Κατά την διάταξη του άρθρου 455 ΑΚ, εκχώρηση είναι η σύμβαση με την οποία ο δανειστής (εκχωρητής) μεταβιβάζει την απαίτησή του σε τρίτον (εκδοχέα) χωρίς να απαιτείται συναίνεση του οφειλέτη.

Προϋποθέσεις για την συντέλεση της εκχώρησης είναι

α) η ύπαρξη απαίτησης, η οποία μπορεί να είναι και μελλοντική.

β) σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα.

γ) η απαίτηση να μπορεί να εκχωρηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο.

δ) η αναγγελία προς τον οφειλέτη, πριν τη συντέλεση της οποίας ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαιώματα έναντι του οφειλέτη και των τρίτων.

Η σύμβαση πρέπει να είναι ορισμένη, ή τουλάχιστον οριστή, ως προς την απαίτηση που αφορά, ώστε, ανάλογα με τις περιστάσεις, να μπορεί, να διαπιστώνεται τι μεταβιβάζεται στον εκδοχέα και τι παραμένει στον εκχωρητή.

Δεν είναι απαραίτητο να κατονομάζεται ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αρκεί, βάσει των περιστάσεων, να μπορεί και εκ των υστέρων να διαπιστωθεί το πρόσωπό του.

Γίνεται δεκτό ότι μεταβιβάζονται εκείνες μόνο οι εξουσίες, για την μεταβίβαση των οποίων δεν γεννιέται καμία αμφιβολία (ΑΠ 311/2011

Αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί και η εκχώρηση έχει αναγγελθεί στον οφειλέτη, από της αναγγελίας νομιμοποιείται πλέον ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση, δικαιούμενος αποκλειστικά πλέον αυτός, να την εισπράξει (ΑΠ 114/2008, ΕφΑθ 7450/2013, ΑΠ 1991/2007).

H απαίτηση μεταβιβάζεται στον εκδοχέα, παραμένοντας όμως η ίδια, δηλαδή, τόσο τα προνόμια με τα οποία η απαίτηση ήταν τυχόν εξοπλισμένη παραμένουν και μετά την μεταβίβαση αλώβητα (ΑΚ 458), όσο και τα μειονεκτήματα, με τα οποία ήταν ενδεχομένως βεβαρημένη, διατηρούνται ακέραια (ΑΚ 463).

Σύμφωνα με το άρθρο 904 ΚΠολΔ εκτελεστός τίτλος είναι και η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, που κηρύχθηκε εκτελεστή. Η αλλοδαπή απόφαση δεν αναπτύσσει εκτελεστότητα στην Ελλάδα, αν προηγουμένως δεν λάβει το χρίσμα της εκτελεστότητας από τα ελληνικά δικαστήρια.

Αρμόδιο δικαστήριο, κατ άρθρο 905 ΚΠολΔ, είναι το μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία του οφειλέτη. Αν δεν έχει κατοικία η διαμονή του οφειλέτη. Αν δεν έχει ούτε διαμονή το μονομελές  πρωτοδικείο της πρωτεύουσας της χώρας. Το δικαστήριο δικάζει με την διαδικασία των άρθρων 740 έως 781 ΚΠολΔ. Κατά την κήρυξη αλλοδαπής απόφασης εκτελεστής δεν απαιτείται η αναγραφή στην πρώτη σελίδα της απόφασης της ένδειξης «ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ» (ΕφΘεσ 20/2012).

Οι διαφορές που ανακύπτουν από την εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης επιλύονται από το ελληνικό δικονομικό δίκαιο και με μέσα που αναγνωρίζονται από το ελληνικό δίκαιο. Με την ελληνική απόφαση, με την οποία κηρύσσεται εκτελεστή η αλλοδαπή απόφαση, επεκτείνεται απλώς εντός της ελληνικής επικράτειας η εκτελεστότητα και επομένως, τίτλος εκτελεστός εξακολουθεί να παραμένει η αλλοδαπή απόφαση, επί της οποίας, θα τεθεί ο κατά το άρθρο 918 ΚΠολΔ εκτελεστήριος τύπος και με βάση την οποία θα εκδοθεί απόγραφο και θα κοινοποιηθεί επιταγή (ΕφΛαρ 605/2005, ΕφΘεσ 20/2012).

Πρωταρχική προϋπόθεση για την κήρυξη της εκτελεστότητας στην Ελλάδα αλλοδαπής απόφασης είναι ότι αυτή πρέπει να είναι εκτελεστή κατά το δίκαιο του τόπου έκδοσής της και δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ή προς τη δημόσια τάξη. Η εκτελεστότητα στο κράτος προέλευσης πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή στην Ελλάδα Μετά την κήρυξη της εκτελεστότητας εξακολουθεί να παραμένει αλλοδαπός τίτλος (ΕφΠειρ 606/1997, ΜονΠρΒόλου 81/2011).

Με την απόφαση του ελληνικού δικαστηρίου δεν κρίνεται η ουσιαστική αξίωση, ούτε αναγνωρίζεται απλώς η συνδρομή των προϋποθέσεων της εκτελεστότητας, αλλά απονέμεται η ενέργεια της εκτελεστότητας στην αλλοδαπή απόφαση. Αποτελεί διαπλαστική απόφαση.  Ως εκ τούτου δεν χάνει άνευ ετέρου την εκτελεστότητά της η αλλοδαπή απόφαση που κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, όταν εξαφανίστηκε στη χώρα έκδοσης της. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητηθεί η ανάκληση της απόφασης του ελληνικού δικαστηρίου που κήρυξε την εκτελεστότητα (άρθρο 758 ΚΠολΔ) ή και να ασκηθεί αναγνωριστική αγωγή με αίτημα να βεβαιωθεί ότι έπαυσε η εκτελεστότητα της αλλοδαπής απόφασης. Αν έχει αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση, το γεγονός αυτό μπορεί να προβληθεί ως λόγος ανακοπής κατά της εκτέλεσης.

Α. Υποχρεωτική κήρυξη

Κατ άρθρο 910 ΚΠολΔ το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να κηρύξει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή 

α) σε απόδοση μισθίου. 

β) σε καθυστέρηση μισθωμάτων. 

γ) σε απαίτηση από συναλλαγματική, γραμμάτιο σε διαταγή, ή τραπεζική επιταγή. 

δ) σε απαίτηση διατροφής από οποιαδήποτε αιτία

ε) σε απαίτηση από καθυστερούμενους μισθούς.

Στις περιπτώσεις, δ) και ε) μόνο για το χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής και για τρεις μήνες πριν από αυτήν. 

Β. Δυνητική κήρυξη

Κατ άρθρο 908 ΚΠολΔ το δικαστήριο δύναται να κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση, ολικά ή εν μέρει, σε κάθε περίπτωση που κρίνει πως συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για αυτό, ή ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στο διάδικο που νίκησε. Ιδίως  

α) αν η απόφαση στηρίχθηκε σε αναγνώριση της απαίτησης, ή σε δικαστική ομολογία, ή σε δημόσιο ή αναγνωρισμένο ιδιωτικό έγγραφο,.

β) αν πρόκειται για διατροφή από οποιαδήποτε αιτία. 

γ) αν πρόκειται για απαιτήσεις από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. 

δ) αν πρόκειται για αποζημίωση από άδικη πράξη (άρθρο 914 επ. ΑΚ). 

ε) σε εργατικές διαφορές (άρθρο 614 παρ. 3 ΚΠολΔ).

σε προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεων (άρθρο 728 ΚΠολΔ).

στ) σε εμπορικές διαφορές. 

ζ) σε διαφορές σχετικές με τη νομή. 

η) σε απαιτήσεις από ανώνυμους τίτλους. 

Γ. Δυνητική μη κήρυξη

Το δικαστήριο μπορεί να μην κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση, αν πιθανολογείται ότι η εκτέλεση θα βλάψει ανεπανόρθωτα τον διάδικο που νικήθηκε.

Δ. Απαγόρευση κήρυξης

Κατ άρθρο 909 ΚΠολΔ απαγορεύεται το δικαστήριο να κηρύξει προσωρινά εκτελεστή απόφαση 

α) κατά του δημοσίου, των δήμων και των κοινοτήτων. 

β) κατά οποιουδήποτε διαδίκου για τα δικαστικά έξοδα. 

γ) όταν κατά το ουσιαστικό δίκαιο για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της απόφασης απαιτείται η απόφαση να γίνει τελεσίδικη, ή αμετάκλητη. 

δ) στις διαφορές  από τις σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρο 592 αρ. 2 ΚΠολΔ). 

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του και ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (Ολ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 1342/2014).

Κατά το άρθρο 656 ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας, ή από την παροχή της αλλού.

Κατά συνέπεια το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 80/2009).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση, ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η από αυτόν δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα, ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, εν όψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των διαγραφομένων ορίων από την παραπάνω διάταξη.

Η αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες, ή δυσβάστακτες, για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσας της επέλευσης δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 1068/2012).

Κατά την διάταξη του άρθρου 1047 ΚΠολΔ για απαιτήσεις από αδικοπραξία το δικαστήριο μπορεί να διατάξει προσωπική κράτηση, ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης, που θα εκδοθεί.

Προσωπική κράτηση δεν απαγγέλλεται για απαίτηση κατώτερη των 30.000 ευρώ, ή για αναγνωριστική διάταξη.

Προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται 

α) κατά των ανηλίκων, που τελούν υπό γονική μέριμνα, ή υπό επιτροπεία.

β) κατά των προσώπων, που έχουν τεθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης. 

γ) κατά βουλευτών, όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος και τέσσερις εβδομάδες μετά τη λήξη της, 

δ) κατά προσώπων, που συμπλήρωσαν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους.

ε) κατά κληρικών κάθε βαθμού κάθε γνωστής θρησκείας. 

Για την απαγγελία της προσωπικής κράτησης το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν

α) το ύψος της απαίτησης.

β) την βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της.

γ) το πταίσμα του εναγομένου.

δ) τυχόν συνυπαιτιότητα του ενάγοντος.

ε) την φερεγγυότητα του εναγομένου.

στ) τυχόν απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων.

ζ) τις ιδιαίτερες συνθήκες και τις συντρέχουσες περιστάσεις και γενικά την όλη συμπεριφορά του εναγομένου.

η) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.

Εκτέλεση της διάταξης για προσωπική κράτηση

α) Η διάταξη για προσωπική κράτηση εκτελείται μόνο αφ ότου η δικαστική απόφαση που την διατάζει γίνει τελεσίδικη και αφού προηγουμένως επιδοθεί σε αυτόν που καταδικάστηκε.

β) Η απόφαση δεν εκτελείται αν εκείνος που καταδικάστηκε βρίσκεται κατά το χρόνο της εκτέλεσης σε αδυναμία να εκπληρώσει την χρηματική οφειλή του. 

γ) Όταν πρόκειται για εκπρόσωπο νομικού προσώπου, η προσωπική κράτηση δεν εκτελείται πριν περάσουν (3) ημέρες αφ ότου η απόφαση του επιδόθηκε.

Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις.

Αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν προτάσεις είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Αν ο εισηγητής κρίνει ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη, ή ότι όλοι οι λόγοι της, αρχικοί και πρόσθετοι, είναι απαράδεκτοι, ή προδήλως αβάσιμοι, εισηγείται προφορικώς σε τριμελές συμβούλιο, απαρτιζόμενο από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ή το νόμιμο αναπληρωτή του και από δύο Αρεοπαγίτες, χωρίς κλήτευση των διαδίκων, την απόρριψη της αναίρεσης.

Αν το συμβούλιο αποδεχθεί ομόφωνα την πρόταση του εισηγητή, εκδίδει διάταξη με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης.

Με την ίδια διάταξη επιδικάζεται στον αναιρεσίβλητο δικαστική δαπάνη, αν αυτός είχε καταθέσει προτάσεις, ενώ η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του υπολογίζεται στο μισό του ελάχιστου ορίου και ορίζεται παράβολο (300) έως (900) ευρώ. Επί εργατικών υποθέσεων το παράβολο μπορεί να μειωθεί έως το ποσό των (200) ευρώ.

Με επιμέλεια του γραμματέα σημειώνεται ο αριθμός της διάταξης του συμβουλίου στο πινάκιο και στο φάκελο της υπόθεσης και επιδίδεται κυρωμένο αντίγραφο της στον αναιρεσείοντα ή στο δικηγόρο που υπογράφει την αναίρεση, ή τους πρόσθετους λόγους, μέσα σε (30) ημέρες από την έκδοση της.

Αν εκδοθεί διάταξη με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης, μπορεί ο αναιρεσείων να ζητήσει με αίτηση του να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία (60) ημερών από την επίδοση της διάταξης και κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, η οποία συντάσσει σχετική έκθεση στο βιβλίο της παραγράφου

Στην αίτηση επισυνάπτεται με ποινή απαραδέκτου διπλότυπο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, από το οποίο προκύπτει η κατάθεση του παραβόλου που έχει ορισθεί με τη διάταξη. Ο αριθμός και η χρονολογία της έκθεσης σημειώνονται στο πρωτότυπο της αίτησης από τον συντάσσοντα την έκθεση, ο οποίος υπογράφει τη σχετική σημείωση. Η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Αν το δικαστήριο κρίνει παραδεκτή την αίτηση, ακυρώνει την διάταξη του συμβουλίου και δικάζει την αναίρεση.

Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ως απαράδεκτη, ή κρίνει μεν παραδεκτή την αίτηση, απορρίψει όμως στο σύνολο της την αναίρεση, διατάσσει συγχρόνως την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο ως δημόσιο έσοδο. Αλλιώς το παράβολο επιστρέφεται στον καταθέσαντα.

Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ή η υποβληθείσα αίτηση απορριφθεί ως απαράδεκτη, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

Αν ο εισηγητής δεν εισηγηθεί την απόρριψη της αναίρεσης, ή δεν εκδοθεί απορριπτική διάταξη του συμβουλίου, ή αν ο αναιρεσείων υποβάλει αίτηση να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο, η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Στην πράξη, όλες οι υποθέσεις εισάγονται προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, χωρίς εισήγηση. Προτάσεις κατατίθενται το αργότερο μέχρι το κλείσιμο του φακέλου (εντός τριών εργασίμων ημερών από την συζήτηση), εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων προ είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.  Πληρεξούσιο προσκομίζεται το αργότερο μέχρι το κλείσιμο του φακέλου, αλλά με ημερομηνία την ημερομηνία της δικασίμου.    

Μετά την εκφώνηση της υπόθεσης αρχίζει η συζήτηση στο ακροατήριο και αγορεύουν, εφ όσον το ζητήσουν, οι πληρεξούσιοι των διαδίκων. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όταν παρίσταται, αγορεύει τελευταίος, εκτός αν είναι διάδικος, ή εκπροσωπεί αναιρεσείοντα εισαγγελέα. Στην πράξη οι αγορεύσεις γίνονται, αφού προηγουμένως εκφωνηθούν όλες οι υποθέσεις.

Οι διατάξεις των άρθρων 568 έως 571 εφαρμόζονται και όταν την συζήτηση επισπεύδει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ή ο εισαγγελέας εφετών, ή ο εισαγγελέας πρωτοδικών.

H συζήτηση δεν είναι απαράδεκτη σε αναίρεση που έχει ασκήσει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αν δεν κληθούν οι διάδικοι, εκτός μόνο από τις περιπτώσεις εκείνες που η αναίρεση παράγει αποτελέσματα και γι' αυτούς.

Στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ.2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334.

Τους εισαγγελείς, όταν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου, εκπροσωπεί ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.

Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας.Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις.

Αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν προτάσεις είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Αν ο εισηγητής κρίνει ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη, ή ότι όλοι οι λόγοι της, αρχικοί και πρόσθετοι, είναι απαράδεκτοι, ή προδήλως αβάσιμοι, εισηγείται προφορικώς σε τριμελές συμβούλιο, απαρτιζόμενο από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ή το νόμιμο αναπληρωτή του και από δύο Αρεοπαγίτες, χωρίς κλήτευση των διαδίκων, την απόρριψη της αναίρεσης.

Αν το συμβούλιο αποδεχθεί ομόφωνα την πρόταση του εισηγητή, εκδίδει διάταξη με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης.

Με την ίδια διάταξη επιδικάζεται στον αναιρεσίβλητο δικαστική δαπάνη, αν αυτός είχε καταθέσει προτάσεις, ενώ η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του υπολογίζεται στο μισό του ελάχιστου ορίου και ορίζεται παράβολο (300) έως (900) ευρώ. Επί εργατικών υποθέσεων το παράβολο μπορεί να μειωθεί έως το ποσό των (200) ευρώ.

Με επιμέλεια του γραμματέα σημειώνεται ο αριθμός της διάταξης του συμβουλίου στο πινάκιο και στο φάκελο της υπόθεσης και επιδίδεται κυρωμένο αντίγραφο της στον αναιρεσείοντα ή στο δικηγόρο που υπογράφει την αναίρεση, ή τους πρόσθετους λόγους, μέσα σε (30) ημέρες από την έκδοση της.

Αν εκδοθεί διάταξη με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης, μπορεί ο αναιρεσείων να ζητήσει με αίτηση του να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία (60) ημερών από την επίδοση της διάταξης και κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, η οποία συντάσσει σχετική έκθεση στο βιβλίο της παραγράφου

Στην αίτηση επισυνάπτεται με ποινή απαραδέκτου διπλότυπο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, από το οποίο προκύπτει η κατάθεση του παραβόλου που έχει ορισθεί με τη διάταξη. Ο αριθμός και η χρονολογία της έκθεσης σημειώνονται στο πρωτότυπο της αίτησης από τον συντάσσοντα την έκθεση, ο οποίος υπογράφει τη σχετική σημείωση. Η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Αν το δικαστήριο κρίνει παραδεκτή την αίτηση, ακυρώνει την διάταξη του συμβουλίου και δικάζει την αναίρεση.

Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ως απαράδεκτη, ή κρίνει μεν παραδεκτή την αίτηση, απορρίψει όμως στο σύνολο της την αναίρεση, διατάσσει συγχρόνως την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο ως δημόσιο έσοδο. Αλλιώς το παράβολο επιστρέφεται στον καταθέσαντα.

Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ή η υποβληθείσα αίτηση απορριφθεί ως απαράδεκτη, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

Αν ο εισηγητής δεν εισηγηθεί την απόρριψη της αναίρεσης, ή δεν εκδοθεί απορριπτική διάταξη του συμβουλίου, ή αν ο αναιρεσείων υποβάλει αίτηση να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο, η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Στην πράξη, όλες οι υποθέσεις εισάγονται προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, χωρίς εισήγηση. Προτάσεις κατατίθενται το αργότερο μέχρι το κλείσιμο του φακέλου (εντός τριών εργασίμων ημερών από την συζήτηση), εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων προ είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.  Πληρεξούσιο προσκομίζεται το αργότερο μέχρι το κλείσιμο του φακέλου, αλλά με ημερομηνία την ημερομηνία της δικασίμου.    

Μετά την εκφώνηση της υπόθεσης αρχίζει η συζήτηση στο ακροατήριο και αγορεύουν, εφ όσον το ζητήσουν, οι πληρεξούσιοι των διαδίκων. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όταν παρίσταται, αγορεύει τελευταίος, εκτός αν είναι διάδικος, ή εκπροσωπεί αναιρεσείοντα εισαγγελέα. Στην πράξη οι αγορεύσεις γίνονται, αφού προηγουμένως εκφωνηθούν όλες οι υποθέσεις.

Οι διατάξεις των άρθρων 568 έως 571 εφαρμόζονται και όταν την συζήτηση επισπεύδει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ή ο εισαγγελέας εφετών, ή ο εισαγγελέας πρωτοδικών.

H συζήτηση δεν είναι απαράδεκτη σε αναίρεση που έχει ασκήσει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αν δεν κληθούν οι διάδικοι, εκτός μόνο από τις περιπτώσεις εκείνες που η αναίρεση παράγει αποτελέσματα και γι' αυτούς.

Στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ.2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334.

Τους εισαγγελείς, όταν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου, εκπροσωπεί ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.

Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας.

Η προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης ασκείται μόνο με χωριστό δικόγραφο.

Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της είναι (60) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής. Η  προθεσμία παρατείνεται κατά (30) ημέρες αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ. 

Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της  είναι τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από την συζήτηση της κύριας υπόθεσης (άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τον ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών,  ως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον ν. 3587/2007, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος οφείλεται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του ν. 2251/1994.

Επί αγωγής καταναλωτή κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, εν όψει του ότι αυτός είναι ξένος προς την διαδικασία παραγωγής του ελαττωματικού προϊόντος και για τον λόγο αυτόν δεν είναι σε θέση να αποδείξει αιτία του ελαττώματος, που εμπίπτει στη σφαίρα ευθύνης του παραγωγού, ο καταναλωτής, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ, βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της παραβίασης της συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού, δηλαδή της αντικειμενικής βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος κατά τον χρόνο της κατά τον προορισμό αυτού χρήσης του, της ζημίας που επήλθε, και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της χρήσης αυτής και της ζημίας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και απόδειξη και πταίσματος αυτού.

Στον παραγωγό εναπόκειται να επικαλεστεί και να αποδείξει, προς απαλλαγή του, ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα ως προς την παραβίαση της συναλλακτικής του υποχρέωσής, από την οποία προήλθε η ηθική βλάβη και συγκεκριμένα ότι η κατά τον παραπάνω χρόνο ελαττωματικότητα του προϊόντος δεν οφείλεται σε πλημμελή κατασκευή ή συντήρησή του μέχρι την έξοδό του από την επιχείρηση αυτού, ή ότι η τυχόν πλημμέλεια κατασκευής, ή συντήρησής του, δεν οφείλεται σε πταίσμα δικό του ή των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται σε όλα τα στάδια της κατασκευής.

Επομένως, η υπαιτιότητα του παραγωγού δεν αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2251/1994, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ,  στοιχείο της νομικής βάσης της εν λόγω αγωγής (ΑΠ 1343/2012, ΑΠ 1375/2010, Εφ Αθ. 2216/2011, ΕφΛαρ 277/2013).

Από την διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προκύπτει ότι πρωτοβάθμιο τακτικό δικαστήριο που δεν είναι κατά τόπον αρμόδιο μπορεί με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων, να γίνει αρμόδιο, εκτός αν πρόκειται για διαφορές που δεν έχουν περιουσιακό αντικείμενο, ενώ από την διάταξη του άρθρου 43 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμφωνία των διαδίκων με την οποία τακτικό δικαστήριο γίνεται αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές είναι έγκυρη μόνο αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση, από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές. Επιπλέον από την διάταξη του άρθρου 44 ΚΠολΔ προκύπτει ότι συμφωνίες κατά τα άρθρα 42 και 43 του ΚΠολΔ δημιουργούν αποκλειστική αρμοδιότητα, εκτός αν από την ίδια την σύμβαση προκύπτει το αντίθετο.

Από την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι η συμφωνία, με την  οποία τακτικό δικαστήριο γίνεται αποκλειστικά αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές, είναι έγκυρη μόνο αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση από τη οποία θα προέλθουν οι διαφορές. Το δικαίωμα κάθε διαδίκου να επικαλεσθεί την ανωτέρω συμφωνία και να προτείνει την έλλειψη τοπικής αρμοδιότητας του δικάζοντος δικαστηρίου, δεν υπόκειται κατά την άσκησή του στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, στον οποίο εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα του ουσιαστικού (ΕφΠειρ 364/1998, ΕφΑθ 1139/2000, ΕφΑθ 2523/2005, ΜονΠρΠειρ  796/2017) (ΜονΠρΠειρ 196/2019).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 6 ΚΠολΔ, "Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται".

Κατά την έννοια της διάταξης το δικαστήριο έχει την ευχέρεια, είτε να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει με την προσήκουσα διαδικασία, με γνώμονα την αρχή της οικονομίας της δίκης, εφ όσον βεβαίως έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις της προσήκου­σας διαδικασίας, τις οποίες δύναται το δικαστήριο να ελέγξει και αυτεπαγγέλτως, είτε, εάν δεν έχουν τηρηθεί οι ως άνω προϋποθέσεις, να την παραπέμψει προς εκδί­καση στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα δικάσει κατά την προσήκουσα διαδικασία. Το δικαστή­ριο για την παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο ερευνά το περιεχόμενο της προδικασίας και της δια­δικασίας στο ακροατήριο,  για να κρίνει αν η διαδικασία με την οποία έχει εισαχθεί η υπόθεση καλύπτει τις προϋποθέσεις της διαδικασίας που πρέπει να εφαρμοστεί. Οι νέες ρυθμίσεις του ΚΠολΔ με τον ν. 4335/2015 διαφοροποιούν την τακτική διαδικα­σία με αυτή των ειδικών διαδικασιών, καθώς εισάγεται διαφορετικός τρόπος άσκησης της αγωγής και επομένως δημιουργούνται αρκετά ερμηνευτικά προβλήματα.  

Α. Εισαγωγή υπόθεσης με τις ειδικές διαδικασίες, ενώ υπάγεται σε άλλη ειδική διαδικασία

Αν η υπόθεση εισήχθη με τις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών, ενώ υπάγεται σε άλλη ειδική διαδικασία, το δικαστήριο, είτε θα εφαρμόσει απ ευθείας την προσήκουσα διαδικασία, είτε, αν δεν έχει τηρηθεί η αναγκαία προδικασία, θα αναβάλει την έκδοση απόφα­σης, ώστε να τηρηθεί αυτή, παραπέμποντας σε άλλη συνεδρίαση ενώπιόν του, εφ όσον είναι αρμόδιο (ΕφΠειρ 126/2014).

Β. Εισαγωγή υπόθεσης με την τακτική διαδικασία, ενώ υπάγεται στις ειδικές διαδικασίες 

Αν η υπόθεση εισήχθη κατά την τακτική διαδικασία, ενώ υπαγόταν σε κάποια από τις ειδικές διαδικασίες, το δικαστήριο θα εκδώσει μη οριστική απόφαση, κατά τα άρθρα 237 παρ. 6 και 46 ΚΠολΔ, αναβάλλοντας την έκδοση απόφασης και θα παραπέμψει την υπόθεση προς συζήτηση κατά την προσήκουσα διαδικασία, όπου και θα εισαχθεί με κλήση. Στη νέα συζήτηση οι προτάσεις θα κατατεθούν επί της έδρας, ενώ τα δικόγραφα, που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας δεν θα ληφθούν υπ όψιν, γιατί υποβλήθηκαν σε άλλη συζήτηση. Γίνεται δεκτό ότι οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που λήφθηκαν στο στάδιο της τακτικής διαδικασίας μπορούν να ληφθούν υπ όψιν, δεδομένου ότι λήφθηκαν στο πλαίσιο της ίδιας δίκης.

Γ. Εισαγωγή υπόθεσης με τις ειδικές διαδικασίες, ενώ υπάγεται στην τακτική διαδικασία

Η πρακτική λύση που θα υπηρετούσε, με την αλλαγή της δικονομίας, την οικονομία της δίκης είναι η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, ώστε ο ενάγων να εισάγει την αγωγή με την τακτική διαδικασία, ή, ο ενάγων να προβεί σε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και σε κατάθεση νέας αγωγής με την τακτική διαδικασία.

Υπάρχει η άποψη, ότι μπορεί να υπάρξει επαναφορά της υπόθεσης με κλήση που θα εισαχθεί κατά τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας με υπολογισμό των προθεσμιών των άρθρων 215 και 237 ΚΠολΔ από την κατάθεση της κλήσης (ΠολΠρΘεσ 12935/2017, ΠολΠρΤρικ 57/2017), ενώ έχει υποστηριχθεί και η άποψη για τον υπολογισμό των προθεσμιών των άρθρων 215 και 237 ΚΠολΔ από το χρονικό σημείο έκδοσης της απόφασης που διαπιστώνει το εσφαλμένο της διαδικασίας και διατάσσει την παραπομπή.

Δ. Εισαγωγή υπόθεσης με την εκουσία δικαιοδοσία, ενώ υπάγεται στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία

Υπόθεση που εισάγεται με την εκουσία δικαιοδοσία επί υποθέσεως μη υπαγόμενης σε αυτήν, εφ όσον συντρέχουν οι όροι εκδικάσεώς της κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, όπως αν κλητευθεί ο αντίδικος εξ αρχής, ή κατ’ άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, δικάζεται αμέσως κατά την εκάστοτε προσήκουσα διαδικασία (ΕφΑθ 3537/1992, ΕφΑθ 16108/1988). Η δικονομική αυτή δυνατότητα τελεί υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι με το δικόγραφο ζητείται η παροχή εκείνης της μορφής ένδικης προστασίας που μπορεί να παρασχεθεί από το δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα έπρεπε κανονικά να εισαχθεί η υπόθεση, καθώς και ότι το δικαστήριο όπου εισήχθη είναι καθ’ ύλην αρμόδιο. Αν δεν συντρέχουν οι όροι αυτοί, η αίτηση παραπέμπεται προς εκδίκαση σε άλλη συζήτηση κατά την προσήκουσα διαδικασία (ΕφΑθ 16108/1988), ή στο αρμόδιο δικαστήριο κατ’ άρθρο 46 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 3063/1980) ενώ δεν αποκλείεται και η εφαρμογή του άρθρου 47 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 929/1987).

Ε. Εισαγωγή υπόθεσης με την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, ενώ υπάγεται στην εκουσία δικαιοδοσία

Αν η υπόθεση της εκουσίας δικαιοδοσίας εισαχθεί εσφαλμένως κατά τις διατάξεις της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς να υπάρχει περιθώριο παραπομπής κατ’ άρθρο 46 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 5722/2011 ΕφΑθ 1199/2008).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 527  ΚΠολΔ, ως ισχύει, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη.

Β. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις, που οι πραγματικοί ισχυρισμοί

α) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής, ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου.

β) γεννήθηκαν μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση της τακτικής διαδικασίας μετά την παρέλευση των προθεσμιών για την κατάθεση των προτάσεων, που τάσσονται στα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ.

γ) λαμβάνονται υπ όψιν αυτεπαγγέλτως, ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης.

δ) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία. Αυυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος.

ε) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα.

στ) αποδεικνύονται εγγράφως, ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Γ. Το απαράδεκτο της προβολής των πραγματικών ισχυρισμών λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως

Δ. Ο διάδικος, που, ως εκκαλών, προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την συνδρομή των προϋποθέσεων, που επιτρέπουν την όψιμη προβολή τους (ΑΠ  817/2014).

Ε. Εν όψει και της διάταξης του άρθρου 520 ΚΠολΔ, η από τον εκκαλούντα παραδεκτή προβολή στην κατ έφεση δίκη νέων πραγματικών ισχυρισμών, που συνιστούν ένσταση, ή αντένσταση, πρέπει να γίνεται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων έφεσης και όχι με τις προτάσεις, οσάκις οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης  ασκούνται παραδεκτώς με ιδιαίτερο δικόγραφο (ΑΠ 698/1990, ΑΠ 574/2015).

Α. Σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο, δεν προβλέπεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως είναι γνωστή το ελληνικό δίκαιο, αλλά αποζημίωση υπό μορφή κυρώσεων που είναι 

α) Επιβαρυντικές, ή Επιδεινωτικές, που παρέχονται ως προσθήκη στην κοινή αξίωση αποκατάστασης σε αγωγές από αδικοπραξία για επίθεση, δυσφήμιση, άδικη φυλάκιση, δόλια άσκηση ποινικής δίωξης 

(β) Παραδειγματικές, που επιδικάζονται μόνο, α) με ρητή νομοθετική εξουσιοδότηση, β) για αυθαίρετες υπερβάσεις αρμοδιότητας από κρατικούς υπαλλήλους και γ) όταν η αδικοπρακτική συμπεριφορά, διεπόταν από τον υπολογισμό ότι το κέρδος, που θα ανέκυπτε, υπερβαίνει την αναμενόμενη υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας.

Β. Δεν προβλέπεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης, όταν αυτή δεν προσλαμβάνει τον χαρακτήρα αδικοπρακτικής συμπεριφοράς με την προσβολή κάποιου ιδιωτικού δικαιώματος.

Γ. Προβλέπεται η αποκατάσταση μη περιουσιακής ζημίας για τις σωματικές βλάβες και διακρίνεται σε

α) Damages for pain and suffering. Παρέχει αποζημίωση για οδύνη και πρόκληση δεινών.

β) Loss of amenities of life. Παρέχει αποζημίωση για στέρηση απόλαυσης της ζωής  

(γ) Loss of normal expectation of life. Παρέχει αποζημίωση για απώλεια φυσιολογικής προσδοκίας διάρκειας ζωής.

Σύμφωνα με το άρθρο 739 ΚΠολΔ, μετά τις  ρυθμίσεις του ν. 4335/2015, «Όλες οι υποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 782 έως 866 υπάγονται στην ειδική διαδικασία των άρθρων 741 έως 781, καθώς και κάθε άλλη υπόθεση που υπάγεται με διάταξη νόμου στη διαδικασία αυτή», κατά δε το άρθρο 740 παρ. 1 «Στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου υπάγονται οι υποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 739, η θέση προσώπου σε ακούσια νοσηλεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η ανακοπή των άρθρων 787 του παρόντος και 82 ΑΚ. Εξαιρούνται οι υποθέσεις που αφορούν την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα των Πολυμελών Πρωτοδικείων και εκείνες που από το νόμο υπάγονται στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων».

Επομένως η καθ ύλην αρμοδιότητα στην Εκουσία Δικαιοδοσία, με τον ισχύοντα  ΚΠολΔ, με απαγόρευση παρέκτασης αρμοδιότητας (άρθρο 740 παρ.2 ΚΠολΔ) έχει ως εξής  

Α. Στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου υπάγονται οι υποθέσεις

1. ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΓΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗ ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

2. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ / ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ / ΔΙΑΛΥΣΗ / ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ

3. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΩΝ / ΣΥΓΚΛΗΣΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ

4. ΑΔΕΙΑ ΕΚΠΟΙΗΣΗΣ / ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΕΝΕΧΥΡΟΥ

5. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΜΕΣΕΓΓΥΟΥΧΟΥ

6. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΝΑ

7. ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΠΡΑΞΕΩΝ ΣΕ ΑΝΗΛΙΚΟ, ΑΣΚΩΝΤΑ ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ, ΕΠΙΤΡΟΠΟ, ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΤΗ, ΕΝΗΛΙΚΟ ΥΠΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΟ ΑΠΟ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΣΧΟΛΑΖΟΥΣΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

8. ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ / ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

9. ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

10. ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

11. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ / ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ / ΠΑΥΣΗ ΣΧΟΛΑΖΟΥΣΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ / ΕΙΔΙΚΟΥ ΚΗΔΕΜΟΝΑ

12. ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ / ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ / ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ / ΠΑΥΣΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ / ΣΥΝΤΑΞΗ ΑΠΟΓΡΑΦΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

13. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

14. ΔΗΛΩΣΗ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΒΕΒΑΡΥΜΕΝΟΥ ΜΕ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ / ΚΛΗΡΟΔΟΧΟΥ / ΤΡΙΤΟΥ

15. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ / ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ

16. ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ

17. ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟ

18. ΣΦΡΑΓΙΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ / ΑΠΟΣΦΡΑΓΙΣΗ / ΕΠΑΝΑΣΦΡΑΓΙΣΗ

19. ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΩΝ ΣΕ ΦΘΟΡΑ / ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΛΕΙΔΙΩΝ

20. ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ / ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ

21. ΚΗΡΥΞΗ ΑΞΙΟΓΡΑΦΟΥ ΩΣ ΑΝΙΣΧΥΡΟΥ

22. ΒΕΒΑΙΩΤΙΚΟΣ ΟΡΚΟΣ

Β. Στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου,  υπάγονται οι υποθέσεις

1. ΑΦΑΝΕΙΑ

2. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΩΝ / ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

3. ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ

4. ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΒΙΒΛΙΑ

5. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ

6. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

7. ΥΙΟΘΕΣΙΑ

8. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

9. ΘΕΣΗ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΕ ΑΚΟΥΣΙΑ ΝΟΣΗΛΕΙΑ 

10. ΑΝΑΚΟΠΗ ΚΑΤΑ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΟΥ ΔΕΧΕΤΑΙ ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ / ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ 

11. ΑΝΑΚΟΠΗ ΚΑΤΑ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΑΙΤΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ / ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ 

Γ. Στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου υπάγονται οι υποθέσεις

ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΩΣ ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗΣ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ 

Δ. Στην αρμοδιότητα του Εφετείου υπάγονται οι υποθέσεις

ΤΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ / ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΣΚΟΠΩΝ 

 

Ικανότητα προς δικαιοπραξία είναι η ικανότητα ενός προσώπου να συνάπτει δικαιοπραξίες, μονομερείς ή αμφοτεροβαρείς (συμβάσεις).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 129 ΑΚ περιορισμένη ικανότητα προς δικαιοπραξία  έχουν.  

α) Ο ανήλικος, που συμπλήρωσε το 10 έτος της ηλικίας του. 

β) Το πρόσωπου, που βρίσκεται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση και

γ) Το πρόσωπο, που βρίσκεται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση

δ) Ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 10 έτος της ηλικίας του, είναι ικανός για δικαιοπραξία από την οποία αποκτά απλώς και μόνο έννομο όφελος (ΑΚ 134).

ε) Ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 14 έτος της ηλικίας του, μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που κερδίζει από την προσωπική του εργασία, ή που του δόθηκε για να το χρησιμοποιήσει, ή για να το διαθέσει, ελεύθερα (ΑΚ 135)   

στ) Ο ανήλικος που συμπλήρωσε το 15 έτος της ηλικίας του, μπορεί, με την γενική συναίνεση των προσώπων που ασκούν την επιμέλειά του, να συνάψει σύμβαση εργασίας ως εργαζόμενος. Αν δεν δίνεται η συναίνεση, αποφασίζει το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ανηλίκου (ΑΚ 136).

ζ) Ο έγγαμος ανήλικος, μπορεί να επιχειρεί μόνος του κάθε δικαιοπραξία απαραίτητη για να συντηρεί, ή να βελτιώνει την περιουσία του, ή για να αντιμετωπίζει τις ανάγκες της προσωπικής του συντήρησης και εκπαίδευσης, καθώς και τις τρέχουσες ανάγκες της οικογένειάς του. Μπορεί επίσης, α) να εκμισθώνει μόνος τα ακίνητά του, αστικά ή αγροτικά, το πολύ για μία εξαετία, β) να εισπράττει μόνος του εισοδήματα από την περιουσία του, γ) να διεξάγει μόνος του κάθε δίκη σχετική με τις παραπάνω δικαιοπραξίες (ΑΚ 137).

Τα παραπάνω πρόσωπα είναι ικανά να επιχειρήσουν δικαιοπραξία μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, ή μόνο με τους όρους που τάσσει ο νόμος (ΑΚ 133).

Β. Ακυρότητα της δικαιοπραξίας, από τους παραπάνω ανικάνους

Κατά το άρθρο 130 ΑΚ, η δήλωση βούλησης και συνεπώς η δικαιοπραξία, που συνήφθη από τους παραπάνω ανικάνους προς δικαιοπραξία, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική, διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο στην εικοσαετή παραγραφή και σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

Ικανότητα προς δικαιοπραξία είναι η ικανότητα ενός προσώπου να συνάπτει δικαιοπραξίες, μονομερείς ή αμφοτεροβαρείς (συμβάσεις).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 128 ΑΚ απολύτως ανίκανοι προς δικαιοπραξία είναι 

α) Ο ανήλικος, που δεν έχει συμπληρώσει το 10 έτος της ηλικίας του και

β) το πρόσωπο, που βρίσκεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.

Οι ανίκανοι της κατηγορίας αυτής εκπροσωπούνται, οι μεν ανήλικοι από τους ασκούντες την γονική των μέριμνα, οι δε τελούντες σε δικαστική συμπαράσταση από τον δικαστικό συμπαραστάτη. 

Ειδικές διατάξεις προβλέπουν ιδιαίτερες περιπτώσεις ανικανότητας, όπως η ΑΚ 1719,  που ορίζει τα πρόσωπα που είναι ανίκανα να συντάσσουν διαθήκη, ή η ΑΚ 1351, που ρυθμίζει τα σχετικά με την ανικανότητα σύναψης γάμου.

Ακυρότητα της δικαιοπραξίας, που συνήφθη από τους παραπάνω ανικάνους   

Κατά το άρθρο 130 ΑΚ, η δήλωση βούλησης και συνεπώς η δικαιοπραξία, που συνήφθη από τους παραπάνω ανικάνους προς δικαιοπραξία, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική, διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο στην εικοσαετή παραγραφή και σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

Β. Πλήρης ανικανότητα προς δικαιοπραξία, λόγω διατάραξης της συνείδησης (ΑΚ 131).

Σύμφωνα με το άρθρο 131 ΑΚ, ανίκανο προς δικαιοπραξία είναι κάθε πρόσωπο, που κατά τον χρόνο σύναψης της δικαιοπραξίας,

α) δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή,

β) βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.

Δεν απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου (ΑΠ 1396/2001), αλλά αρκεί η θόλωση της διάνοιας του δηλούντος από κάποιο νοσηρό, ή μη, αίτιο, η οποία να επιφέρει σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησής του (ΑΠ 1360/2002) και εντεύθεν αδυναμία του να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της δήλωσης (ΑΠ 1200/2014). Έλλειψη της συνείδησης συνιστά και παροδική διατάραξη, που δεν οφείλεται σε ασθένεια (ΑΠ 1637/2008, 319/2000).

Δεν απαιτείται το νοσηρό, ή μη, αίτιο, να είναι διαγνωσμένο, αρκεί οποιοδήποτε αδιάγνωστο, γιατί ασκεί επιρροή, μόνο, το καθοριζόμενο αποτέλεσμα της στέρησης, είτε της συνείδησης των πραττομένων, είτε της χρήσης του λογικού, παροδικώς. Το δικαστήριο κρίνει για την ύπαρξη των αποτελούντων την έννοια της έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και του λογικού με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 5124/2006, ΕφΠειρ  343/2013).

Δεν απαιτείται η υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση, αρκεί η ψυχική, ή διανοητική, διαταραχή του, να περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, που θα δικαιολογούσε την υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας (ΑΠ 48/2009, 12/2005, ΑΠ 1599/2014).

Αν η δήλωση βούλησης απευθυνόταν σε άλλον, που αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει την ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφ όσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού (άρθρο 132 ΑΚ). 

Ακυρότητα δικαιοπραξίας, από τους παραπάνω ανικάνους   

Σύμφωνα με το άρθρο  131 εδ. α, η δηλωθείσα βούληση και η συναφθείσα δικαιοπραξία του ανίκανου προς δικαιοπραξία, γιατί δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή, βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Έτσι, ο επικαλούμενος δικαιοπραξία βαρύνεται με την απόδειξη της κατάρτισης αυτής, ενώ ο αντίδικος του βαρύνεται με την απόδειξη της έλλειψης της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ΕφΑθ  5094/2011).

Για την ακυρότητα της δικαιοπραξίας δεν έχει σημασία η γνώση ή η άγνοια της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον (ΑΠ 1291/2009, ΠολΠρΑθ 1490/2011) 

Αν ο δηλών δεν είναι σε κατάσταση κηρυγμένης στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, πλην όμως κατά τη στιγμή κατά την οποία έγινε η δήλωση δεν υπήρχε βούληση, είτε γιατί έλειπε σε αυτόν η συνείδηση των πραττομένων, είτε γιατί, λόγω νόσου, έλειπε το λογικό, η δήλωση βούλησης και η συναφθείσα δικαιοπραξία είναι άκυρη (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 1709/199)

(Σημ. συν: Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 131 ΑΚ, περιλαμβάνει ρύθμιση για τους κληρονόμους του προσώπου αυτού, αναφορικά με τις δικαιοπραξίες, που αυτό σύναψε εν ζωή).

Ικανότητα προς δικαιοπραξία είναι η ικανότητα ενός προσώπου να συνάπτει δικαιοπραξίες, μονομερείς ή αμφοτεροβαρείς (συμβάσεις).

Α. Πλήρης ικανότητα προς δικαιοπραξία (ΑΚ 127). 

Πλήρως ικανός προς δικαιοπραξία είναι ο ενήλικος, δηλαδή αυτός που έχει συμπληρώσει  το 18 έτος της ηλικίας του.

Ο ενήλικος έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, εφ όσον δεν συντρέχει κάποιος άλλος λόγος δικαιοπρακτικής ανικανότητας. Έτσι, πχ. δικαιοπρακτική ικανότητα δεν έχουν οι ενήλικοι, που για λόγους υγείας είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία (ΑΚ 128, και ΑΚ 131) ή είναι περιορισμένως ικανοί για δικαιοπραξία (ΑΚ 129).

Β. Πλήρης ανικανότητα προς δικαιοπραξία (ΑΚ 128). 

Απολύτως ανίκανοι προς δικαιοπραξία είναι 

α) Ο ανήλικος, που δεν έχει συμπληρώσει το 10 έτος της ηλικίας του και

β) το πρόσωπο, που βρίσκεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.

Οι ανίκανοι της κατηγορίας αυτής εκπροσωπούνται, οι μεν ανήλικοι από τους ασκούντες την γονική των μέριμνα, οι δε τελούντες σε δικαστική συμπαράσταση από τον δικαστικό συμπαραστάτη. 

Ειδικές διατάξεις προβλέπουν ιδιαίτερες περιπτώσεις ανικανότητας, όπως η ΑΚ 1719,  που ορίζει τα πρόσωπα που είναι ανίκανα να συντάσσουν διαθήκη, ή η ΑΚ 1351, που ρυθμίζει τα σχετικά με την ανικανότητα σύναψης γάμου.

Γ. Περιορισμένη ικανότητα προς δικαιοπραξία (ΑΚ 129)

Περιορισμένη ικανότητα προς δικαιοπραξία  έχουν.  

α. Ο ανήλικος, που συμπλήρωσε το 10 έτος της ηλικίας του. 

β. Το πρόσωπου, που βρίσκεται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση και

γ. Το πρόσωπο, που βρίσκεται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση

δ. Ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 10 έτος της ηλικίας του, είναι ικανός για δικαιοπραξία από την οποία αποκτά απλώς και μόνο έννομο όφελος (ΑΚ 134).

ε. Ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 14 έτος της ηλικίας του, μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που κερδίζει από την προσωπική του εργασία, ή που του δόθηκε για να το χρησιμοποιήσει, ή για να το διαθέσει, ελεύθερα (ΑΚ 135)   

στ. Ο ανήλικος που συμπλήρωσε το 15 έτος της ηλικίας του, μπορεί, με την γενική συναίνεση των προσώπων που ασκούν την επιμέλειά του, να συνάψει σύμβαση εργασίας ως εργαζόμενος. Αν δεν δίνεται η συναίνεση, αποφασίζει το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ανηλίκου (ΑΚ 136).

ζ. Ο έγγαμος ανήλικος, μπορεί να επιχειρεί μόνος του κάθε δικαιοπραξία απαραίτητη για να συντηρεί, ή να βελτιώνει την περιουσία του, ή για να αντιμετωπίζει τις ανάγκες της προσωπικής του συντήρησης και εκπαίδευσης, καθώς και τις τρέχουσες ανάγκες της οικογένειάς του. Μπορεί επίσης, α) να εκμισθώνει μόνος τα ακίνητά του, αστικά ή αγροτικά, το πολύ για μία εξαετία, β) να εισπράττει μόνος του εισοδήματα από την περιουσία του, γ) να διεξάγει μόνος του κάθε δίκη σχετική με τις παραπάνω δικαιοπραξίες (ΑΚ 137).

Τα παραπάνω πρόσωπα είναι ικανά να επιχειρήσουν δικαιοπραξία μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, ή μόνο με τους όρους που τάσσει ο νόμος (ΑΚ 133).

Δ. Πλήρης ανικανότητα προς δικαιοπραξία, λόγω διατάραξης της συνείδησης (ΑΚ 131).

Σύμφωνα με το άρθρο 131 ΑΚ, ανίκανο προς δικαιοπραξία είναι κάθε πρόσωπο, που κατά τον χρόνο σύναψης της δικαιοπραξίας, α) δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή, β) βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.

Δεν απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου (ΑΠ 1396/2001), αλλά αρκεί η θόλωση της διάνοιας του δηλούντος από κάποιο νοσηρό, ή μη, αίτιο, η οποία να επιφέρει σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησής του (ΑΠ 1360/2002) και εντεύθεν αδυναμία του να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της δήλωσης (ΑΠ 1200/2014). Έλλειψη της συνείδησης συνιστά και παροδική διατάραξη, που δεν οφείλεται σε ασθένεια (ΑΠ 1637/2008, 319/2000).

Δεν απαιτείται το νοσηρό, ή μη, αίτιο, να είναι διαγνωσμένο, αρκεί οποιοδήποτε αδιάγνωστο, γιατί ασκεί επιρροή, μόνο, το καθοριζόμενο αποτέλεσμα της στέρησης, είτε της συνείδησης των πραττομένων, είτε της χρήσης του λογικού, παροδικώς. Το δικαστήριο κρίνει για την ύπαρξη των αποτελούντων την έννοια της έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και του λογικού με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 5124/2006, ΕφΠειρ  343/2013).

Δεν απαιτείται η υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση, αρκεί η ψυχική, ή διανοητική, διαταραχή του, να περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, που θα δικαιολογούσε την υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας (ΑΠ 48/2009, 12/2005, ΑΠ 1599/2014).

Αν η δήλωση βούλησης απευθυνόταν σε άλλον, που αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει την ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφ όσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού (άρθρο 132 ΑΚ). 

Ε. Ακυρότητα της δικαιοπραξίας, από ανίκανο προς δικαιοπραξία των στοιχείων Β και Γ (ΑΚ 130). 

Κατά το άρθρο 130 ΑΚ, η δήλωση βούλησης και συνεπώς η δικαιοπραξία, που συνήφθη από τους παραπάνω ανικάνους των στοιχείων (Β) και (Γ) προς δικαιοπραξία, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική, διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο στην εικοσαετή παραγραφή και σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

ΣΤ. Ακυρότητα δικαιοπραξίας, λόγω διατάραξης της συνείδησης (ΑΚ 131 εδ. α)

Σύμφωνα με το άρθρο  131 εδ. α, η δηλωθείσα βούληση και η συναφθείσα δικαιοπραξία του ανίκανου προς δικαιοπραξία, γιατί δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή, βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Έτσι, ο επικαλούμενος δικαιοπραξία βαρύνεται με την απόδειξη της κατάρτισης αυτής, ενώ ο αντίδικος του βαρύνεται με την απόδειξη της έλλειψης της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ΕφΑθ  5094/2011).

Για την ακυρότητα της δικαιοπραξίας δεν έχει σημασία η γνώση ή η άγνοια της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον (ΑΠ 1291/2009, ΠολΠρΑθ 1490/2011) 

Αν ο δηλών δεν είναι σε κατάσταση κηρυγμένης στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, πλην όμως κατά τη στιγμή κατά την οποία έγινε η δήλωση δεν υπήρχε βούληση, είτε γιατί έλειπε σε αυτόν η συνείδηση των πραττομένων, είτε γιατί, λόγω νόσου, έλειπε το λογικό, η δήλωση βούλησης και η συναφθείσα δικαιοπραξία είναι άκυρη (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 1709/199)

(Σημ. συν: Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 131 ΑΚ, περιλαμβάνει ρύθμιση για τους κληρονόμους του προσώπου αυτού, αναφορικά με τις δικαιοπραξίες, που αυτό σύναψε εν ζωή).

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου, που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση). Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά στο ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα) με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος, με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά στον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά στον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 302/2016, ΑΠ 1406/2015, ΑΠ 1043/2014, ΕφΠειρ 431/2018).

Σύμφωνα με το άρθρο 260 παρ. 3 ΚΠολΔ η με οποιονδήποτε τρόπο ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου.

H αρχή της αναλογικότητας κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος 1975/1986/2001. Το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει. «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Η ρητή αυτή κατοχύρωση αναγνωρίζει την ανάγκη ανάδειξης και εφαρμογής της στις περιπτώσεις όπου η στενή ερμηνεία και η ανελαστική εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων προσβάλλουν την αρχή της ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αρχή της νομιμότητας υπό ευρεία έννοια.

Η αρχή της αναλογικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αφορά στην κρατική εξουσία. Απευθύνεται στον δικαστή, που δικάζει υποθέσεις, που αφορούν το κράτος-εξουσία (περιπτώσεις περιορισμού ατομικών δικαιωμάτων) υπό την έννοια ότι το κράτος δεν πρέπει να παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών. Στην περίπτωση αυτή ο Δικαστής οφείλει να απέχει από την εφαρμογή του άρθρου του νόμου, με το οποίο διώκεται ο πολίτης.

Με την κρατήσασα άποψη στην με αριθμό 9/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου σε Ολομέλεια, εφ όσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το εύλογο του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932). Αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Επομένως, σύμφωνα με την αριθμό 9/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου σε Ολομέλεια (κρατήσασα άποψη) η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά για το αν παραβιάζεται ευθέως, ή εκ πλαγίου, η αρχή της αναλογικότητας του Συντάγματος, καθώς και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε, σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει

α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του,

β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914ΑΚ και

γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, ή επ' ευκαιρία, ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Δηλαδή ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της ένεκα της πρόστησης θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) παρείχε σ' αυτόν προς χρησιμοποίηση για άλλο σκοπό των στη διάθεση του τεθέντων μέσων και εν γένει όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 530/2014).

1. Κατά τον ν. 1178/1981 «Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων», ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκε υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος, ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη, ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.

2. Για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ιδίως:

α) τις επιπτώσεις του δημοσιεύματος στον αδικηθέντα, καθώς και στο οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον του,

β) το είδος, τη φύση, τη σπουδαιότητα, τη βαρύτητα και την απαξία των γεγονότων, πράξεων ή χαρακτηρισμών που του αποδόθηκαν με το δημοσίευμα,

γ) το είδος της προσβολής, που υπέστη,

δ) την ένταση του πταίσματος του εναγομένου,

ε) τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, και

στ) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.»

