Α. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 2251/1994, για την προστασία των καταναλωτών, ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία, ή ηθική βλάβη, που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή.

Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο, καταναλωτής δε κάθε πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες αυτές και ζημιώθηκε παράνομα και υπαίτια  με πράξη ή παράλειψή του.

 Β. Η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, μπορεί να είναι, είτε ενδοσυμβατική, είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Γ. Προϋποθέσεις για την θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι 

α) Παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας.

β) Το παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης, ή τέχνης του.

γ) Υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας. Η υπαιτιότητα τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη ιδίως, α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν.

δ) Ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και

ε) Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.

Δ. Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 8 του νόμου, μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα.

Ε. Εν όψει της καθιερούμενης νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως, τόσο ως προς την υπαιτιότητα, όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, την ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και την συγκεκριμένη πράξη, ή παράλειψη, που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ο παρέχων τις υπηρεσίες, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει, είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε την συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση, ή τη μείωση, της ευθύνης του (ΑΠ 589/2001, ΑΠ 1227/2007, ΑΠ 535/2012, ΑΠ 2257/2014). 

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4α του ν. 2251/1994, ως ισχύει, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του.

Β. Προκειμένου λοιπόν, να θεωρηθεί ως καταναλωτής ένα πρόσωπο, πρέπει να πληροί δύο προϋποθέσεις,

α) να πρόκειται για προϊόντα, ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά,

 β) ο προμηθευόμενος να είναι ο τελικός αποδέκτης.

Δεν είναι καταναλωτής, το πρόσωπο που αποκτά τα προϊόντα με σκοπό να τα μεταβιβάσει αυτούσια, ή επεξεργασμένα, να παραχωρήσει την χρήση, ή να τα χρησιμοποιήσει για λογαριασμό, ή για την οικονομική εξυπηρέτηση, τρίτου. Δεν απαιτείται ο τελικός αποδέκτης να χρησιμοποιήσει το αγαθό για προσωπικές του ανάγκες,  δηλαδή μη επαγγελματικές ανάγκες (ΑΠ 1305/2018). Η έννοια του καταναλωτή, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, είναι ευρεία και καταλαμβάνει κάθε πρόσωπο που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη ενός προϊόντος, ή μιας υπηρεσίας, ασχέτως αν η χρήση για την οποία προορίζεται είναι προσωπική ή επαγγελματική (ΑΠ 1343/2012, 1332/2012, 733/2011).

Γ. Κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου, παραγωγός θεωρείται

α)  ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού.

β) κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος, επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα, ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα.

γ)  παραγωγός, κατά πλάσμα δικαίου, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, θεωρείται και ο εισαγωγέας, ο οποίος εισάγει ένα προϊόν για πώληση, χρηματοδοτική ή απλή μίσθωση, ή άλλης μορφής διανομή, στα πλαίσια της επαγγελματικής εμπορικής του δραστηριότητας..

Δ. Κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού, ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν. Το ίδιο ισχύει και για τον προμηθευτή προϊόντων εισαγωγής, όταν η ταυτότητα του εισαγωγέα είναι άγνωστη, έστω και αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι γνωστή.

Ε. Σημειώνεται ότι κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4β  του ν. 2251/1994,  προμηθευτής θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή. Προμηθευτής νοείται και ο διαφημιζόμενος. Όποιος διακινεί προϊόντα μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ευθύνεται μόνο ως προμηθευτής.

ΣΤ. Η ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων (και των προσώπων που εξομοιώνονται με αυτόν), ρυθμίζεται από την διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2251/1994, που έχει ενσωματώσει την με αριθμό 85/374/25.7.1985 Οδηγία της ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών - μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων.

Ζ. Σύμφωνα με το άρθρο ως ελαττωματικό προϊόν θεωρείται εκείνο, που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισης του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποιήσεως του και του χρόνου, κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία. 

Συνεπώς ελαττωματικό είναι το επικίνδυνο προϊόν, και αντιδιαστέλλεται από το ασφαλές και με την έννοια αυτή η ελαττωματικότητα του προϊόντος συνδέεται κατά τρόπο άμεσο με την θεμελίωση της ειδικής αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού.

Έτσι, ενώ στην πώληση των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα, ο θεμελιωτικός λόγος της ευθύνης από την ύπαρξη του ελαττώματος βρίσκεται στη διατάραξη της ισοτιμίας ανάμεσα στην παροχή (πράγμα) και στην αντιπαροχή (τίμημα) στην ρύθμιση του ν. 2251/1994 εντοπίζεται στην ελλιπή ασφάλεια του προϊόντος.  Συνεπώς με τον ν. 2251/1994 ο καθορισμός της ελαττωματικότητας ενός προϊόντος γίνεται όχι σε συνάρτηση με την μη καταλληλότητά του προς χρήση, αλλά σε συνάρτηση με την έλλειψη ασφαλείας που δικαιούται να αναμένεται από αυτό.

Η. Επομένως, αν το πωληθέν πράγμα είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, οι συνέπειες εξ αυτής δεν εμπίπτουν στην ρύθμιση του ν. 2251/1994 (ΑΠ 989/2004,  ΜονΕφΠειρ 322/2016, ΑΠ 1305/2018), αλλά στις ρυθμίσεις των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Μόνο οι συνέπειες του «ανασφαλούς» προϊόντος ρυθμίζεται από τον ν. 2251/1994

Θ. Ο ν. 2251/1994 το «ανασφαλές» προϊόν το ορίζει αρνητικά. Κατά το άρθρο 7 παρ. 3 και 4, «Ασφαλές θεωρείται το προϊόν το οποίο, υπό συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς της και της θέσης αυτού σε λειτουργία, της εγκατάστασής του και των αναγκών συντήρησής του, ή δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ή παρουσιάζει κινδύνους ήσσονος σημασίας, που είναι συνυφασμένοι με τη χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί στο πλαίσιο ενός υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων, λαμβανομένων υπόψιν, ιδίως, των ακόλουθων στοιχείων: α) των χαρακτηριστικών του προϊόντος και ιδίως της σύνθεσης, της συσκευασίας, των οδηγιών συναρμολόγησης, της εγκατάστασης και της συντήρησής του, β) των επιπτώσεων που έχει το προϊόν σε άλλα προϊόντα, εφόσον, ευλόγως, μπορεί να προβλεφθεί ότι το προϊόν αυτό θα χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα προϊόντα, γ) της παρουσίασης του προϊόντος, της επισήμανσής του, των προειδοποιήσεων κινδύνου και των οδηγιών χρήσης και διάθεσής του, καθώς και κάθε άλλης οδηγίας ή πληροφορίας σχετικής με το προϊόν, δ) των κατηγοριών καταναλωτών που εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω της χρησιμοποίησης του προϊόντος, ιδίως των ανηλίκων και των ηλικιωμένων. Η δυνατότητα επίτευξης υψηλότερου βαθμού ασφάλειας ή προμήθειας άλλων προϊόντων, χαμηλότερης επικινδυνότητας, δεν συνιστά επαρκή λόγο για το χαρακτηρισμό ενός προϊόντος ως μη ασφαλούς ή επικίνδυνου.»

Ι. Στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 6 ν. 2251/1994, ο παραγωγός (και τα πρόσωπα που εξομοιώνονται με αυτούς), για το πωληθέν ανασφαλές προϊόν  ευθύνεται

α) για ζημία λόγω θανάτου, ή σωματικής βλάβης.

β) για βλάβη, ή καταστροφή, εξ αιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή (εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν) εφ όσον η ζημία από τη βλάβη ή την καταστροφή τους υπερβαίνει το ποσό των (500) ευρώ και υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη φύση τους προορίζονταν και πραγματικά χρησιμοποιήθηκαν από το ζημιωθέντα για προσωπική του χρήση, ή κατανάλωση.

γ) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, οφειλόμενης στο ελάττωμα του προϊόντος.

ΙΑ. Κατά την παρ. 11 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου, η ευθύνη του παραγωγού (και των προσώπων που εξομοιώνονται με αυτούς), δεν μειώνεται αν η ζημία οφείλεται σωρευτικά, τόσο σε ελάττωμα του προϊόντος, όσο και σε πράξη ή παράλειψη τρίτου (προδήλως και εκείνων που παρεμβαίνουν στη διαδικασία διάθεσης). Μπορεί όμως, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών, να μειωθεί ή και να αρθεί, όταν συντρέχει πταίσμα του ζημιωθέντος ή προσώπου για το οποίο ευθύνεται ο ζημιωθείς.

ΙΒ. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 8 του νόμου, ο παραγωγός δεν ευθύνεται αν αποδείξει ότι

α) δεν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία,

β) το ελάττωμα δεν υπήρχε όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία,

γ) δεν κατασκεύασε το προϊόν αποβλέποντας στη διανομή του και δεν το διένειμε στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας,

δ) το ελάττωμα οφείλεται στο γεγονός ότι το προϊόν κατασκευάστηκε σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

ε) όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία, το επίπεδο επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων δεν επέτρεπε τη διαπίστωση του ελαττώματος.

ΙΓ. Σύμφωνα με άρθρο 6 παρ. 13, οι αξιώσεις κατά του παραγωγού για ζημίες παραγράφοντια μετά τριετία, αφ ότου ο ζημιωθείς πληροφορήθηκε, ή ώφειλε να πληροφορηθεί την ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού. Μετά δεκαετία από την κυκλοφορία του συγκεκριμένου προϊόντος επέρχεται απόσβεση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος κατά του παραγωγού.

ΙΔ. Για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού, εφαρμογή έχουν οι κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του παραγωγού, με την οποία να συνδέεται η αντικειμενική βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος. Συνεπώς, το ελάττωμα και η ταυτότητα του προϊόντος, η ζημία από την συνηθισμένη χρήση του και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ελαττώματος και ζημίας, είναι στοιχεία που έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων καταναλωτής, για να θεμελιώσει και κατά τις κοινές διατάξεις αδικοπρακτική ευθύνη του παραγωγού.

ΙΕ. Επειδή το αίτιο της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος, ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς την διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις, καθώς και ποιου προσώπου, από εκείνα που αναμείχθηκαν στη διαδικασία διάθεσης, οδήγησαν στην κυκλοφορία του ελαττωματικού προϊόντος, γίνεται δεκτό, κατ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και αντίθετα έχει το βάρος ο παραγωγός του προϊόντος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή, ή ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος, ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, ή σε υπαιτιότητα προσώπων για τα οποία ευθύνεται. Έτσι με αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται, κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΑΠ 891/2013).

ΙΣΤ. Δεν ισχύουν τα ίδια, προκειμένου περί ελαττωμάτων σχετικών με την παροχή οδηγιών χρήσεως, ή ελαττωμάτων σχετικών με την επισήμανση των κινδύνων από την χρήση του προϊόντος, γιατί είναι ευχερές για τον ζημιωθέντα να εντοπίσει την παντελή έλλειψη ή παροχή εσφαλμένων ή ανεπαρκών οδηγιών χρήσεως του προϊόντος, εξαιτίας των οποίων προκλήθηκε το βλαπτικό αποτέλεσμα. Στις περιπτώσεις αυτές ο ζημιωθείς ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την μη τήρηση της υποχρεώσεως παροχής των κατάλληλων οδηγιών χρήσεως, από την οποία προκύπτει και η ελαττωματικότητα του προϊόντος (ΑΠ 1305/2018).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, για να θεμελιωθεί ευθύνη από πρόστηση του επιχειρηματία κλινικής, στην οποία ο ιατρός νοσήλευσε παθόντα πελάτη του, αρκεί και η παροχή από τον επιχειρηματία γενικών μόνο οδηγιών ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους όρους εργασίας του ιατρού μέσα στην κλινική.

Β. Αρκεί δηλαδή μία χαλαρή, έστω, εξάρτηση του ιατρού από την κλινική και δεν απαιτείται η παροχή ειδικών οδηγιών προς αυτόν κάθε φορά για την άσκηση του έργου του, αφού ο ιατρός είναι υποχρεωμένος κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του να ενεργεί όχι σύμφωνα με ενδεχόμενες οδηγίες του κλινικάρχη, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης.

Γ. Στο πλαίσιο αυτό, η ευθύνη του επιχειρηματία της κλινικής από τη σχέση της πρόστησης με το συνεργαζόμενο με την κλινική ιατρό δημιουργείται από την αμελή συμπεριφορά του ιατρού, τόσο κατά την παροχή του ιατρικού του έργου εντός της κλινικής, όσο και εκτός αυτής, εφ όσον πρόκειται για ιατρικές οδηγίες συναφείς και αμέσως συνεχόμενες με επέμβαση ή θεραπεία που προηγήθηκαν στο χώρο της κλινικής, δηλαδή η ευθύνη από την πρόστηση καλύπτει και το απόλυτα αναγκαίο στάδιο της αποθεραπείας (ΑΠ 687/2013).

Δ. Σε κάθε περίπτωση, παρά την ανεξαρτησία του συνεργαζόμενου ιατρού σχετικά με την άσκηση των κύριων ιατρικών του καθηκόντων, υπάρχει εξάρτηση κατά την πιο πάνω έννοια και, επομένως, ευθύνη του φυσικού ή νομικού προσώπου, που διατηρεί την ιατρική κλινική, ή το νοσηλευτικό ίδρυμα, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, αφού και τότε η δραστηριότητα του ιατρού γενικά εμπίπτει στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης αυτού. Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη με το δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης του προστήσαντος, ο οποίος ευθύνεται για αλλότρια πράξη (του προστηθέντος), για το λόγο ότι ωφελείται από την δραστηριότητα εκείνου με την συνδρομή του οποίου επεκτείνει τον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, την δυνατότητα κερδών και πρέπει βέβαια ευλόγως να αυξάνει και το πεδίο των κινδύνων που του αναλογούν, επίσης δε και με τη σύγχρονη αντίληψη των συναλλαγών, οι οποίες έχουν γίνει πολύπλοκες και για την επίτευξη ενός αποτελέσματος παρεμβάλλονται όχι σπάνια πολλά, διαφόρων μάλιστα ειδικοτήτων, επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων, πρόσωπα, υπό την επήρεια των οποίων (συναλλαγών) γίνεται ορθά δεκτό ότι οι οδηγίες του προστήσαντος δεν είναι ανάγκη να φθάνουν μέχρι παροχής λεπτομερειών ιδίως σε τεχνικής φύσεως θέματα, ή ακόμη ότι δεν είναι και απαραίτητο οι οδηγίες να αφορούν τον τόπο, χρόνο ή την τεχνική άσκηση της εργασίας του προστηθέντος, αλλά αρκεί μία χαλαρή έστω εξάρτηση του ιατρού από την κλινική για να προσδώσει σε αυτήν τον χαρακτηρισμό της προστήσασας, έστω και υπό τη μορφή της ελεύθερης συνεργασίας (ΑΠ 1362/2007, ΠολΠρΑθ 260/2014).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2619/1998 σχετικά με την σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την βιοϊατρική, επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει, μόνον εφόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν σχετικής εκ των προτέρων ενημέρωσής του ως προς σκοπό και την φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται, μπορεί δε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ανακαλέσει ελεύθερα και οποτεδήποτε τη συναίνεσή του. Επομένως, κατά την άσκηση οποιασδήποτε φύσης ιατρικής πράξης, υφίσταται υποχρέωσή του ιατρού να ενημερώνει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι αυτό, προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης.

Β. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών, συνιστά δικαίωμα αυτού και αντίστοιχη υποχρέωση του ιατρού, ώστε να μπορεί να λαμβάνει ελεύθερα τις αποφάσεις του για την υποβολή του στις μεθόδους και πρακτικές αυτές ή όχι.

Γ. Παραβίαση του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, η οποία προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του ασθενούς από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 330 και 914 ΑΚ (ΑΠ 687/2013).

Δ. Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη.

Ε. Σημειώνεται ότι, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατά τις πιο πάνω διατάξεις ευθύνη  του ιατρού και υποχρέωσή του για αποζημίωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερομένης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθείμ ή και της βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, την οποία ο ασθενής επικαλείται. Ο εν λόγω αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός.

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του-, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 655/2019)

Β. Περαιτέρω, μετά την κατάργηση με το άρθρο 341 ν. 4512/2018 του ο Α.Ν. 1565/1939  η ιατρική αμέλεια θεμελιώνεται ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 εδ. α', 3 παρ. 2 και 3 και 10 παρ. 1 και 3 του ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας) που εκσυγχρονίζουν και εξειδικεύουν το ζητούμενο πρότυπο της ορθής ιατρικής συμπεριφοράς.

Γ. Έτσι «Το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης» (άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α'), «2. Ο ιατρός ενεργεί με βάση: α) την εκπαίδευση που του έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκηση του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και τη συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση, β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης. 3. Ο ιατρός, κατά την άσκηση της ιατρικής, ενεργεί με πλήρη ελευθερία, στο πλαίσιο των γενικά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων της ιατρικής επιστήμης, όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της εφαρμοσμένης σύγχρονης επιστημονικής έρευνας. Έχει δικαίωμα για επιλογή μεθόδου θεραπείας, την οποία κρίνει ότι υπερτερεί σημαντικά έναντι άλλης, για τον συγκεκριμένο ασθενή, με βάση τους σύγχρονους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, και παραλείπει τη χρήση μεθόδων που δεν έχουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση» (άρθρο 3 παρ. 2 και 3), «1. Η άσκηση της ιατρικής γίνεται σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Ο ιατρός έχει υποχρέωση συνεχιζόμενης δια βίου εκπαίδευσης και ενημέρωσης σχετικά με τις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και της ειδικότητας του. ... 3. Ο ιατρός οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια των επαγγελματικών του ικανοτήτων και να συμβουλεύεται τους συναδέλφους του» (άρθρο 10 παρ 1 και 3).  

Δ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλεια του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του παρέβη την υποχρέωση επιμελείας του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Αντιθέτως, δεν φέρει καμιά ευθύνη, αν ενήργησε σύμφωνα με τους πιο πάνω κανόνες και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός  (ΑΠ 1693/2013)

Ε. Περαιτέρω την ευθύνη  του ιατρού, ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την «προστασία των καταναλωτών», το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή» (παρ. 1), ότι «ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας» (παρ. 3), ότι «ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας του» (παρ. 4 εδ. α'), ότι «για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως, α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσία και ο τρόπος της παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν» (παρ. 4 εδ. β') και ότι «μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα» (παρ. 5).

ΣΤ. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, γιατί ο παρέχων αυτές ιατρός δεν υπόκειται σε συγκεκριμένες υποδείξεις, ή οδηγίες, του ασθενούς, αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του, με επακόλουθο και την καθιέρωση νόθου αντικειμενικής ευθύνης του ιατρού ((ΑΠ 1693/2013, ΑΠ 687/2013).

Ζ. Εν όψει δε της νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα, όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, την ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και την συγκεκριμένη πράξη, ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει, είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση, ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1693/2013,ΑΠ 1227/2007, ΠολΠρΚοζάνης 60/2018).

Η. Σε κάθε περίπτωση για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση την θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας, και οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως υπαίτια.

Θ. Ευθύνη φέρει ο ιατρός και στην περίπτωση, που κατά το άρθρο 5 του ν. 2619/1998 σχετικά με την σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την βιοϊατρική, δεν ενημερώσει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι αυτό, προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης.

Ι. Παραβίαση του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, η οποία προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του ασθενούς από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 330 και 914 ΑΚ (ΑΠ 687/2013). Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη.

ΙΑ. Ευθύνη φέρει ο ιατρός και στις περιπτώσεις, α) που πριν από την χειρουργική επέμβαση δεν προέβη στον απαιτούμενο προεγχειρητικό έλεγχο, β) που προέβη σε εσφαλμένη διάγνωση ή σε λάθη κατά τη διάγνωση, γ) σε σφάλμα περί την επιλογή της θεραπείας, λόγω της οποίας επήλθε βλάβη στον ασθενή, είτε αυτό οφείλεται σε άγνοια της προσήκουσας για την περίπτωση θεραπείας, είτε γιατί επελέγη μέθοδος και θεραπεία η οποία, κατά τις γενικά κρατούσες αρχές της ιατρικής επιστήμης, δεν ήταν η ενδεδειγμένη για την περίπτωση, δ) σε εσφαλμένη χορήγηση αναισθησίας, ε) σε λάθος διαδικασίες και στ) στη μη παρακολούθηση του ασθενούς κατά την διάρκεια της θεραπείας (ΠολΠρΚοζάνης 60/2018, ΑΠ 655/2019).

ΙΒ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 100/2015, 145/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Με την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 59 ΑΚ,  προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Α. Η προστασία που παρέχεται προϋποθέτει προσβολή από τρίτο, αφορά δε οποιοδήποτε από τα αγαθά, τα οποία συνθέτουν ή αποτελούν έκφανση της προσωπικότητας του ατόμου και συγκροτούν την σωματική, ψυχική, πνευματική και κοινωνική ατομικότητα του βλαπτομένου, και συνεπάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε ένα από αυτά.

Β. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι η ζωή, υγεία, ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα ακώλυτης αναπτύξεως κάθε ανθρώπινης ενέργειας, η οποία μπορεί να συνίσταται στην ελεύθερη τέλεση κάθε πράξης που ανάγεται στην επαγγελματική, οικονομική, επιστημονική και λοιπή κοινωνική δράση, η σωματική ακεραιότητα, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η εικόνα του προσώπου, ο συναισθηματικός του κόσμος, το άσυλο της κατοικίας του, όπως και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σε αυτόν από τους άλλους και μάλιστα εκείνη που σχετίζεται με την ιδιωτική ή την οικογενειακή ζωή του (με συκοφαντία ή δυσφήμηση ή εξύβριση), και σε περίπτωση προσβολής τους, με κάποια παράνομη ενέργεια, δικαιούται να απαιτήσει την άρση της και την παράλειψή της στο μέλλον (ΑΠ 846/2010, ΑΠ 660/2010, ΑΠ 333/2010, ΑΠ 1187/2009, ΑΠ 1339/2008, ΑΠ 518/2008, ΑΠ 273/2008, ΑΠ 261/2008, ΑΠ 543/2009, ΑΠ 195/2007, ΑΠ 1010/2002).

Γ. Για την άρση της προσβολής πρέπει η προσβολή να είναι ενεργός, δηλαδή να έχει προηγηθεί και να υπάρχει κίνδυνος επανάληψης, ή να επίκειται στο μέλλον. Για την αξίωση της παράλειψης της προσβολής στο μέλλον, πρέπει να υπάρχει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής και δεν αρκεί η επίκληση μιας υποθετικής απειλής, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που να καθιστούν σφοδρά πιθανό ότι ο εναγόμενος θα συμπεριφερθεί κατά ορισμένο τρόπο  (ΠολΠρΑθ 5162/2005).  

Δ. Στα προστατευόμενα αγαθά ανήκουν και η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος, ο οποίος προσβάλλεται τόσο δευτερογενώς συνεπεία άλλης παράνομης πράξης που στρέφεται πρώτα κατ΄ αυτού τούτου του προσβαλλόμενου και προκαλεί πόνο σωματικώς ή ψυχικώς, όσον και αυτοτελώς με παράνομη πράξη, όταν ο προσβάλλων περιάγει κάποιον σε τρόμο με απειλή χρήσης βίας.

Ε. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ είναι

α) προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας,

β) η προσβολή να είναι παράνομη, όπως είναι η προσβολή που γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με την άσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είτε είναι, από την άποψη της εννόμου τάξεως, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, ή το άρθρο 25 παρ 3 του Συντάγματος, οπότε ο προσβαλλόμενος δικαιούται να απαιτήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (ΑΠ 1339/2008, ΑΠ 273/2008, ΑΠ 261/2008).

ΣΤ. Σύμφωνα με το άρθρο 732 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δύναται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο, κάθε μέτρο, που κατά τις περιστάσεις, είναι, κατά την κρίση του, πρόσφορο για την εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος, ή την ρύθμιση κατάστασης. Κατά το άρθρο 692 παρ. 4 ΚΠολΔ, τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει, να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή διατήρηση (ΜονΠρΑθ 4629/2004 ΜονΠρΑθ 1377/2004).

Ζ. Κατ’ ακολουθία, σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας, δεν αποκλείεται με τα ασφαλιστικά μέτρα η καταδίκη του καθ ου προς προσωρινή άρση της προσβολής, αφού η προστασία της προσωπικότητας φέρει χαρακτήρα διαρκούς έννομης σχέσης, η οποία, όταν υπάρξει ανάγκη, μπορεί να τεθεί προσωρινά σε λειτουργία, χωρίς με αυτό να κινδυνεύει να ματαιωθεί ο σκοπός της κύριας δίκης, εφ όσον σε περίπτωση που τυχόν ο καθ’ ου δικαιωθεί στην κύρια δίκη, θα δικαιούται στο μέλλον να επαναλάβει τις πράξεις που κρίθηκαν σε προσωρινό στάδιο αθέμιτες (ΜονΠρΘεσ 3315/2016).

Η. Επομένως, εφ όσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, είναι δυνατή για την προστασία της προσωπικότητας η λήψη ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης και το δικαστήριο μπορεί να διατάξει οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις, με απειλή προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής, όπως (ενδεικτικά)

α) Απαγόρευση προσβολής της προσωπικότητας, με υβριστικές, και απειλητικές συμπεριφορές (ΜονΠρΠειρ 230/2016).

β) Απαγόρευση προσέγγισης της αιτούσας και των ανηλίκων τέκνα της και την κατοικία τους, σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων, ή των 100 μέτρων, και κάθε με αυτούς επικοινωνία του καθ ου (ΜονΠρΠατρων 486/2020, ΜονΠρΠειρ 657/2019, ΜονΠρΘεσ 1249/2016).

γ) Απαγόρευση απεύθυνσης, είτε δια ζώσης, είτε δια τηλεφώνου (σταθερού ή κινητού) ή τηλεφωνικού μηνύματος (SMS), τόσο στην οικία, όσο και στον τόπο εργασίας, κατά τρόπο προσβλητικό, συκοφαντικό, υβριστικό, ή απειλητικό, ή να ενεργεί οποιαδήποτε πράξη με σκοπό να βλάψει οποιαδήποτε έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητας (ΜονΠρΘεσ 9990/2016).

δ) Απαγόρευση στον καθ ου να επισκέπτεται την αιτούσα στην οικία της, και να προσβάλει την προσωπικότητά της, εκδηλώνοντας σε βάρος της εριστική και υβριστική συμπεριφορά (ΜονΠρΠειρ 32/2020).

