής, η επίδοση θεωρείται ότι συντελέσθηκε κατά τον χρόνο που προβλέπει το δίκαιο του κράτους της διαμονής του παραλήπτη, ή κατά τον χρόνο της πραγματικής παραλαβής, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, ή δικαστική ομολογία.

Δ. Επίδοση της ανακοπής.

Η επίδοση της ανακοπής μπορεί να γίνει, είτε στον δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, είτε στην διεύθυνση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται, η οποία αναφέρεται στην διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστοποιηθεί με δικόγραφο μεταβολή που τυχόν έχει επέλθει. Σε περίπτωση επίδοσης στο εξωτερικό, για την έναρξη της προθεσμίας της ανακοπής, η επίδοση θεωρείται ότι συντελέσθηκε κατά τον χρόνο που προβλέπει το δίκαιο του κράτους της διαμονής του παραλήπτη, ή κατά τον χρόνο της πραγματικής παραλαβής, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο ή δικαστική ομολογία.

Ε. Διαδικασία εκδίκασης της ανακοπής.

Η ανακοπή εκδικάζεται κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ. Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο δύναται κατ άρθρο 591 παρ. 6 ΚΠολΔ, είτε να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει με την προσήκουσα διαδικασία, με γνώμονα την αρχή της οικονομίας της δίκης, εφ όσον έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις της προσήκουσας διαδικασίας, τις οποίες δύναται το δικαστήριο να ελέγξει και αυτεπαγγέλτως, είτε, εάν δεν έχουν τηρηθεί οι ως άνω προϋποθέσεις, να την παραπέμψει προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα δικάσει κατά την προσήκουσα διαδικασία.

ΣΤ. Ερημοδικία ανακόπτοντος.

Αν ο ανακόπτων δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την ανακοπή.

Ζ. Συνέπειες ακύρωσης της διαταγής πληρωμής.

Η επίδοση διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία. Αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή.

Η. Λόγοι ανακοπής.

Οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, μπορούν δε να αφορούν, είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ ου η ανακοπή, ενστάσεις. Στην αντίθετη περίπτωση, οι λόγοι αυτοί απορρίπτονται ως αόριστοι (ΑΠ 2073/2007).

Παραδεκτά προτείνονται, καταχρηστικές ενστάσεις, στηριζόμενες, είτε σε δικαιοκωλυτικά γεγονότα, που εμπόδισαν την γέννηση της απαίτησης (ένσταση ακυρότητας της συναλλαγματικής, ή επιταγής επειδή κάλυπτε τοκογλυφικούς τόκους), είτε σε δικαιοφθόρα περιστατικά, προγενέστερα της έκδοσης της διαταγής, που είχαν επιφέρει ήδη τότε την απόσβεση της απαίτησης, (ένσταση εξόφλησης σε χρόνο πριν από την έκδοση της διαταγής). Αντιθέτως, μεταγενέστερα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής δικαιοφθόρα γεγονότα, που επέφεραν εκ των υστέρων το αποσβεστικό αποτέλεσμα, είναι, κατά την κρατούσα στην νομολογία γνώμη, αδιάφορα για την δίκη της ανακοπής και δεν λαμβάνονται υπ όψιν, γιατί δεν θίγουν την νομιμότητα της διαταγής πληρωμής, που κρίνεται αποκλειστικά με βάση τα δεδομένα του χρόνου έκδοσής της και επομένως δεν μπορούν να στηρίξουν το ακυρωτικό αίτημα της ανακοπής (ΑΠ 536/1994,ΕφΠειρ. 72/1997).

Θεωρείται παραδεκτή η προβολή και γνήσιων ενστάσεων κατά της απαίτησης, εφ όσον, όμως, οι προϋποθέσεις του δικαιοανασταλτικού κανόνα, στον οποίο αυτές θεμελιώνονται, είχαν ήδη συντελεσθεί κατά τον χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ώστε ανεξάρτητα από την προβολή της ένστασης μετά την έκδοση της διαταγής, η δικαιοπαραλυτική ενέργειά τους να ανατρέχει στον ως άνω προγενέστερο της έκδοσης της διαταγής χρόνο. Αντιθέτως, απαράδεκτες είναι οι γνήσιες ενστάσεις όταν οι προϋποθέσεις τους συνέτρεξαν μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και επομένως μόνον στο μεταγενέστερο αυτό χρονικό σημείο είναι δυνατό να ανατρέξει η ενέργειά τους, μη θίγοντας τη νομιμότητα της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.