3. Ο αδικηθείς, πριν ασκήσει αγωγή για την προσβολή που υπέστη, υποχρεούται να καλέσει με έγγραφη, εξώδικη πρόσκλησή του τον ιδιοκτήτη του εντύπου, ή όταν αυτός είναι άγνωστος τον εκδότη ή το διευθυντή σύνταξής του, να αποκαταστήσει την προσβολή με την καταχώριση σε αυτό κειμένου που του υποδεικνύει. Στο κείμενο αυτό προσδιορίζονται και οι λέξεις ή φράσεις που θεωρήθηκαν προσβλητικές και πρέπει να ανακληθούν και οι λόγοι για τους οποίους η συγκεκριμένη αναφορά υπήρξε προσβλητική.

4. Η αποκατάσταση θεωρείται ότι επήλθε αν ο ιδιοκτήτης του εντύπου, άλλως ο εκδότης ή ο διευθυντής σύνταξης αυτού, εντός διαστήματος (10) ημερών ή, σε κάθε περίπτωση, στο αμέσως επόμενο τεύχος,

α) ανακαλέσει ρητά την προσβολή με την παραπάνω δημοσίευση, που γίνεται στην ίδια ή, αν δεν υπάρχει αυτή, σε ανάλογη θέση και φύλλο της αντίστοιχης ημέρας κυκλοφορίας της εφημερίδας, που είχε καταχωριστεί η αρχή του επιλήψιμου δημοσιεύματος, και σε έκταση και μέγεθος ανάλογο με το τελευταίο, και

β) κοινοποιήσει στον αδικηθέντα το ως άνω δημοσίευμα αποκατάστασης.

5. Η παρέλευση άπρακτου διαστήματος (10) ημερών ή η μη δημοσίευση στο αμέσως επόμενο τεύχος θεωρείται άρνηση εκ μέρους του ιδιοκτήτη ή εκδότη του εντύπου.

6. Η παράλειψη της παραπάνω διαδικασίας έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης.

7. Η αγωγή αποζημίωσης πρέπει να ασκηθεί εντός (6) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας των (10) ημερών, ή της ρητής αρνητικής απάντησης, εφ όσον αυτή έχει δοθεί νωρίτερα, ή από την έκδοση του αμέσως επόμενου τεύχους. 

Εάν λάβει χώρα η αποκατάσταση της προσβολής δεν μπορεί να υπάρξει αστική αξίωση.

8. Κατ' εξαίρεση, όταν το επιλήψιμο δημοσίευμα αφορούσε επικείμενο γεγονός μείζονος σημασίας για την ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική πρόοδο του αδικηθέντος και η αποκατάσταση της σχετικής προσβολής επακολούθησε αυτού, η τελευταία δύναται να θεωρηθεί ως μη πλήρης και διατηρείται η αξίωση ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

9. Αν παρά τη δημοσίευση της ανάκλησης έχει αποδεδειγμένα προκληθεί στον αδικηθέντα περιουσιακή ζημία που οφείλεται στο επιλήψιμο δημοσίευμα, ο ενάγων δικαιούται να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο μόνο για την αξίωση αυτή. Η εκδίκαση της αγωγής χωρεί ανεξάρτητα από την άσκηση ποινικής δίωξης για την ίδια πράξη, καθώς και της τυχόν για οποιονδήποτε λόγο αναβολής ή αναστολής της ποινικής διαδικασίας που έχει αρχίσει.

10. Σε περίπτωση που γίνει δεκτή αγωγή σε βάρος εφημερίδας, το δικαστήριο, εφ' όσον έχει υποβληθεί αίτημα το αργότερο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διατάσσει με την καταψηφιστική απόφασή του και την καταχώριση στην εφημερίδα αυτήν περίληψης της απόφασης.

Η περίληψη αυτή αρκεί να περιέχει

α) τον αριθμό και τη χρονολογία δημοσιεύσεως της αποφάσεως,

β) το δικαστήριο που την εξέδωσε,

γ) το ονοματεπώνυμο του θιγέντος από το επιλήψιμο δημοσίευμα,

δ) τις φράσεις που κρίθηκαν δυσφημιστικές ή εξυβριστικές, βάσει των οποίων επιδικάστηκε η αποζημίωση ή η χρηματική ικανοποίηση και

ε) το φύλλο της εφημερίδας και την ημερομηνία δημοσιεύσεώς του.

Η περίληψη αυτή και η είδηση ότι καταδικάστηκε η εφημερίδα δημοσιεύεται στην ίδια θέση της εφημερίδας, που είχε καταχωριστεί η αρχή του επιλήψιμου δημοσιεύματος, εντός δεκαπέντε ημερών από της επιδόσεως της τελεσίδικης απόφασης.

11. Οι παραπάνω διατάξεις αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στον συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως.

12. Ο συντάκτης του επιλήψιμου δημοσιεύματος, ο εκδότης αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου, ή ο διευθυντής συντάξεως ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που έχει προκληθεί από το επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 - 363 ΠΚ (ΑΠ 1358/2013).

Κατ άρθρο 173 ΑΚ, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά δε το άρθρο 200 ΑΚ, οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ορίζονται ερμηνευτικοί της βούλησης κανόνες, που εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, όταν διαπιστώνονται κενά, ή αμφίβολα, σημεία στην δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων κατά την συνομολόγηση της σύμβασης.

Στην περίπτωση αυτή, για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης γίνεται προσφυγή στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών  (ΑΠ 678/1996,  ΕφΑθ 1223/2001) κατά τρόπο ώστε, το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 543/2017).

Η πρώτη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (άρθρο 173 ΑΚ) εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση. Η δεύτερη (άρθρο 200 ΑΚ) εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπ όψιν τα συναλλακτικά ήθη. Έτσι κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια, που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες, της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο (ΑΠ 1039/2015).

Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ όψιν, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, την φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν, να εκληφθεί από το άλλο μέρος. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης πρέπει, να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο.

Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπ όψιν του και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, ή τα συναλλακτικά ήθη, και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης, που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 543/2017).

Το δικαστήριο της ουσίας εφ όσον διαπιστώσει έστω και εμμέσως, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη κενού, ή αμφιβολίας, για την έννοια των δηλώσεων βούλησης οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης, Αν παραλείψει να το πράξει, ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, για παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ  298/2017).

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού, ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων, ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Δεν παραβιάζονται οι ερμηνευτικοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχομένη δήλωση βούλησης είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 115/2013, ΑΠ 1039/2015, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 548/2017).

Κατά την διάταξη του άρθρου 183 παρ. 1 ΑΚ, η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την επικύρωση άκυρης σύμβασης απαιτείται νέα σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης των μερών, τα οποία , σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι ελεύθερα να συναινέσουν στην επικύρωση, ή να την αποκρούσουν (ΑΠ 65/2009, ΜονΕφΛαρ 272/2016).

Η επικύρωση πρέπει να είναι έγκυρη. Η έγκυρη επικύρωση προϋποθέτει ότι οι επικυρώνοντες γνωρίζουν την ακυρότητα της επικυρωμένης σύμβασης. Δεν υπάρχει βούληση επικύρωσης, όταν οι συμβαλλόμενοι θεωρούν ότι η αρχική σύμβαση καταρτίσθηκε έγκυρα.

Η επικύρωση μπορεί να είναι, είτε ρητή, είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση (ΑΠ 65/2009, ΜονΕφΛαρ 272/2016)

Η επικύρωση της άκυρης σύμβασης λαμβάνεται υπ όψιν από το Δικαστήριο όχι αυτεπάγγελτα, αλλά μόνον εφ όσον την επικαλεσθεί και την αποδείξει εκείνος ο συμβαλλόμενος, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 345/90, ΕφΛαρ 236/2011).

Κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας, δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επικύρωση άκυρης σύμβασης έχει, σε περίπτωση αμφιβολίας, αναδρομικά αποτελέσματα.

Σύμφωνα με το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως  αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ο δικαστικός πληρεξούσιος, που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του.

Για το κύρος της επίδοσης, το πρόσωπο που επιδίδεται το έγγραφο, πρέπει να έχει, κατά τον χρόνο της επίδοσης, συνείδηση των πράξεών του και να μην βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 131 ΑΚ.

Παρ ότι από τις διατάξεις των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης,  που έχει συνταχθεί από τον αρμόδιο καθ  ύλην και κατά τόπο δικαστικό επιμελητή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή, ή ενώπιόν του και ανταπόδειξη χωρεί μόνο, εφ όσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό, εν τούτοις, επιτρέπεται, ως προς την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή περί του προσώπου στο οποίο έγινε η επίδοση, ανταπόδειξη με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθεια, περί του ότι η επίδοση έγινε σε  πρόσωπο με διατάραξη συνείδησης κατά τον χρόνο της επίδοσης και επομένως η επίδοση είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΠ 374/2015, ΑΠ 375/2015).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ ΑΚ περί εκχώρησης, το σύγχρονο συμβατικό δίκαιο διάπλασε την εξασφαλιστική εκχώρηση, όπου η νόμιμη αιτία της εκχώρησης έγκειται ακριβώς στην εξασφάλιση του εκδοχέα έναντι του κινδύνου της μη είσπραξης υφιστάμενου έναντι αυτού χρέους του εκχωρητή από τις μεταξύ αυτών ενοχικές σχέσεις.

Β. Στο συμβατικό αυτό μόρφωμα η κατάσταση των συμφερόντων, είναι δυνατόν, να προσλαμβάνει τέτοια μορφή, ώστε ο ισχύων κανόνας περί αποκοπής με την αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη κάθε νομικού δεσμού αυτού προς τον εκχωρητή, να παρίσταται εντελώς ξένος προς το αληθινό συμφέρον των μερών. Τούτο κατ εξοχήν συμβαίνει επί καταπιστευτικής εκχώρησης επαγγελματικών απαιτήσεων προς Τράπεζα, που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 39 επ. ν.δ. 17-7/13-8-1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών».

Γ. Επιπλέον στην σύμβαση εκχώρησης είναι δυνατή η προσθήκη αναβλητικής αίρεσης, ή προθεσμίας, ώστε το σκοπούμενο με αυτήν μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, να επέρχεται μόλις συμβεί ορισμένο (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός, ή επιστεί ορισμένο χρονικό σημείο.

Δ. Στην εξασφαλιστική εκχώρηση, η προσθήκη αίρεσης στη σύμβαση εκχώρησης έχει ως περιεχόμενο την επιφύλαξη της εξουσίας είσπραξης στον εκχωρητή για όσο χρονικό διάστημα αυτός θα παραμένει ενήμερος ως προς το ασφαλιζόμενο με την εκχώρηση χρέος του έναντι του εκδοχέα. Η εκχώρηση αυτή είναι έγκυρη, δυνάμενη και έναντι του οφειλέτη να αντιταχθεί, καθώς, ούτε το συμφέρον αυτού, ούτε κάποιο άλλο δημοσίας τάξης συμφέρον, ή συστηματικής φύσης λόγος, εμποδίζουν την αποδοχή του κύρους της, αρκεί να γνωστοποιηθεί σε αυτόν ο όρος της εκχώρησης, που περιέχει τη σχετική επιφύλαξη.

Ε. Επί της καταπιστευτικής εκχώρησης  του άρθρου 39 ν.δ. της 17-7/13-8-1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών» κανόνας είναι, ότι μετά την γνωστοποίηση της εκχώρησης με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχυρίασης στον τρίτο οφειλέτη, ο εκδοχέας, δηλαδή η τράπεζα, αποκτά έναντι του οφειλέτη όλες τις από την εκχωρηθείσα απαίτηση απορρέουσες εξουσίες, δικαιούμενη αποκλειστικά αυτή πλέον να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση.

ΣΤ. Ωστόσο, τα συμβαλλόμενα μέρη, στην περί εκχώρησης σύμβαση, είναι ελεύθερα να συμφωνήσουν ότι η εξουσία προς είσπραξη θα παραμένει και μετά την αναγγελία της εκχώρησης προς τον οφειλέτη προσωρινά στον εκχωρητή, θα μεταβαίνει δε στον εκδοχέα μόνο αφ ότου επέλθει ορισμένο γεγονός, που συνήθως είναι η περιέλευση του εκχωρητή σε υπερημερία οφειλέτη έναντι του πιστοδότη εκδοχέα.

Ζ. Η συμφωνία αυτή, η οποία έχει έρεισμα την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και είναι συνήθης στην καταπιστευτική εκχώρηση απαιτήσεων, είναι έγκυρη, στο μέτρο δε που δεν προσκρούει σε κανένα αντίθετο συμφέρον του οφειλέτη ισχύει και έναντι αυτού, δεδομένου ότι αυτός λόγω της υποχρεωτικής επίδοσης προς αυτόν αντιγράφου της όλης σύμβασης, θα είναι πάντοτε σε θέση να γνωρίζει και τον περιέχοντα την σχετική επιφύλαξη όρο της εξασφαλιστικής συμφωνίας (ΑΠ 208/2016). 

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1317 και 1324 ΑΚ για την άρση, αναίρεση, ή κατάργηση, της υποθήκης απαιτούνται δύο νομικά γεγονότα, το ουσιαστικό που αναφέρεται στην απόσβεση του δικαιώματος προς υποθήκη και το τυπικό που αφορά την δημοσιότητα και συνίστανται στην εξάλειψη της υποθήκης.

Για την εξάλειψη της υποθήκης δεν αρκεί ότι εχώρησε η απόσβεση, ότι δηλαδή υφίσταται κάποιος αποσβεστικός λόγος της υποθήκης, αλλά απαιτείται να εξαλειφθεί αυτή από το οικείο βιβλίο. Απαιτείται αίτηση του ενδιαφερόμενου προς τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα, η οποία πρέπει να στηρίζεται.

Είτε σε συναίνεση του δανειστή, όταν εκείνος συναινεί.

Είτε σε δικαστική απόφαση όταν εκείνος δεν συναινεί.

Α. Συναινετική εξάλειψη.

Η συναίνεση δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (άρθρο 1325 ΑΚ) και ο υποθηκοφύλακας υποχρεούται να προβεί στην εξάλειψη χωρίς δικαστική απόφαση.

Β. Εξάλειψη με δικαστική απόφαση.

Σε περίπτωση που δεν συναινεί ο δανειστής, τότε καθένας που έχει έννομο συμφέρον (πχ. ο κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου) μπορεί να ζητήσει με αγωγή από το κατά τις γενικές διατάξεις καθ ύλη αρμόδιο δικαστήριο την εξάλειψη της υποθήκης, επικαλούμενος, ότι ο εναγόμενος δεν συναινεί στην εξάλειψη και κάποιον από τους νόμιμους λόγους εξάλειψης.

Γ. Λόγοι εξάλειψης υποθήκης.

Οι λόγοι εξάλειψης της υποθήκης είναι

α) Η απόσβεση της υποθήκης και

β) Η ακυρότητα της εγγραφής της.  

Δ. Λόγοι απόσβεσης υποθήκης.

Οι λόγοι απόσβεσης υποθήκης είναι

α) Οι λόγοι απόσβεσης της απαίτησης (όπως καταβολή, δόση αντί καταβολής, άφεση χρέους, υπόσχεση αντί καταβολής, δημόσια κατάθεση, ανανέωση, συμψηφισμός σύγχυση, άφεση χρέους).

β) Η ολοσχερής εξαφάνιση του ενυπόθηκου κτήματος.

γ) Η παραίτηση του δανειστή. Δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου.

δ) Ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου κτήματος και η καταβολή του εκπλειστηριάσματος.

ε) Η παρέλευση της προθεσμίας με την οποία έχει παραχωρηθεί η υποθήκη.

στ) Η παραγραφή της απαίτησης.

ζ) Όταν ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα της υποθήκης.

Ε. Στοιχεία της βάσης της αγωγής εξάλειψης υποθήκης είναι

α) Η ασφαλιζόμενη απαίτηση και η αξία της ασφαλιζόμενης απαίτησης.

β) Ο τίτλος υποθήκης.

γ) Το ακίνητο, στο οποίο με βάση τον πιο πάνω τίτλο έχει εγγραφεί υποθήκη.

δ) Ο νόμιμος λόγος για τον οποίο αποσβήστηκε η υποθήκη.

ε) Η άρνηση του εναγομένου για εξάλειψη της υποθήκης.

(ΕφΑθ 940/1999,  ΜονΕφΠειρ 718/2012, ΕφΠατρων 145/2015)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1330 ΑΚ η εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης είναι η διαγραφή της προσημείωσης από το βιβλίο υποθηκών με πράξη του υποθηκοφύλακα, που σημειώνει στην οικεία στήλη του βιβλίου ότι η γραμμένη προσημείωση εξαλείφεται.

Για την εξάλειψη απαιτείται αίτηση του ενδιαφερόμενου προς τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα, η οποία πρέπει να στηρίζεται,

Είτε, γιατί παρήλθαν από την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης ενενήντα ημέρες χωρίς η προσημείωση να τραπεί σε υποθήκη,

Είτε, σε συναίνεση του δανειστή, όταν εκείνος συναινεί,

Είτε, σε δικαστική απόφαση (ανακλητική των ασφαλιστικών μέτρων) όταν εκείνος δεν συναινεί, είτε

Α. Συναινετική εξάλειψη.

Η συναίνεση δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (άρθρο 1325 ΑΚ).

Όταν στην συναινετική εξάλειψη, ο οφειλέτης της προσημειωμένης απαίτησης, ή εκείνος που έχει έννομο συμφέρον, απευθυνθεί στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα για την εξάλειψη της προσημείωσης και αυτός, αν και συνέτρεχαν οι όροι της εξάλειψης, αρνηθεί την εξάλειψή της από τα βιβλία υποθηκών, η άρνηση του υποθηκοφύλακα επιλύεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 739 επ. ΚΠολΔ, 791 ΚΠολΔ).

Β. Εξάλειψη με δικαστική απόφαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 1330 ΑΚ η προσημείωση υποθήκης εξαλείφεται, αν προσαχθεί απόφαση που ανακαλεί την απόφαση που είχε διατάξει την εγγραφή της, ή απόφαση που διατάζει την εξάλειψή της.

Τέτοια απόφαση νοείται

α) απόφαση που ανακαλεί, ή μεταρρυθμίζει, την απόφαση, η οποία διέταξε ως ασφαλιστικό μέτρο την εγγραφή προσημείωσης. Αυτή είναι η απόφαση που επιφέρει και την απόσβεση της προσημείωσης κατ’άρθρο 1323 ΑΚ.

β) απόφαση που διατάζει την εξάλειψη της προσημείωσης, η οποία είναι διαφορετική από την παραπάνω, γιατί ενώ εκείνη ανακαλεί ή μεταρρυθμίζει προηγούμενη απόφαση λ.χ. γιατί μεταβλήθηκαν οι συνθήκες ή παρέχεται εγγυοδοσία, αυτή διατάζει απλώς την εξάλειψη της προσημείωσης.

Αυτό συμβαίνει

βα) όταν η προσημείωση έχει για κάποιο λόγο ήδη αποσβεστεί, λ.χ. εξοφλήθηκε η απαίτηση, ή ο δανειστής παραιτήθηκε.

ββ) όταν η προσημείωση έχει άκυρα εγγραφεί.

βγ) όταν η προσημείωση έχει εγγραφεί με διαταγή πληρωμής, οπότε δεν υπάρχει προηγούμενη απόφαση που διέταξε την εγγραφή της, ώστε με νέα να ανακληθεί.

Για την διαδικασία έκδοσης της απόφασης αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 696 επ. ΚΠολΔ (ΜΠρΑθ 10532/2008). 

Όταν η προσημείωση έχει εγγραφεί με διαταγή πληρωμής εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 724 παρ.2 ΚΠολΔ. Αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την εξάλειψη είναι το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την διαταγή πληρωμής. Αν έχει ασκηθεί ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, τότε αρμόδιο είναι το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η ανακοπή (ΜΠρΑθ 10532/2008, ΜΠρΘεσ 23284/2008, ΠΠρΘεσ 5757/2013).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ το διαπλαστικό δικαίωμα του συμψηφισμού δημιουργείται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό.

Β. Με την πρότασή του επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Γ. Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται, όμως, δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση, για αυτό κύρια απαίτηση υπό προθεσμία μπορεί να αποσβεσθεί με ανταπαίτηση ληξιπρόθεσμη.

Δ. Βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και εγκυρότητα των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει, ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης.  

Ε. Η απαίτηση, που έχει παραγραφεί, προτείνεται σε συμψηφισμό, αν, κατά το χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν, δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής της (ΑΚ 443). Σαν χρόνος συνυπάρξεως των δύο απαιτήσεων πριν από την παραγραφή νοείται εκείνος κατά τον οποίο συνέτρεχαν και για τις δύο αντίθετες απαιτήσεις οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού.

ΣΤ. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης, η οποία μπορεί να προβληθεί επικουρικά (ΑΚ 444 εδ. β), οπότε το δικαστήριο δεν έχει ευχέρεια επιλογής μεταξύ των μέσων άμυνας, αλλά πρέπει να ακολουθήσει την σειρά προβολής τους από το διάδικο και να θυσιάσει την ανταπαίτηση, που προτείνεται σε συμψηφισμό μόνον αν δεν είναι δυνατή η απόρριψη της αγωγής με βάση τα άλλα λιγότερο ασύμφορα μέσα άμυνας εκείνου που προτείνει το συμψηφισμό (ΑΠ 851/2001, ΕφΑθ 4725/2001).

Ζ. Σύμφωνα με το άρθρο 221 παρ. 2 ΚΠολΔ η πρόταση της ένστασης συμψηφισμού δημιουργεί εκκρεμοδικία. Έτσι αν μετά την πρόταση συμψηφισμού σε δίκη ασκηθεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, ή προβληθεί ένσταση συμψηφισμού, που στηρίζεται στην ίδια απαίτηση, ή αν έχει προηγηθεί αγωγή κλπ. και ακολουθήσει η σχετική ένσταση συμψηφισμού σε οποιοδήποτε δικαστήριο, θα ανασταλεί αυτεπάγγελτα η εκδίκαση της μεταγενέστερης αιτήσεως μέχρι περατώσεως της πρώτης δίκης.

Η. Η έλλειψη εκκρεμοδικίας αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, που υπαγορεύεται από λόγους διαφύλαξης της αυθεντίας των δικαιοδοτικών οργάνων από την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Η εκκρεμοδικία έχει σαν συνέπεια όχι την απόρριψη αλλά την αναστολή της εκδίκασης, έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη, της νέας αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ή ένστασης συμψηφισμού, διατάσσεται δε όχι μόνο μετά από ένσταση αλλά και αυτεπάγγελτα, γιατί η διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ έχει τεθεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος (ΕφΛαμ 32/2000, ΤριμΕφΛαρ 307/2015).

Κατά την διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ «Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη».

Προϋποθέσεις, επομένως, της ένστασης εκκρεμοδικίας είναι οι εξής

α) Ύπαρξη εκκρεμούς δίκης, είτε ενώπιον του ιδίου, είτε ενώπιον άλλου, Δικαστηρίου.

β) Ταυτότητα προσώπων, δηλαδή ταυτότητα διαδίκων που να παρίστανται με την ίδια ιδιότητα. Τούτο σημαίνει ότι το δεδικασμένο της απόφασης της πρώτης δίκης δεσμεύει και τους διαδίκους της δεύτερης δίκης, ανεξάρτητα δηλαδή από την μεταλλαγή της δικονομικής ιδιότητας αυτών σε κάθε δίκη,

γ) Ταυτότητα διαφοράς, δηλαδή ταυτότητα δικαιώματος, αντικειμένου και ιστορικής και νομικής αιτίας. Ταυτότητα δικαιώματος υπάρχει, όταν το προβαλλόμενο δικαίωμα είναι το ίδιο, το οποίο εξετάστηκε και κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ταυτότητα αντικειμένου υπάρχει, όταν το ενσώματο ή ασώματο αντικείμενο της νέας δίκης δεν είναι διαφορετικό της προηγούμενης δίκης. Με τον όρο ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας δηλώνεται η ταυτότητα του νομικού γεγονότος του παραγωγικού της έννομης σχέσης. Με άλλα λόγια ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας σημαίνει ότι με την δεύτερη αγωγή, ανταγωγή κλ.π. πρέπει να προβάλλεται με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά το ίδιο αίτημα.

Η εκκρεμοδικία συνιστά δικονομικό απαράδεκτο της αγωγής, που ασκήθηκε εκ νέου και έχει ως συνέπεια, όχι την απόρριψη της δεύτερης αγωγής, αλλά την αναστολή της εκδίκασης της μέχρι την περάτωση, ή κατάργηση, της πρώτης δίκης. Η αναστολή διατάσσεται, όχι μόνον κατόπιν προβολής ένστασης, αλλά και αυτεπαγγέλτως, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 222 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ με την σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Ο εγγυητής έχει το δικαίωμα, όμως, να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, έως ότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη. Αυτή είναι η έννοια της ένστασης δίζησης, απορρέει από την διάταξη του άρθρου 855 ΑΚ και πρέπει να προταθεί. Κατά την διάταξη του άρθρου 856 ΑΚ, σε περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, η αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να επιχειρηθεί στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας, ή της διαμονής του, αν δε ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επίσχεσης σε κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, πρέπει να επιχειρήσει εκτέλεση και σε αυτά.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της δίζησης, εάν ο δανειστής, προκειμένου περί εγγύησης, που δόθηκε για χρηματική οφειλή, επεχείρησε άκαρπη αναγκαστική εκτέλεση σε κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας, ή της διαμονής του, ή σε άλλα κινητά πράγματα στα οποία έχει δικαίωμα ενεχύρου, ή επίσχεσης. Ο δανειστής, προκειμένου περί εγγύησης για χρηματική οφειλή, δεν έχει υποχρέωση να αναζητήσει άλλα περιουσιακά στοιχεία του πρωτοφειλέτη και να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση σε αυτά. Ο νόμος απαιτεί την επιχείρηση αναγκαστικής εκτέλεσης ατελεσφόρητης. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι ο δανειστής πρέπει οπωσδήποτε να επιχειρήσει ατελεσφόρητη αναγκαστική εκτέλεση, γιατί το άρθρο 857 αριθ. 4 ΑΚ ρητώς ορίζει ότι αποκλείεται η προβολή της ένστασης δίζησης, εάν είναι προφανές ότι θα απέβαινε άκαρπη η αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, αν η εγγύηση δόθηκε για χρηματική οφειλή, εξετάζεται το άκαρπο εκείνης μόνο της αναγκαστικής εκτέλεσης που επιχειρείται στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας, ή της διαμονής του, ή σε άλλα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη στα οποία ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επίσχεσης (ΑΠ 463/1994).

Με την ένσταση δίζησης παράγεται υπέρ του εγγυητή γνησία αναβλητική ένσταση, η οποία έχει ως συνέπεια την προσωρινή απόρριψη της αγωγής, εφ` όσον ο δανειστής είναι υποχρεωμένος να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη, μετά το ατελεσφόρητο της οποίας δύναται να ασκήσει νέα αγωγή κατά του εγγυητή και όχι να επαναφέρει προς συζήτηση την πρώτη που έχει απορριφθεί προσωρινά.

Αν προταθεί η ένσταση δίζησης, το Δικαστήριο, εφ` όσον διακριβώσει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ότι είναι ουσιαστικά βάσιμη, δεν θα ασχοληθεί με την ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης του δανειστή κατά του εγγυητή, αλλά αυτή θα την ερευνήσει μετά την πλήρωση της αρνητικής προϋπόθεσης της άκαρπης αναγκαστικής εκτέλεσης και την εκ νέου άσκηση αγωγής από τον δανειστή κατά του εγγυητή (ΑΠ 61/2003, ΕφΛαρ165/2012).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 857 ΑΚ, ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της δίζησης,

α) αν παραιτήθηκε απ αυτήν, και ιδίως αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης,

β) αν η δίωξη του  πρωτοφειλέτη έγινε σημαντικά δύσκολη λόγω μεταβολής της κατοικίας, ή  διαμονής του, μετά την συνομολόγηση της εγγύησης,

γ) αν ο πρωτοφειλέτης  κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ο δανειστής δεν έχει ενέχυρο σε  πράγμα του και

δ) αν είναι φανερό ότι η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του  πρωτοφειλέτη θα απέβαινε άκαρπη. 

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 847, 849, 851 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν ο εγγυητής παραιτήθηκε από την ένσταση της δίζησης και ιδίως αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης, δεν δημιουργείται μεταξύ αυτού και του πρωτοφειλέτη παθητική σε ολόκληρον ενοχή, αλλά εξακολουθεί και μετά την παραίτηση να ευθύνεται ως εγγυητής, παρεπομένως προς τον πρωτοφειλέτη. Συνεπώς, αν ο δανειστής στραφεί κατά του εγγυητή, αυτός υποχρεούται να καταβάλει την οφειλή, στην έκταση που έχει κατά την άσκηση της σχετικής αγωγής, αν δε ο πρωτοφειλέτης έχει καταβάλει την οφειλή ο εγγυητής μπορεί να προτείνει την ένσταση της απόσβεσης του χρέους με καταβολή, η οποία, αν αποδειχθεί βάσιμος, έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής του δανειστή (ΑΠ 148/1997).

Σύμφωνα με  ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτή, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον ν. 3587/2007,  καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα, ή οι υπηρεσίες, που προσφέρονται στην αγορά, ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων, ή υπηρεσιών, εφ όσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους.

Ο όρος καταναλωτής περιλαμβάνει και εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, εφ όσον οι τελευταίοι συνάπτουν συμβάσεις για τις ιδιωτικές τους ανάγκες. Όταν όπως οι επιχειρούμενες από τους ως άνω συναλλαγές συναρτώνται λειτουργικά με την άσκηση του επαγγέλματος τους, ή είναι βοηθητικές της εμπορικής τους δραστηριότητας, δεν θεωρούνται καταναλωτές (ΕφΔυτΜακεδονίας 73/2015).

Έτσι, ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως καταναλωτής στο πλαίσιο ορισμένων πράξεων και ως επιχειρηματίας στο πλαίσιο άλλων πράξεων.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ως καταναλωτής προστατεύεται μόνο εκείνος που συνάπτει την επίμαχη σύμβαση, εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών του σχέσεων. Για την διαπίστωση της συνδρομής της ανωτέρω προϋπόθεσης δεν έχει σημασία η υποκειμενική του κατάσταση (αν λ.χ. το επάγγελμα του είναι άσχετο ή σχετικό με τη συγκεκριμένη σύμβαση), αλλά, εάν μπορεί να θεωρηθεί κατ αντικειμενική κρίση ως επαγγελματίας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συναλλαγής.

Κατά συνέπεια ο αγοραστής τραπεζικών προϊόντων, ή ο αποδέκτης τραπεζικών υπηρεσιών, δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων καταναλωτής, αποκλειστικώς λόγω του γεγονότος ότι είναι αντισυμβαλλόμενος τράπεζας.

Η επίκληση και υπαγωγή στο προνομιακό καθεστώς προστασίας των διατάξεων του καταναλωτικού δικαίου, ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι, με γνώση και εμπειρία της αγοράς και σημαντική οικονομική επιφάνεια, ασχολούνται συστηματικώς με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, μπορεί να αποβεί καταχρηστική, αν οι ανωτέρω συναλλασσόμενοι υπερβαίνουν κατά πολύ το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή και δεν είναι απαραίτητα το αδύναμο μέρος της συγκεκριμένης συναλλαγής.

Μόνο οι συμβάσεις, που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο, εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικώς ασθενέστερο μέρος (ΑΠ 904/2011, ΕφΑθ 1159/2012, ΕφΘεσ 492/2010, ΕφΛαρ 806/2010, ΕφΔυτΜακεδονίας 73/2015). Ο εγγυητής του οφειλέτη που δεν είναι καταναλωτής, κατά την προαναφερόμενη έννοια, δεν θεωρείται και αυτός καταναλωτής (ΕφΑθ 3670/2012).

Το ενέχυρο χωρίς παράδοση του πράγματος (πλασματικό ενέχυρο) προβλέπεται με τον ν. 2844/2000 και αφορά επιχειρήσεις ή επαγγελματίες, της ασφάλειας παρεχομένης για τις ανάγκες της επιχείρησης, ή του επαγγέλματος, του οφειλέτη. Το πλασματικό ενέχυρο είναι μέθοδος απόκτησης ρευστότητας με ενεχύραση επιχειρηματικών απαιτήσεων. Παρέχει την δυνατότητα ενεχύρασης κινητών πραγμάτων χωρίς παράδοση της κατοχής τους, κατ απόκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 1211-1213 ΑΚ, περί ενεχύρου.

Η πρακτική χρησιμότητα, που παρουσιάζει ο θεσμός για τον οφειλέτη (ενεχυραστή), είναι ότι αυτός δεν αποξενώνεται από τα πράγματα που ενεχυριάζει, αλλά μπορεί να εξακολουθεί να τα χρησιμοποιεί για την συνέχιση της επιχειρηματικής, επαγγελματικής του δραστηριότητας, ενώ διατηρεί την εξουσία διάθεσης των αντικειμένων της ασφάλειας και ταυτόχρονης αντικατάστασής τους με άλλα ανάλογης αξίας (κυμαινόμενη ασφάλεια).

Το ενέχυρο χωρίς παράδοση του πράγματος, αφορά μόνο περιπτώσεις στις οποίες, τόσο ο δανειστής, όσο και ο οφειλέτης, είναι επιχειρήσεις, ή επαγγελματίες και η ασφάλεια παρέχεται για τις ανάγκες της επιχείρησης, ή του επαγγέλματος του οφειλέτη. Το ενέχυρο αυτό μπορεί να συσταθεί όχι μόνο μεταξύ εμπόρων για εξασφάλιση εμπορικής απαίτησης, αλλά καταλαμβάνει και ορισμένες άλλες κατηγορίες απαιτήσεων, όπως εναντίον ελεύθερων επαγγελματιών.

Αποκλείονται από την ασφαλειοδότηση,  τα χρήματα, τα αξιόγραφα, η οικοσκευή, ως και τα κινητά, που είναι δεκτικά αυτοτελώς υποθήκης (αεροσκάφη, πλοία και πλωτά ναυπηγήματα).

Η σύσταση του πλασματικού ενεχύρου γίνεται με έγγραφη συμφωνία οφειλέτη (ενεχυραστή) και δανειστή και δημοσίευση της συμφωνίας στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου. Θέση Ενεχυροφυλακείου υπέχει το Υποθηκοφυλακείο του τόπου κατοικίας του ενεχυραστή, άλλως στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών. Η δημοσιότητα της σύστασης του πλασματικού ενεχύρου εξυπηρετεί τον σκοπό, να αποτραπεί η πολλαπλή ενεχύραση του ιδίου ενεχύρου, υποκαθιστά δε την κοινοποίηση από τις τράπεζες στους δανειολήπτες τους της ενεχύρασης των δανείων τους.

Η δημοσίευση (καταχώρηση) του πλασματικού ενέχυρου γίνεται ύστερα από αίτηση από όποιον έχει έννομο συμφέρον, με κατάθεση εντύπου που περιέχει τα στοιχεία της συμφωνίας και υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη, ή τους συγκυρίους. Το γνήσιο της υπογραφής θεωρείται από τον Υποθηκοφύλακα, εκτός αν είναι ήδη θεωρημένο από άλλη δημόσια αρχή, ή συμβολαιογράφο, ή αστυνομία.

Μελλοντικές απαιτήσεις, ή ομάδα απαιτήσεων, μπορεί να είναι αντικείμενο ενεχύρου, αν οι απαιτήσεις είναι δυνατόν να προσδιοριστούν.

Σε περίπτωση διάθεσης του ενεχυρασθέντος μετά την δημοσίευση, το ενέχυρο διατηρείται, εκτός αν ο τρίτος αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητα την ύπαρξη του ενεχύρου.

Η απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται μετά δεκαετία από την καταχώριση, εκτός αν ο δανειστής ζητήσει με έγγραφο, που υποβάλλεται στον ενεχυροφύλακα και κοινοποιείται στον ενεχυραστή (3) τουλάχιστον μήνες πριν από την συμπλήρωση της δεκαετίας, την καταχώρηση δήλωσης στο βιβλίο για παράταση του ενεχύρου. Η δήλωση παράτασης δεν ισχύει, αν ο ενεχυραστής, ή ο οφειλέτης, ή τρίτος που έχει έννομο συμφέρον, προσκομίσει στον ενεχυροφύλακα ένα μήνα πριν την συμπλήρωση της διάρκειας του ενεχύρου, έγγραφη εξοφλητική απόδειξη του δανειστή, ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση για την απόσβεση, ή την ανυπαρξία της ασφαλιζόμενης απαίτησης (άρθρο 4 ν. 2844/2000).

Η εξάλειψη του ενεχύρου γίνεται με πράξη πάνω στο κατατεθειμένο στον ενεχυροφύλακα (υποθηκοφύλακα) έντυπο, σημειώνεται δε στο ευρετήριο. Η συναίνεση για την εξάλειψη της εγγραφής μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο.
Συμπληρωματικά με τις διατάξεις του ν. 2844/2000,  εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1284, 1290, 1294 ως 1299, 1314 ως 1316 εδ. α, 1324, 1327 ως 1329, 1331, 1332, 1334, 1335 και 1339 ως 1341του ΑΚ.

Η σύσταση ενεχύρου υπέρ τράπεζας προβλέπεται από το ν.δ. 17.7/13.8.1923, που, κατ άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, που στο άρθρο 35 ορίζει ότι, οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται, οσάκις η εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρο κινητό πράγμα, ή απαίτηση, α) λόγω δανείου, είτε απλού, είτε με ανοικτό λογαριασμό, ή β) λόγω εξασφάλισης προγενέστερης απαίτησής της.

Με τις διατάξεις του ν.δ καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχώρησης, οι δε γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται, μόνο, συμπληρωματικά για θέματα, που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του εν λόγω ν.δ (ΑΠ 744/2017).

Προς σύσταση ενεχύρου υπέρ τράπεζας απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης και παράδοση του ενεχυριαζομένου πράγματος. Η σύμβαση καταρτίζεται, είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει, ή δεν έχει, βέβαιη χρονολογία. 

Όταν πρόκειται για σύσταση υπέρ τράπεζας ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση, είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο, ή από χορήγηση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως, βάσει του χρόνου γέννησης της, από την σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται αντίγραφο της σύμβασης ενεχυρίασης να επιδοθεί στον τρίτον. Από την επίδοση της σύμβασης θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτηση (άρθρο 40 παρ. 1)

Αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται, όχι οιονεί νομέας, αλλά νομέας της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον. Η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ως εκδοχέας (ΑΠ 857/2004, ΑΠ 868/2014).

Μετά την εξόφλησή της απαίτησης, το τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο η τράπεζα οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή.

Αν το δάνειο κατέστη απαιτητό, η πιστώτρια δικαιούται να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση, που αρχίζει με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή. Αν αντικείμενο της ενεχυρίασης είναι ανώνυμα χρεώγραφα, εκποιούνται χρηματιστηριακώς. Ο πλειστηριασμός γίνεται την πρώτη Κυριακή μετά την πάροδο οκτώ ημερών από την επιταγή, ενώπιον συμβολαιογράφου, που ορίζεται από την επισπεύδουσα, χωρίς κατάσχεση. Επί του πλειστηριασμού εφαρμόζονται οι διατάξεις περί πλειστηριασμού κινητών.

Από το τίμημα, ή του πλειστηρίασμα, η πιστώτρια λαμβάνει τα οφειλόμενα, με καταβολή, ή συμψηφισμό. Το υπόλοιπο αποδίδεται στον οφειλέτη, εκτός αν έγινε αναγγελία πιστωτών, οπότε γίνεται κατάταξη ενώπιον του συμβολαιογράφου.

Το ενέχυρο με παράδοση κινητού πράγματος (κοινό ενέχυρο) προβλέπεται από τα άρθρα 1209 επ. ΑΚ που ορίζει ότι «σε ξένο κινητό πράγμα μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου για την εξασφάλιση απαίτησης με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το πράγμα». Το ενέχυρο χωρίς παράδοση του κινητού πράγματος (πλασματικό ενέχυρο) προβλέπεται με τον ν. 2844/2000 και αφορά επιχειρήσεις, ή επαγγελματίες, της ασφάλειας παρεχομένης για τις ανάγκες της επιχείρησης, ή του επαγγέλματος, του οφειλέτη.

Για την σύσταση του κοινού ενεχύρου απαιτείται παράδοση του πράγματος από τον οφειλέτη (ενεχυραστή) στον δανειστή και συμφωνία των δύο ότι ο δανειστής αποκτά ενέχυρο στο πράγμα. Η συμφωνία απαιτείται να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ή έγγραφο ιδιωτικό με βέβαιη χρονολογία, να προσδιορίζει την απαίτηση και να περιγράφει το ενεχυραζόμενο πράγμα. Αντί για περιγραφή στο σώμα του εγγράφου αρκεί να προσαρτάται σε αυτό ιδιαίτερος κατάλογος (ΑΚ1211). Η παράδοση του πράγματος μπορεί να γίνει και σε  τρίτον με κοινή συναίνεση δανειστή και ενεχυραστή (ΑΚ 1212). 

Αν το αντικείμενο του ενεχύρου είναι απαίτηση, απαιτείται ο ενεχυραστής να γνωστοποιήσει στον οφειλέτη την ενεχύραση.

Ενέχυρο επιτρέπεται μόνον επί κινητών. Ενεχύραση απαίτησης, που αφορά ακίνητο, απαγορεύεται, γιατί θα κατέληγε με την είσπραξή της σε δημιουργία ενεχύρου πάνω σε ακίνητο, αποτέλεσμα ασυμβίβαστο με την ρύθμιση του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 744/2017).

Ενέχυρο μπορεί να συσταθεί και σε δικαίωμα, εφ όσον αυτό είναι μεταβιβάσιμο. Η σύσταση γίνεται κατά τον τρόπο, που γίνεται και η μεταβίβαση του δικαιώματος (ΑΚ 1247).

Αν στην ίδια απαίτηση έχουν συσταθεί περισσότερα ενέχυρα, η σειρά προτεραιότητας κανονίζεται από το χρόνο σύστασης κάθε δικαιώματος (ΑΚ 1250).

Το ενέχυρο ασφαλίζει την απαίτηση σε όλη της την έκταση, ιδίως τους τόκους, την ποινική ρήτρα, τις αξιώσεις του δανειστή εξ αιτίας δαπανών που έκανε στο πράγμα, τα δικαστικά έξοδα, καθώς και τα έξοδα για την εκποίηση του ενεχύρου (ΑΚ 1218).

Ο δανειστής έχει υποχρέωση να φυλάει το πράγμα. Χωρίς την συναίνεση του ενεχυραστή δεν έχει δικαίωμα να το χρησιμοποιεί, ή να το μετενεχυράζει (ΑΚ 1224). Αν κινδυνεύει η ασφάλεια του δανειστή, επειδή απειλείται καταστροφή, ή ουσιώδης μείωση της αξίας του πράγματος, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να πουλήσει το πράγμα με πλειστηριασμό, ύστερα από άδεια του δικαστηρίου, εκτός αν ο ενεχυραστής συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα σε εύλογη προθεσμία που του τάσσεται. Ο πλειστηριασμός γίνεται όπως ο πλειστηριασμός κινητού, που έχει κατασχεθεί. Το εκπλειστηρίασμα υποκαθίσταται στο πράγμα και κατατίθεται δημόσια (ΑΚ 1228).

Αν απειλείται καταστροφή του πράγματος, ή ουσιώδης μείωση της αξίας του, ο ενεχυραστής έχει το δικαίωμα να προκαλέσει δικαστική άδεια για την πώληση του πράγματος, ή να απαιτήσει την απόδοσή του, παρέχοντας άλλη ασφάλεια. Παροχή ασφάλειας με εγγυητή αποκλείεται (ΑΚ 1229).

Το ενέχυρο, αν μεν το ασφαλιζόμενο χρέος δεν έληξε, χορηγεί στον δανειστή, κατά το άρθρο 1253 ΑΚ, το δικαίωμα να εισπράξει από κοινού με τον ενεχυραστή την απαίτηση, που είναι χρηματική, ενώ αν το ασφαλιζόμενο χρέος έληξε, ο δανειστής δικαιούται, κατά το άρθρο 1254 ΑΚ, είτε να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση κατά το ποσό, όμως, μόνον που απαιτείται για την ικανοποίησή του, είτε να απαιτήσει να του εκχωρηθεί αυτή κατά το ίδιο ποσό αντί καταβολής. Ο δανειστής δεν δικαιούται σε άλλη διάθεση της ενεχυρασμένης απαίτησης (ΑΠ 744/2017).

Ο δανειστής, από την στιγμή που η απαίτησή του έγινε απαιτητή, έχει  δικαίωμα, να πουλήσει το πράγμα με πλειστηριασμό, αν έχει εκτελεστό  τίτλο, ή να προκαλέσει δικαστική απόφαση για την πώλησή του με  πλειστηριασμό. Η πώληση γίνεται όπως η πώληση κινητού, που έχει  κατασχεθεί. Η πώληση πραγμάτων που έχουν χρηματιστηριακή αξία γίνεται χρηματιστηριακώς (ΑΚ 1237).

Ο δανειστής έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα, όταν αποσβεστεί το ενέχυρο. Απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται ιδίως, α) με την απόσβεση της  απαίτησης για χάρη της οποίας έχει συσταθεί, β) με την απόδοση του πράγματος από τον δανειστή στον ενεχυραστή (ή στον κύριο), γ) με την μονομερή δήλωση του δανειστή προς τον ενεχυραστή (ή τον κύριο) ότι παραιτείται από το ενέχυρο, και δ) με την ένωση στο ίδιο πρόσωπο της κυριότητας και του δικαιώματος του ενεχύρου (ΑΚ 1243).

Με άδεια του δικαστηρίου, έχει δικαίωμα ο δανειστής και μετά την απόσβεση της απαίτησής του, να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος στον οφειλέτη, αν έχει εναντίον του άλλη απαίτηση, που συνομολογήθηκε μετά την σύσταση του ενεχύρου και έγινε απαιτητή πριν από την λήξη της απαίτησης, που ασφαλίζεται με το ενέχυρο. Το ίδιο δικαίωμα έχει ο δανειστής και κατά του τρίτου ενεχυραστή, αν έχει εναντίον του απαίτηση (ΑΚ 1233).

Οι αξιώσεις του ενεχυραστή κατά του δανειστή από βλάβη, ή μείωση της αξίας του πράγματος, και οι αξιώσεις του δανειστή για δαπάνες, ή για την αφαίρεση κατασκευάσματος, που τυχόν έχει προσθέσει, παραγράφονται έξι μήνες από την απόσβεση του ενεχύρου (ΑΚ 1235).

Οι δαπάνες που έκανε ο δανειστής για την διατήρηση του πράγματος αναζητούνται κατά τις διατάξεις για την διοίκηση αλλοτρίων (ΑΚ 1225).

Όταν πρόκειται για σύσταση ενεχύρου επί ανωνύμων τίτλων, σύμφωνα με το άρθρο 1244 ΑΚ, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενεχύρου κινητών.

Όταν το αξιόγραφο είναι ονομαστικός τίτλος, όπως ονομαστική μετοχή ανώνυμης εταιρίας, επειδή ο ΑΚ δεν περιέχει ρητή διάταξη για την σύσταση ενεχύρου σε ονομαστικούς τίτλους, εν όψει της ρύθμισης του άρθρου 1245 ΑΚ, που δεν κάνει διάκριση μεταξύ ανωνύμων και ονομαστικών μετοχών αμέσως μετά την ρύθμιση της ΑΚ 1244, που εξομοιώνει τους ανώνυμους τίτλους με κινητά, δικαιολογείται η ίδια αντιμετώπιση και για τις ονομαστικές μετοχές από την πλευρά της σύστασης του ενεχύρου επ αυτών (ΑΠ 868/2014).

Ειδική νομοθετική ρύθμιση για την σύσταση ενεχύρου σε ονομαστικές μετοχές ανώνυμης εταιρείας, με κριτήριο το πρόσωπο των συμβαλλομένων, προβλέπεται στο άρθρο 3 του α.ν. 1818/1951, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. 2 του ν.δ. 3330/1955. Σύμφωνα με την παρ. 1 του ως άνω άρθρου, το ενέχυρο επί ονομαστικών μετοχών, όταν συμβαλλόμενος είναι χρηματιστής, τράπεζα ή νομικό πρόσωπο, συνιστάται με ιδιωτικό έγγραφο, που συντάσσεται εις διπλούν, υποβάλλεται στο προσήκον τέλος χαρτοσήμου και παραδίδεται στον δανειστή, μη απαιτουμένης οποιαδήποτε άλλης διατύπωσης.

Σε κάθε άλλη περίπτωση ενεχύρασης των ονομαστικών μετοχών, πλην των αναφερομένων στην παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1244 ΑΚ, δηλαδή εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή για την σύσταση του ενεχύρου οι διατάξεις του άρθρου 1211 ΑΚ (ΑΠ 868/2014).

Κατά το άρθρο 1251 ΑΚ, για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία. Τίτλο σε διαταγή αποτελεί η επιταγή, η συναλλαγματική και το γραμμάτιο σε διαταγή. 

Ο ενεχύραση των τίτλων αυτών με οπισθογράφηση επιτρέπεται και με το ν.δ. 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», που εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ.1 του ΕισΝΑΚ, όπου στο άρθρο 38 ορίζει, αν αντικείμενο της ενεχύρασης είναι δικαιόγραφο σε διαταγή, η ενεχύραση γίνεται με οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή της πιστώτριας, μη απαιτουμένης άλλης έγγραφης σύμβασης ενεχύρασης.

Η ενεχύραση με οπισθογράφιση ισχύει και για την επιταγή, παρ ότι στον ν. 5960/1933 «περί επιταγής» δεν υπάρχει σχετική διάταξη, ούτε στον ν. 5325/1932 προβλέπεται οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου των επιταγών, καθ ότι δεν θεσπίζεται σχετική απαγόρευση (ΑΠ 1854/2005, ΑΠ 537/2002, ΑΠ 1565/2002, ΑΠ 1854/2005, ΜονΠρΘεσ 26145/2007, ΕιρΚρωπίας 755/2012).

Για την ενεχύραση των παραπάνω τίτλων σε διαταγή αρκεί η οπισθογράφηση αυτών σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, όπως, να συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, ή ιδιωτικό βεβαίας χρονολογίας, ούτε να γνωστοποιηθεί τούτο στον ενεχόμενο από την επιταγή, μη εφαρμοζομένων υποχρεωτικά των διατάξεων των άρθρων 460, 1211, 1247, 1248 ΑΚ. Αρκεί η οπισθογράφηση να περιέχει την μνεία «αξία λόγω ασφαλείας», ή «αξία λόγω ενεχύρου», ή κάθε άλλη μνεία, που περιέχει ενεχύραση. 

Δεν αποκλείεται, όμως, η επιλογή του κοινού τρόπου ενεχύρασης, με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 1247 και 1248 ΑΚ.

Ο ενεχυρούχος δανειστής τέτοιων τίτλων, ακόμα και επί  μεταχρονολογημένων επιταγών, δικαιούται να ασκήσει όλα τα δικαιώματα, που απορρέουν από τον τίτλο (ΕφΘεσ 2445/2000) και έχει το δικαίωμα, να εισπράξει μόνος την απαίτηση, και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος (ΑΠ 1453/2007, ΕιρΚρωπίας 755/2012), υποχρεούμενος, μόνο, μετά την πλήρη ικανοποίησή του, να αποδώσει το τυχόν υπόλοιπο στον ενεχυραστή (ΑΠ  1453/2007).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 924, 926,927 ΚΠολΔ, ως ισχύουν, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση και στην περίπτωση του άρθρου 915 και αντιγράφου του αποδεικτικού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο αυτό.

Η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Όποιος επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, έχει υποχρέωση να διορίσει, με την επιταγή που κοινοποιείται σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, αντίκλητο που να κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος που υπογράφει την επιταγή. Στον αντίκλητο μπορούν να γίνουν όλες οι επιδόσεις και οι προσφορές που αφορούν την εκτέλεση.

Μετά την επίδοση της επιταγής δεν μπορεί, με ποινή ακυρότητας, να γίνει άλλη πράξη εκτέλεσης πριν περάσουν (3) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση.

Η προθεσμία αυτή τηρείται και όταν η αναγκαστική εκτέλεση συνεχίζεται κατά του κληρονόμου, ή του κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας.

Όταν περάσει έτος από την επίδοση της επιταγής, δεν μπορεί να γίνει καμία άλλη πράξη εκτέλεσης που να βασίζεται επάνω σε αυτήν.

Η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος δίνει, επάνω στο απόγραφο, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή και ορίζει τον τρόπο και αν είναι δυνατό και τα αντικείμενα επάνω στα οποία θα γίνει η εκτέλεση.

Αν πρόκειται για κατάσχεση, ορίζει ως υπάλληλο του πλειστηριασμού έναν συμβολαιογράφο της περιφέρειας του τόπου όπου θα γίνει η κατάσχεση και αναφέρεται η τυχόν διενέργειά του με ηλεκτρονικά μέσα.

Η εντολή πρέπει να χρονολογείται και να υπογράφεται από το δικαιούχο, ή τον πληρεξούσιό του.

Η εντολή δίνει την εξουσία να ενεργηθούν όλες οι πράξεις της εκτέλεσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε αυτήν.

Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση μπορεί, κατά την διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ, να ασκήσει ανακοπή στο αρμόδιο δικαστήριο, προβάλλοντας αντιρρήσεις, που  αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ή την απαίτηση.