ε) Απαγόρευση προσβολής  της τιμής και υπόληψη με ύβρεις με λόγια και έργα, απαγόρευση απειλής της ζωής και σωματικής ακεραιότητας με την δημιουργία φόβου και ανησυχίας. απαγόρευση προσέγγισης σε απόσταση μικρότερη των (15) μέτρων και εν γένει απαγόρευση ενόχλησης δια ζώσης ή με οποιονδήποτε τρόπο (τηλεφωνικά, να χτυπά το θυροτηλέφωνο, ή με κάθε άλλο μέσο επικοινωνίας) (ΜονΠρΠειρ 103/2019). 

Κατά την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Α. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία, είναι,

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη),

β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης, ή παράλειψης,

γ) υπαιτιότητα,

δ) ζημία και

ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και ζημίας.

Β. Ζημιογόνος συμπεριφορά, υφίσταται όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια της πράξης που παραλείφθηκε από τον νόμο, ή την δικαιοπραξία, ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία την προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Γ. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Δ. Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια  με τις διάφορες μορφές της.  Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ, δηλαδή μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ε. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη ζημία, που επήλθε, και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση

ΣΤ. Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλεια του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσά αυτά. Δεν υφίσταται αμέλεια του παθόντος, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια περισσοτέρων υποχρέων προς ενέργεια της πράξης που παραλήφθηκε, από την οποία μπορούσε να αποτραπεί το αποτέλεσμα αυτό.

Ζ. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 παρ.4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της αγωγής πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, όσα παρέλειψε, από τον νόμο, τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Περαιτέρω πρέπει να αναφέρονται τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 115/2012, ΑΠ 59/2019, ΜονΠρΠειρ 2961 /2019).

Η έννομη σχέση που συνδέει τον εγγυητή με τον πρωτοφειλέτη ονομάζεται εσωτερική σχέση και δεν επηρεάζει τις σχέσεις του εγγυητή με τον δανειστή. Αυτή η σχέση μπορεί να είναι εντολή, σύμβαση έργου, διοίκηση αλλοτρίων, δωρεά κλπ.

Στην περίπτωση που ο εγγυητής ικανοποιήσει το δανειστή έχοντας εξοφλήσει την οφειλή, έχει δικαίωμα αναγωγής, εκπορευόμενο από την μεταξύ τους έννομη σχέση και υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.

Ο εγγυητής δεν έχει πάντα το δικαίωμα αναγωγής,  αλλά μόνο εφ όσον αυτός συνδέεται με τον πρωτοφειλέτη με κάποια έννομη σχέση που το δικαιολογεί.

Η κήρυξη του πρωτοφειλέτη σε κατάσταση πτώχευσης δεν επάγεται μεταβολή στην ευθύνη του εγγυητή.

Μετά την ικανοποίηση του δανειστή γεννιέται το δικαίωμα υποκατάστασης στη θέση του εγγυητή,  ο οποίος μπορεί να αξιώσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση της ικανοποίησής του από τον πρωτοφειλέτη. Η ύπαρξη του δικαιώματος αναγωγής προτείνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και αποδεικνύεται από τον εγγυητή.  

Επί εγγύησης με ορισμένη διάρκεια,  η ικανοποίηση του δανειστή από τον εγγυητή ακόμα και μετά την παρέλευση μηνός από την λήξη του χρόνου ευθύνης του τελευταίου, του παρέχει το δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη, υπό την προϋπόθεση ότι η εγγύηση είχε δοθεί δυνάμει σύμβασης, που προέβλεπε την υποχρέωση του εγγυητή να πληρώσει  το ποσό της εγγύησης, καίτοι κατ άρθρο 866 ΑΚ θα είχε ελευθερωθεί από την εγγυητική του ευθύνη. 

Κατά το άρθρο 859 ΑΚ ο εγγυητής, που ικανοποιεί το δανειστή, στερείται του δικαιώματος αναγωγής, εάν έχει παραλείψει να αντιτάξει κατά του τελευταίου ενστάσεις του πρωτοφειλέτη τα στοιχεία των οποίων γνώριζε, ή έπρεπε να γνωρίζει.

Ο εγγυητής δεν στερείται του δικαιώματος της αναγωγής, αν έχει παραλείψει να προβάλει προσωπικές του ενστάσεις κατά του δανειστή. 

Ο εγγυητής κατά το άρθρο 861  ΑΚ έχει το δικαίωμα, να  απαιτήσει από τον πρωτοφειλέτη ασφάλεια και πριν καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή στην περίπτωση που χειροτερεύει η περιουσιακή κατάσταση του πρωτοφειλέτη, ή που η δίωξή του γίνεται δυσχερής λόγω αλλαγής της κατοικίας, ή της διαμονής του, ή επειδή έχει καταστεί υπερήμερος, ή έχει καταδικασθεί ο εγγυητής σε πληρωμή κλπ. Το εν λόγω δικαίωμα αποκτά ο εγγυητής αμέσως μόλις συντρέξει μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, που πηγάζουν, όμως, από κάποια έννομη σχέση, που τους συνδέει.

Η απαίτηση του εγγυητή για ασφάλεια προϋποθέτει ότι έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη,  με βάση την μεταξύ τους σχέση και δεν αποτελεί προϋπόθεση της απόσβεσης της εγγύησης, κατ’ άρθρο 862 ΑΚ.   

Η διάταξη του άρθρου 861  ΑΚ διαφέρει από αυτή της 858 ΑΚ κατά το ότι στην πρώτη περίπτωση υπάρχει εκ του νόμου η ευχέρεια λήψης ορισμένων εξασφαλιστικής μορφής μέτρων από μέρος του εγγυητή κατά του πρωτοφειλέτη πριν ακόμη καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή.

Η 861 ΑΚ μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα της τυχόν παραίτησης του εγγυητή από το δικαίωμα προβολής της ένστασης διζήσεως του άρθρου 855 ΑΚ.

Η διάταξη του άρθρου 861  ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου και, συνεπώς, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα να ζητήσει ασφάλεια, χωρίς να απαιτείται για αυτό τήρηση έγγραφου τύπου.

Η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι συντηρητική, γιατί με αυτή δεν εξασφαλίζεται η ικανοποίηση μέλλοντος δικαιώματος, αλλά η ικανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση των πραγμάτων του οφειλέτη προς το σκοπό αναγκαστικού πλειστηριασμού αυτών μετά την απόκτηση τίτλου αναγκαστικής εκτελέσεως για γεννημένη χρηματική απαίτηση.

Η ασφάλεια μπορεί να δοθεί από τρίτο πρόσωπο, ή να είναι προσωπική τρίτου προσώπου, ή εμπράγματη  (ενέχυρο,  υποθήκη και προσημείωση υποθήκης),

Η ασφάλεια μπορεί να διαταχθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μόνο εφ όσον συγχωρείται η λήψη ασφαλιστικού μέτρου.

Κατά το άρθρο 860  ΑΚ ο συνεγγυητής που ικανοποιεί το δανειστή έχει το δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών συνεγγυητών στην έκταση που, σύμφωνα με το άρθρο 847 ΑΚ,  ευθύνονται μεταξύ τους οι συνοφειλέτες σε ολόκληρο.

Αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη συγκεκριμένη σχέση οι συνεγγυητές ευθύνονται κατά ίσα μέρη, ενώ από το ποσό που θα καταβληθεί στον δανειστή θα αφαιρεθεί η μερίδα που βάρυνε τον καταβάλλοντα συνεγγυητή.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 11 του ν. 5422/1932, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα με τα άρθρα 3 του από 14.7.1932 ν.δ/τος το οποίο κυρώθηκε με το ν. 5665/1932, 2 του ν. 39/1936, 3 του ν. 300/1937, 4 του α.ν. 362/1945, ν. 994/1946 και ν. 2415/1953, απαγορεύεται η συνομολόγηση υποχρεώσεων σε ξένο νόμισμα.

Β. Η απαγόρευση δεν επεκτείνεται στις διεθνείς γενικά συναλλαγές και στις κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 740/1977, συμβάσεις που αναφέρονται οπωσδήποτε στην εκμετάλλευση πλοίων (Εφ Πειρ 546/2010).

Γ. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τα άρθρα 291, 292 ΑΚ, συνάγεται ότι όταν συνομολογήθηκε νόμιμα οφειλή σε ξένο νόμισμα, ο δανειστής ενασκώντας, με την αγωγή, την αξίωσή του, μπορεί να ζητήσει να του καταβληθεί το ισάξιο σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα, κατά την οποία πράγματι γίνεται η πληρωμή, όχι δε και κατά τον χρόνο της λήξεως ή κάποιον άλλον χρόνο (ΑΠ 678/2010, ΑΠ 698/2006, ΕφΑθ 182/2011, ΜονΠρΠειρ 1374/2019).

Κατ άρθρο 904 παρ.1 εδ. α ΑΚ «όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Κατ άρθρο 938 ΑΚ «όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ότι περιήλθε σ` αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί".

Α. Από τις διατάξεις συνάγεται ότι, αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία, ή με ζημία, του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ.

Β. Ειδικότερα, αν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφ όσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, γιατί  απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 2 ΑΚ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφελείας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, γιατί η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια (ΑΠ 744/1977, ΕφΑθ. 1147/1992, ΕφΘεσ 777/2003, ΑΠ 547/2008).

Γ. Για να τύχουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1142-1144 και 1167-1168 ΑΚ προκύπτει ότι η επικαρπία παύει να υπάρχει με τον θάνατο του επικαρπωτή και έκτοτε ο ψιλός κύριος αποκτά την πλήρη κυριότητα του πράγματος, εφ όσον στην ουσιαστική πράξη της δικαιοπραξίας δεν έχει οριστεί διαφορετικά (ΑΠ 57/2006).

Α. Δηλαδή, με τον θάνατο του επικαρπωτή η επικαρπία επιστρέφει  αυτομάτως στην κυριότητα από την οποία είχε αποσπασθεί, δηλαδή ενώνεται με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα και δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του επικαρπωτή, εκτός αν ορίστηκε διαφορετικά (ΑΠ 482/1993, ΕφΔωδ 356/2006, ΕφΑθ 4920/2004).

Β. Στην περίπτωση που ο ψιλός κύριος είναι και κληρονόμος του επικαρπωτή, η μεταβίβαση της επικαρπίας στον ψιλό κύριο γίνεται λόγω της ιδιότητας του ως ψιλού κυρίου και όχι λόγω της ιδιότητας του ως κληρονόμου (ΑΠ 320/1980).

Γ. Εφ όσον στη συστατική δικαιοπραξία δεν έχει οριστεί διαφορετικά, οπότε η επικαρπία παύει να υπάρχει με τον θάνατο του επικαρπωτή και ο ψιλός κύριος αποκτά την πλήρη κυριότητα του πράγματος, ο τελευταίος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 999 και 1094 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 70 ΚΠολΔ, μπορεί να ζητήσει, αν η κυριότητα του αμφισβητείται, να αναγνωριστεί δικαστικά ότι είναι κύριος του πράγματος κατά πλήρη κυριότητα, εφ όσον το έννομο συμφέρον του, που δικαιολογεί την άσκηση της αναγνωριστικής αυτής αγωγής, είναι αυτονόητο. Στην περίπτωση που το πράγμα κατακρατείται από τρίτον, εκτός από την αναγνώριση της κυριότητας του, μπορεί να ζητήσει την απόδοση του πράγματος.

Δ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 992 παρ. 1, 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ και 1167 εδ. α ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που γίνει αναγκαστική κατάσχεση και στη συνέχεια πλειστηριασμός μόνο της ψιλής κυριότητας ακινήτου και ακολούθως, μετά τον πλειστηριασμό, επέλθει απόσβεση της επικαρπίας με τον θάνατο του επικαρπωτή, ο υπερθεματιστής αποκτά αυτοδικαίως και τις εξουσίας του επικαρπωτή, από και με μόνη την απόσβεση της επικαρπίας, ως δικαιούχος του δικαιώματος της κυριότητας (ΕφΑθ 9371/2001, ΕφΘεσ 418/2010).

Α. Ο εγγυητής κατά το άρθρο 861  ΑΚ έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον πρωτοφειλέτη ασφάλεια και πριν καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή, στην περίπτωση που χειροτερεύει η περιουσιακή κατάσταση του δεύτερου, ή που η δίωξη του γίνεται δυσχερής λόγω αλλαγής της κατοικίας ή της διαμονής του, που ακολούθησε την σύναψη της σύμβασης εγγύησης, ή επειδή έχει καταστεί υπερήμερος, ή έχει καταδικασθεί ο εγγυητής σε πληρωμή.  Το εν λόγω δικαίωμα αποκτά ο εγγυητής ευθύς μόλις συντρέξει μία από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις και πηγάζει από κάποια έννομη σχέση που τους συνδέει.

Β. Η παραπάνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και, συνεπώς, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα να ζητήσει ασφάλεια, χωρίς να απαιτείται γι’ αυτό η τήρηση έγγραφου τύπου.

Γ. Το δικαίωμα της ΑΚ 861 μπορεί να ασκηθεί, εφ όσον συντρέχουν οι παραπάνω ουσιαστικές προϋποθέσεις, από τον εγγυητή, δικαστικώς ή και εξωδίκως,  είναι δε ανεξάρτητο της τυχόν παραίτησης του τελευταίου από το δικαίωμα προβολής της ένστασης διζήσεως του άρθρου 855 ΑΚ.

Δ. Η απαίτηση του εγγυητή για ασφάλεια προϋποθέτει ότι έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη,  με βάση την μεταξύ τους σχέση και δεν αποτελεί προϋπόθεση της απόσβεσης της εγγύησης, κατ’ άρθρο 862 ΑΚ.   

Ε. Η ασφάλεια μπορεί να δοθεί από τρίτο πρόσωπο, ή να είναι προσωπική τρίτου προσώπου, ή εμπράγματη  (ενέχυρο,  υποθήκη και προσημείωση υποθήκης), μπορεί δε να διαταχθεί κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μόνο, εφ όσον συγχωρείται η λήψη ασφαλιστικού μέτρου, εν όψει του απαιτούμενου είδους της ασφάλειας (άρθρα 682 επ ΚΠολΔ)

ΣΤ. Η χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης  του πρωτοφειλέτη πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα από την σύγκριση της περιουσίας του μεταξύ του χρόνου παροχής της εγγύησης αφ ενός και της προβολής του αιτήματος για λήψη ασφάλειας αφ ετέρου. Η χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης του πρωτοφειλέτη δεν συνδέεται απαραίτητα με τυχόν υπαιτιότητα αυτού ή μη. Σε περίπτωση ύπαρξης ευθύνης του ίδιου του εγγυητή για το γεγονός δεν μπορεί να ζητηθεί από τον τελευταίο η ενεργοποίηση της σχετικής προστασίας (ΑΠ 262/96)

Ζ. Η χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης του πρωτοφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της απόσβεσης της εγγύησης που προβλέπεται από το άρθρο 862 ΑΚ, που επέρχεται εφ όσον συντρέξουν οι όροι του παραπάνω άρθρου και χωρίς την απαίτηση ασφαλείας κατά το άρθρο 861 ΑΚ.

Η. Η ασφάλεια του άρθρου 861 ΑΚ δεν μπορεί να συνιστάται σε συντηρητική,  γιατί με αυτή δεν εξασφαλίζεται η ικανοποίηση μέλλοντος δικαιώματος, αλλά η ικανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση των πραγμάτων του οφειλέτη προς τον σκοπό αναγκαστικού πλειστηριασμού αυτών μετά την απόκτηση τίτλου αναγκαστικής εκτέλεσης για τη γεννημένη χρηματική απαίτηση.

Θ. Είναι προφανές ότι η ενδεχόμενη ζημία του εγγυητή έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη δικαιώματος αναγωγής του έναντι του πρωτοφειλέτη και υποκατάστασής του στα δικαιώματα του δανειστή κατ’  άρθρο 858  ΑΚ. Νοείται ότι καμία ζημία κινδυνεύει να υποστεί ο εγγυητής εκείνος που δεν διαθέτει δικαίωμα αναγωγής και υποκατάστασης κατά του αφερέγγυου πρωτοφειλέτη,  αφού ούτως ή άλλως φέρει την ακέραιη και αποκλειστικά προσωπική εγγυητική ευθύνη, μέσω δε αυτής την υποχρέωση ενδεχομένως καταβολής ολόκληρης της κύριας οφειλής προς το δανειστή.

Ι. Συμπεραίνεται ότι η ενεργοποίηση της ΑΚ 861 δεν μπορεί παρά να αφορά μόνο τους εγγυητές αυτούς, που λόγω ύπαρξης ιδιαίτερης σχέσης «κάλυψης» με τον πρωτοφειλέτη, έχουν δικαίωμα αναγωγής και υποκατάστασης έναντι του τελευταίου. Σε  αυτό,  άλλωστε,  διαφέρει γενικότερα η διάταξη του άρθρου 861  ΑΚ από αυτής της ΑΚ 858, στο ότι δηλαδή στην πρώτη περίπτωση υπάρχει η εκ του νόμου ευχέρεια λήψης ορισμένων εξασφαλιστικής μορφής μέτρων από μέρος του εγγυητή κατά του πρωτοφειλέτη και πριν ακόμη καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή.

ΙΑ. Αν την έλλειψη προσφυγής στην ΑΚ 861 προβάλλει ο δανειστής ως άμυνα στην ένσταση απελευθέρωσης του εγγυητή κατά το άρθρο 862,  το σχετικό βάρος απόδειξης αναφορικά με την ύπαρξη των δικαιωμάτων αναγωγής και υποκατάστασης στο πρόσωπο του εγγυητή έναντι του πρωτοφειλέτη φέρει ο δανειστής

Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται ακόμη και στην περίπτωση, που ο δικαιούχος δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον του, βρίσκεται δηλαδή σε κατάσταση άγρυπνου κώματος και χαρακτηρίζεται ως «φυτό».

Δεν απαλλάσσεται ο υπόχρεος σε αποζημίωση από το συμπτωματικό γεγονός, ότι ο δικαιούχος της χρηματικής ικανοποίησης, δεν μπορεί, να αντιληφθεί τη σημασία της αδικοπραξίας εις βάρος του, για κάποια αιτία πρόσκαιρη ή διαρκή (πνευματική ή ψυχική νόσο), αφού μελλοντικά δεν αποκλείεται να βελτιωθεί η θέση του παθόντος σε ικανοποιητικό βαθμό, ώστε να μπορεί να συναισθανθεί τη σημασία της αδικοπραξίας (ΕφΠειρ 102/20).

Α. Κατά το άρθρο 478 ΑΚ, αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο τρίτος δεν αποκτά δικαίωμα από την σύμβαση αυτή. Από την διάταξη αυτή, που καθιερώνει ερμηνευτικό κανόνα, συνάγεται ότι η περί καταβολής του χρέους, υπαρκτού ή μελλοντικού, υπόσχεση του τρίτου προς τον οφειλέτη, αν δεν προκύπτει ειδικά το αντίθετο, αποτελεί απλή σύμβαση ελευθερώσεως χρέους, η ενέργεια της οποίας περιορίζεται αποκλειστικά μεταξύ των συμβληθέντων (ΕφΠατρ 89/2008).

Β. Η σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, αιτιώδης, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθ ενός. Η σύμβαση ελευθερώσεως είναι κατά κανόνα άτυπη, εκτός αν η τήρηση του τύπου επιβάλλεται από το αντικείμενό της.

Γ. Για να αποκτήσει ο δανειστής τρίτος άμεση αξίωση εναντίον εκείνου που υποσχέθηκε από μια τέτοια σύμβαση, πρέπει από την τελευταία να προκύπτει αυτό σαφώς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 411 ΑΚ, δηλαδή να προκύπτει τέτοια βούληση των μερών που έχουν συμβληθεί, ή αυτό να συνάγεται από την φύση και τον σκοπό της σύμβασης (ΑΠ 1791/2007).

Δ. Αν ο υποσχεθείς ήταν και οφειλέτης του προς ον η υπόσχεση, τότε η δοθείσα από εκείνον υπόσχεση διακανονισμού του χρέους και ελευθερώσεως του οφειλέτη από τις έναντι των δανειστών οφειλές, τους οποίους αναφέρει κατ' όνομα και απαίτηση, ερμηνεύεται ως ενέχουσα την βούληση των συμβληθέντων, όπως, με την καταβολή του υποσχεθέντος προς τους δανειστές του οφειλέτη, εκκαθαρισθεί η όλη κατάσταση και εξυπηρετηθούν έτσι σι συναλλακτικές ανάγκες και τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων με τη δημιουργία υπέρ του δανειστή αυτοτελούς και άμεσου δικαιώματος, να απαιτήσει την παροχή ευθέως από τον υποσχεθέντα (ΕφΑθ 182/2011, ΕφΘεσ 68/1982).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, το προσύμφωνο είναι σύμβαση, με την οποία τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση. Το προσύμφωνο, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση.

Β. Η σύναψη της οριστικής σύμβασης επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Η εκπλήρωση της ενοχής καθορίζεται από τον νόμο, ή από την δικαιοπραξία.

Γ. Η άπρακτη πάροδος της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης, εκ μέρους είτε του ενός είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, επιφέρει συνέπειες. Για τις συνέπειες προέχουσα σημασία έχει η βούληση των μερών. Η πρακτική σημασία του καθορισμού του χρόνου σύναψης της οριστικής σύμβασης πώλησης συνίσταται, κατά την κρατούσα νομολογία, που δέχεται την εφαρμογή του άρθρου 249 ΑΚ, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή, η οποία είναι 20ετής και αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση (ΑΠ 242/1991, ΑΠ 891/1982, ΑΠ 1500/2008, ΕφΘεσ. 10/1989, ΕφΘεσ 472/1989, ΕφΛαρισ 680/2002).

Δ. Η εν λόγω προθεσμία, εφ όσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπλήρωσης της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου. Και μετά την πάροδο της προθεσμίας και μέχρι συμπλήρωσης της 20ετούς παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής σύμβασης. Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να ορίσουν, ρητά ή σιωπηρά, ότι η άπρακτη πάροδος της ορισθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση κατάρτισης της οριστικής σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία λειτουργεί ως διαλυτική (ΑΠ 1500/2008).

Ε. Έχει κριθεί ότι αν έχει προκαταβληθεί εκ μέρους του αγοραστή αξιόλογο μέρος του τιμήματος (πολλώ δε μάλλον ολόκληρο το τίμημα), έχει δε παραδοθεί στον αγοραστή η κατοχή του πράγματος ήδη από την σύναψη του προσυμφώνου, τότε, κατά κανόνα, η ταχθείσα προθεσμία σύναψης της οριστικής σύμβασης δεν είναι διαλυτική, αλλά ορίστηκε ως προθεσμία εκπλήρωσης της παροχής των συμβληθέντων (ΑΠ 388/1970, ΑΠ 77/1971, ΑΠ 356/1976, ΑΠ 1755/1984, ΕφΠειρ 106/1998,  ΕφΑθ 9758/2002).

ΣΤ. Το προσύμφωνο πώλησης ακινήτου, αποτελεί καταρτισμένη σύμβαση από την οποία γεννιέται υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών για σύναψη της κυρίας σύμβασης, σύμφωνα με τους όρους που έχουν καθοριστεί σε αυτό (ΑΠ 152/2001, ΑΠ 528/1988). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 383, 385 και 387 ΑΚ, εάν ο ένας από τους συμβαλλομένους βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την παροχή που οφείλει, ο έτερος έχει δικαίωμα να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι μετά την πάροδο της αποκρούει την παροχή. Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη, ο τελευταίος έχει δικαίωμα, ή να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκπλήρωση, ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (άρθρ. 383 ΑΚ). Αν επιλέξει και ασκήσει το δεύτερο δικαίωμα δεν μπορεί μετά να ανακαλέσει την επιλογή που έκανε  και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για την μη εκπλήρωση. Δεν απαιτείται όμως να ταχθεί στον υπερήμερο οφειλέτη προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής, εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 385 ΑΚ, όταν δηλαδή από την όλη στάση του προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης,  εξ αιτίας της υπερημερίας και στην περίπτωση που ρητώς συμφωνήθηκε ότι ο συμβαλλόμενος που έγινε υπερήμερος θεωρείται ότι εξέπεσε από τα δικαιώματα της σύμβασης (ΕφΛαρισ 680/2002)

Ζ. Αν αυτός που υποσχέθηκε την πώληση του πράγματος και έλαβε ολόκληρο ή μέρος από το τίμημα, στη συνέχεια, αθετώντας την υποχρέωση του για κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, δεν προχωρήσει στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, έχει τις συνέπειες των διατάξεων των άρθρων 166, 330, 335, 336, 380, 382, και 904 AK και ο αντισυμβαλλόμενός του έχει δικαίωμα, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ, να αναζητήσει το τίμημα που προκατέβαλε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το οποίο και ζητεί με την αγωγή του αυτουσίως και όχι αποζημίωση του άρθρου 382 ΑΚ που έχει διαφορετικό περιεχόμενο (ΑΠ 528/1988, ΕφΠειρ 508/2008).

Η. Κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου πώλησης,  κατά τις διατάξεις των άρθρων 402 και 403 ΑΚ, μπορεί να δοθεί αρραβώνας. Γενικά ο αρραβώνας, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, έχει τον χαρακτήρα ποινής προς κάλυψη της ζημίας για την περίπτωση μη εκπλήρωσης, ή,  μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης. Ειδικά στην περίπτωση του προσυμφώνου ο αρραβώνας δίνεται για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης αυτού και όχι της σκοπούμενης οριστικής σύμβασης  και εξομοιώνεται με ποινική ρήτρα, θεμελιώνεται δε με τη δόση περιουσιακού στοιχείου με σκοπό την έκπτωση, ή απόδοση του διπλάσιου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της κύριας σύμβασης.

Θ. Συνεπώς όταν ο ένας δεν συμπράττει στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης δικαιούται ο άλλος, είτε να αξιώσει την καταδίκη του στην τέλεση της δικαιοπραξίας, είτε να αρκεσθεί στον αρραβώνα, ή να ζητήσει την απόδοση του διπλού, εκτός αν από την σύμβαση προκύπτει διαφορετική ρύθμιση,  εν όψει του ενδοτικού χαρακτήρα των παραπάνω διατάξεων, δηλαδή, να θέλησαν τα μέρη να απαιτηθεί ο αρραβώνας αθροιστικά σε κάθε περίπτωση.