Λόγο ανακοπής κατά της απαίτησης μπορεί να αποτελέσει και η άσκηση καταλυτικών διαπλαστικών δικαιωμάτων από τον ανακόπτοντα, εφ όσον, όμως, η αποσβεστική τους ενέργεια ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Είναι παραδεκτή η πρόταση ανταπαίτησης του ανακόπτοντος σε συμψηφισμό, υπό την προϋπόθεση ότι οι συμψηφιζόμενες απαιτήσεις συνυπήρξαν πριν από την έκδοση της  διαταγής πληρωμής και άρα αποσβέστηκαν ήδη αμοιβαία από τότε που συνυπήρξαν. Τα μεταγενέστερα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής δικαιοφθόρα, ή δικαιοανασταλτικά γεγονότα, που δεν αποτελούν παραδεκτούς λόγους ανακοπής, μπορούν να προταθούν, είτε με την κατ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής, είτε με αναγνωριστική της ανυπαρξίας της απαίτησης αγωγή (ΕφΠειρ 87/2003, ΜονΠρ.Θεσ 252/2016).

Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας, ή δευτεροβάθμιας, δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσης κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς, που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, γιατί έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση (ΑΠ 245/2016).

Θ. Βάρος απόδειξης.

Προκειμένου να εκδοθεί η διαταγή πληρωμής απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων του άρθρου 623 ΚΠολΔ και των αρνητικών προϋποθέσεων του άρθρου 624 ΚΠολΔ. Αν ο λόγος ανακοπής στηρίζεται στην αμφισβήτηση των ως άνω προϋποθέσεων, τότε ο δανειστής έχει την υποχρέωση να αποδείξει την συνδρομή τους, γιατί οι προϋποθέσεις αυτές είναι απαραίτητες για την επέλευση της επιδιωκόμενης με την σχετική αίτηση έννομης συνέπειας, δηλαδή την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής. Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί ότι δεν συνέτρεχε μία εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων η διαταγή πληρωμής θα ακυρωθεί, γιατί θα έχει αποδειχθεί ότι η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε ήταν δικονομικά ουσία αβάσιμη (ΜονΠρΘεσ 252/2016).

Αν ο οφειλέτης αμφισβητήσει το εκκαθαρισμένο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής δεν απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού να προσδιορίσει και το ύψος στο οποίο θα ανερχόταν η απαίτηση αν αυτή ήταν εκκαθαρισμένη (ΕφΠειρ 711/2011, ΕφΠειρ 5/2011) καθώς το βάρος της συνδρομής των θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής φέρει ο δανειστής. Ο ανακόπτων προκειμένου να ευδοκιμήσει η ανακοπή του δεν χρειάζεται να αποδείξει, ούτε ότι η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη, ότι δηλαδή το ποσό της δεν είναι ορισμένο, αρκεί μόνο αμφισβητώντας την αρνητική αυτή προϋπόθεση στα πλαίσια της ανταποδεικτικής του ευχέρειας να δημιουργήσει αμφιβολία στο Δικαστήριο σχετικά με τη συνδρομή της και περαιτέρω να μην επιτύχει ο καθ ου η ανακοπή να άρει τη σχετική αμφιβολία, παρ ότι φέρει τον κίνδυνό της, ως έχων το υποκειμενικό και αντικειμενικό βάρος απόδειξής της (ΜονΠρΘεσ 252/2016).

Ι. Εκκρεμοδικία.

Με την άσκηση της ανακοπής (και την επίδοσή της) επέρχεται ως δικονομική συνέπεια η εκκρεμοδικία. H εκκρεμοδικία παύει με την έκδοση οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί της ανακοπής και αναβιώνει με την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής. Όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία της ανακοπής δεν είναι επιτρεπτή η παράλληλη εκδίκαση της κατ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της εκτέλεσης, που επισπεύδεται με βάση την διαταγή πληρωμής, αν στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και περιλαμβάνει το ίδιο αίτημα.

ΙΑ. Αναστολή εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής.

Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής.  Το δικαστήριο όμως, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε την διαταγή πληρωμής, μπορεί, κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να χορηγήσει αναστολή με, ή και χωρίς, εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή δεν εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 724 ΚΠολΔ. Η επίδοση της αίτησης αναστολής μπορεί να γίνει, είτε στον δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, είτε στη διεύθυνση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται, η οποία αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστοποιηθεί με δικόγραφο μεταβολή που τυχόν έχει επέλθει.