Από την διάταξη του άρθρου 478 ΑΚ που ορίζει ότι «αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, σε περίπτωση αμφιβολίας ο δανειστής δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή» προκύπτει ότι, αν τρίτος υποσχέθηκε προς τον οφειλέτη να καταβάλει το χρέος του οφειλέτη προς τον δανειστή του, ο τρίτος έχει υποχρέωση να καταβάλει το χρέος του οφειλέτη και να τον απαλλάξει, χωρίς ο δανειστής, αν δεν προκύπτει ειδικά το αντίθετο, να αποκτά κάποιο δικαίωμα από την σύμβαση μεταξύ του τρίτου και του οφειλέτη.  

Επομένως η υπόσχεση του τρίτου προς τον οφειλέτη περί καταβολής χρέους του, υπαρκτού ή μελλοντικού, αν δεν προκύπτει ειδικά το αντίθετο, αποτελεί απλή σύμβαση ελευθέρωσης χρέους, η ενέργεια της οποίας περιορίζεται αποκλειστικά μεταξύ των συμβληθέντων τρίτου και οφειλέτη (ΕφΠατρ 89/2008, ΕφΑθ 182/2011).

Η ελευθέρωση χρέους είναι υποσχετική δικαιοπραξία, αιτιώδης, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από την συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθ ενός. Είναι κατά κανόνα άτυπη, εκτός αν η τήρηση του τύπου επιβάλλεται από το αντικείμενό της (άρθρα 367 και 369 ΑΚ) ή την αιτία της (ΑΠ 1230/2010, ΕφΑθ 182/2011).

Ο οφειλέτης, που δέχθηκε την υπόσχεση ελευθέρωσης, δεν έχει δικαίωμα, προτού ικανοποιήσει τον δανειστή του, να αξιώσει αποζημίωση παρά του υποσχεθέντος τρίτου, γιατί το δικαίωμά του αυτό δεν έχει ακόμη γεννηθεί και δεν έχει καταστεί δανειστής εκείνου που του έδωσε την υπόσχεση ελευθέρωσης. Η αξίωσή του για αποζημίωση θα γεννηθεί, όταν και εφ όσον αναγκαστεί να πληρώσει τον δανειστή του (ΕφΑθ 3924/03, ΕφΛαρ 369/2012). 

Κατά συνέπεια, αν ο τρίτος δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του και ο οφειλέτης εξαναγκασθεί, πχ. κατόπιν απειλής αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους του δανειστή του, να πληρώσει ο ίδιος τον δανειστή του, ο τρίτος είναι υποχρεωμένος, να καταβάλλει αποζημίωση (κατ αναγωγή) για το λόγο ότι ο οφειλέτης, σύμφωνα με την εσωτερική σχέση που τους συνδέει, εξόφλησε αλλότριο χρέος (ΕφΑθ 10436/1990, ΕφΛαρ 369/2012).

Για να αποκτήσει ο δανειστής άμεση αξίωση εναντίον εκείνου που υποσχέθηκε από μια τέτοια σύμβαση, πρέπει από την τελευταία να προκύπτει αυτό σαφώς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 411 ΑΚ, δηλαδή να προκύπτει τέτοια βούληση των μερών που έχουν συμβληθεί, ή αυτό να συνάγεται από την φύση και το σκοπό της σύμβασης (ΑΠ 1791/2007, ΕφΑθ 182/2011).

Αν ο υποσχεθείς είναι και οφειλέτης του προς ον η υπόσχεση, τότε η δοθείσα από εκείνον υπόσχεση διακανονισμού του χρέους και ελευθέρωσης του οφειλέτη από τις έναντι των δανειστών οφειλές, τους οποίους αναφέρει κατ όνομα και απαίτηση, ερμηνεύεται ως ενέχουσα την βούληση των συμβληθέντων, όπως, με καταβολή του υποσχεθέντος προς τους δανειστές του οφειλέτη, εκκαθαρισθεί η όλη κατάσταση και εξυπηρετηθούν έτσι οι  συναλλακτικές ανάγκες και τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων με την δημιουργία υπέρ του δανειστή αυτοτελούς και άμεσου δικαιώματος, να απαιτήσει την παροχή ευθέως από τον υποσχεθέντα (ΕφΘεσ 68/1982, ΕφΑθ 182/2011).

Με την διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφ όσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.

Σύμφωνα με την διάταξη, εάν από πταίσμα (δόλο, ή αμέλεια έστω και ελαφρά) του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ο εγγυητής ελευθερώνεται από την υποχρέωση της εγγύησης. Η εφαρμογή της διάταξης δεν αποκλείεται, από τυχόν εκ των προτέρων, παραίτηση του εγγυητή από το κατ άρθρο 855 ΑΚ δικαίωμα δίζησης (ΑΠ 512/2008).

Πταίσμα του δανειστή συνιστά όχι μόνον ο δόλος και η βαριά αμέλειά του περί την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά και η ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα εκδηλώνεται, είτε με ενέργειες, είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη (ΑΠ 999/2013). Υπάρχει πταίσμα του δανειστή και όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, ή υπαίτια δεν αποδέχεται την κύρια οφειλή, που έγκυρα του προσφέρεται, ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη, ή αμελεί την διεξαγωγή της δίκης, ή αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη (ΑΠ 512/2008).

Επειδή η διάταξη είναι ενδοτικού χαρακτήρα, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του δικαιώματος ελευθέρωσης. Η εκ των προτέρων παραίτηση του δικαιώματος ελευθέρωσης δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο, ή βαρεία αμέλεια, του δανειστή, γιατί, σύμφωνα με το άρθρο 332 εδ.1 ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε προηγούμενη συμφωνία που αποκλείει, ή περιορίζει, την ευθύνη από δόλο, ή βαριά αμέλεια (ΟλΑΠ 6/2000). Ο ορισμός της βαριάς αμέλειας δεν προβλέπεται στον ΑΚ, εναπόκειται στον δικαστή της ουσίας, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει πότε η αμέλεια φέρει βαριά μορφή. Η τυχόν υπ αυτού εσφαλμένη υπαγωγή των γενόμενων δεκτών περιστατικών στη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1568/2009).

Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».

Με την διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή του πολίτη στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων νομικά κατοχυρωμένη από την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι, «για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά».

Με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία, αφού καθιερώνεται η αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, σύμφωνα με την οποία, η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ` αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί η μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση την βούληση άλλου ατόμου και χωρίς την δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2 παρ. 1, 4 παρ.  παρ. 2 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Άμεση συνέπεια της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει, ελευθερία του ατόμου να συνάπτει, ή να μη συνάπτει, σύμβαση, τόσο γενικά, όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης.

Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ` αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων, ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος, ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, ή αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος,

Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ` εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφ ενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφ ετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσης» και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα» και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του παραπάνω πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί στην λύση - κατάργηση ενοχικής σύμβασης, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσης της.

Επομένως, επειδή η λύση ενοχικής σύμβασης με νόμο και η εντεύθεν απώλεια των εξ αυτής ενοχικών δικαιωμάτων των συμβαλλομένων δεν προσκρούει στην διάταξη του παραπάνω πρωτοκόλλου, παρέπεται ότι το κράτος έχει το δικαίωμα  να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίο, που οδηγούν σε λύση ενοχικής σύμβασης προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον. Η συνδρομή, όμως, των περιστατικών, τα οποία, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη ελέγχεται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων (ΟλΑΠ 4/1998,  ΑΠ 16/2013, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 191/2016, ΑΠ 166/2016, ΟλΑΠ 40/1998, ΟλΑΠ 33/2002, ΟλΑΠ 7/2015, ΑΠ 410/2017).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου  904 ΚΠολΔ, ως ισχύει, αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου.

Εκτελεστοί τίτλοι είναι

α) οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, και οι αποφάσεις κάθε ελληνικού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές.

β) οι διαιτητικές αποφάσεις.

γ) τα πρακτικά ελληνικών δικαστηρίων που περιέχουν συμβιβασμό, ή προσδιορισμό δικαστικών εξόδων.

δ) τα συμβολαιογραφικά έγγραφα.

ε) οι διαταγές πληρωμής και οι διαταγές απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου.

στ) οι αλλοδαποί τίτλοι που κηρύχθηκαν εκτελεστοί.

ζ) οι διαταγές και πράξεις που αναγνωρίζονται από το νόμο ως τίτλοι εκτελεστοί.

Σύμφωνα με τον ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών,  ως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον ν. 3587/2007, ελαττωματικό θεωρείται το προϊόν το οποίο δεν παρέχει την προβλεπόμενη απόδοση σύμφωνα με τις προδιαγραφές του, ή και την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών και, ιδίως, της εξωτερικής εμφάνισης του, της αναμενόμενης χρησιμοποίησης του και του χρόνου κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία.

Δεν είναι ελαττωματικό ένα προϊόν για μόνο το λόγο ότι μεταγενέστερα τέθηκε σε κυκλοφορία άλλο τελειότερο.

Ελαττωματικό είναι το επικίνδυνο προϊόν, που αντιδιαστέλλεται από το ασφαλές.

Με την έννοια αυτή η ελαττωματικότητα του προϊόντος συνδέεται κατά τρόπο άμεσο με τη θεμελίωση της ειδικής αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού .

Αντίθετα για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού (και των προσώπων που εξομοιώνονται με αυτόν) κατά τις κοινές διατάξεις, απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, με την οποία να συνδέεται η (αντικειμενική) βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος.

Η συμπεριφορά είναι παράνομη, όχι μόνο όταν προσκρούει σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και όταν εξέρχεται από τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών, όπως τα όρια αυτά προκύπτουν από τα άρθ. 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 ΑΚ.

Σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την γενική επιταγή δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης).

Τα κατάλληλα μέτρα μπορεί να προκύπτουν άμεσα από διάταξη ουσιαστικού νόμου, διαφορετικά προσδιορίζονται με βάση τις διατάξεις του ν. 2251/1994. Διαμορφώνονται έτσι οι ειδικότερες συναλλακτικές υποχρεώσεις, που συνδέονται με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και καθορίζουν το αναγκαίο επίπεδο ασφάλειάς της.

Δραστηριότητα που εγκυμονεί κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων, αποτελεί και εκείνη του παραγωγού (ή ανάλογα του προμηθευτή) προϊόντων, ο οποίος με τη, διαφήμιση και την προβολή των προϊόντων του εμπεδώνει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και δημιουργεί δεσμό πίστης, από τον οποίο απορρέουν αντίστοιχες συναλλακτικές υποχρεώσεις του.

Κοινή συνισταμένη των υποχρεώσεων του παραγωγού είναι η οργάνωση της παραγωγής με τρόπο που να εξυπηρετείται η γενική υποχρέωση πρόνοιας, μέσω κυρίως του ελέγχου του προϊόντος και της πληροφόρησης του καταναλωτικού κοινού.

Η παράβαση με οποιοδήποτε τρόπο της υποχρέωσης αυτής, που έχει ως συνέπεια την παραγωγή και διάθεση ελαττωματικών προϊόντων, δηλαδή προϊόντων που θέτουν σε κίνδυνο έννομα αγαθά απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών, αποτελεί συμπεριφορά που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης του παραγωγού και διαψεύδει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας του προϊόντος.

Αποτελεί παράνομη και κατ' αρχήν και υπαίτια συμπεριφορά που δικαιολογεί, με την συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης, αποζημίωση για υλικές ζημιές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 891/2013).

Σύμφωνα με το άρθρο 452 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την επίδειξη γίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων, που συνίστανται στην απόδοση και στην παράδοση πράγματος, ή την ενέργεια πράξης.

Τέτοιες είναι εκείνες των άρθρων 941 και 946 ΚΠολΔ, από το συνδυασμό των οποίων σαφώς προκύπτει, ότι το αντικείμενο της εκτέλεσης πρέπει να είναι εντελώς εξατομικευμένο, άλλως η εκτέλεση δεν είναι εφικτή (ΑΠ 776/2005, ΜΠρΑθ 11918/2011,  ΜΠρΑθ 2965/2015).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης, ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης που είναι εκκρεμής σε πολιτικό ή διοικητικό Δικαστήριο, ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το Δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη.

Από τη διατύπωση και την έννοια της διάταξης αυτής, που έχει θεσπισθεί για να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, προκύπτει με σαφήνεια ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή ή να προχωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς όταν για το ίδιο θέμα υπάρχει άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ίδιου ή άλλου Δικαστηρίου, ανεξάρτητα βαθμού, μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων προσώπων, για το σκοπό εναρμόνισης της δικαστικής κρίσης σχετικά προς το ίδιο ζήτημα ή από άλλο λόγο που αφορά την ορθή εκτίμηση της διαφοράς.

Η εκκρεμοδικία συνιστά δικονομικό απαράδεκτο της αγωγής που ασκήθηκε εκ νέου και έχει ως συνέπεια όχι την απόρριψη της δεύτερης αγωγής, αλλά την αναστολή της εκδικάσεως αυτής μέχρι την περάτωση ή κατάργηση της πρώτης δίκης. Η αναστολή διατάσσεται όχι μόνον κατόπιν προβολής ενστάσεως, αλλά και αυτεπαγγέλτως, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 222 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Προϋποθέσεις της ενστάσεως εκκρεμοδικίας είναι οι εξής

α) Ύπαρξη εκκρεμούς δίκης, είτε ενώπιον του ίδιου, είτε ενώπιον άλλου Δικαστηρίου,

β) Ταυτότητα προσώπων, δηλ. ταυτότητα διαδίκων που να παρίστανται με την ίδια ιδιότητα. Τούτο σημαίνει ότι το δεδικασμένο της αποφάσεως της πρώτης δίκης καταλαμβάνει (δεσμεύει) και τους διαδίκους της δεύτερης δίκης, ανεξάρτητα δηλαδή από την μεταλλαγή της δικονομικής ιδιότητας αυτών σε κάθε δίκη,

γ) Ταυτότητα διαφοράς, δηλ. ταυτότητα δικαιώματος, αντικειμένου και ιστορικής και νομικής αιτίας. Ταυτότητα δικαιώματος υπάρχει όταν το προβαλλόμενο δικαίωμα είναι το ίδιο, το οποίο εξετάστηκε και κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ταυτότητα αντικειμένου υπάρχει όταν το ενσώματο ή ασώματο αντικείμενο της νέας δίκης δεν είναι διαφορετικό της προηγούμενης δίκης. Με τον όρο ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας δηλώνεται η ταυτότητα του νομικού γεγονότος του παραγωγικού της έννομης σχέσης. Με άλλα λόγια ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας σημαίνει ότι με την δεύτερη αγωγή, ανταγωγή κλ.π. πρέπει να προβάλλεται με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά το ίδιο αίτημα.

Από τη διάταξη του άρθρου 1003 ΑΚ συνάγεται ότι η από ακίνητο εκπομπή θορύβου, που παραβλάπτει σημαντικά την χρήση άλλου ακινήτου από τον κύριο αυτού, όπως μπορεί να συμβαίνει αν το καθιστά ανθυγιεινό ή ακατάλληλο για κατοικία, είναι πράξη παράνομη και για αυτό δεν έχει υποχρέωση ο κύριος αυτός να την ανέχεται. Το παράνομο αίρεται αν η εκπομπή προέρχεται από χρήση συνηθισμένη για τα ακίνητα της περιοχής. Στην περίπτωση μάλιστα αυτή ο κύριος έχει υποχρέωση να ανέχεται την εν λόγω εκπομπή.

Από τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 εδ. α ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον προσβολέα να μην επαναληφθεί η προσβολή στο μέλλον. Το παράνομο της συμπεριφοράς του προσβολέα καθορίζεται από άλλες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1003 ΑΚ και 1 και 3 α. ν. 2520/1940,  417 ΠΚ,  με αριθμό 1023/2/37ια/1996 αστυνομική διάταξη (μέτρα για την τήρηση της κοινής ησυχίας) συνάγεται ότι, όποιος σε αστική περιοχή διαταράσσει με θορύβους και φωνασκίες την ησυχία των κατοίκων κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, ή δεν λαμβάνει ως κάτοχος κατοικίδιου ζώου μέτρα προς αποφυγή όχλησης των περιοίκων, ενεργεί παράνομα. Σε περίπτωση που με την ενόχληση ή διατάραξη βλάπτεται η υγεία του γείτονα, προσβάλλει συγχρόνως παράνομα και την προσωπικότητά του.  Για αυτό έχει απέναντί του την υποχρέωση να παραλείψει και να μην επαναλάβει την προσβολή στο μέλλον. Όταν μάλιστα προσβάλλεται η προσωπικότητα του γείτονα, δεν έχει ισχύ η υποχρέωση ανοχής (για εκπομπές από συνηθισμένη κ.λπ. χρήση) που προβλέπει το άρθρο 1003 ΑΚ, γιατί πρόκειται για προσβολή διαφορετικών εννόμων αγαθών (ΑΠ 718/2001, ΜονΠρΠειρ 629/2015 (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο δεν είναι καθ ύλη, ή κατά τόπο, αρμόδιο, αποφαίνεται για αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το αρμόδιο Δικαστήριο στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση. Η παραπεμπτική απόφαση, όταν τελεσιδικήσει, είναι υποχρεωτική, τόσο για την αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Οι συνέπειες που έχει η άσκηση της αγωγής διατηρούνται.

Στην περίπτωση που, παράλληλα με τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, ασκούσε κάποιος από τους διαδίκους έφεση κατά της απόφασης του παραπέμψαντος Δικαστηρίου, επειδή η παραπεμπτική απόφαση είναι οριστική και υπόκειται σε έφεση (άρθρο 513 παρ.1 α ΚΠολΔ), τόσο η προθεσμία, όσο και η άσκηση της έφεσης, αναστέλλουν μόνο τη δεσμευτικότητα της διαπλαστικής ενέργειας της παραπάνω απόφασης και όχι τη μετάθεση της εκκρεμοδικίας ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, που γίνεται αυτομάτως με την έκδοση της εν λόγω απόφασης.

Η κλήση προς συζήτηση, που γίνεται ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής πριν από την τελεσιδικία της παραπεμπτικής απόφασης, δεν είναι απαράδεκτη, αλλά απλώς το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται να δεχτεί την ύπαρξη της αρμοδιότητάς του, έχοντας τη δυνατότητα να δικάσει την υπόθεση, ή, εφ όσον κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, να την αναπέμψει παραπέρα σε τρίτο Δικαστήριο.

Η απόφαση παραπομπής μετά την τελεσιδικία της δεσμεύει κατά την παρ. 2 της εν λόγω διάταξης το δικαστήριο στο οποίο παρέπεμψε την υπόθεση μόνο ως προς την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή.

Κατά τα λοιπά, η απόφαση αυτή ουδεμία άλλη δέσμευση δεν παράγει για το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο κρίνει αδέσμευτα επί της αγωγής και δη ως προς το ορισμένο ή ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής και κατά την προσήκουσα διαδικασία (ΕφΑθ 9150/1982, ΕφΛαρ 69/2019).

Κατά το άρθρο 222 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή, ή κύρια παρέμβαση, ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋπόθεση προβολής του από την εκκρεμοδικία απαραδέκτου, το οποίο οδηγεί σε αναστολή εκδικάσεως της επίδικης διαφοράς είναι εκτός άλλων, να υπάρχει ταυτότητα διαφοράς και στις δύο δίκες δηλαδή στην αρχική και τη δεύτερη που έχει αχθεί ενώπιον του δικαστηρίου, για την οποία έκρινε η απόφαση. Δεν αρκεί, δηλαδή, η σύμπτωση των αιτημάτων των δύο αγωγών, αλλά απαιτείται και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, σε τρόπον ώστε να μην υπάρχει τέτοια ταυτότητα διαφοράς αν μεταξύ των δύο αγωγών υφίσταται διαφοροποίηση των πραγματικών γεγονότων των παραγωγικών του ίδιου γεγονότος. Η αρχή αυτή ισχύει και στις διαπλαστικές αγωγές (ΑΠ 638/1999, ΑΠ 1403/1997,  ΕφΠατρων 200/2019, ΕφΠειρ 644/2018).

Αναβιώνει πάλι μόνο με την άσκηση της έφεσης και εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος, διαρκεί δε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εφέσεως. Έκτοτε ο ενάγων έχει το δικαίωμα να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής του, είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο.

Η παραίτηση αυτή επάγεται την κατάργηση της δίκης και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και την έμμεση άρση της ισχύος της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον γίνει χωρίς αντίρρηση του εναγομένου, καθώς και όταν αντιλέγει μεν αυτός, αλλά δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον προς περάτωση της δίκης με έκδοση οριστικής απόφασης. Τυπική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης με ιδιαίτερη διάταξη δεν απαιτείται, αφού μετά την παραίτηση κηρύσσεται κατηργημένη η δίκη και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και αυτό αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Το εμπρόθεσμο όμως της έφεσης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί, εάν η έφεση είναι εκπρόθεσμη, η πρωτόδικη απόφαση έχει τελεσιδικήσει και η εκκρεμοδικία περατώθηκε, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να χωρήσει πλέον παραίτηση από την αγωγή (ΑΠ 1922/05, ΕφΑθ 233/2011, ΕφΑθ 78/2008, Εφ Λαρισ 529/2018). Αν εκδοθεί οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απορρίψει την αγωγή λόγω αοριστίας, κατ αυτής δε δεν ασκηθεί έφεση, η τυχόν νέα αγωγή του ίδιου ενάγοντος δεν αποκρούεται με την ένσταση εκκρεμοδικίας (ΑΠ 1048/2009).

Α. Αν, στα πλαίσια δίκης, που έχει ανοιχθεί ή θα ανοιχθεί, ή δικαιοπραξίας, τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα  του πατέρα  του, ή της μητέρας του, που ασκούν την γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων, ή των συγγενών τους εξ  αίματος, ή εξ αγχιστείας σε ευθεία  γραμμή, διορίζεται ειδικός επίτροπος, για να το εκπροσωπήσει στην δίκη, ή στην δικαιοπραξία (ΑΚ 1517).

Β. Ο διορισμός γίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον για τον διορισμό ειδικού επιτρόπου, ή και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος,  αν δε, δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

Γ. Ειδικός επίτροπος διορίζεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το καταλληλότερο πρόσωπο για να εκπροσωπήσει τον ανήλικο, με προτίμηση στους πλησιέστερους συγγενείς του.

Δ. Αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο.

Ε. Η εξουσία του ειδικού επιτρόπου προσδιορίζεται με την απόφαση του διορισμού του για τα ζητήματα για τα οποία ζητήθηκε ο διορισμός του, παύει δε αυτοδίκαια με το πέρας της αποστολής του.

Α. H εγγυητική επιστολή είναι είδος προσωπικής εξασφαλιστικής σύμβασης. Ένα πρόσωπο υπόσχεται εγγράφως στον λήπτη της εγγυητικής επιστολής, κατόπιν εντολής τρίτου προσώπου, ότι θα του καταβάλλει ορισμένη χρηματική παροχή, είτε σε πρώτη ζήτηση, είτε υπό όρους, χωρίς το πρόσωπο αυτό να δικαιούται, ή να υποχρεούται, να αναχθεί στην σχέση του λήπτη με τον τρίτο, ή στην σχέση η οποία συνδέει τον ίδιο με τον τρίτο.

Β. Στην σύμβαση εμπλέκονται κατ αρχήν τρία πρόσωπα. Ο εκδότης, ο λήπτης της εγγυητικής επιστολής και ο οφειλέτης. Ο οφειλέτης συνδέεται συμβατικώς, τόσο με τον λήπτη της εγγυητικής επιστολής (σχέση αξίας) όσο και με τον εκδότη (σχέση κάλυψης).

Γ.Η σχέση αξίας, συνίσταται σε οιαδήποτε έννομο σχέση, από την οποία προκύπτει ανάγκη εξασφάλισης του ενός μέρους. Η φύση και το περιεχόμενό της δεν επηρεάζουν την φύση της σύμβασης της εγγυητικής επιστολής, αλλά επηρεάζουν το περιεχόμενό της, εφ όσον ο κίνδυνος τον οποίον καλύπτει κάθε φορά η εγγυητική επιστολή προσδιορίζει συχνά το είδος της εκδοθησομένης εγγυητικής επιστολής.

Δ. Η έκδοση εγγυητικής επιστολής εμφανίζεται στην πράξη, ως προϋπόθεση της συναλλαγής την οποία θέτει ο δανειστής στον οφειλέτη. Η συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη για την έκδοση εγγυητικής επιστολής αποτελεί ιδιαίτερη παρεπόμενη σύμβαση. Από την παρεπόμενη σύμβαση, θα κριθούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών, σε σχέση με την λειτουργία της εγγυητικής επιστολής, τους όρους κατάπτωσής της κλπ.

Ε. Η εγγυητική επιστολή εμφανίζει όλα τα ιδιαίτερα εννοιολογικά χαρακτηριστικά της εγγυοδοτικής σύμβασης, καθώς είναι και αυτή υποσχετική, ετεροβαρής και αιτιώδης σύμβαση, η οποία θεμελιώνει μία νέα και αυτόνομο συμβατική σχέση μεταξύ του εγγυοδότη και του λήπτη της εγγυητικής επιστολής (εγγυηλήπτη) μη παρεπόμενη σε σχέση με την ασφαλιζόμενη απαίτηση (ΕφΠειρ 870/2006).

Σύμφωνα με το άρθρο 911 ΚΠολΔ, ως ισχύει, στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο δύναται να κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση, ολικά ή εν μέρει, σε κάθε περίπτωση που κρίνει πως συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για αυτό, ή ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στο διάδικο που νίκησε (άρθρο 908 ΚΠλΔ) το δικαστήριο μπορεί, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε, να εξαρτήσει την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης από την παροχή ανάλογης εγγύησης από το διάδικο που νίκησε, η οποία ορίζεται με την ίδια απόφαση, αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι και ιδίως αν η οικονομική κατάσταση του διαδίκου που νίκησε ή άλλοι λόγοι, δημιουργούν τον κίνδυνο να μην είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων την προηγούμενη κατάσταση σε περίπτωση που η απόφαση μεταρρυθμιστεί ή εξαφανιστεί. Το δικαστήριο μπορεί αντί για την εγγύηση να διατάξει να κατατεθεί δημόσια το χρηματικό ποσό ή το πράγμα που θα ληφθεί με την εκτέλεση, αν επιδέχεται κατάθεση, ώσπου να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση.

Από τα άρθρα 1257 επ. ΑΚ προκύπτει ότι, σε ξένο ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης για την εξασφάλιση απαίτησης με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το ακίνητο. Η υποθήκη αποκτάται, εφ όσον υπάρχει τίτλος, ο οποίος χορηγεί δικαίωμα υποθήκης και γίνει εγγραφή της στο βιβλίο υποθηκών.

Τίτλοι που χορηγούν δικαίωμα για την απόκτηση υποθήκης είναι α) ο νόμος, β) η δικαστική απόφαση και γ) η ιδιωτική βούληση. 

α) Τίτλος από τον νόμο.

Τίτλο από τον νόμο έχουν

1. Το δημόσιο, στα ακίνητα των οφειλετών του για απαιτήσεις από καθυστερούμενους φόρους. 

2. Το δημόσιο, οι δήμοι, οι κοινότητες, τα θρησκευτικά ή τα κοινής  ωφέλειας ιδρύματα και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα ακίνητα  των διαχειριστών ή των εγγυητών τους, για τις απαιτήσεις που πηγάζουν  από τη διαχείριση.

3. Εκείνοι που τελούν υπό γονική μέριμνα ή  επιτροπεία, στα ακίνητα των γονέων ή του επιτρόπου, για την περιουσία  τους που αυτοί διαχειρίζονται και για τις απαιτήσεις τους από αυτή τη  διαχείριση.

4. Ο κάθε σύζυγος για την απαίτησή του από την επαύξηση της  περιουσίας του άλλου συζύγου κατά το άρθρο 1400 ΑΚ.

5. Οι κληροδόχοι, στα  κινητά της κληρονομίας, για τις απαιτήσεις τους.

6. Οι κληρονόμοι στα  ακίνητα της κληρονομίας, για τις απαιτήσεις προς εξίσωση των μερίδων  τους ή λόγω νομικών ελαττωμάτων των αντικειμένων της κληρονομίας που  τους έλαχαν.

7. Ο ενυπόθηκος δανειστής, στο ενυπόθηκο ακίνητο, για τους  καθυστερούμενους τόκους της απαίτησης και για τη δαπάνη της εγγραφής  της υποθήκης ή τη δικαστική δαπάνη, εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο δεν  μεταβιβάσθηκε σε άλλον. 

β) Τίτλος από δικαστική απόφαση

Τίτλο για την απόκτηση υποθήκης παρέχουν, εφόσον επιδικάζουν χρηματική, ή άλλη αποτιμητή σε χρήμα παροχή, α) οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών ή άλλων ειδικών δικαστηρίων και β) οι εκτελεστές αποφάσεις διαιτητών ή αλλοδαπών δικαστηρίων

γ) Συναινετικός τίτλος.

Δικαίωμα για εγγραφή υποθήκης παρέχεται από τον οφειλέτη, ή από τρίτον υπέρ του οφειλέτη. Αυτός που παραχωρεί υποθήκη απαιτείται να είναι κύριος του ακινήτου.  Η παραχώρηση υποθήκης γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου, όπου προσδιορίζεται το ακίνητο που υποθηκεύεται.

Εγγραφή στο βιβλίο υποθηκών. Η υποθήκη εγγράφεται στο βιβλίο υποθηκών για ορισμένο χρηματικό ποσό.

Ικανοποίηση του δανειστή.

Το ποσό της υποθήκης προσδιορίζει αριθμητικώς το όριο της προνομιακής ικανοποίησης του ενυπόθηκου δανειστή, σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού.

Αν το ποσόν της εγγραφής είναι μικρότερο της ασφαλιζομένης απαίτησης, η καταβολή της απαίτησης μέχρι του ποσού αυτού δεν επιφέρει απόσβεση της υποθήκης.

Επί πολλαπλής υποθήκης, όταν, δηλαδή, για την εξασφάλιση της ίδιας απαίτησης, έχει εγγραφεί, συγχρόνως ή διαδοχικά, υποθήκη (ή προσημείωση) σε περισσότερα ακίνητα που ανήκουν στο ίδιο, ή σε διαφορετικά πρόσωπα, ή η εγγραφή έχει γίνει σε ιδανικά μερίδια του ίδιου ακινήτου που ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα, καθένα από τα βεβαρημένα ακίνητα εξακολουθεί να είναι υπέγγυο για την ασφαλιζόμενη απαίτηση.

Εξακολουθεί να είναι υπέγγυο το ακίνητο για την ασφαλιζόμενη απαίτηση, εφ όσον αυτή δεν εξοφλήθηκε ολοσχερώς, παρά την καταβολή, η οποία δεν προήλθε από την εκπλειστηρίαση του ενυπόθηκου, γιατί με τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου κτήματος και την καταβολή του εκπλειστηριάσματος επέρχεται ως προς το ακίνητο αυτό απόσβεση της υποθήκης (άρθ. 1318 περ.3 ΑΚ).

Από το εκπλειστηρίασμα του ενυπόθηκου και επί πολλαπλής υποθήκης καθενός ενυπόθηκου, ο ενυπόθηκος δανειστής έχει προνομιακή ικανοποίηση μέχρι του ποσού της εγγραφής της υποθήκης, ενώ το υπόλοιπο ποσό της μεγαλύτερης της ασφαλισμένης απαίτησης θα καταταγεί συμμέτρως με τις απαιτήσεις των αναγγελθέντων απλών εγχειρογράφων δανειστών κατά την διανομή του τυχόν απομείναντος ποσού του εκπλειστηριάσματος (ΑΠ 872/1996, ΑΠ 560/2006, 2111/2014, ΑΠ 1418/1985).

Από τις διατάξεις των άρθρων 682 παρ. 1, 706 ΚΠολΔ και 1274 ΑΚ προκύπτει ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης γίνεται μόνο κατόπιν δικαστικής απόφασης, ως ασφαλιστικό μέτρο, προς ασφάλεια χρηματικής απαίτησης του δανειστή και εξασφάλιση μελλοντικής αναγκαστικής εκτέλεσης.

Αποτελεί υποθήκη εξαρτημένη από την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, η οποία ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1272, 1277, 1323 αριθ. 2 ΑΚ (ΑΠ 410/2005).

Απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της προσημείωσης υποθήκης είναι να συντρέχει επικείμενος κίνδυνος, ή επείγουσα περίπτωση.

Ως επικείμενος κίνδυνος νοείται η πιθανολόγηση ότι πρόκειται προσεχής αποξένωση του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο  δανειστής θα αποκτήσει εκτελεστό τίτλο μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης. Έτσι η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της προσημείωσης υποθήκης,  ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη.

Απαιτώντας συνεπώς ο νόμος επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προδήλως την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του δανειστή, που δικαιολογείται από την συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου ματαίωσης της απαίτησης, ή επείγουσας περίπτωσης της στιγμής, η οποία είναι πιεστική και ανεπίδεκτη αναβολής και απαιτεί άμεση ρύθμιση, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστάσεων (ΜονΠρΑθ 449/2004, ΜονΠρΠειρ 124 8/1999, ΜονΠρΑθ 7810/2003).

α) Στο Κτηματολόγιο καταχωρούνται νομικές και τεχνικές πληροφορίες, που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στην δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που διασφαλίζει την δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο, που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές.

β) Από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου σε καθεμία από τις κατά το ν. 2308/1995 κτηματογραφηθείσες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε στις περιοχές αυτές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών. Η ημερομηνία έναρξης ισχύος του ορίζεται για κάθε μία από τις κτηματογραφηθείσες περιοχές με απόφαση της εταιρείας Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση ΑΕ (ΕΚΧΑ ΑΕ) αμέσως μετά την ολοκλήρωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία και την τήρηση των προβλεπόμενων στη διάταξη αυτή διατυπώσεων.

γ) Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρούνται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο. Αρχικές εγγραφές είναι εκείνες που εμφανίζονται στο κτηματολογικό βιβλίο μιας περιοχής, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, μετά την ολοκλήρωση της κτηματογράφησης και πριν την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή. Πάνω στις εγγραφές αυτές στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή δικαιώματος.

δ) Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφιστάμενων κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου σε μία περιοχή εμπραγμάτων δικαιωμάτων, που μετά την οριστικοποίηση τους παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακριβείας.

ε) Σε περίπτωση ανακριβούς αρχικής εγγραφής είναι δυνατή η προσβολή και η διόρθωσή της (ολικά ή μερικά) μέσα σε προθεσμία (7) ετών από την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου στη συγκεκριμένη περιοχή. Η προθεσμία αυτή ισχύει, τόσο για τους κατοίκους εσωτερικού, όσο και για το Ελληνικό Δημόσιο, τους μόνιμους κατοίκους εξωτερικού, ή τους μόνιμα εργαζόμενους στο εξωτερικό (άρθρο 37 ν. 4361/2016).

στ) Ειδικά για τις περιοχές των προγραμμάτων κτηματογράφησης των ετών 1997-1999 η παραπάνω προθεσμία είναι (14) ετών, τόσο για τους κατοίκους εσωτερικού, όσο και για τους κατοίκους του εξωτερικού και το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 37 ν. 4361/2016).

ζ) Μετά την λήξη των παραπάνω προθεσμιών οι αρχικές εγγραφές καθίστανται οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο, δηλαδή αποκλείεται οποιαδήποτε μεταβολή του περιεχομένου τους. 

η) Η προθεσμία διόρθωσης αρχίζει από την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργείου Περιβάλλοντος & Ενέργειας, με την οποία ορίζεται η έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στην κτηματογραφημένη περιοχή.

θ) Το είδος του σφάλματος στην αρχική εγγραφή καθορίζει και την διαδικασία διόρθωσης.

ι) Διόρθωση γα Πρόδηλο Σφάλμα

α) Διόρθωση αρχικών εγγραφών μπορεί να γίνει με την διοικητική διαδικασία του προδήλου σφάλματος, με αίτηση στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου. Γίνεται με υποβολή τυποποιημένου εντύπου αίτησης διόρθωσης προδήλου σφάλματος, είτε από τον δικαιούχο, είτε από τρίτο πρόσωπο, που έχει έννομο συμφέρον (π.χ. δανειστή, κληρονόμο) στο Κτηματολογικό Γραφείο στο οποίο ανήκει το ακίνητο, με επισυναπτόμενα αντίγραφα των εγγράφων από τα οποία προκύπτουν τα ορθά στοιχεία της εσφαλμένης εγγραφής.

β) Ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου είναι αρμόδιος για την αποδοχή, ή την απόρριψη του αιτήματος διόρθωσης και εκδίδει σχετική απόφαση.

γ) Αν ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου δεν αποφανθεί μέσα σε 15 εργάσιμες ημέρες από την υποβολή της αίτησης, ή αν απορρίψει την αίτηση, ο αιτών δικαιούται να προσφύγει στον Κτηματολογικό Δικαστή μέσα σε προθεσμία 15 εργασίμων  ημερών από την λήξη της προθεσμίας αυτής, ή αφ ότου έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησης.

δ)  Για διόρθωση γεωμετρικών στοιχείων του άρθρο 19 παρ.2 ν. 2664/98, προαπαιτείται η έκδοση κτηματογραφικού διαγράμματος για το ακίνητο (ΚΑΕΚ) του οποίου αιτείται η διόρθωση των γεωμετρικών στοιχείων. 

ε) Η αίτηση για διόρθωση προδήλου σφάλματος ενδείκνυται στις εξής περιπτώσεις. 

Ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου (π.χ λανθασμένα στοιχεία  ονοματεπώνυμου, αριθμού αστυνομικής ταυτότητας, πατρωνύμου, μητρωνύμου, ημερομηνίας γέννησης).

Ως προς το δικαίωμα (π.χ λανθασμένα στοιχεία για το είδος του καταχωρισθέντος δικαιώματος, ή/και της αιτίας κτήσης).

Ως προς τον τίτλο κτήσης (π.χ λανθασμένα στοιχεία συμβολαιογραφικού εγγράφου, δικαστικής απόφασης, διοικητικής πράξης, λανθασμένα στοιχεία μεταγραφής/ εγγραφής τίτλου κτήσης).

Όταν το ακίνητο ανήκει σε περισσότερους συγκυρίους, που έχουν κοινό έγγραφο τίτλο κτήσης, εφ όσον ορισμένοι εξ αυτών καταχωρίστηκαν στις αρχικές εγγραφές με τον εν λόγω τίτλο. 

Όταν το ακίνητο περιλαμβάνεται σε κοινό τίτλο κτήσης με άλλα ακίνητα της ίδιας κτηματογραφημένης περιοχής, τα οποία έχουν καταχωριστεί ως γνωστού ιδιοκτήτη. 

Όταν το δικαίωμα, που δεν καταχωρίσθηκε στο Κτηματολόγιο, στηρίζεται σε τίτλο κτήσης που έχει μεταγραφεί  στο Υποθηκοφυλακείο, υπό την προϋπόθεση ότι εκείνος που έχει καταχωρισθεί ως δικαιούχος συναινεί στην διόρθωση αυτή και, εάν πρόκειται για ακίνητο με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη», εφ όσον συναινεί το Ελληνικό Δημόσιο.

Όταν η μη καταχώριση ενός δικαιώματος στα κτηματολογικά βιβλία οφείλεται σε σφάλμα, ή παραδρομή, κατά τη μεταφορά των κτηματολογικών στοιχείων από τους τελικούς  πίνακες της κτηματογράφησης. 

Όταν πρόκειται για διηρημένη ιδιοκτησία, είτε αυτή έχει εγγραφεί σε αυτοτελές κτηματολογικό φύλλο με την ένδειξη «Αγνώστου ιδιοκτήτη», δηλαδή διαθέτει ΚΑΕΚ, ή περιλαμβάνεται σε μία συνολική εγγραφή «Αγνώστου ιδιοκτήτη», είτε δεν απεικονίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές, δηλαδή δεν διαθέτει ΚΑΕΚ. 

Όταν το ακίνητο (γεωτεμάχιο ή διηρημένη ιδιοκτησία) έχει αποκτηθεί με παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου, ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου.

ια) Διόρθωση με αμετάκλητη δικαστική απόφαση

α) Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία αναφορικά με τον δικαιούχο κυριότητας ενός ακινήτου (καταχώρηση στο Κτηματολόγιο στο όνομα τρίτου, ή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου) μπορεί όποιος έχει έννομο συμφέρον, δηλαδή ο πραγματικός κύριος, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού κλπ, να ζητήσει με αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) που απευθύνεται κατά τις γενικές διατάξεις ενώπιον του αρμοδίου καθ ύλην και κατά τόπο Πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και την διόρθωση της πρώτης εγγραφής.

β) Η αγωγή στρέφεται κατά του ανακριβώς αναγραφομένου στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας του ακινήτου, ή των καθολικών διαδόχων του και σε περίπτωση μεταβίβασης του ακινήτου και κατά του ειδικού διαδόχου. Δημιουργείται, δηλαδή, εκ του νόμου σχέση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των εναγομένων, καθολικών και ειδικών διαδόχων, γιατί προβλέπεται η υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίησή τους.

γ) Δεν απαιτείται η τήρηση προδικασίας με την υποβολή αίτησης διόρθωσης προδήλου σφάλματος, ώστε στη συνέχεια να ασκηθεί η αγωγή.

δ) Κατά τις παραγράφους 1 περ. ιβ και 5 του άρθρου 12 και 2 εδ. 4 του άρθρου 13 ν. 2664/1998, σε συνδυασμό με το άρθρο 220 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να καταχωρίζεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο μέσα σε προθεσμία (30) ημερών από την κατάθεσή της, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη,

ε) Κατά το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. ε ν. 2664/1998 για την συζήτηση της αγωγής, προσκομίζεται, με ποινή απαραδέκτου, αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου και απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του ακινήτου στο οποίο αφορά η διόρθωση.

στ) Σε δίκες που αφορούν διόρθωση αρχικών κτηματολογικών εγγραφών και επιφέρουν αλλαγές στη γεωμετρία των ακινήτων (κτηματολογικά διαγράμματα), κατά την συζήτηση της αγωγής και με ποινή απαραδέκτου, αντί του αποσπάσματος του κτηματολογικού διαγράμματος, προσκομίζεται τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, στο οποίο αποτυπώνεται η όποια γεωμετρική μεταβολή επέρχεται με την αιτούμενη διόρθωση (ν. 4164/2013).

ζ) Στην περίπτωση αυτή προσκομίζεται, με ποινή απαραδέκτου, η εισήγηση των Τεχνικών Υπηρεσιών της εταιρίας ΕΚΧΑ ΑΕ για την συνδρομή των τεχνικών προϋποθέσεων της απεικόνισης της γεωμετρικής μεταβολής που επέρχεται με την αιτούμενη διόρθωση στα κτηματολογικά διαγράμματα.

Για την έκδοση της εισήγησης υποβάλλεται στην Τεχνική Υπηρεσία της εταιρίας ΕΚΧΑ ΑΕ αίτηση, μαζί με ένα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου,  το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το δικόγραφο, ή ψηφιακό διανυσματικό αρχείο του τοπογραφικού διαγράμματος, χωρίς εμπλοκή των Κτηματολογικών  Γραφείων.

η) Με ποινή απαραδέκτου συζήτησης της αγωγής, η αγωγή κοινοποιείται και στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου, προκειμένου να καταχωριστεί στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου.

θ) Όταν η αγωγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αναγράφεται ως δικαιούχος δικαιώματος στις αρχικές εγγραφές, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8 α.ν 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 ν.2732/1999, δηλαδή υποβολή αίτησης θεραπείας (ΕφΘεσ 1981/2013).

ιβ) Οι πρώτες εγγραφές, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η ακρίβεια δικαστικά εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, καθίστανται άμεσα οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας υπέρ των αναγραφομένων ως δικαιούχων κυριότητας. Σε περίπτωση δικαστικής τους αμφισβήτησης οριστικοποιούνται μόλις καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή.

ιγ) Εάν γίνει ολικά ή μερικά δεκτή η ασκηθείσα αγωγή, μόλις καταστεί αμετάκλητη η εκδοθείσα απόφαση, υποβάλλεται αίτηση διόρθωσης της εγγραφής στο Κτηματολογικό Γραφείο, ακολουθείται η διαδικασία εγγραφής και διορθώνονται αντίστοιχα οι πρώτες εγγραφές και έκτοτε παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας (ΕφΛαρ 179/2012, ΠολΠρΠειρ 3820/2015, ΜονΠρΘεσ 423/2016).

ιδ) Ακίνητα  αγνώστου ιδιοκτήτη

α) Τα ακίνητα (ή δικαιώματα σε ακίνητα) που για οποιοδήποτε λόγο δεν δηλώθηκαν κατά την διαδικασία κτηματογράφησης εγγράφονται στην κτηματολογική βάση με την ένδειξη «Αγνώστου ιδιοκτήτη».

β) Για τη διόρθωση αρχικών εγγραφών «αγνώστου ιδιοκτήτη» σε γνωστό ιδιοκτήτη ισχύουν ανάλογα οι παραπάνω διαδικασίες (διοικητική, ή δικαστική).

γ) Οι κληρονόμοι ακινήτου που έχει την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» που εμπίπτει σε κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις μπορούν, να υποβάλουν αίτηση διόρθωσης προδήλου σφάλματος στο όνομα του αποβιώσαντος δικαιούχου, επικαλούμενοι τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη κληρονομικού δικαιώματος. Στη συνέχεια ακολουθεί η εγγραφή της αποδοχής κληρονομίας, ώστε να καταγραφούν τα δικά τους στοιχεία. 

ιε)  Όταν επί του ιδίου ακινήτου φέρεται κατά ποσοστό δικαιούχος τρίτος και στο υπόλοιπο αναγράφεται η ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» ή όταν τμήμα του ακινήτου έχει συμπεριληφθεί σε ιδιοκτησία τρίτου προσώπου και το υπόλοιπο σε ακίνητο με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», στις περιπτώσεις αυτές είναι ενδεδειγμένη η άσκηση τακτικής αγωγής, που θα στρέφεται, τόσο κατά του ανακριβώς αναγραφόμενου δικαιούχου, όσο και κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως αναγκαίου εκ του νόμου διαδίκου, αναφορικά με το σκέλος της διόρθωσης της εγγραφής με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη».

Α. Κατά το άρθρο 94 παρ. 1, 2 του Συντάγματος «Στο Συμβούλιο Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στα πολιτικά δ/ρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει». Κατά δε το άρθρο 1 στοιχ. α ΚΠολΔ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών.

Β. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά.

α) τη δημοτική και κοινοτική φορολογία γενικώς.

β) τον καθορισμό των ορίων της εδαφικής περιφέρειας των δήμων και κοινοτήτων.

γ) τις στρατιωτικές, ναυτικές και αεροπορικές επιτάξεις.

δ) τα μεταλλεία και λατομεία.

ε) τα σήματα.

στ) τις σχέσεις μεταξύ Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και ασφαλισμένων και ιδίως αυτές που αναφέρονται στην ασφάλιση προσώπων ή της γεωργικής παραγωγής.

ζ) το κύρος των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών, καθώς και των αρχαιρεσιών για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

Εξαιρούνται οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο. Οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

θ) Τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

ι) τις διοικητικές συμβάσεις.

ια) την είσπραξη των δημόσιων εσόδων.

Γ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 ν. 1406/1983 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά.

α) τη χορήγηση ή την ανάκληση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας και την επιβολή κυρώσεων κατά τη λειτουργία καταστημάτων και εργαστηρίων υγειονομικού ενδιαφέροντος, καθώς και των επιχειρήσεων που εξομοιούνται με αυτά, περιλαμβανομένων και των διαφορών που προκαλούνται από πράξεις, οι οποίες εκδίδονται κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας περί μηχανολογικών εγκαταστάσεων και αποτελούν προϋπόθεση για τη χορήγηση των ανωτέρω αδειών.

β) τη χορήγηση, ανάκληση ή αφαίρεση άδειας κυκλοφορίας οχημάτων και την επιβολή συναφών κυρώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προβλεπόμενες από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.

γ) την παραχώρηση δικαιώματος και τον καθορισμό των όρων εκμετάλλευσης αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (λεωφορείων, φορτηγών, επιβατηγών, βυτιοφόρων και λοιπών), τη μεταβολή της έδρας τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική μεταβολή.

δ) επιβολή πειθαρχικών ποινών σε μέλη επαγγελματικών ενώσεων με χαρακτήρα νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όπως είναι, ιδίως, οι ιατρικοί, οδοντιατρικοί και φαρμακευτικοί σύλλογοι, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος και η Ενωση Ελλήνων Χημικών.

Δ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 ν. 1406/1983 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που προκύπτουν

α) από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων,

αα) για παράβαση των διατάξεων και ρυθμίσεων της εργατικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας.

ββ) για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας περί τουριστικών επιχειρήσεων οποιασδήποτε μορφής και κατηγορίας και ασκήσεως τουριστικών επαγγελμάτων, ιδίως της νομοθεσίας περί ξενοδοχείων, τουριστικών γραφείων και λεωφορείων.

γγ) για παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων.

δδ) για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας περί προστασίας των καταναλωτών.

β) από πράξεις που εκδίδονται βάσει της νομοθεσίας περί διαχείρισης των υδάτινων πόρων.

γ) από την άρνηση χορήγησης αποδεικτικού ή βεβαιώσεως ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από οποιαδήποτε αιτία, κατά τις οικείες διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν.

δ) από την έκδοση πράξεων, με τις οποίες διατάσσεται η προσωρινή παύση λειτουργίας καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου και γενικά επαγγελματικής εγκατάστασης επιτηδευματία, λόγω φορολογικών παραβάσεων ή λόγω οφειλής προς το Δημόσιο από οποιαδήποτε αιτία.

ε) από την άρνηση θεώρησης φορολογικών βιβλίων και στοιχείων, λόγω μη εκπληρώσεως ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών.

στ) από την έκδοση πράξεων, οι οποίες αφορούν την καταβολή κοινοτικών ή εθνικών ενισχύσεων, επιδοτήσεων και λοιπών συναφών χρηματικών παροχών, καθώς και στην επιβολή κάθε σχετικού μέτρου ή κυρώσεως.

ζ) από τις πράξεις παραχωρήσεως κοινοχρήστων χώρων, σε εκμεταλλευόμενους καταστήματα κάθε είδους προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας τους.

η) από τη χορήγηση αδειών ασκήσεως υπαιθρίου εμπορίου και λαϊκών αγορών.

θ) από τη χορήγηση αδειών εγκαταστάσεως και λειτουργίας πρατηρίων καυσίμων, σταθμών αυτοκινήτων και πλυντηρίων - λιπαντηρίων αυτοκινήτων και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για παράβαση της οικείας νομοθεσίας.

Ε. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4Α ν. 1406/1983  υπάγονται στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, εκδικαζόμενες σε πρώτο και τελευταίο βαθμό ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που αναφύονται.

α) από την επιβολή κυρώσεων για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας που διέπει την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας, την ίδρυση και λειτουργία επαγγελματικής εγκατάστασης και την κυκλοφορία προϊόντων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που οι σχετικές διαφορές έχουν υπαχθεί στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου.  

β) από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί επενδύσεων.

ΣΤ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 5 ν. 1406/1983, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων ε, η και ι της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 και της παραγράφου 4Α, οι διαφορές που προκύπτουν από την έκδοση διοικητικών πράξεων, οι οποίες αφορούν την επιβολή αποκλειστικά και μόνο προστίμου, εκδικάζονται, ως διαφορές ουσίας, από τα κατά τόπον αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία. Εξακολουθούν να υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας οι διαφορές που προκύπτουν από πράξεις επιβολής προστίμου, τις οποίες εκδίδουν η Τράπεζα της Ελλάδος και οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, εφόσον δεν προβλέπει άλλως η νομοθεσία τους.

Ζ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, όλες οι διαφορές που αναφύονται στις περιπτώσεις των παραγράφων 2, 3 και 4, ανεξάρτητα από την ιδιότητα εκείνου που ασκεί το οικείο ένδικο βοήθημα.

Η. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 ν. 1406/1983, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις, που εκδίδονται στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, καθώς και οι παραλείψεις κατά τους όρους του άρθρου 19 παρ. 2 του Π.Δ. 341/1978, των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου υπόκεινται σε προσφυγή, και αν αυτό δεν προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία.

Θ. Ιδιωτική διαφορά υφίσταται όταν, το αντικείμενο της δίκης είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβήτηση, ή έριδα, των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο, ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο, ή πράγμα.

Δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, αλλά έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, αμφισβήτηση, ή έριδα, ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντων υπαλλήλων του Δημοσίου, ή ΝΠΔΔ και ως εκ τούτου η διαφορά υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 316/2011, ΑΠ 872/2015).

Σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 4745/2020, που τροποποίησε το άρθρο 74 του ν. 4194/2013, για την σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων, ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων, για κάθε είδους δικαιοπραξίες η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου θα υπολογίζεται ποσοστιαίως και ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, όπως τα ποσοστά και οι αξίες αναφέρονται στο Παράρτημα II του Κώδικα Δικηγόρων. Για δικαιοπραξία, το αντικείμενο της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική ποσότητα, η αξία προσδιορίζεται βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της. Για δικαιοπραξία με περισσότερα αντικείμενα λαμβάνεται υπ όψιν η αξία των περισσοτέρων αντικειμένων.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 937 ΚΠολΔ, ως ισχύει, στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση

Α. Έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

Β. Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση, ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης.

Β. Στις περιπτώσεις των εκτελεστών τίτλων από α) τελεσίδικες αποφάσεις καθώς και αποφάσεις που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές, β) διαιτητικές αποφάσεις, γ) πρακτικά δικαστηρίων που περιέχουν συμβιβασμό, ή προσδιορισμό δικαστικών εξόδων, δ) συμβολαιογραφικά έγγραφα, ε) διαταγές πληρωμής και απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου στ) αλλοδαπούς τίτλους που κηρύχθηκαν εκτελεστοί και ζ) διαταγές και πράξεις που αναγνωρίζονται από το νόμο ως τίτλοι εκτελεστοί, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων, πλην της ανακοπής ερημοδικίας.