Ι. Οι συμβαλλόμενοι μπορεί να συμφωνήσουν ότι ο αρραβώνας έχει το χαρακτήρα και την έννοια του επιτίμιου μεταμελείας (ΑΚ 398), δηλαδή ότι ο αρραβώνας δίνεται με την συμφωνία ότι αυτός που δίνειν ή αυτός που τον λαμβάνει, μπορούν να υπαναχωρήσουν από την σύμβαση, χάνοντας τον αρραβώνα, ή αποδίδοντάς τον διπλάσιο. Ο αρραβώνας ως επιτίμιο μεταμέλειας, επειδή δίνεται για την ανατροπή της σύμβασης, απαιτείται για να χαρακτηρισθεί με αυτήν την έννοια, να έχει συμφωνηθεί ρητά, ή να συνάγεται αναμφίβολα ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να έχουν το δικαίωμα υπαναχώρησης από την σύμβαση χάνοντας τον αρραβώνα, ή αποδίδοντας αυτόν διπλάσιο (ΑΠ 1256/1976, ΑΠ 849/76, ΑΠ 58/97, ΑΠ 1462/94, ΕφΠειρ 106/1998).

ΙΑ. Η σύμβαση του αρραβώνα, ως παρεπόμενη της κυρίας σύμβασης, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση. Προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρέωσης προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, η περί αρραβώνος σύμβαση πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 164 και 166 ΑΚ διαφορετικά είναι άκυρη (ΑΠ 1500/2008).

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων 744, 759 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με τον ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος από 1.01.20160) προκύπτει ότι στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει το σύστημα της ελεύθερης απόδειξης και το δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπ όψιν του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Β. Ακόμη και οι περιορισμοί που ισχύουν κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζονται αναλόγως στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας. Μεταξύ των περιορισμών αυτών περιλαμβάνονται και αντίστοιχες ρυθμίσεις των νέων άρθρων 421 επ ΚΠολΔ, ως προς την λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων ( ΑΠ 695/2018, ΑΠ 769/2015).

Γ. Με τις αυτές διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, εισάγεται απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων και μάλιστα ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δ. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται.

Ε. Η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη, λαμβάνει δε υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 11/2010).

Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 4 εδ. ζ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε και ισχύει από 1.01.2016 με τον ν. 4335/2015, «κατά την ορισμένη δικάσιμο δεν εξετάζονται μάρτυρες και η υπόθεση συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 6 του νέου ΚΠολΔ, «αν από τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας κρίνεται απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, ενός από κάθε πλευρά από εκείνους που έδωσαν ένορκη βεβαίωση ή σε περίπτωση ανυπαρξίας αυτών από τους προτεινόμενους από κάθε πλευρά, με απλή διάταξη του προέδρου επί πολυμελούς πρωτοδικείου ή του δικαστή της υπόθεσης επί μονομελούς πρωτοδικείου και ειρηνοδικείου, διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο σε χρόνο όχι συντομότερο από δεκαπέντε (15) ημέρες, για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του ήδη ορισμένου δικαστή, στον τόπο και στην ημέρα και ώρα που ορίζεται με τη διάταξη αυτή μέσα στο ίδιο δικαστικό έτος, εκτός αν αυτό είναι χρονικά αδύνατο».

Β. Από το συνδυασμό των παραπάνω άρθρων του νέου ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η εμμάρτυρος απόδειξη με το ν. 4335/2015, έχει καταρχήν καταργηθεί στην τακτική διαδικασία, εκτός αν ο δικαστής που δικάζει την υπόθεση κρίνει διαφορετικά, όπως αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο άρθρο. Επομένως, αυτό σημαίνει ότι η εμμάρτυρος απόδειξη δεν απαγορεύεται ούτε στη διαδικασία αυτή, απλώς η αναγκαιότητα της εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια και τη δικανική κρίση του δικάζοντος δικαστή στη συγκεκριμένη κάθε φορά επίδικη περίπτωση (ΜονΠρΧανιων 197/2017).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 393 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις, ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα συμφώνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου.

Β. Ο περιορισμός αφορά την απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης ή της συλλογικής πράξης, το περιεχόμενο της έγγραφης δικαιοπραξίας, ή των πρόσθετων συμφώνων και όχι τα αποσβεστικά γεγονότα αυτών, ή τα πραγματικά γεγονότα που, βάσει των συμφωνηθέντων, συνιστούν πλημμελή ή ελλιπή εκπλήρωση.

Α. Κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, στα αποδεικτικά μέσα περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, η χρήση των οποίων, όπως προκύπτει από το άρθρο 395 ΚΠολΔ, επιτρέπεται, όταν δεν αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394  ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες.

Β. Τα τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από το δικαστή από οπουδήποτε, επομένως και από έγγραφα άκυρα, ανεπίσημα, ανυπόγραφα ή ανεπικύρωτα (ΑΠ 647/2016, ΑΠ 1531/2012, ΑΠ 189/2011).

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων 340 παρ. 1 και 393 - 394 ΚΠολΔ, (όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος από 1.01.20160)  στις υποθέσεις που εκδικάζονται, τόσο κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), όσο και με τις ειδικές διαδικασίες, λαμβάνονται υπ όψιν, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των ως άνω άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφ όσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα και αδιακρίτως με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.

Β. Τέτοια μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα είναι, έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα, ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα που δεν φέρουν την υπογραφή του εκδότη τους, καθώς και φωτοτυπίες εγγράφων, των οποίων δεν βεβαιώνεται η ακρίβεια τους από αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα (ΑΠ 1757/2011 ΑΠ 1251/2019, ΜονΠρΧανιων 197/2017).

Σύμφωνα με τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.

Η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Έννομη σχέση είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, όχι δε και τα γενεσιουργά ή αποσβεστικά των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων συνεπειών περιστατικά.

Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνει την διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (ΟλΑΠ 959/1985, ΑΠ  313/2018).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους παρακάτω λόγους

Αριθμός 1

Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ191/2013, ΑΠ486,568/13, ΑΠ 382/2020)

Αριθμός 2

Αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας.

Αριθμός 3

Αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί.

Αριθμός 4

Αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού, ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (Ολ.ΑΠ 5/1995). Όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας, (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 487/2011, ΑΠ  741/2017).

Αριθμός 5

Αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ΚΠολΔ, ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου (ΑΠ 938/2019, ΑΠ 700/2019).

Αριθμός 6

Αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην.

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ δημιουργείται μόνον αν ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην παρά το νόμο, ιδίως, παρά τις διατάξεις για την επίδοση, όχι όμως και όταν αυτός δικάστηκε κατ' αντιμωλία, ενώ θα έπρεπε, για κάποιο τυπικό λόγο, (μη κατάθεση εμπρόθεσμων προτάσεων), να θεωρηθεί ως δικαζόμενος ερήμην (ΑΠ 496/2017, ΑΠ 36/2020).

Αριθμός 7

Αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Αριθμός 8

Αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Αριθμός 9

Αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Στις περιπτώσεις α) και β) αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην περίπτωση γ) αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής (ΑΠ 1591/2017, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 704/2011, ΑΠ 777/2010, ΑΠ 871/2019, ΑΠ 854/2019).

Αριθμός 10

Αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν για τα «πράγματα» που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη, ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για «πράγματα» που δέχθηκε ως αληθινά. Ως «πράγματα» νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση, του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής (ανταγωγής, ένστασης) όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015). (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 1093/2020).

Αριθμός 11

Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Με την περίπτωση α) ιδρύεται αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο έλαβε υπ όψιν του αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Με την περίπτωση β) αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Η περίπτωση γ) ιδρύει τον αναιρετικό λόγο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη, απέβλεπε στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 771/2020, ΑΠ 835/2008, ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 1091/2019).

Αριθμός 12

Αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο εξαιρετική δύναμη, που δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, παρ ότι είχε κατά νόμο και όχι όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη βαρύτητα, ή αξιοπιστία από άλλα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 437/2000, ΑΠ 1091/2019).

Αριθμός 13

Αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος ιδρύεται όταν, το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στην διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της αποδείξεως (ΑΠ 1182/2018, ΑΠ  893/2020, ΑΠ 117/2020).

Αριθμός 14

Αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 64/2020). Δεν αναφέρεται σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 274/2020).

Αριθμός 15

Αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση.

Οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης. Η απόφαση, που είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, δεν υπόκειται σε ανάκληση ως προς τις οριστικές τις διατάξεις, ενώ ως προς τις μη οριστικές μπορεί, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθεί, σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση (ΑΠ1358/2011, 1821/2008, 140/2006).

Αριθμός 16

Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.

Η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνει την διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (ΟλΑΠ 959/1985, ΑΠ  313/2018).

Αριθμός 17

Αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Για την ίδρυση του λόγου απαιτείται, όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού (ΑΠ 537/2016, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 854/2019).

Αριθμός 18

Αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Ο λόγος αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής, να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτήν, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 188/2020)

Αριθμός 19

Αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου, ή αναφέρονται ανεπαρκώς, ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή, ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 870/2017, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 799/2020).

Αριθμός 20

Αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Με τον λόγο αυτό αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του αποδεικτικού εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016, ΑΠ 374/13, ΑΠ 1643/2005, ΑΠ 1093/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 261/2011).

Από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για αυτόν που ομολογεί γεγονότος (ΑΠ 814/2011).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).

Μόνο το τι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα, ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005).

Η μη ακριβής διεύθυνση κατοικίας στο δικόγραφο του ενάγοντος (αιτούντος, ανακόπτοντος) δεν επιφέρει οποιαδήποτε δικονομική ακυρότητα κατ’ άρθρα 118 επ. και 505 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 135/1987, ΕφΠειρ 72/2010).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ εκείνος που κατά το άρθρο 926 ΑΚ κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Η ως άνω διάταξη ρυθμίζει την δυνατότητα που έχει εκείνος από τους περισσότερους συνοφειλέτες που κατέβαλε όλη την αποζημίωση να στραφεί κατά των άλλων συνοφειλετών και να απαιτήσει από αυτούς να αναλάβουν μέρος, ή και όλη την αποζημίωση (δικαίωμα αναγωγής).

Β. Το δικαίωμα αναγωγής στην εσωτερική σχέση μεταξύ των περισσότερων συνοφειλετών, κατά κανόνα ασκείται με αγωγή. Η αγωγή έχει την μορφή αυτοτελούς, ή παρεμπίπτουσας, αναλόγως, του αν α) ο οφειλέτης στην εξωτερική σχέση αποκατέστησε όλη τη ζημία του ζημιωθέντος, ή κατέβαλε περισσότερα από την μερίδα του, ή β) αν ο συνοφειλέτης, που ενήχθη, είτε μόνος, είτε μαζί με άλλους συνοφειλέτες, στη δίκη αποζημιώσεως δεν έχει ακόμη καταβάλει τίποτε και για την περίπτωση ήττας του εγείρει αγωγή (αναγωγή) κατά των λοιπών συνοφειλετών. Στην πρώτη περίπτωση το δικαίωμα αναγωγής ασκείται με αυτοτελή αγωγή, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ασκείται με παρεμπίπτουσα αγωγή (ΑΠ 218/2014, ΑΠ 64/2011).

Γ. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, για να είναι νόμιμη η (αν)αγωγή, πρέπει ο ενάγων να αποδέχεται εξ αρχής και την δική του συνυπαιτιότητα. Αντίθετα, εάν δεν την αποδέχεται και υποστηρίζει ότι αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, ή ο ενάγων, τότε δεν έχει θέση η αναγωγή, γιατί αυτή προϋποθέτει συνενοχή. Σε περίπτωση, όμως, αποκλειστικής υπαιτιότητας, μία μόνον ενοχή γεννάται, εκείνη του υπαιτίου και συνεπώς δεν νοείται αναγωγή.

Δ. Τόσο στην αυτοτελή, όσο και στην παρεμπίπτουσα, αγωγή εξ αναγωγής, ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί το βαθμό πταίσματος του εναγομένου και τα πραγματικά περιστατικά που το θεμελιώνουν. Αν ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα και για αυτό πρέπει την ζημία, στην εσωτερική σχέση, να φέρει αποκλειστικά ο εναγόμενος, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό. Στην περίπτωση που δεν μπορέσει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, ή ο καθ' ου η αναγωγή, προβάλλει γεγονότα που δικαιολογούν τον ισχυρισμό ότι ο βαθμός υπαιτιότητας και αιτιότητας κάθε ενός από τους συνοφειλέτες δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί, το δικαστήριο θα εφαρμόσει τον κανόνα της ΑΚ 927 εδ. 3 και θα κατανείμει τη ζημία μεταξύ όλων των συνυποχρέων κατ' ίσα μέρη (ΑΠ 1491/2011, ΑΠ 48/2016).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ «όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτο, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση».

Β. Η ανωτέρω διάταξη έχει ως σκοπό, μόνο, την προστασία των τρίτων από παράνομη πράξη του εποπτευομένου (ΑΠ 48/2016).

Γ. Εποπτεία είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του εποπτευομένου, αναλόγως των περιστάσεων, προκειμένου δε περί ανηλίκου ασκείται από τους έχοντες την γονική μέριμνα αυτού γονείς του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1510 ΑΚ και περιλαμβάνεται στα καθήκοντα και δικαιώματα αυτών αλλά και τις υποχρεώσεις τους.

Δ. Για την θεμελίωση ευθύνης του εποπτεύοντας τον ανήλικο απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων,

α) Ύπαρξη υποχρέωσης εποπτείας ανηλίκου, που πηγάζει από το νόμο, ή σύμβαση, που δεν συμπλήρωσε το 18° έτος της ηλικίας του (άρθρο 127 ΑΚ) κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Υπόχρεοι εποπτείας ανηλίκου από τον νόμο είναι οι γονείς αυτού στα πλαίσια άσκησης της γονικής μέριμνας (άρθρα 1510, 1513, 1514, 1515 ΑΚ), οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον στην περίπτωση που ασκούν την γονική μέριμνα από κοινού.

β) Υπαίτια παραμέληση της εποπτείας που έχει ανατεθεί στον εποπτεύοντα από τον νόμο, η οποία τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομα ζημία σε τρίτον.

γ) Παράνομη πρόκληση ζημίας από τον εποπτευόμενο σε τρίτο, υπό την έννοια ότι η ζημιογόνα συμπεριφορά του εποπτευομένου στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση μιας από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ αδικοπραξίες, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε πταίσμα του εποπτευομένου. Σε περίπτωση που ο εποπτευόμενος είναι ικανός προς καταλογισμό και ενήργησε υπαίτια ευθύνεται και ο ίδιος προσωπικά σε αποζημίωση, διατηρούμενης εις ολόκληρον της (συν)ευθύνης του εποπτεύοντος με βάση τις διατάξεις των άρθρων 923 και 926 ΑΚ (ΑΠ 1998/2014).

δ) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην παραμέληση της εποπτείας από τον εποπτεύοντα και στη ζημιογόνα συμπεριφορά του εποπτευομένου και στην εντεύθεν ζημία του τρίτου. Η συνάφεια αυτή τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση, που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομα ζημία σε τρίτον.

Ε. Με την συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων σε βάρος του εποπτεύοντος γεννιέται ατομική ευθύνη αυτού για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που ο εποπτευόμενος προξενεί σε τρίτο (ΑΠ 1468/2009, ΑΠ 1306/2015).

ΣΤ. Εκτός από την άνω ευθύνη γεννιέται σε βάρος του ιδίου του εποπτεύοντος και υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του τρίτου, βάσει της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ.

Ζ. Ο εποπτεύων-εναγόμενος, για να ανατρέψει τα ανωτέρω μαχητά τεκμήρια, πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία, ή ότι η αποτροπή της ζημίας δεν ήταν δυνατή, ή ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για την παραμέληση της εποπτείας, ή ότι δεν ήταν από τα πράγματα δυνατή η άσκησή της (ΑΠ 1328/2007, ΑΠ731/2008, ΑΠ 1366/2003, ΑΠ 1998/2014).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ «όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτο, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση».

Β. Η ευθύνη του εποπτεύοντος απέναντι στον εποπτευόμενο για ζημία την οποία ο εποπτευόμενος ανήλικος υφίσταται από αδικοπραξία τρίτου, στην πραγμάτωση της οποίας συνέβαλε παραμέληση της εποπτείας, δεν καλύπτεται από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ, αλλά κρίνεται με βάση την εκ του νόμου, ή την συμβατική σχέση από την οποία πηγάζει η υποχρέωση της εποπτείας, είτε ενδεχομένως στην διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, συνεπεία παράβασης του καθήκοντος επίβλεψης (ΑΠ 48/2016).

Γ. Εποπτεία είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του εποπτευομένου, αναλόγως των περιστάσεων, προκειμένου δε περί ανηλίκου ασκείται από τους έχοντες την γονική μέριμνα αυτού γονείς του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1510 ΑΚ και περιλαμβάνεται στα καθήκοντα και δικαιώματα αυτών αλλά και τις υποχρεώσεις τους.

Δ. Για την βλάβη σε βάρος του ίδιου του εποπτευομένου υπάρχει εις ολόκληρο ευθύνη  του τρίτου και του εποπτεύοντος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 926, 927 ΑΚ. Όμως το συντρέχον πταίσμα του εποπτεύοντος στην πρόκληση της ζημίας του εποπτευόμενου δεν μπορεί να αντιταχθεί από τον εναγόμενο τρίτο, κατά της αγωγής αποζημιώσεως του εποπτευομένου, εφ όσον δεν πρόκειται για πταίσμα του ιδίου του εποπτευομένου (ΑΠ 239/2010, ΑΠ 48/2016).

Ε. Στην περίπτωση αυτή, ο ισχυρισμός του εναγομένου τρίτου, περί συνυπαιτιότητας του εποπτεύοντος τον παθόντα-ενάγοντα,  κατ' άρθρο 300 ΑΚ, δεν είναι νόμιμος. Είναι, όμως νόμιμος, όταν ο εποπτεύων ζητά αποζημίωση από τον τρίτο για δική του ζημία (ΑΠ 532/2012, ΑΠ 1106/2011, ΑΠ 239/2010, ΑΠ 48/2016).

ΣΤ. Ο ευθυνόμενος, αν αποζημιώσει τον εποπτευόμενο σε περίπτωση που η αδικοπραξία οφείλεται στην παραμέληση της εποπτείας του από το νόμιμο αντιπρόσωπό του, μπορεί να στραφεί αναγωγικώς, κατ άρθρο 927 ΑΚ, κατά του εποπτεύοντος και να απαιτήσει όσα κατέβαλε, ισχυριζόμενος και αποδεικνύων ότι ο τραυματισμός του εποπτευομένου οφείλεται σε παράβαση του καθήκοντος εποπτείας εκ μέρους εκείνου (ΑΠ 1743/2007, ΑΠ 48/2016).

Α. Γενικός κανόνας της αδικοπραξίας είναι ότι όποιος ζημιώσει άλλον υποχρεώνεται σε αποζημίωση (άρθ. 914 ΑΚ και 105 ΕισΝ ΑΚ). Για να μη διευρυνθεί όμως υπέρμετρα ο κύκλος των δικαιουμένων αποζημιώσεως, όταν πρόκειται για εμμέσως ζημιωθέντες, ο νομοθέτης περιόρισε τον κύκλο των υπαγομένων στο γενικό κανόνα για αποζημίωση, εκτός από τον ίδιο τον παθόντα μόνο στα μέλη της οικογένειας και συγκεκριμένα στον ή στη σύζυγο, τους γονείς και τα τέκνα, πρόσωπα τα οποία δικαιούνται αποζημίωση λόγω στέρησης της διατροφής ή παροχής υπηρεσιών (ΑΚ 928 εδ. β' και 929 εδ. β'). Οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν ειδικότερη εκδήλωση και εφαρμογή των αναφερομένων στον ειδικό και αδιάσπαστο νομικό δεσμό των μελών της οικογένειας διατάξεων των άρθρων 1507, 1508, 1485, 1486, 1489 εδ. β' και 1493 του ΑΚ και ως εκ τούτου οι πιο πάνω περιπτώσεις αποζημιώσεως των εμμέσως ζημιουμένων είναι περιοριστικές, ως προς τον κύκλο των δικαιουμένων της αποζημιώσεως προσώπων (ΑΠ 656/2019).

Β. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 299 ΑΚ, για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση στις περιπτώσεις, που ορίζει ο νόμος. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η χρηματική ικανοποίηση των μελών της υπό τη στενή έννοια οικογένειας του παθόντος (γονείς, τέκνα, σύζυγος) λόγω του έντονου ψυχικού πόνου, που υφίστανται από το θάνατό του, την οποία προβλέπει η διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 932 ΑΚ. Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης επιδίωξε κατά τρόπο εμφαντικό, να κατοχυρώσει την ικανοποίηση των μελών της οικογένειας, λόγω της ψυχικής οδύνης, που οπωσδήποτε υφίστανται από το θάνατο οικείου προσώπου, κρίνοντας ότι η περίπτωση αυτή, ως αφορώσα βαρύτατη προσβολή της προσωπικότητάς τους, χρήζει ιδιαίτερης μέριμνας. Από την διάταξη όμως του άρθρου 932 ΑΚ, προκύπτει σαφώς ότι δικαιούχος της απαίτησης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι μόνο το πρόσωπο που άμεσα υπέστη την ηθική βλάβη από την αδικοπραξία. Τέτοιο πρόσωπο είναι ο φορέας του προσβληθέντος εννόμου αγαθού και επί βλάβης του σώματος, ή της υγείας εκείνος που την υπέστη (ο παθών).

Γ. Συνεπώς τρίτα πρόσωπα δεν δικαιούνται κατά νόμο χρηματική ικανοποίηση, έστω και αν αυτά λόγω του στενού συγγενικού δεσμού προς τον παθόντα δοκιμάζουν ψυχικό πόνο και στενοχώρια, όπως στην περίπτωση του συζύγου, των γονέων ή αδελφών, από τη βλάβη του σώματος, ή της υγείας του συζύγου, τέκνου τους ή αδελφού, γιατί στην περίπτωση αυτή η ηθική βλάβη των προσώπων αυτών είναι έμμεση και ως εκ τούτου δεν αποκαθίσταται (Απ. Γεωργιάδη-Μιχ. Σταθόπουλου Κατ άρθρον ερμηνεία του ΑΚ άρθρο 932 αρ. 11, ΑΠ 350/1972, ΕφΑθ 7347/1998, ΕφΘεσ 2486/1999)

Δ. Σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ δεν έρχεται σε αντίθεση, α)  με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, που ορίζουν ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, β) με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει την προσωπικότητα του ατόμου, γ) με το άρθρο 9 παρ. 1 του Συντάγματος, δ) με τα άρθρα 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 του Πρόσθετου (Πρώτου) πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. ε) με τα  άρθρα 6 παρ. 1 και 13 της Ε.Σ.Δ.Α, σύμφωνα με τα οποία κάθε πρόσωπο δικαιούται, να ακουσθεί από το δικαστήριο και σε περίπτωση προσβολής αστικής φύσεως δικαιωμάτων του, να έχει στη διάθεσή του μια αποτελεσματική προσφυγή, καθώς και στ) με τα άρθρα 8 της Ε.Σ.Δ.Ρ.Α.,  23 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του Ο.Η.Ε. και 10 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα του Ο.Η.Ε ΕφΑθ 6082\96, ΕφΑθ3539\97, ΑΠ 694\2005, ΕφΡόδου 225\2004, ΕφΛαρ 647\2004, ΑΠ 624/2010,  ΕφΠειρ 102/2011).      

Ε. Έτσι, στην περίπτωση της σωματικής βλάβης από πρόθεση, ή από αμέλεια, δικαιούχος της απαίτησης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι μόνο ο φορέας του έννομου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας, που υπέστη την προσβολή, και όχι τρίτα πρόσωπα, που ανήκουν συνήθως στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος της αδικοπραξίας, έστω και αν αυτά υφίστανται ψυχική στεναχώρια και πόνο από την αδικοπραξία, που στρέφεται κατά του οικείου τους, γιατί θεωρούνται τρίτοι και δεν καθίστανται και αυτά φορείς της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση (ΕφΑθ. 430\90,

ΣΤ. Η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ δεν επιδέχεται αναλογική, ή διασταλτική ερμηνεία, ώστε να καλύψει αξιώσεις τρίτων συγγενικών προσώπων, γιατί έχει την έννοια ότι αποκλείεται να επιδικασθεί σε μέλη της οικογένειας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ακόμη και σε περίπτωση που αυτά υφίστανται ψυχικό πόνο ανάλογο με την προκαλούμενη από τον θάνατο ψυχική  οδύνη. Ίσως η μοναδική, να δύναται να θεωρηθεί η περίπτωση κάποιων τραυματισμών με μόνιμες και βαριές συνέπειες που συνδέονται με την απώλεια σημαντικών λειτουργιών του σώματος, ή της διάνοιας, οι οποίες ελάχιστα απέχουν από τον βιολογικό θάνατο, δηλαδή να βρίσκεται ο παθών για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κωματώδη κατάσταση, σε πλήρη έλλειψη επαφής με το περιβάλλον με διάγνωση μη επαναφοράς, οδηγούσα προς την κατεύθυνση του φυσικού θανάτου, όπως κρίθηκε με την ΕφΛαρ 259/07, αλλά στην περίπτωση αυτή η ηθική βλάβη που υπέστη το συγγενικό πρόσωπο πρέπει να ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του παθόντος από τον τραυματισμό και να μην συνδέεται με καταστάσεις που αφορούν τον πρόσωπο του προσβληθέντος συγγενούς.

Κατά το άρθρο 64 ΚΠολΔ, οι ανίκανοι προς το παρίστασθαι στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.

Προκειμένου περί ανηλίκων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 127 παρ. 1 ΑΚ, 63 και 64 ΚΠολΔ, ως ανίκανοι για δικαιοπραξία δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, στο δικαστήριο εκπροσωπούνται από τους οι γονείς τους, οι οποίοι, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, από κοινού ασκούν την γονική μέριμνα επ αυτών (ΑΠ 1864/1984, 511/1989, 1005/2006).

Α. Κατά το άρθρο 928 εδ. β ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπαίτιος υποχρεούται να αποζημιώσει εκείνον που κατά νόμο είχε δικαίωμα να απαιτήσει από το θύμα διατροφή, ή παροχή υπηρεσιών.

Β. Κατά το άρθρο 1508 ΑΚ, το τέκνο, εφ όσον αποτελεί μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρέφεται, ή διατρέφεται, από αυτούς, υποχρεούται να παρέχει στους γονείς του για τη διοίκηση του οίκου, ή την άσκηση του επαγγέλματός τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις τους και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειάς του.