Η παραπομπή στην διαδικασία των άρθρων 686 επ. νοείται όχι μόνο στις διατάξεις που ρυθμίζουν την διαδικασία, αλλά και σε εκείνες που προσανατολίζονται στη φύση και το σκοπό του προληπτικού ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου της αναστολής της εκτελεστότητας εκτελεστού τίτλου, ή εξυπηρετούν τον σκοπό αυτόν, όπως είναι οι της απαγόρευσης άσκησης ενδίκων μέσων κατά της απόφασης που διατάζει το μέτρο αυτό και της ανάκλησης, ή μεταρρύθμισης, της απόφασης αυτής κατά τους ορισμούς των άρθρων 696 έως 698 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 754/1986).

ΙΒ. Αναστολή εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής κατ έφεση.

Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της οριστικής απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται μπορεί, δικάζοντας κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, έως τη συζήτηση της έφεσης, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφ όσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή, ή και χωρίς εγγύηση. Με τις ίδιες προϋποθέσεις το δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις, να αναστείλει την εκτέλεση. Η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης παρέχεται και στην περίπτωση που δεν είχε χορηγηθεί αναστολή της εκτέλεσης.

ΙΓ. Χορήγηση εγγύησης.

Σκοπός της εγγύησης είναι η διασφάλιση του δανειστή για την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής μετά την λήξη της αναστολής, δηλαδή ότι θα διασφαλισθεί το ποσόν της εγγύησης και θα παραμείνει στην περιουσία από την δημοσίευση της απόφασης αναστολής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής του οφειλέτη, ώστε σε περίπτωση που θα δικαιωθεί ο δανειστής να μπορέσει να την εισπράξει έναντι.

Η άρση, ή κατάπτωση, της εγγύησης διέπεται από το άρθρο 168 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με αυτό, αν παύσει η αιτία για την οποία δόθηκε αίρεται η εγγύηση και αν πραγματοποιηθεί ο λόγος για τον οποίο δόθηκε, επέρχεται κατάπτωση της εγγύησης υπέρ εκείνου για τον οποίο είχε δοθεί. Συνεπώς, σε περίπτωση που η ανακοπή δεν ευδοκιμήσει, αλλά απορριφθεί και επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η εκτέλεση της οποίας είχε ανασταλεί, θεωρείται  ότι πραγματοποιήθηκε ο λόγος παροχής της εγγύησης και επέρχεται κατάπτωση υπέρ αυτού που έχει δικαίωμα να εισπράξει για μερική ή ολική εξόφληση της απαίτησής του. Η απόφαση με την οποία διατάσσεται άρση, ή κατάπτωση, της εγγύησης εκδίδεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 168 ΚΠολΔ.

ΙΔ. Ανάκληση απόφασης περί αναστολής εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής.

Από την διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η ανάκληση, ή μεταρρύθμιση, της απόφασης που διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής διατάσσεται από το δικαστήριο, που δικάζει την κυρία υπόθεση, καθ όλη τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, όπως είναι και το εφετείο, εφ όσον εκκρεμεί ενώπιον αυτού έφεση κατά της απόφασης με την οποία έγινε δεκτή ή απερρίφθη ανακοπή ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, ανεξάρτητα από την ύπαρξη, ή μη, στάσης της δίκης ενώπιον αυτού, και με αυτοτελή ακόμη αίτηση και όχι μόνο κατά την συζήτηση της κυρίας υπόθεσης. Με το ένδικο αυτό βοήθημα δεν φέρεται στην κρίση του δικαστηρίου της κυρίας υπόθεσης η νομιμότητα του μέτρου που έχει διαταχθεί, ή η ορθότητα της απόφασης που το διέταξε, αλλά μόνο η νομιμότητα της περαιτέρω ισχύος του (ΕφΑθ 3962/2009,ΕφΘεσ 986/2012

ΙΕ. Σώρευση αιτημάτων.

Με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακύρωσης των πράξεων εκτέλεσης, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ, δηλαδή, α) αν δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, β) αν στο σύνολό τους υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, γ) αν υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου, δ) αν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, ε) αν η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση. Αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις  διατάσσεται ύστερα από αίτηση, ή και αυτεπαγγέλτως, ο χωρισμός.

ΙΣΤ. Σώρευση ανακοπών των άρθρων 632 και 933 ΚΠολΔ.

Πριν από την πάροδο της δεύτερης προθεσμίας άσκησης ανακοπής, η διαταγή πληρωμής δεν αποκτά ισχύ δεδικασμένου και έτσι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 933 παρ. 3 και 330 ΚΠολΔ, ο οφειλέτης, σε βάρος του οποίου επιχειρείται αναγκαστική εκτέλεση με βάση την διαταγή πληρωμής, δεν κωλύεται να προτείνει με την κατ άρθρο 933 ΚΠολΔ ασκούμενη ανακοπή, ως λόγους ακυρότητας της εκτέλεσης, και ενστάσεις, οι οποίες βάλλουν κατά το ουσία υποστατό της επιδικασθείσας απαίτησης (ΟλΑΠ 30/1987 ΕφΑθ 33/2006).