Δ. Σε όλες τις περιπτώσεις, η άσκηση ένδικου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ένδικου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφ όσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση.

Ε. Όταν ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού, η αίτηση είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού.

ΣΤ. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί, μετά από αίτηση του ανακόπτοντος, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης.

Στις δίκες αυτές η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 564 ΚΠολΔ είναι (60) ημέρες.

Ζ. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν μπορεί να ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 568 ΚΠολΔ, σε χρόνο που υπερβαίνει τους (6) μήνες.

Η. Οι προθεσμίες της παραγράφου 4 του άρθρου 568 ΚΠολΔ είναι τουλάχιστον (60) ημέρες σε κάθε περίπτωση.

Θ. Αναβολή της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 575 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να είναι κάθε φορά μεγαλύτερη από (45) ημέρες.

Ι. Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ.

Με τον ν. 4446/2016 (άρθρο 33) ο οποίος ισχύει στο σύνολό του από 22-1-2017, δεν  απαιτείται πλέον η καταβολή δικαστικού ενσήμου, τόσο για τις αναγνωριστικές αγωγές, όσο και για τις καταψηφιστικές που τρέπονται σε αναγνωριστικές.

Α. Κατά το άρθρο 725 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την δικαστική μεσεγγύηση κινητών, ή ακινήτων, ή ομάδας πραγμάτων, ή επιχείρησης, αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, την νομή, ή την κατοχή, ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά, ή, αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί μεσεγγύηση. Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο και την δικαστική μεσεγγύηση εμπορικών, ή επαγγελματικών, βιβλίων, εγγράφων, δειγμάτων και κάθε άλλου πράγματος, αν ο αιτών έχει δικαίωμα να ζητήσει την επίδειξή τους κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Η απόφαση, που διατάζει την δικαστική μεσεγγύηση, πρέπει να καθορίζει τα αντικείμενα τα οποία θέτει υπό μεσεγγύηση, να διορίζει μεσεγγυούχο και να διατάζει την παράδοσή τους σε αυτόν. Αν τα πράγματα επιδέχονται κατά τον νόμο κατάθεση, διατάζει την δημόσια κατάθεσή τους.

Β. Δικαστική μεσεγγύηση νοείται η παράδοση στον διοριζόμενο από την δικαστική απόφαση μεσεγγυούχο του εριζόμενου πράγματος (κινητού, ή ακινήτου κλπ) για την εξασφάλιση των επ αυτού δικαιωμάτων ενός ή περισσοτέρων προσώπων, τα οποία δικαιώματα αμφισβητούνται, ή, είναι αβέβαια.

Προκειμένου να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης, πρέπει να υπάρχει, εκτός από την βασική προϋπόθεση λήψης κάθε ασφαλιστικού μέτρου, δηλαδή επείγουσα περίπτωση και επικείμενος κίνδυνος (άρθρο 682 παρ. 1 ΚΠολΔ) και διαφορά για το πράγμα, στην οποία περιλαμβάνεται και η ενοχική έστω αξίωση. Ο αιτών δικαιούται να ζητήσει αυτούσιο το πράγμα.

Η διατασσόμενη ως ασφαλιστικό μέτρο δικαστική μεσεγγύηση, επιφέρει την νομική δέσμευση του αντικειμένου που τίθεται υπό δικαστική μεσεγγύηση, η οποία συνίσταται στην απαγόρευση διάθεσής του, που αν πραγματωθεί είναι άκυρη έναντι του υπέρ ου η μεσεγγύηση (άρθρο 727 σε συνδ. με το άρθρο 715 ΚΠολΔ). Η δικαστική μεσεγγύηση δεσμεύει νομικά το αντίστοιχο δικαίωμα και εμποδίζει την περαιτέρω διάθεσή του, στην οποία περιλαμβάνεται και η επιβάρυνση του ακινήτου με εμπράγματο δικαίωμα (άρθρο 715 παρ. 1 και 727 ΚΠολΔ), δεσμεύει, όμως, και υλικά το πράγμα, γιατί ο διoριζόμενοςως μεσεγγυούχος του πράγματος, οφείλει να φυλά το πράγμα, ως δημόσιο όργανο (άρθρα 726 παρ. 5 ΚΠολΔ και 956 παρ. 4 ΚΠολΔ), έχοντας αυξημένη ευθύνη στα πλαίσια του λειτουργήματος του. 

Γ. Μεσεγγυούχος μπορεί να διοριστεί οποιοσδήποτε, ακόμη και εκείνος που νέμεται, ή κατέχει, το πράγμα, ως και εκείνος που ζήτησε την δικαστική μεσεγγύηση. Σε δικαστική μεσεγγύηση επιχείρησης, μεσεγγυούχος διορίζεται ο οφειλέτης, αν δε  συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, το δικαστήριο διορίζει άλλον μεσεγγυούχο. Ο μεσεγγυούχος υποχρεούται να αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, μόνο μετά από δικαστική απόφαση. Το δικαστήριο που διέταξε την δικαστική μεσεγγύηση, ή το δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση, μπορεί να διατάξει την αντικατάσταση του μεσεγγυούχου, καθώς και κάθε κατά την κρίση του πρόσφορο μέτρο για την μεσεγγύηση. Οι αποφάσεις που διατάσουν την δικαστική μεσεγγύηση, ή την αντικατάσταση του μεσεγγυούχου, εκτελούνται αμέσως, χωρίς προηγούμενη επίδοσή τους.

Δ. Η δικαστική μεσεγγύηση διαφοροποιείται από την συντηρητική κατάσχεση (άρθρο 707 επ. ΚΠολΔ), ως προς το ότι η μεν δικαστική μεσεγγύηση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση μη χρηματικών απαιτήσεων, δεσμεύει προσωρινά το πράγμα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μελλοντική άμεση αναγκαστική εκτέλεση για την παράδοση, ή απόδοση, αυτούσιου του δεσμευμένου πράγματος, η δε συντηρητική κατάσχεση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρα 723, 724 ΚΠολΔ), δεσμεύει προσωρινά το περιουσιακό αντικείμενο του οφειλέτη που κατασχέθηκε, προκειμένου να καταστεί δυνατή, μετά την τροπή της συντηρητικής κατάσχεσης σε αναγκαστική (άρθρο 722 παρ. 1 ΚΠολΔ), η μελλοντική έμμεση αναγκαστική εκτέλεση, για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης του δανειστή που την επέβαλε από το προϊόν του πλειστηριασμού.

Ε. Κατά το άρθρο 727 ΚΠολΔ, στη δικαστική μεσεγγύηση εφαρμόζονται και τα άρθρα 709, 711, 713, 714, 715, 720, 721 και 722 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στην συντηρητική κατάσχεση.  Μεταξύ των εφαρμοζομένων διατάξεων είναι και εκείνη των άρθρων 715 και 721 παρ. 1 ΚΠολΔ. Το πρώτο από αυτά ορίζει «απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση» ενώ το δεύτερο ορίζει «όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς κινητά ή ακίνητα ή εμπράγματα δικαιώματα επάνω σ' αυτά, αν η αγωγή για την κύρια υπόθεση γίνει δεκτή και η σχετική απόφαση είναι εκτελεστή, έχει δικαίωμα, με βάση απόγραφο της απόφασης, να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς αναγκαστική κατάσχεσή τους. Σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 715 ΚΠολΔ απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που ζήτησε την δικαστική μεσεγγύηση η διάθεση των μεσεγγυημένων πραγμάτων, από εκείνον σε βάρος του οποίου διατάχθηκε το ασφαλιστικό αυτό μέτρο. Η διάθεση είναι έννοια ευρύτερη της απαλλοτρίωσης και περιλαμβάνει οποιαδήποτε μεταβίβαση, σύσταση, επιβάρυνση και γενικώς νομική μεταβολή του πράγματος, ή δικαιώματος, που συντηρητικώς κατασχέθηκε, ή τέθηκε υπό δικαστική μεσεγγύηση. Από την ρητή παραπομπή του άρθρου 727 ΚΠολΔ στο άρθρο 721 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αναγκαστική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί και σε αντικείμενα τα οποία έχουν ήδη τεθεί υπό δικαστική μεσεγγύηση. Η δικαστική μεσεγγύηση ακινήτου δεν αποκλείει, εφ όσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, την αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου αυτού και τις συνακόλουθες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, όπως την κατασχετήρια έκθεση, τον πλειστηριασμό του ακινήτου και την κατακύρωσή του, των οποίων έτσι το κύρος δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη της δικαστικής μεσεγγύησης και επομένως αυτές δεν μπορούν να προσβληθούν για ακυρότητα (ΑΠ 1653/2008, ΕφΠατρων 1002/2006, ΜονΠρΠειρ 236/2016).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Η αναγνώριση αυτή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή και δεν υπόκειται σε κάποιον τύπο, ούτε είναι ανάγκη να φέρει το χαρακτήρα δικαιοπραξίας.

Αρκεί κάθε ενέργεια (συμπεριφορά) του οφειλέτη έναντι του δανειστή, ενέργεια προερχόμενη μόνο από τον οφειλέτη και απευθυνόμενη και περιερχόμενη στο δανειστή, που μαρτυρεί ότι αυτός, έχοντας επίγνωση της αξίωσης του δανειστή, θεωρεί αυτήν ως αναμφισβήτητα υφιστάμενη, ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής.

Η τυχόν μονομερής ενέργεια του δανειστή, ακόμα και αν αυτή έχει σχέση προς το χρέος, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως αναγνώριση αυτού από τον οφειλέτη. Έτσι δεν αποτελεί αναγνώριση του χρέους, ούτε η σιωπή του οφειλέτη έναντι του οχλήσαντος δανειστή, ούτε η μη απόκρουση της όχλησης.

Η έχουσα τα παραπάνω στοιχεία συμπεριφορά πρέπει να επιδεικνύεται πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστή και όχι έναντι τρίτου προσώπου.

Ο ισχυρισμός για διακοπή της παραγραφής αποτελεί αντένσταση κατά της τελευταίας, προτεινόμενη από το δικαιούχο της αξίωσης (ΑΠ 1052/2013, ΑΠ 251/2013, ΑΠ 1018/2011, Α.Π.1666/2010, Α.Π.232/2010, ΕφΠειρ 135/2014).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Δεδικασμένο δημιουργείται ακόμη και εάν η προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση είναι για οποιονδήποτε λόγο εσφαλμένη. Το δεδικασμένο αυτό δύναται να ανατραπεί μόνο με την άσκηση κατά της εσφαλμένης τελεσίδικης απόφασης των ενδίκων μέσων, της ανακοπής ερημοδικίας, της αναίρεσης, ή της αναψηλάφησης.

Δεδικασμένο δεν δημιουργείται  από ανύπαρκτη (ανυπόστατη) δικαστική απόφαση.

Από το συνδυασμό των άρθρων 323, 905 παρ.1, 3 και 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου, αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα, εφ όσον

α) αποτελεί δεδικασμένο κατά το δίκαιο του τόπου που εκδόθηκε,

β) η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου υπαγόταν στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση,

γ) ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και γενικότερα της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση,

δ) δεν είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου και

ε) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την Ελληνική δημόσια τάξη.

(ΑΠ 1255/2006, ΑΠ 672/1999, ΟλΑΠ 11/2009, ΑΠ 1522/ 2007).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 4745/2020, που τροποποίησε το άρθρο 61 του ν. 4194/2013, ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ένδικων βοηθημάτων, ή μέσων, και για την σχετική παράσταση, υποχρεούται σε έκδοση Γραμματίου Προκαταβολής Εισφορών και Κρατήσεων. Η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά τη συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων, ή μέσων, θεωρείται τυπική παράλειψη, επομένως, αν ο δικηγόρος δεν καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής, η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη, η οποία, όμως, μπορεί να καλυφθεί μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικαστήριο.

Β. Για την παράσταση κατά την διαδικασία λήψης ενόρκων βεβαιώσεων εκδίδεται ένα γραμμάτιο, ανεξαρτήτως του αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων, που λαμβάνονται στο πλαίσιο του ιδίου ενδίκου βοηθήματος, ή μέσου.

Γ. Για την παράσταση ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων κάθε βαθμού, των ανακριτών, ή ανακριτικών υπαλλήλων, ή δικαστικών συμβουλίων, ο δικηγόρος οφείλει να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής, αλλιώς η παράστασή του δεν γίνεται δεκτή. Ο δικηγόρος καταθέτει ένα γραμμάτιο ανεξαρτήτως του αριθμού των εντολέων που εκπροσωπεί.

Δ. Καταβληθείσα προκαταβολή αναζητείται από τον δικηγόρο που την κατέβαλε, άλλως ισχύει για νέα συζήτηση.

Ε. Δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση προκαταβολής υποχρεούται να καταβάλει το ποσό που όφειλε να προκαταβάλει και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους (1.000) έως (20.000) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής και με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από (15) ημέρες μέχρι (6) μήνες. Το ποσό προστίμου καταβάλλεται στο ταμείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και εισπράττεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

ΣΤ. Από την υποχρέωση έκδοσης γραμματίου προκαταβολής απαλλάσσονται οι δικηγόροι, α) όταν παρέχουν υπηρεσίες στους εαυτούς τους, β) όταν εκπροσωπούν διαδίκους που δικαιούνται του ευεργετήματος πενίας (άρθρα 194 έως 204 ΚΠολΔ), ή νομικής βοήθειας (ν. 3226/2004), γ) όταν εκπροσωπούν σύζυγο, ή συγγενή εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, μέχρι του τρίτου βαθμού, δ) όταν εκπροσωπούν δικηγόρο, ασκούμενο δικηγόρο, δικηγόρο σε αναστολή άσκησης των καθηκόντων του, ή συνταξιούχο δικηγόρο, εφ όσον πρόκειται για προσωπική τους υπόθεση. (παρ. 2 άρθρου 82 του Κώδικα), ε) όταν το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου τους αναθέσει την παροχή δωρεάν νομικών υπηρεσιών για την προώθηση των σκοπών του Συλλόγου, καθώς και σε όσους στερούνται οικονομικής δυνατότητας να υπερασπισθούν τον εαυτό τους ενώπιον Δικαστηρίων, ή οποιασδήποτε Αρχής (περ. θ΄ της παρ. 1 άρθρου 95 του Κώδικα).

Ζ. Από την υποχρέωση έκδοσης γραμματίου προκαταβολής απαλλάσσεται, α) το Δημόσιο, β) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Η. Εκτός των περιπτώσεων (6α) και (6β) η συνδρομή των υπολοίπων περιπτώσεων αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου.

Θ. Δεν υπάρχει υποχρέωση προκαταβολής σε περίπτωση, α) παραίτησης από το δικόγραφο, και β) αναβολής ή ματαίωσης της συζήτησης.

Σύμφωνα με το ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, όπως ισχύει μετά τον ν. 3587/2007, οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του καταναλωτή. Οι παραπάνω γενικοί όροι θεωρούνται άνευ ετέρου από τον νόμο ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Οι διατάξεις αυτές, ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ, αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια.

Κατά την έννοια αυτή, για την κρίση της ακυρότητας και καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπ όψιν κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών, ή υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 430/2005). Προς τούτο λαμβάνονται υπ όψιν τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργησή του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση, ή κατάργησή του, για κάθε πλευρά, πως θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Οι ΓΟΣ πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΕφΘεσ 459/2011, ΕφΔυτικήςΜακεδονίας 73/2015).

Σύμφωνα με τον ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών,  ως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον ν. 3587/2007, οι προμηθευτές υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά μόνο «ασφαλή προϊόντα».

Με την έννοια διάθεσης στην αγορά μόνο «ασφαλή προϊόντα» προμηθευτής είναι και ο παραγωγός καταναλωτικού προϊόντος,  ο αντιπρόσωπος του, ο εισαγωγέας καταναλωτικού προϊόντος σε κράτος μέλος της Ε.Ε. και κάθε επαγγελματίας που συμμετέχει στην αλυσίδα εφοδιασμού της αγοράς καταναλωτικού προϊόντος και μπορεί να επηρεάσει τα χαρακτηριστικά της ασφάλειας του, καθώς και ο διανομέας.

Προϊόν είναι κάθε προϊόν που προορίζεται για τους καταναλωτές ή ενδέχεται, υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες, να χρησιμοποιηθεί από τους καταναλωτές, ακόμη και αν δεν προορίζεται για αυτούς, και το οποίο παρέχεται ή διατίθεται στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, έναντι τιμήματος, ή δωρεάν, είτε είναι καινούργιες, είτε μεταχειρισμένο, ή ανασκευασμένο.

Ασφαλές θεωρείται το προϊόν το οποίο, υπό συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας της και της θέσης αυτού σε λειτουργία, της εγκατάστασης του και των αναγκών συντήρησης του, ή δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο, ή παρουσιάζει κινδύνους ήσσονος σημασίας, που είναι συνυφασμένοι με την χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί στο πλαίσιο ενός υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων, λαμβανομένων υπ όψιν, ιδίως, των ακόλουθων στοιχείων

α) των χαρακτηριστικών του προϊόντος και ιδίως της σύνθεσης, της συσκευασίας, των οδηγιών συναρμολόγησης, της εγκατάστασης και της συντήρησης του.

β) των επιπτώσεων που έχει το προϊόν σε άλλα προϊόντα, εφ όσον, ευλόγως, μπορεί να προβλεφθεί ότι το προϊόν αυτό θα χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα προϊόντα.

γ) της παρουσίασης του προϊόντος, της επισήμανσης του, των προειδοποιήσεων κινδύνου και των οδηγιών χρήσης και διάθεσης του, καθώς και κάθε άλλης οδηγίας, ή πληροφορίας, σχετικής με το προϊόν. 

δ) των κατηγοριών καταναλωτών, που εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω της χρησιμοποίησης του προϊόντος, ιδίως των ανηλίκων και των ηλικιωμένων.

Οι προμηθευτές οφείλουν, όταν διαθέτουν τα προϊόντα τους, να συμμορφώνονται με τους κανόνες του κοινοτικού και ελληνικού δικαίου, τα πρότυπα που έχουν θεσπισθεί για την υγεία και την ασφάλεια των προσώπων, τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αξιολόγηση της ασφάλειας προϊόντος, τους κώδικες ορθής πρακτικής και δεοντολογίας που ισχύουν σε ένα συγκεκριμένο τομέα και τις υφιστάμενες γνώσεις και τεχνικές για την ασφάλεια, την οποία δικαιούνται ευλόγως να προσδοκούν οι καταναλωτές.

Αν σε συγκεκριμένη περίπτωση οι κοινές διατάξεις παρέχουν στον καταναλωτή μεγαλύτερη προστασία από την ειδική ρύθμιση του ν. 2251/1994, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις (ΕφΛαρ 277/2013).

α. Σύμφωνα με το άρθρο 537 ΚΠολΔ, αν περισσότεροι νικήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους και ένας μόνο άσκησε έφεση, η απόφαση που δέχεται την έφεση ισχύει και υπέρ των ομοδίκων που δεν άσκησαν έφεση, εφ όσον δεν αποδέχθηκαν την πρωτόδικη απόφαση.

β. Για την εφαρμογή του άρθρου, το οποίο λειτουργεί όταν ένας από τους περισσότερους ομοδίκους άσκησε έφεση και στη συνέχεια εκδόθηκε απόφαση από το Εφετείο που την έκανε δεκτή, απαιτείται να υπάρχει ταυτότητα αιτιολογικού και διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης ως προς όλους τους ομοδίκους.

γ. Αφορά την επέκταση των ορίων του δεδικασμένου και όχι πλασματική αναγνώριση της ιδιότητας διαδίκου στους μη εκκαλέσαντες.

δ. Αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης τίθεται η μη αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης από τους μη εκκαλέσαντες ωφελούμενους ομοδίκους.

ε. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 ΚΠολΔ, η αποδοχή της απόφασης, πριν ασκηθεί κάποιο ένδικο μέσο εναντίον της, μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες σαφώς συνάγεται η πρόθεση αυτή.

στ. Αποδοχή της απόφασης, κατά την κρατούσα άποψη, δεν συνιστά η παραμέληση άσκησης έφεσης μέσα στη νόμιμη προθεσμία.

ζ. Δεν χρειάζεται στην απόφαση του Εφετείου να διαλαμβάνεται σχετική διάταξη υπέρ του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου. Ούτε χρειάζεται ανάγκη ενεργού συμμετοχής στην κατ' έφεση δίκη του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου.

η. Η καθ' οιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο συμμετοχή στην εφετειακή δίκη του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου δεν αποτελεί αποκλειστικό τρόπο εισόδου στη δίκη αυτή για τη διαπίστωσή του αυτοδικαίως και υπέρ αυτού επεκτεινόμενού ευνοϊκού δεδικασμένου. Τούτο δύναται να επέλθει και επ' ευκαιρία άλλης δίκης όπως είναι π.χ. η αναγνωριστική αγωγή που ανοίγεται απ' αυτόν προς διαπίστωση της επέκτασης αυτής, η ανακοπή (άρθρ. 933 ΚΠολΔ) κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του εκτέλεσης από τον πρωτοδίκως νικήσαντα διάδικο βάσει της πρωτόδικης απόφασης που εν τω μεταξύ κατέστη τελεσίδικη λόγων άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης έφεσης (ΑΠ 187/2007, ΑΠ 1906/2005, ΕφΠειρ 698/2009, ΜονΠρΑθ 7053/2013.

Σύμφωνα με το άρθρο 398 επ. ΚΠολΔ, όποιος κληθεί να εξεταστεί ως μάρτυρας, από δικαστή, ή δικαστήριο, οφείλει να προσέλθει και να καταθέσει για τα πραγματικά γεγονότα που γνωρίζει.

Έχουν δικαίωμα να αρνηθούν να εξεταστούν ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και σύμβουλοι των διαδίκων, για τα γεγονότα που έμαθαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους.

β) οι συγγενείς κάποιου από τους διαδίκους εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας, έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή σε πλάγια γραμμή, εκτός αν έχουν τον ίδιο βαθμό συγγένειας με όλους τους διαδίκους, οι σύζυγοι και μετά την λύση του γάμου, καθώς και οι μνηστευμένοι

Δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και οι σύμβουλοι των διαδίκων, για τα πραγματικά γεγονότα που τους εμπιστεύτηκαν, ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν το επιτρέψει εκείνος που τους τα εμπιστεύθηκε και εκείνος τον οποίο αφορά το απόρρητο.

β) δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί εν ενεργεία ή όχι, για πραγματικά γεγονότα για τα οποία υπάρχει καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν ο αρμόδιος υπουργός επιτρέψει να εξεταστούν.

Δεν εξετάζονται ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, για όσα έμαθαν κατά την εξομολόγηση.

β) πρόσωπα τα οποία, όταν έγινε το πραγματικό γεγονός, που πρέπει να αποδειχθεί, δεν είχαν το αισθητήριο για να το αντιληφθούν, ή δεν έχουν την ικανότητα να ανακοινώσουν αυτό που αντιλήφθηκαν.

γ) πρόσωπα που, όταν έγινε το πραγματικό γεγονός, που πρέπει να αποδειχθεί, βρίσκονταν σε κατάσταση ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της κρίσης και της βούλησής τους, ή που βρίσκονται σε μια τέτοια κατάσταση, όταν πρόκειται να εξετασθούν.

Ο μάρτυρας δεν έχει υποχρέωση να καταθέσει.

α) περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την δίωξή του για αξιόποινη πράξη, ή που θίγουν την τιμή του.

β) περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την δίωξη για αξιόποινη πράξη, ή που θίγουν την τιμή, των συγγενών του εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας, έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή σε πλάγια γραμμή, του συζύγου, ακόμη  και μετά την λύση του γάμου και του μνηστευμένου.

γ) Περιστατικά, που αποτελούν επαγγελματικό ή καλλιτεχνικό απόρρητο.

Αν εκείνος που κλητεύθηκε, δεν προσέλθει αδικαιολόγητα, καταδικάζεται με δικαστική απόφαση, να πληρώσει τα έξοδα που προξενήθηκαν από την απουσία του, ως και σε χρηματική ποινή από 1.000 έως 2.500 ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο.

Αν εκείνος που κλητεύθηκε, προσέλθει, αλλά αρνείται αδικαιολόγητα να καταθέσει, μπορεί να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 1.000 έως 2.500 ευρώ.

Αν καταδικαστεί και η απουσία του πιθανολογείται ως δικαιολογημένη, με αίτησή του ιδίου, μέσα σε είκοσι ημέρες αφ ότου του επιδόθηκε η απόφαση, το ίδιο δικαστήριο, ή ο ίδιος δικαστής, μπορούν να ανακαλέσουν την απόφασή τους.

Κατά το άρθρο 918 ΚΠολΔ ένα μόνο απόγραφο δίνεται στον καθένα από εκείνους που έχουν έννομο συμφέρον. Άλλο αντίγραφο μπορεί να δοθεί, αν χαθεί εκείνο που δόθηκε, ή για άλλο σοβαρό λόγο. Κατά το άρθρο 918 ΚΠολΔ παρ. 5 «Αν ο αρμόδιος για την έκδοση απογράφου αρνηθεί να το δώσει, η έκδοση μπορεί να ζητηθεί από το μονομελές πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου, με την εφαρμογή της διαδικασίας των άρθρων 686 επ. ».

Επομένως, αρχικώς κατατίθεται αίτηση στον Πρόεδρο Πρωτοδικών, στην οποία εξηγούνται οι λόγοι απώλειας του πρώτου απογράφου και επίσης οι λόγοι έκδοσης δευτέρου απογράφου. Εάν αυτός αρνηθεί, επιβάλλεται η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Η αίτηση, με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν απαιτείται να στρέφεται κατά ορισμένου προσώπου, γιατί στην πραγματικότητα πρόκειται για υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας. Για το λόγο αυτό, η κλήτευση του καθ’ ου η εκτέλεση δεν είναι απαραίτητη, ιδίως εάν έχει παρέλθει ικανός χρόνος από την έκδοση του πρώτου απογράφου, δεδομένου ότι το δεύτερο απόγραφο είναι δυνατό να εκδοθεί και χωρίς την συναίνεσή του. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την έκδοση του δεύτερου απογράφου (απώλεια, ή άλλος σοβαρός λόγος) και να αποδεικνύονται.

Με απώλεια του απογράφου εξομοιώνεται και η για οποιονδήποτε λόγο αδυναμία ανεύρεσής του. Σοβαρός λόγος συντρέχει, όταν ο εκτελεστός τίτλος αφορά περισσότερες απαιτήσεις του ίδιου του δανειστή και το πρώτο απόγραφο εκδόθηκε για μια μόνον από αυτές, ενώ μεταγενέστερα ζητείται να δοθεί απόγραφο για άλλη απαίτηση, που βεβαιώνει ο ίδιος εκτελεστός τίτλος, και για την οποία δεν ίσχυε το αρχικό απόγραφο. Επίσης, το δυσανάγνωστο του απογράφου, λόγω παρόδου του χρόνου, η βλάβη αυτού, μελάνωση, ή σχίσιμο.

Αντικείμενο της απόφασης είναι όχι η έκδοση απογράφου, αλλά η έκδοση διαταγής προς το αρμόδιο όργανο για την χορήγηση του απογράφου. 

Για τρίτο απόγραφο δεν γίνεται αναφορά στο νόμο, αλλά πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα όσα ορίζονται για το δεύτερο απόγραφο εφαρμόζονται και για το τρίτο, όταν, για τους ίδιους λόγους, παρίσταται ανάγκη έκδοσης του.

Η εκτέλεση, όμως, ενός απογράφου καθιστά τυπικώς ανίσχυρο το άλλο (ΜονΠρΚιλκίς 15/198, ΜΠρΘεσ 21116/2003, ΜΠρΓρεβ 448/2008).

 Α. Σύμφωνα με το άρθρο  279 ΑΚ αποσβεστική προθεσμία είναι το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα.

Β. Στην αποσβεστική προθεσμία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, εφ όσον αυτές δεν προσκρούουν στο σκοπό που η αποσβεστική προθεσμία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπηρετεί.

Γ. Η αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 280).

Δ. Συνεπώς, όταν ορίζεται για την άσκηση του δικαιώματος ορισμένη προθεσμία, η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος μέσα στην προθεσμία, συντελεί στην διατήρηση του δικαιώματος, με την συνέπεια ότι, δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω προθεσμία η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, κατά την οποία η παραγραφή της αξίωσης, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου και μπορεί να συμπληρωθεί, ενώ διαρκεί η δίκη, αν παραμεληθεί από το δικαιούχο (ΑΠ 1307/2006).

Ε. Εφαρμόζεται, όμως, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 263 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κάθε παραγραφή, που έχει διακοπεί με την έγερση της αγωγής λογίζεται μη διακοπείσα, εάν ο ενάγων παραιτηθεί της αγωγής, ή αυτή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς, ως και η παρ. 2 του ιδίου άρθρου, σύμφωνα με την οποία, εάν ο δικαιούχος εντός έξι μηνών επανεγείρει την αγωγή και πάλι, η παραγραφή λογίζεται διακοπείσα με την έγερση της προηγούμενης αγωγής (ΑΠ 1262/1996, ΠολΠρΘεσ 28883/2003).

Σύμφωνα με το άρθρο 421 ΑΚ «αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο». 

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, υπόσχεση αντί καταβολής είναι η πρόθεση του οφειλέτη για απόσβεση του παλαιού χρέους του προς τον δανειστή. Αυτό πρέπει να προκύπτει σαφώς. Αυτός που επικαλείται την ύπαρξη υπόσχεσης αντί καταβολής πρέπει να μπορεί να την αποδείξει. Αλλιώς γίνεται δεκτή, ως υπόσχεση χάριν καταβολής, δηλαδή δεν επέρχεται απόσβεση του χρέους.

Η ανάληψη από τον οφειλέτη έναντι του δανειστή υποχρέωσης για την εκπλήρωση άλλης, αντί της οφειλόμενης, παροχής μπορεί να γίνεται, είτε αντί καταβολής, πράγμα το οποίο πρέπει να συνάγεται σαφώς από την θέληση των συμβαλλομένων μερών και επιφέρει απόσβεση του παλαιού χρέους, είτε χάριν καταβολής, δηλαδή ως πρόσθετη εξασφάλιση για την εκπλήρωση του υπάρχοντος παλαιού χρέους. Το τελευταίο τεκμαίρεται, σύμφωνα με τον κανόνα της διάταξης, εφ όσον δεν συνάγεται το αντίθετο από την θέληση των μερών. Στην περίπτωση αυτή δεν επέρχεται απόσβεση του παλαιού χρέους, το οποίο διατηρείται και παραμένει σε ισχύ παράλληλα με το νέο χρέος. Ο δανειστής υποχρεούται, εφ όσον δεν συνάγεται το αντίθετο, να επιδιώξει την ικανοποίησή του από το νέο χρέος και, αν δεν ικανοποιηθεί, να ασκήσει την αρχική απαίτηση, πλήρως, ή κατά το ελλείπον, γιατί, άλλως, αποκρούεται με αναβλητική ένσταση (ΑΠ 878/2000, ΑΠ 474/2009).

Η ανάληψη νέας υποχρέωσης από τον οφειλέτη, όπως είναι η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, γιατί θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε, ή προκύπτει από τις περιστάσεις, σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με την σύσταση της νέας. Μόνη η παράδοση της επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση, ή υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής, γιατί ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής υπόσχεται στον δανειστή του, ότι θα εκπληρώσει την αρχική βασική του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας. Με την γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για το λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης παρά μόνο με την είσπραξη της επιταγής (ΑΠ 907/2005, ΑΠ 44/2004, ΑΠ 1289/2013).

Σύμφωνα με το άρθρο 440  ΑΚ «ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες». Σύμφωνα δε με το άρθρο 441 ΑΚ «ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν».

Επομένως, συμψηφισμός, κατ άρθρο 440 ΑΚ, είναι η απόσβεση αμοιβαίων χρεών δύο προσώπων, που επέρχεται με τον συνυπολογισμό τους, εφ όσον ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο, ονομάζεται δε, μονομερής, ή, αναγκαστικός, συμψηφισμός.

Δεν αποκλείεται, όμως, η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Αυτός ονομάζεται συμβατικός, ή, εκούσιος, συμψηφισμός.

Ο συμβατικός, ή, εκούσιος, συμψηφισμός, συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων του άρθρου 361 ΑΚ. Το περιεχόμενο μιας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη, εφ' όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ) καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον (ΑΠ  411/2014, ΑΠ 1055/2015).

Προϋποθέσεις του μονομερή συμψηφισμού είναι, α) η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων, β) το ομοειδές του αντικειμένου των απαιτήσεων αυτών, γ) το έγκυρο, νομικώς τέλειο και ληξιπρόθεσμό τους και δ) το επιτρεπτό του συμψηφισμού, δηλ. ότι ο συμψηφισμός δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Τέτοια απαγορευτική διάταξη νόμου είναι, η διάταξη του άρθρου 450  ΑΚ, κατά την οποία δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης, η οποία προέρχεται από αδίκημα, που διαπράχθηκε από δόλο. Δεν είναι απαραίτητο η αδικοπραξία του υπόχρεου να συνιστά και ποινικό αδίκημα (ΑΠ 409/2016).

Μέχρι να γίνει η δήλωση (πρόταση) περί μονομερή συμψηφισμού, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν την νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κλπ. Όταν, όμως, προταθεί ο συμψηφισμός, που είναι αδιάφορο πότε θα προταθεί, οι απαιτήσεις αυτές αποσβέννυνται αναδρομικώς από τον χρόνο που συνυπήρξαν. Χρόνος που συνυπήρξαν νοείται ο χρόνος κατά τον οποίο συνέτρεξαν και για τις δύο απαιτήσεις οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού (ΑΠ 1235/2012, ΑΠ 343/2009, ΑΠ 1438/2005, ΑΠ 1219/1997). 

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα, είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου με την μορφή ένστασης. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό.

Για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να εκτίθενται σαφή περιστατικά παραγωγικά της προτεινόμενης σε συμψηφισμό ανταπαίτησης (ΑΠ 636/2015). Η ένσταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων ανεξάρτητα από το αν, θα γίνει, ή όχι, αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση, ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική, ή αναβλητική, ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές (ΑΠ 486/2016). Δεν απαιτείται, ως όρος του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου, που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις, ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλεται η ανταπαίτηση, που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό, να είναι εκκαθαρισμένη (ΑΠ 1460/2012, ΑΠ 486/2016).

Η πρόταση συμψηφισμού είναι ανίσχυρη, αν έγινε με αίρεση ή προθεσμία (άρθρο 444 ΑΚ). Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης (άρθρο 451 ΑΚ). Ο εγγυητής μπορεί να αντιτάξει σε συμψηφισμό την ανταπαίτηση του πρωτοφειλέτη κατά του δανειστή, ο πρωτοφειλέτης όμως δεν μπορεί να αντιτάξει την ανταπαίτηση του εγγυητή (άρθρο 447 ΑΚ). 

Πρόταση συμψηφισμού, που γίνεται πριν από την δίκη, ή κατά την διάρκειά της, με εξώδικη δήλωση προς τον αντίδικο επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Mεταγενέστερη σε δίκη επίκληση του εξώδικου συμψηφισμού δεν αποτελεί προβολή της ένστασης συμψηφισμού, αλλά διαδικαστική πράξη, με την οποία ανακοινώνεται στο δικαστήριο, ότι η επίδικη απαίτηση έχει αποσβεσθεί. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται ουσιαστικώς περί «ένστασης εξόφλησης» της επίδικης απαίτησης, που επήλθε με συμψηφισμό.

Στην περίπτωση που η ένσταση συμψηφισμού απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμη και γίνει δεκτή η αγωγή, στη συνέχεια δε ο εναγόμενος ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και μόνο κατά της διάταξής της που δέχθηκε την αγωγή, η μη εκκληθείσα διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης ως προς την προταθείσα ένσταση συμψηφισμού καθίσταται τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο, μη δυνάμενο να αμφισβητηθεί σε νέα δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων και για την ίδια έννομη σχέση (ΑΠ 1460/2012, ΑΠ 486/2016).

Ο συμψηφισμός προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση. Μπορεί παραδεκτά να προταθεί για πρώτη φορά στην δευτεροβάθμια δίκη. Η πρόταση μπορεί να γίνει από τον εκκαλούντα-εναγόμενο με τη μορφή κύριου, ή πρόσθετου, λόγου έφεσης (ΑΠ 1205/2013).

Σε συμψηφισμό προτείνεται και ανταπαίτηση που έχει παραγραφεί, αν κατά το χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής της (άρθρο 443 ΑΚ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 453  ΑΚ, όταν οι ιδιότητες δανειστή και οφειλέτη ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο, επέρχεται απόσβεση της ενοχής με σύγχυση.

Σύγχυση επομένως είναι η απόσβεση του χρέους, που επέρχεται με την σύμπτωση των ιδιοτήτων δανειστή και οφειλέτη στο ίδιο πρόσωπο.

Σύγχυση αποτελεί πχ. η περίπτωση αγοράς του μισθίου πράγματος από τον μισθωτή,  καθ όσον αφορά τις ιδιότητες του εκμισθωτή και μισθωτή ως συμβαλλομένων μερών της σύμβασης μίσθωσης.

Το χρέος αναβιώνει μόλις πάψει να υπάρχει η ένωση δανειστή και οφειλέτη

Κατ άρθρο 416 επ. ΑΚ το χρέος του οφειλέτη προς τον δανειστή αποσβένεται με καταβολή.  Η καταβολή απαιτείται να γίνει στον δανειστή, ή σε όποιον ο δανειστής, ή το δικαστήριο, ή ο νόμος, έχει επιτρέψει να δεχτεί την καταβολή.  Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει, αν ο δανειστής την εγκρίνει, ή εφ όσον ωφελείται από αυτήν. Αν η καταβολή δεν ήταν η προσήκουσα, ο δανειστής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι η καταβολή δεν ήταν προσήκουσα. 

Η καταβολή καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση, ή μονομερής δικαιοπραξία. Για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση του χρέους πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ότι πράγματι δικαιούται, σύμφωνα με τον νόμο, ή την σύμβαση (ΑΠ 1289/2013). Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 285/2011).

Για να έχει αποσβεστικό αποτέλεσμα η καταβολή πρέπει να γίνει, α) είτε προς το δανειστή προσωπικά, ή τον επιτετραμένο από το δικαστήριο, ή τον νόμιμο, ή δικαστικό, αντιπρόσωπο του δανειστή, εφοδιασμένο στην τελευταία περίπτωση με πληρεξούσιο έγγραφο, β) είτε προς τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση του δανειστή, ρητή, ή και σιωπηρή, προκύπτουσα από την σχέση του δανειστή με τον εξουσιοδοτημένο (πχ. του ταμία μιας επιχείρησης προς είσπραξη των πωλούμενων από αυτή πραγμάτων) να λάβει την παροχή, ενεργώντας στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό με την συγκατάθεση του δανειστή, γ) είτε προς τρίτο δεκτικό καταβολής πρόσωπο, το οποίο προσδιόρισε ο δανειστής, κατόπιν σύμβασης με τον οφειλέτη, παρέχοντας δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει με αποσβεστικά αποτελέσματα την παροχή προς τον δεκτικό καταβολής.

Καταβολή που έγινε σε άλλον, εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, δεν ενεργεί κατ αρχήν έναντι του δανειστή, έστω και αν ο καταβαλών τελούσε σε συγγνωστή πλάνη, εκτός αν ο δανειστής εγκρίνει μια τέτοια καταβολή, ή ωφελείται από αυτή, λόγω απόδοσης του ληφθέντος στον δικαιούχο, ή απόσβεσης της υποχρέωσης απόδοσης του καταβληθέντος από τον λαβόντα τρίτο στο δανειστή από άλλη αιτία (ΑΠ 285/2011).

Αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα, να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος, που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτα, η παροχή που έγινε, καταλογίζεται, πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και αν υπάρχουν περισσότερα σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή, αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη, αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα (ΑΠ 1522/2011).

Ο οφειλέτης, εναγόμενος για την πληρωμή ορισμένων χρεών, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται. Ο δανειστής, ωστόσο, δικαιούται κατ αντένσταση, να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η προβαλλόμενη καταβολή αφορά άλλο χρέος του οφειλέτη (ΑΠ 1649/2013). Ο δανειστής, αντιλέγοντας με αντένσταση, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, σε άρνηση του οφειλέτη, υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, οπότε στον οφειλέτη εναπόκειται με επαντένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους, με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη, βάσει του άρθρου 422 ΑΚ. Ο αντενιστάμενος δανειστής, που επικαλείται τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 422 ΑΚ, πρέπει να αναφέρει πλήρη και αναλυτικά και τα παραγωγικά του άλλου, ή των άλλων, προς αυτόν, χρεών του οφειλέτη γεγονότα, καθώς και το ύψος καθ ενός από αυτά επί περισσοτέρων, διαφορετικά η αντένσταση είναι αόριστη κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 και 262 ΚΠολΔ και απορριπτέα (ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 575/2015).

Σύμφωνα με το άρθρο 419 ΑΚ «ο δανειστής δεν είναι υπόχρεος να δεχτεί αντί καταβολής άλλη παροχή. Αν όμως δεχτεί τέτοια παροχή, η ενοχή αποσβήνεται». 

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να επέλθει απόσβεση του χρέους με δόση αντί καταβολής, απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής, συνάμα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη, ή άμεση, εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίνεται αντί της οφειλόμενης. Αντικείμενο της δόσης αντί καταβολής μπορεί να είναι κάθε άλλη παροχή αντί της οφειλομένης, δηλαδή δύναται να συνίσταται στην οιαδήποτε προσπόριση αγαθού και επομένως, αντί των οφειλομένων χρημάτων μπορεί να δοθεί πράγμα, κινητό ή ακίνητο.

Σύμφωνα με τα άρθρα 427 επ. ΑΚ ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα, να προβεί σε δημόσια κατάθεση του οφειλόμενου, αν αυτό συνίσταται σε χρήματα, ή άλλα πράγματα δεκτικά κατάθεσης κατά τον νόμο.

Σύμφωνα με τα άρθρα αυτά με την δημόσια κατάθεση επέρχεται απόσβεση της ενοχής, σαν να είχε γίνει (κατά τον χρόνο της κατάθεσης) καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από τις παρακάτω περιπτώσεις, α) όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος κατά τις διατάξεις των άρθρων 349 επ. ΑΚ, β) όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την παροχή του για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή και γ ) εξ αιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του δανειστή. Σε κάθε άλλη περίπτωση η δημόσια κατάθεση δεν συνεπάγεται κανένα αποτέλεσμα ως έννομη συνέπεια (ΑΠ 907/2005, ΑΠ 44/2004, ΑΠ 1289/2013).

Η δημόσια κατάθεση έχει ως αντικείμενο το οφειλόμενο χρέος. Αν αυτή έχει ως αντικείμενο άλλο χρέος, ή λιγότερο του οφειλομένου, η δημόσια κατάθεση ισοδυναμεί προς μερική καταβολή, στην οποία δεν δικαιούται να προβεί ο οφειλέτης και ως εκ τούτου, δεν επιφέρει την απόσβεση του χρέους κατά το κατατεθέν μέρος, εκτός εάν συναινεί σε αυτό ο δανειστής (ΑΠ 146/1997, ΑΠ 1523/2011).

Ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδεχθεί το προσφερόμενο χρέος, εφ όσον η προσφορά είναι πραγματική και προσήκουσα, δηλαδή προσφέρεται ότι οφείλεται στον προσήκοντα τόπο και χρόνο, οπότε, μόνο τότε, υφίσταται νόμιμος λόγος που δικαιολογεί την δημόσια κατάθεση της παροχής (ΑΠ 146/1997, ΑΠ 1523/2011).

Επειδή, κατά το άρθρο 423 ΑΚ, αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο, ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό (ΑΠ 1194/1993).

Όταν το χρέος είναι κομίσιμο, η προσφορά είναι προσήκουσα, όταν ο οφειλέτης κομίσει την παροχή στην κατοικία του δανειστή κατά το χρόνο της καταβολής (άρθρο 321 ΑΚ). Αν ο δανειστής δηλώσει ότι δεν δέχεται την παροχή, αυτός γίνεται υπερήμερος και με απλή ρηματική προσφορά του οφειλέτη. Απαιτείται, δηλαδή, α) προκαταβολική δήλωση του δανειστή ότι δεν δέχεται την παροχή και  β) δια λόγου μεταγενέστερη προσφορά του οφειλέτη στον δανειστή, με δήλωση ότι είναι έτοιμος να εκπληρώσει την παροχή (ΑΠ 538/2002).

Η εύλογη αβεβαιότητα ως προς το πρόσωπο του δανειστή, είναι αόριστη νομική έννοια,   που καθιστά αντικειμενικά επισφαλή την εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη, και δικαιολογεί την δημόσια κατάθεση της παροχής του. Θα πρέπει, δηλαδή, οι συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης να έχουν δημιουργήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατ αντικειμενική κρίση, και με μέτρο τις δυνατότητες του μέσου συνετού συναλλασσόμενου, εύλογη αμφιβολία στον οφειλέτη ως προς το πρόσωπο του δανειστή κατά τον χρόνο που έγινε η δημόσια κατάθεση, ώστε, εξ αιτίας αυτής, να υπάρχει ακολούθως στον οφειλέτη αντικειμενική αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής του με ασφάλεια, δηλαδή να έχει την έλλογη βεβαιότητα ότι η εκπλήρωση της παροχής του με δημόσια κατάθεση οδήγησε σε απόσβεση της ενοχής του ΑΠ 684/2013). 

Το βάρος της απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων της δημόσιας κατάθεσης έχει ο οφειλέτης που επικαλείται την δημόσια κατάθεση, ως αποσβεστικό λόγο της οφειλής του. Ο οφειλέτης βαρύνεται με την επίκληση και με την απόδειξη της προκαταβολικής άρνησης αποδοχής εκ μέρους του δανειστή και της προσφοράς που έγινε δια λόγου (ΑΠ 538/2002).

Η δημόσια κατάθεση γίνεται στην αρμόδια αρχή του τόπου της εκπλήρωσης της παροχής (Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων). Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να γνωστοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την κατάθεση στον δανειστή και, αν το παραλείψει, ευθύνεται σε αποζημίωση, εκτός αν η γνωστοποίηση είναι ιδιαίτερα δύσκολη. 

Αν το οφειλόμενο είναι κινητό πράγμα μη δεκτικό κατάθεσης, ο οφειλέτης σε περίπτωση υπερημερίας του δανειστή, αφού τον ειδοποιήσει προηγουμένως, μπορεί να το πουλήσει με δημόσιο πλειστηριασμό και να καταθέσει δημόσια το εκπλειστηρίασμα. Η ειδοποίηση μπορεί να παραληφθεί, αν το πράγμα υπόκειται σε φθορά και υπάρχει κίνδυνος από την χρονοτριβή, ή αν η ειδοποίηση είναι ιδιαίτερα δύσκολη.

Κατά την διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους, ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η άφεση χρέους είναι η σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο δανειστής παραιτείται από την ενοχική αξίωση, που έχει κατά του οφειλέτη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση του χρέους.  Ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα που πηγάζει από αυτήν την ενοχή. Αν, παρ όλα αυτά, το ασκήσει, αποκρούεται επιτυχώς με την παρακωλυτική της άσκησης του δικαιώματος ένσταση άφεσης χρέους.

Η σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως, ή με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει με κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα με κάθε παραίτηση από δικαίωμα (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 426/04).

Είναι αναιτιώδης, δηλαδή για το κύρος της δεν λαμβάνεται υπ όψιν η αιτία για την οποία θέλουν τα μέρη την απόσβεση του χρέους. Ωστόσο, η βούληση και η δήλωση παραίτησης, πρέπει να είναι ανεπηρέαστες από πλάνη, απάτη, ή απειλή. Σε αντίθετη περίπτωση η σύμβαση είναι ακυρώσιμη (ΟλΑΠ 5/1990, ΕφΛαρ 70/2015). Είναι  επιτρεπτή δε, όταν δεν απαγορεύεται από διάταξη νόμου (ΑΠ 300/2007).

Η άφεση χρέους ενεργεί υποκειμενικά, υπέρ του οφειλέτη, ή κατά του δανειστή. Είναι όμως δυνατή η συμφωνία περί αντικειμενικής άφεσης του χρέους, οπότε αυτή ενεργεί υπέρ όλων των οφειλετών στην παθητική, ή κατά όλων των δανειστών στην ενεργητική, σε ολόκληρον ενοχή. Μάλιστα στην περίπτωση που συμφωνήθηκε η άφεση χρέους, να ενεργεί αντικειμενικά και υπέρ των λοιπών συνοφειλετών, η άφεση απαλλάσσει όλους και δεν λαμβάνεται υπ όψιν η αποποίηση της απαλλαγής από κάποιο συνοφειλέτη (ΕφΑΘ 4071/1994).

Στη σύμβαση άφεσης χρέους δεν λαμβάνει χώρα ανταλλαγή παροχών και συνεπώς επί της σύμβασης δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, που προβλέπει ότι «αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με τον οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή» και ως εκ τούτου δεν γεννάται ζήτημα προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής με συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης άφεσης χρέους (ΕφΑθ 6861/2003, ΕφΛαρ 70/2015).

Η περί άφεσης χρέους συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη προϋποθέτει υφιστάμενο χρέος. Όταν το χρέος δεν έχει ακόμα γεννηθεί, η σχετική συμφωνία έχει συνήθως την έννοια του προσδιορισμού της έκτασης της ενοχής εκ των προτέρων. Στην περίπτωση που, κατά την βούληση των μερών, συμφωνήθηκε άφεση χρέους για μέλλουσα απαίτηση, η σχετική συμφωνία ιδρύει ανατρεπτική ένσταση, της οποίας τα αποσβεστικά αποτελέσματα αφορούν μόνο το μέρος της απαίτησης που ασκείται με την αγωγή. Έτσι, ο εναγόμενος για την καταβολή ορισμένου χρέους, δεν μπορεί να αντιτάξει συμφωνία περί άφεσης άλλων χρεών, που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής, και να ζητήσει εκ του λόγου τούτου τον συμψηφισμό τους προς την απαίτηση που ασκείται με την αγωγή και την εντεύθεν απόρριψή της. Αν όμως, κατά τη βούληση των μερών, σκοπός της σύμβασης ήταν η επαύξηση της περιουσίας του οφειλέτη και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα, τότε, επειδή πρόκειται για απαλλοτρίωση, που συνήθως έχει τη μορφή δωρεάς, ο δικαιοδόχος αποκτά απαίτηση, την οποία μπορεί να προτείνει σε συμψηφισμό (ΑΠ 380/2005).

Κατ' άρθρο 436 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται, αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με τον σκοπό κατάργησης, με νέα ενοχή, η οποία περιλαμβάνει, είτε τα ίδια πρόσωπα, είτε άλλο οφειλέτη, είτε άλλο δανειστή. Κατά δε το άρθρο 437 ΑΚ, αν η παλαιά ενοχή είναι άκυρη, είναι άκυρη και η ανανέωση, εκτός αν προκύπτει απ αυτήν, ότι περιέχει επικύρωση της άκυρης ενοχής. Αν η παλαιά ενοχή είναι ακυρώσιμη, η ανανέωση ισχύει, εκτός αν ο οφειλέτης το αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητά του, όταν έγινε η ανανέωση. 

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την σύμβαση ανανέωσης καταργείται το υπάρχον χρέος και αντικαθίσταται με νέο.

Προϋπόθεση για την εγκυρότητα της σύμβασης ανανέωσης είναι η ύπαρξη στα συμβαλλόμενα μέρη σκοπού κατάργησης της υπάρχουσας ενοχής και σύστασης νέας, ο σκοπός δε αυτός δεν είναι ανάγκη να δηλώνεται ρητώς στην σύμβαση, αλλά να συνάγεται σαφώς. Τούτο συμβαίνει όταν, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, το υφιστάμενο χρέος αντικαθίσταται με άλλο, το δε παλαιό χρέος επιστρέφεται στον οφειλέτη. Από την θέση σε ισχύ της νέας ενοχής αυτομάτως επέρχεται απόσβεση της παλιάς ενοχής και δεν μπορεί να προβληθούν ενστάσεις από την παλιά ενοχική σχέση (ΑΠ 1375/2011).

Στην ανανέωση χρέους οι ασφάλειες της παλαιάς ενοχής (εγγυητές, ενέχυρα, υποθήκες) διατηρούνται υπέρ της νέας, μόνο εφ όσον συναίνεσε ο εγγυητής, ή ο κύριος του ενυπόθηκου, ή του πράγματος που έχει ενεχυρασθεί, οφειλέτης, ή τρίτος. Η συναίνεση αυτή, η οποία αποτελεί δήλωση βούλησης απευθυντέα προς το ένα, ή το άλλο, συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης ανανέωσης, με την οποία συμφωνείται η μετάθεση των ασφαλειών στη νέα ενοχή, πρέπει να περιβληθεί ανάλογα με την σχετική περίπτωση τον τύπο της εγγύησης, του ενεχύρου, ή της υποθήκης (ΑΠ 434/2000, ΑΠ 1399/2015).

Οι λόγοι απόσβεσης υποθήκης είναι

α) Οι λόγοι απόσβεσης της απαίτησης (όπως καταβολή, δόση αντί καταβολής, άφεση χρέους, υπόσχεση αντί καταβολής, δημόσια κατάθεση, ανανέωση, συμψηφισμός σύγχυση, άφεση χρέους).

β) Η ολοσχερής εξαφάνιση του ενυπόθηκου κτήματος.

γ) Η παραίτηση του δανειστή. Δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου.