Γ. Από την διάταξη αυτή, που είναι αναγκαστικού δικαίου, συνάγεται ότι για να δημιουργηθεί υποχρέωση του τέκνου προς παροχή υπηρεσιών, χωρίς αντίστοιχο δικαίωμα αμοιβής, προς τους γονείς ή τον γονέα, που παρέχουν σ' αυτό διατροφή, όταν είναι ενήλικο, ή μεριμνούν για την ανατροφή του όταν είναι ανήλικο, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις

α) Το τέκνο να έχει συμπληρωμένο τουλάχιστον το 14ο έτος της ηλικίας του, πριν από το οποίο δεν είναι επιτρεπτή, κατά το άρθρο 135 ΑΚ, ούτε η εκμίσθωση της εργασίας του τέκνου σε τρίτους

β) Να συνοικεί με τους γονείς του, έστω και αν είναι έγγαμο ή περιοδικά διαμένει σε διαφορετικό τόπο ή οικία.

γ) Να διατρέφεται από τους γονείς του, δηλαδή να παρέχονται σ' αυτό σε είδος και χρήμα τα απαραίτητα μέσα για τροφή, ένδυση, στέγαση, ψυχαγωγία, μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση, ανεξαρτήτως αν η παροχή της διατροφής αυτής είναι εκούσια ή επιβάλλεται κατ' άρθρο 1485 επ. ΑΚ και

δ) Οι υπηρεσίες του τέκνου για τη διοίκηση του οίκου των γονέων του ή την άσκηση του επαγγέλματός τους να βρίσκονται σε αναλογία τόσο με τις δυνάμεις του τέκνου, όσο και με τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και των γονέων του, που υπαγορεύουν την ανάγκη παροχής των υπηρεσιών του.

Δ. Από το συνδυασμό και των δύο διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτωσης τέκνου, που αποτελούσε μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρεφόταν, ή διατρεφόταν, από αυτούς, ο υπαίτιος για την θανάτωσή του έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τους γονείς του, οι οποίοι είχαν δικαίωμα, κατά το άρθρο 1508 ΑΚ, να απαιτούν από το θανατωθέν τέκνο τους, για την διοίκηση του οίκου τους, ή την άσκηση του επαγγέλματός τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειάς του. Η υποχρέωση αυτή της αποζημιώσεως υπάρχει, είτε είναι η ευθύνη υποκειμενική, είτε αντικειμενική, ενώ ο δικαιούχος υπόκειται στην ένσταση του άρθρο 300 ΑΚ (ΑΠ 505/1999, ΑΠ 1447/1983, ΑΠ 121/1979). ΑΠ 1297/2014

Ε. Σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της σχετικής αγωγής αρκεί να εκτίθεται σε αυτή ότι το τέκνο αποτελούσε μέλος του οίκου των γονέων του και διατρεφόταν απ αυτούς, καθώς και να προσδιορίζεται το είδος και η έκταση των υπηρεσιών που προσέφερε, ώστε να καθίσταται δυνατό να κριθεί αν αυτές ήταν ανάλογες με τις δυνάμεις και τις βιοτικές του συνθήκες και να αποτιμηθεί η αξία τους (ΑΠ 303/2005).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297-299, 914 και 928 ΑΚ προκύπτει, ότι τότε μόνο υφίσταται υποχρέωση προς αποζημίωση, όταν μεταξύ της υπαίτιας ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και του επιζήμιου αποτελέσματος υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος.

Α. Στην περίπτωση μελλοντικής ζημίας προσαπαιτείται να είναι δυνατός από πριν ο προσδιορισμός της. Η αιτιώδης διαδρομή μεταξύ πράξεως και ζημίας πρέπει να προσδοκάται με πιθανότητα, η οποία δεν υπάρχει όταν παρεμβάλλονται μελλοντικοί αστάθμητοι παράγοντες, που καθιστούν την ζημία άδηλη και υποθετική και προσδίδουν σ' αυτήν χαρακτήρα απλής ελπίδας ή προσδοκίας και όχι κεκτημένου δικαιώματος, που μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή (Μπαλή, ΕνοχΔ 623 αρ. 6, Κρητικό αρ. 311, ΕφΔωδ 107/ 1997, ΕφΑΘ 4353/1986).

Β. Εάν όμως η πραγματοποίησή της στο μέλλον εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, που, κατά την άσκηση ή έστω μέχρι τη συζήτησή της, είναι άγνωστοι και αστάθμητοι, από πιθανότητες, οι οποίες είναι ενδεχόμενο να επέλθουν ή όχι στο μέλλον και των οποίων η πραγματοποίηση στο μέλλον είναι αδύνατο, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να προβλεφθεί με ασφάλεια κατά το χρόνο που αυτή συζητείται, δεν μπορεί να απαιτηθεί αποζημίωση από τώρα ως πρόωρη, γιατί η σχετική αξίωση, δεν έχει πλήρως γεννηθεί και διαμορφωθεί και δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί το πραγματικό της αγωγής, αναβαλλόμενου του καθορισμού της αποζημιώσεως και της καταδίκης των εναγόμενων σε μεταγενέστερο χρόνο (βλΕφΑΘ 7995/2006 ΕλλΔ/νη 2008.222 και τις εκεί παραπομπές, (ΑΠ 2076/2006).

Γ. Η διάταξη του άρθρου 929 εδ. β' ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφ όσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, και δικονομικό χαρακτήρα, εφ όσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ζημία του ενάγοντος που εμφανιζόταν κατά την αγωγή ως πιθανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλά ενδεχόμενη, στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή έχει την έννοια ότι η αγωγή ασκήθηκε πρόωρα (ΑΠ 2076/2006).

Από την διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης των συζύγων, που προκύπτει εφ όσον αποδειχθεί διετής διάσταση.

Α. Η διετής διάσταση υπολογίζεται αναδρομικά από τον χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο κατ' ουσίαν συζήτησης της αγωγής, Εφ όσον τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, μετά και την διαπίστωση της πρόθεσης για διάσταση, στη λύση του γάμου.

Β. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με την θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους, ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης. Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο), που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα, ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά.

Γ. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης, ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης, που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης, ενώ κατά μείζονα λόγο δεν ελλείπει η διάσταση, όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ' άλλων λόγων, που δεν αναιρούν την σταθερή εξακολουθητικά υπάρχουσα πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού.

Δ. Η επίκληση της διετούς διάστασης είναι στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής διαζυγίου, η οποία στηρίζεται στον ανωτέρω λόγο, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν έχει συμπληρωθεί η διετής διάσταση, γιατί αυτή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι ένσταση.

Ε. Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση, εφ όσον δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (ΑΠ 1350/2017, Α 242/2015, ΑΠ 1068/2014, ΑΠ 200/2020, ΑΠ 1164/2020).

Α. Kατά την διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ «Aν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. H προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες».

Β. Προϋποθέσεις της αξίωσης του δικαιούχου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων,

β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, αφ ότου τελέσθηκε ο γάμος,

γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου

δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου.

Γ. Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ ΑΠ 28/1996).

Δ. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Ε. Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή ο χρόνος της έγερσης της αγωγής, εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετάκλητης λύσης του γάμου, ή της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης.

ΣΤ. Για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Ζ. Ο χρόνος λύσης, ή ακύρωσης του γάμου, ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου.

Η. Η συμβολή του τελευταίου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Θ. Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 ΑΚ στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου. Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση.

Ι. Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

ΙΑ. Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν. Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες.

ΙΒ. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.

ΙΓ. Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο, ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

ΙΔ. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση. Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

ΙΕ. Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

ΙΣΤ. Ο εναγόμενος στην εν λόγω αγωγή μπορεί κατ' ένσταση να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, να αφαιρεθεί το παθητικό αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 2042/2013, ΑΠ 588/2020).

Η στάθμευση αυτοκινήτου σε parking (ή garage) εμφανίζεται με δύο νομικές μορφές, με διαφορετικές νομικές συνέπειες κάθε μορφή.  

1) Ως μίσθωση χώρου, του άρθρου 574 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η στάθμευση του αυτοκινήτου γίνεται συνήθως με αντάλλαγμα, σε χώρο ανοικτό, ή κλειστό parking, που διατίθεται στον κάτοχο του αυτοκινήτου και επιλέγεται από αυτόν, αλλά χωρίς επίβλεψη του αυτοκινήτου από τον εκμεταλλευόμενο το parking. Ο κάτοχος του αυτοκινήτου μετά την στάθμευσή του παραλαμβάνει μαζί του τα κλειδιά του αυτοκινήτου.  

α) Σύμφωνα με τις διατάξεις της μίσθωσης πράγματος των άρθρων 574, 575 ΑΚ, η υποχρέωση του εκμεταλλευομένου το parking εξαντλείται στην παραχώρηση του χώρου και στην διατήρησή του κατάλληλου για τη στάθμευση του αυτοκινήτου, χωρίς να ευθύνεται για φθορές, ή καταστροφή του.

β) Στην περίπτωση αυτή (μίσθωση χώρου) ο εκμεταλλευόμενος το parking δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του κατόχου του αυτοκινήτου στην περίπτωση αδυναμίας αποδόσεως του αυτοκινήτου, ή βλάβης του, ή κλοπής, ή απώλειας, των πραγμάτων που είχαν αποτεθεί σ’ αυτό. 

2) Ως σύμβαση αμειβόμενης παρακαταθήκης, του άρθρου 822 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η στάθμευση του αυτοκινήτου γίνεται με  αντάλλαγμα σε υπαίθριο (ή κλειστό parking) και ο κάτοχος του αυτοκινήτου, χωρίς να επιλέγει ο ίδιος την θέση στάθμευσης, αφήνει σε αυτό τα κλειδιά του, δίνοντας έτσι την δυνατότητα στον εκμεταλλευόμενο το parking για, ανάλογα με τις περιστάσεις, μεταβολές της θέσεως του αυτοκινήτου.

α) Σύμβαση παρακαταθήκης αποτελεί η σύμβαση, η οποία καταρτίζεται με την παραλαβή από τον εκμεταλλευόμενο το parking του αυτοκινήτου,  που δίδεται σε αυτόν προς φύλαξη από τον κάτοχό του.

β) Κύρια υποχρέωση του εκμεταλλευόμενου το parking είναι η φύλαξη του αυτοκινήτου και του περιεχομένου του. Τούτο γιατί ο εκμεταλλευόμενος το parking αποκτά δυνατότητα επεμβάσεως στο αυτοκίνητο, όπως προξένηση βλαβών, αποτροπή κινδύνου κλοπής κ.λπ. ως και στα πράγματα που είναι αποτεθειμένα σε αυτό.

γ) Στην περίπτωση αυτή (αμειβόμενη παρακαταθήκη) ο εκμεταλλευόμενος το parking ευθύνεται σε αποζημίωση του κατόχου του αυτοκινήτου στην περίπτωση αδυναμίας αποδόσεως του αυτοκινήτου, ή βλάβης του, ή κλοπής, ή απώλειας, των πραγμάτων που είχαν αποτεθεί σ’ αυτό.    

δ) Για την θεμελίωση της σχετικής αγωγής ο κάτοχος του αυτοκινήτου αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει την σύμβαση της παρακαταθήκης και την ζημία που υπέστη από την μη εκπλήρωσή της. Ο εκμεταλλευόμενος το parking πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η αδυναμία αποδόσεως του πράγματος οφείλεται στο γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη. Μπορεί επίσης να επικαλεσθεί ότι η απώλεια του πράγματος συνέβη σε χρόνο που αυτός, βάσει συμβατικού όρου, δεν είχε την ευθύνη για τη φύλαξή του, δεδομένου ότι είναι δυνατός με σχετική συμφωνία ο χρονικός περιορισμός της υποχρεώσεώς του προς φύλαξη, δηλ. προς εκπλήρωση μιας από τις κύριες υποχρεώσεις του από τη σύμβαση της παρακαταθήκης, ο οποίος δεν αναιρεί το χαρακτήρα της συμβάσεως αυτής, αλλά περιορίζει κατ' ουσίαν χρονικώς την λειτουργία της με βάση την κατ' άρθρον 361 ΑΚ ελευθερία των συμβάσεων (ΑΠ 232/1982, ΑΠ 685/1974, ΕφΑθ 3262/1988, ΕιρΘεσ 765/2013).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται μόνο κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν, ή κατά των καθολικών διαδόχων τους, ή των κληροδόχων τους, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, όπως είναι οι συνεναγόμενοι αυτού.

Α. Έτσι, η αναίρεση, που απευθύνεται κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, είναι κατά το μέρος αυτό απαράδεκτη, γιατί ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση ως προς αυτούς, εκτός αν στην απόφαση περιελήφθη διάταξη υπέρ αυτών, που τον βλάπτει (ΑΠ 936/2011).

Β. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα ομόδικο, που οδηγεί στη δημιουργία επιβλαβούς για αυτόν δεδικασμένου (ΑΠ 590/2016, ΑΠ 893/2018).

Με την διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 εδ. τελ. ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει την συζήτηση, ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους. Με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους και ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφομένης κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, είναι επιτρεπτή η επίσπευση της συζήτησης αυτής από ορισμένους μόνο των αναιρεσιβλήτων ομοδίκων, που παρείχαν προς τούτο εγκύρως εντολή και πληρεξουσιότητα στον εκπροσωπήσαντα αυτούς πληρεξούσιο δικηγόρο (ΑΠ 76/2020).

Με αναίρεση προσβάλλονται οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 556 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Β. Κατ άρθρο 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή των καθολικών διαδόχων τους, ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Γ. Δεύτερη αναίρεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο, δεν επιτρέπεται.

Ο αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 560 ΚΠολΔ στρέφονται κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων και Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Κατά αποφάσεων Εφετείων ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον λόγο με αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».

Α. Σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι «πράγματα» που προτάθηκαν, ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν, ή καταλύουν, την βάση της αγωγής (ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως) και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής (ενστάσεως, αντενστάσεως) οι οποίοι αποκρούονται, ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως βασίμων ή αβασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής (ενστάσεως, αντενστάσεως) πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1159/2018).

Β. Δεν αποτελούν «πράγματα» τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων.

Γ. Ο λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 12/2018).

Δ. Δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθησαν υπ όψιν επιχειρήματα, ή συμπεράσματα, από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί, ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΑΠ 234/2019, ΑΠ 576/2017, ΑΠ 1159/2018).

Ο αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 560 ΚΠολΔ στρέφονται κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων και Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Κατά αποφάσεων Εφετείων ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον λόγο με αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».

Α. Ο λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία», ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία». Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Β. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Γ. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν «αιτιολογία», ώστε να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα, ή ανεπάρκεια (ΑΠ 619/2018, ΑΠ 1577/2013, ΑΠ 357/2019, ΑΠ 923/2020).

Δ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών, ή αντιφατικών, αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες, ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή, να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Ε. Η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς, ή αντιφατικές, αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής (ενστάσεως ή αντενστάσεως).

ΣΤ. Επιπλέον πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε, ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η από την παράλειψη αυτή αοριστία του λόγου της αναιρέσεως, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτή ως απαραδέκτου (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δίκης δικογράφου, να συμπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου

Ζ. Σημειώνεται ότι από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, αφού πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1909/2014, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 1420/2013)

Ο αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 560 ΚΠολΔ στρέφονται κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων και Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Κατά αποφάσεων Εφετείων ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές».

A. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλ. κατά τα παραπάνω, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο νόμος απαιτεί.

B. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.

Γ. Με τον λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του Ειρηνοδικείου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία.

Δ. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνος δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 1387/2015).

Ε. Σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 18/2020, ΑΠ 67/2020).

Κατά τον λόγο με αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό».

Α. Σύμφωνα με τον λόγο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.

Β. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως, δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Γ. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008).

Δ. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων (ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014).

Ε. Ο λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής (ανταγωγής, ενστάσεως)  στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).

ΣΤ. Για το ορισμένο του λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση

 α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου,

β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και,

γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016, ΑΠ 374/13, ΑΠ 1643/2005, ΑΠ 1093/2020).

Κατά τον λόγο με αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».

Α. Η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου, ή αναφέρονται ανεπαρκώς, ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Β. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή, ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ. ΑΠ 24/1992, ΑΠ 178/2020).

Γ. Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, 361/2008, ΑΠ 672/2017, ΑΠ 382/2020).

Δ. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, δηλαδή, μόνον το ό,τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 421/2020).

Ε. Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 421/2020).

ΣΤ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και

α) έστω και συνοπτικά οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες,

β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, και η σύνδεσή του με το διατακτικό και

γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Ζ. Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια, ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 892/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017).

Η. Δεν έχει εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Θ. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ι. Δεν δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

ΙΑ. Δεν ιδρύεται ο λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αγωγή (ένσταση, αντένσταση) ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ 870/2017, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 799/2020).

Κατά τον λόγο με αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση».

Ο λόγος αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής, να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτήν, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο.

Νομικό ζήτημα δεν επιλύεται, αν η απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ' αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 188/2020)

Κατά τον λόγο με αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις».

Α. Για την ίδρυση του λόγου απαιτείται, όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.

Β. Η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της αποφάσεως ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως.

Γ. Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως (ΑΠ 537/2016, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 854/2019).

Κατά τον λόγο με αριθμό 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται « αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση».

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 533 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης. Σε περίπτωση σώρευσης περισσοτέρων βάσεων ή αιτημάτων, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αγωγές) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα ή διατάσσοντας την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο.

Β. Η απόφαση,  που είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, δεν υπόκειται σε ανάκληση ως προς τις οριστικές τις διατάξεις, ενώ ως προς τις μη οριστικές μπορεί, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθεί, σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση (ΑΠ1358/2011, 1821/2008, 140/2006).

Γ. Στις παραπάνω περιπτώσεις, η αίτηση ανάκλησης μη οριστικής απόφασης μπορεί να υποβληθεί παραδεκτώς και με την κλήση για την κατ’ ουσία συζήτηση της υπόθεσης, η εισαγωγή της οποίας με τον τρόπο αυτό δημιουργεί στάση δίκης (ΑΠ1450/2010, 1638/2005).

Δ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συντρέχουν λόγοι ανάκλησης της μη οριστικής απόφασής του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί η σχετική διάγνωση ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του (ΑΠ 419/2014, 1149/2008, ΑΠ 1490/2017)

Κατά τον λόγο με αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο».

Α. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 64/2020).

Β. Ο λόγος δεν αναφέρεται σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 274/2020).

Γ. Ο λόγος μπορεί να θεμελιώσει ακυρότητες της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφ όσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής, προβαλλόμενους με το σχετικό ένδικο βοήθημα (ΑΠ626/2018, 1405/2012). 

Δ. Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 362/2017, ΑΠ 1620/2017, ΑΠ 371/2008).

Κατά τον λόγο με αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης».

Α. Ο λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στην διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της αποδείξεως. Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Β. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως.

Γ. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.

Δ. Εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 1182/2018, ΑΠ  893/2020, ΑΠ 117/2020).

Κατά τον λόγο με αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται « αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων».

Ο λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ιδρύεται δηλαδή, μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο εξαιρετική δύναμη, που δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, παρ ότι είχε κατά νόμο και όχι όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη βαρύτητα, ή αξιοπιστία από άλλα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 437/2000, ΑΠ 1091/2019).

Κατά τον λόγο με αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν».

Α. Με την περίπτωση α) ιδρύεται αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο έλαβε υπ όψιν του αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Τα αποδεικτικά μέσα καθορίζονται, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ και δεν επιτρέπεται η χρήση άλλων. Το απαράδεκτο αυτό πρέπει να είχε, νόμιμα, προβληθεί, από τον αναιρεσείοντα, στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις 3 περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 277, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 835/2008, ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 1091/2019)

Β. Με την περίπτωση β) αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης, που προκύπτει και από το συνδυασμό με τα άρθρα 106, 237, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, η δε επίκληση πρέπει να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με σαφή αναφορά στις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου ( κατάθεσης μάρτυρα, εγγράφου), κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 771/2020).

Γ. Η περίπτωση γ) ιδρύει τον αναιρετικό λόγο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη, απέβλεπε στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, γιατί μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης και δημιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα, που ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του (ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 2/2008).

Δ. Η ένορκη βεβαίωση στον ειρηνοδίκη, ή στο συμβολαιογράφο, αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Κατά συνέπεια, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη, ή ανταπόδειξη, ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή, αφ ενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφ ετέρου έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, η δε έλλειψη της μνείας δεικνύει ότι το μέσο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 114/2019, ΑΠ 2258/2013, ΑΠ 734/2020)

Ε. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική, ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ).

ΣΤ. Δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή). Η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως, για να δημιουργηθεί όμως, ο αναιρετικός λόγος από τη μη λήψη αυτής υπόψη, πρέπει ο αναιρεσείων, ως ωφελούμενος από αυτή διάδικος, να επικαλέστηκε με τις προτάσεις του την ομολογία του αντιδίκου του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 1093/2020).

Ζ. Κάθε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.

Η. Η ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, το οποίο αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 2103/2017, ΑΠ 898/2015, ΑΠ 373/2011, ΑΠ 1711/2008).

Θ. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός με τη μη λήψη υπόψη δικαστικής ομολογίας, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει το δικαστήριο να δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 325/2007).

 Ι. Για την πληρότητα του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο

α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.

β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας.

γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου.

ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 333/2009, ΑΠ 1242/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1091/2019).

Κατά τον λόγο με αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη».

Α. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα «πράγματα» που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη, ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για «πράγματα» που δέχθηκε ως αληθινά.

Β. Δεν να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά, ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.

Γ. Ο όρος «πράγματα» είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως «πράγματα» νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση, του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής (ανταγωγής, ένστασης) όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων, ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).

Δ. Ο λόγος είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα «πράγματα» κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 1093/2020).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο

1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,

2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος, ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση,

3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα,

4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,

5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και

6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική και δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων (ΑΠ 1702/2018).

Oι αναιρετικοί λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 60/2019).

Κατά τον λόγο με αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, ή άφησε αίτηση αδίκαστη».

Α. Στις περιπτώσεις α) και β) αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε, ή αναγνώρισε, ή προέβη σε διάπλαση υπερακοντίζοντας το σχετικό αίτημα (ΑΠ 1591/2017, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 704/2011, ΑΠ 777/2010). ΑΠ 871/2019

Β. Στην περίπτωση γ) αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως «αίτηση», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου(AΠ1355/2010, ΑΠ 854/2019).

Κατά τον λόγο με αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».

Α. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Β. Δεν αποτελούν «πράγματα»

α)  οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων,

β) οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα, ή συμπεράσματα, των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων,

γ) οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου

δ) τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης,

ε) οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί

στ) τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και

ζ) τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 1093/2020).

Γ. Ισχυρισμός είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή (ή ένσταση.

Δ. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος, αν ο (αυτοτελής) πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012),

Ε. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

ΣΤ. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 195/2017).

Ζ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται «τα πράγματα», που παρά το νόμο έλαβε, ή δεν έλαβε, υπ όψιν το δικαστήριο, παρ ότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα «πράγματα» είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016, ΑΠ 1093/2020).

Κατά τον λόγο με αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην».

Α. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ δημιουργείται μόνον αν ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην παρά το νόμο, ιδίως, παρά τις διατάξεις για την επίδοση, όχι όμως και όταν αυτός δικάστηκε κατ' αντιμωλία, ενώ θα έπρεπε, για κάποιο τυπικό λόγο, (μη κατάθεση εμπρόθεσμων προτάσεων), να θεωρηθεί ως δικαζόμενος ερήμην (ΑΠ 496/2017).

Β. Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν δημιουργείται ούτε ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αφού αυτός προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τέτοιοι δε κανόνες δεν συνιστούν αυτοί περί ερημοδικίας του διαδίκου, ούτε εκείνη του άρθρου 260 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται στην περίπτωση ερημοδικίας αμφοτέρων των διαδίκων και βάσει αυτής κηρύσσεται ματαιωμένη η συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 496/2017, ΑΠ 36/2020).

Κατά τον λόγο με αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46».

Α. Ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου.

Β. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος  όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ` ύλην, ακόμη και αν το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης περί αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 938/2019, ΑΠ 700/2019).

Κατά τον λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς».

Α. Ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ191/2013, ΑΠ486,568/13, ΑΠ 382/2020)

Β. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής, ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφ όσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Γ. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται.

Δ. Η ποσοτική, ή ποιοτική, αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται το δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 405/2020).

Ε. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.

ΣΤ. Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στα δικαστήρια της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1914/2014) και να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση της αναίρεσης (ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1702/2018)

Σύμφωνα με το άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους παρακάτω λόγους

1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς,

2) αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας,

3) αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί,

4) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων,

5) αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ΚΠολΔ, ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46 ΚΠολΔ,

6) αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην,

7) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,

8) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,

9) αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη,

10) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη,

11) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν,

12) αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων,

13) αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης,

14) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο,

15) αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση,

16) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη,

17) αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις,

18) αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση,

19) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,

20) αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

  1. Όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη

Όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, η επίδειξη εγγράφων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 902 - 903 ΑΚ (ΕφΘεσ 1150/2001, ΜονΠρΘεσ 303/2010).

Α. Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη, ή και αντίγραφό του, αν, εκτός των άλλων, το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί, ή πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και αυτόν.

Β. Η επίδειξη εγγράφου με βάση το άρθρο 902 μπορεί να ζητηθεί με αγωγή, ή και με ανταγωγή, εφ όσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραδεκτού της τελευταίας, που καθορίζονται στο άρθρο 268 ΚΠολΔ. Οι περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος για επίδειξη εγγράφου, ή την χορήγηση αντιγράφου, εξειδικεύονται στην διάταξη 902 AK και αναφέρονται σε αυτή περιοριστικά (ΕφΑθ 673/2009)

Γ. Περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος

α) όταν το έγγραφο συνετάγει προς το συμφέρον του αιτούντος, εάν δηλαδή συνετάγει προς σύσταση, απόδειξη, ή γενικά διατήρηση των δικαιωμάτων του αιτούντος. Απαιτείται κατά την σύνταξη του εγγράφου, να υπήρχε ο ως άνω σκοπός. Το έγγραφο δεν απαιτείται να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη. Αν όμως δεν έχει συνταχθεί έστω και προς το συμφέρον του, δεν θεμελιώνεται αξίωση επιδείξεως, επειδή έχει απλώς αντικειμενική γι αυτόν αξία λόγω του περιεχομένου του. Έτσι έννομο συμφέρον δεν υπάρχει, αν το έγγραφο έχει συνταχθεί αποκλειστικά προς το συμφέρον του κατόχου του.