Όταν επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, η οποία στηρίζεται σε διαταγή πληρωμής και δεν έχει διαταχθεί η αναστολή της κατ' άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, υπάρχει στη διάθεση του καθ ου, όχι μόνο η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, αλλά και αυτή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Αν επιδοθεί στον καθ' ου η εκτέλεση αντίγραφο του απογράφου της διαταγής πληρωμής με επιταγή για εκτέλεση αρχίζουν να τρέχουν οι προθεσμίες για άσκηση, τόσο της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, όσο και της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Και οι δύο ανακοπές έχουν διαπλαστικό χαρακτήρα. Η πρώτη ανακοπή έχει ως αίτημα την ακύρωση της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου, ενώ η δεύτερη την ακύρωση της πράξης εκτέλεσης που βάλλεται με αυτήν. Η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ μπορεί να στηρίζεται μόνο σε λόγους, οι οποίοι αφορούν την εν γένει ύπαρξη των νομίμων προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής, άρα και την ύπαρξη της απαίτησης. Οι λόγοι αυτοί, μπορούν να περιλαμβάνουν, τόσο αντιρρήσεις αναφορικά με τις τυπικές ελλείψεις του τίτλου, όσο και αυτές που θίγουν την γέννηση, άσκηση, ή απόσβεση, της απαίτησης. Η ανακοπή, όμως, του άρθρου 933 ΚΠολΔ, εκτός από τους παραπάνω λόγους, μπορεί επί πλέον να επικαλείται και λόγους που αφορούν την ακυρότητα της πράξης εκτέλεσης αυτής καθ' εαυτής, τα ελαττώματα δηλαδή της εκτελεστικής διαδικασίας. Η παράλληλη άσκηση, ή εκδίκαση, των δύο ενδίκων βοηθημάτων, μπορεί να εμφανιστεί, όχι μόνο με την μορφή της άσκησης ενός από αυτά, ενώ υπάρχει ήδη εκκρεμοδικία ως προς το άλλο, αλλά και με τη μορφή της αντικειμενικής σώρευσης, όταν δηλαδή υφίστανται δικόγραφα ανακοπής που περιέχουν ένωση του αιτήματος, τόσο της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ (ακύρωση διαταγής πληρωμής), όσο και εκείνου της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ (αίτημα ακύρωσης της επιταγής προς πληρωμή και σπανιότερα ακύρωσης της κατάσχεσης), τουτέστιν σώρευση των δύο ανακοπών με την έννοια του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα σώρευσης των δύο ανακοπών στο ίδιο δικόγραφο συνήθως αποκρούεται, γιατί λείπει η προϋπόθεση, είτε της καθ' ύλην, ή της κατά τόπον, αρμοδιότητας που απαιτεί ο νόμος (άρθρο 218 ΚΠολΔ), είτε της ταυτότητας της διαδικασίας (άρθρο 218 ΚΠολΔ), είτε γιατί και όταν εφαρμοστέα είναι η ίδια διαδικασία δημιουργείται εν όψει των παρεκκλίσεων των άρθρων 933 παρ. 4 και 937 ΚΠολΔ, που ισχύουν κατά την ανακοπή κατά της εκτέλεσης, κίνδυνος σύγχυσης από την σύγχρονη εκδίκασή τους, οπότε και διατάσσεται, και αυτεπαγγέλτως, ο χωρισμός και η ανακοπή που ασκήθηκε αναρμόδια παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο, ή στην προσήκουσα διαδικασία (ΕφΠειρ 371/ΜονΠρΘεσ 176/2016).

Πριν από την πάροδο της δεύτερης προθεσμίας άσκησης ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, η διαταγή πληρωμής  δεν αποκτά ισχύ δεδικασμένου και έτσι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 933 παρ. 3 και 330 ΚΠολΔ, ο οφειλέτης, σε βάρος του οποίου επιχειρείται αναγκαστική εκτέλεση με βάση την διαταγή πληρωμής, η οποία αποτελεί τίτλο εκτελεστό, δεν κωλύεται να προτείνει με την κατ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή, ως λόγους ακυρότητας της εκτέλεσης, και ενστάσεις, οι οποίες βάλλουν κατά το ουσία υποστατό της επιδικασθείσας απαίτησης (ΟλΑΠ 30/1987, ΕφΑθ 33/2006).