δ) Ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου κτήματος και η καταβολή του εκπλειστηριάσματος.

ε) Η παρέλευση της προθεσμίας με την οποία έχει παραχωρηθεί η υποθήκη.

στ) Η παραγραφή της απαίτησης.

ζ) Όταν ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα της υποθήκης.

Οι λόγοι απόσβεσης της προσημείωσης υποθήκης είναι

α) Οι λόγοι απόσβεσης της απαίτησης (όπως καταβολή, δόση αντί καταβολής, άφεση χρέους, υπόσχεση αντί καταβολής, δημόσια κατάθεση, ανανέωση, συμψηφισμός σύγχυση, άφεση χρέους).

β) Η ολοσχερής εξαφάνιση του ενυπόθηκου κτήματος.

γ) Η παραίτηση του δανειστή. Δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου.

δ) Ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου κτήματος και η καταβολή του εκπλειστηριάσματος.

ε) Η παρέλευση της προθεσμίας με την οποία έχει παραχωρηθεί η προσημείωση.

στ) Η παραγραφή της απαίτησης.

ζ) Όταν ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα της υποθήκης.

η) Η ανάκληση της απόφασης που διέταξε την εγγραφή της.

θ) Αν μέσα σε ενενήντα ημέρες από την τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την απαίτηση δεν τραπεί σε υποθήκη.

Απόσβεση ιδιωτικού χρέους, κατά το Αστικό Δίκαιο, σημαίνει την απάλειψη της παροχής, της υποχρέωσης, δηλαδή, που έχει αναλάβει ο οφειλέτης έναντι του δανειστή. Η απόσβεση του χρέους γίνεται, α) με καταβολή, β) με δόση αντί καταβολής, γ)  με υπόσχεση αντί καταβολής, δ) με δημόσια κατάθεση, ε) με ανανέωση, στ) με συμψηφισμό, ζ) με σύγχυση και η) με άφεση.

Α. Απόσβεση χρέους με καταβολή.

Κατ άρθρο 416 επ. ΑΚ το χρέος του οφειλέτη προς τον δανειστή αποσβένεται με καταβολή.  Η καταβολή απαιτείται να γίνει στον δανειστή, ή σε όποιον ο δανειστής, ή το δικαστήριο, ή ο νόμος, έχει επιτρέψει να δεχτεί την καταβολή.  Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει, αν ο δανειστής την εγκρίνει, ή εφ όσον ωφελείται από αυτήν. Αν η καταβολή δεν ήταν η προσήκουσα, ο δανειστής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι η καταβολή δεν ήταν προσήκουσα. 

Η καταβολή καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση, ή μονομερής δικαιοπραξία. Για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση του χρέους πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ότι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με τον νόμο, ή την σύμβαση (ΑΠ 1289/2013). Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 285/2011).

Β. Απόσβεση χρέους με δόση αντί καταβολής.

Σύμφωνα με το άρθρο 419 ΑΚ «ο δανειστής δεν είναι υπόχρεος να δεχτεί αντί καταβολής άλλη παροχή. Αν όμως δεχτεί τέτοια παροχή, η ενοχή αποσβήνεται». 

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να επέλθει απόσβεση χρέους με δόση αντί καταβολής, απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής, συνάμα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη, ή άμεση, εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίνεται αντί της οφειλόμενης.

Γ. Απόσβεση χρέους με υπόσχεση αντί καταβολής.

Σύμφωνα με το άρθρο 421 ΑΚ «αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο». 

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι υπόσχεση αντί καταβολής είναι η πρόθεση του οφειλέτη για απόσβεση του παλαιού χρέους προς τον δανειστή. Αυτό πρέπει να προκύπτει σαφώς. Αυτός που επικαλείται την ύπαρξη υπόσχεσης αντί καταβολής πρέπει να μπορεί να την αποδείξει. Αλλιώς γίνεται δεκτή, ως υπόσχεση χάριν καταβολής, δηλαδή δεν επέρχεται η απόσβεση του χρέους.

Δ. Απόσβεση χρέους με δημόσια κατάθεση.

Σύμφωνα με τα άρθρα 427 επ. ΑΚ ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα, να προβεί σε δημόσια κατάθεση του οφειλόμενου, αν αυτό συνίσταται σε χρήματα, ή άλλα πράγματα δεκτικά κατάθεσης κατά τον νόμο.

Σύμφωνα με τα άρθρα αυτά με την δημόσια κατάθεση του χρέους επέρχεται απόσβεση της ενοχής, σαν να είχε γίνει (κατά τον χρόνο της κατάθεσης) καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από τις παρακάτω περιπτώσεις, α) όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος κατά τις διατάξεις των άρθρων 349 επ. ΑΚ, β) όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την παροχή του για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή και γ) εξ αιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του δανειστή. Σε κάθε άλλη περίπτωση η δημόσια κατάθεση δεν συνεπάγεται κανένα αποτέλεσμα ως έννομη συνέπεια (ΑΠ 907/2005, ΑΠ 44/2004, ΑΠ 1289/2013).

Η δημόσια κατάθεση έχει ως αντικείμενο το οφειλόμενο χρέος. Αν αυτή έχει ως αντικείμενο άλλο χρέος, ή λιγότερο του οφειλομένου, η δημόσια κατάθεση ισοδυναμεί προς μερική καταβολή, στην οποία δεν δικαιούται να προβεί ο οφειλέτης και ως εκ τούτου, δεν επιφέρει την απόσβεση του χρέους κατά το κατατεθέν μέρος, εκτός εάν συναινεί σε αυτό ο δανειστής (ΑΠ 146/1997, ΑΠ 1523/2011).

Ε. Απόσβεση χρέους με ανανέωση.

Κατ' άρθρο 436 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται, αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με το σκοπό κατάργησης, με νέα ενοχή, η οποία περιλαμβάνει, είτε τα ίδια πρόσωπα, είτε άλλο οφειλέτη, είτε άλλο δανειστή. Κατά δε το άρθρο 437 ΑΚ, αν η παλαιά ενοχή είναι άκυρη, είναι άκυρη και η ανανέωση, εκτός αν προκύπτει απ αυτήν, ότι περιέχει επικύρωση της άκυρης ενοχής. Αν η παλαιά ενοχή είναι ακυρώσιμη, η ανανέωση ισχύει, εκτός αν ο οφειλέτης το αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητά του όταν έγινε η ανανέωση. 

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την σύμβαση ανανέωσης καταργείται το υπάρχον χρέος και αντικαθίσταται με νέο. Προϋπόθεση για την εγκυρότητα της σύμβασης ανανέωσης είναι η ύπαρξη στα συμβαλλόμενα μέρη σκοπού κατάργησης της υπάρχουσας ενοχής και σύστασης νέας, ο σκοπός δε αυτός δεν είναι ανάγκη να δηλώνεται ρητώς στην σύμβαση, αλλά να συνάγεται σαφώς.

ΣΤ. Απόσβεση χρέους με συμψηφισμό.

Σύμφωνα με το άρθρο 440  ΑΚ «ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες». Σύμφωνα δε με το άρθρο 441 ΑΚ «ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν».

Επομένως συμψηφισμός, κατ άρθρο 440 ΑΚ, είναι η απόσβεση αμοιβαίων χρεών δύο προσώπων, που επέρχεται με τον συνυπολογισμό τους, εφ όσον ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο, ονομάζεται δε μονομερής, ή αναγκαστικός, συμψηφισμός.

Δεν αποκλείεται, όμως, η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Αυτός ονομάζεται συμβατικός, ή εκούσιος συμψηφισμός. Συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων του άρθρου 361 ΑΚ.

Ζ. Απόσβεση χρέους με σύγχυση.

Κατά την διάταξη του άρθρου 453 ΑΚ, όταν οι ιδιότητες δανειστή και οφειλέτη ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο, επέρχεται απόσβεση της ενοχής με σύγχυση.

Σύγχυση επομένως είναι η απόσβεση του χρέους, που επέρχεται με την σύμπτωση των ιδιοτήτων δανειστή και οφειλέτη στο ίδιο πρόσωπο.

Η. Απόσβεση χρέους με άφεση.

Κατά την διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους, ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η άφεση χρέους είναι η σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο δανειστής παραιτείται από την ενοχική αξίωση, που έχει κατά του οφειλέτη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής.  Ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα που πηγάζει από αυτήν την ενοχή. Αν, παρ όλα αυτά, το ασκήσει, αποκρούεται επιτυχώς με την παρακωλυτική της άσκησης του δικαιώματος ένσταση άφεσης χρέους.

(Σημ. συντάκτη:  Αναλυτικά βλέπε επί μέρους αναρτήσεις)

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, ως απόρριψη της αγωγής «για λόγους μη ουσιαστικούς» νοείται η απόρριψη αυτής για λόγους που ανάγονται όχι στο υποστατό της αξίωσης, αλλά για δικονομικούς, οι οποίοι, δηλαδή, συνεπάγονται ακυρότητα, ή απαράδεκτο, της αγωγής, συνεπώς και η απόρριψή της ως αόριστης.

Β. Κατά την ίδια διάταξη, η παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μην διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα «για λόγους μη ουσιαστικούς». Αν ο δικαιούχος «εγείρει και πάλι» την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Γ. Ως «έγερση και πάλι» νοείται η εκ νέου έγερση αγωγής, στηριζόμενης στην ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Δ. Το δεδικασμένο που παράγεται σύμφωνα με την παρ. 1 εδ. β του άρθρου 322 εμποδίζει την επανάσκηση της αγωγής, καθιστώντας την απαράδεκτη, μόνο αν αυτή παρουσιάζει το ίδιο δικονομικό ελάττωμα. Έτσι, αν απορριφθεί τελεσιδίκως αγωγή ως αόριστη, το δεδικασμένο κωλύει διάφορη κρίση του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται νέας τυχόν αγωγής, της οποίας το δικόγραφο έχει την ίδια ουσιαστικώς συγκεκριμένη διατύπωση, που έχει ήδη κριθεί ελαττωματική, ούτως ώστε να προκαλεί αοριστία. Ο ενάγων όμως δεν εμποδίζεται να επανέλθει με την άσκηση νέας, όμοιας με την προηγούμενη, αγωγής, αν θεραπεύσει το δικονομικό ελάττωμα, για το οποίο δημιουργήθηκε δεδικασμένο, πχ. τα στοιχεία της αγωγής που κρίθηκε ως αόριστη, επικαλούμενος μάλιστα ακωλύτως από την άποψη των χρονικών ορίων του δεδικασμένου παλαιά, ή νέα, γεγονότα για την βελτίωσή της (ΑΠ 210/2009, ΑΠ 404/2008, ΑΠ 2074/2007).

Η από τις διατάξεις των άρθρων 297 - 298 ΑΚ προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία) εκείνο, δηλαδή, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτωνν ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί (ΑΠ 83/2002).

Α. Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού, ή σε αύξηση του παθητικού. 

Β. Διαφυγόν κέρδος (ή αποθετική ζημία) είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1221/2001).

Δηλαδή το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από την βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται. Για να διευκολύνει ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και για να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος «λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί». Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια (σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων) και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά τον χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος.

Γ. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο, ή απροσδόκητο, ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος καθ όσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες, συγκεκριμένες περιστάσεις. Η πιθανότητα της δυνατότητας πραγματοποίησης διαφυγόντος κέρδους δεν μπορεί να φτάνει μέχρι φαντασιώδους υπολογισμού (ΑΠ 1364/2013). 

Η υπεύθυνη δήλωση τρίτου του ν. 1599/1986, που έχει  συνταχθεί επί του προβλεπόμενου ειδικού σφραγιστού χαρτιού και απευθύνεται σε αρχή, ή υπηρεσία, του δημόσιου τομέα, δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, επί της οποίας εφαρμόζονται οι ειδικές περί απόδειξης διατάξεις του ΚΠολΔ και μόνο ως μαρτυρία τρίτου μπορεί να χρησιμεύσει, εφ όσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 410/2009).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 339 ΚΠολΔ τα δικαστικά τεκμήρια είναι αποδεικτικά μέσα.

Β. Δικαστικά τεκμήρια είναι τα ανώνυμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μπορούν να συμβάλουν στην αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά δεν εντάσσονται στις κατηγορίες των επώνυμων αποδεικτικών μέσων (ομολογία, αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, έγγραφα, εξέταση των διαδίκων, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις).

Γ. Δικαστικά τεκμήρια ενδεικτικά είναι, οι καταθέσεις μαρτύρων σε άλλη πολιτική, ή ποινική δίκη, η πραγματογνωμοσύνη διεξαχθείσα στο πλαίσιο άλλης δίκης, οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν σε ανύποπτο χρόνο πριν από την δίκη, ή σε άλλη διαδικασία, αποφάσεις πολιτικών, ποινικών, ή διοικητικών δικαστηρίων. Ακόμη επιστολές, δηλώσεις και ένορκες βεβαιώσεις τρίτων, εφ όσον δεν έχουν παραχθεί προς το σκοπό της χρήσης τους στην συγκεκριμένη δίκη.

Δ. Σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠολΔ, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα δικαστικά τεκμήρια, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει ελεύθερα κατά συνείδηση, αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί.

Ε. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν τόσο στην τακτική διαδικασία όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 586 ΚΠολΔ, τριτανακοπή ασκείται από τον τρίτο, δηλαδή από αυτόν που δεν υπήρξε διάδικος ως υποκείμενο της διαδικασίας, αφού «δεν έλαβε μέρος» στην δίκη, δεν συμμετείχε δηλαδή σε αυτήν, ή δεν προσκλήθηκε σε αυτήν, ή δεν ανακοινώθηκε η δίκη σε αυτόν, πριν από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, και η εκδοθείσα οριστική απόφαση βλάπτει, ή εκθέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του (ΑΠ 188/1985, ΑΠ 95/2014).

Η έκφραση «δεν προσκλήθηκε» σημαίνει την πρόσκληση, δηλαδή την προσεπίκληση για την συμμετοχή στην συγκεκριμένη δίκη, η οποία προέρχεται από ενέργεια άλλου. Αρκεί η πρόσκληση, δηλαδή η δυνατότητα γνώσης της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης και συμμετοχής σε αυτήν και συνεπώς δεν είναι απαραίτητη η μετά την πρόσκληση συμμετοχή σε αυτή, η δε ανακοίνωση δίκης πρέπει να γίνει πριν από την πρώτη συζήτηση της αρχικής αγωγής (92 ΚπολΔ).

Ο τρίτος, που δεσμεύεται από το δεδικασμένο, δύναται να ασκήσει τριτανακοπή μόνο, εφ όσον επικαλείται δόλο, ή συμπαιγνία, των διαδίκων (ΑΠ 239/1981).

Για την άσκηση της τριτανακοπής απαιτείται έννομο συμφέρον του τριτανακόπτοντος, η έννοια του οποίου είναι γενική και βρίσκει νομοθετική θεμελίωση στο άρθρο 68 ΚΠολΔ. Το έννομο συμφέρον αποτελεί όρο του παραδεκτού της τριτανακοπής και λειτουργεί ως αυτοτελής διαδικαστική προϋπόθεση και συνεπώς διακρίνεται από την νομιμοποίηση, η οποία αναφέρεται στο υποκείμενο της τριτανακοπής. Έννομο είναι το συμφέρον, όταν με την άσκηση της τριτανακοπής προστατεύονται τα συμφέροντα που αναγνωρίζονται από το νόμο και είναι άξια προστασίας και όχι όταν κατευθύνονται στην ικανοποίηση άλλων σκοπών, που βρίσκονται έξω από τα πλαίσια της άσκησής της. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ( ΑΠ 95/2014).

Πρέπει επίσης να υπάρχει λόγος που δικαιολογεί την προστασία, δηλαδή αντικειμενικά θα πρέπει να είναι πρόσφορη για την επέλευση της επιδιωκόμενης συγκεκριμένης συνεπείας, ώστε να προασπίζονται τα συμφέροντα του τρίτου που επιδιώκει την άρση της βλάβης του, ενώ το δικαίωμα του τρίτου, πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης. Κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔ αρκεί κεκτημένο και προστατεύσιμο δικαίωμα, δυνάμει του οποίου μπορεί να ασκηθεί αγωγή, ή παρέμβαση (ΑΠ 95/2014).

Αίτημα της τριτανακοπής είναι η ακύρωση, ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης που προσβάλλεται. Το δικαστήριο, αν κρίνει την τριτανακοπή παραδεκτή και βάσιμη, ακυρώνει, ή ανάλογα με τις περιστάσεις αποφαίνεται ότι είναι ανενεργός η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον τριτανακόπτοντα. Η απόφαση διατηρεί την ισχύ της μεταξύ των αρχικών διαδίκων, εκτός αν πρόκειται για αδιαίρετο δίκαιο  (άρθρο 590 ΚΠολΔ).

Η τριτανακοπή εισάγεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρεμπιπτόντως στο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη, αν το δικαστήριο αυτό είναι ισόβαθμο ή ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 587 ΚΠολΔ).

Η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεσή της, οπότε μπορεί να απευθυνθεί μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε (άρθρο 588 ΚΠολΔ). Εφαρμόζονται οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και την συζήτηση στο ακροατήριο. Η ανακοπή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 ΚΠολΔ και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε (60) ημέρες από την κατάθεση της ανακοπής ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες σε (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Η άσκηση της τριτανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η τριτανακοπή και, αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο ο πρόεδρος, μπορούν, ύστερα από αίτηση του τριτανακόπτοντος, που δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να διατάξουν την αναστολή της εκτέλεσης με τον όρο εγγυοδοσίας, ή και χωρίς αυτόν, αν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση της απόφασης θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του τριτανακόπτοντος. Το δικαστήριο, ή ο πρόεδρος, μπορεί να εμποδίσει με σημείωμά του την εκτέλεση ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για την αίτηση αναστολής. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί με τον ίδιο τρόπο ως την έκδοση της οριστικής απόφασης για την τριτανακοπή.

Σύμφωνα με το άρθρο 1055 ΑΚ εξαιρούνται από την τακτική, ή την έκτακτη, χρησικτησία, τα ακίνητα που ανήκουν σε πρόσωπα, τα οποία τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία, ή δικαστική συμπαράσταση.

Σύμφωνα με την διάταξη, ο ανήλικος προστατεύεται με την αναστολή της έναρξης και συνέχισης της χρησικτησίας,  όσο είναι ανήλικος.  

Ο ισχυρισμός περί εξαίρεσης των ακινήτων από την χρησικτησία, προτείνεται κατ  ένσταση. Δεν λαμβάνεται υπ όψιν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1018/2014).

Σύμφωνα με το άρθρο 100 του Συντάγματος στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο υπάγεται

α) H εκδίκαση ενστάσεων κατά το άρθρο 58.
β) O έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παράγραφος 2. 
γ) H κρίση για τα ασυμβίβαστα ή την έκπτωση βουλευτή, κατά τα άρθρα 55 παράγραφος 2 και 57.
δ) H άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφ ενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφ ετέρου ή, τέλος, μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίων. 
ε) H άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι' αυτές αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
στ) H άρση της αμφισβήτησης για το χαρακτηρισμό κανόνων του διεθνούς δικαίου ως γενικά παραδεγμένων κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 28. 
Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου είναι αμετάκλητες.
Διάταξη νόμου, που κηρύσσεται αντισυνταγματική, είναι ανίσχυρη από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, ή από το χρόνο που ορίζεται με την απόφαση. 
Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο συγκροτείται από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, από τέσσερις συμβούλους της Επικρατείας και από τέσσερις αρεοπαγίτες, που ορίζονται ως μέλη με κλήρωση κάθε δύο χρόνια. Στο δικαστήριο αυτό προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου. 
Στις περιπτώσεις δ και ε της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου και δύο τακτικοί καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Χώρας, οι οποίοι ορίζονται με κλήρωση. 

Ανώμαλη παρακαταθήκη, κατ άρθρο 830 ΑΚ, χαρακτηρίζεται η κατάθεση χρημάτων, ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, όπου ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί. Στην περίπτωση αυτή η κατάθεση χρημάτων, ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων θεωρείται δάνειο. Για τον χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν οι διατάξεις για την παρακαταθήκη.

Στην ανώμαλη παρακαταθήκη έχουν εφαρμογή, τόσο η διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ περί δανείου, με βάση την οποία ο θεματοφύλακας αποκτά την κυριότητα των κατατιθέμενων σε αυτόν χρημάτων (ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων) όσο και η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 2229/2013, ΑΠ 1220/2014).

Η ανώμαλη παρακαταθήκη διαφέρει από το δάνειο, γιατί στο δάνειο προέχει το συμφέρον του οφειλέτη, που είναι η χρησιμοποίηση του δανείσματος, ενώ στην ανώμαλη παρακαταθήκη προέχει το συμφέρον του παρακαταθέτη, που συνίσταται στην ασφαλή φύλαξη των κατατεθειμένων πραγμάτων (ΕφΑθ 11152/1996).

Συνέπεια του χαρακτηρισμού της ανώμαλης παρακαταθήκης ως δανείου είναι ότι ο θεματοφύλακας καθίσταται κύριος των κατατεθειμένων πραγμάτων, αλλά φέρει τον κίνδυνο της καταστροφής, ή χειροτέρευσής των, υπό τους όρους του νόμου και υποχρεούται σε παροχή τόκων συμπεφωνημένων, νομίμων ή υπερημερίας, εάν περιέλθει σε υπερημερία ως προς την απόδοση του κατατεθέντος ποσού (ΕφΑθ 11152/1996).

Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης (ΑΠ 632/2014).

Ανύπαρκτη (ανυπόστατη) δικαστική απόφαση, θεωρείται κατ άρθρο 313 ΚΠολΔ, η δικαστική απόφαση.

α) αν την εξέδωσαν πρόσωπα που δεν είχαν δικαστική ιδιότητα.

β) αν πολιτικό δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

γ) αν δεν δημοσιεύθηκε.

δ) αν εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου.

ε) αν εκδόθηκε κατά προσώπου που έχει το προνόμιο της ετεροδικίας. 

Η ανυπαρξία της δικαστικής απόφασης επιδιώκεται με αγωγή, ή ένσταση, αναγνώρισης της ανυπαρξίας.  Η αγωγή υπάγεται στο πολυμελές πρωτοδικείο της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου. 

Η αγωγή αποκλείεται αν η απόφαση έχει προσβληθεί με ένδικα μέσα. 

Από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δεδικασμένο που απορρέει από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα, εφ όσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Εκτείνεται, όμως, και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα, που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφ όσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει για αυτά.

Δεν αφορά η τελεσιδικία δικαιώματα, ή έννομες σχέσεις, που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους για την υποβοήθηση της κρίσης του δικαστηρίου επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας (ΑΠ 1550/10, ΑΠ 1125/08, ΑΠ 126/2014).

Α. Η αντέφεση ασκείται, αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, μόνο ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά. Η αντέφεση ασκείται παραδεκτά ακόμη και αν ο διάδικος αποδέχτηκε την απόφαση, ή παραιτήθηκε από την έφεση (άρθρο 523 ΚΠολΔ).

Β. Η αντέφεση ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου(άρθρο 523,591 ΚΠολΔ).

Γ. Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της είναι τουλάχιστον (30) ημέρες πριν από την συζήτηση της έφεσης (άρθρο 523 ΚΠολΔ).

Δ. Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της  είναι, τουλάχιστον (8) ημέρες πριν από την συζήτηση της έφεσης (άρθρο  591 παρ.1ζ ΚΠολΔ) .

Ε. Ως ημέρα συζήτησης νοείται εκείνη κατά την οποία εκφωνείται η υπόθεση και αρχίζει η εκδίκαση της, ανεξάρτητα αν αυτή είναι η αρχικώς ορισθείσα, ή μεταγενέστερη που προσδιορίσθηκε ύστερα από αναβολή ή ματαίωσή της (ΕφΑθ 1107/2012).

ΣΤ. Αν η έφεση απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, ή απαράδεκτη, ή τυπικά άκυρη, απορρίπτεται και η αντέφεση, εκτός αν ασκήθηκε ενώ διαρκούσε η προθεσμία της έφεσης για τον αντεκκαλούντα, οπότε ισχύει ως αυτοτελής έφεση.

Ζ. Η παραίτηση από την έφεση, ή η απόρριψή της ως αβάσιμης, δεν επηρεάζει την αντέφεση.

Α. Η ανταγωγή ασκείται μετά από εκκρεμοδικία. Στην περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η ανταγωγή ασκείται από όλους τους ομοδίκους, ή εναντίον όλων των ομοδίκων (άρθρο 268 ΚΠολΔ).

Β. Η ανταγωγή ασκείται, μόνο με χωριστό δικόγραφο.

Γ. Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της είναι (60) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής. Η  προθεσμία παρατείνεται κατά (30) ημέρες για όλους τους διάδικους, αν ο αρχικός εναγόμενος, ή κάποιος από τους ομοδίκους του, διαμένει στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Δ. Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της  είναι, τουλάχιστον, (8) ημέρες πριν από την συζήτηση. Η συζήτηση ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής (άρθρο  591 παρ.1ζ ΚΠολΔ) .

Ε. Μετά την άσκηση της ανταγωγής, η δωσιδικία της διατηρείται και αν η κύρια αγωγή απορριφθεί, ή ο ενάγων την ανακαλέσει, ή παραιτηθεί από αυτήν.

ΣΤ. Δεν ασκείται παραδεκτά ανταγωγή για υπόθεση, που υπάγεται σε ειδική διαδικασία, αν η αγωγή δικάζεται κατά την γενική, ή άλλη ειδική διαδικασία και αντίστροφα.

Α. Κατά την έννοια του άρθρου 455 ΑΚ, κάθε απαίτηση που πηγάζει από μία αμφοτεροβαρή σύμβαση μπορεί να μεταβιβαστεί από το δανειστή σε άλλον με εκχώρηση. Κανόνας, δηλαδή, είναι ότι όλες οι αυτοτελείς απαιτήσεις του ουσιαστικού δικαίου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους, μπορούν να μεταβιβαστούν με εκχώρηση.

Β. Από τον κανόνα εξαιρούνται και είναι ανεκχώρητες οι απαιτήσεις.

α) εκείνες που είναι ακατάσχετες (ΑΚ 464).

β) εκείνες που συμφωνήθηκε ότι είναι ανεκχώρητες (ΑΚ 466).

γ) εκείνες που λόγω της φύσης της παροχής συνδέονται στενά με το πρόσωπο του δανειστή (ΑΚ 465)ι

γα) Στενά θεωρείται ότι συνδέεται η απαίτηση με το πρόσωπο του δανειστή, αν λόγω της φύσης της παροχής υπάρχει στενή σύνδεση αυτής με το πρόσωπο του δανειστή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αν η παροχή αποχωριζόταν από το πρόσωπο του δανειστή και μεταβιβαζόταν σε άλλον, τότε θα έχανε την ταυτότητά της και θα γινόταν διαφορετική από εκείνη, που ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκτελέσει (ΕφΑθ 5950/1990).

γβ) Ο παραπάνω σύνδεσμος της παροχής με το πρόσωπο του δανειστή δυνατό να οφείλεται σε λόγους προσωπικούς, ή οικονομικούς. Αυτό συμβαίνει σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας και για τις απαιτήσεις που γεννώνται απ αυτήν, όπως π.χ. η αξίωση παράλειψης ένεκα προσβολής της τιμής, η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη,, ή ψυχική οδύνη, εκτός αν αυτή αναγνωρίσθηκε με σύμβαση, ή επιδόθηκε για  αυτήν αγωγή (ΕφΔωδ 116/2000)

γδ) Τα διαπλαστικά δικαιώματα δεν περιέχουν αξίωση και για το λόγο αυτό δεν είναι δεκτικά μεταβίβασης με εκχώρηση (ΜονΘεσ 20256/2011).

Α. Λόγοι Αναψηλάφησης

Σύμφωνα με το άρθρο 544 ΚΠολΔ, ως διαμορφώθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4745/2020, αναψηλάφηση δίκης επιτρέπεται μόνο

Πρώτος Λόγος.

Αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους.

α) Ο λόγος προϋποθέτει, αφ ενός την ύπαρξη τελεσίδικων αποφάσεων στην αυτή υπόθεση και αφ ετέρου αντίφαση μεταξύ τους στο διατακτικό, όχι όμως και στις αιτιολογίες, εκτός εάν οι τελευταίες έχουν και τα προσόντα διατακτικού, ιδίως όταν στο τελευταίο το δικαστήριο εκφράστηκε ασαφώς, πράγμα όμως που συγκεκριμενοποιείται με τις αιτιολογίες της ίδιας απόφασης.

β) Η αντίφαση πρέπει να προήλθε εκ του ότι, ενώ κατά την συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση, συνέτρεχαν όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου, η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από υπαίτια ή όχι συμπεριφορά των διαδίκων, ούτε λήφθηκε οπωσδήποτε υπ όψιν από το δικαστήριο. γ) Εάν η ίδια ένσταση προτάθηκε, ή εξετάστηκε το ζήτημα του ουσιαστικού δεδικασμένου και το δικαστήριο εξέφερε κρίση περί αυτού με την μεταγενέστερη απόφασή του, δεν χωρεί αναψηλάφηση, αλλά αναίρεση από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ  (ΑΠ 616/2011).

Δεύτερος Λόγος.

Αν διάδικος δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα στη δίκη, εφόσον ύστερα δεν εγκρίθηκε ρητά ή σιωπηρά η διεξαγωγή της δίκης.

α) Ο λόγος αυτός αφορά τις περιπτώσεις εκπροσώπησης προσώπων ανικάνων προς δικαστική παράσταση (ανηλίκων, προσώπων υπό δικαστική συμπαράσταση), συντρέχει δε, όταν τα πρόσωπα αυτά παρέστησαν στην δίκη χωρίς τον νόμιμο αντιπρόσωπό τους, ή χωρίς την συναίνεση αυτού, ή με ψευδοαντιπρόσωπο (ψευδοεπίτροπο), ή όταν ο νόμιμος εκπρόσωπος δεν είχε εξουσιοδοτηθεί νομίμως, δεν ετήρησε τις νόμιμες διατυπώσεις, κλπ.

β) Αυτός ο οποίος, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα και ο οποίος δεν παρέστη στο Εφετείο, ή εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο αυτό από δικηγόρο, ο οποίος υπέβαλε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν παρέστη κατά την συζήτηση, η οποία ήταν υποχρεωτικώς προφορική σύμφωνα με τα άρθρα 524 παρ. 2 και 528 ΚΠολΔ, ως εκ τούτου δε δικάσθηκε ερήμην, δεν δικαιούται να ασκήσει αίτηση αναψηλάφησης, επικαλούμενος τηνσχετικό λόγο (ΑΠ 1643/2014).

Τρίτος Λόγος.

Αν το ίδιο πρόσωπο είχε παραστεί ως διάδικος στο όνομά του ή εκπροσώπησε διαδίκους με περισσότερες ιδιότητες, οι οποίοι είχαν αντίθετα συμφέροντα στη δίκη,

Τέταρτος Λόγος.

Αν κάποιος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος διαδίκου χωρίς πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν εγκρίθηκε ύστερα η διεξαγωγή της δίκης,

Πέμπτος Λόγος.

Αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλαστή, είτε διότι γράφει ψευδώς ότι το δικαστήριο συγκροτήθηκε από τον αναγκαίο σύμφωνα με το νόμο αριθμό δικαστών, είτε διότι, όπως προκύπτει από το πρακτικό της διάσκεψης, δεν εκδόθηκε με την πλειοψηφία που απαιτεί ο νόμος ή δεν έχει τις υπογραφές που ορίζει ο νόμος και δεν είναι δυνατή η υπογραφή της από τα πρόσωπα αυτά,

Έκτος λόγος.

Αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή ενόρκως βεβαιώσαντος ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ή δημόσια, προφορική ή έγγραφη, ομολογία του δια του τύπου και λοιπών ΜΜΕ ή μέσω του διαδικτύου. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι (6) μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι (6) μήνες από αυτήν,

α) Για την θεμελίωση του λόγου, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση ότι η ψευδής κατάθεση του μάρτυρα είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, δηλαδή, το διατακτικό της προσβαλλομένης με την αναψηλάφηση απόφασης να στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση (ΑΠ 1364/2005, 348/1997, ΑΠ 1109/2015).

β) Η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, γιατί και το εν μέρει ψευδές αυτής κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με αναψηλάφηση απόφαση.

γ) Ο λόγος της ψευδούς κατάθεσης είναι αδιάφορος, γιατί η διάταξη δεν κάνει διακρίσεις,

δ) Δεν έχει σημασία, αν η κατάθεση έγινε ενώπιον δικαστηρίου, ή εκτός δίκης, εφ όσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, ούτε αν εκτιμήθηκε προς άμεση απόδειξη, ή ως δικαστικό τεκμήριο.

ε) Το επιλαμβανόμενο της ψευδορκίας δικαστήριο (ποινικό, ή το δικάζον την κύρια αναγνωριστική αγωγή) περιορίζεται στην αναγνώριση του ψεύδους της μαρτυρικής κατάθεσης, η οποία θεμελιώνει το δικαίωμα του διαδίκου, που επιδίωξε την αναγνώριση της ψευδορκίας, να ασκήσει στην συνέχεια αίτηση αναψηλάφησης και δεν επεκτείνει την έρευνά του στην επίδραση, που είχε η ψευδής κατάθεση στην έκβαση της δίκης, γιατί τούτο αποτελεί αντικείμενο έρευνας του μέλλοντος να δικάσει την αναψηλάφηση δικαστηρίου ( ΑΠ 1109/2015).

στ) Η αναγνώριση του ψεύδους απαιτείται να γίνει με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ή και με κύρια αγωγή, αν είναι αδύνατη η έναρξη ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας, εκτός από άλλους λόγους και λόγω θανάτου του ψευδώς καταθέσαντος μάρτυρα (ΑΠ  42/2014).

ζ) Τα πλαστά έγγραφα, προϋποθέτουν, η πλαστότητα να αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ή απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, που εκδίδεται επί σχετικής αγωγής, αν η άσκηση της ποινικής αγωγής, ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη.

η) Το πλαστό έγγραφο πρέπει να είχε αποφασιστική επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Αν η απόφαση στηρίζεται και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, πρέπει το πλαστό έγγραφο να στηρίζει την απόφαση αποκλειστικά, ή παράλληλα με άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία όμως, χωρίς την ύπαρξη του πλαστού, δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν την απόφαση (ΑΠ 82/2015).

Έβδομος λόγος.

Αν ο διάδικος που ζητεί την αναψηλάφηση βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης,

α) Το νέο έγγραφο, που βρήκε, ή έλαβε στην κατοχή του, ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίξει την αίτηση, πρέπει, 1) να υπήρχε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, 2) να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει απόδειξη, η ανταπόδειξη, ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση αν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου. Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο, ικανό να στηρίξει τον λόγο, δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύει ως αρχή έγγραφης απόδειξης, ή συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου, που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης (ΑΠ 1180/2011  ΑΠ 170/2015) και 3) η μη έγκαιρη προσκομιδή του, να οφείλεται σε ανώτερη βία, ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή τρίτο σε συνεννόηση με τον τελευταίο.

β) Ως ανώτερη βία, από την οποία ήταν αδύνατη η έγκαιρη προσκομιδή των νέων κρίσιμων εγγράφων, συνιστά κάθε γεγονός τυχερό και απρόβλεπτο το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 447/2014).

γ) Ανωτέρα βία συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης των κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια συνακόλουθα ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη (ΑΠ 284/2001, ΑΠ 1430/2005)

Όγδοος Λόγος.

Αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται,

Ένατος Λόγος.

Αν ο διάδικος κλήτευσε στη δίκη τον αντίδικό του ως άγνωστης διαμονής, αν και γνώριζε τη διαμονή του,

Δέκατος Λόγος.

Αν το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης επηρεάστηκε ουσιωδώς από δωροληψία ή από άλλη εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος συμπράττοντος στην έκδοση της δικαστή, εφόσον η δωροληψία ή η παράβαση καθήκοντος αποδεικνύονται με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι (6) μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι (6) μήνες από αυτήν.

Β. Προθεσμία άσκησης αναψηλάφησης.

Οι προθεσμίες άσκησης αναψηλάφησης ορίζονται στο άρθρο 545 ΚΠολΔ, καθώς και το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας σε κάθε επιμέρους περίπτωση. Οι προθεσμίες αυτές είναι προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου ενδίκου μέσου και, ως εκ τούτου, δεν αντιστοιχούν πλήρως προς τις προθεσμίες της έφεσης και της αναίρεσης, ακόμα και εκείνες που θεσπίζονται με ταυτόσημη διατύπωση.

α. Χρόνος. (60) ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα, (120) ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στο εξωτερικό, ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

β. Αφετηρία. Οι προθεσμίες της αναψηλάφησης, άλλοτε έχουν ως αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και άλλοτε συναρτώνται προς άλλα, πέραν από την επίδοση της απόφασης, πραγματικά γεγονότα. Ειδικότερα.

Λόγοι 1, 6, 7, 8. Η προθεσμία έχει αφετηρία την στιγμή που θα συμβεί το οικείο γεγονός, δηλαδή, από την στιγμή που εκδίδεται δεύτερη αντιφατική απόφαση για την ίδια υπόθεση, ή που καθίσταται αμετάκλητη η καταδίκη για ψευδορκία ή πλαστογραφία, ή που περιέρχονται στην κατοχή του διαδίκου τα νέα κρίσιμα έγγραφα, ή που ανατρέπεται η απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Λόγοι 2, 3, 4, 5 και 9. Η προθεσμία έχει αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Λόγος 10.  Η προθεσμία έχει ως αφετηρία το αμετάκλητο της απόφασης, με την οποία αναγνωρίζεται η δωροληψία, ή η παράβαση καθήκοντος του δικαστή.

Κατά το άρθρο 296 παρ. 1 ΑΚ για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν συμφωνηθεί, ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται, ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός, δηλαδή η καταβολή τόκου  τόκων, είναι μεν επιτρεπτός, αλλά υπό τον τριπλό περιορισμό

α) ότι καθυστερούνται ληξηπρόθεσμοι και απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους,

β) ότι έγινε ειδική συμφωνία περί ανατοκισμού μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, ή ότι ασκήθηκε καταψηφιστική αγωγή από τον δανειστή και

γ) ότι η συμφωνία καταρτίστηκε, ή η αγωγή ασκήθηκε, μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους, αφού δηλαδή συμπληρώθηκε ήδη κατά την κατάρτιση της συμφωνίας, ή την άσκηση ης αγωγής, ετήσια ή και μικρότερη (όχι πάντως βραχύτερη του έτους) χρήση του κεφαλαίου και, επομένως, υπάρχουν δεδουλευμένοι τόκοι ενός τουλάχιστον έτους.

Αίτημα της αγωγής δεν είναι η κεφαλαιοποίηση των οφειλομένων και καθυστερούμενων τουλάχιστον ενός έτους τόκων, ώστε του λοιπού να παράγουν και αυτοί τόκο, αλλά η επιδίκασή τους από την επίδοση της αγωγής (αφού ο ανατοκισμός  δεν ανατρέχει στο παρελθόν) έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων ( η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό) (ΑΠ 1618/1999, ΑΠ 1517/1991, ΑΠ 228/2006, ΑΠ 174/2013).

Το αίτημα της καταβολής τόκων τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κυρίας απαίτησης, με την έννοια ότι, είναι επιτρεπτή και παραδεκτή η υποβολή με το δικόγραφο της αγωγής για την κύρια απαίτηση και του αιτήματος (με την αντίστοιχη βάση) για την καταβολή τόκων τόκων, εφ όσον βεβαίως  συντρέχουν οι ως άνω ουσιαστικές προϋποθέσεις (ΑΠ 174/2013).

Τόκοι τόκων δεν μπορούν να ζητηθούν για πρώτη φορά με τις προτάσεις στην κατ έφεση δίκη (ΑΠ(Ολ) 10/2007). 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 583 ΚΠολΔ, αν κάποιος δεν έλαβε μέρος, ή δεν προσκλήθηκε σε δικαστική, ή εξώδικη, πράξη που του προκαλεί βλάβη, ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του, μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της πράξης αυτής.

Α. Αν ανακόπτεται δικαστική απόφαση, τότε νομιμοποιείται να την ανακόψει εκείνος, στον οποίο δεν είχε δοθεί η δυνατότητα να ακουστεί στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Αποκλείονται να ασκήσουν την ανακοπή α) οι διάδικοι, ακόμη και αν δεν είχαν κληθεί, γιατί έχουν την δυνατότητα να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, ή έφεση. Ως διάδικοι θεωρούνται και οι ειδικοί διάδοχοι των αρχικών διαδίκων, καθώς και οι καθολικοί διάδοχοι και β) εκείνοι προς τους οποίους έγινε ανακοίνωση δίκης, γιατί είχαν την δυνατότητα να ασκήσουν παρέμβαση.

Β. Η  πρόσκληση προς παράσταση, ή η δικονομική παρουσία, κατά την διενέργεια πράξης, δεν στερεί τον βλαπτόμενο από το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή. Αποκλείεται, όμως, να ασκηθεί ανακοπή α) αν η ανακοπτόμενη πράξη είναι τμήμα της διαγνωστικής δίκης, β) αν η ανακοπτόμενη πράξη είχε γίνει με την πρωτοβουλία του ανακόπτοντα.

Γ. Ενδεικτικά αναφέρονται περιπτώσεις ανακοπής, α) ανακοπή προς ακύρωση της καταδίκης του δικαστικού πληρεξουσίου, ή του νόμιμου αντιπροσώπου σε χρηματική ποινή, β) ανακοπή προς ακύρωση διαταγής πληρωμής, γ) ανακοπή του οφειλέτη, ή δανειστή, προς ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, δ) ανακοπή τρίτου προς ακύρωση της εκτέλεσης, ε) ανακοπή προς ακύρωση της εκτίμησης των κατασχεθέντων και του ορισμού τιμής πρώτης προσφοράς στον πλειστηριασμό, στ) ανακοπή προς ακύρωση αναγγελίας, ζ) ανακοπή προς ακύρωση της αρνητικής δήλωσης τρίτου, η) ανακοπή προς ακύρωση πλειστηριασμού, ή αναπλειστηριασμού ακινήτου, η) αακοπή προς ακύρωση της προσωπικής κράτησης

Δ. Η ανακοπή εισάγεται στο δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας του ανακόπτοντος με την επιφύλαξη των διατάξεων των ειδικών δωσιδικιών. Οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και τη συζήτηση στο ακροατήριο εφαρμόζονται και στην ανακοπή. Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 ΚΠολΔ και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε (60) ημέρες από την κατάθεση της ανακοπής ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες σε (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση (άρθρα 584 και 585 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τα άρθρα 501 επ. ΚΠολΔ, ανακοπή ερημοδικίας είναι το ένδικο βοήθημα που επιτρέπεται να ασκήσει αυτός που δικάσθηκε ερήμην, ή δεν κλητεύθηκε καθόλου, ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. 

Με την ανακοπή ερημοδικίας επιδιώκεται η από το ίδιο δικαστήριο εξαφάνιση της ερήμην εκδοθείσας απόφασης με σκοπό, είτε την ακύρωση της ερήμην διαδικασίας, είτε προς ανατροπή του μη ανταποκρινόμενου προς την ουσιαστική αλήθεια τεκμηρίου επί του οποίου στηρίχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Το τεκμήριο αυτό συνίσταται στην σιωπηρά ομολογία περί του κατ ουσίαν βασίμου, ή του αβασίμου, της ιστορικής βάσης της αγωγής, ως και στο ότι ο ερήμην δικασθείς διάδικος δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος που έφερε, να επικαλεσθεί, ή να αποκρούσει,  τα πραγματικά γεγονότα, που απετέλεσαν την ιστορική βάση της αγωγής.

Δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχουν ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, ή εκείνος που άσκησε κύρια παρέμβαση, εφ όσον δικάστηκαν ερήμην, οι καθολικοί διάδοχοί τους, καθώς και οι μετά την άσκηση της αγωγής ειδικοί διάδοχοί τους. 

Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και δεν έλαβε μέρος κανονικά στη δίκη, και όταν θεωρείται ομόδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη. 

Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα της ανακοπής του διαδίκου υπέρ του οποίου είχε παρέμβει. 

Η προθεσμία της ανακοπής, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.   Αν διαμένει στο εξωτερικό, ή έχει άγνωστη διαμονή, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης.

Άρθρο 501 ΚΠολΔ

Ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου, ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα, ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Άρθρο 502 ΚΠολΔ

Δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχουν ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, ή εκείνος που άσκησε κύρια παρέμβαση, εφ όσον δικάστηκαν ερήμην, οι καθολικοί διάδοχοί τους, καθώς και οι μετά την άσκηση της αγωγής ειδικοί διάδοχοί τους.

Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και δεν έλαβε μέρος κανονικά στη δίκη, και όταν θεωρείται ομόδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη.

Οποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα της ανακοπής του διαδίκου υπέρ του οποίου είχε παρέμβει.

Άρθρο 503 ΚΠολΔ

Aν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην έχει άγνωστη διαμονή, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση κατά το άρθρο 135 παρ. 1 της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης. Η περίληψη περιλαμβάνει το όνομα και το επώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που επιδίδει, τα ονόματα, τα επώνυμα και τις κατοικίες των διαδίκων, τον αριθμό και τη χρονολογία της απόφασης, το δικαστήριο που την εξέδωσε και σύντομη αναφορά του διατακτικού της.

Οι διατάξεις της παρ. 2 εφαρμόζονται και όταν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στο εξωτερικό.

Άρθρο 505 ΚΠολΔ

Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους της ανακοπής.

Ο ανακόπτων οφείλει να προκαταβάλει στη γραμματεία του δικαστηρίου κατά την κατάθεση της ανακοπής το παράβολο που όρισε η ερήμην απόφαση και ανέρχεται για κάθε ανακόπτοντα: α) σε ποσό που δεν μπορεί να είναι μικρότερο από εκατόν είκοσι (120) ευρώ και μεγαλύτερο από διακόσια (200) ευρώ, αν αυτή εκδίδεται από το Ειρηνοδικείο, β) σε ποσό που δεν μπορεί να είναι μικρότερο από εκατόν πενήντα (150) ευρώ και μεγαλύτερο από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, αν αυτή εκδίδεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο, ή γ) σε ποσό που δεν μπορεί να είναι μικρότερο από διακόσια (200) ευρώ και μεγαλύτερο από τριακόσια (300) ευρώ, όταν εκδίδεται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή το Εφετείο. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο»

Άρθρο 507 ΚΠολΔ

Αν η συζήτηση της ανακοπής γίνεται με επιμέλεια του ανακόπτοντος και αυτός δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δε μετέχει νόμιμα στη δίκη, το δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή.

Αν η συζήτηση της ανακοπής γίνεται με επιμέλεια εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή και ο ανακόπτων δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δεν μετέχει νόμιμα σ' αυτήν, το δικαστήριο ενεργεί όπως ορίζεται στο άρθρο 271 και σε περίπτωση ερημοδικίας απορρίπτει την ανακοπή.

Άρθρο 509 ΚΠολΔ

Αν η ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και το δικαστήριο πιθανολογεί ότι είναι βάσιμοι οι λόγοι που προτάθηκαν, εξαφανίζει την απόφαση που ανακόπηκε και τις πράξεις που ενεργήθηκαν μετά την απόφαση αυτή, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Αλλιώς απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο.

Άρθρο 510 ΚΠολΔ

Αν κατά τη συζήτηση της ανακοπής δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετέχει νόμιμα σ' αυτήν εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1, 531 παρ. 1 και 272 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τον τύπον, γιατί μολονότι οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητά των, θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή απορρίπτονται, αφού δεν παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντιθέτου αποφάσεως περί αποδοχής των.

Επομένως, αν η ασκηθείσα κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως έφεση απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, είναι προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (είτε λόγω παρελεύσεως απράκτου της σχετικής προθεσμίας, είτε λόγω παραιτήσεως απ' αυτήν) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 119/2015, ΑΠ 548/2012, ΑΠ 651/2012).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας παραβιάζεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Επί ευθύνης προς αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή, ή μη, υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο γιατί πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες, που συνιστούν προϋποθέσεις γένησης της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ. Αν το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση, δηλαδή όταν η περιγραφή των περιστατικών είναι τόσο ατελής, ελλιπής ή αντιφατική, ώστε να μη μπορεί να διαγνωστεί, αν τα περιστατικά υπάγονται στο εφαρμοστέο νομικό κανόνα, η παράβαση ελέγχεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Η αναδοχή χρέους διακρίνεται σε στερητική αναδοχή χρέους και σε σωρευτική αναδοχή χρέους

Α. Στερητική αναδοχή χρέους.

Η στερητική αναδοχή χρέους προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 471 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «με σύμβαση που συνάπτει με το δανειστή μπορεί κάποιος να αναδεχτεί ξένο χρέος έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί». 

Η στερητική αναδοχή χρέους είναι η άτυπη σύμβαση (μπορεί να καταρτιστεί και σιωπηρά) η οποία συνάπτεται με τον δανειστή, με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί. Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς από την σύμβαση, εν όψει των επαχθών για τον νέο οφειλέτη αποτελεσμάτων. Σε περίπτωση αμφιβολίας, ο αρχικός οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οποίος ευθύνεται σε ολόκληρο με τον οφειλέτη, δηλαδή, δημιουργείται σωρευτική αναδοχή χρέους (ΑΠ 557/1999).  

Στερητική αναδοχή χρέους μπορεί να επέλθει και με ειδική διάταξη νόμου, τούτο όμως πρέπει να ορίζεται ειδικά στην διάταξη αυτή.

Το υφιστάμενο χρέος μπορεί να αναληφθεί, είτε ολόκληρο, είτε κατά τμήμα μόνο. Σε αμφίβολες περιπτώσεις γίνεται δεκτό, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από την συμφωνία των μερών, ή την διάταξη του νόμου, με την οποία επήλθε η αναδοχή, ότι το χρέος μεταβιβάζεται στον νέο οφειλέτη σε όποια έκταση βρίσκεται κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, ή της δημοσίευσης του νόμου (ΑΠ 984/2006, ΑΠ 1146/2015)

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 472, 473, 474 και 475 ΑΚ ο αναδοχέας, α)  έχει απέναντι στο δανειστή τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε και ο παλαιός οφειλέτης, β) μπορεί να αντιτάξει ενστάσεις, που απορρέουν από την σχέση μεταξύ του δανειστή και του παλαιού οφειλέτη. Απαίτηση του παλιού οφειλέτη κατά του δανειστή δεν μπορεί να την αντιτάξει σε συμψηφισμό ο αναδοχέας, γ) δεν έχει ενστάσεις από την σχέση του με τον παλαιό οφειλέτη, δ) δικαιώματα παρεπόμενα στην απαίτηση κατά του παλαιού οφειλέτη εξακολουθούν να υπάρχουν και μετά την αναδοχή. Εγγυητές όμως, ενέχυρα και υποθήκες διατηρούνται μόνο αν συναίνεσε ο εγγυητής, ή ο κύριος του ενυποθήκου, ή του πράγματος που έχει ενεχυρασθεί, ε)τα προνόμια που ασκούνται στην αναγκαστική εκτέλεση, ή στην πτώχευση, αποσβήνονται με την αναδοχή. 

Β. Σωρευτική αναδοχή χρέους.

Η σωρευτική αναδοχή χρέους προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ σύμφωνα με την οποία «αν κάπoιος με σύμβαση που συνάπτει με το δανειστή υποσχεθεί την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε, εφόσον δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο».

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, η σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η άτυπη σύμβαση (μπορεί να καταρτιστεί και σιωπηρά), που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Έτσι παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε, να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη. Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη (ΑΠ 1047/2010, ΕφΛαρ 51/2015).

Είναι ετεροβαρής σύμβαση και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφ όσον αυτό πραγματικά υπάρχει. Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική σε ολόκληρον ενοχή, δικαιουμένου του δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά κατ επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη με βάση την σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 1177/2015, ΑΠ 1099/2015, ΑΠ 1245/2010, ΑΠ 306/2009). Ο σωρευτικά αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος, ενεργεί και ευθύνεται αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος και όχι παρεπομένως (ΑΠ 1850/2009, ΑΠ 1791/2007, ΑΠ 640/2016).

Η σωρευτική αναδοχή χρέους μπορεί να αφορά και μελλοντικό χρέος, ως τέτοιου νοουμένου, τόσο εκείνου του χρέους, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνου του οποίου, ούτε ο λόγος παραγωγής, ούτε η απαίτηση, υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί, κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη (ΑΠ 1177/2015, ΑΠ 880/2012).

Ο ενεχόμενος με την σωρευτική αναδοχή χρέους δεν μπορεί να προτείνει την ένσταση δίζησης της ΑΚ 855, γιατί εκείνη προσήκει στην σύμβαση εγγύησης (ΑΚ 847 επ.) και όχι στη σύμβαση αναδοχής ξένου χρέους (ΑΠ 882/2012).

Η σωρευτική αναδοχή χρέους διαφέρει από την εγγύηση. Η εγγύηση αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση, με την οποία ο εγγυητής υπόσχεται την εκπλήρωση αλλότριου χρέους, αν τούτο δεν πράξει ο πρωτοφειλέτης, και για την κατάρτισή της απαιτείται, ως συστατικός τύπος, η έγγραφη δήλωση του εγγυητή. Με την σωρευτική αναδοχή χρέους, ο τρίτος υπόσχεται ότι θα εκπληρωθεί ξένο χρέος, δημιουργείται δηλαδή, πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος, παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη (ΑΠ 1791/2007).

Η αναγνώριση χρέους διακρίνεται σε αφηρημένη αναγνώριση χρέους και σε αιτιώδη αναγνώριση χρέους.

Η αφηρημένη αναγνώριση χρέους προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό».