β) όταν το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και τον αιτούντα, εάν δηλαδή πρόκειται για έγγραφο συστατικό, ή αποδεικτικό δικαιοπραξίας, αφορά δηλαδή κυρίως διμερείς δικαιοπραξίες, στις οποίες ο αιτών είναι ένας από τους δικαιοπρακτούντες

γ) όταν το έγγραφο σχετίζεται με διαπραγματεύσεις, που διεξήχθησαν και έχουν σχέση με τον αιτούντα, είτε προς το συμφέρον αυτού δια άλλου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έγγραφα εκείνα, που δεν πιστοποιούν μεν μια έννομη σχέση, αφορούν όμως τις σχετικές με αυτή διαπραγματεύσεις. Δεν έχει δε σημασία, αν οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν, ή όχι, σε κατάρτιση συμβάσεως. Τέτοια έγγραφα είναι τα σχέδια της συμβάσεως, τα τηλεγραφήματα, τα σχεδιαγράμματα, οι επιστολές, οι πρόχειρες σημειώσεις, η αλληλογραφία που έχει διαμειφθεί.

Δ. Για το ορισμένο της αγωγής ο αιτών πρέπει να προσδιορίζει ειδικώς και να περιγράφει επακριβώς τα έγγραφα των οποίων ζητά την επίδειξη και να αναφέρει το περιεχόμενό τους.

Ε. Ο προσδιορισμός του επιδεικτέου εγγράφου με την ανωτέρω έννοια, είναι αναγκαίος,

α) για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν το έγγραφο αυτό είναι ουσιώδες με την έννοια ότι μπορεί, να χρησιμεύει για την απόδειξη των ισχυρισμών του αιτούντος την επίδειξη,

 β) γιατί μόνο έτσι παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια να δώσει εξηγήσεις για την κατοχή του εγγράφου και να αμυνθεί,

γ) γιατί σε περίπτωση αμφισβητήσεως της κατοχής εκ μέρους του εναγομένου, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει σχετικές αποδείξεις και

δ) γιατί έτσι γίνεται εφικτός ο προσδιορισμός του εγγράφου στο διατακτικό της αποφάσεως, πράγμα απαραίτητο και για την ενδεχόμενη εκτέλεσή της.

ΣΤ. Ως περιγραφή του εγγράφου ικανή για το ορισμένο της αιτήσεως επιδείξεως πρέπει να θεωρηθεί εκείνη με την οποία εξατομικεύεται το έγγραφο, χωρίς να είναι απαραίτητος και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου του, γιατί διαφορετικά η άσκηση της σχετικής αξιώσεως πολλές φορές θα δυσχεραίνεται υπερβολικά (ΑΠ 209/1994, ΕφΑθ11203/1986, ΕφΘΕσ 1150/2001).

Ζ. Σε κάθε περίπτωση είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα η αγωγή με την οποία ζητείται να επιδειχθούν, α) όσα και όποια έγγραφα κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση, β) βιβλία με τις αναγραφόμενες σε αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό, γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σε αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων, δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων, που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο.\\

  1. Επίδειξη εγγράφου κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης

Η επίδειξη εγγράφου κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450 - 452 ΚΠολΔ.

Α. Κατά το άρθρο 450 παρ. 2 ΚΠολΔ κάθε διάδικος, ή τρίτος, έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την μη επίδειξή τους (ΕφΘεσ 1150/2001, ΜονΠρΘεσ 303/2010).

Β. Οι διατάξεις των άρθρων 450 επ ΚΠολΔ ρυθμίζουν την υποχρέωση των διαδίκων, ή τρίτων, προς επίδειξη εγγράφου κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, κατ απόκλιση από εκείνες των άρθρων 902-903 ΑΚ, οι οποίες έχουν εφαρμογή, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, στην οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ειδικά το ζητούμενο έγγραφο και συνεπώς στην περίπτωση κατά την οποία η ανάγκη της επιδείξεως εγγράφου ανακύπτει στην διάρκεια εκκρεμούς δίκης αποκλειστικώς εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 450 επ. ΚΠολΔ.

Γ. Για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη αίτηση για επίδειξη εγγράφων από τον αντίδικο πρέπει, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, εκτός άλλων, να περιγράφει επακριβώς το επιδεικτέο έγγραφο και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του, δηλαδή να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου, έτσι ώστε να μπορεί, να κριθεί το έννομο συμφέρον του αιτούντος προς επίδειξη σε σχέση με την συγκεκριμένη διαφορά και να καθορίζει ότι το έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή του αντιδίκου, γιατί το γεγονός αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεώς του για επίδειξη (ΑΠ 953/2002, ΑΠ 1613/2000, ΜονΠρΘεσ 35124/2008).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, και στην αναιρετική διαδικασία, συνδυαζόμενες και με  αυτές των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται στην περίπτωση κατά την οποία, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Β. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, του λόγου της διακοπής, η οποία πρέπει να γίνει, είτε με επίδοση δικογράφου, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου.

Γ. Ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου που πέθανε δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωση του επιφέρει την βίαιη διακοπή της δίκης (ΑΠ 7/2020).

Α. Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Β. Αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετά αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Δ. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της ανωτέρω κλήτευσης, είναι, ο απολειπόμενος κατά την μετ αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση, ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Με την νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ807/2018, ΑΠ 7/2020).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται μόνο κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν, ή κατά των καθολικών διαδόχων τους, ή των κληροδόχων τους, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, όπως είναι οι συνεναγόμενοι αυτού.

Α. Έτσι, η αναίρεση, που απευθύνεται κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, είναι κατά το μέρος αυτό απαράδεκτη, γιατί ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση ως προς αυτούς, εκτός αν στην απόφαση περιελήφθη διάταξη υπέρ αυτών, που τον βλάπτει (ΑΠ 936/2011).

Β. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα ομόδικο, που οδηγεί στη δημιουργία επιβλαβούς για αυτόν δεδικασμένου (ΑΠ 590/2016, ΑΠ 893/2018).

Με την διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 εδ. τελ. ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει την συζήτηση, ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους. Με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους και ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφομένης κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, είναι επιτρεπτή η επίσπευση της συζήτησης αυτής από ορισμένους μόνο των αναιρεσιβλήτων ομοδίκων, που παρείχαν προς τούτο εγκύρως εντολή και πληρεξουσιότητα στον εκπροσωπήσαντα αυτούς πληρεξούσιο δικηγόρο (ΑΠ 76/2020).

Κατά το άρθρο 862 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφ όσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Η εφαρμογή της διάταξης δεν αποκλείεται από τυχόν εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή εκ του κατ' άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος δίζησης.

Α. Πταίσμα του δανειστή συνιστά όχι μόνο ο δόλος και η βαριά αμέλεια του περί την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά και η ελαφρά αμέλεια, εκδηλώνεται δε, είτε με ενέργειες, είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρώτοφειλέτη.

Β. Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων της ένστασης ελευθερώσεως, όχι όμως για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, καθ' όσον σύμφωνα με το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ είναι άκυρη κάθε προηγούμενη συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια.

Γ. Στο δικαστή εναπόκειται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει πότε η αμέλεια φέρει βαριά μορφή, η τυχόν δε υπ' αυτού εσφαλμένη υπαγωγή των γενόμενων δεκτών περιστατικών στη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας ελέγχεται αναιρετικώς. Βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η απόκλιση από το μέτρο της συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη, όταν δηλαδή φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα επιζήμια σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της (ΑΠ 568/2009). 

Δ. Στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή και όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκανε χρήση των δικαιωμάτων που του δίνουν οι διατάξεις των άρθρων 867- 868 ΑΚ, ή υπαίτια δεν αποδέχεται την κύρια οφειλή, που έγκυρα του προσφέρεται, ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη, ή αμελεί την διεξαγωγή της δίκης, ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη (ΑΠ 419/2013, ΑΠ512/2008, ΑΠ 1216/2019).

Ε. Σημειώνεται ότι στην σύμβαση της εγγύησης, εφαρμόζονται οι κοινές για τη σύμβαση διατάξεις, όπως και εκείνες που αφορούν τα ελαττώματα της δηλώσεως βουλήσεως. Μεταξύ των τελευταίων είναι και η διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ενώ με τη διάταξη του επομένου άρθρου 141 διευκρινίζεται ότι η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την κατάρτισή της. Πλάνη, επομένως, είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματικής κατάστασης, προς την πλάνη δε με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή την νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 406/2019, ΑΠ 725/2014, ΑΠ 1655/2012). Η πλάνη, ως λόγος ακυρωσίμου της δικαιοπραξίας μπορεί να προταθεί όχι μόνο με αγωγή, αλλά και με ένσταση, αν ο πλανηθείς ενάγεται από το δανειστή για την εκπλήρωση των αξιώσεων που απορρέουν από την δικαιοπραξία (ΑΠ 1431/2019).

Κατά την διάταξη του άρθρου 558 εδ. β ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται καθ' όλων των ομοδίκων, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1887/2017).

Κατά την διάταξη του άρθρου 254 παρ.1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης, ή την διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση

Η παρεχόμενη από την παραπάνω διάταξη ευχέρεια περιλαμβάνει τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει, εκτός άλλων, την προσκομιδή των αναγκαίων για το σχηματισμό της κρίσης του εγγράφων, ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 1094/2019, ΑΠ 243/2017, ΑΠ 528/2020).

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1 περ. β', 577 παρ.2, 309 εδ. α, 321 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τελεσίδικη είναι η απόφαση που περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΑΠ 185/2018).

Β. Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφ ότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο δικαιούμενος προς άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, καθ όσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβάλλεται με αναίρεση (ΟλΑΠ 17/2013).

Γ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης επίδοσης, ή με την επί του επιδοθέντος αντιγράφου αυτής σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου  που την εξέδωσε, ότι δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της ανακοπής.

Δ. Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 845/1918, ΑΠ 185/2018, ΑΠ 58/2020).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ  η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή των καθολικών διαδόχων τους, ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 89 και 277 αριθ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν ο εναγόμενος προσεπικαλέσει εκείνον από τον οποίο έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του να παρέμβει στη δίκη προς υποστήριξή του, ο δε προσεπικαλούμενος δικονομικός εγγυητής δεν παρεμβαίνει παραδεκτά υπέρ του προσεπικαλούντος, αλλά εμφανίζεται στη δίκη, περιοριζόμενος στην απόκρουση της προσεπίκλησης και στην αμφισβήτηση της βασιμότητάς της, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ των αρχικών διαδίκων, ούτε δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 76 ΚΠολΔ, μεταξύ του προσεπικαλουμένου αι προσεπικαλούντος-εναγομένου.

Β. Αν, επομένως, ο εκκαλών-ενάγων ηττηθεί στη δευτεροβάθμια δίκη και ασκήσει αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης δεν δικαιούται να απευθύνει την αναίρεση αυτή και κατά του προσεπικαλουμένου, ο οποίος δεν νομιμοποιείται να είναι αναιρεσίβλητος, εφ όσον δεν άσκησε παραδεκτά πρόσθετη υπέρ του προσεπικαλούντος εφεσιβλήτου - εναγομένου παρέμβαση στην πρωτοβάθμια, ή δευτεροβάθμια δίκη και, έτσι, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη αυτή (ΑΠ 1430/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 43/2020).

Α. Αποφασιστικό κριτήριο, κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ, για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Β. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Γ. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης.

Δ. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ε. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011, ΑΠ 368/2019).

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Α. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό, ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά, είτε ως προς το αίτημα, είτε ως προς την ιστορική βάση, είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Β. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια, είτε γιατί βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε γιατί έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 35/2020).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετική απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής.

Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης, στο οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, και αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη.

Κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 237 ΚΠολΔ και αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 84/2017, ΑΠ 894/2015, ΑΠ 1145/2015, ΑΠ 28/2020).

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση.

Α. Συνεπώς πρόσθετη παρέμβαση για πρώτη φορά ασκείται και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενη σε μόνη την υποστήριξη, ή αντίκρουση, των λόγων της αναίρεσης, εφόσον ο τρίτο έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 502/2011).

Β. Έννομο συμφέρον  υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος, ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από την δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της.

Γ. Ως τρίτος, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη, ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Δ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται. 

Ε. Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον πρέπει, εφ όσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από την δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.

ΣΤ. Η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης, που συντάσσεται, είτε κάτω από το αντίγραφο της αναίρεσης, είτε αυτοτελώς, πρέπει να επιδίδεται και προς τον μη εμφανισθέντα κατά τη εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο προσθέτως παρεμβάντα για να ενημερώνεται και αυτός περί της εξέλιξης της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του. Χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης και δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης της αναίρεσης, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπ όψιν και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 49/2010).

Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ή των καθολικών διαδόχων, ή των κληρονόμων τους.

Α. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης του καθ ου η πρόσθετη παρέμβαση, δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 434/2019).

Β. Πάντως, αν η αναίρεση του καθ ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δεν ιδρύεται απαράδεκτο και εκτιμάται ως κλήση κατά την συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1223/2018, ΑΠ 711/2017). Αν όμως η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 434/2019, ΑΠ 14/2020).

Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 79 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν τρίτος αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος από το αντικείμενο δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, έχει δικαίωμα να παρέμβει κυρίως σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, ή της δευτεροβάθμιας, διαδικασίας.

Α. Για το παραδεκτό της κυρίας παρέμβασης, εκτός από την συνδρομή των γενικών διαδικαστικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την αγωγή, απαιτούνται και οι ειδικές διαδικαστικές προϋποθέσεις δηλαδή η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως τρίτου, η κατά την άσκηση της παρέμβασης ύπαρξη εκκρεμούς δίκης και η αντιποίηση του αντικειμένου της αρχικής δίκης.

Β. Στο δικόγραφο της κύριας παρέμβασης πρέπει να περιέχεται και η ιδιαίτερη αίτηση παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή, είτε καταψηφιστικό αίτημα ως προς το αντιποιούμενο με την παρέμβαση αντικείμενο της κύριας δίκης, είτε αναγνωριστικό, θετικό ή αρνητικό, αίτημα ως προς το δικαίωμα αυτό. Αν στο δικόγραφο της παρέμβασης δεν περιέχεται τέτοιο αίτημα, η κύρια παρέμβαση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα (ΑΠ 1026/2014).

Γ. Με την παραδεκτή άσκησή της, η κύρια παρέμβαση αποκτά αυτοτέλεια έναντι της κυρίας δίκης από την οποία αποδεσμεύεται και δεν επηρεάζεται πλέον από την διαδικαστική τύχη της κυρίας αγωγής (ΑΠ 252/2016).

Δ. Επειδή, η κυρία παρέμβαση εξομοιώνεται με την κυρία αγωγή, από την οποία τυπικώς διαφέρει γιατί δεν είναι εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, αλλά παρεμπίπτουσα αγωγή τρίτου κατά των αρχικών διαδίκων, αποτελεί διαδικαστική πράξη με την οποία τρίτος συμμετέχει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη και έχει αυτοτέλεια έναντι της αγωγής, καθόσον ο κυρίως παρεμβαίνων υποβάλλει αίτημα παροχής έννομης προστασίας με την μορφή της διαγνώσεως ότι δικαιούχος του επίδικου αντικειμένου είναι αυτός.

Ε. Η κυρία παρέμβαση στηρίζεται στο ίδιο δικαίωμα, ή στην ίδια έννομη σχέση ως προς όλους τους κυρίους διαδίκους, το επικαλούμενο δε δικαίωμα είναι τέτοιο που να μπορεί να στραφεί εναντίον όλων των αρχικών διαδίκων, χωρίς να απαιτείται να στηρίζεται η αξίωση του παρεμβαίνοντος στην ίδια ιστορική και νομική αιτία που στηρίζεται και η αγωγή του κυρίου διαδίκου.

ΣΤ. Έτσι η κυρία παρέμβαση, με την οποία εισάγεται αυτοτελής έναντι της αγωγής αίτηση παροχής έννομης προστασίας για το αντικείμενο της αγωγής, αποτελεί παρεμπίπτουσα αγωγή που απλώς συνεκδικάζεται λόγω συνάφειας με την αγωγή, για την οποία δημιουργείται νέα παρεμπίπτουσα δίκη, αυτοτελής έναντι της αρχικής, με αντιδίκους του παρεμβαίνοντος τους αρχικούς διαδίκους, χωρίς την δημιουργία σχέσεως ομοδικίας απλής ή αναγκαστικής των τελευταίων έναντι του παρεμβαίνοντος (ΑΠ 1417/2010, ΑΠ 847/2007).

Ζ. Ο παρεμβαίνων πρέπει κατά τον χρόνο ασκήσεως της παρεμβάσεως να είναι τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν έχει προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη, ούτε να ταυτίζεται με τους αρχικούς διαδίκους και γι' αυτό αν ασκήθηκε κυρία παρέμβαση στην πρωτόδικη δίκη, αποκλείεται η άσκηση νέας παρέμβασης στην κατ' έφεση δίκη από τον πρωτοδίκως παρεμβάντα και αν ακόμη απορρίφθηκε αυτή, γιατί είχε καταστεί αυτός διάδικος. Έτσι αν απορρίφθηκε πρωτοδίκως η κυρία παρέμβαση αποκλείεται και είναι απαράδεκτη η επανάληψή της στον δεύτερο βαθμό. Χωρεί μόνον έφεση από τον έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον κυρίως παρεμβαίνοντα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που απέρριψε την κυρία παρέμβασή του  (ΑΠ  611/2013).

Η. Ο κυρίως παρεμβαίνων καθίσταται μεν κύριος διάδικος και αντίδικος των αρχικών διαδίκων, δεν δημιουργείται όμως και σχέση απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων. Κατά συνέπεια ο κυρίως παρεμβαίνων, του οποίου η κυρία παρέμβαση απορρίφθηκε δεν μπορεί να είναι αναιρεσίβλητος στην αναίρεση του κυρίως διαδίκου που ηττήθηκε, αφού ως προς αυτόν δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση, έστω και αν ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους της και κατά τούτο αυτή (αναίρεση) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 40/2014).

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Β. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για την θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει την νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).

Γ. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία, ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017).

Δ. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφ όσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Ε. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

ΣΤ. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1728/2014).

Ζ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν,

Η. Με άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018).

Θ. Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1165/2019, ΑΠ  5/2020).

Κατά το άρθρο 580 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις, ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης, και των προσθέτων λόγων, οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει κατ' αρχήν ότι για τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων. Ωστόσο, η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική, αν υποβάλλονται αυτοτελείς αιτήσεις, που επιτρέπεται να υποβληθούν και με τις προτάσεις, όπως συμβαίνει λ.χ. με την αίτηση επαναφοράς κατ' άρθρο 579 ΚΠολΔ, ή όταν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Στην περίπτωση των ενστάσεων οι προτάσεις πρέπει να κατατίθενται τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση, αλλιώς οι ενστάσεις αυτές είναι απαράδεκτες (ΑΠ 2/2020).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου κώδικα, όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο.

Β. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση πρωτοβαθμίου πολιτικού δικαστηρίου που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη.

Γ. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. γιατί έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση, ή γιατί ο διάδικος έχει παραιτηθεί από την έφεση που επρόκειτο να γίνει, ή γιατί αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης (εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της). Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλλει απ ευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη,  κατά τους άνω τρόπους (Ολ ΑΠ 1113/1986, ΑΠ 878/2017, ΑΠ  817/2020).

Δ. Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ απόφασης που υπόκειται σε έφεση, αρχίζει από την λήξη της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης, από την εκπνοή της οποίας η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη, υποκείμενη πλέον σε αναίρεση (άρθρα 552, 553 ΚΠολΔ) δηλαδή  μέσα σε τριάντα ημέρες από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατ' αυτής (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), (ΑΠ 851/2011, ΑΠ 62/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 86, 87 και 88 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσεπίκληση είναι διαδικαστική πράξη με την οποία εξαιρετικά επεκτείνονται τα υποκειμενικά όρια της έννομης σχέσης της δίκης έναντι τρίτων.

Α. Η προσεπίκληση επιτρέπεται σε τρείς και μόνο περιπτώσεις,

α) των ομοδίκων επί αναγκαστικής ομοδικίας (αρθρ. 86 ΚΠολΔ),

β) του αληθινού κυρίου ή νομέα επί εμπραγμάτου όμως αγωγής (αρθρ. 87 ΚΠολΔ) και

γ) του υπόχρεου προς αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, δηλαδή του καλουμένου δικονομικού εγγυητή (άρθρο 88 του ΚΠολΔ).

Β. Στην τελευταία αυτή περίπτωση επιτρέπεται με την προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή και σώρευση παρεμπίπτουσας αγωγής, με την οποία να ζητείται η καταβολή στον προσεπικαλούντα από τον προσεπικαλούμενο τρίτο

α) όλου, ή μέρους, εκείνου το οποίο σε περίπτωση ευδοκίμησης της κατ` αυτού (εναγομένου) κυρίας αγωγής, θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο,

β) αποζημίωσης για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα.

Γ. Η καταδίκη του προσεπικαλουμένου εξαρτάται από την ήττα του προσεπικαλούντος κατά την κυρία δίκη και με τέτοια κατ` ανάγκη αίρεση ασκείται και η κατά του υπόχρεου προσεπίκλησή του.

Δ. Η προσεπίκληση και η με αυτήν σωρευομένη παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης βασίζεται σε προϋφιστάμενη έννομη σχέση (από σύμβαση, ή και από αδικοπραξία) μεταξύ του προσεπικαλούντος και του προσεπικαλούμενου, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δεύτερου να αποζημιώσει τον πρώτο σε περίπτωση ήττας του κατά την κύρια δίκη (ΑΠ 690/1985, ΕφΑθ 11789/89, ΕφΑθ 10188/86).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ  η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή των καθολικών διαδόχων τους, ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 89 και 277 αριθ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν ο εναγόμενος προσεπικαλέσει εκείνον από τον οποίο έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του να παρέμβει στη δίκη προς υποστήριξή του, ο δε προσεπικαλούμενος δικονομικός εγγυητής δεν παρεμβαίνει παραδεκτά υπέρ του προσεπικαλούντος, αλλά εμφανίζεται στη δίκη, περιοριζόμενος στην απόκρουση της προσεπίκλησης και στην αμφισβήτηση της βασιμότητάς της, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ των αρχικών διαδίκων, ούτε δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 76 ΚΠολΔ, μεταξύ του προσεπικαλουμένου αι προσεπικαλούντος-εναγομένου.

Β. Αν, επομένως, ο εκκαλών-ενάγων ηττηθεί στη δευτεροβάθμια δίκη και ασκήσει αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης δεν δικαιούται να απευθύνει την αναίρεση αυτή και κατά του προσεπικαλουμένου, ο οποίος δεν νομιμοποιείται να είναι αναιρεσίβλητος, εφ όσον δεν άσκησε παραδεκτά πρόσθετη υπέρ του προσεπικαλούντος εφεσιβλήτου - εναγομένου παρέμβαση στην πρωτοβάθμια, ή δευτεροβάθμια δίκη και, έτσι, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη αυτή (ΑΠ 1430/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 43/2020).

Από την διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προσεπίκληση ασκείται και κατά του υποχρέου προς αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, δηλαδή του καλουμένου δικονομικού εγγυητή.

Α. Κατά την έννοια του άρθρου 88 ΚΠολΔ, για την νομιμότητα της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή πρέπει μεταξύ του προσεπικαλούντος και του προσεπικαλουμένου να υπάρχει, δυνάμει του νόμου ή της σύμβασης, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, του παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του προσεπικαλουμένου. Απαιτείται δηλ. στην περίπτωση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μία η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μία η ασκουμένη με την προσεπίκληση, επιπλέον δε η δεύτερη να εξαρτάται από την πρώτη, με την έννοια ότι μόνον εάν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη), αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης με βάση την δεύτερη κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 4/2010).

Β. Επιτρέπεται με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή να σωρευθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία να ζητείται η καταβολή στον προσεπικαλούντα από τον προσεπικαλούμενο, α) όλου ή μέρους εκείνου, το οποίο σε περίπτωση ευδοκίμησης της κατά του εναγομένου κύριας αγωγής θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο,  ή β) αποζημίωσης για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα.

Γ. Σε περίπτωση που η ιστορική βάση της προσεπίκλησης, περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του κυρίως ενάγοντος, και γενικότερα υπόχρεος έναντι αυτού από την επίδικη έννομη σχέση, υπήρξε ο προσεπικαλούμενος τρίτος, τότε η προσεπίκληση, με την παρεμπίπτουσα αγωγή, είναι νομικά αβάσιμη, αφού η αλήθεια του αρνητικού της κύριας αγωγής ισχυρισμού που συνεπάγεται την απόρριψή της, αίρει ταυτόχρονα και τον νομικό λόγο της προσεπίκλησης και της ενωμένης σε αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής, ο οποίος είναι η ικανοποίηση του ηττηθέντος κυρίου διαδίκου σε μία και την αυτή δίκη, προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (ΑΠ 934/2013, ΑΠ 2077/2013, ΑΠ 1105/2017).

Δ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 81, 88, 89 277 αρ. 4, 325, 558 και 577 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικονομικός εγγυητής, ο οποίος προσεπικλήθη από τον εναγόμενο, δεν γίνεται διάδικος στην κυρία δίκη και επομένως δεν νομιμοποιείται παθητικώς ώστε να απευθυνθεί κατ' αυτού αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας που αφορά τον κυρίως ενάγοντα και τον εναγόμενο προσεπικαλούντα, αν δεν παρέμβει στην κυρία δίκη, αλλά περιορισθεί απλώς να αποκρούσει την προσεπίκληση (ΑΠ 2065/2009).