Όταν επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, η οποία στηρίζεται σε διαταγή πληρωμής και δεν έχει διαταχθεί η αναστολή της κατ άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, υπάρχει στη διάθεση του καθ ου, όχι μόνο η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, αλλά και αυτή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Αν επιδοθεί στον καθ ου η εκτέλεση αντίγραφο του απογράφου της διαταγής πληρωμής με επιταγή για εκτέλεση αρχίζουν να τρέχουν οι προθεσμίες για άσκηση, τόσο της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, όσο και της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Και οι δύο ανακοπές έχουν διαπλαστικό χαρακτήρα. Η πρώτη ανακοπή έχει ως αίτημα την ακύρωση της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου, ενώ η δεύτερη την ακύρωση της πράξης εκτέλεσης που βάλλεται με αυτήν.

Η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ μπορεί να στηρίζεται μόνο σε λόγους, οι οποίοι αφορούν την εν γένει ύπαρξη των νομίμων προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής, άρα και την ύπαρξη της απαίτησης. Οι λόγοι αυτοί, μπορούν να περιλαμβάνουν, τόσο αντιρρήσεις αναφορικά με τις τυπικές ελλείψεις του τίτλου, όσο και αυτές που θίγουν την γέννηση, άσκηση, ή απόσβεση, της απαίτησης. Η ανακοπή, όμως, του άρθρου 933 ΚΠολΔ, εκτός από τους παραπάνω λόγους, μπορεί επί πλέον να επικαλείται και λόγους που αφορούν την ακυρότητα της πράξης εκτέλεσης αυτής καθ εαυτής, τα ελαττώματα δηλαδή της εκτελεστικής διαδικασίας.

Η παράλληλη άσκηση, ή εκδίκαση των δύο ενδίκων βοηθημάτων, μπορεί να εμφανιστεί, όχι μόνο με την μορφή της άσκησης ενός από αυτά, ενώ υπάρχει ήδη εκκρεμοδικία ως προς το άλλο, αλλά και με τη μορφή της αντικειμενικής σώρευσης, όταν δηλαδή υφίστανται δικόγραφα ανακοπής που περιέχουν ένωση του αιτήματος, τόσο της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ (ακύρωση διαταγής πληρωμής), όσο και εκείνου της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ (αίτημα ακύρωσης της επιταγής προς πληρωμή και σπανιότερα ακύρωσης της κατάσχεσης), τουτέστιν σώρευση των δύο ανακοπών με την έννοια του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα σώρευσης των δύο ανακοπών στο ίδιο δικόγραφο συνήθως αποκρούεται, γιατί λείπει η προϋπόθεση, είτε της καθ' ύλην, ή της κατά τόπον αρμοδιότητας, που απαιτεί ο νόμος (άρθρο 218 ΚΠολΔ), είτε της ταυτότητας της διαδικασίας (άρθρο 218 ΚΠολΔ), είτε γιατί και όταν εφαρμοστέα είναι η ίδια διαδικασία δημιουργείται, εν όψει των παρεκκλίσεων των άρθρων 933 παρ. 4 και 937 ΚΠολΔ, που ισχύουν κατά την ανακοπή κατά της εκτέλεσης, κίνδυνος σύγχυσης από την σύγχρονη εκδίκασή τους, οπότε και διατάσσεται και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός και η ανακοπή που ασκήθηκε αναρμόδια παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο, ή στην προσήκουσα διαδικασία (ΕφΠειρ 371/ΜονΠρΘεσ 176/2016).

Η διαταγή πληρωμής, παρ ότι δεν είναι δικαστική απόφαση, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 631 και 904 παρ. 2 στ. ε ΚΠολΔ, τίτλο εκτελεστό αμέσως από την έκδοσή της, ακόμη και πριν από την επίδοσή της στον οφειλέτη. Η εκτελεστότητά της τελεί υπό την διαλυτική αίρεση της μη επίδοσής της στον καθ ου αυτή στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την έκδοσή της, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 630Α ΚΠολΔ.

Η εκτελεστότητά της δεν επηρεάζεται από την άσκηση ανακοπής κατά αυτής, σύμφωνα με άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, ούτε εξαρτάται από την πάροδο των προθεσμιών για την άσκηση ανακοπής των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή από την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής που ασκήθηκε κατ` αυτής. Μπορεί, δηλαδή, να εκτελεσθεί η διαταγή πληρωμής και πριν να αποκτήσει αυτή δύναμη δεδικασμένου και μόνο αν ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορεί να ζητηθεί η αναστολή της εκτελεστότητάς της από το δικαστήριο που την εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ ( ΑΠ 448/2006, ΜονΠρΘεσ/3420/2013).