Η αφηρημένη αναγνώριση χρέους είναι αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή, γεννιέται, όταν τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία, πράγμα που εξακριβώνεται από την ίδια την δήλωση και τις συντρέχουσες περιστάσεις και συνάπτεται εγγράφως. Αρκεί απλή αναφορά της αιτίας, όταν αυτή γίνεται διηγηματικώς ή αορίστως (ΟλΑΠ 2088/1989), γιατί άλλως η μνεία της αιτίας καθιστά την σύμβαση αιτιώδη, εκτός αν προκύπτει από το περιεχόμενο του εγγράφου, ή και από άλλα στοιχεία, σαφής και αναμφισβήτητη βούληση των δικαιοπρακτούντων προς δημιουργία αυτοτελούς ενοχής ανεξάρτητης από την αιτία του χρέους ΑΠ 1481/2009).

Αν στην έγγραφη υπόσχεση, ή στην αναγνωριστική δήλωση, μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφ όσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, γιατί η διάταξη του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στην δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο εν όσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας) (ΑΠ 654/2014). Κατά κανόνα όμως σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στην γενική αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων του άρθρου 361 ΑΚ.

Η αιτιώδης αναγνώρισης χρέους είναι η σύμβαση, με την οποία αναγνωρίζεται η υποχρέωση που κάποιος έχει από ορισμένη αιτία. Η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία. Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (ΑΚ 280) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν όμως, παρά την μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας, από την οποία να πηγάζει νέα ενοχή, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, τότε έχουμε αφηρημένη αναγνώριση χρέους και απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 1501/2006, ΑΠ 1438/2006, ΑΠ 654/2014). Είναι ζήτημα πραγματικό, αν αναφορικώς με κάποια έννομη σχέση αναλαμβάνεται νέα αυτοτελής υποχρέωση και ο χαρακτήρας που δόθηκε σε αυτή με την δήλωση βούλησης των μερών, ή αν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα για την παροχή αποδεικτικού μέσου στον δανειστή (ΑΠ 1481/2009). 

Εκείνος, που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του, δεν μπορεί να προτείνει τις ενστάσεις, τις οποίες είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 678/2010, ΑΠ 1481/2009). Στην περίπτωση αυτή, για την πληρότητα της αγωγής, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωρισθέν χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι' αυτήν (ΑΠ 523/2001, ΑΠ 863/1996). 

Αν και η αιτιώδης αναγνώριση χρέους δεν υπόκειται σε τύπο, εν τούτοις, αν με την σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για την σύμβαση της αιτιώδους αναγνώρισης (ΑΠ 1481/2009).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή κατά ένα μεγάλο μέρος από την ύπαρξη, ή την ανυπαρξία, μίας έννομης σχέσης, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης, που είναι εκκρεμής σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο, το δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα, ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης ως ότου περατωθεί τελεσίδικα, ή αμετάκλητα, η άλλη δίκη.

Από την διατύπωση και την έννοια της διάταξης αυτής, που έχει θεσπιστεί, αφ ενός για να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και επιτευχθεί η ορθή διάγνωση της διαφοράς, όταν η ένσταση εκκρεμοδικίας αργεί, γιατί δεν πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 222 ΚΠολΔ, όπως στην περίπτωση που το αντικείμενο της μιας δίκης αποτελεί προδικαστικό αίτημα της άλλης και αφ ετέρου για να ικανοποιηθεί η αρχή της οικονομίας της δίκης, προκύπτει ότι η αναβολή της δίκης χωρεί μετά από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, ή και αυτεπάγγελτα, όταν υφίσταται εκκρεμές στο δικαστήριο προδικαστικό ζήτημα της δίκης, που απασχολεί το δικαστήριο, δηλαδή αν το ζήτημα αυτό συναρτάται με κάποια έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την γέννηση, ή την εξακολούθηση της ισχύος του επιδίκου δικαιώματος, ή, η αυτοτελής στη δεύτερη αυτή δίκη διάγνωση του προδικαστικού ζητήματος θα γίνει ασφαλέστερα και έτσι θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης.

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 454 ΚΠολΔ, αν το έγγραφο, που προσάγεται ως αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο, έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί με επίσημη μετάφρασή του, επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών, ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει να μεταφρασθεί το έγγραφο στα ελληνικά από πραγματογνώμονα. Αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο, χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το ξενόγλωσσο έγγραφο θεωρείται ότι δεν πληροί τους όρους του νόμου ως αποδεικτικό μέσο.

Β. Λαμβανομένης υπ όψιν της διάταξης του άρθρου 340 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την 1-1-2016 (και την κατάργηση με τον ν. 4335/2015 του άρθρου 270 ΚΠολΔ) σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφ όσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου, προκύπτει ότι, αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα το ξενόγλωσσο έγγραφο μαζί με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει ελεύθερα κατά συνείδηση.

Γ. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Από τα άρθρα 140 επ. ΑΚ προκύπτει ότι, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας η δήλωση δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με την βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο, ή ιδιότητα του προσώπου, ή του πράγματος, τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία.

Κατά το άρθρο 143 ΑΚ η πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης. Αν όμως τα παραγωγικά αίτια τέθηκαν ως αίρεση (ή αν συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της σύμβασης) και αποτέλεσαν βάση, ή προϋπόθεση αυτής, κατά την θέληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης, άρα δικαιολογεί την ακύρωση της σύμβασης, όπως όταν τα περιστατικά επί των οποίων τα μέρη κυρίως στήριξαν την σύναψη της σύμβασης, ως δικαιοπρακτικό της θεμέλιο, δεν συνέτρεχαν, ή ανατράπηκαν ύστερα (ΟλΑΠ 35/1998, ΟλΑΠ 5/1990, ΑΠ 706/1985, ΕφΠατρων 609/2003, ΑΠ  576/2017).

Τα περιστατικά που συνδέονται με πλάνη ρυθμίζονται ειδικά με τις διατάξεις των άρθρων 140 επ ΑΚ και δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει ακυρότητα της δικαιοπραξίας και όχι ακύρωση της δικαιοπραξίας. Δηλαδή, η ακυρωσία της δήλωσης βούλησης, συνεπεία πλάνης, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ αυτήν, επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν τον γενικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας (ΑΠ 1272/2004, ΑΠ 1517/2014, ΑΠ 379/2017).

Η ακύρωση λόγω πλάνης επέρχεται με δικαστική απόφαση. Δικαιούται να την ζητήσει, με αγωγή ή ένσταση, εκείνος που πλανήθηκε, ή ο κληρονόμος του. Η σύμβαση, όταν ακυρωθεί, εξομοιώνεται προς άκυρη, εξ αρχής, και θεωρείται ως μη γενόμενη, με επιφύλαξη των διατάξεων, που αφορούν δικαιώματα τα οποία τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε (ΕφΛαρ 576/2011).

Κατά το άρθρο 149 ΑΚ, εκείνος που πλανήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, στην οποία συμπεριλαμβάνεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, και η αποκατάσταση της τυχόν ηθικής βλάβης (ΕφΛαρ 67/2013).

Κατά την διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση λόγω πλάνης, αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 παρ. 1 ΑΚ). Στην περίπτωση όμως που η πλάνη εξακολούθησε και μετά την δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα, αφ ότου πέρασε η κατάσταση που ήταν δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την παύση της πλάνης (ΠολΠρΘεσ  24714/2009).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 150 ΑΚ, όποιος εξαναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης με απειλή, που ασκήθηκε παράνομα, ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, από τον άλλον, ή από τρίτο, έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 151 ΑΚ, η απειλή πρέπει στις συγκεκριμένες συνθήκες, να προξενεί φόβο σε γνωστικό άνθρωπο και να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο την ζωή, την σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή, την περιουσία αυτού που απειλήθηκε, ή των προσώπων που συνδέονται μαζί του στενότατα.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για την ακύρωση της σύμβασης, που έχει συναφθεί υπό το κράτος απειλής, απαιτείται.

α) η απειλή, να αναφέρεται σε κακό, που βρίσκεται στην εξουσία του απειλούντος και έγκειται σε επικείμενο κίνδυνο της ζωής, σωματικής ακεραιότητας, ελευθερίας, τιμής, περιουσίας εκείνου που απειλείται, ή των προσώπων που συνδέονται μαζί του στενότατα,

β) ο κίνδυνος, να είναι πραγματικός, άμεσος, σπουδαίος και ικανός να προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο,

γ) η απειλή, να είναι παράνομη και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Απειλή εναντίον των χρηστών ηθών υπάρχει, όταν, η απειλούμενη πράξη επιτρέπεται από τον νόμο, ελλείπει όμως κάθε σύνδεσμος, ή συνάφεια, μεταξύ του κακού, το οποίο απειλείται και της δήλωσης βούλησης, που επιζητείται με την απειλή, όπως και όταν χρησιμοποιείται προς εξαναγκασμό του απειλούμενου σε δήλωση βούλησης, για την οποία δεν είχε υποχρέωση από τον νόμο, ή από την σύμβαση. Η ανηθικότητα που καθιστά άκυρη την δικαιοπραξία πρέπει να προκύπτει, είτε από το περιεχόμενό της, είτε σε συνδυασμό με τον σκοπό και τα ελατήρια των δικαιοπρακτούντων, που τελούν σε γνώση, ή υπαίτια άγνοια, του ανήθικου περιεχομένου (ΑΠ 1517/2014) και δ) η απειλή, να έγινε προς τον σκοπό, να οδηγηθεί ο απειλούμενος, με την ψυχολογική πίεση που του ασκείται, σε δήλωση βούλησης ορισμένου περιεχομένου (ΑΠ 1912/2008, ΑΠ 1599/2014, ΕφΛαρ 47/2011).

Τα περιστατικά, που συνδέονται με απειλή, ρυθμίζονται ειδικά από τις διατάξεις των άρθρων 150 επ ΑΚ και δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει ακυρότητα της δικαιοπραξίας και όχι ακύρωση της δικαιοπραξίας. Δηλαδή, η ακυρωσία της δήλωσης βούλησης, συνεπεία απειλής, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ αυτήν, επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν το γενικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας (ΑΠ 1272/2004, ΑΠ 1517/2014, ΑΠ 379/2017).

Η ακύρωση λόγω απειλής επέρχεται με δικαστική απόφαση. Δικαιούται να την ζητήσει, με αγωγή ή ένσταση, εκείνος που απειλήθηκε, ή ο κληρονόμος του. Η σύμβαση, όταν ακυρωθεί, εξομοιώνεται προς άκυρη, εξ αρχής, και θεωρείται ως μη γενόμενη, με επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν δικαιώματα, τα οποία τρίτος απέκτησε από σύμβαση, που ακυρώθηκε (ΕφΛαρ 576/2011).

Κατά το άρθρο 149 ΑΚ, εκείνος που απειλήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, στην οποία συμπεριλαμβάνεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και η αποκατάσταση της τυχόν ηθικής βλάβης (ΕφΛαρ 67/2013).

Κατά την διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση λόγω απειλής, αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 παρ. 1 ΑΚ). Στην περίπτωση όμως που η απειλή εξακολούθησε και μετά την δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα, αφ ότου πέρασε η κατάσταση που ήταν δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την παύση της απειλής (ΠολΠρΘεσ  24714/2009).

Κατά το άρθρο 147 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης, έχει το δικαίωμα, να ζητήσει, να ακυρωθεί η δικαιοπραξία.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως απάτη, που στοιχειοθετεί ελάττωμα της βούλησης, νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση δημιουργείται, διατηρείται, ή ενδυναμώνεται, σε άλλον, κάποια πεπλανημένη παράσταση, με τον σκοπό να επηρεάσει την απόφασή του. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται, είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερόμενων στο παρόν, το παρελθόν, ή στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη, ή την αποσιώπηση, ή την ατελή ανακοίνωση, αληθινών γεγονότων. Στοιχείο του πραγματικού της απάτης αποτελεί ο δόλος, που υπάρχει όταν ο μετερχόμενος αυτήν επιδιώκει, ή τουλάχιστον αποδέχεται, να παρασυρθεί ο απατηθείς σε ορισμένη δήλωση βούλησης, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς την δόλια εξαπάτηση. Δεν ενδιαφέρει, αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή, ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησης και δεν απαιτείται και η συνδρομή των όρων της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ (ΑΠ 1587/90, ΑΠ 1246/2010, ΕφΑθ 3058/1985, ΕφΛαρ 576/2011).

Επομένως, για την ακύρωση της σύμβασης, απαιτείται, να αποσκοπεί η απατηλή συμπεριφορά στην πρόκληση της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος, η οποία δήλωση, να έχει γίνει λόγω απάτης (ΑΠ 290/1989, ΕφΑθ 6446/1990). Δεν εξετάζεται, αν η παραπάνω συμπεριφορά είναι καταλογιστή στον απατήσαντα, αφού ο λόγος στην περίπτωση αυτή, είναι όχι η υπαιτιότητα αυτού, αλλά το ελάττωμα της βούλησης του απατηθέντος (ΑΠ 699/1983), ούτε, αν η πλάνη που προκλήθηκε από την απάτη είναι συγγνωστή, ή ασύγγνωστη, ουσιώδης, ή επουσιώδης, αρκεί αυτή να υπάρχει κατά τον χρόνο δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος (ΑΠ 290/89), καθώς και, αν η παραπλανητική συμπεριφορά αντικειμενικά είναι ικανή, να παρασύρει έμφρονα, συνετό άνθρωπο, αρκεί το ότι αυτή αποσκοπούσε στην πρόκληση δήλωσης βούλησης αυτού που απατήθηκε, η οποία και να προκλήθηκε πράγματι εξ αιτίας της απατηλής ενέργειας (ΑΠ 1532/1979).

Η πλάνη, που προκαλείται από απάτη, είναι δυνατόν, να αφορά και στο περιεχόμενο της σύμβασης, ακόμα και, αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια, είναι ικανή να καταστήσει ακυρώσιμη την δικαιοπραξία (ΕφΑθ 10867/1986). Αν η πλάνη που προκλήθηκε από την απάτη δεν είναι ουσιώδης και το άλλο μέρος αποδέχεται την δήλωση της βούλησης, όπως την θέλησε αυτός που απατήθηκε, το δικαστήριο μπορεί να μην ακυρώσει την σύμβαση (άρθρο 148 ΑΚ).

Τα περιστατικά, που συνδέονται με απάτη, ρυθμίζονται ειδικά με την διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ και δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει ακυρότητα της δικαιοπραξίας και όχι ακύρωση της δικαιοπραξίας. Δηλαδή, η ακυρωσία της δήλωσης βούλησης, συνεπεία απάτης, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα της δικαιοπραξίας (σύμβασης) όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ αυτήν, επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν τον γενικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας (ΑΠ 1272/2004, ΑΠ 1517/2014, ΑΠ 379/2017).

Όταν η σύμβαση, που είναι προϊόν απάτης, συνάπτεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως άκυρη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί ως πλαστό, ως δημόσιο έγγραφο, το συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο συνήφθη η σύμβαση (άρθρο 438 ΚΠολΔ, ΕφΠατρων 608/2006).

Η ακύρωση λόγω απάτης, επέρχεται με δικαστική απόφαση. Δικαιούται να την ζητήσει, με αγωγή ή ένσταση, εκείνος που απατήθηκε, ή ο κληρονόμος του. Όταν ακυρωθεί, εξομοιώνεται προς άκυρη, εξ αρχής, και θεωρείται ως μη γενόμενη, με επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν δικαιώματα, τα οποία τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε (ΕφΛαρ 576/2011).

Κατά το άρθρο 149 ΑΚ, εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, στην οποία συμπεριλαμβάνεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και η αποκατάσταση της τυχόν ηθικής βλάβης (ΕφΛαρ 67/2013).

Κατά την διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση λόγω απάτης αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της σύμβασης (άρθρο 241 παρ. 1 ΑΚ). Στην περίπτωση όμως που η απάτη εξακολούθησε και μετά την δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα, αφ ότου πέρασε η κατάσταση που ήταν δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της απάτης (ΠολΠρΘεσ  24714/2009).

Α. Κατά το άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ, η δήλωση βούλησης, που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, είναι άκυρη. Εικονική είναι, επομένως, η δήλωση βούλησης, η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εικονική δήλωση βούλησης θεωρείται σαν να μην έγινε.

Κατά το άρθρο 139 ΑΚ, η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε, αγνοώντας την. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, η εικονικότητα υπάρχει μόνο έναντι εκείνου, που συναλλάχθηκε σε γνώση της εικονικότητας. Η εικονικότητα, επομένως, δεν υπάρχει έναντι εκείνου που την αγνοεί, συναλλάχθηκε δηλαδή με το άλλο μέρος, χωρίς να γνωρίζει ότι η δήλωση βούλησης του άλλου μέρους δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, είναι, δηλαδή, εικονική (ΑΠ 681/2016).

Την εικονικότητα της δήλωσης βούλησης, αυτός που την επικαλείται, πρέπει, να προτείνει και αποδείξει διαζευκτικώς, είτε ότι εκείνος κατά του οποίου επικαλείται αυτήν γνώριζε την εικονικότητα κατά τον χρόνο που απέκτησε το δικαίωμά του, είτε ότι, υπαιτίως, αγνοούσε αυτήν, όχι και τα δύο (ΑΠ 437/2001).

Ο τρίτος δεν έχει το βάρος να αποδείξει, ότι αγνοούσε. Τούτο, γιατί με την ΑΚ 139 δεν εισάγεται εξαίρεση στην ΑΚ 138, αλλά απλά προσδιορίζεται η έννοια της εικονικότητας. Θα αντίκειτο στον σκοπό προστασίας του καλοπίστου τρίτου η επιβολή σε αυτόν του βάρους να αποδείξει ότι αγνοούσε (ΑΠ 842/2014).

Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος. Έτσι, στην εικονικότητα της σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, συμβαλλομένων, για το ότι η σύμβαση, που συνάφθηκε, είναι εικονική (ΑΠ 159/2013).

Η εικονικότητα δεν εμποδίζεται, όταν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, αφού ο συμβολαιογράφος είναι εντεταλμένος απλά να πιστοποιήσει την δήλωση του δικαιοπρακτούντος, ή των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικά και όχι να συμπράξει με την βούλησή των στην δικαιοπραξία (ΕφΘεσ 244/2008).

Στην περίπτωση, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, σύναψης σύμβασης πώλησης και, εξ αιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριό του σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης, αφ ενός του πωλητή και αφ ετέρου του αγοραστή, ήταν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, γιατί οι βουλήσεις εκείνων ήταν, είτε, να μην υπάρχει η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε, να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη, και θεωρείται ότι δεν έγινε. Η ακυρότητα αυτή επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας (ΑΠ 655/2012).  Καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης, το,  αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί, ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής, ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή, ή κατ' άλλο τρόπο. Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων μπορεί να συναγάγει τεκμήριο, ή επιχείρημα, για το ότι η σύμβαση πώλησης είναι, ή δεν είναι, εικονική, από το γεγονός της καταβολής, ή μη, του τιμήματος (ΑΠ1153/2011, ΑΠ 304/2016, ΑΠ 1994/2009, ΑΠ 187/2013, ΑΠ 1714/2007, ΑΠ 604/2012).

Β. Δεν είναι ανάγκη στην σύμβαση, να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η εικονική δήλωση, εκτός αν υποκρύπτεται άλλη δικαιοπραξία. Σύμφωνα με την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 138 ΑΚ, αν άλλη δικαιοπραξία καλύπτεται κάτω από την εικονική, η άλλη δικαιοπραξία (η καλυπτόμενη) είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της. Η δεύτερη αυτή διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ δεν είναι προσδιοριστική της κατά την πρώτη παράγραφο εικονικότητας, αλλά έχει αυτοτέλεια, γιατί στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας.

Έτσι, με την διάταξη αυτή, γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, που επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής σύμβασης και σε σχετική, που επιφέρει την ακυρότητα της φανερής σύμβασης, που δεν έγινε στα σοβαρά, και εκείνης που κρύβεται κάτω από αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της (ΑΠ 429/2015). Αν απαιτείται τύπος (συστατικός) για την κατάρτιση της καλυπτόμενης σύμβασης, αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική σύμβαση και δεν απαιτείται, να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης σύμβασης. Αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 909/2012).

Τέτοια καλυπτόμενη σύμβαση αποτελεί και η υπό την εικονική σύμβαση πώλησης ακινήτου καλυπτόμενη σύμβαση δωρεάς (άρθρο 496 ΑΚ), την οποία ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη και τηρήθηκε ο απαιτούμενος για αυτήν συμβολαιογραφικός τύπος, εφ όσον η κυριότητα του πράγματος μεταβιβάσθηκε με την μεταγραφή του συμβολαίου στον δωρεοδόχο και κατά το φαινόμενο αγοραστή, εάν δεν ακολούθησε ανάκληση της δωρεάς από τον δωρητή, ή τον κληρονόμο του (άρθρο 505 - 507 ΑΚ).

Γ. Η ακυρότητα της εικονικής σύμβασης είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68, 70 ΚΠολΔ. Οι τρίτοι, ιδίως οι δανειστές του δηλώσαντος για τυχόν παραπλάνηση των οποίων καταρτίσθηκε η εικονική σύμβαση, έχουν συμφέρον να αποκαλύψουν την ανυπαρξία της, προκειμένου να προχωρήσουν σε αναγκαστική εκτέλεση του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε εικονικά, αφού τούτο δεν έπαψε να ανήκει στον τελευταίο, χωρίς να είναι αναγκαίο η απαίτησή τους να ανάγεται στο χρόνο κατάρτισης της εικονικής σύμβασης, ή της μεταγραφής αυτής, ή σε προγενέστερο αυτού χρόνο, ούτε η καταρτισθείσα εικονική σύμβαση, να απέβλεπε στη ματαίωση ικανοποίησης της απαίτησής τους (ΑΠ 160/2013).

Η επίκληση της εικονικότητας της σύμβασης, από τον τρίτο δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι σε δίκη μεταξύ άλλων διαγνώσθηκε τελεσίδικα η έλλειψη της εικονικότητας, αφού κατά το άρθρο 325 ΚΠολΔ ο τρίτος δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της σχετικής απόφασης και η επίκληση της εικονικότητας δεν ενέχει ανεπίτρεπτη προσβολή και της εν λόγω απόφασης ως εικονικής, δηλαδή η εικονικότητα ως προς την σύμβαση δεν σημαίνει και εικονικότητα της δικαστικής απόφασης, που έκρινε την σύμβαση.

Ο επικαλούμενος την εικονικότητα δεν δεσμεύεται και από το προσωρινό δεδικασμένο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, η οποία κατά το άρθρο 695 ΚΠολΔ έχει προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια δίκη, αφού για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων μόνο παρεμπιπτόντως ερευνάται το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα, ως απλό προδικαστικό ζήτημα, με σκοπό την πιθανολόγηση στη συνέχεια του διαπλαστικού δικονομικού δικαιώματος παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, που αποτελεί και το αντικείμενο της σχετικής δίκης (ΑΠ 270/2012). 

Η επίκληση της καλυπτόμενης σύμβασης, προκειμένου αυτή να στηρίξει το αποτέλεσμα της εικονικής, αποτελεί ένσταση έναντι της αγωγής, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης, λόγω εικονικότητας της αιτίας που αναγράφεται στο συμβόλαιο. Η ένσταση, αν δεν προταθεί κατά τρόπο ορισμένο (ΚΠολΔ 262), το δικαστήριο δεν μπορεί, με την απλή άρνηση της εικονικότητας της αιτίας που αναγράφεται, να ερευνήσει την τυχόν ύπαρξη άλλης καλυπτόμενης σύμβασης, η οποία να δικαιολογεί αυτήν (ΟλΑΠ 32/98, ΕφΘεσ 244/2008).

Η εικονικότητα μπορεί να αποδειχθεί με κάθε, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1822/2012). Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο σε αποδυνάμωση (ΑΠ 655/2012).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την (απόλυτη ή σχετική) εικονικότητα της σύμβασης, ως σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αναίρεσης των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αν η ως άνω κρίση δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση, συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 720/2011).

Α. Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 131 ΑΚ, το πρόσωπο, που κατά τον χρόνο σύναψης της δικαιοπραξίας, α) δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή, β) βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία, η δε δηλωθείσα βούλησή του και η συναφθείσα δικαιοπραξία είναι άκυρη.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες, δεν είχε έλλογη κρίση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της σύμβασης που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή (ΑΠ 223/2008, ΑΠ 430/2016).

Η ακυρότητα της σύμβασης είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της σύμβασης του ανικάνου είναι καταχρηστική, διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Έτσι, ο επικαλούμενος σύμβαση  βαρύνεται με την απόδειξη της κατάρτισης αυτής, ενώ ο αντίδικος του βαρύνεται με την απόδειξη της έλλειψης της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ΑΠ 372/2015, ΕφΑθ  5094/2011).

Η ακυρότητα της σύμβασης απαγγέλλεται συνεπεία ελαττώματος στη βούληση του δικαιοπρακτούντος και δεν έχει σημασία η γνώση, ή η άγνοια, της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον (ΑΠ 1291/2009, ΠολΠρΑθ 1490/2011) 

Δεν απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου (ΑΠ 1396/2001), αλλά αρκεί η θόλωση της διάνοιας του δηλούντος από κάποιο νοσηρό, ή μη, αίτιο, η οποία να επιφέρει σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησής του (ΑΠ 1360/2002) και εντεύθεν αδυναμία του να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της δήλωσης (ΑΠ 1200/2014). Έλλειψη της συνείδησης συνιστά και παροδική διατάραξη, που δεν οφείλεται σε ασθένεια (ΑΠ 1637/2008, 319/2000).

Δεν απαιτείται για την θεμελίωση του ισχυρισμού της ακυρότητας της σύμβασης, να μνημονεύεται ειδικά η νόσος, η οποία μπορεί να είναι οποιαδήποτε και αδιάγνωστη ακόμη, γιατί ασκεί επιρροή το καθοριζόμενο αποτέλεσμα και μάλιστα της στέρησης, είτε της συνείδησης των πραττομένων, είτε της χρήσης του λογικού, παροδικώς. Το δικαστήριο κρίνει για την ύπαρξη των αποτελούντων την έννοια της έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και του λογικού με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 5124/2006, ΕφΠειρ  343/2013).

Δεν απαιτείται η υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση, αρκεί η ψυχική, ή διανοητική, διαταραχή του, να περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, που θα δικαιολογούσε την υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας (ΑΠ 48/2009, 12/2005, ΑΠ 1599/2014).

Αν η δήλωση απευθυνόταν σε άλλον, που αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει την ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφ όσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού (άρθρο 132 ΑΚ). 

Β. Σύμφωνα με την δεύτερο εδάφιο του άρθρου 131 ΑΚ, αν το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, οι κληρονόμοι του μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλουν, για έναν (τουλάχιστον) από τους λόγους αυτούς, τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο, ή προς αυτόν τότε μόνο, α) αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση, λόγω ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί, ή β) αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία, ή γ) αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε, εν όσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας, ή δ) αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία που προσβάλλεται. 

Οι κληρονόμοι μπορούν να προσβάλουν μόνο τις επαχθείς (μη χαριστικές) δικαιοπραξίες με τις οποίες η προσπόριση του περιουσιακού οφέλους έγινε έναντι ανταλλάγματος. Οι χαριστικές δικαιοπραξίες του κληρονομουμένου, δηλαδή, εκείνες με τις οποίες η επίδοση έγινε χωρίς αντάλλαγμα, δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση του δευτέρου εδαφίου. Για αυτές αρκεί, για την προσβολή τους, η συνδρομή των όρων του πρώτου εδαφίου του άρθρου 131 ΑΚ (ΑΠ  372/2015).

Αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε από αντιπρόσωπο του ανίκανου κληρονομούμενου, εφ όσον αυτός χορήγησε την σχετική πληρεξουσιότητα στον αντιπρόσωπό του, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση ανικανότητας, οπότε ναι μεν η πληρεξουσιότητα δεν συνιστά καθ εαυτήν χαριστική δικαιοπραξία, αλλά ούτε και επαχθή, εφ όσον, όμως, αφορά στην τέλεση από τον αντιπρόσωπο του ανίκανου χαριστικής δικαιοπραξίας, εμπίπτει στην ρύθμιση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 131 ΑΚ και τόσον η ίδια, όσον και η μετέπειτα δικαιοπραξία του αντιπροσώπου, μπορεί να προσβληθεί ως άκυρη από τους κληρονόμους σύμφωνα με τους ορισμούς του πρώτου εδαφίου του άρθρου 131 ΑΚ (ΑΠ 1403/1982, ΑΠ 8/2013, ΑΠ  372/2015).

Κατά το άρθρο 130 ΑΚ, η δήλωση βούλησης από ανίκανο για δικαιοπραξία είναι άκυρη.

Με την εν λόγω διάταξη ορίζεται η ακυρότητα της δήλωσης βούλησης που προέρχεται από δικαιοπρακτικά ανίκανα πρόσωπα, είτε ανίκανα για κάθε δικαιοπραξία (ΑΚ 128), είτε ανίκανα για την επιχειρηθείσα δικαιοπραξία (ΑΚ 133).

Κύρια συνέπεια της δικαιοπρακτικής ανικανότητας είναι η ακυρότητα της δήλωσης βούλησης των άνω προσώπων και κατά νομική αναγκαιότητα κάθε σύμβασης, αφού η δήλωση βούλησης συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης.

Η ακυρότητα της σύμβασης, είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε.

Η ένσταση ακυρότητας είναι καταχρηστική διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής.

Έτσι, ο επικαλούμενος σύμβαση βαρύνεται με την απόδειξη της κατάρτισης αυτής, ενώ ο αντίδικος του βαρύνεται με την απόδειξη της έλλειψης της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ΕφΑθ  5094/2011).

Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο στην εικοσαετή παραγραφή και σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, δικαιοπραξία, που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά δε το άρθρο 180 ΑΚ η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 178 ΑΚ, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενό της, εν όψει, όχι της μεμονωμένης αιτίας που κίνησε τους συμβαλλόμενους να την συνάψουν, ή του σκοπού στον οποίο αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την προβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 281/2014, Ολ ΑΠ 2/1991, ΑΠ 63/2005).

Έτσι, μόνος ο τρόπος σύναψης της δικαιοπραξίας, ή το αίτιο, που υποκίνησε στην κατάρτισή της τους δικαιοπρακτούντες, αμφοτέρους ή τον ένα από αυτούς, ως και ο σκοπός για τον οποίο καθένας τους επεδίωξε την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, και αν ακόμη δεν συμφωνούν προς τα παραγγέλματα της ηθικής, δεν προσδίδουν αναγκαίως στην δικαιοπραξία αντίθεση προς τα χρηστά ήθη (ΑΠ 2105/1986).

Όταν με την δικαιοπραξία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου, ή με την δικαιοπραξία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα, ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι, να συνομολογήσει, ή να πάρει, για τον εαυτό του, ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή, η δικαιοπραξία είναι άκυρη όχι με την διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αλλά με την διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ (αισχροκερδής (καταπλεονεκτική) δικαιοπραξία).   

Παρ ότι και οι δύο διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, αναφέρονται στην ακυρότητα της δικαιοπραξίας λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, εν τούτοις η διάκριση είναι σαφής, η μεν πρώτη (δικαιοπραξία αντίθετη στα χρηστά ήθη) αναφέρεται στην ακυρότητα της δικαιοπραξίας που αντιβαίνει γενικά στα χρηστά ήθη με την παραπάνω έννοια, ενώ για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ (αισχροκερδής (καταπλεονεκτική) δικαιοπραξία) για να χαρακτηρισθεί η δικαιοπραξία άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, απαιτείται υπερβολική δέσμευση της ελευθερίας του άλλου, ή, εκμετάλλευση της ανάγκης, κουφότητας, ή απειρίας του άλλου, από την οποία να προκύπτει φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής.   

Το άρθρο 178 ΑΚ προβλέπει την ακυρότητα της δικαιοπραξίας και όχι ακύρωση της δικαιοπραξίας. Τα περιστατικά, που συνδέονται με πλάνη, απάτη και απειλή και οδηγούν σε ακύρωση της δικαιοπραξίας, ρυθμίζονται ειδικά με τις διατάξεις των άρθρων 140-153 ΑΚ και δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ. Δηλαδή, η ακυρωσία της δήλωσης βούλησης, συνεπεία πλάνης, απάτης, ή απειλής, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ αυτήν, επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν τον γενικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας (ΑΠ 379/2017).

Αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 178 ΑΚ, η ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον.

Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο στην εικοσαετή παραγραφή και σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

Κατά το άρθρο 179 ΑΚ, άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποίαν δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου, ή, η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα, ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι, να συνομολογήσει, ή να πάρει, για τον εαυτό του, ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή. Κατά το άρθρο 180 ΑΚ η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.

Από την διάταξη προκύπτει ότι, για να χαρακτηριστεί μία σύμβαση αισχροκερδής (καταπλεονεκτική) και  συνεπώς άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη, ή κουφότητα, ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης, ή κουφότητας, ή απειρίας, του αντισυμβαλλομένου του.

Προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποκύπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό, να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου (ΑΠ 379/2017, ΑΠ 166/2016).

Ανάγκη είναι και η οικονομική τοιαύτη, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική.

Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και την σημασία των πράξεων.

Απειρία είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας δεν είναι απαραίτητο, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός από αυτά.

Εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, ή κουφότητα, ή απειρία), επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή, χωρίς να είναι απαραίτητη, για να συντρέξει το στοιχείο της εκμετάλλευσης, κάποια ενέργεια του εκμεταλλευτή, η οποία να εκδηλώνεται με ηθικώς επιλήψιμα περιστατικά που αποσκοπούν στην επίτευξη της αισχροκέρδειας (ΑΠ 379/2017).

Αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 179 ΑΚ, κατ άρθρο 180 ΑΚ, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον. Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

Δεν κατάσχονται και είναι ακατάσχετα, τα πράγματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία, προκειμένου για πρόσωπα, που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν, όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν (ΚΠολΔ 953).  

Α. Το ποια πράγματα είναι «απαραίτητα για την εργασία» καθορίζεται με βάση τις  οικονομοτεχνικές συνθήκες. Τέτοια «πράγματα απαραίτητα για την εργασία» θεωρούνται τα εργαλεία, μηχανήματα, βιβλία, ή άλλα πράγματα, που είναι απαραίτητα για την εργασία των προσώπων, που αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν με την προσωπική τους εργασία. Το ακατάσχετο υφίσταται ανεξάρτητα από την ευπορία, ή όχι, του οφειλέτη και την δυνατότητα αυτού για αγορά άλλου πράγματος (ΜονΕφΠειρ 123/2015).

Β. Προϋποθέσεις του ακατάσχετου των ανωτέρω κινητών πραγμάτων είναι, εφ ενός να χρησιμοποιούνται αυτά προς εξυπηρέτηση και υποβοήθηση της προσωπικής εργασίας, που καταβάλλει ο οφειλέτης για να αποκομίσει τα προς το ζην αναγκαία, αφ ετέρου να πρόκειται περί πραγμάτων σχετικά μικρής αξίας, που δεν αντιπροσωπεύουν σοβαρό κεφάλαιο. Όταν, όμως, ο επαγγελματίας ζει, όχι μόνο από την προσωπική του εργασία, αλλά με μίσθωση εργασίας και άλλων προσώπων, ή χρησιμοποιεί κεφάλαια, που δεν έχουν δευτερεύοντα χαρακτήρα σε σχέση με την προσωπική εργασία που παρέχει, τότε το αποκομιζόμενο όφελος δεν είναι προϊόν προσωπικού μόχθου, αλλά επιχειρηματικό κέρδος. Στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω κινητά πράγματα, πέραν της θεραπείας στοιχειωδών βιοτικών αναγκών, για την οποία θα αρκούσε η προσωπική εργασία, χρησιμεύουν για αποδοτικότερη εκμετάλλευση και αποκόμιση κέρδους, προς εξασφάλιση κεφαλαιουχικών αγαθών και μεγαλύτερης ευμάρειας και δεν καλύπτονται από το ακατάσχετο. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ευρύτητα, ώστε να μην αποδυναμώνονται μικρές προσωπικές επιχειρήσεις, που με την αφαίρεση ζωτικών παραγωγικών τους στοιχείων, καθίστανται ανενεργείς (ΕφΑθ 9611/1990, ΜονΕφΠειρ 123/2015).

Δεν κατάσχονται και είναι ακατάσχετα. 

Α. Τα πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειας του (ΚΠολΔ 953).

Τέτοια θεωρούνται τα ρούχα, κλινοστρώματα, έπιπλα κλπ.

Β. Τα πράγματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία, προκειμένου για πρόσωπα, που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν, όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν (ΚΠολΔ 953). Το ποια πράγματα είναι «απαραίτητα για την εργασία» καθορίζεται με βάση τις  οικονομοτεχνικές συνθήκες. Τέτοια «πράγματα απαραίτητα για την εργασία» θεωρούνται τα εργαλεία, μηχανήματα, βιβλία, ή άλλα πράγματα, που είναι απαραίτητα για την εργασία των προσώπων, που αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν με την προσωπική τους εργασία (ΜονΕφΠειρ 123/2015). Το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ευρύτητα, ώστε να μην αποδυναμώνονται μικρές προσωπικές επιχειρήσεις, που με την αφαίρεση ζωτικών παραγωγικών τους στοιχείων, καθίστανται ανενεργείς.

Γ. Στα πλαίσια της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου (ΚΠολΔ 982).

α) τα πράγματα, που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά.

β) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες.

γ) οι απαιτήσεις διατροφής, που πηγάζουν από τον νόμο, ή από διάταξη τελευταίας βούλησης.

δ)  οι απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας.

ε) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών.

Αν, όμως, πρόκειται με την κατάσχεση, να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή, που στηρίζεται στο νόμο, ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης, ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση, έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, αφού ληφθούν υπ όψιν τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων. Η κατάσχεση έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε λογαριασμό του οφειλέτη σε τράπεζα, ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Στην περίπτωση αυτή, η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.

στ) κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις, ή επιδοτήσεις, στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. (Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων) ως τρίτου, μέχρι την κατάθεση τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων, ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς.

ζ) απαιτήσεις, που επιδικάζονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λόγω διαπίστωσης παραβιάσεων της Σύμβασης αυτής, ή των Πρωτοκόλλων της, εξαιρουμένων των απαιτήσεων, που επιδικάζονται για την παραπάνω αιτία προς αποκατάσταση υλικής ζημίας. Το εν λόγω ακατάσχετο ισχύει όταν η κατάσχεση επισπεύδεται για την ικανοποίηση απαίτησης δανειστή, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στην περίπτωση α της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις».

Δ. Απαιτήσεις, που προβλέπονται ευθέως ως ακατάσχετες από ειδικές διατάξεις νόμων, όπως  

α) Οι απαιτήσεις για αποζημίωση από εργατικό ατύχημα, ως και εκείνες για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος από εργατικό ατύχημα (άρθρο 15 β.δ. της 24-7/25-8-1920 «περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», ΑΠ 691/2006, ΑΠ 1338/2012).

β) Τα οφειλόμενα στους εργολάβους, σε αντάλλαγμα της κατασκευής έργου, για την εκτέλεση του οποίου ο εργολάβος χρησιμοποιεί την εργασία τρίτων, ή προμηθεύεται προς τούτο υλικά από τρίτους, ή μηχανήματα κλπ. σε όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου και για ένα μήνα μετά την αποπεράτωσή του, εκτός εάν πρόκειται για απαιτήσεις από παροχή εργασίας, ή προμήθεια υλικών για το έργο. Στην περίπτωση εργολαβικής σύμβασης για την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής «με αντιπαροχή» οριζόντιες ιδιοκτησίες, η απαγόρευση της κατάσχεσης καταλαμβάνει και την απαίτηση του εργολάβου προς μεταβίβαση της κυριότητας των ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου μετά των αντιστοίχων οριζόντιων ιδιοκτησιών, η οποία συμφωνήθηκε έναντι της αμοιβής του με το οικείο εργολαβικό συμφωνητικό (άρθρο 4 παρ. 1 ν. 4694/1930 , όπως τροποποιήθηκε και ερμηνεύθηκε με τον α.ν. 628/37, το ν.δ. 914/41, το ν.δ.1051/42 και τον α.ν 113/67).

γ) Οι χρηματικές απαιτήσεις κατά του Οργανισμού Εργατικής Εστίας ως τρίτου, οφειλέτη του οφειλέτη του κατασχόντος, (άρθρο 20 ν. 3467/1955, ΑΠ 141/2004).

Η κατάσχεση επί ακατάσχετων επιφέρει δικονομική ακυρότητα, η οποία απαγγέλλεται από το Δικαστήριο, αν τούτο επέφερε βλάβη, μετά από αίτημα του οφειλέτη. Η ανακοπή ασκείται ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, ανάλογα με την προέλευση του εκτελούμενου τίτλου και εκδικάζεται από το Δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 934 ΚΠολΔ (ΜονΕφΠειρ 123/2015).

Γίνεται διάκριση μεταξύ, διόρθωσης απόφασης του άρθρου 315 ΚΠολΔ και ερμηνείας απόφασης του άρθρου 316 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, «Αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλειπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του».

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ, «Αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται».

Α. Στην πρώτη περίπτωση, η διόρθωση της απόφασης προϋποθέτει ότι κατά την σύνταξή της παρεισέφρησαν από παραδρομή σφάλματα, οφειλόμενα σε ασυμφωνία μεταξύ του ηθελημένου και του διατυπωθέντος στην απόφαση, ή σε εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό, ή ότι το διατακτικό διατυπώθηκε από παραδρομή, ή ελλιπώς, ώστε να μη αποδίδεται σε τούτο η διατυπωθείσα βούληση του δικαστηρίου Διόρθωση της απόφασης γίνεται, όταν υπάρχουν σε αυτή σφάλματα, που οφείλονται σε ασυμφωνία μεταξύ αυτών, που ήθελε το δικαστήριο και αυτών που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν από την διόρθωση επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή επιτρέπεται από το νόμο και συνεπώς δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου (ΑΠ 1072/2009, ΑΠ 425/2008, ΕφΑθ 137/2011).

Αντικείμενο της διόρθωσης της απόφασης είναι οι παραδρομές του δικαστή. Παραδρομή υπάρχει, όταν η διατύπωση της απόφασης δεν αποδίδει αυτό το οποίο πράγματι είχε σκεφθεί ο δικαστής, όταν την συνέτασσε. Η παραδρομή πρέπει να είναι πρόδηλη, δηλαδή να προκύπτει από το σύνολο της απόφασης και των στοιχείων της δίκης με τα οποία  ορίστηκε το περιεχόμενό της, από τα πρακτικά, τις προτάσεις και τα εν γένει δικόγραφα των διαδίκων. Αποκλείεται η διόρθωση δυνάμει νέων στοιχείων. Οι κρίσιμες παραδρομές πρέπει να προκύπτουν, είτε από το κείμενο της απόφασης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται διάσταση της διατύπωσης του αιτιολογικού και του διατακτικού, είτε από τα πρακτικά της συζήτησης, ή των προτάσεων, ή των άλλων δικογράφων της δίκης, σημειουμένου, πάντως, ότι κατά την διόρθωση της απόφασης, απαγορεύεται η εξέταση από το Δικαστήριο νέων αιτημάτων, ως και η εκ νέου εκτίμηση πραγμάτων και γεγονότων, τα οποία απετέλεσαν την βάση της απόφασης (ΕφΑθ 6975/1981, ΜονΠρΘεσ 9119/2014). Δεν επιτρέπεται διόρθωση, όταν τα σφάλματα, που αποδίδονται στην απόφαση, αναφέρονται στην ερμηνεία, ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης νόμου, ή στην εκτίμηση των αποδείξεων, γιατί αυτό θα οδηγούσε σε αναδίκαση της υπόθεσης και προσβολή του δεδικασμένου (ΕφΘεσ 718/1995,  ΜονΠρΘεσ 9119/2014).

Β. Στην δεύτερη περίπτωση της ερμηνείας απόφασης, το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της απόφασης περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθούς έννοιας, δηλαδή, στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της, ή και των αιτιολογιών της, όταν οι τελευταίες επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να μπορεί αλλάξει το διατακτικό της απόφασης. Το δικαστήριο δεν έχει την εξουσία, να αλλοιώσει την ουσία της απόφασης και την έννοια αυτής, ούτε να συμπληρώσει παραλήψεις σε αιτήματα που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους, γιατί αυτό αντίκειται στους κανόνες δεδικασμένου (ΕφΑθ 8958/2003). Σκοπός της ερμηνείας είναι όπως, με την αποσαφήνιση της έννοιας της απόφασης, καταστεί δυνατή η οριοθέτηση του απορρέοντος από αυτήν ουσιαστικού δεδικασμένου, καθώς και η εκτέλεσή της. Η ερμηνεία αφορά ασάφειες, ή αοριστίες, της απόφασης, που μπορούν να επηρεάσουν την έκταση του δεδικασμένου, ή την δυνατότητα εκτέλεσής της (ΑΠ1235/2014, ΑΠ 75/2017).

Γ. Αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης, ή ερμηνείας, της απόφασης είναι το δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση, ανεξάρτητα αν πρόκειται για μη οριστική, τελεσίδικη, ή αμετάκλητη, απόφαση (ΕφΑθ 137/2011). Δεν προβλέπεται χρονικός περιορισμός για την υποβολή της αίτησης διόρθωσης, ή ερμηνείας, της απόφασης (ΑΠ 1927/2006). Η αίτηση κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση και συντάσσεται σχετική έκθεση. Η αίτηση πρέπει, εκτός από όσα ορίζονται στο άρθρο 118 ΚΠολΔ, να αναφέρει με σαφήνεια και τα λάθη, ή τις παραλείψεις, ή τις ανακρίβειες, που ζητείται διορθωθούν, ή τα αμφίβολα σημεία, ή τις ασάφειες που ζητείται να ερμηνευθούν. Αν ο πρόεδρος, ή ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου, ή ο ειρηνοδίκης, θεωρήσουν αναγκαίο να διορθωθεί, ή ερμηνευθεί η απόφαση, κινούν αυτεπαγγέλτως την διαδικασία διόρθωσης, ή ερμηνείας.

Δ. Η συζήτηση γίνεται κατά την διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η απόφαση που διορθώνεται, ή ερμηνεύεται, και αφού κληθούν (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από την συζήτηση όλοι οι διάδικοι, που αναφέρονται στην απόφαση. Αν την διόρθωση την προκαλεί το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, η κλήση των διαδίκων γίνεται με την επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου. Η προθεσμία κλήτευσης ισχύει ανεξάρτητα από το είδος της διαδικασίας με την οποία συζητείται η αίτηση διόρθωσης, ή ερμηνείας, της απόφασης (τακτική, ειδική, εκούσια κ.λ.π.), η οποία ως ειδικότερη υπερισχύει άλλων διατάξεων, που ορίζουν συντομότερες ή μακρύτερες προθεσμίες (ΕφΑθ 137/2011). Αν κατά τη συζήτηση της αίτησης δεν εμφανίζεται κάποιος διάδικος, που κλητεύθηκε νόμιμα, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και, αν δεν κλητεύτηκε νόμιμα, η συζήτηση αναβάλλεται και το δικαστήριο διατάζει να κλητευτεί.

Ε. Η διορθωτική, ή ερμηνευτική, απόφαση σημειώνεται στο πρωτότυπο της απόφασης, που διορθώνεται, ή ερμηνεύεται, και στα αντίγραφα, τα απόγραφα, ή τα αποσπάσματά της, αναγράφεται ο αριθμός και η ημερομηνία της διορθωτικής, ή ερμηνευτικής, απόφασης. Οι αποφάσεις, που εκδίδονται σε αιτήσεις για διόρθωση, ή ερμηνεία, της απόφασης, μπορούν να προσβληθούν με όλα τα ένδικα μέσα με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση, που ζητήθηκε να διορθωθεί, ή να ερμηνευθεί, εκτός από την ανακοπή ερημοδικίας. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι η απόφαση, της οποίας ζητείται η διόρθωση, ή ερμηνεία, είναι σαφής, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 1124/2002).

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων 174, 178, 179 και 180 ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία αισχροκερδής (καταπλεονεκτική) και συνεπώς άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία.

α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής,

β) ανάγκη, ή κουφότητα, ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και

γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης, ή κουφότητας, ή απειρίας, του αντισυμβαλλομένου του.

Προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας, ή της απειρίας, δεν είναι απαραίτητο, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός από αυτά.

Ανάγκη είναι και η οικονομική ανάγκη, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική.

Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και την σημασία των πράξεων.

Απειρία είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.

Εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.

Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη, ή κουφότητα, ή απειρία, του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σε αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.

Η προφανής δυσαναλογία, η οποία διαπιστώνεται, εν όψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά τον χρόνο της κατάρτισής της, χωρίς να λαμβάνονται υπ όψιν οι υποκειμενικές παραστάσεις, ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 166/2016).

Με την λέξη «αέρας» επιχείρησης υπολαμβάνεται το στοιχείο της επιχείρησης, που περιλαμβάνει το σύνολο των άϋλων αγαθών, ή πραγματικών καταστάσεων, όπως η πελατεία, η φήμη κλπ. που έχουν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα από τον επιχειρηματία, για το οποίο μπορεί να συμφωνηθεί ειδικό αντάλλαγμα.

Μέσα στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων του άρθρου 361 ΑΚ νόμιμα μπορεί να συμφωνηθεί στα πλαίσια μεταβίβασης επιχείρησης, ότι μεταβιβάζεται και ο «αέρας» ότι δηλαδή παρέχεται η δυνατότητα χρησιμοποίησης της επιχείρησης, για ενέργεια σε αυτό εμπορικών πράξεων ιδίας φύσης και μορφής με αυτές που μέχρι τώρα ενεργούντο, οπότε, χωρίς να μεταβιβάζεται ολόκληρη η επιχείρηση ως σύνολο, παραχωρείται με ειδικό αντάλλαγμα σημαντικό της στοιχείο, δηλαδή η φήμη, ή πελατεία.

Στην υπογραφείσα σύμβαση, τι ακριβώς εννοείται ως «αέρας» προκύπτει από την εξέταση της σχετικής σύμβασης, με βάση  την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες του δικαίου.

Αν η σύμβαση «αέρα» είναι ανεξάρτητη άλλης σύμβασης, πρόκειται για χωριστές συμβάσεις και η κάθε μία υπόκειται στην ρύθμιση που προβλέπει ο ΑΚ. Όταν οι παροχές συνδέονται μεταξύ τους με τρόπο ώστε, να εμφανίζονται ότι αποτελούν στοιχεία ενιαίας σύμβασης, για να δοθεί ο νομικός χαρακτηρισμός, ερευνάται και ανευρίσκεται, με βάση τις αρχές της συναλλακτικής καλής πίστης (ΑΚ 200), ποία παροχή θεωρείται ως κύρια και ποία ως παρεπομένη, οπότε δίδεται ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης από την κύρια παροχή (ΑΠ  5/2002, ΑΠ 1505/1992, Εφ. Θεσ. 2945/2000).

Αυτό μπορεί να συμβεί σε περίπτωση μίσθωσης καταστήματος, οπότε, αν εκτός από το μίσθωμα γίνεται λόγος ότι πωλείται από τον εκμισθωτή και ο «αέρας» μπορεί να νοείται ότι παρέχεται στον μισθωτή η δυνατότητα χρησιμοποίησης του καταστήματος για ενέργεια σε αυτό εμπορικών πράξεων ιδίας φύσης και μορφής με αυτές που μέχρι τώρα ενεργούσε ο εκμισθωτής, οπότε, χωρίς να μεταβιβάζεται ολόκληρη η επιχείρηση ως σύνολο, παραχωρείται στο μισθωτή με ειδικό αντάλλαγμα σημαντικό της στοιχείο (φήμη, πελατεία) (ΕφΠατρων 82/2016).

Στην περίπτωση αυτή έχουμε δύο συμβάσεις, της μίσθωσης του καταστήματος και της πώλησης της φήμης και πελατείας του καταστήματος. Η σχέση των δύο αυτών συμβάσεων, κατά τα συναλλακτικά ήθη, είναι κυρία ως προς την μίσθωση και παρεπόμενη ως προς την πώληση.

Επομένως η συμφωνία καταβολής χρηματικού ποσού ως «αέρα» στα πλαίσια της καταρτισθείσας σύμβασης μίσθωσης δεν είναι αντίθετη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη και συνακόλουθα η συμφωνία είναι έγκυρη (ΑΠ 403/2017).

Αν, όμως, καταγγελθεί η σύμβαση μίσθωσης, αυτοδίκαια ανατρέπονται και τα αποτελέσματα της πώλησης του «αέρα» οπότε και γεννιέται αξίωση του μισθωτή, κατά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, προς απόδοση του ποσού που δόθηκε ως «αέρας» (ΕφΠατρων 82/2016).

Σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης «αέρα», γιατί η πωληθείσα επιχείρηση είναι ενδεχομένως προβληματική, λόγω κακής φήμης, μειωμένης πελατείας, αυξημένων οφειλών, ελαττωμάτων σε πράγματα κλπ, θα εφαρμοσθούν αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 534 επ ΑΚ, ενώ αν υπάρχει αδυναμία παροχής, θα εφαρμοσθούν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 335 επ, 362 επ 374 επ ΑΚ. Τα ελαττώματα μπορεί να αφορούν όχι μόνο τα ενσώματα, αλλά κυρίως τα ασώματα αντικείμενα της επιχείρησης (δικαιώματα, αξιώσεις, άΰλα αγαθά, πραγματικές καταστάσεις). Έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας επιχείρησης υπάρχει, όταν λείπει από αυτή χαρακτηριστική, ή και πραγματική νομική ή οικονομική σχέση, την ύπαρξη της οποίας είχε συμφωνήσει ρητά ή σιωπηρά ο αγοραστής με τον πωλητή και ο τελευταίος την είχε εγγυηθεί, αναλαμβάνοντας τη σχετική ευθύνη (ΕφΑθ 3778/2008). Πραγματικό ελάττωμα της επιχείρησης, ως συνόλου, αποτελεί, μεταξύ άλλων και η μειωμένη δυναμικότητα της πελατείας (ΕφΑθ 6039/2010).