Ως «ανύπαρκτες» χαρακτηρίζονται δύο κατηγορίες δικαστικών αποφάσεων, οι ανυπόστατες, δηλαδή εκείνες, που δεν συγκεντρώνουν όλα τα εννοιολογικά στοιχεία του πραγματικού, τα οποία συνθέτουν την δικαστική απόφαση (άρθρο 313 παρ. 1, εδ. α, γ ΚΠολΔ) και οι ανίσχυρες, ή αυτοδικαίως άκυρες, δηλαδή εκείνες που, αν και έχουν τη μορφή δικαστικής απόφασης, δεν έχουν κατά νόμο ισχύ, δηλαδή δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα, λόγω σοβαρότατου, δικονομικής πάντοτε φύσης, ελαττώματος, που έχει εμφιλοχωρήσει σ' αυτές (άρθρο 313 παρ. 1, εδ. β, δ, ε ΚΠολΔ).

A. Ανυπόστατη είναι η απόφαση,

α) αν δεν προέρχεται από δικαστήριο, δηλαδή αν το όργανο που την δημοσίευσε δεν ήταν δικαστήριο.

β) αν δεν εκφράζει βούληση του δικαστηρίου, δηλαδή αν δεν έχει διατακτικό και

γ) αν η δήλωση βούλησης του δικαστηρίου δεν έγινε κατά τον προσήκοντα τύπο, δηλαδή με δημοσίευση στο ακροατήριο.

Β. Ανίσχυρη, ή αυτοδικαίως άκυρη, είναι η απόφαση, όταν εκδόθηκε,

α) σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού, ή νομικού, προσώπου.

β) για αντικείμενο, που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και

γ) κατά προσώπου, που έχει το προνόμιο της ετεροδικίας.

Γ. Η περιοριστική απαρίθμηση στο άρθρο 313 παρ. 1 ΚΠολΔ των περιπτώσεων ανισχύρου, ή αυτοδικαίου ακυρότητας, των δικαστικών αποφάσεων, δεν εμποδίζει την επέκτασή τους με βάση την γενικότερη νομοθετική αρχή από την οποία πηγάζει η σχετική ρύθμιση.

Όταν η υποβληθείσα αίτηση παροχής έννομης προστασίας δεν μπορεί να δημιουργήσει την έννομη σχέση της δίκης, λόγω έλλειψης ως προς τα υποκείμενα, ή το αντικείμενό της, οφείλει το δικαστήριο, με την απόφασή του, να διαπιστώσει το περιστατικό αυτό και να απορρίψει την αίτηση ως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 76 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ επί αναγκαστικής ομοδικίας, (όταν δηλαδή η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, ή, η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους , ή, όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή, ή, να εναχθούν, ή, εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους) οι πράξεις καθ ενός ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.

Οι αναγκαίοι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη, ή, έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται. Οι απόντες αναγκαίοι ομόδικοι καλούνται σε κάθε μεταγενέστερη διαδικαστική πράξη.

Κατά το άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για τους λοιπούς. Αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από τον νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του, παρ όλο που αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία του ενδίκου μέσου (Ολ ΑΠ 63/1981).

Στην περίπτωση της πλασματικής άσκησης του ενδίκου μέσου, πρέπει οι μη ασκήσαντες ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρο 76 παρ. 3), αλλιώς η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 1406/1996, ΑΠ 1145/2007, ΑΠ 1552/2007).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α και β ΚΠολΔ, όπως ισχύουν, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων) λαμβάνονται υπ όψιν, τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθ ενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ (εφ όσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρος απόδειξη) εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.

Β. Επομένως στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπ όψιν αδιακρίτως πλέον και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατά αποδεικτικό τύπο, ανυπόγραφα, ή υπέρ του εκδότη τους και γενικά κάθε είδους έγγραφα.

Γ. Δεν λαμβάνονται υπ όψιν μόνο τα πλαστά, ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και οι ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (ΑΠ 1707/2009, ΕφΑθ 32/2011).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στ. β, 309 εδ. α , 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη. Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως και όχι της συζητήσεως.

Συνεπώς επιτρέπεται η επικουρική άσκηση αναιρέσεως κατά της οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία, για την περίπτωση κατά την οποία η έφεση που ασκήθηκε ήθελε απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί  δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως. ΑΠ 1529/2004, ΑΠ  817/2020

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφ όσον έχει έννομο συμφέρον.

Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά την γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και απαιτείται όχι μόνο για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και για κάθε λόγο αυτής. Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης και συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης.

Έννομο συμφέρον υφίσταται κυρίως στην περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, όταν δηλ. η αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη και στηρίζει το διατακτικό της. Στην περίπτωση αυτή ο νικήσας διάδικος δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της μόνο κατά την μη ορθή αιτιολογία της (ΑΠ 382/2011).

Α. Από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει είχε προταθεί και μάλιστα νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν πρόκειται

α) για παράβαση, που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας

β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και

γ) για ισχυρισμό, που αφορά την δημόσια τάξη.

Β. Έτσι, ο αναιρεσείων, αν είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει να αναφέρει ότι είχε επαναφέρει τον ισχυρισμό του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης και μάλιστα με το δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων και όχι με τις προτάσεις του (ΑΠ 504/2011).

Α. Από το συνδυασμό των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δε μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 του ΚΠολΔ, δηλαδή εάν, α) το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, β) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, δ) αποδεικνύονται εγγράφως και το Δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.

Β. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1275/2009, ΑΠ 612/2009).

Γ. Περίπτωση παραδεκτής προβολής οψιγενούς ισχυρισμού αποτελεί η ένσταση παραγραφής, που συμπληρώνεται εν επιδικία, δηλαδή μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, και θεμελιώνεται σε περιστατικά τα οποία παρήχθησαν το αργότερο μέχρι την πρώτη ενώπιον του Εφετείου συζήτηση (ΜονΠρΑθ 3633/2012).

Α. Από την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης.

Β. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία, ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 999/2009, ΑΠ 503/2009). Η αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις, ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή.

Γ. Ποσοτική, ή ποιοτική, αοριστία της αγωγής συντρέχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης. Η ποσοτική αοριστία της αγωγής δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.

Δ. Νομική αοριστία της αγωγής συντρέχει, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα, ή αξίωσε περισσότερα, από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη, ή μη, στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1347/2010).

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 404, 405, 330,  341 παρ. 1 και 342 ΑΚ συνάγεται, ότι η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα καταπίπτει, δηλαδή δημιουργείται η απαίτηση του δανειστή, σε σχέση με το αντικείμενο αυτής, όταν ο οφειλέτης αθετεί υπαίτια τις υποχρεώσεις του, όπως όταν αδυνατεί να εκπληρώσει την κύρια παροχή, ή όταν περιέλθει σε υπερημερία, καθώς και όταν εκπληρώσει πλημμελώς την παροχή.

Β. Οι προϋποθέσεις για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, σε περίπτωση συνομολόγησής της για την περίπτωση της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, είναι η υπερημερία του οφειλέτη, ως προς την εκπλήρωσή της, η οποία επέρχεται, είτε με την όχληση κατ' άρθρο 340 ΑΚ, είτε με την παρέλευση της δήλης ημέρας, που συμφωνήθηκε κατ' άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ, καθώς και η υπαιτιότητά του, που προβλέπεται στο άρθρο 330 ΑΚ.

Γ. Γεγονός για το οποίο υπέχει ευθύνη ο οφειλέτης, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, είναι κατά κανόνα, κάθε δόλια, ή από αμέλεια, αθέτηση της ενοχικής υποχρέωσής του. Γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη είναι κάθε εύλογη αιτία, λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση, ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση, της παροχής του, η οποία όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο, ή αμέλειά του, αλλά σε τυχηρό, δηλαδή σε γεγονός, που δεν προβλέφθηκε, ούτε μπορούσε να προβλεφθεί, ή να αποφευχθεί, σε σχέση με την μη εκπλήρωση, ή τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής, από ένα μέσο συνετό άνθρωπο, όταν δηλαδή την ίδια συμπεριφορά θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος, ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια εκπλήρωσης (ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 513/2016, ΑΠ 1980/2008).

Δ. Η υποκειμενική προϋπόθεση του οφειλέτη, δηλαδή το γεγονός για το οποίο υπέχει ευθύνη, τεκμαίρεται και την έλλειψη της, στην περίπτωση ειδικότερα της υπερημερίας του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης καταλύει τις στηριζόμενες στην υπερημερία του απαιτήσεις του δανειστή, με την ένσταση ότι, η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ίδιος (ΑΠ 1184/2019, ΑΠ 269/2012, ΑΠ 224/2012, ΑΠ 1011/2010, ΑΠ 1484/2009, ΑΠ 1980/2008, ΑΠ 572/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 ν. 3741/1929 προκύπτει, ότι επί ιδιοκτησίας κατά ορόφους πολυκατοικίας δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου, ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατά ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.

Όροφος, ή διαμέρισμα ορόφου, είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής, ή του ορόφου, με τα συστατικά του και τον μέσα σ' αυτό χώρο, που περικλείεται τεχνικά, από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους, ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά, διαιρετά ή αδιαίρετα, τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, που είναι κατάλληλο για χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση.

Μόνον οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους, υπόγεια και δωμάτια κάτω από τη στέγη, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Δεν δύναται να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία σε ανοικτό χώρο, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας, ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους, ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους.

Οποιοδήποτε μέρος του ακινήτου, το οποίο δεν ορίστηκε, ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό τίτλο της οροφοκτησίας, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδίκαια στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι' αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (ΑΠ 1493/2001, ΑΠ 1074/2006).

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Α. Κατά την έννοια της διάταξης, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με τη δική του, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Β. Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης.

Γ. Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των έντιμων και συνετών ανθρώπων.

Δ. Κοινωνικοοικονομικός σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου (ΑΠ 1332/2013).

Ε. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.

ΣΤ. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα, ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη. Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό.

Ζ. Το ζήτημα, αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων) που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του. Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1724/2014, ΑΠ 988/2009, ΑΠ 524/2020).

Η. Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη. Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, ή όχι τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Σε κάθε, δηλαδή, περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος (ΑΠ 1666/2010, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 493/2008, ΑΠ 1287/2007, ΑΠ 524/2020).

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Β. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 563/2020).

Γ. Με τον λόγο αυτό της αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Δ. Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής, ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).

Ε. Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 563/2020).

Ο θάνατος του διαδίκου, σε προσωποπαγή δικαιώματα, καταργεί την δίκη, ως προς το κύριο αντικείμενό της, με συνέπεια η δικαστική απόφαση, η οποία θα εκδοθεί, να είναι ανίσχυρη.

Η κατάργηση της δίκης στην περίπτωση θανάτου ενός από τους διαδίκους, προβλέπεται ρητά στα άρθρα 604 και 617 ΚΠολΔ και αφορά, με την επιφύλαξη του εδ. β των πιο πάνω άρθρων, τις προβλεπόμενες στα άρθρα 592 παρ. 1 και 614 παρ. 1 ΚΠολΔ περιπτώσεις, όπως το διαζύγιο, την ακύρωση γάμου, την προσβολή της πατρότητας, την αναγνώριση ότι υπάρχει, ή δεν υπάρχει, σχέση γονέα και τέκνου, ή γονική μέριμνα κλπ.

Η  κεντρική σκέψη ότι ο θάνατος ενός διαδίκου σε δίκη προσωποπαγή συνεπάγεται την κατάργησή της εφαρμόζεται αναλόγως και σε αρρύθμιστο ζήτημα. Τέτοιο ζήτημα είναι η δίκη για να τεθεί ένα πρόσωπο σε κατάσταση απαγόρευσης(ΕφΑθ 7044/1990).

Είναι ανίσχυρη (αυτοδικαίως άκυρη) η απόφαση δικαστηρίου, το οποίο, παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκη, είτε στον πρώτο, είτε στον δεύτερο βαθμό, παρ ότι του γνωστοποιήθηκε ο θάνατος του διαδίκου, αντί, διαπιστώνοντας την επελθούσα κατάργηση της δίκης, να απορρίψει την αγωγή, ή την έφεση, ως απαράδεκτη, την εκδικάζει και εκδίδει απόφαση (ΕφΑθ 7044/1990).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του N. 3994/2011), αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε, ενώ ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως.

Α. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαφάνιση της ερήμην απόφασης επέρχεται με μόνη την άσκηση νομότυπης και εμπρόθεσμης έφεσης από τον πρωτοδίκως δικασθέντα ερήμην, ανεξάρτητα αν οι λόγοι αυτής είναι και βάσιμοι κατ` ουσία.

Β. Κατά την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ, η προφορική συζήτηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 είναι υποχρεωτική μόνο στη περίπτωση του άρθρου 528, στην οποία εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του άρθρου 270.

Γ. Στην περίπτωση αυτή, στα πλαίσια της προφορικής συζήτησης που ισχύει πλέον σε όλη την έκταση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, η έφεση λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργημένης αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας και επιφέρει, χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την αναδίκαση της υπόθεσης από το εφετείο, που μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Δ. Μετά δε την εξαφάνιση της απόφασης, χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ενώ παράλληλα, για λόγους οικονομίας της δίκης, εξετάζονται και οι μάρτυρες κατά την ίδια συζήτηση (ΑΠ 394/2011, ΕφΠειρ 105/2016).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές, ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Α. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Β. Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. 

Γ. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (AΠ 802/2017, ΑΠ 84/2020).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 351 ΑΚ συνάγεται ότι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την προσφερόμενη σε αυτόν παροχή, καθώς και αν, μολονότι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή.

Β. Για την ύπαρξη υπερημερίας του δανειστή (σε αντίθεση με όσα ορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ) δεν απαιτείται συνδρομή πταίσματος αυτού, δηλαδή ο δανειστής γίνεται υπερήμερος ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του (ΑΠ 710/2018, ΑΠ 877/2013).

Γ. Πάντως, η μη πραγματική, ή μη προσήκουσα προσφορά παροχής, όπως και η μερική εκπλήρωση αυτής (άρθρ0 316 ΑΚ), δεν είναι ικανή να προκαλέσει υπερημερία του δανειστή, εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, λόγω της συνδρομής των οποίων η άρνησή του να δεχθεί την παροχή αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατ' άρθρο 288 ΑΚ, και συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, κατ άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1668/2017).

Δ. Πραγματική είναι η προσφορά, όταν η δήλωση του οφειλέτη πως είναι σε ετοιμότητα προς εκπλήρωση είναι έμπρακτη, δηλαδή γίνεται κατά τρόπο που να μην απομένει τίποτε άλλο παρά μόνο η αποδοχή της παροχής από το, δανειστή.

Ε. Προσήκουσα προσφορά είναι αυτή, που καλύπτει ότι ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη, δηλαδή αυτή που ανταποκρίνεται στην πράγματι οφειλόμενη παροχή (και όχι σε παροχή διαφορετική ή μικρότερη από εκείνη που πράγματι οφείλεται), στον κατάλληλο τόπο, κατ' άρθρο 320 - 322 ΑΚ, και χρόνο, κατ' άρθρο 323 - 324 ΑΚ, είδος, ποιότητα, ποσότητα κ.λπ. (ΑΠ 1123/2013, ΑΠ 105/2009), εκτός αν ο δανειστής συμφωνεί για τυχόν απόκλιση, ή αν η απόκλιση είναι επουσιώδης, οπότε, μπορεί, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να μην καθίσταται ελαττωματική και μη προσήκουσα η προσφερόμενη παροχή (ΑΠ 648/1996, ΑΠ 646/2020).

Ο θάνατος του διαδίκου, σε προσωποπαγή δικαιώματα, καταργεί την δίκη, ως προς το κύριο αντικείμενό της, με συνέπεια η δικαστική απόφαση, η οποία θα εκδοθεί, να είναι ανίσχυρη.

Η κατάργηση της δίκης στην περίπτωση θανάτου ενός από τους διαδίκους, προβλέπεται ρητά στα άρθρα 604 και 617 ΚΠολΔ και αφορά, με την επιφύλαξη του εδ. β των πιο πάνω άρθρων, τις προβλεπόμενες στα άρθρα 592 παρ. 1 και 614 παρ. 1 ΚΠολΔ περιπτώσεις, όπως το διαζύγιο, την ακύρωση γάμου, την προσβολή της πατρότητας, την αναγνώριση ότι υπάρχει, ή δεν υπάρχει, σχέση γονέα και τέκνου, ή γονική μέριμνα κλπ.

Η  κεντρική σκέψη ότι ο θάνατος ενός διαδίκου σε δίκη προσωποπαγή συνεπάγεται την κατάργησή της εφαρμόζεται αναλόγως και σε αρρύθμιστο ζήτημα. Τέτοιο ζήτημα είναι η δίκη για να τεθεί ένα πρόσωπο σε κατάσταση απαγόρευσης (ΕφΑθ 7044/1990).

Είναι ανίσχυρη (αυτοδικαίως άκυρη) η απόφαση δικαστηρίου, το οποίο, παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκη, είτε στον πρώτο, είτε στον δεύτερο βαθμό, παρ ότι του γνωστοποιήθηκε ο θάνατος του διαδίκου, αντί, διαπιστώνοντας την επελθούσα κατάργηση της δίκης, να απορρίψει την αγωγή, ή την έφεση, ως απαράδεκτη, την εκδικάζει και εκδίδει απόφαση (ΕφΑθ 7044/1990).

Το άρθρο 688 ΑΚ ορίζει τα δικαιώματα του εργοδότη κατά του εργολάβου, αν το έργο που εκτελέσθηκε έχει επουσιώδη ελαττώματα.

Το άρθρο 689 ΑΚ οριοθετεί τα δικαιώματα του εργοδότη κατά του εργολάβου, αν το έργο που εκτελέσθηκε έχει ουσιώδη ελαττώματα που το κάνουν άχρηστο, ή αν του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες.

Το άρθρο 690 ΑΚ ορίζει ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα, αντί για αναστροφή ή μείωση, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, αν οι ελλείψεις του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου.

Σύμφωνα με το άρθρο 692 ΑΚ μετά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη, ο εργολάβος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για τις ελλείψεις του, εκτός κι αν αυτές δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση, όταν έγινε η παράδοση του έργου, ή, αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο.

Ο εργολάβος δεν ευθύνεται για πλημμέλειες ως προς τις οποίες εφάρμοσε τις δοθείσες σε αυτόν μελέτες και εγκαίρως γνωστοποίησε στον εργοδότη τις αντιρρήσεις του για τις μελέτες που εφάρμοσε.

Ευθύνεται όμως για ελάττωμα ως προς το οποίο δεν μερίμνησε να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες, ώστε να το προλάβει.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).

Μόνο το τι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).  

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της  διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 16/2005, ΑΠ 115/2012).

Κατά το άρθρο 481 ΑΚ «Οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει, όταν, σε περίπτωση περισσοτέρων οφειλετών της ίδιας παροχής, καθένας απ' αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά». Κατά το άρθρο 482 εδ. α ΑΚ «Σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή κατά την προτίμησή του από οποιονδήποτε συνοφειλέτη είτε ολικώς είτε μερικώς». Κατά άρθρο 483 εδ. α ΑΚ «Η καταβολή που έγινε από έναν συνοφειλέτη απαλλάσσει και τους λοιπούς» Κατά το άρθρο 926 εδ. α' ΑΚ «Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον».

Συνεπώς, επί παθητικής εις ολόκληρον ενοχής όπως συμβαίνει μεταξύ περισσοτέρων ευθυνόμενων λόγω αδικοπραξίας (άρθρο 926 ΑΚ), ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την παροχή που του οφείλεται από οποιονδήποτε συνοφειλέτη, ολικά ή μερικά, καθώς μέχρι την πλήρη ικανοποίηση του, υπόχρεοι παραμένουν όλοι οι συνοφειλέτες, ενώ η καταβολή που γίνεται από έναν συνοφειλέτη ή από τρίτο που καταβάλει για λογαριασμό ενός συνοφειλέτη (αρ. 317 ΑΚ), ενεργεί αντικειμενικά, απαλλάσσοντας αντίστοιχα και τους υπολοίπους συνοφειλέτες, ενώ το δεδικασμένο μεταξύ δανειστή και ενός των συνοφειλετών έχει υποκειμενική ενέργεια, αφού ούτε ωφελεί ούτε βλάπτει τους λοιπούς από αυτούς (AΠ 418/2010, ΑΠ 890/2005).

Από το συνδυασμό των άρθρων 10 παρ. 5 ν.δ 4104/1960, 18 ν. 4476/1965 και 18 ν. 1654/1986 προκύπτει ότι, εφ όσον ο ασφαλισμένος, δικαιούται να αξιώσει από άλλον αποζημίωση για τη ζημία που του έγινε συνεπεία ασθένειας, ή αναπηρίας, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο πρώην ΙΚΑ (νυν ΕΦΚΑ), από τότε που γεννήθηκε σε ποσό αντίστοιχο των ασφαλιστικών εισφορών, τις οποίες ο ασφαλιστικός οργανισμός οφείλει στον ασφαλισμένο του παθόντα από το ατύχημα.

Ο ασφαλιστικός οργανισμός για τις παροχές στον ασφαλισμένο του παθόντα, έχει απ ευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υποχρέου σε αποζημίωση, υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως κατά το ποσό των οφειλομένων στο ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωσή του κατά του υποχρέου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και τα κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει σε αυτόν ο ΕΦΚΑ από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης που τους συνδέει, γιατί ως προς αυτά δεν είναι πλέον δικαιούχος.

Ωστόσο, για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΕΦΚΑ της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΕΦΚΑ προς τον ασφαλισμένο, ή τα μέλη της οικογένειας του και των αξιώσεων αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του υπόχρεου τρίτου. Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό, ήτοι όταν τελούν μεταξύ τους από χρονική και ποιοτική άποψη σε μία εσωτερική συνάφεια (AΠl 793/2010, ΑΠ 1274/2009). 

Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, επέρχεται η μεταβίβαση της απαίτησης στο ΕΦΚΑ και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ στην οποία στηρίζεται η σωρευτική απόληψη της σύνταξης/επιδότησης και της αποζημίωσης κατά το άρθρο 928 ή 929 ΑΚ (ΑΠ 803/2004).

Ειδικότερα, οι παραπάνω προϋποθέσεις συντρέχουν και υφίσταται τέτοια αντιστοιχία π.χ. μεταξύ της χρηματικής επιδότησης που χορηγεί το Ι.Κ.Α. στον παθόντα για το διάστημα της ανικανότητας του για εργασία και της κατ' άρθρο 929 ΑΚ αξίωσης του παθόντος για διαφυγόντα εισοδήματα για την αυτί] χρονική περίοδο. Σε μια τέτοια περίπτωση, η χρηματική επιδότηση συνήθως υπολείπεται των διαφυγόντων εισοδημάτων του παθόντος, οπότε κατά το ποσό της επιδότησης που εισπράχθηκε η αξίωση αποζημίωσης μεταβιβάζεται στο Ι.Κ.Α., ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό η αξίωση αποζημίωσης διατηρείται στο πρόσωπο του παθόντος.

Αντίθετα, δεν υπάρχει τέτοια σχέση αντιστοιχίας αναφορικά με την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, δεδομένου ότι το Ι.Κ.Α. δεν παρέχει σε καμία περίπτωση τέτοια χρηματική ικανοποίηση.

Γενικός κανόνας της αδικοπραξίας είναι ότι όποιος ζημιώσει άλλον υποχρεώνεται σε αποζημίωση (άρθ. 914 ΑΚ).

Α. Για να μη διευρυνθεί υπέρμετρα ο κύκλος των δικαιουμένων αποζημιώσεως, όταν πρόκειται για εμμέσως ζημιωθέντες, ο νομοθέτης περιόρισε τον κύκλο των υπαγομένων στο γενικό κανόνα για αποζημίωση, εκτός από τον ίδιο τον  παθόντα μόνο στα μέλη της οικογένειας και συγκεκριμένα στον ή στην σύζυγο, τους γονείς και τα τέκνα, πρόσωπα τα οποία δικαιούνται αποζημίωση λόγω της στέρησης της διατροφής ή παροχής υπηρεσιών (ΑΚ 928 εδ. β και 929 εδ. β)

Β. Οι παραπάνω ρυθμίσεις αποτελούν ειδικότερη εκδήλωση και εφαρμογή των αναφερομένων στον ειδικό και αδιάσπαστο νομικό δεσμό των μελών της οικογένειας διατάξεων των όρθρων 1507, 1508, 1485, 1486, 1489 εδ. β και 1493 του ΑΚ και ως εκ τούτου οι πιο πάνω περιπτώσεις αποζημιώσεως των εμμέσως ζημιουμένων είναι περιοριστικοί ως προς τον κύκλο των δικαιουμένων της αποζημιώσεως προσώπων. Τα πρόσωπα αυτά έχουν σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις του ΑΚ, ερμηνευόμενες και από τα άρθρα 21§1 του Συντάγματος, 8 της Ε.Σ.Δ.Ρ.Α, 23 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του Ο.Η.Ε. και 10 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα του Ο.Η.Ε. ιδιαίτερη νομική, ηθική και κοινωνική υποχρέωση να περιθάλπουν τα άλλα μέλη, ιδίως όταν, λόγω της καταστάσεως της υγείας τους, αδυνατούν αυτά να φροντίσουν τον εαυτό τους, η παράβαση μάλιστα της οποίας συνεπάγεται ποινική, κοινωνική και ηθική απαξία.

Γ. Περαιτέρω για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η χρηματική ικανοποίηση των μελών της υπό την στενή έννοια οικογένειας του παθόντος (γονείς, τέκνα, σύζυγος) λόγω του έντονου ψυχικού πόνου που υφίστανται αυτά από το θάνατό του, την οποία προβλέπει η διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 932 ΑΚ. Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης επεδίωξε κατά τρόπο εμφαντικό να κατοχυρώσει την ικανοποίηση των μελών  της οικογένειας της ψυχικής οδύνης που oπωσδήπoτε υφίστανται από το θάνατο οικείου προσώπου, κρίνοντας ότι η περίπτωση αυτή, ως αφορώσα βαρύτατη πρoσβoλή της προσωπικότητας τους, χρίζει ιδιαίτερης μέριμνας και ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπ όψιν του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά.