Η σύμβαση «αέρα» αποτελεί τελείως διαφορετική έννοια από την αναφερόμενη στο άρθρο 60 παρ. 1 του πδ.  34/1995 «άυλη εμπορική αξία», η οποία, από νομική άποψη, χαρακτηρίζεται ως αποζημίωση.

Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1, 2 του Συντάγματος «Στο Συμβούλιο Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει». Κατά δε το άρθρο 1 στοιχ. α ΚΠολΔ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών.

Ιδιωτική διαφορά υφίσταται όταν, το αντικείμενο της δίκης είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβήτηση, ή έριδα, των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο, ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο, ή πράγμα.

Δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, αλλά έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, αμφισβήτηση, ή έριδα, ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντων υπαλλήλων του Δημοσίου, ή ΝΠΔΔ και ως εκ τούτου η διαφορά υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ( ΑΠ 316/2011, ΑΠ 872/2015).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφ' ότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ' όσον η δικαστική των επιδίωξη είναι δυνατή. Η  παραγραφή της αξιώσεως αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνον της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνον για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ, "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από την διάταξη αυτή, συνάγεται ότι, σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση. Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.Α.Π. 23/1994, Ολ.Α.Π. 24/2003, Α.Π. 235/2011). Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, γιατί οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, η παραγραφή αρχίζει, αφ ότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (ΑΠ.2328/2009, ΑΠ 1012/2015).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφ όσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που τους είχαν ανατεθεί, και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης.

Επομένως προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι,

α) πράξη ή παράλειψη, η οποία δεν συνιστά δικαιοπραξία και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης με βάση άλλες διατάξεις του ΑΚ, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ,

β) πρέπει να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο των άρθρων 65 έως 70 ΑΚ (καταστατικά όργανα), όπως και εκείνων, των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου και

γ) πρέπει η πράξη ή παράλειψη να έγινε κατά την άσκηση καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει, δηλαδή, να ευρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου. Είναι αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου, εάν το όργανο ενήργησε καθ υπέρβαση των καθηκόντων του, ή καθ υπέρβαση της εξουσίας του.

Σε περίπτωση που η πράξη ή παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια, παράγεται υποχρέωση προς αποζημίωση του πράξαντος ή του παραλείψαντος, ευθυνόμενου εις ολόκληρον και του νομικού προσώπου ((ΑΠ 839/2000, ΕφΠειρ 792/2010).

Οι από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις (άρθρα 904 επ. ΑΚ) θεμελιώνονται στα στοιχεία, α) την περιουσιακή μετακίνηση, β) την συγκεκριμένη αιτία για την οποία έγινε η μετακίνηση και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη. Η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν, ή είναι ανίσχυρες, οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση, ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας (ΑΠ Ολ 22/2003).

Αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρεώσεως, η οποία έχει αναληφθεί με σύμβαση, δεν δόθηκε χωρίς αιτία και άρα δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα από αυτήν δικαιώματα του. Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθησαν μπορεί να ασκηθεί, αν η σύμβαση είναι, ή καταστεί, ανίσχυρη ή ακυρώσιμη, ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο. Την ανατροπή της αιτίας και του χρέους μπορούν να επιφέρουν ειδικότερα η υπαναχώρηση από τη σύμβαση, η δικαστική λύση για το μέλλον της αμφοτεροβαρούς σύμβασης λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, η πλήρωση διαλυτικής αίρεσης, η καταγγελία της σύμβασης κλπ (ΑΠ 923/2007, ΑΠ 1457/2001, ΕφΑθ 5617/2007).

Όταν σύμφωνα με το νόμο ζητείται να δοθεί άδεια να ενεργήσουν κάποια πράξη, ο ανήλικος, αυτός που ασκεί την γονική μέριμνα, ο επίτροπος ανηλίκου, ο δικαστικός συμπαραστάτης ενηλίκου, ο ίδιος ο ενήλικος που βρίσκεται σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης, ο κληρονόμος από απογραφή, ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομιάς, ο εκκαθαριστής κληρονομιάς και ο εκτελεστής διαθήκης, αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της συνήθους διαμονής του ανηλίκου, ή αυτού που τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ή το δικαστήριο της κληρονομιάς.

Για τις περιπτώσεις της δικαστικής επιμέλειας ξένων υποθέσεων αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της συνήθους διαμονής αυτού που ζητεί τον διορισμό του επιμελητή, ή του τόπου όπου θα διεξαχθεί κυρίως η διαχείριση της υπόθεσης (ΚΠολΔ 797).

Κατά την διάταξη του άρθρου 303 ΑΚ, όποιος έχει την διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφ όσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει και προς τούτο οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, καθώς και ότι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται γενική υποχρέωση για εξώδικη, ή δικαστική, λογοδοσία εκείνου στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο θα εκπληρωθεί στην πράξη η υποχρέωση λογοδοσίας.

Ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στον δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις και για το χρόνο για τον οποίο ζητείται η λογοδοσία, όπου πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς τα έσοδα και τα έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, ακόμη δε να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα, εφ όσον η έκθεση τους συνταυτίζεται.

Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς τον δεξίλογο λογαριασμού, ή εάν ο λογαριασμός που ανακοίνωσε ο δοσίλογος δεν είναι κανονικός κατά τους όρους και τον τύπο που αναφέρθηκαν, δεν εκπληρώνεται η παραπάνω υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου περί ανακοίνωσης του λογαριασμού, με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ. 
Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικά ή μερικά του δεξίλογου, με βάση οποιαδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση.Η έγερση της αγωγής αυτής αποκλείεται, εάν ο δοσίλογος είχε προβεί σε εξώδικη λογοδοσία, σύμφωνα με τους παραπάνω όρους και τύπο, ή αν ο δεξίλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει τον λογαριασμό που έδωσε ο δοσίλογος (ΕφΑθ 5224/2008).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 28 του ν. 4745/2020, που τροποποίησε το άρθρο 73 του ΕισΝ ΚΠολΔ, η αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, δικαστικού επιμελητή (αλλά και άμισθου υποθηκοφύλακα, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα), υπάγεται στο κατά τόπον αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, πολυμελές πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία. Αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια, ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις. Δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων. Αν η αγωγή κακοδικίας απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί νέα αγωγή για την ίδια υπόθεση, για τους ίδιους ή άλλους λόγους, και ο ενάγων καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, και μπορεί να καταδικαστεί και σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 205 του ΚΠολΔ».

Η  αγωγή συντάσσεται σύμφωνα με τα  άρθρα 118 και 216 εδ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει, α) να περιέχει όλους τους λόγους, στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας, και β) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα. Στην αγωγή επισυνάπτονται, α) τα αποδεικτικά έγγραφα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα η επικυρωμένα αντίγραφα, β) ειδικό πληρεξούσιο στον δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», οι όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, με βάση προδιατυπωμένους όρους χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπ όψιν η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης, ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

Ο ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές».

Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση».

Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, η οποία πρέπει να είναι ουσιώδης ή σημαντική στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατά αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα.

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπ όψιν, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίιτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή, μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως.

Προς τούτο λαμβάνονται υπ όψιν τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή, διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργησή του.

Οι ΓΟΣ, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης.

Οι όροι που καθορίζουν τη σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, δεν υπόκεινται κατ αρχάς σε έλεγχο από άποψη καταχρηστικότητας κατ' άρθρο 2 του ν. 2251/1994, τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, υπό την προϋπόθεση δηλαδή ότι δεν έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 237/2012).

H αρχή της αναλογικότητας αποτελεί βασικό δικαιικό πλήγμα των φορέων άσκησης εξουσίας. Αποκτά σημασία, καθώς ορίζει τα απώτατα όρια του συνταγματικά επιτρεπτού της κρατικής περιοριστικής επέμβασης στα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα. 

Α. H αρχή της αναλογικότητας κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

Η ρητή κατοχύρωση αναγνωρίζει την ανάγκη ανάδειξης και εφαρμογής της αναλογικότητας στις περιπτώσεις όπου η στενή ερμηνεία και η ανελαστική εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων προσβάλλουν την αρχή της ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αρχή της νομιμότητας υπό ευρεία έννοια.

Β. Η αρχή της αναλογικότητας κατοχυρώνεται και σε ειδικές διατάξεις.

Το άρθρο 2 πδ. 538/1989 ορίζει ότι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους οι αστυνομικοί χρησιμοποιούν τα κατά το δυνατόν ηπιότερα μέσα, αποφεύγοντας κάθε περιττή τραχύτητα, ενόχληση, ή αδικαιολόγητη φθορά ιδιοκτησίας και επιδεικνύουν πνεύμα μετριοπάθειας και επιείκειας.

Το πδ. 141/1991 εξειδικεύει το περιεχόμενο της αρχής της αναλογικότητας, διευκολύνοντας και εξασφαλίζοντας µε τον τρόπο αυτό την εφαρμογή της από τα αρμόδια όργανα.

Ο ν. 2928/2001, µε στόχο την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, διεύρυνε τις ανακριτικές πράξεις των αστυνομικών οργάνων και τις υπήγαγε ρητώς στις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας.

Γ. H αρχή της αναλογικότητας αναλύεται σε τρεις επιμέρους αρχές.

1. Η αρχή της αναγκαιότητας.

Σύμφωνα µε την αρχή της αναγκαιότητας, η λήψη μέτρων από την διοίκηση τότε µόνο δικαιολογείται, όταν αυτά δεν είναι επαχθέστερα σε ένταση, έκταση, ή διάρκεια από το αναγκαίο για την επίτευξη του αποτελέσματος μέτρο. Ο έλεγχος της αναγκαιότητας του επιλεγόμενου μέτρου προηγείται εκείνου της καταλληλότητας και αναλογίας και αναφέρεται στην συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων περιορισμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου και ως µέλους του κοινωνικού συνόλου. Οι κάθε είδους κρατικές παρεμβάσεις δικαιολογούνται, να περιορίσουν την ελευθερία του ατόμου στο μέτρο µόνο, που η συντρέχουσα ανάγκη θεραπείας, διατήρησης, ή διαφύλαξης, του δημόσιου συμφέροντος τις καθιστά αναγκαίες. Όταν ξεπερνούν το αναγκαίο μέτρο, είναι ασύμβατες µε τις επιταγές αυτές και συνεπώς παράνομες. Αναγκαίο είναι το μέτρο, όταν η διοίκηση δεν θα μπορούσε να επιλέξει ένα άλλο μέτρο, εξίσου αποτελεσματικό, το οποίο δεν θα περιόριζε, ή θα περιόριζε λιγότερο αισθητά, τα θεμελιώδη δικαιώματα του πολίτη.

Η αναγκαιότητα του περιοριστικού του ατομικού δικαιώματος μέτρου κρίνεται διαφορετικά σε µία δημοκρατική και σε µία µη δημοκρατική πολιτεία, γιατί επικρατούν εκάστοτε διαφορετικά αξιολογικά κριτήρια για την εξουσία του κράτους και την ελευθερία του ανθρώπου. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου επιτρέπει ρητώς µόνο περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, που είναι αναγκαίοι σε µία δημοκρατική πολιτεία. Οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων είναι θεμιτοί µόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο σε µια δημοκρατία που είναι στηριγμένη στην ελευθερία. Με αυτή την έννοια, το αναγκαίο μέτρο αποκτά εξέχουσα σημασία και ως βασικός όρος για την επισήμανση καταχρηστικής εφαρμογής των εκάστοτε περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων στα πλαίσια της κρατικής εξουσίας.  

2. Η αρχή της καταλληλότητας.

Σύμφωνα µε την αρχή της καταλληλότητας, το μέτρο που χρησιμοποιεί η κρατική εξουσία πρέπει να είναι πρόσφορο, δηλαδή ικανό να οδηγήσει στην πραγματοποίηση του προβλεπόμενου από τον νόμο σκοπού, ή τουλάχιστον να την προωθήσει σημαντικά.

3. Η αρχή της αναλογίας (ή αναλογικότητας µε στενή έννοια).

Η αρχή της αναλογίας, επιβάλλει την ύπαρξη εύλογης σχέσης μεταξύ του συγκεκριμένου διοικητικού μέτρου και του επιδιωκομένου σκοπού. Σύμφωνα με την αρχή, το λαμβανόμενο διοικητικό μέτρο πρέπει να είναι κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, να συνεπάγεται τα λιγότερα δυνατά μειονεκτήματα για τον πολίτη και τα μειονεκτήματα να μην υπερσκελίζουν τα πλεονεκτήματα.

Η αρχή της αναλογίας, αναλύεται σε τρεις επιμέρους αρχές.

α. Η αρχή της ελάχιστης δυνατής προσβολής, ή του ηπιότερου μέσου.

Σύμφωνα µε την αρχή αυτή, από τα περισσότερα δυνατά και κατάλληλα μέτρα η διοίκηση πρέπει να επιλέξει το ηπιότερο, δηλαδή εκείνο που θα επιβαρύνει λιγότερο τον πολίτη και το κοινωνικό σύνολο. Έτσι οφείλεται να επιλεγεί το ηπιότερο µέσο και µόνο αν αυτό δεν είναι δυνατό στην πραγματικότητα, να μεταβεί στο επόμενο αυστηρότερο, ή επαχθέστερο, µέσο ή μέτρο.

β. Η αρχή της αποφυγής ασύμμετρων, ή δυσανάλογων, συνεπειών.

Η αρχή αυτή παραπέμπει στη στάθμιση κόστους-οφέλους και στην προσφορότατα στη σχέση μέσου/επίτευξης του στόχου. Η προσφερόμενη κατ’ αρχήν ως δυνατή, κατάλληλη, ηπιότερη και μοναδική ρύθμιση δεν επιτρέπεται να ληφθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση κριθεί ότι οι συνέπειες αυτής βρίσκονται εμφανώς σε δυσανάλογη σχέση µε τον επιδιωκόμενο σκοπό.

γ. Η αρχή της απαγόρευσης της χρονικής ασυνέπειας, ή υπερβολής.

Σύμφωνα με την αρχή µια ρύθμιση θεωρείται επιτρεπτή για τόσο χρονικό διάστημα, όσο απαιτείται για την επέλευση των νομικών συνεπειών της. Δηλαδή επιτρέπεται μέχρις ότου επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, ή γίνει εμφανής η αδυναμία πραγματοποίησής του.

Δ. Η αρχή της αναλογικότητας στην ελληνική νομοθεσία γίνεται αποδεκτή, μόνο, όταν ο πολίτης την επικαλείται στα δικαστήρια για λόγους που αφορούν το κράτος και την εξουσία που απορρέει από το κράτος και  που παραβιάζουν την έννοια του κράτους/δικαίου, που  απορρέουν από την εκ μέρους  της διοίκησης επιβαλλομένων περιορισμών στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων. Ισχύει έναντι όλων των φορέων άσκησης κρατικής εξουσίας, ανεξαρτήτως της οργανωτικής τους μορφής και του γεγονότος ότι η δράση τους διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο και είναι η κατ εξοχήν κατάλληλη αρχή για την διασάφηση και οριοθέτηση των αγαθών και αξιών που συγκρούονται εκάστοτε µε το δημόσιο συμφέρον.

Το ελληνικό δίκαιο δεν προσδιορίζει ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια του θύματος. Ο νομοθέτης στο άρθρο 932 εδ. γ' ΑΚ, ηθελημένα δε προβαίνει σε ειδικότερο προσδιορισμό του όρου «οικογένεια» του θύματος, γιατί δεν θέλησε να διαγράψει κατά τρόπο δεσμευτικό τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του, αναγκαστικά υφίσταται επιδράσεις, λόγω των κοινωνικών διαφοροποιήσεων (ΑΠ 1218/2008).

Ο όρος «οικογένεια» ερμηνεύεται έτσι ώστε,  να περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του αποβιώσαντος, δηλαδή πρόσωπα τα οποία συνδέονται με στενούς δεσμούς οικογενειακού δικαίου με τον αποβιώσαντα, αλλά και με αισθήματα αγάπης και στοργής και τα οποία δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του, αδιαφόρως, αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Η ύπαρξη των δεσμών αυτών ως ζήτημα πραγματικό εναπόκειται στη κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 21/2000).

Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων αυτών περιλαμβάνονται οι γονείς, τα τέκνα, οι αδελφοί (αμφιθαλείς και ετεροθαλείς) ο σύζυγος και από τους αγχιστείς μόνο οι του πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμπρός από θυγατέρα, νύφη από γιό (ΑΠ 1723/2012, ΑΠ 528/2011, ΑΠ 937/2010, ΑΠ 260/2011, ΑΠ 1735/2006, ΑΠ 442/2017

Αν, όμως, κριθεί ότι και άλλα πρόσωπα, πέραν των ανωτέρω διατηρούσαν ισχυρά αισθήματα αγάπης και στοργής με τον αποβιώσαντα, τότε η ως άνω αξίωση επεκτείνεται και σε αυτά, τα οποία κατέχουν de facto θέση ανάλογη με εκείνη των συγγενικών προσώπων με τη στενή έννοια των διατάξεων του αστικού κώδικα (ΕφΑθ 6862/2007), γιατί η περιχαράκωση του όρου «οικογένεια», όπως αυτός οριοθετείται από το νομοθέτη στην διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ' ΑΚ, στα συνδεόμενα μόνο με συγγενική σχέση, κατά τον αστικό κώδικα, πρόσωπα, θίγει τον ίδιο τον πυρήνα της διάταξης, ο οποίος προτάσσει την προστασία των προσώπων εκείνων των οποίων ο ψυχισμός δοκιμάζεται συναισθηματικά τόσο έντονα από την απώλεια του οικείου τους προσώπου, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κριτήριο το οποίο κυριαρχικά χρησιμοποιείται από την νομολογία.

Προς το σκοπό αυτό, κατά την ερμηνεία της ως άνω διάταξης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σύγχρονες κοινωνικές αντιλήψεις στο πεδίο των ανθρωπίνων σχέσεων, και η διαμόρφωση νέων μορφών σχέσεων, στις οποίες η παραδοσιακή έννοια της έγγαμου συμβίωσης δείχνει να μην αποτελεί πλέον την αποκλειστική μορφή της διαμορφούμενης οικογένειας. Άλλωστε, ο νομοθέτης με τον ν. 3739/2008 εισήγαγε τον θεσμό του «συμφώνου συμβίωσης», και με τον ν. 4356/2015 επέκτεινε τη δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης και σε άτομα του ιδίου φύλου ( ΜονΠρΑθ 1815/2019).

Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, εξαιτίας αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή, σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος ή του θύματος, αντίστοιχα και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων μερών.

Εφ όσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, συνακόλουθα, η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου.

Με την  διάταξη, όμως, του άρθρου 25 παρ. 1 (εδάφ. δ) του Συντάγματος ο συνταγματικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά την εγγύηση, που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, και πρέπει να λαμβάνεται υπ όψιν κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η συνταγματική αυτή διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.). Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και, συνακόλουθα, η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Κατά συνέπεια η κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Κατόπιν τούτων, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αυτά ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015 ΑΠ 469/2017, ΑΠ  132/2019).

Κατά την διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Οποίος έχει περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, μόνο στις περιπτώσεις που έχει την ικανότητα για δικαιοπραξία. Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 ΚΠολΔ, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.

Αλλοδαπός ανήλικος, όταν δεν έχει, κατά το Ελληνικό δίκαιο, την ικανότητα για δικαιοπραξία (άρθρα 128 παρ. 1 και 134 ΑΚ), δεν μπορεί να παρίσταται στα Ελληνικά δικαστήρια με το δικό του όνομα, αλλά εκπροσωπείται από το νόμιμο αντιπρόσωπό του. Ποιος είναι ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, είναι θέμα του ουσιαστικού δικαίου. Το ζήτημα αυτό επιλύεται σύμφωνα, όχι με το δίκαιο της χώρας του δικάζοντος δικαστηρίου, αλλά με τους κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (4 επ. ΑΚ).

Εφ όσον ο αλλοδαπός είναι ανίκανος για παράσταση, τόσο κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του, όσο και κατά το δίκαιο του Ελληνικού δικαστηρίου, εφαρμόζεται το αλλοδαπό δίκαιο, κατά το οποίο θα κριθεί ποιος εκπροσωπεί τον ανίκανο και με ποιες διατυπώσεις.

Με τον Κανονισμό 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11-07-2007, γνωστό ως «Κανονισμός Ρώμη II», σε περιπτώσεις αδικοπραξιών, οι οποίες εμφανίζουν στοιχεία αλλοδαπότητας, εισάγεται ως γενικός κανόνας η  εφαρμογή του δικαίου της χώρας στην οποία επήλθε η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του Κανονισμού, το δίκαιο αυτό καθορίζει

α) τη βάση και την έκταση της ευθύνης, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των προσώπων που δύνανται να φέρουν την ευθύνη για τις πράξεις τους,

β) τους λόγους αποκλεισμού της ευθύνης / απαλλαγής από την ευθύνη, καθώς και κάθε περιορισμό και καταμερισμό της ευθύνης,

γ) την ύπαρξη, τον χαρακτήρα και την αποτίμηση των ζημιών ή της επιδιωκόμενης αποκατάστασης της ζημίας,

δ) τα μέτρα τα οποία μπορούν να ληφθούν για την πρόληψη ή παύση βλάβης ή ζημίας ή για την εξασφάλιση της παροχής αποζημίωσης, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του επιληφθέντος δικαστηρίου, δυνάμει του οικείου δικονομικού δικαίου,

ε) τη δυνατότητα μεταβίβασης του δικαιώματος αποζημίωσης ή αποκατάστασης της ζημίας, συμπεριλαμβανομένης της κληρονομικής διαδοχής,

στ) τα πρόσωπα που δικαιούνται αποκατάστασης της προσωπικής ζημίας που υπέστησαν,

ζ) την ευθύνη για πράξεις τρίτου,

η) τους διάφορους τρόπους απόσβεσης των ενοχών και τους κανόνες παραγραφών και αποσβεστικών προθεσμιών, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων σχετικά με την έναρξη της παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας και της διακοπής ή αναστολής τους.

Επί αδικοπραξίας, επομένως, εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ισχύον στο κράτος που επήλθε η άμεση ζημία (ΜονΠρΑθ 1815/2019). 

Σημειώνεται ότι ο Κανονισμός εισάγει ρήτρα διαφυγής, ορίζοντας, ότι, εάν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. Η ρήτρα διαφυγής είναι άμεσης εφαρμογής για τα δεσμευόμενα κράτη/μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καταλαμβάνει τα πρόσωπα, που ανήκουν σε κράτη/μέλη δεσμευόμενα από τις ρυθμίσεις αυτές, χωρίς να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις αυτές το άρθρο 26 ΑΚ (ΑΠ 1747/2017).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1274, 1276 και 1277 ΑΚ προκύπτει ότι η προσημείωση είναι εγγραφή υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, δηλαδή την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης. Ασφαλίζει ορισμένη απαίτηση και μάλιστα αυτήν που αναφέρεται και περιγράφεται στην απόφαση, η οποία χορηγεί την άδεια για την εγγραφή της προσημείωσης. Με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης τρέπεται σε υποθήκη, η οποία θεωρείται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης. Για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη θα πρέπει η απαίτηση που ασφαλίζεται με την προσημείωση να είναι η ιδία με την απαίτηση που επιδικάζεται με την τελεσίδικη απόφαση στον προσημειούχο δανειστή.

Από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 29 παρ. 1-2 ΕισΝΚΠολΔ και 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη με βάση διαταγή πληρωμής, πρέπει αυτή να αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου με την άπρακτη παρέλευση όχι μόνο της κατά το άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ 15νθήμερης προθεσμίας, αλλά και της ύστερα από νέα επίδοση 10ήμερης προθεσμίας του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, μετά και την παρέλευση της οποίας αρχίζει να τρέχει η κατά το άρθρο 1323 παρ. 2 ΑΚ 90νθήμερη προθεσμία για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη (ΟλΑΠ 6/1996, ΑΠ 119/2003).

Η από τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία). Ως θετική ζημία, νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού, ή σε αύξηση του παθητικού. Ως διαφυγόν κέρδος, νοείται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (ΑΠ 83/2002).

Επομένως διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος, λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία επαύξηση θα επερχόταν με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1221/2001). Δηλαδή το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος, που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις, όμως, δεν χαρακτηρίζονται από την βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται.

Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος «λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί». Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό, άνθρωπο, με βάση αντικειμενικά κριτήρια και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος.

Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο, ή απροσδόκητο, ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες, ή ελπίδες, εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος καθ όσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες-συγκεκριμένες περιστάσεις. Η πιθανότητα, επομένως, της δυνατότητας πραγματοποίησης διαφυγόντος κέρδους δεν μπορεί να φτάνει μέχρι φαντασιώδους υπολογισμού (ΑΠ 1364/2013).

Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφ` όσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.

Συγκεκριμένα καλύπτει

α) το δικαίωμα που κρίθηκε, ή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε,

β) την νομική αιτία, δηλαδή τον νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου που εφάρμοσε και

γ) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή κατά τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης.

Ειδικότερα, η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου αποτελεί δεδικασμένο για την νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και την ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή.

Έτσι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, εάν με την προηγούμενη αγωγή ζητήθηκε αποζημίωση για οτιδήποτε θα στερείται ο παθών στο μέλλον για ορισμένο χρονικό διάστημα εξ αιτίας της προς εργασία ανικανότητάς του από τον τραυματισμό του και με τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή αυτή, κρίθηκε ότι ο παθών εξ αιτίας του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία μόνο για ορισμένο, μικρότερο του τότε επιδίκου χρονικό διάστημα και για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα απέρριψε ως αβάσιμο το κονδύλιο αποζημίωσης το αναγόμενο στο τελευταίο αυτό διάστημα δημιουργείται από την απόφαση δεδικασμένο ως προς το ότι για το τελευταίο αυτό διάστημα και εφ εξής, δεν συνεχίζεται η ανικανότητά του προς εργασία, εφ` όσον δεν προβάλλεται ουσιώδης μεταβολή των περιστατικών που θεμελιώνουν την κριθείσα ικανότητα του τελευταίου χρονικού διαστήματος (ΑΠ 317/2013).

Κατά το άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση, ή ανταίτησή του. Επιβάλλεται δηλαδή στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση  της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 141 ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις.

Το αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος, που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμό 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1254/2010, ΑΠ 692/2008, ΑΠ 122/2014).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 527, 532 και 535 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δίκη διέρχεται τρία στάδια, πρώτο, το παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης (άρθρο 532 παρ. 1), δεύτερο, το παραδεκτό ενός εκάστου των λόγων αυτής και τρίτο, το κατ' ουσίαν βάσιμο αυτών (άρθρο 533 παρ. 1).

Το βάσιμο ή μη των λόγων της έφεσης κρίνεται από το Εφετείο από την εκτίμηση του σε αυτό και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συγκεντρωθέντος εν γένει αποδεικτικού υλικού, συμπεριλαμβανομένου και του προσκομισθέντος τοιούτου το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη κατά τις προϋποθέσεις και τους ορισμούς του άρθρου 529 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ.

Το Εφετείο, του νόμου μη ορίζοντος το αντίθετο, δεν κωλύεται για την κατά την κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας του λόγου της έφεσης και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση,

α) να διατάξει νέες, ή συμπληρωματικές, αποδείξεις διά των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται στο όρθρο 339 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η εξέταση των διαδίκων, και

β) να διατάξει επανάληψη της συζήτησης προς εξέταση των πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων (άρθρο 254 ΚΠολΔ), ώστε μετά την εκτίμηση των διεξαχθησομένων τούτων αποδείξεων καθώς και αυτών, που εκτιμήθηκαν από την εκκαλουμένη απόφαση, να κρίνει εάν είναι εσφαλμένη, ή μη, η πληττόμενη με την έφεση απόφαση (ΑΠ 1844/2011, ΑΠ 200/2013).

Από τις διατάξεις των άρθρων 682 και 688 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η λήψη  ασφαλιστικών μέτρων επιτρέπεται και διατάσσεται σε περίπτωση που υπάρχει επικείμενος κίνδυνος, ο οποίος απειλεί το επίδικο δικαίωμα ή την απαίτηση και προς αποτροπή του, ή, σε περίπτωση συνδρομής επείγουσας περίπτωσης, η οποία επιβάλλει την ταχεία και άμεση λήψη μέτρου πριν ή κατά την διάρκεια της τακτικής διαγνωστικής δίκης.

Αν οι πραγματικές αυτές προϋποθέσεις δεν υπάρχουν, ή δεν πιθανολογούνται, τότε δεν δικαιολογείται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, καθ όσον αυτά αποτελούν την εξαίρεση του κανόνα κατά τον οποίο τα εξαναγκαστικά μέτρα κατά της περιουσίας, ή του προσώπου, διατάσσονται και λαμβάνονται μόνο μετά την οριστική και τελεσίδικη διάγνωση της απαίτησης και με τις εγγυήσεις και διατυπώσεις της τακτικής διαδικασίας.

Όταν ο νόμος απαιτεί επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προδήλως την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης εκτάκτου δικαστικής προστασίας του διαδίκου, η οποία να δικαιολογείται από την συνδρομή πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένα κινδύνου να ματαιωθεί η απαίτηση, ή επείγουσα περίπτωση της παρούσας στιγμής.

Έτσι, η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ ου δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης.

Δεν δύναται να θεωρηθεί, ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, πιθανή εκποίηση στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης κάποιου προσώπου, γιατί με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογείτο η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης σε κάθε εκκρεμή αγωγή, εν όψει της ενδεχόμενης, κατά την κοινή πείρα και λογική εκποίησης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου.

Με άλλα λόγια δεν αρκεί για την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης η αφηρημένη δυνατότητα, ή το ενδεχόμενο να συμβούν στο μέλλον εκποιήσεις, αλλά η ύπαρξη παρόντων πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένου κινδύνου να προβεί ο καθ ου στην ενέργεια αυτή (ΜονΠρΑθ 1808/2014).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 150 ΚΠολΔ ο πρόεδρος του δικαστηρίου, ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου, ή ο ειρηνοδίκης, εφ όσον πιθανολογούνται σπουδαίοι λόγοι, μπορούν με απόφαση τους, ύστερα από αίτηση του διαδίκου, να διατάξουν την σύντμηση των νομίμων προθεσμιών, με εξαίρεση τις προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων. Η αίτηση δικάζεται με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ.

Πάγια είναι η νομολογία ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να ελέγξει το ύψος της επιδικασθείσας από το Εφετείο χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη ο παθών, ή την ψυχική οδύνη των συγγενών του  θανόντος, παρά μόνο να ελέγξει, εάν επιδικάστηκε η χρηματική ικανοποίηση σύμφωνα με τον νόμο. Ήδη φαίνεται να επέρχεται στροφή στην νομολογία, γιατί σε σχετική περίπτωση αξίωσης για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης υπήρξε εισήγηση, προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης από τον Άρειο Πάγο. Ειδικότερα ότι ο Άρειος Πάγος μπορεί να εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και εκ της εξέτασης, να διαπιστώσει, εάν κατά τον χρηματικό προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης το Εφετείο υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και αν τηρήθηκε, ή όχι, η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση είναι

α) η ζημιογόνος συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη.

β) ο παράνομος χαρακτήρας της εν λόγω συμπεριφοράς.

γ) η υπαιτιότητα, που μπορεί να συνίσταται σε δόλο ή αμέλεια, υπό τις διάφορες μορφές αυτής και

δ) ο πρόσφορος, αιτιώδης, σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (του νόμιμου λόγου ευθύνης) και του αποτελέσματος (της επελθούσας ζημίας).

Η αμέλεια, δηλαδή η μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 εδ. β ΑΚ), αποτελεί αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εξειδίκευση, σύμφωνα με τις εκάστοτε περιστάσεις και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Εάν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, τότε αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται μόνον, όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της παραληφθείσας πράξης, επιβαλλόμενη από το νόμο ή από δικαιοπραξία (ΑΠ 1293/2013).

Η απαγόρευση εφαρμογής ενός καταχρηστικού γενικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης αποτελεί εξειδικευμένη περίπτωση της θεμελιώδους αρχής του άρθρου 281 ΑΚ.

Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 ν. 2251/1994, ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπ όψιν η φύση των αγαθών, ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης, ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

Εκ τούτων παρέπεται ότι η «υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» αποτελεί αόριστη νομική έννοια, χρήζουσα εξειδικεύσεως, η οποία γίνεται επί τη βάσει των νομοθετικώς προσδιοριζομένων κριτηρίων, δηλαδή της φύσης των αποτελούντων αντικείμενο της σύμβασης αγαθών, ή υπηρεσιών, του συνόλου των συντρεχουσών κατά την σύναψή της ειδικών συνθηκών, καθώς και των λοιπών ρητρών της σύμβασης, ή άλλης σύμβασης, εκ της οποίας εξαρτάται αυτή.

Κατ' ακολουθίαν, ο επικαλούμενος ακυρότητα τέτοιου όρου διάδικος βαρύνεται με την προβολή και την απόδειξη της συνδρομής των εν λόγω συγκεκριμένων εξειδικευτικών της αόριστης νομικής εννοίας στοιχείων, μη αρκούσας της απλής επικλήσεως του ανωτέρω αφηρημένου νομικού όρου, άλλως, ο ισχυρισμός του είναι αόριστος και το δικαστήριο τον απορρίπτει ως απαράδεκτο (ΑΠ 752/2006).

Δεν είναι καταχρηστικός και επομένως άκυρος, ουσιώδης γενικός όρος ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που ενσωματώθηκε στο ασφαλιστήριο και αποτέλεσε αναπόσπαστο τμήμα του και εξαρτήθηκε η ασφαλιστική κάλυψη από την τήρησή του  εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος (όρος) επέδρασε στην φύση και την έκταση του καλυπτόμενου κινδύνου, καθώς και στο καταβλητέο ασφάλιστρο και είναι σχετικός με το αντικείμενο της ασφάλισης, απετέλεσε δε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ ασφαλισμένου και λήπτη της ασφάλισης, ο δε λήπτης δεν εναντιώθηκε γραπτώς εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου, ως δεσμευόμενος από τον όρο που τέθηκε κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου (ΜονΠρΠειρ 2358/2013 αδημ.).

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση, ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Η διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, ενώ η διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπ όψιν τα συναλλακτικά ήθη.

Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση έστω και έμμεσα της ύπαρξης κενού, ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για την αποσαφήνιση του νοηματικού περιεχομένου της δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης, ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ΑΠ 1214/2010, ΑΠ 1076/2008).

Από την διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", προκύπτει ότι, κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αυτοτελούς αδικοπραξίας, που επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας, είναι προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, η οποία από πρόθεση επιχειρήθηκε, ή και από παράλειψη αυτού (ΟλΑΠ 10/1991).

Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε την ζημιογόνο πράξη, ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προκαλέσει τη ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξης, ή παράλειψης, από την οποία επήλθε η ζημία.

Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης ενέργειας, ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, εξαρτάται από το αν η πράξη, ή, η παράλειψη, αφ ενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε δεν θα επερχόταν, αφ ετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ως άνω αποτέλεσμα.

Συνεκτιμάται συνολικά για την διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπ όψιν, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 1652/2006, ΑΠ 900/2011, ΑΠ 43/2013).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933 παρ. 1 και 934 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ανακοπή, εάν αφορά την εγκυρότητα πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, που έλαβαν χώρα μετά την επιταγή, ή αντιρρήσεις κατά της απαίτησης, πρέπει να ασκηθεί μέχρι την ημέρα της διενέργειας της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης.

Στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου χρηματικής απαίτησης, αν ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση, το απώτερο χρονικό σημείο μέχρι του οποίου μπορεί ο οφειλέτης, να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, προβάλλοντας τους λόγους ακυρότητας της κατάσχεσης, είναι η εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των οκτώ ημερών από την κοινοποίηση της κατάσχεσης στον καθ ου η εκτέλεση, γιατί τότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατά το άρθρο 989 ΚΠολΔ εκτελεστό τίτλο σε βάρος του τρίτου (ΜονΠρΘεσ/3420/2013).

Μια ανακοπή ασκούμενη εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1α ΚΠολΔ δεν πρόκειται να επηρεάσει την δεσμευτικότητα και το κύρος της κατασχεθείσας χρηματικής απαίτησης, αφού αυτή ήδη έχει ολοκληρωθεί κατά το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΜονΠρΑθ 9690/2011).

Με τα άρθρα 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται αντίστοιχα, «ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί». Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία, που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους πρέπει τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, και οι ειδικές περιστάσεις, αλλά και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, να εκτίθενται στην αγωγή.

Στο νομοθετικό αυτό ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους, διαφυγόντα κέρδη θεωρούνται και τα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ή κατά τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις μετά πιθανότητας προσδοκόμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος- ζημιωθείς, αν δεν μεσολαβούσε το αδικοπρακτικό γεγονός, θα προσπορίζετο.

Δεν αρκεί, δηλαδή, η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη (ΑΠ 706/2009,  ΑΠ 600/2009, ΜονΠρΠειρ 295/2011).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74 επ. 78 και 247 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, το δικαστήριο μπορεί, σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, αυτεπαγγέλτως, ή κατ’ αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει τον χωρισμό των αγωγών που έχουν σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο, εφ όσον κατά την κρίση του δεν θα επιτευχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ο σκοπός της απλής ομοδικίας, δηλαδή η ταχύτερη και λιγότερο δαπανηρή διεξαγωγή της διαδικασίας.

Δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί ο χωρισμός των σωρευομένων αγωγών, όταν παρουσιάζουν μία ενιαία ιστορική βάση και με την ένωσή τους επιτυγχάνεται ταχύτερη και λιγότερο δαπανηρή διεξαγωγή της διαδικασίας (ΑΠ 1598/2000, ΕφΘεσ 1627/2003).

Επί απλής ομοδικίας (υποκειμενικής σώρευσης αγωγών), στην οποία ενώνονται σε κοινή διαδικασία περισσότερες έννομες σχέσεις, που συνδέουν διάφορα υποκείμενα, η δικονομική θέση κάθε ομοδίκου είναι ανεξάρτητη των λοιπών και οι πράξεις και παραλείψεις του δεν ωφελούν, ούτε βλάπτουν, τους άλλους.

Στην περίπτωση αυτή  μπορεί να εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς ένα εκ των ομοδίκων (όταν συντρέχουν προς τούτο οι προϋποθέσεις του νόμου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της μη εμφάνισης ενός εκ των απλών ομοδίκων στη δίκη, με συνέπεια την εφαρμογή ως προς αυτόν των περί ερημοδικίας, διατάξεων του KΠολΔ, ενώ ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που παρίστανται η αγωγή δικάζεται κανονικώς κατ’ αντιμωλία (OλAΠ 744/1982, AΠ 111/1999).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 221 παρ. 1 στοίχος α) 222 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η άσκηση της αγωγής, ή της ανταγωγής,  έχει ως συνέπεια την εκκρεμοδικία. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της ως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη.

Η εκκρεμοδικία, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, παύει, είτε με την έκδοση οριστικής απόφασης, είτε με την κατάργηση της δίκης με έναν από τους νόμιμους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Η παύση διαρκεί μέχρι την άσκηση ενδίκου μέσου, οπότε αρχίζει νέα εκκρεμοδικία.

Εκτός από την έκδοση απόφασης, η εκκρεμοδικία λήγει σε όλες τις περιπτώσεις καταργήσεως της δίκης χωρίς έκδοση απόφασης, μεταξύ άλλων με την κατάρτιση δικαστικού συμβιβασμού κατ άρθρο 293 και με την παραίτηση από το αγωγικό δικόγραφο, ή δικαίωμα. Δεν επιφέρει λήξη της εκκρεμοδικίας η ματαίωση της συζήτησης.

Κατά το άρθρο 283 ΚΠολΔ «1. Η παρεμπίπτουσα αγωγή ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους στο ίδιο δικαστήριο πρέπει να περιέχει μεταγενέστερη αίτηση του ενός ή του άλλου διαδίκου. 2. Οι παρεμπίπτουσες αγωγές μπορούν να ασκηθούν σε κάθε στάση της δίκης και κατ’ έφεση, εκτός αν περιέχουν αυτοτελή αίτηση».

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 του ίδιου Κώδικα, κατά τις οποίες είναι απαράδεκτη η μεταβολή, αντίστοιχα, του αιτήματος και της βάσεως της αγωγής, σαφώς, συνάγεται ότι απαραδέκτως ασκείται για πρώτη φορά παρεμπίπτουσα αγωγή, που περιέχει αυτοτελή αίτηση, μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της κύριας αγωγής.

Μη αυτοτελής αίτηση είναι εκείνη που κατατείνει απλώς σε ενίσχυση της κύριας αιτήσεως, προστιθέμενη σ’ αυτήν. Κάθε άλλη αίτηση, που μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη, είναι αυτοτελής (ΑΠ 1168/2007, ΑΠ 1305/1983).

Έτσι, αυτοτελής είναι και η αγωγή του ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη εναντίον της συνεναγομένης του ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποίαν αυτός ζητεί, από την τελευταία, στα πλαίσια της υφισταμένης μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως, το ποσό, που, τυχόν, θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα, ζημιωθέντα, από υπαιτιότητά του, τρίτο (ΕφΑθ 9404/2000, ΕφΠειρ 476/89, ΕφΠειρ 368/2011 αδημ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ.1 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του αναιρεσιβλήτου (ΟλΑΠ 4/1992).

Η παραίτηση από την άσκηση του ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει, είτε από τον ίδιο τον διάδικο, είτε από το δικηγόρο του, ο οποίος, όμως, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με γενική τουλάχιστον πληρεξουσιότητα κατά τα άρθρα 94 παρ.1, 96 παρ.1, 98 ΚΠολΔ. Διαφορετικά, αν λείπει αυτή, δημιουργείται ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 499/2012).

Ο ενάγων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 296 και 297 ΚΠολΔ, μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την αγωγή, με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του, εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς, κατά κανόνα, συναίνεση του εναγομένου.

Η παραίτηση αυτή είναι αμιγώς διαδικαστική πράξη, ρυθμίζεται αποκλειστικά από το δικονομικό δίκαιο και έχει δικονομικά μόνον αποτελέσματα, επιφέρει δηλαδή την κατάργηση της δίκης, που ανοίχτηκε με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1032/2004, ΕφΙωαν 503/2007).  

Η παραίτηση από το ασκηθέν δικαίωμα δεν παράγει έννομες συνέπειες, αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος δεν επικαλείται την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας προκειμένου να δηλώσει την εν λόγω παραίτηση, δεν προσκομίζεται ειδικό πληρεξούσιο, ή δεν παρίσταται στο Δικαστήριο μετά του διαδίκου (ΜονΠρΑθ 290/2014). 

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 297 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί, εν όλω ή εν μέρει, από το δικόγραφο της αγωγής του, πριν μεν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως και χωρίς τη συναίνεση του εναγομένου, μετά δε από αυτή, εφ όσον δεν αντιλέγει ο εναγόμενος, ή αντιλέγει μεν, πλην πιθανολογείται, ότι δεν έχει έννομο συμφέρον, να περατωθεί η δίκη με την έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Η παραίτηση αυτή, εφ όσον γίνεται με δήλωση στα πρακτικά, ή με δικόγραφο, το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, επάγεται την κατάργηση της σχετικής δίκης, αφού η αγωγή, με την οποία άρχισε η δίκη αυτή, θεωρείται πλέον ως μη ασκηθείσα (ΜονΠρΑθ 2733/2013).

Κατά το άρθρο 294 ΚΠολΔ ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς συναίνεση του εναγομένου πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης.

Η παραίτηση είναι αμιγής διαδικαστική πράξη και ρυθμίζεται αποκλειστικά από το δικονομικό δίκαιο και δεν χρειάζεται να γίνει αποδεκτή από τον εναγόμενο, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία γίνεται μετά την προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης.

Δεν θεωρείται συζήτηση για την ουσία της υπόθεσης εκείνη η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη για τυπικούς λόγους, ή εκείνη για την οποία εκδόθηκε απόφαση, η οποία αναβάλλει, ή αναστέλλει την πρόοδο της δίκης, ή τάσσει προθεσμία για συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων, ή διατάσσει επανάληψη της συζήτησης, ή παραπέμπει την υπόθεση να δικαστεί σύμφωνα με άλλη διαδικασία, αφού οι περιπτώσεις αυτές ανάγονται σε στάδιο πριν από την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.

Κατ άρθρο 297 ΚΠολΔ η παραίτηση γίνεται, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, ή και με νέα αγωγή, με την οποία δηλώνεται ρητά και με σαφήνεια από τον ενάγοντα ότι παραιτείται από το δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής του, που κοινοποιήθηκε νόμιμα στον εναγόμενο.

Η παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα η αγωγή να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και να ανατρέπονται εξ υπαρχής μόνο τα αποτελέσματα που επήλθαν με και από την άσκησή της, όπως λ.χ. η εκκρεμοδικία.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και μετά την έκδοση παραπεμπτικής λόγω καθ’ ύλην αναρμοδιότητας του δικαστηρίου απόφασης, είναι επιτρεπτή, γιατί συντρέχει η προϋπόθεση της μη έναρξης της προφορικής συζήτησης στην ουσία της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/1994, ΕφΑθ 316/2008).

Η παράλειψη επίδοσης της αγωγής συνεπάγεται απαράδεκτο της κλήτευσης και περαιτέρω της συζήτησης της αγωγής μόνο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν δηλαδή η παράβαση αυτή επέφερε στον διάδικο, που την επικαλείται, βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλο τρόπο.

Ως βλάβη νοείται η αδυναμία, ή δυσχέρεια, του διαδίκου, που την επικαλείται, να αντιτάξει πλήρη υπεράσπιση κατά της αγωγής, προβάλλοντας τους κατά αυτής ισχυρισμούς του. Έτσι, θεωρείται ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση, κατά την οποία παραβιάστηκαν διατάξεις, που ρυθμίζουν την διαδικασία, όταν από την σημειωθείσα παράβαση δεν επηρεάζεται η δυνατότητα και η προϋπόθεση της άμυνας του διαδίκου, ή της άσκησης του ενδίκου μέσου. Επίσης, δεν υπάρχει δικονομική βλάβη, από την μην επίδοση, ή μη προσήκουσα επίδοση του δικογράφου στον διάδικο, όταν αυτός παρέστη στη συζήτηση.

Σε σχέση με την επέλευση, ή μη, των ουσιαστικών συνεπειών της αγωγής, γίνεται δεκτό ότι η παράλειψη της επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο, αναπληρώνεται, εάν ο τελευταίος επισπεύσει αυτός την συζήτηση, ή συμμετάσχει στην συζήτηση χωρίς να εναντιωθεί, ή αν η εναντίωση του απορριφθεί από το δικαστήριο λόγω της μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, οπότε τα παραπάνω ουσιαστικά αποτελέσματα της αγωγής επέρχονται αντίστοιχα από το χρόνο της επίσπευσης της συζήτησης της αγωγής από τον εναγόμενο, ή της συζήτησης της αγωγής. Η θέση αυτή δεν ανατρέπεται από την διατύπωση του άρθρου 221 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι «Με την άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 215, η κατάθεσή της έχει ως συνέπεια α) εκκρεμοδικία, β) το αμετάβλητο της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του δικαστηρίου, γ) την προτίμηση ανάμεσα σε περισσότερα αρμόδια δικαστήρια, και η επίδοση της έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής».

Αυτό γιατί ο νομοθέτης με την διάταξη αυτή θέλησε, λαμβάνοντας υπ όψιν την περίπτωση της ολοκλήρωσης της διαδικασίας της άσκησης της αγωγής, να καθορίσει τα αποτελέσματα της κάθε μιας από τις επί μέρους πράξεις της κατάθεσης και επίδοσης και όχι να εξαρτήσει τα αποτελέσματα της πρώτης και μάλιστα αναδρομικώς από την συντέλεση της δεύτερης.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι και αν δεν έχει καθόλου επιδοθεί, ή δεν επιδόθηκε νόμιμα η αγωγή, στον εναγόμενο, το δικαστήριο, στη μεν αντιμωλία συζήτηση δικάζει την υπόθεση, στη δε ερήμην οφείλει να κηρύξει απλώς απαράδεκτη την συζήτηση έναντι του ενάγοντα, ή του εναγομένου, ανάλογα με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 271 ή 272 ΚΠολΔ.

Την ακυρότητα αυτή απαγγέλλει πάντοτε το δικαστήριο μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία αυτό, χωρίς να διατάξει αποδείξεις, αλλά ακολουθώντας τους κανόνες της ελεύθερης απόδειξης, κρίνει, ότι η παράβαση προκάλεσε βλάβη (αδυναμία ή δυσχέρεια του διαδίκου, που την επικαλείται, να αντιτάξει πλήρη υπεράσπιση κατά της αγωγής προβάλλοντας τους κατά αυτής ισχυρισμούς του), στον προτείνοντα διάδικο (άρθρα 106 και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ), που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 περ. γ. ΚΠολΔ, ΑΠ 1521/2013).

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων, ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν (ΟλΑΠ 8/2005).

Ο από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτά .

Επομένως ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου, ή να υπαγάγει σε αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη, για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 1025/2014).

Κατά το άρθρο 346 ΑΚ, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012 «Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης».

Σύμφωνα με την ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι’ αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (αιτιολογική έκθεση Ν. 4055/2012).

Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας.

Η κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας επιδικάζεται

α) Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί (ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 2033/2013), β) για τις χρηματικές απαιτήσεις, που επιδικάζονται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου (π.χ. ηθική βλάβη, ή ψυχική οδύνη) (ΜονΠρΑθ 3788/2014 αδημ.) και γ) στην περίπτωση περιορισμού του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό (ΜΠΑθ 2684/2014 αδημ., ΜΠΑθ 647/2015 αδημ.).

Αν δεν υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης του τόκου επιδικίας, ή το υποβληθέν απορριφθεί (σιωπηρά ή ρητά) το δικάζον δικαστήριο επιδικάζει την απαίτηση με την υποχρέωση καταβολής του νομίμου τόκου επιδικίας. Όταν το δικάζον δικαστήριο δεχθεί ως βάσιμο κατ ουσίαν το αίτημα του εναγομένου επιδικάζει την απαίτηση με την υποχρέωση καταβολής του νομίμου τόκου υπερημερίας (ΜονΠρΑθ 799/2014, ΜονΠρΑθ 2684/2014, ΜονΠρΑθ 3788/2014).

Οι τόκοι διακρίνονται,

α) σε νομίμους τόκους υπό στενή έννοια, που οφείλονται αυτοδικαίως, δυνάμει ειδικής διάταξης νόμου χωρίς όχληση, ή πταίσμα, του οφειλέτη, αρκούσας μόνο της υπερημερίας του οφειλέτη, όπως π.χ. οι τόκοι εις βάρος του Δημοσίου, ή του ευρύτερου δημοσίου τομέα,

β) σε νομίμους τόκους υπερημερίας, που οφείλονται επί χρηματικού χρέους και προϋποθέτουν αγώγιμη ενοχή, ληξιπρόθεσμο χρέος, υπερημερία του οφειλέτη,  δηλαδή υπαιτιότητα αυτού για την μη έγκαιρη καταβολή του χρέους στον δανειστή, όχληση του οφειλέτη από τον δανειστή, δηλαδή, πρόσκληση να του καταβάλει το χρέος και πταίσμα του οφειλέτη για την καθυστέρηση εξόφλησης του χρέους και

γ) σε τόκους επιδικίας, που επιβάλλονται σε βάρος οφειλέτη χρηματικής οφειλής, όταν για αγώγιμη σε βάρος του ενοχή χρηματικής οφειλής κατατέθηκε και επιδόθηκε αγωγή, ή διαταγή πληρωμής (άρθρο 346 ΑΚ). Ο τόκος επιδικίας ανέρχεται  σε δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες επί πλέον του εκάστοτε ισχύοντος τόκου υπερημερίας, όπως αυτός ορίζεται από τον νόμο, ή με δικαιοπραξία, δηλαδή,  2% επί πλέον του νομίμου, ή δικαιοπρακτικού (συμβατικού) τόκου υπερημερίας.

Ο τόκος επιδικίας δεν ισχύει, εάν πριν από την συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή, ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής.

Το δικάζον δικαστήριο με αίτημα του εναγομένου, δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις.

Αν δεν υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης του τόκου επιδικίας, ή το υποβληθέν απορριφθεί (σιωπηρά ή ρητά) το δικάζον δικαστήριο επιδικάζει την απαίτηση με την υποχρέωση καταβολής του νομίμου τόκου επιδικίας. Όταν το δικάζον δικαστήριο δεχθεί ως βάσιμο κατ ουσίαν το αίτημα του εναγομένου επιδικάζει την απαίτηση με την υποχρέωση καταβολής του νομίμου τόκου υπερημερίας (ΜονΠρΑθ 799/2014, ΜονΠρΑθ 2684/2014, ΜονΠρΑθ 3788/2014).Οι τόκοι διακρίνονται,

α) σε νομίμους τόκους υπό στενή έννοια, που οφείλονται αυτοδικαίως, δυνάμει ειδικής διάταξης νόμου χωρίς όχληση, ή πταίσμα, του οφειλέτη, αρκούσας μόνο της υπερημερίας του οφειλέτη, όπως π.χ. οι τόκοι εις βάρος του Δημοσίου, ή του ευρύτερου δημοσίου τομέα,

β) σε νομίμους τόκους υπερημερίας, που οφείλονται επί χρηματικού χρέους και προϋποθέτουν αγώγιμη ενοχή, ληξιπρόθεσμο χρέος, υπερημερία του οφειλέτη,  δηλαδή υπαιτιότητα αυτού για την μη έγκαιρη καταβολή του χρέους στον δανειστή, όχληση του οφειλέτη από τον δανειστή, δηλαδή, πρόσκληση να του καταβάλει το χρέος και πταίσμα του οφειλέτη για την καθυστέρηση εξόφλησης του χρέους και

γ) σε τόκους επιδικίας, που επιβάλλονται σε βάρος οφειλέτη χρηματικής οφειλής, όταν για αγώγιμη σε βάρος του ενοχή χρηματικής οφειλής κατατέθηκε και επιδόθηκε αγωγή, ή διαταγή πληρωμής (άρθρο 346 ΑΚ). Ο τόκος επιδικίας ανέρχεται  σε δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες επί πλέον του εκάστοτε ισχύοντος τόκου υπερημερίας, όπως αυτός ορίζεται από τον νόμο, ή με δικαιοπραξία, δηλαδή,  2% επί πλέον του νομίμου, ή δικαιοπρακτικού (συμβατικού) τόκου υπερημερίας.

Ο τόκος επιδικίας δεν ισχύει, εάν πριν από την συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή, ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής.

Το δικάζον δικαστήριο με αίτημα του εναγομένου, δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις.

Αν δεν υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης του τόκου επιδικίας, ή το υποβληθέν απορριφθεί (σιωπηρά ή ρητά) το δικάζον δικαστήριο επιδικάζει την απαίτηση με την υποχρέωση καταβολής του νομίμου τόκου επιδικίας. Όταν το δικάζον δικαστήριο δεχθεί ως βάσιμο κατ ουσίαν το αίτημα του εναγομένου επιδικάζει την απαίτηση με την υποχρέωση καταβολής του νομίμου τόκου υπερημερίας (ΜονΠρΑθ 799/2014, ΜονΠρΑθ 2684/2014, ΜονΠρΑθ 3788/2014).

Το Δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, μπορεί να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών. Ο προσδιορισμός, από το δικαστήριο της ουσίας, του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεις, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 13/2002, ΑΠ 8/2005, ΑΠ 675/2013).

Δεν υφίσταται αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσης του και επομένως δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός έχει ενεργήσει ότι ήταν αναγκαίο στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερα. Γι' αυτό ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους, συνεπεία των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για το δανειστή.  Τέτοιοι λόγοι αναστολής της παραγραφής είναι κατ' άρθρο 255 ΑΚ το δικαιοστάσιο, η ανωτέρα βία και ο δόλος του υπόχρεου.

Ανωτέρα βία κατά την έννοια της διάταξης αυτής συνιστά και ο προσδιορισμός της συζήτησης της υπόθεσης λόγω φόρτου εργασίας των δικαστηρίων, λαμβανομένου υπ όψιν και του αριθμού των υποθέσεων που μπορεί κατά τον οικείο κανονισμό να εγγραφούν στο πινάκιο κάθε δικασίμου, σε δικάσιμο πέραν του χρόνου της βραχυπρόθεσμης παραγραφής, αφού ο διάδικος δεν έχει την δυνατότητα να ενεργήσει κάποια διαδικαστική πράξη, η οποία και μόνο θα μπορούσε να επιφέρει την διακοπή της παραγραφής (ΑΠ 74/2013).

Διαδικαστική πράξη αποτελεί και η όρκιση του ορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα, μετά την διενέργεια της οποίας αρχίζει νέα ισόχρονη παραγραφή μέχρι της καταθέσεως από τον τελευταίο της συνταχθείσας προς τούτο εκθέσεώς του, ως νέας αυτοτελούς διαδικαστικής πράξης, διακριτής και μη αναγκαίως συνεχόμενης με εκείνη της ορκίσεως του ( ΑΠ 61/2013).

Κατ άρθρο 261 ΑΚ, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 101 ν. 4139/13, την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής και ισόχρονη με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση ευθύς μετά την έγερση της αγωγής και διακόπτεται μετά την πάροδο έξι μηνών από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Έτσι επί αξίωσης που έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπόκειται μπορεί να συμπληρωθεί κατά την διάρκεια της επιδικίας.

Ως διαδικαστική πράξη, που συνεπάγεται κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ την διακοπή της παραγραφής, θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων, ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους, ή της δικαστικής αρχής, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση, ή αποπεράτωση της δίκης.

Σύμφωνα με το σκοπό της ίδιας διάταξης για να αρχίσει εκ νέου η παραγραφή που διακόπηκε πρέπει να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης με πράξεις των διαδίκων. Τούτο δε γιατί ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (ΑΚ 247 επ.) αποτελεί την νομοθετική προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσης του και επομένως δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξίωσης, όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι άλλο. Τέτοιες διαδικαστικές πράξεις είναι ο ορισμός δικασίμου, η κατάθεση της κλήσης, η κοινοποίηση της κλήσης για συζήτηση, η εξέταση μάρτυρα, η εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, η αναβολή της συζήτησης αυτής, η άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης, που εισάγει την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και ο προσδιορισμός της έφεσης (ΑΠ 147/2008, ΑΠ 1377/2001, ΕφΑθ. 2745/2006).

Στην περίπτωση, που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη, και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής. Ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή (ΑΠ 21/2012, ΑΠ 1010/2015).

Η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 122/2006, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 377/2009) η δε απόρριψη της για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε πρόωρα αποτελεί λόγο μη ουσιαστικό με την έννοια της ΑΚ 263 (ΑΠ 16/1967). Κατά συνέπεια, η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση τέτοιας αγωγής θεωρείται κατ' άρθρο 263 ΑΚ σαν να μη διακόπηκε, εκτός εάν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ  377/2009).

Από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντιστοίχως, εκκρεμοδικία. Κατά την διάταξη του άρθρου 268 εδ. α ΑΚ προκύπτει ότι, αν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ, 1 ΑΚ ή του άρθρου 10 παρ. 2 του πδ. 237/1986, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται, ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος για κάθε ζημία του από την αδικοπραξία.

Η νέα αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια (πενταετή) παραγραφή και τούτο, γιατί, κατά μεν το άρθρο 272 ΑΚ που ορίζει ότι με τη συμπλήρωση της παραγραφής ο οφειλέτης δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, με την συμπλήρωση της, ο οφειλέτης έχει κεκτημένο δικαίωμα έναντι του δανειστή για άρνηση της παροχής προς αυτόν, εφ όσον δε, κατά το μεταγενέστερο μέρος της, η αξίωση δεν είχε καταστεί επίδικη, το παραχθέν με βάση την αρχική αγωγή - ως προς το μέρος της προγενέστερης ζημίας, - δεδικασμένο δεν εξοβελίζει το ως άνω κεκτημένο δικαίωμα προς απόκρουση της αξίωσης κατά το μη προβληθέν με την αρχική αγωγή μέρος της, αφού τέτοια συνέπεια δεν προβλέπεται από το άρθρο 268 ΑΚ ούτε, άλλωστε, δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος αυτού είχε ο οφειλέτης στην αρχική δίκη, όταν δημιουργήθηκε το δεδικασμένο.

Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει τη μη συμπλήρωση της αρχικής συντομότερης παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του ΑΚ, εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζόμενων στον Κώδικα "τρόπων διακοπής" της παραγραφής (260-269 ΑΚ), αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση, την έννοια, υπό την οποία λαμβάνει την "διακοπή" της παραγραφής, ήτοι της παύσης της διαδρομής αυτής, πριν από τη συμπλήρωση του κατά νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του, διαδραμόντος μέχρι το γεγονός της διακοπής, χρόνου (αρθρ. 270 ΑΚ) (Ολ ΑΠ 24/2003, 38/1996, 23/1994).

Ως εκ τούτου αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση, ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στην συντομότερη παραγραφή. Ως αξιώσεις περιοδικά επαναλαμβανομένων παροχών νοούνται σύμφωνα με στις διατάξεις των άρθ. 250 αριθ. 17, 254 ΑΚ και 11 αριθ. 7 ΚΠολΔ εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από έννομη σχέση, οφείλονται δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση, ή η άσκησή του, να εξαρτάται από αίρεση. Δεν αποτελούν περιοδικές παροχές, υπό την έννοια των άνω διατάξεων, οι απλές δόσεις που προβλέπονται, είτε, από το νόμο, είτε, από τη σύμβαση για την καταβολή μιας ενιαίας οφειλής η οποία εξοφλείται τμηματικά (ΑΠ 732/2015). 

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγου θανάτωσης, ή βλάβης του σώματος, ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για την νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.

Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση, είτε με αναγνωριστική αγωγή, είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφ όσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 2039/2013, ΑΠ 1010/2015).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 731, 732 και 692 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο αυτό που επιβάλλεται από τις περιστάσεις και αποσκοπεί στην εξασφάλιση, ή διατήρηση του δικαιώματος, ή τη ρύθμιση της καταστάσεως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα τηρηθεί ο κανόνας της τελευταίας διατάξεως του άρθρου 692 παρ. 4 με την οποία ορίζεται ότι το ασφαλιστικό μέτρο δεν πρέπει να συνίσταται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή διατήρηση, με εξαίρεση μόνο τη διάταξη του άρθρου 728 του ίδιου Κώδικα. Σκοπός δηλαδή των ασφαλιστικών μέτρων είναι να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η επίδικη σχέση και όχι να ματαιωθεί ο πρακτικός σκοπός της κυρίας δίκης στην οποία και μόνο θα κριθεί οριστικά η έννομη σχέση (ΕφΠειρ 172/2010).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 ΚΠολΔ και 914, 929 ΑΚ συνάγεται, ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε σε αγωγή για αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης του σώματος, ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και την ζημία του ενάγοντος, που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση. Δεν αποτελεί, όμως, δεδικασμένο η απόφαση αυτή,  για ζημίες που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει, να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβλεφθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.

Έτσι, η επιδίκαση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του τραυματισθέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα, δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίωξη περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Προϋπόθεση για αυτό είναι ότι οι συνέπειες της αδικοπραξίας εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να παραβλεφθούν από το δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε στον παθόντα την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση. Μόνο μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας, που δεν ήταν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπ όψιν σε προηγούμενη δικαστική τελεσίδικη απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, έστω και αν στην προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον.

Αν, η μη πλήρης αποκατάσταση της υγείας του ενάγοντος δεν προκύπτει, ότι συνιστά δυσμενή εξέλιξη της υγείας του, που εκδηλώθηκε μεταγενέστερα και δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί σε προηγούμενη δίκη, το Δικαστήριο δεν δύναται να επιδικάσει την πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω του δεδικασμένου, που απορρέει από την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ 1075/2008, ΜονΠρΠειρ 295/2011).

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Δηλαδή, όταν αποφάσισε κάτι χωρίς αίτηση. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο δίκης, δηλαδή, αίτημα, ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, ανακοπής, ενδίκου μέσου. Δεν νοούνται οι ενστάσεις και αντενστάσεις (ΑΠ 877/2006, 450/2000, ΑΠ 211/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.

Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.

Οι περιοριστικώς αναφερόμενοι στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως κατά των πιο πάνω αποφάσεων είναι οι εξής

α) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,

β) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση,

γ) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα,

δ) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,

ε) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,

στ) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Το αίτημα περί κηρύξεως της απόφασης, που θα δοθεί προσωρινά εκτελεστής, μετά την μετατροπή του από καταψηφιστικό σε εξ ολοκλήρου αναγνωριστικό, είναι μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο, γιατί με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται μόνο οι καταψηφιστικές αποφάσεις, που αποτελούν τίτλο εκτελεστό και όχι οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές (ΜονΠρΠειρ 295/2011).

Όταν στην δήλωση βούλησης, ή στην σύμβαση, υπάρχει ασάφεια περί του τι ακριβώς ήθελα ο δηλώσας, ή τα συμβληθέντα μέρη, το δικαστήριο μπορεί, για να ανεύρει την αληθινή έννοια της δήλωσης, ή της σύμβασης, να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, των συμβάσεων ερμηνευομένων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ όψιν και τα συναλλακτικά ήθη.

Αν το δικαστήριο δεν διέγνωσε κενό, ή ασάφεια, περί την δήλωση της βούλησης των μερών, κρίνει ανελέγκτως, ότι δεν συντρέχει λόγος να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1289/2013).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 930 παρ.1 ΑΚ «Η αποζημίωση των δύο προηγουμένων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος η αποζημίωση μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ».

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 929 ΑΚ προκύπτει ότι επί βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση που αναφέρεται στο μέλλον και δύναται να οφείλεται σε διαφυγόντα εισοδήματα συνεπεία τραυματισμού καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Ο παραπάνω τρόπος καταβολής αποτελεί τον κανόνα.

Εξαιρετικά όμως μπορεί να καταβληθεί και σε κεφάλαιο εφάπαξ αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Πότε συμβαίνει τούτο κρίνεται με βάση τη συνολική θεώρηση των οικονομικών κυρίως σχέσεων που αφορούν την υγεία του παθόντος, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση ο σκοπός της αποζημίωσης εξυπηρετεί καλλίτερα τα συμφέροντα του παθόντος με την εφάπαξ πληρωμή της αποζημίωσης. Προς τούτο απαιτείται αίτηση του δικαιούχου, στην οποία πρέπει να διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα συγκροτούντο τη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου πραγματικά περιστατικά. Η δε συνδρομή του σπουδαίου λόγου δύναται να κείται είτε προς την πλευρά του δανειστή είτε του οφειλέτη και θεωρείται ότι υπάρχει όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιδικαζόμενη αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του δικαιούχου στο μέλλον εξυπηρετεί καλλίτυερα τα συμφέροντα αυτού.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση, ή προς χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας, ή ηθικής βλάβης, και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό, ή επιτακτικό, κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον, του ζημιωθέντος. Τέτοιος κανόνας περιλαμβάνεται και στο άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, δηλαδή την γενόμενη κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, ή των χρηστών ηθών, ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Η εκ μέρους του συμβαλλομένου γενόμενη, κατά προφανή υπέρβαση των αξιολογικών αυτών ορίων, άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος της καταγγελίας συμβάσεως δημιουργεί υποχρέωση αυτού προς αποζημίωση του αντισυμβαλλομένου, αν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, όπως είναι κυρίως η ύπαρξη δόλου ή αμέλειας στο πρόσωπο του πρώτου, οπότε, με την συνδρομή και του στοιχείου της ζημίας, θα είναι δυνατή η καταφυγή του δευτέρου στην διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Η ίδια υποχρέωση αποζημίωσης γεννάται κατά το άρθρο 919 ΑΚ, αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση.

Το δικαίωμα, ωστόσο του συμβαλλόμενου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσης, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών, όταν η συνέπεια της, δηλαδή η λύση της σύμβασης, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του. Ωστόσο, η άσκηση του εν λόγω διαπλαστικού δικαιώματος του συμβαλλομένου δεν είναι καταχρηστική, όταν η επερχόμενη με αυτή λύση της σύμβασης, συνδέεται με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του και μπορούσε αντικειμενικώς να προβλεφθεί από τον αντισυμβαλλόμενο.

Η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του δεν καθιστά καταχρηστική την καταγγελία, εν όψει και του ότι η συμπεριφορά αυτή ανταποκρίνεται στην καθιερούμενη με το άρθρο 288 ΑΚ αρχή της καλόπιστης εκπληρώσεως της ενοχής.

Για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 281, 914 επ. 919, 932 ΑΚ, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή, πραγματικά περιστατικά τέτοια, από τα οποία αληθή υποτιθέμενα να συνάγεται, εκτός των άλλων, ότι αφ ενός ο υπόχρεος επί μακρό χρονικό διάστημα είχε δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση στον δικαιούχο ότι δεν θα επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του και τις δυσμενείς επιπτώσεις από την ενέργεια αυτή, αφ ετέρου δε ότι η υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών έγιναν υπαιτίως, με συνέπεια τη ζημία του ενάγοντος. Αν τα περιστατικά αυτά δεν περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται (Ολ.ΑΠ 12/2004, ΟλΑΠ 13/2004, ΑΠ 819/2013).

Η απόρριψη της αγωγής λόγω παραγραφής της επίδικης αξίωσης δεν δημιουργεί ουσιαστικό δεδικασμένο βλαπτικό για τον εναγόμενο, ως προς την γένεση και ουσιαστική ύπαρξη της αξίωσης, έστω και αν το δικαστήριο έκρινε περί τούτου, γιατί στοιχεία της ένστασης ως παραγραφής είναι η διαδρομή του χρόνου και η προταθείσα δήλωση του εναγομένου, όχι δε και η ουσιαστική ύπαρξη της παραγραφείσας απαίτησης (ΑΠ 336/2013).

Η έκθεση επίδοσης δικογράφου είναι δημόσιο έγγραφο, γιατί συντάσσεται από δημόσιο όργανο, τον δικαστικό επιμελητή, και ως τέτοιο έχει την αποδεικτική δύναμη δημόσιου εγγράφου κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 438 επ. ΚΠολΔ.Τα βεβαιούμενα σε αυτήν αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, στην οποία υποχρεούται όποιος προβάλλει αμφισβήτηση (ΑΠ 1005/2005, ΑΠ 532/1999).

Η αμφισβήτηση της εγκυρότητας της γενομένης επίδοσης και η τυχόν βασιμότητά της καθιστούν άκυρη την επίδοση, δεν εξομοιώνεται, όμως,  με έλλειψη επίδοσης  (ΑΠ 1232/2012).

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν.4055/2012, και παρ. 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης, για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει την δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης έστω και αν οι διάδικοι, εν όψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ' ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά συνέπια για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσία, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 55/2015 (αδημ.)).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 εδ. α και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση στον εναγόμενο της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας όχλησης. Ενέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου άσκησης και μέσου έναρξης της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια μεν της δίκης διαδικαστική πράξη, να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους χωρίς υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη, ο οποίος οφείλει δικονομικούς τόκους (άρθρο 346 ΑΚ), ως όχληση δε, να καθιστά υπερήμερο τον οφειλέτη, ο οποίος οφείλει να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας (άρθρο 340, 345 ΑΚ).  

Αν ο ενάγων παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής, δεν χάνεται ο χαρακτήρας της αγωγής ως όχληση καταβολής νόμιμου τόκου υπερημερίας.  Επομένως αν ο ενάγων ασκήσει κατά του εναγομένου καταψηφιστική αγωγή, με την οποία ζητεί να του καταβάλει χρηματική αποζημίωση με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της και του επιδώσει αντίγραφο της αγωγής, κατά δε την συζήτηση της αγωγής περιορίσει το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, ο εναγόμενος οφείλει τόκους υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής (ΟλΑΠ 13/1994 ΑΠ 520/2010). Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση περιορισμού στο πρωτοδικείο της καταψηφιστικής αγωγής σε αναγνωριστική, χωρίς ο ενάγων να διαλάβει στην σχετική δήλωσή του τίποτε για τους τόκους.

Εάν το πρωτοδικείο δεν αποφανθεί για το αναγνωριστικό πλέον αίτημα καταβολής τόκων, που εξακολουθεί να υπάρχει ενώ εκκρεμεί ως επίδικο και μετά τον περιορισμό της αγωγής, είναι αναγκαία η προσβολή της σχετικής σιωπηρής απορριπτικής διάταξης εκ μέρους του ενάγοντος με ειδικό λόγο έφεσης. Στην αντίθετη περίπτωση, μετά την τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης, δημιουργείται απορριπτικό επί της ουσίας δεδικασμένο, που εμποδίζει να καταστεί το ίδιο αίτημα αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας δίκης μεταξύ των διαδίκων (ΑΠ 1122/2000, ΑΠ 1520/2010).

Από την διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ  προκύπτει ότι, παρά την κατάργηση των τεκμηρίων εκ της ερημοδικίας των διαδίκων, που θέσπιζαν τα άρθρα 271 και 272 ΚΠολΔ, μετά την οποία εξέλιπαν, πλέον, οι λόγοι για την χορήγηση αναιτιολόγητης ανακοπής και, κατ’ επέκταση, εφέσεως με όμοιο αποτέλεσμα, εν τούτοις, η παραπάνω διάταξη διατήρησε ευθέως την έφεση κατά ερήμην αποφάσεως, ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας. Έτσι, για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εφ όσον αυτή εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει, προηγουμένως, κάποιος λόγος της εφέσεως, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής

Επομένως η έφεση γίνεται τυπικά δεκτή, ακολούθως η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται ως προς την εκκαλούσα - εναγομένη και  κρατείται η υπόθεση από το Δικαστήριο, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό, καθώς και η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 829/2008, ΑΠ 884/2007, ΑΠ 1015/2005, ΕφΑθ 683/2008, ΕφΠειρ 538/2011).

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί τη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 499/2012).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο, είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή στην έκθεση. Εάν οι διάδικοι εκπροσωπούνται στο ακροατήριο για την συζήτηση της υποθέσεως από δικηγόρο, χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, θεωρούνται δικονομικώς απόντες.

Κατά το άρθρο 575 εδ. α ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή, ή κάποιου από τους διαδίκους, ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την συζήτηση της υποθέσεως μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο.

Κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β και γ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, κατ άρθρο 575 εδ. β του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της πλασματικής αυτής κλήτευσης του διαδίκου είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση, ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά την δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με την νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νομότυπη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής για να συζητηθεί κατά τη νέα μετ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για την νέα αυτή δικάσιμο.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος, που επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως, δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου, που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση (ΑΠ 14/2013).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, ως ισχύει, σε περίπτωση ερημοδικίας ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ' αυτήν, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. 

Αν ο παριστάμενος εκκαλών - εναγόμενος προσκομίσει αντίγραφο του εισαγωγικού δικογράφου του μη παρισταμένου αντιδίκου του - ενάγοντος και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, παραλείποντας να προσκομίσει τις προτάσεις του, λαμβανομένου υπ όψιν του γεγονότος, ότι με τις προτάσεις του ο εφεσίβλητος - ενάγων δεν προβάλει νέους ισχυρισμούς, αφού οι ισχυρισμοί του προβλήθηκαν με την προσκομιζόμενη αγωγή, τυχόν δε συμπλήρωσή ή διευκρίνιση τους αποτυπώνεται στην προσκομιζόμενη πρωτόδικη απόφαση, κρίθηκε με την με αριθμό 6/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, ότι η διάταξη, στην περίπτωση ερημοδικίας του ενάγοντος, του οποίου προσκομίζεται μεν η αγωγή και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης όχι όμως και οι προτάσεις από τον παριστάμενο διάδικο, πρέπει να ερμηνευτεί συσταλτικά και να μην κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης.

Η επικουρική βάση αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, όταν η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητικής φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΑΠ 222/2003, ΑΠ 440/2000).

Σε επείγουσες περιπτώσεις, ή προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου, αυτός που έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ζητήσει, ως ασφαλιστικό μέτρο, να διαταχθεί, κατ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 682 παρ. 1, 683, 686 επ. 731 και 732 ΚΠολΔ, η επίδειξη εγγράφων λόγω του κατεπείγοντος, ενώ μπορεί, ακόμη, εκτός από την διατασσόμενη επίδειξη του εγγράφου, να διαταχθεί και η χορήγηση αντιγράφου στον αιτούντα με δαπάνες του.

Για να είναι ορισμένη η προς το δικαστήριο υποβαλλόμενη αίτηση για επίδειξη εγγράφων από τον αντίδικο πρέπει, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, εκτός άλλων, να περιγράφει επακριβώς το επιδεικτέο έγγραφο και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του, δηλαδή να μην δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί και το έννομο συμφέρον του αιτούντος προς επίδειξη σε σχέση με τη συγκεκριμένη διαφορά και να καθορίζει ότι το έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή του αντιδίκου, γιατί το γεγονός αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεώς του για επίδειξη (ΑΠ 953/2002, ΑΠ 1613/2000, ΑΠ 1341/2000 ΜονΠρΘεσ 303/2010).

Αν στη σχετική αίτηση δεν περιλαμβάνεται συνοπτική αναφορά των περιστατικών, που πιθανολογούν την ύπαρξη του επικείμενου κινδύνου, ή της επείγουσας περίπτωσης, αυτή απορρίπτεται λόγω αοριστίας (ΜονΠρΑθ 7533/2000).

Στη σχετική αίτηση πρέπει, να αναφέρεται ότι ο διάδικος από τον οποίο ζητείται η επίδειξη του εγγράφου κατέχει τούτο κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Αν δεν γίνεται μνεία περί της κατοχής αυτής, που εξακολουθεί κατά το χρόνο της σχετικής δίκης, η αίτηση απορρίπτεται ως αόριστη, η δε αοριστία αυτή δεν μπορεί να αναπληρωθεί από τον λόγο ότι κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ο διάδικος μπορεί, ή πρέπει, να κατέχει το έγγραφο αυτό (ΑΠ 1071/2000, ΑΠ 1341/2000).

Η κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων προσωρινή ρύθμιση της διαφοράς δεν εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 692 παρ. 4 ΚΠολΔ, που απαγορεύει την πλήρη ικανοποίηση του ασφαλιστέου δικαιώματος.

Στην υποβολή της αίτησης νομιμοποιείται παθητικώς ο κάτοχος αυτού, έστω και αν δεν υπάρχει εναντίον του αξίωση σχετική με το έγγραφο, ο οποίος μπορεί να είναι και τρίτος. Δεν επιβάλλεται κοινοποίηση της αιτήσεως στον καθ` ου η αξίωση (ΜονΠρΠειρ 5768/2005).

Κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της αιτήσεως είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου όπου βρίσκεται το επιδεικτέο έγγραφο, καθώς και εκείνο της κατοικίας, ή της έδρας του καθ ου απευθύνεται η αξίωση, φυσικού ή νομικού προσώπου.

Η επίδειξη εγγράφου κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450 - 452 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 450 παρ. 2 ΚΠολΔ κάθε διάδικος, ή τρίτος, έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την μη επίδειξή τους (ΕφΘεσ 1150/2001, ΜονΠρΘεσ 303/2010).

Οι διατάξεις των άρθρων 450 επ ΚΠολΔ ρυθμίζουν την υποχρέωση των διαδίκων, ή τρίτων, προς επίδειξη εγγράφου κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, κατ απόκλιση από εκείνες των άρθρων 902-903 ΑΚ, οι οποίες έχουν εφαρμογή, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, στην οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ειδικά το ζητούμενο έγγραφο και συνεπώς στην περίπτωση κατά την οποία η ανάγκη της επιδείξεως εγγράφου ανακύπτει στην διάρκεια εκκρεμούς δίκης αποκλειστικώς εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 450 επ. ΚΠολΔ.

Για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη αίτηση για επίδειξη εγγράφων από τον αντίδικο πρέπει, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, εκτός άλλων, να περιγράφει επακριβώς το επιδεικτέο έγγραφο και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του, δηλαδή να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου, έτσι ώστε να μπορεί, να κριθεί το έννομο συμφέρον του αιτούντος προς επίδειξη σε σχέση με την συγκεκριμένη διαφορά και να καθορίζει ότι το έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή του αντιδίκου, γιατί το γεγονός αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεώς του για επίδειξη ( ΑΠ 953/2002, ΑΠ 1613/2000, ΜονΠρΘεσ 35124/2008).

Η επίδειξη εγγράφων, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 902-903 ΑΚ (ΕφΘεσ 1150/2001, ΜονΠρΘεσ 303/2010).

Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη, ή και αντίγραφό του, αν, εκτός των άλλων, το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί, ή πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και αυτόν.

Η επίδειξη εγγράφου με βάση το άρθρο 902 μπορεί να ζητηθεί με αγωγή, ή και με ανταγωγή, εφ όσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραδεκτού της τελευταίας, που καθορίζονται στο άρθρο 268 ΚΠολΔ. Οι περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος για επίδειξη εγγράφου, ή την χορήγηση αντιγράφου, εξειδικεύονται στην διάταξη 902 AK και αναφέρονται σε αυτή περιοριστικά, είναι δε οι εξής (ΕφΑθ 673/2009)

α) όταν το έγγραφο συνετάγει προς το συμφέρον του αιτούντος, εάν δηλαδή συνετάγει προς σύσταση, απόδειξη, ή γενικά διατήρηση των δικαιωμάτων του αιτούντος. Απαιτείται κατά την σύνταξη του εγγράφου, να υπήρχε ο ως άνω σκοπός. Το έγγραφο δεν απαιτείται να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη. Αν όμως δεν έχει συνταχθεί έστω και προς το συμφέρον του, δεν θεμελιώνεται αξίωση επιδείξεως, επειδή έχει απλώς αντικειμενική γι αυτόν αξία λόγω του περιεχομένου του. Έτσι έννομο συμφέρον δεν υπάρχει, αν το έγγραφο έχει συνταχθεί αποκλειστικά προς το συμφέρον του κατόχου του.

β) όταν το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και τον αιτούντα, εάν δηλαδή πρόκειται για έγγραφο συστατικό, ή αποδεικτικό δικαιοπραξίας, αφορά δηλαδή κυρίως διμερείς δικαιοπραξίες, στις οποίες ο αιτών είναι ένας από τους δικαιοπρακτούντες και

γ) όταν το έγγραφο σχετίζεται με διαπραγματεύσεις, που διεξήχθησαν και έχουν σχέση με τον αιτούντα, είτε προς το συμφέρον αυτού δια άλλου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έγγραφα εκείνα, που δεν πιστοποιούν μεν μια έννομη σχέση, αφορούν όμως τις σχετικές με αυτή διαπραγματεύσεις. Δεν έχει δε σημασία, αν οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν, ή όχι, σε κατάρτιση συμβάσεως. Τέτοια έγγραφα είναι τα σχέδια της συμβάσεως, τα τηλεγραφήματα, τα σχεδιαγράμματα, οι επιστολές, οι πρόχειρες σημειώσεις, η αλληλογραφία που έχει διαμειφθεί κλπ.

Για το ορισμένο της αγωγής ο αιτών πρέπει να προσδιορίζει ειδικώς και να περιγράφει επακριβώς τα έγγραφα των οποίων ζητά την επίδειξη και να αναφέρει το περιεχόμενό τους.

Όταν η απαίτηση αυτή αφορά τα εμπορικά βιβλία του αντιδίκου του αιτούντος, πρέπει να αναφέρει ο αιτών ειδικώς, το ή τα βιβλία που αφορά, να προσδιορίζει, με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο, όπως με αναφορά της σελίδας ή της ημερομηνίας εγγραφής, το σημείο τους το οποίο του είναι χρήσιμο για την απόδειξη των ισχυρισμών του και να εκθέτει το περιεχόμενο του τμήματός του.

Ο προσδιορισμός του επιδεικτέου εγγράφου με την ανωτέρω έννοια, είναι αναγκαίος, α) για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν το έγγραφο αυτό είναι ουσιώδες με την έννοια ότι μπορεί, να χρησιμεύει για την απόδειξη των ισχυρισμών του αιτούντος την επίδειξη, β) γιατί μόνο έτσι παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια να δώσει εξηγήσεις για την κατοχή του εγγράφου και να αμυνθεί, γ) γιατί σε περίπτωση αμφισβητήσεως της κατοχής εκ μέρους του εναγομένου, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει σχετικές αποδείξεις και δ) γιατί έτσι γίνεται εφικτός ο προσδιορισμός του εγγράφου στο διατακτικό της αποφάσεως, πράγμα απαραίτητο και για την ενδεχόμενη εκτέλεσή της.

Ως περιγραφή του εγγράφου ικανή για το ορισμένο της αιτήσεως επιδείξεως πρέπει να θεωρηθεί εκείνη με την οποία εξατομικεύεται το έγγραφο, χωρίς να είναι απαραίτητος και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου του, γιατί διαφορετικά η άσκηση της σχετικής αξιώσεως πολλές φορές θα δυσχεραίνεται υπερβολικά (ΑΠ 209/1994, ΕφΑθ11203/1986, ΕφΘΕσ 1150/2001).

Σε κάθε περίπτωση είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα η αγωγή με την οποία ζητείται να επιδειχθούν, α) όσα και όποια έγγραφα κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση, β) βιβλία με τις αναγραφόμενες σε αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό, γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σε αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων, δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων, που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο.

Από τις διατάξεις του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση.

Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης, ο Άρειος Πάγος, εφ όσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο, ή με τις προτάσεις, ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Για την εφαρμογή της διάταξης αρκεί η εκούσια εκτέλεση όχι μόνο καταψηφιστικής απόφασης, αλλά και απόφασης απλώς αναγνωριστικής, που αναιρέθηκε κατά τούτο, εφ όσον και ο συμμορφούμενος σε μια τέτοια τελεσίδικη απόφαση χωρίς να περιμένει καταψήφιση σε βάρος του εύλογα πρέπει να δικαιούται να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, αν ευδοκιμήσει αναίρεσή του κατά της απόφασης αυτής (ΑΠ 139/2013).

Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως, ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους, ή διαφορετικούς, διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται, ή επιταχύνεται, η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Η συνεκδίκαση δεν επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλεια τους. Έτσι με την συνεκδίκαση δεν μεταβάλλονται οι ενάγοντες, ή οι εναγόμενοι, κ.λ.π. των συνεκδικαζομένων υποθέσεων σε ομόδικους.

Δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου κατά της απόφασης, που εκδόθηκε επί των συνεκδικαζομένων δικών, έχει κάθε διάδικος εκάστης από τις αυτοτελείς συνεκδικαζόμενες δίκες, ο οποίος οφείλει να απευθύνει αυτό κατά του αντιδίκου του στην ίδια αυτοτελή δίκη και όχι κατά των διαδίκων των άλλων συνεκδικαζομένων δικών (ΑΠ 1134/2014, ΑΠ 1355/2004).

Ο ηττηθείς διάδικος των αυτοτελών συνεκδικασθεισών δικών, ασκών έφεση κατά της εκδοθείσας οριστικής απόφασης και απευθύνων αυτήν κατά διαφόρων διαδίκων, δικαιούται, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 514 ΚΠολΔ, να σωρεύσει αυτοτελείς κατά καθ ενός εκάστου αιτιάσεις, το παραδεκτό των οποίων κρίνεται αυτοτελώς, όχι δε και σε σχέση με τους άλλους, ούτως ώστε, αν ο λόγος που αφορά τον ένα διάδικο αντιφάσκει προς τον λόγο που αφορά άλλο διάδικο, να μην δημιουργείται απαράδεκτο του ενός, ή πολλώ μάλλον, και των δυο λόγων, η αντιφατικότητα των οποίων δικαιολογείται εκ της αντιφατικότητας του περιεχομένου των αυτοτελών εισαγωγικών των δικών δικογράφων (ΑΠ 1134/2014)

Από τις διατάξεις των άρθρων 368 επ. ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι προθεσμίες, που ορίσθηκαν από το δικαστήριο για την όρκιση των πραγματογνωμόνων και την υποβολή απ' αυτούς της έγγραφης γνωμοδότησης,  δεν είναι ανατρεπτικές, με συνέπεια η παραμέληση των προθεσμιών αυτών να μη επιφέρουν ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, παρά μόνο με την συνδρομή του στοιχείου της βλάβης.

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 936 και 992 ΚΠολΔ η διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας δεν γεννά ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, ώστε στην συνέχεια ο δανειστής να προβεί στην κατάσχεση του απαλλοτριωθέντος εις χείρας του οφειλέτη, μπορεί ο δανειστής, που πέτυχε την διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη, σαν να μην είχε μεσολαβήσει η διαρρηχθείσα απαλλοτρίωση.

Επειδή, διαρκούσης της δίκης για την διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας είναι δυνατόν ο τρίτος, που απέκτησε το καταδολιευτικώς απαλλοτριωθέν περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, να το μεταβιβάσει περαιτέρω πριν την έκδοση της σχετικής απόφασης και προκειμένου περί ακινήτου πριν την κατά το άρθρο 992 παρ. 1 ΚΠολΔ σημείωση της διαρρήξεως στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης, επειδή ο ειδικός διάδοχος του τρίτου προστατεύεται, γιατί η προς αυτόν απαλλοτρίωση υπόκειται μόνο σε αυτοτελή διάρρηξη και δη υπό τους όρους των άρθρων 944 και 945 του ΑΚ, δίνεται η δυνατότητα στον δανειστή να ζητήσει την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της επί του ακινήτου εγγραφής προσημείωσης υποθήκης.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1257, 1264, 1265, 1274, 1276 ΑΚ και 706 ΚΠολΔ η αίτηση για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υποβάλλεται στο Δικαστήριο από τον δανειστή του οφειλέτη κατά του τρίτου, στον οποίο μεταβιβάσθηκε εικονικώς από τον οφειλέτη το ακίνητο, εάν πιθανολογείται ότι η μεταβίβαση στον τρίτο είναι καταδολιευτική κατά το άρθρο 939 ΑΚ (ΜονΠρΑθ2173/2011).

Αν ο αιτών στραφεί κατά του οφειλέτη, η αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού, γιατί αυτός μετά την καταδολιευτική μεταβίβαση έπαυσε να είναι κύριος, νομέας ή κάτοχος του ακινήτου επί του οποίου ζητείται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης (ΜονΠρΘεσ 1648/2013).

Ο διορισμός του τεχνικού συμβούλου γίνεται αποκλειστικά κατά τον διαγραφόμενο στην διάταξη του άρθρου 392 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή εγγράφως, ή προφορικώς με δήλωση, είτε ενώπιον του δικαστηρίου, ή του εντεταλμένου δικαστή, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή την έκθεση, είτε ενώπιον της γραμματείας του δικαστηρίου και συντάσσεται έκθεση. Οποιοσδήποτε άλλος τρόπος διορισμού τεχνικού συμβούλου αποκλείει τη συμμετοχή του, υπό οποιαδήποτε μορφή και σε οποιαδήποτε φάση στην πορεία της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 249/1996, ΕφΑθ 227/1987, ΜονΠρΑθ 3001/2010).

Ο μη διορισμός τεχνικού συμβούλου δεν αρκεί για να θεμελιώσει βλάβη, αφού, όπως προκύπτει από το άρθρο 392 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, ο διορισμός του μπορεί να γίνει και μετά την πραγματογνωμοσύνη, έως τη συζήτηση της υπόθεσης και να αναπτύξει και την γνώμη του για την γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου, ή να την υποβάλει εγγράφως, να υποβάλει δε και ερωτήσεις στους πραγματογνώμονες (ΑΠ 624/2013, ΑΠ 1025/2014).

Κατ άρθρα 391 και 392 ΚΠολΔ οι νόμιμα διορισθέντες τεχνικοί σύμβουλοι των διαδίκων, βοηθούν με τις τεχνικές τους γνώσεις τον διάδικο που τους διόρισε, μπορούν δε να παρίστανται σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις, όπου παρίστανται οι πραγματογνωμοσύνες και έχουν τις εξουσίες των άρθρων 380 παρ. 1 και 382 παρ 2, δηλ. να λάβουν γνώση των χρήσιμων για την γνωμοδότησή τους στοιχείων της δικογραφίας και να παρίστανται στις συνεδριάσεις, να υποβάλλουν ερωτήσεις και να ζητούν την ανάγνωση εγγράφων.

Επειδή η αφορώσα την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ιατρική εξέταση δεν είναι διαδικαστική πράξη,  δεν υφίσταται παραβίαση από την μη κλήτευση για παράσταση σε αυτήν του εναγομένου και του τεχνικού του συμβούλου (ΑΠ 624/2013) ούτε υποχρέωση του πραγματογνώμονα να καλέσει τον εναγόμενο να του προσκομίσει στοιχεία, ούτε να παρευρεθούν, εναγόμενος και τεχνικός σύμβουλος κατά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 624/2013, ΑΠ 1025/2014).

Από τις διατάξεις των άρθρων 368 έως 388 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η διάταξη περί  πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος, ή η διάταξη νέας, ή επανάληψης, ή συμπλήρωσης της αρχικής, από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, κρίνει ότι χρειάζονται «ειδικές» γνώσεις επιστήμης ή τέχνης οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα, ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 1025/2014

Από τις διατάξεις των άρθρων 379 και 380 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο δίνει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και ότι οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που είναι χρήσιμα για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και με άδεια του δικαστηρίου να ζητήσουν, πριν συντάξουν τη γνωμοδότησή τους, διευκρινίσεις από τους διαδίκους, ή πληροφορίες από τρίτους, ή να καταρτίσουν σχέδια, ή ιχνογραφήματα, να πάρουν φωτογραφίες, ή άλλες απεικονίσεις, ή να κάνουν επιτόπιο εφαρμογή τίτλων, ή τεχνικές ενέργειες, ή να εξετάσουν έγγραφα, ή βιβλία εμπόρων, ή επαγγελματιών.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 370 παρ. 3 ΚΠολΔ τους πραγματογνώμονες μπορεί να τους αντικαταστήσει το δικαστήριο που τους διόρισε και εφ όσον συντρέχει εύλογη αιτία για την αντικατάστασή τους (ΕφΛαρ 50/2004, ΜονΠρΑθ 3001/2010). Εύλογη αιτία, εφ όσον ο νόμος δεν προσδιορίζει, μπορεί να είναι και η περίπτωση κατά την οποία ο διορισθείς πραγματογνώμονας, αν και του επιδόθηκε νόμιμα η διορίζουσα αυτόν απόφαση του δικαστηρίου, δεν προσήλθε εντός της ταχθείσας προθεσμίας για να ορκισθεί και να αναλάβει τα καθήκοντα του πραγματογνώμονα (ΕφΘεσ 405/1999,  ΜονΠρΑθ 3001/2010).

Όταν συντρέχει τέτοια περίπτωση αντικατάστασης πραγματογνώμονα, το δικαστήριο οφείλει να προβεί στην αντικατάσταση και δεν μπορεί να ανακαλέσει προγενέστερη απόφασή του και να κρίνει μη αναγκαίο τον διορισμό του πραγματογνώμονα, καθ όσον κατά το στάδιο της αντικατάστασης δεν έχει τέτοια δικαιοδοσία. Κατά την εκδίκαση της αίτησης πρέπει να καλούνται από τον αιτούντα όλοι οι διάδικοι (ΕφΑθ 8386/1986, ΕφΛαρ 50/2004, ΜονΠρΑθ 3001/2010).

Σε περίπτωση που οι πραγματογνώμονες, είτε δεν ακολούθησαν τις οδηγίες, είτε δεν έλαβαν υπ όψιν τα στοιχεία της δικογραφίας και παρά ταύτα συνέταξαν την έκθεσή τους, δεν δημιουργείται ακυρότητα ακόμη και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, γιατί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 387 και 388 ΚΠολΔ το δικαστήριο, από την μία πλευρά εκτιμά ελεύθερα την γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως έχει εξουσία να μην της προσδώσει βαρύτητα, αν δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες που δόθηκαν στους πραγματογνώμονες, ή οι διευκρινίσεις των διαδίκων, και από την άλλη πλευρά έχει το δικαίωμα, αν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει, είτε με αίτηση των διαδίκων, είτε και αυτεπαγγέλτως, νέα πραγματογνωμοσύνη, ή επανάληψη, ή συμπλήρωσή της από τους ίδιους, ή άλλους πραγματογνώμονες (ΑΠ 1588/1991, ΑΠ 624/2013).

Επανάληψη πραγματογνωμοσύνης διατάσσεται, όταν η αρχική πραγματογνωμοσύνη έχει ατέλειες ή ασάφειες, που δεν μπορούν να θεραπευθούν με την παροχή διευκρινήσεων, κατά το άρθρο 384 ΚΠολΔ. Η νέα πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται ως προς τα ίδια θέματα, για τα οποία έχει διαταχθεί η αρχική, αλλά από καινούριους πραγματογνώμονες, όταν το δικαστήριο δεν έχει τις αναγκαίες επιστημονικές, ή τεχνικές γνώσεις, για να ελέγξει το περιεχόμενο της αρχικής γνωμοδότησης, η ορθότητα της οποία αμφισβητείται κατά τρόπο που κλονίζει το δικαστήριο (ΑΠ 1025/2014).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 375, 380, 382, 392 και 159 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση μη επίδοσης στον αντίδικο αντιγράφου της απόφασης περί διορισμού πραγματογνώμονα, η ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, από την μη κοινοποίηση της απόφασης διορισμού του στους διαδίκους, επέρχεται μόνο, αν η παράβαση αυτή επέφερε βλάβη στον διάδικο που την επικαλείται κατ' άρθρο 159 παρ.3 ΚΠολΔ (ΕφΛαρ 606/2002, ΕφΘεσ 1515/2001, ΜονΠρΡοδου 148/2009

Όταν με επιμέλεια του ενάγοντα γίνεται κοινοποίηση της απόφασης που διέταξε την πραγματογνωμοσύνη προς τον διορισθέντα πραγματογνώμονα όχι όμως και στον εναγόμενο, προκειμένου ο τελευταίος να πληροφορηθεί, αφ ενός την έναρξη της διαδικασίας της πραγματογνωμοσύνης, αφ ετέρου να ασκήσει τα από την δικονομία προβλεπόμενα δικαιώματά του και κυρίως να διορίσει τεχνικό σύμβουλο, αποστερεί από τον εναγόμενο την γνώση της διεξαγωγής της, με συνέπεια να προκαλείται ανεπανόρθωτη δικονομική βλάβη στα συμφέροντα του τελευταίου, αφού απώλεσε την δυνατότητα διορισμού τεχνικού συμβούλου, η οποία αποκαθίσταται μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης ((ΕφΛαρ 606/2002, ΕφΘεσ 1515/2001, ΜονΠρΡοδου 148/2009

Με τον κανονισμό της πολυκατοικίας, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1, 2 και 3 ν. 3741/1929, κανονίζεται ο τρόπος διορισμού, τα καθήκοντα, εξουσίες και υποχρεώσεις του διαχειριστή κατά τρόπο δεσμευτικό για όλους τους συνιδιοκτήτες.  

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1, 5 και 13 ν. 3741/1929 ο κανονισμός της πολυκατοικίας δεσμεύει τους συμβληθέντες και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους και εκείνους που προσχώρησαν σ` αυτόν. 

Αν δεν ορίζεται αμοιβή, ο διαχειριστής θεωρείται εντολοδόχος των συνιδιοκτητών, όχι ατομικά του καθ ενός, αλλά του συνόλου των συνιδιοκτητών ως ομάδας, αφού αυτή είναι η εντολέας και όχι τα πρόσωπα που την απαρτίζουν. Στην παραπάνω εντολή ισχύουν συμπληρωματικά οι διατάξεις των άρθρων 718 και 303 ΑΚ, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον κανονισμό. 

Όταν με τον κανονισμό της πολυκατοικίας ορίζεται ότι διαχειριστής εκλέγεται πρόσωπο μεταξύ των συνιδιοκτητών, αποκλείεται να ορισθεί τρίτο πρόσωπο στη θέση αυτή. Η απόφαση της γενικής συνέλευσης για διορισμό τρίτου προσώπου πάσχει ακυρότητας, δυνάμενη να προσβληθεί με αγωγή, εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των έξι από την λήψη της, κατ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 101 ΑΚ (ΑΠ 1489/1999, ΕφΑθ 6216/2008).

 Στην περίπτωση, που στον κανονισμό της πολυκατοικίας δεν ρυθμίζεται το θέμα διορισμού διαχειριστή, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 790 ΑΚ μπορεί να γίνει διορισμός διαχειριστή από το δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι απαραίτητο, πριν από την άσκηση της αγωγής, ο αιτών τον διορισμό να κινήσει την διαδικασία σύγκλησης προς τούτο γενικής συνέλευσης σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο (ΕφΑθ 580/2004). Το δικαστήριο καθορίζει την εξουσία του διαχειριστή και περιλαμβάνει κάθε πράξη διοικήσεως και διαχειρίσεως των κοινοχρήστων μερών της πολυκατοικίας, που τείνει προς το συμφέρον των συνιδιοκτητών, ορίζει το πρόσωπο του διαχειριστή, την εναλλαγή αυτού, τα καθήκοντα του, την τήρηση των βιβλίων της πολυκατοικίας, την δημιουργία αποθεματικού κλπ. (ΑΠ 131/1972, ΕφΑθ 5562/1992, ΕφΑθ 580/2004).

Ο διαχειριστής δεν είναι υποχρεωμένος να παρέχει πληροφορίες για την πορεία της διαχείρισής του, ούτε να λογοδοτεί, σε καθένα συνιδιοκτήτη χωριστά (ΕφΑθ 7426/2005, ΕφΑθ 5784/2001. ΕφΑθ 5224/2008).Μόνο στο τέλος της θητείας του και μόνο στην γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών λογοδοτεί, αν ο κανονισμός δεν ορίζει διαφορετικά, τηρώντας τις διατυπώσεις του άρθρου 303 ΑΚ, δηλαδή ανακοινώνει λογαριασμό εσόδων και εξόδων, επισυνάπτοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά, εφ όσον συνηθίζεται. Ο κάθε συνιδιοκτήτης δεν έχει ατομικά το δικαίωμα να αξιώσει δικαστικά την παροχή λογοδοσίας από το διαχειριστή (ΕφΑθ 7426/2005, ΕφΑθ 5784/2001)

Αν μετά την λήξη της θητείας του διαχειριστή δεν συνέλθει η γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών και δεν εξελέγη νέος διαχειριστής, ο παλαιός διαχειριστής εξακολουθεί να ασκεί την διαχείριση με την ανοχή και σιωπηρή συναίνεση των συνιδιοκτητών, οι οποίοι δεν αντιλέγουν. Στην περίπτωση αυτή έχουμε διαχειριστή «εν τοις πράγμασι», ο οποίος νόμιμα εκπροσωπεί τη συνιδιοκτησία (ΕφΑΘ 4329/2005, ΕφΑθ 5224/2008). Ο διαχειριστής «εν τοις πράγμασι», όπως και ο διορισθείς διαχειριστής,  δεν υποχρεούται σε παροχή πληροφοριών για την πορεία της διαχείρισής του, ή  λογοδοσίας, έναντι καθ ενός μεμονωμένου συνιδιοκτήτη χωριστά, αλλά μόνο έναντι της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών.

Σύμφωνα με το άρθρο 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά την σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά, ή λογιστικά, ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, ή και αυτεπαγγέλτως, να την διορθώσει με νέα απόφαση του.

Τα λάθη πρέπει να είναι πρόδηλα, δηλαδή να προκύπτουν από το σύνολο της απόφασης και των στοιχείων της δίκης με τα οποία ορίζεται το περιεχόμενο αυτής, από τα πρακτικά, τις προτάσεις και τα δικόγραφα των διαδίκων, έτσι ώστε να αποκλείεται η διόρθωση με βάση νέα στοιχεία.

Η συζήτηση της αίτησης διόρθωσης της απόφασης στο ακροατήριο γίνεται  (άρθρο 318 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η απόφαση που διορθώνεται και αφού κληθούν οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από την συζήτηση όλοι οι διάδικοι που αναφέρονται στην απόφαση.

Η διορθωτική, ή ερμηνευτική απόφαση (άρθρο 320 ΚΠολΔ) σημειώνεται στο πρωτότυπο της απόφασης που διορθώνεται, ή ερμηνεύεται και πρέπει στα αντίγραφα, τα απόγραφα, ή τα αποσπάσματά της να αναγράφεται ο αριθμός και η ημερομηνία της διορθωτικής, ή ερμηνευτικής, απόφασης.

Κατά το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ.

Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημίωσης στο ζημιωθέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ.

Αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, η αποζημίωση περιορίζεται στην ζημία, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή.

Πέραν της παραπάνω διάταξης του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ δεν αποκλείεται η έγερση από τον ζημιωθέντα αυτοτελούς αγωγής αποζημίωσης. Ειδικότερα, εκείνος, κατά του οποίου έγινε η αναγκαστική εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα, ανεξάρτητα από την άσκηση ανακοπής κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, αποζημίωση για τις ζημίες, που υπέστη απ' αυτήν, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914, 919 και 932 ΑΚ (ΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 9/2010, ΑΠ 1462/2013).

Η υπό των διατάξεων των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία).

Ως θετική ζημία, νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού, ή σε αύξηση του παθητικού.

Ως διαφυγόν κέρδος, νοείται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (ΑΠ 83/2002).

Επομένως διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος, λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία επαύξηση θα επερχόταν με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1221/2001).

Το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος, που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός.

Για τον υπολογισμό του γίνεται αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις, όμως, δεν χαρακτηρίζονται από την βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται.

Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος τον υπολογισμό του, αλλά και να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στο άρθρο 298 εδ. 2 ΑΚ ότι, ως διαφυγόν κέρδος «λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό, άνθρωπο, με βάση αντικειμενικά κριτήρια και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά τον χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος.

Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα.

Το τυχαίο, ή απροσδόκητο, ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες, ή ελπίδες, εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται.

Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος καθ όσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες-συγκεκριμένες περιστάσεις.

Η πιθανότητα της δυνατότητας πραγματοποίησης διαφυγόντος κέρδους δεν μπορεί να φτάνει μέχρι φαντασιώδους υπολογισμού (ΑΠ 1364/2013).

Κατά την εφαρμοζόμενη και στην διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα, διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης, ή την διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, με απόφαση που μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης, η οποία θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης.

Κατά την έννοια της διάταξης, η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει επανάληψη της συζήτησης δεν υπόκειται σε περιορισμούς και επομένως έχει την εξουσία, να διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης και προς προσκομιδή αναγκαίων αποδεικτικών μέσων.

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 671 παρ. 3 ΚΠολΔ, το τελευταίο από τα οποία εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την εκδίκαση των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εναπ