Δ. Η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι αποκλείεται να επιδικασθεί σε μέλη της οικογένειας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ακόμη και σε περίπτωση που αυτά υφίστανται έντονο ψυχικό πόνο, ανάλογο με την προκαλούμενη από το θάνατο ψυχική  οδύνη, όπως στην περίπτωση βαρύτατου τραυματισμού μέλους της οικογένειας, ο οποίος προκάλεσε τέτοιας φύσεως και εκτάσεως βλάβες σε αυτό, ώστε οι συνέπειες να είναι ψυχικά αφόρητες για την

Ε. Ουδεμία εξαίρεση μπορεί να υπάρξει, αφού αυτή αντιβαίνει στις παραπάνω αρχές. Ίσως η μοναδική, δύναται, να θεωρηθεί η περίπτωση κάποιων πολύ σοβαρών τραυματισμών, με μόνιμες και βαριές συνέπειες που συνδέονται με την απώλεια σημαντικών λειτουργιών του σώματος, ή της διάνοιας, οι οποίες ελάχιστα απέχουν από τον βιολογικό θάνατο, δηλαδή να βρίσκεται ο παθών για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κωματώδη κατάσταση, σε πλήρη έλλειψη επαφής με το περιβάλλον με διάγνωση μη επαναφοράς, οδηγούσα προς την κατεύθυνση του φυσικού θανάτου (ΕφΛαρ 259/07)

Στη  διάταξη  του άρθρου 937 ΑΚ  ορίζεται  ότι η  απαίτηση από   αδικοπραξία  παραγράφεται μετά πενταετία,  αφότου  ο  παθών  έμαθε την ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε, όμως, περίπτωση η απαίτηση  παραγράφεται  μετά  πάροδο  είκοσι  ετών από  την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη  πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης.

Α. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της κατά το άρθρο 937 ΑΚ πενταετούς παραγραφής είναι η παρέλευση   χρονικού  διαστήματος (5) ετών  από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και τον προς αποζημίωση υπόχρεο. Αφετηρία επομένως στης αστικής παραγραφής είναι η γνώση από τον ζημιωθέντα της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Θεωρείται ότι ο ζημιωθείς γνωρίζει  τον υπόχρεο, όταν γνωρίζει τόσα περιστατικά  ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας. Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Πότε  συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο  από  τη  συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ΑΠ 932/2014, ΑΠ 374/2001).

Β. Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαίτησης από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπ όψιν ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, ή πλημμελήματος και η ποινική παραγραφή όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 111 ΠΚ, ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου. Η ποινική παραγραφή, προκειμένου περί κακουργήματος ανέρχεται σε (20) έτη αν ο νόμος προβλέπει για αυτό  την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και σε (15) έτη σε κάθε άλλη περίπτωση, και προκειμένου περί πλημμελήματος ανέρχεται σε (5) έτη. Η ποινική παραγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΠΚ, αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε, ή όφειλε να ενεργήσει. Αφετηρία επομένως της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία.  

Γ. Συνεπώς, αν η αδικοπραξία τιμωρούμενη και ποινικώς, υπόκειται ως κακούργημα σε 20 ετή, ή 15ετή παραγραφή, τότε θα υπόκειται στη μακρότερη αυτή παραγραφή και η αξίωση αποζημίωσης και όχι στην  πενταετή του άρθρου 937 ΑΚ.

Δ. Αν η αδικοπραξία  φέρει  χαρακτήρα πλημμελήματος,  που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει, ως ελέχθη, από τότε που ο υπαίτιος  ενήργησε, τότε δεν εφαρμόζεται η τελευταία αυτή παραγραφή, γιατί δεν θεωρείται μακρότερη.

Ε. Μακρότερη δεν θεωρείται η ποινική επί πλημμελήματος παραγραφή σε σύγκριση με την ΑΚ 937, εκ του λόγου ότι η ποινική παραγραφή, συντρεχουσών των όρων του νόμου, με  την αναστολή επί πλημμελήματος των (3) ετών του άρθρου 113 ΠΚ καθίσταται οκταετής. Τούτο γιατί το πότε η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη προκύπτει από την γενική ρύθμιση του άρθρου 111 ΠΚ, στην οποία και μόνο παραπέμπει η ΑΚ 937, κατά το αληθές πνεύμα της (ΑΠ 374/2001, ΜονΕφΑθ 76/2017, ΜονΕφΠειρ 398/2020).

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφ ότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ όσον η δικαστική των επιδίωξη είναι δυνατή.

Β. Η παραγραφή της αξίωσης αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι δε πενταετής.

Γ. Σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνον της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνον για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΚ 261 εδ. α, ΚΠολΔ 221 παρ. 1).

Δ. Σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (ΑΚ 268 εδ. α).

Ε. Η νέα, αυτή, εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας πενταετή παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003, Α.Π. 235/2011).

ΣΤ. Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά την συνήθη των πραγμάτων πορεία, γιατί οφείλονται πχ. σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, η παραγραφή αρχίζει, αφ ότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (ΑΠ 2328/2009,  ΑΠ 1012/2015).

Στην περίπτωση θανάτωσης από αδικοπραξία, π.χ. σε τροχαίο ατύχημα,  αλλοδαπού, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, με την έννοια των ανηκόντων στον κύκλο των προσώπων που είναι φορείς εννόμων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων, τα οποία προσβλήθηκαν από τις συνέπειες της θανάτωσης, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, το Ελληνικό Δίκαιο, χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας στο πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος.

Με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ θα προσδιορισθεί, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως του εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση το ουσιαστικό δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση ή δεν προβλέπεται καμία ρύθμιση (ΑΠ 222/2014)

Μόνο στην περίπτωση που αμφισβητηθεί μια από τις συγγενικές ιδιότητες, όσο έχει σχέση με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσης εκείνης, από την οποία προέρχεται η ιδιότητα αυτή (π.χ. η ύπαρξη ή όχι γάμου ή συγγενικής σχέσης γονέα και τέκνου), τότε μόνο καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13,14, 17-24 ΑΚ (κατά περίπτωση για να κριθεί, αναλόγως το εάν ο ενάγων έχει τελικώς την ιδιότητα του συζύγου ή του τέκνου, του πατέρα κλπ. του θανατωθέντος (ΑΠ 222/2014).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015).

Μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, ή ηθικής βλάβης, ευτελίζει, όσον αφορά τον δικαιούχο – παθόντα το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και όσον αφορά τον υπόχρεο το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017,  ΑΠ  43/2020, ΑΠ 170/2020.

Έχει κριθεί ότι το ποσόν των 100.000 ευρώ σε καθένα των γονέων, και το ποσό των 50.000 ευρώ για κάθε μία από τις αδελφές, ακόμη και στην περίπτωση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του τρίτου, ως αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, είναι καταφανώς μεγαλύτερα από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας και της αβεβαιότητας στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον. Διατάσσοντας το Δικαστήριο της ουσίας τέτοια χρηματικά ποσά υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, και η απόφασή του είναι αναιρετέα (ΑΠ 66/2019, ΑΠ 414/2019).

Η διόρθωση δικαστικής απόφασης, με την διαδικασία της αυτεπάγγελτης διόρθωσης απόφασης, δεν ερείδεται στο νόμο, όταν δεν μπορεί να λεχθεί ότι συντρέχει πρόδηλη ακούσια πλημμέλεια, που παρεισέφρησε κατά την σύνταξη της αποφάσεως, ή ότι το Δικαστήριο, από παραδρομή, δεν εξέφρασε το ηθελημένο, με αποτέλεσμα να υφίσταται περίπτωση διορθώσεως της ενδιαφέρουσας αποφάσεως. Όταν, δηλαδή, δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο άλλο θέλησε να εκφράσει στην απόφασή του και άλλο εξέφρασε, ώστε να επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της απόφασης, αφού αυτό δεν έχει διατυπωθεί ελλιπώς και δεν βρίσκεται σε αναντιστοιχία με εκείνο που, πράγματι, θέλησε το Δικαστήριο.

Απαγορεύεται, δηλαδή, αποδίδοντας διαγνωστικό σφάλμα του Δικαστηρίου στο αιτιολογικό, να επιζητείται η ηθελημένη μεταβολή του περιεχομένου της αποφάσεως στο διατακτικό. Το δικαστήριο της διόρθωσης δεν έχει την εξουσία να πράξει τοιουτοτρόπως, γιατί το ζήτημα τούτο εκφεύγει της διαδικασίας της διορθώσεως, εφόσον έτσι οδηγούμεθα στην, μετά από αναδίκαση, αλλοίωση της ουσίας της απόφασης, πράγμα το οποίο αντίκειται στους κανόνες του δεδικασμένου. Μήτε, άλλωστε, δύναται να γίνει δεκτό ότι τίθεται ζήτημα ερμηνείας της, αφού η απόφαση δεν είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες, ούτε είναι ασαφής. Προκύπτει, αναμφίβολα και με σαφήνεια, για το πώς το Δικαστήριο τούτο πράγματι αποφάνθηκε, χωρίς βεβαίως, σε κάθε περίπτωση, να είναι επιτρεπτό να ερευνηθεί πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί (ΜονΕφΑθ 70/2021 αδημ.).

Στην προκειμένη περίπτωση ζητήθηκε να διορθωθεί απόφαση, που στο σκεπτικό της, ενώ αναγράφεται ότι η εξ αμελείας συνυπαιτιότητα του οδηγού αυτοκινήτου ανέρχεται σε ποσοστό 30% δεν αναφέρεται ότι ο εν λόγω οδηγός  δικαιούται την δαπάνη αποκατάστασης της ζημίας του αυτοκινήτου μειωμένη στο ποσοστό 30% της συνυπαιτιότητάς του, ομοίως και στο διατακτικό δεν αφαιρείται ο βαθμός συνυπαιτιότητας στη ζημία του αυτοκινήτου.

Κατά το άρθρο 444 ΚΠολΔ ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές, ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση με υπολογιστή, ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό, ή άλλο υλικό, στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο, ή ήχος, αυτοτελώς, ή σε συνδυασμό, εφ όσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται, ή είναι πρόσφορα, να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία.

Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Η επίκληση και η προσκομιδή στο δικαστήριο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων πρέπει να συνοδεύεται, κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 454 ΚΠολΔ, από έγγραφο κείμενο μεταφοράς των όσων περιέχονται στην μηχανική απεικόνιση, με πιστοποίηση αρμόδιου οργάνου, όπως είναι και ο δικηγόρος, που να βεβαιώνει την ακρίβεια της μεταφοράς.

Η με αυτό τον τρόπο προσκομιδή στο δικαστήριο της μηχανικής απεικόνισης θεωρείται ως αποδεικτικό μέσο που πληροί τους όρους του νόμου και λαμβάνεται υπ όψιν όπως κάθε έγγραφο ( ΑΠ 1133/2013).

Αν δεν προσκομισθεί μαζί με την μηχανική απεικόνιση το συνοδευτικό έγγραφο κείμενο μεταφοράς των όσων περιέχονται στην μηχανική απεικόνιση, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠολΔ, θεωρείται ότι η μηχανική απεικόνιση δεν πληροί τους όρους του νόμου και το δικαστήριο, αφού λάβει υπ όψιν και τα πληρούντα τους όρους το νόμου αποδεικτικά μέσα, κρίνει ελεύθερα και αποφασίζει κατά συνείδηση.

 

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την 1-1-2016 «Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Λαμβάνει επίσης υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394».

Με την νέα ρύθμιση ρητά ορίζεται ότι, τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, λαμβάνονται υπ όψιν σωρευτικά με αυτά που πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα, εφ όσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου.

Β. Συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, τα περί μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Γ. Ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα εκλαμβάνονται τα υπαρκτά αποδεικτικά μέσα, για την παραγωγή των οποίων δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτών, ή οι διαδικαστικοί όροι του κύρους και της αποδεικτικής τους ισχύος.

Μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ενδεικτικά είναι, τα ανυπόγραφα, ή αχρονολόγητα έγγραφα, τα αμετάφραστα ξενόγλωσσα έγγραφα, οι καταθέσεις μη ορκισθέντων μαρτύρων, ή παρατύπως ορκισθέντων, ή ανεπιτήδειων και εξαιρετέων μαρτύρων, ακόμη και οι ημιτελείς καταθέσεις μαρτύρων.

Δ. Δεν συνιστούν μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα ανυπόστατα, ή μη επιτρεπόμενα, τα αθεμίτως κτηθέντα, τα πλαστά,  ή μη γνήσια έγγραφα, κλπ.

Ε. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠολΔ, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, όσα και αυτά που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και αποφασίζει κατά συνείδηση, αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί.

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 983, 984, 1710, 1712 επ, 1846 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικαιολόγητης κατοχής κληρονομιαίου ακινήτου, χωρίς αντιποίηση κληρονομικού δικαιώματος, ή με βάση ειδικό τίτλο αμφισβητουμένου κύρους, ή ακόμη και σε περίπτωση απλής αμφισβήτησης από κάποιον του κληρονομικού δικαιώματος του κληρονόμου σε κληρονομιαίο ακίνητο, ασκείται από τον κληρονόμο κατ αυτού αναγνωριστική αγωγή για το κληρονομικό του δικαίωμα.

Β. Προς θεμελίωση της αγωγής αυτής ο ενάγων κληρονόμος αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει το θάνατο του κληρονομουμένου, την συγγενική του σχέση προς αυτόν, εφ όσον το κληρονομικό του δικαίωμα το στηρίζει στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, ή την εγκατάστασή του ως κληρονόμου με διαθήκη, το δικαίωμα του κληρονομουμένου στο επίδικο πράγμα, το οποίο μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε κυριότητα, αλλά και σε νομή (ή απλή κατοχή) αυτού, κατά το χρόνο του θανάτου του, που περιέρχεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του, καθώς και την εκ μέρους του εναγομένου αδικαιολόγητη κατοχή του ακινήτου, ή και απλή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ 729/2011, ΑΠ 538/2016).

Α. Νομέας ακινήτου, κατά το άρθρο 974 ΑΚ, είναι αυτός που απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Επομένως για την απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων α) η βούληση εξουσίασης με διάνοια κυρίου και β) η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.

Β. Η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα.

Γ. Ασκηση νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σε αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη, είναι δε δηλωτικές εξουσίασής ου κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες πράξεις είναι (και) η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, η ένταξή του στην υποβαλλόμενη προς την αρμόδια ΔΟΥ δήλωση ακίνητης περιουσίας (Ε9), χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή κληρονομίας, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων.

Μόνη η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων και η χρήση τους στις διάφορες υπηρεσίες (πολεοδομία, δασική υπηρεσία) δεν αποτελεί πράξη νομής. Αν όμως η πράξη αυτή συνδυάζεται και με άλλες πράξεις, τότε προσμετράται στις πράξεις νομής (ΑΠ 613/2016).

Kατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία.

Α. Κατά συνέπεια εκείνος που εξουσιάζει το ακίνητο για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Δεν εξετάζεται, αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα.

Β. Εξουσία επί του ακινήτου αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω στο ακίνητο πράξεις, που προσιδιάζουν στην εξουσίασή του με διάνοια κυρίου. Τέτοιες πράξεις είναι αυτές που από την φύση και τον προορισμό του ακινήτου και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη, είναι δηλωτικές εξουσίασης του ακινήτου κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.

Γ. Τέτοιες πράξεις είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, η ένταξή του στην υποβαλλόμενη προς την αρμόδια ΔΟΥ δήλωση ακίνητης περιουσίας (Ε9), και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή κληρονομίας, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων.

Μόνη η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων και η χρήση τους στις διάφορες υπηρεσίες (πολεοδομία, δασική υπηρεσία) δεν αποτελεί πράξη νομής. Αν όμως η πράξη αυτή συνδυάζεται και με άλλες πράξεις, τότε προσμετράται στις πράξεις νομής (ΑΠ 613/2016).

Κατά την διάταξη του άρθρου 455 ΑΚ, εκχώρηση είναι η σύμβαση με την οποία ο δανειστής (εκχωρητής) μεταβιβάζει την απαίτησή του σε τρίτον (εκδοχέα) χωρίς να απαιτείται συναίνεση του οφειλέτη.

Προϋποθέσεις για την συντέλεση της εκχώρησης είναι

α) η ύπαρξη απαίτησης, η οποία μπορεί να είναι και μελλοντική.

β) σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα.

γ) η απαίτηση να μπορεί να εκχωρηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο.

δ) η αναγγελία προς τον οφειλέτη, πριν τη συντέλεση της οποίας ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαιώματα έναντι του οφειλέτη και των τρίτων.

Η σύμβαση πρέπει να είναι ορισμένη, ή τουλάχιστον οριστή, ως προς την απαίτηση που αφορά, ώστε, ανάλογα με τις περιστάσεις, να μπορεί, να διαπιστώνεται τι μεταβιβάζεται στον εκδοχέα και τι παραμένει στον εκχωρητή.

Δεν είναι απαραίτητο να κατονομάζεται ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αρκεί, βάσει των περιστάσεων, να μπορεί και εκ των υστέρων να διαπιστωθεί το πρόσωπό του.

Γίνεται δεκτό ότι μεταβιβάζονται εκείνες μόνο οι εξουσίες, για την μεταβίβαση των οποίων δεν γεννιέται καμία αμφιβολία (ΑΠ 311/2011

Αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί και η εκχώρηση έχει αναγγελθεί στον οφειλέτη, από της αναγγελίας νομιμοποιείται πλέον ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση, δικαιούμενος αποκλειστικά πλέον αυτός, να την εισπράξει (ΑΠ 114/2008, ΕφΑθ 7450/2013, ΑΠ 1991/2007).

H απαίτηση μεταβιβάζεται στον εκδοχέα, παραμένοντας όμως η ίδια, δηλαδή, τόσο τα προνόμια με τα οποία η απαίτηση ήταν τυχόν εξοπλισμένη παραμένουν και μετά την μεταβίβαση αλώβητα (ΑΚ 458), όσο και τα μειονεκτήματα, με τα οποία ήταν ενδεχομένως βεβαρημένη, διατηρούνται ακέραια (ΑΚ 463).

Σύμφωνα με το άρθρο 904 ΚΠολΔ εκτελεστός τίτλος είναι και η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, που κηρύχθηκε εκτελεστή. Η αλλοδαπή απόφαση δεν αναπτύσσει εκτελεστότητα στην Ελλάδα, αν προηγουμένως δεν λάβει το χρίσμα της εκτελεστότητας από τα ελληνικά δικαστήρια.

Αρμόδιο δικαστήριο, κατ άρθρο 905 ΚΠολΔ, είναι το μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία του οφειλέτη. Αν δεν έχει κατοικία η διαμονή του οφειλέτη. Αν δεν έχει ούτε διαμονή το μονομελές  πρωτοδικείο της πρωτεύουσας της χώρας. Το δικαστήριο δικάζει με την διαδικασία των άρθρων 740 έως 781 ΚΠολΔ. Κατά την κήρυξη αλλοδαπής απόφασης εκτελεστής δεν απαιτείται η αναγραφή στην πρώτη σελίδα της απόφασης της ένδειξης «ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ» (ΕφΘεσ 20/2012).

Οι διαφορές που ανακύπτουν από την εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης επιλύονται από το ελληνικό δικονομικό δίκαιο και με μέσα που αναγνωρίζονται από το ελληνικό δίκαιο. Με την ελληνική απόφαση, με την οποία κηρύσσεται εκτελεστή η αλλοδαπή απόφαση, επεκτείνεται απλώς εντός της ελληνικής επικράτειας η εκτελεστότητα και επομένως, τίτλος εκτελεστός εξακολουθεί να παραμένει η αλλοδαπή απόφαση, επί της οποίας, θα τεθεί ο κατά το άρθρο 918 ΚΠολΔ εκτελεστήριος τύπος και με βάση την οποία θα εκδοθεί απόγραφο και θα κοινοποιηθεί επιταγή (ΕφΛαρ 605/2005, ΕφΘεσ 20/2012).

Πρωταρχική προϋπόθεση για την κήρυξη της εκτελεστότητας στην Ελλάδα αλλοδαπής απόφασης είναι ότι αυτή πρέπει να είναι εκτελεστή κατά το δίκαιο του τόπου έκδοσής της και δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ή προς τη δημόσια τάξη. Η εκτελεστότητα στο κράτος προέλευσης πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή στην Ελλάδα Μετά την κήρυξη της εκτελεστότητας εξακολουθεί να παραμένει αλλοδαπός τίτλος (ΕφΠειρ 606/1997, ΜονΠρΒόλου 81/2011).

Με την απόφαση του ελληνικού δικαστηρίου δεν κρίνεται η ουσιαστική αξίωση, ούτε αναγνωρίζεται απλώς η συνδρομή των προϋποθέσεων της εκτελεστότητας, αλλά απονέμεται η ενέργεια της εκτελεστότητας στην αλλοδαπή απόφαση. Αποτελεί διαπλαστική απόφαση.  Ως εκ τούτου δεν χάνει άνευ ετέρου την εκτελεστότητά της η αλλοδαπή απόφαση που κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, όταν εξαφανίστηκε στη χώρα έκδοσης της. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητηθεί η ανάκληση της απόφασης του ελληνικού δικαστηρίου που κήρυξε την εκτελεστότητα (άρθρο 758 ΚΠολΔ) ή και να ασκηθεί αναγνωριστική αγωγή με αίτημα να βεβαιωθεί ότι έπαυσε η εκτελεστότητα της αλλοδαπής απόφασης. Αν έχει αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση, το γεγονός αυτό μπορεί να προβληθεί ως λόγος ανακοπής κατά της εκτέλεσης.

Α. Υποχρεωτική κήρυξη

Κατ άρθρο 910 ΚΠολΔ το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να κηρύξει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή 

α) σε απόδοση μισθίου. 

β) σε καθυστέρηση μισθωμάτων. 

γ) σε απαίτηση από συναλλαγματική, γραμμάτιο σε διαταγή, ή τραπεζική επιταγή. 

δ) σε απαίτηση διατροφής από οποιαδήποτε αιτία

ε) σε απαίτηση από καθυστερούμενους μισθούς.

Στις περιπτώσεις, δ) και ε) μόνο για το χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής και για τρεις μήνες πριν από αυτήν. 

Β. Δυνητική κήρυξη

Κατ άρθρο 908 ΚΠολΔ το δικαστήριο δύναται να κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση, ολικά ή εν μέρει, σε κάθε περίπτωση που κρίνει πως συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για αυτό, ή ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στο διάδικο που νίκησε. Ιδίως  

α) αν η απόφαση στηρίχθηκε σε αναγνώριση της απαίτησης, ή σε δικαστική ομολογία, ή σε δημόσιο ή αναγνωρισμένο ιδιωτικό έγγραφο,.

β) αν πρόκειται για διατροφή από οποιαδήποτε αιτία. 

γ) αν πρόκειται για απαιτήσεις από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. 

δ) αν πρόκειται για αποζημίωση από άδικη πράξη (άρθρο 914 επ. ΑΚ). 

ε) σε εργατικές διαφορές (άρθρο 614 παρ. 3 ΚΠολΔ).

σε προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεων (άρθρο 728 ΚΠολΔ).

στ) σε εμπορικές διαφορές. 

ζ) σε διαφορές σχετικές με τη νομή. 

η) σε απαιτήσεις από ανώνυμους τίτλους. 

Γ. Δυνητική μη κήρυξη

Το δικαστήριο μπορεί να μην κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση, αν πιθανολογείται ότι η εκτέλεση θα βλάψει ανεπανόρθωτα τον διάδικο που νικήθηκε.

Δ. Απαγόρευση κήρυξης

Κατ άρθρο 909 ΚΠολΔ απαγορεύεται το δικαστήριο να κηρύξει προσωρινά εκτελεστή απόφαση 

α) κατά του δημοσίου, των δήμων και των κοινοτήτων. 

β) κατά οποιουδήποτε διαδίκου για τα δικαστικά έξοδα. 

γ) όταν κατά το ουσιαστικό δίκαιο για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της απόφασης απαιτείται η απόφαση να γίνει τελεσίδικη, ή αμετάκλητη. 

δ) στις διαφορές  από τις σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρο 592 αρ. 2 ΚΠολΔ). 

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του και ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (Ολ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 1342/2014).

Κατά το άρθρο 656 ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας, ή από την παροχή της αλλού.

Κατά συνέπεια το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 80/2009).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση, ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η από αυτόν δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα, ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, εν όψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των διαγραφομένων ορίων από την παραπάνω διάταξη.

Η αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες, ή δυσβάστακτες, για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσας της επέλευσης δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 1068/2012).

Κατά την διάταξη του άρθρου 1047 ΚΠολΔ για απαιτήσεις από αδικοπραξία το δικαστήριο μπορεί να διατάξει προσωπική κράτηση, ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης, που θα εκδοθεί.

Προσωπική κράτηση δεν απαγγέλλεται για απαίτηση κατώτερη των 30.000 ευρώ, ή για αναγνωριστική διάταξη.

Προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται 

α) κατά των ανηλίκων, που τελούν υπό γονική μέριμνα, ή υπό επιτροπεία.

β) κατά των προσώπων, που έχουν τεθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης. 

γ) κατά βουλευτών, όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος και τέσσερις εβδομάδες μετά τη λήξη της, 

δ) κατά προσώπων, που συμπλήρωσαν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους.

ε) κατά κληρικών κάθε βαθμού κάθε γνωστής θρησκείας. 

Για την απαγγελία της προσωπικής κράτησης το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν

α) το ύψος της απαίτησης.

β) την βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της.

γ) το πταίσμα του εναγομένου.

δ) τυχόν συνυπαιτιότητα του ενάγοντος.

ε) την φερεγγυότητα του εναγομένου.

στ) τυχόν απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων.

ζ) τις ιδιαίτερες συνθήκες και τις συντρέχουσες περιστάσεις και γενικά την όλη συμπεριφορά του εναγομένου.

η) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.

Εκτέλεση της διάταξης για προσωπική κράτηση

α) Η διάταξη για προσωπική κράτηση εκτελείται μόνο αφ ότου η δικαστική απόφαση που την διατάζει γίνει τελεσίδικη και αφού προηγουμένως επιδοθεί σε αυτόν που καταδικάστηκε.

β) Η απόφαση δεν εκτελείται αν εκείνος που καταδικάστηκε βρίσκεται κατά το χρόνο της εκτέλεσης σε αδυναμία να εκπληρώσει την χρηματική οφειλή του. 

γ) Όταν πρόκειται για εκπρόσωπο νομικού προσώπου, η προσωπική κράτηση δεν εκτελείται πριν περάσουν (3) ημέρες αφ ότου η απόφαση του επιδόθηκε.

Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις.

Αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν προτάσεις είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Αν ο εισηγητής κρίνει ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη, ή ότι όλοι οι λόγοι της, αρχικοί και πρόσθετοι, είναι απαράδεκτοι, ή προδήλως αβάσιμοι, εισηγείται προφορικώς σε τριμελές συμβούλιο, απαρτιζόμενο από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ή το νόμιμο αναπληρωτή του και από δύο Αρεοπαγίτες, χωρίς κλήτευση των διαδίκων, την απόρριψη της αναίρεσης.

Αν το συμβούλιο αποδεχθεί ομόφωνα την πρόταση του εισηγητή, εκδίδει διάταξη με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης.

Με την ίδια διάταξη επιδικάζεται στον αναιρεσίβλητο δικαστική δαπάνη, αν αυτός είχε καταθέσει προτάσεις, ενώ η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του υπολογίζεται στο μισό του ελάχιστου ορίου και ορίζεται παράβολο (300) έως (900) ευρώ. Επί εργατικών υποθέσεων το παράβολο μπορεί να μειωθεί έως το ποσό των (200) ευρώ.

Με επιμέλεια του γραμματέα σημειώνεται ο αριθμός της διάταξης του συμβουλίου στο πινάκιο και στο φάκελο της υπόθεσης και επιδίδεται κυρωμένο αντίγραφο της στον αναιρεσείοντα ή στο δικηγόρο που υπογράφει την αναίρεση, ή τους πρόσθετους λόγους, μέσα σε (30) ημέρες από την έκδοση της.

Αν εκδοθεί διάταξη με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης, μπορεί ο αναιρεσείων να ζητήσει με αίτηση του να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία (60) ημερών από την επίδοση της διάταξης και κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, η οποία συντάσσει σχετική έκθεση στο βιβλίο της παραγράφου

Στην αίτηση επισυνάπτεται με ποινή απαραδέκτου διπλότυπο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, από το οποίο προκύπτει η κατάθεση του παραβόλου που έχει ορισθεί με τη διάταξη. Ο αριθμός και η χρονολογία της έκθεσης σημειώνονται στο πρωτότυπο της αίτησης από τον συντάσσοντα την έκθεση, ο οποίος υπογράφει τη σχετική σημείωση. Η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Αν το δικαστήριο κρίνει παραδεκτή την αίτηση, ακυρώνει την διάταξη του συμβουλίου και δικάζει την αναίρεση.

Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ως απαράδεκτη, ή κρίνει μεν παραδεκτή την αίτηση, απορρίψει όμως στο σύνολο της την αναίρεση, διατάσσει συγχρόνως την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο ως δημόσιο έσοδο. Αλλιώς το παράβολο επιστρέφεται στον καταθέσαντα.

Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ή η υποβληθείσα αίτηση απορριφθεί ως απαράδεκτη, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

Αν ο εισηγητής δεν εισηγηθεί την απόρριψη της αναίρεσης, ή δεν εκδοθεί απορριπτική διάταξη του συμβουλίου, ή αν ο αναιρεσείων υποβάλει αίτηση να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο, η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Στην πράξη, όλες οι υποθέσεις εισάγονται προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, χωρίς εισήγηση. Προτάσεις κατατίθενται το αργότερο μέχρι το κλείσιμο του φακέλου (εντός τριών εργασίμων ημερών από την συζήτηση), εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων προ είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.  Πληρεξούσιο προσκομίζεται το αργότερο μέχρι το κλείσιμο του φακέλου, αλλά με ημερομηνία την ημερομηνία της δικασίμου.    

Μετά την εκφώνηση της υπόθεσης αρχίζει η συζήτηση στο ακροατήριο και αγορεύουν, εφ όσον το ζητήσουν, οι πληρεξούσιοι των διαδίκων. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όταν παρίσταται, αγορεύει τελευταίος, εκτός αν είναι διάδικος, ή εκπροσωπεί αναιρεσείοντα εισαγγελέα. Στην πράξη οι αγορεύσεις γίνονται, αφού προηγουμένως εκφωνηθούν όλες οι υποθέσεις.

Οι διατάξεις των άρθρων 568 έως 571 εφαρμόζονται και όταν την συζήτηση επισπεύδει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ή ο εισαγγελέας εφετών, ή ο εισαγγελέας πρωτοδικών.

H συζήτηση δεν είναι απαράδεκτη σε αναίρεση που έχει ασκήσει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αν δεν κληθούν οι διάδικοι, εκτός μόνο από τις περιπτώσεις εκείνες που η αναίρεση παράγει αποτελέσματα και γι' αυτούς.

Στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ.2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334.

Τους εισαγγελείς, όταν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου, εκπροσωπεί ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.

Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας.Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις.

Αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν προτάσεις είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Αν ο εισηγητής κρίνει ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη, ή ότι όλοι οι λόγοι της, αρχικοί και πρόσθετοι, είναι απαράδεκτοι, ή προδήλως αβάσιμοι, εισηγείται προφορικώς σε τριμελές συμβούλιο, απαρτιζόμενο από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ή το νόμιμο αναπληρωτή του και από δύο Αρεοπαγίτες, χωρίς κλήτευση των διαδίκων, την απόρριψη της αναίρεσης.

Αν το συμβούλιο αποδεχθεί ομόφωνα την πρόταση του εισηγητή, εκδίδει διάταξη με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης.

Με την ίδια διάταξη επιδικάζεται στον αναιρεσίβλητο δικαστική δαπάνη, αν αυτός είχε καταθέσει προτάσεις, ενώ η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του υπολογίζεται στο μισό του ελάχιστου ορίου και ορίζεται παράβολο (300) έως (900) ευρώ. Επί εργατικών υποθέσεων το παράβολο μπορεί να μειωθεί έως το ποσό των (200) ευρώ.

Με επιμέλεια του γραμματέα σημειώνεται ο αριθμός της διάταξης του συμβουλίου στο πινάκιο και στο φάκελο της υπόθεσης και επιδίδεται κυρωμένο αντίγραφο της στον αναιρεσείοντα ή στο δικηγόρο που υπογράφει την αναίρεση, ή τους πρόσθετους λόγους, μέσα σε (30) ημέρες από την έκδοση της.

Αν εκδοθεί διάταξη με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης, μπορεί ο αναιρεσείων να ζητήσει με αίτηση του να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία (60) ημερών από την επίδοση της διάταξης και κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, η οποία συντάσσει σχετική έκθεση στο βιβλίο της παραγράφου

Στην αίτηση επισυνάπτεται με ποινή απαραδέκτου διπλότυπο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, από το οποίο προκύπτει η κατάθεση του παραβόλου που έχει ορισθεί με τη διάταξη. Ο αριθμός και η χρονολογία της έκθεσης σημειώνονται στο πρωτότυπο της αίτησης από τον συντάσσοντα την έκθεση, ο οποίος υπογράφει τη σχετική σημείωση. Η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Αν το δικαστήριο κρίνει παραδεκτή την αίτηση, ακυρώνει την διάταξη του συμβουλίου και δικάζει την αναίρεση.

Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ως απαράδεκτη, ή κρίνει μεν παραδεκτή την αίτηση, απορρίψει όμως στο σύνολο της την αναίρεση, διατάσσει συγχρόνως την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο ως δημόσιο έσοδο. Αλλιώς το παράβολο επιστρέφεται στον καταθέσαντα.

Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ή η υποβληθείσα αίτηση απορριφθεί ως απαράδεκτη, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

Αν ο εισηγητής δεν εισηγηθεί την απόρριψη της αναίρεσης, ή δεν εκδοθεί απορριπτική διάταξη του συμβουλίου, ή αν ο αναιρεσείων υποβάλει αίτηση να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο, η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Στην πράξη, όλες οι υποθέσεις εισάγονται προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, χωρίς εισήγηση. Προτάσεις κατατίθενται το αργότερο μέχρι το κλείσιμο του φακέλου (εντός τριών εργασίμων ημερών από την συζήτηση), εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων προ είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.  Πληρεξούσιο προσκομίζεται το αργότερο μέχρι το κλείσιμο του φακέλου, αλλά με ημερομηνία την ημερομηνία της δικασίμου.    

Μετά την εκφώνηση της υπόθεσης αρχίζει η συζήτηση στο ακροατήριο και αγορεύουν, εφ όσον το ζητήσουν, οι πληρεξούσιοι των διαδίκων. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όταν παρίσταται, αγορεύει τελευταίος, εκτός αν είναι διάδικος, ή εκπροσωπεί αναιρεσείοντα εισαγγελέα. Στην πράξη οι αγορεύσεις γίνονται, αφού προηγουμένως εκφωνηθούν όλες οι υποθέσεις.

Οι διατάξεις των άρθρων 568 έως 571 εφαρμόζονται και όταν την συζήτηση επισπεύδει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ή ο εισαγγελέας εφετών, ή ο εισαγγελέας πρωτοδικών.

H συζήτηση δεν είναι απαράδεκτη σε αναίρεση που έχει ασκήσει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αν δεν κληθούν οι διάδικοι, εκτός μόνο από τις περιπτώσεις εκείνες που η αναίρεση παράγει αποτελέσματα και γι' αυτούς.

Στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ.2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334.

Τους εισαγγελείς, όταν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου, εκπροσωπεί ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.

Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας.

Η προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης ασκείται μόνο με χωριστό δικόγραφο.

Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της είναι (60) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής. Η  προθεσμία παρατείνεται κατά (30) ημέρες αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ. 

Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της  είναι τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από την συζήτηση της κύριας υπόθεσης (άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τον ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών,  ως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον ν. 3587/2007, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος οφείλεται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του ν. 2251/1994.

Επί αγωγής καταναλωτή κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, εν όψει του ότι αυτός είναι ξένος προς την διαδικασία παραγωγής του ελαττωματικού προϊόντος και για τον λόγο αυτόν δεν είναι σε θέση να αποδείξει αιτία του ελαττώματος, που εμπίπτει στη σφαίρα ευθύνης του παραγωγού, ο καταναλωτής, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ, βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της παραβίασης της συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού, δηλαδή της αντικειμενικής βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος κατά τον χρόνο της κατά τον προορισμό αυτού χρήσης του, της ζημίας που επήλθε, και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της χρήσης αυτής και της ζημίας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και απόδειξη και πταίσματος αυτού.

Στον παραγωγό εναπόκειται να επικαλεστεί και να αποδείξει, προς απαλλαγή του, ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα ως προς την παραβίαση της συναλλακτικής του υποχρέωσής, από την οποία προήλθε η ηθική βλάβη και συγκεκριμένα ότι η κατά τον παραπάνω χρόνο ελαττωματικότητα του προϊόντος δεν οφείλεται σε πλημμελή κατασκευή ή συντήρησή του μέχρι την έξοδό του από την επιχείρηση αυτού, ή ότι η τυχόν πλημμέλεια κατασκευής, ή συντήρησής του, δεν οφείλεται σε πταίσμα δικό του ή των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται σε όλα τα στάδια της κατασκευής.

Επομένως, η υπαιτιότητα του παραγωγού δεν αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2251/1994, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ,  στοιχείο της νομικής βάσης της εν λόγω αγωγής (ΑΠ 1343/2012, ΑΠ 1375/2010, Εφ Αθ. 2216/2011, ΕφΛαρ 277/2013).

Από την διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προκύπτει ότι πρωτοβάθμιο τακτικό δικαστήριο που δεν είναι κατά τόπον αρμόδιο μπορεί με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων, να γίνει αρμόδιο, εκτός αν πρόκειται για διαφορές που δεν έχουν περιουσιακό αντικείμενο, ενώ από την διάταξη του άρθρου 43 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμφωνία των διαδίκων με την οποία τακτικό δικαστήριο γίνεται αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές είναι έγκυρη μόνο αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση, από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές. Επιπλέον από την διάταξη του άρθρου 44 ΚΠολΔ προκύπτει ότι συμφωνίες κατά τα άρθρα 42 και 43 του ΚΠολΔ δημιουργούν αποκλειστική αρμοδιότητα, εκτός αν από την ίδια την σύμβαση προκύπτει το αντίθετο.

Από την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι η συμφωνία, με την  οποία τακτικό δικαστήριο γίνεται αποκλειστικά αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές, είναι έγκυρη μόνο αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση από τη οποία θα προέλθουν οι διαφορές. Το δικαίωμα κάθε διαδίκου να επικαλεσθεί την ανωτέρω συμφωνία και να προτείνει την έλλειψη τοπικής αρμοδιότητας του δικάζοντος δικαστηρίου, δεν υπόκειται κατά την άσκησή του στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, στον οποίο εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα του ουσιαστικού (ΕφΠειρ 364/1998, ΕφΑθ 1139/2000, ΕφΑθ 2523/2005, ΜονΠρΠειρ  796/2017) (ΜονΠρΠειρ 196/2019).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 6 ΚΠολΔ, "Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται".

Κατά την έννοια της διάταξης το δικαστήριο έχει την ευχέρεια, είτε να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει με την προσήκουσα διαδικασία, με γνώμονα την αρχή της οικονομίας της δίκης, εφ όσον βεβαίως έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις της προσήκου­σας διαδικασίας, τις οποίες δύναται το δικαστήριο να ελέγξει και αυτεπαγγέλτως, είτε, εάν δεν έχουν τηρηθεί οι ως άνω προϋποθέσεις, να την παραπέμψει προς εκδί­καση στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα δικάσει κατά την προσήκουσα διαδικασία. Το δικαστή­ριο για την παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο ερευνά το περιεχόμενο της προδικασίας και της δια­δικασίας στο ακροατήριο,  για να κρίνει αν η διαδικασία με την οποία έχει εισαχθεί η υπόθεση καλύπτει τις προϋποθέσεις της διαδικασίας που πρέπει να εφαρμοστεί. Οι νέες ρυθμίσεις του ΚΠολΔ με τον ν. 4335/2015 διαφοροποιούν την τακτική διαδικα­σία με αυτή των ειδικών διαδικασιών, καθώς εισάγεται διαφορετικός τρόπος άσκησης της αγωγής και επομένως δημιουργούνται αρκετά ερμηνευτικά προβλήματα.  

Α. Εισαγωγή υπόθεσης με τις ειδικές διαδικασίες, ενώ υπάγεται σε άλλη ειδική διαδικασία

Αν η υπόθεση εισήχθη με τις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών, ενώ υπάγεται σε άλλη ειδική διαδικασία, το δικαστήριο, είτε θα εφαρμόσει απ ευθείας την προσήκουσα διαδικασία, είτε, αν δεν έχει τηρηθεί η αναγκαία προδικασία, θα αναβάλει την έκδοση απόφα­σης, ώστε να τηρηθεί αυτή, παραπέμποντας σε άλλη συνεδρίαση ενώπιόν του, εφ όσον είναι αρμόδιο (ΕφΠειρ 126/2014).

Β. Εισαγωγή υπόθεσης με την τακτική διαδικασία, ενώ υπάγεται στις ειδικές διαδικασίες 

Αν η υπόθεση εισήχθη κατά την τακτική διαδικασία, ενώ υπαγόταν σε κάποια από τις ειδικές διαδικασίες, το δικαστήριο θα εκδώσει μη οριστική απόφαση, κατά τα άρθρα 237 παρ. 6 και 46 ΚΠολΔ, αναβάλλοντας την έκδοση απόφασης και θα παραπέμψει την υπόθεση προς συζήτηση κατά την προσήκουσα διαδικασία, όπου και θα εισαχθεί με κλήση. Στη νέα συζήτηση οι προτάσεις θα κατατεθούν επί της έδρας, ενώ τα δικόγραφα, που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας δεν θα ληφθούν υπ όψιν, γιατί υποβλήθηκαν σε άλλη συζήτηση. Γίνεται δεκτό ότι οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που λήφθηκαν στο στάδιο της τακτικής διαδικασίας μπορούν να ληφθούν υπ όψιν, δεδομένου ότι λήφθηκαν στο πλαίσιο της ίδιας δίκης.

Γ. Εισαγωγή υπόθεσης με τις ειδικές διαδικασίες, ενώ υπάγεται στην τακτική διαδικασία

Η πρακτική λύση που θα υπηρετούσε, με την αλλαγή της δικονομίας, την οικονομία της δίκης είναι η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, ώστε ο ενάγων να εισάγει την αγωγή με την τακτική διαδικασία, ή, ο ενάγων να προβεί σε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και σε κατάθεση νέας αγωγής με την τακτική διαδικασία.

Υπάρχει η άποψη, ότι μπορεί να υπάρξει επαναφορά της υπόθεσης με κλήση που θα εισαχθεί κατά τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας με υπολογισμό των προθεσμιών των άρθρων 215 και 237 ΚΠολΔ από την κατάθεση της κλήσης (ΠολΠρΘεσ 12935/2017, ΠολΠρΤρικ 57/2017), ενώ έχει υποστηριχθεί και η άποψη για τον υπολογισμό των προθεσμιών των άρθρων 215 και 237 ΚΠολΔ από το χρονικό σημείο έκδοσης της απόφασης που διαπιστώνει το εσφαλμένο της διαδικασίας και διατάσσει την παραπομπή.

Δ. Εισαγωγή υπόθεσης με την εκουσία δικαιοδοσία, ενώ υπάγεται στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία

Υπόθεση που εισάγεται με την εκουσία δικαιοδοσία επί υποθέσεως μη υπαγόμενης σε αυτήν, εφ όσον συντρέχουν οι όροι εκδικάσεώς της κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, όπως αν κλητευθεί ο αντίδικος εξ αρχής, ή κατ’ άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, δικάζεται αμέσως κατά την εκάστοτε προσήκουσα διαδικασία (ΕφΑθ 3537/1992, ΕφΑθ 16108/1988). Η δικονομική αυτή δυνατότητα τελεί υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι με το δικόγραφο ζητείται η παροχή εκείνης της μορφής ένδικης προστασίας που μπορεί να παρασχεθεί από το δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα έπρεπε κανονικά να εισαχθεί η υπόθεση, καθώς και ότι το δικαστήριο όπου εισήχθη είναι καθ’ ύλην αρμόδιο. Αν δεν συντρέχουν οι όροι αυτοί, η αίτηση παραπέμπεται προς εκδίκαση σε άλλη συζήτηση κατά την προσήκουσα διαδικασία (ΕφΑθ 16108/1988), ή στο αρμόδιο δικαστήριο κατ’ άρθρο 46 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 3063/1980) ενώ δεν αποκλείεται και η εφαρμογή του άρθρου 47 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 929/1987).

Ε. Εισαγωγή υπόθεσης με την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, ενώ υπάγεται στην εκουσία δικαιοδοσία

Αν η υπόθεση της εκουσίας δικαιοδοσίας εισαχθεί εσφαλμένως κατά τις διατάξεις της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς να υπάρχει περιθώριο παραπομπής κατ’ άρθρο 46 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 5722/2011 ΕφΑθ 1199/2008).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 527  ΚΠολΔ, ως ισχύει, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη.

Β. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις, που οι πραγματικοί ισχυρισμοί

α) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής, ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου.

β) γεννήθηκαν μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση της τακτικής διαδικασίας μετά την παρέλευση των προθεσμιών για την κατάθεση των προτάσεων, που τάσσονται στα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ.

γ) λαμβάνονται υπ όψιν αυτεπαγγέλτως, ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης.

δ) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία. Αυυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος.

ε) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα.

στ) αποδεικνύονται εγγράφως, ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Γ. Το απαράδεκτο της προβολής των πραγματικών ισχυρισμών λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως

Δ. Ο διάδικος, που, ως εκκαλών, προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την συνδρομή των προϋποθέσεων, που επιτρέπουν την όψιμη προβολή τους (ΑΠ  817/2014).

Ε. Εν όψει και της διάταξης του άρθρου 520 ΚΠολΔ, η από τον εκκαλούντα παραδεκτή προβολή στην κατ έφεση δίκη νέων πραγματικών ισχυρισμών, που συνιστούν ένσταση, ή αντένσταση, πρέπει να γίνεται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων έφεσης και όχι με τις προτάσεις, οσάκις οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης  ασκούνται παραδεκτώς με ιδιαίτερο δικόγραφο (ΑΠ 698/1990, ΑΠ 574/2015).

Α. Σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο, δεν προβλέπεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως είναι γνωστή το ελληνικό δίκαιο, αλλά αποζημίωση υπό μορφή κυρώσεων που είναι 

α) Επιβαρυντικές, ή Επιδεινωτικές, που παρέχονται ως προσθήκη στην κοινή αξίωση αποκατάστασης σε αγωγές από αδικοπραξία για επίθεση, δυσφήμιση, άδικη φυλάκιση, δόλια άσκηση ποινικής δίωξης 

(β) Παραδειγματικές, που επιδικάζονται μόνο, α) με ρητή νομοθετική εξουσιοδότηση, β) για αυθαίρετες υπερβάσεις αρμοδιότητας από κρατικούς υπαλλήλους και γ) όταν η αδικοπρακτική συμπεριφορά, διεπόταν από τον υπολογισμό ότι το κέρδος, που θα ανέκυπτε, υπερβαίνει την αναμενόμενη υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας.

Β. Δεν προβλέπεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης, όταν αυτή δεν προσλαμβάνει τον χαρακτήρα αδικοπρακτικής συμπεριφοράς με την προσβολή κάποιου ιδιωτικού δικαιώματος.

Γ. Προβλέπεται η αποκατάσταση μη περιουσιακής ζημίας για τις σωματικές βλάβες και διακρίνεται σε

α) Damages for pain and suffering. Παρέχει αποζημίωση για οδύνη και πρόκληση δεινών.

β) Loss of amenities of life. Παρέχει αποζημίωση για στέρηση απόλαυσης της ζωής  

(γ) Loss of normal expectation of life. Παρέχει αποζημίωση για απώλεια φυσιολογικής προσδοκίας διάρκειας ζωής.

Σύμφωνα με το άρθρο 739 ΚΠολΔ, μετά τις  ρυθμίσεις του ν. 4335/2015, «Όλες οι υποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 782 έως 866 υπάγονται στην ειδική διαδικασία των άρθρων 741 έως 781, καθώς και κάθε άλλη υπόθεση που υπάγεται με διάταξη νόμου στη διαδικασία αυτή», κατά δε το άρθρο 740 παρ. 1 «Στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου υπάγονται οι υποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 739, η θέση προσώπου σε ακούσια νοσηλεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η ανακοπή των άρθρων 787 του παρόντος και 82 ΑΚ. Εξαιρούνται οι υποθέσεις που αφορούν την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα των Πολυμελών Πρωτοδικείων και εκείνες που από το νόμο υπάγονται στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων».

Επομένως η καθ ύλην αρμοδιότητα στην Εκουσία Δικαιοδοσία, με τον ισχύοντα  ΚΠολΔ, με απαγόρευση παρέκτασης αρμοδιότητας (άρθρο 740 παρ.2 ΚΠολΔ) έχει ως εξής  

Α. Στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου υπάγονται οι υποθέσεις

1. ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΓΙΑ ΣΥΝΤΑΞΗ ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

2. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ / ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ / ΔΙΑΛΥΣΗ / ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ

3. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΩΝ / ΣΥΓΚΛΗΣΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ

4. ΑΔΕΙΑ ΕΚΠΟΙΗΣΗΣ / ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΕΝΕΧΥΡΟΥ

5. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΜΕΣΕΓΓΥΟΥΧΟΥ

6. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΝΑ

7. ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΠΡΑΞΕΩΝ ΣΕ ΑΝΗΛΙΚΟ, ΑΣΚΩΝΤΑ ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ, ΕΠΙΤΡΟΠΟ, ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΤΗ, ΕΝΗΛΙΚΟ ΥΠΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΟ ΑΠΟ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΣΧΟΛΑΖΟΥΣΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

8. ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ / ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

9. ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

10. ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

11. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ / ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ / ΠΑΥΣΗ ΣΧΟΛΑΖΟΥΣΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ / ΕΙΔΙΚΟΥ ΚΗΔΕΜΟΝΑ

12. ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ / ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ / ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ / ΠΑΥΣΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ / ΣΥΝΤΑΞΗ ΑΠΟΓΡΑΦΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

13. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

14. ΔΗΛΩΣΗ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΒΕΒΑΡΥΜΕΝΟΥ ΜΕ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ / ΚΛΗΡΟΔΟΧΟΥ / ΤΡΙΤΟΥ

15. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ / ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ

16. ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ

17. ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΤΗΡΙΟ

18. ΣΦΡΑΓΙΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ / ΑΠΟΣΦΡΑΓΙΣΗ / ΕΠΑΝΑΣΦΡΑΓΙΣΗ

19. ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΩΝ ΣΕ ΦΘΟΡΑ / ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΛΕΙΔΙΩΝ

20. ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ / ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ

21. ΚΗΡΥΞΗ ΑΞΙΟΓΡΑΦΟΥ ΩΣ ΑΝΙΣΧΥΡΟΥ

22. ΒΕΒΑΙΩΤΙΚΟΣ ΟΡΚΟΣ

Β. Στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου,  υπάγονται οι υποθέσεις

1. ΑΦΑΝΕΙΑ

2. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΩΝ / ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

3. ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ

4. ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΒΙΒΛΙΑ

5. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ

6. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

7. ΥΙΟΘΕΣΙΑ

8. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

9. ΘΕΣΗ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΕ ΑΚΟΥΣΙΑ ΝΟΣΗΛΕΙΑ 

10. ΑΝΑΚΟΠΗ ΚΑΤΑ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΟΥ ΔΕΧΕΤΑΙ ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ / ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ 

11. ΑΝΑΚΟΠΗ ΚΑΤΑ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΑΙΤΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ / ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ 

Γ. Στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου υπάγονται οι υποθέσεις

ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΩΣ ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗΣ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ 

Δ. Στην αρμοδιότητα του Εφετείου υπάγονται οι υποθέσεις

ΤΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ / ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΣΚΟΠΩΝ 

 

Ικανότητα προς δικαιοπραξία είναι η ικανότητα ενός προσώπου να συνάπτει δικαιοπραξίες, μονομερείς ή αμφοτεροβαρείς (συμβάσεις).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 129 ΑΚ περιορισμένη ικανότητα προς δικαιοπραξία  έχουν.  

α) Ο ανήλικος, που συμπλήρωσε το 10 έτος της ηλικίας του. 

β) Το πρόσωπου, που βρίσκεται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση και

γ) Το πρόσωπο, που βρίσκεται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση

δ) Ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 10 έτος της ηλικίας του, είναι ικανός για δικαιοπραξία από την οποία αποκτά απλώς και μόνο έννομο όφελος (ΑΚ 134).

ε) Ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 14 έτος της ηλικίας του, μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που κερδίζει από την προσωπική του εργασία, ή που του δόθηκε για να το χρησιμοποιήσει, ή για να το διαθέσει, ελεύθερα (ΑΚ 135)   

στ) Ο ανήλικος που συμπλήρωσε το 15 έτος της ηλικίας του, μπορεί, με την γενική συναίνεση των προσώπων που ασκούν την επιμέλειά του, να συνάψει σύμβαση εργασίας ως εργαζόμενος. Αν δεν δίνεται η συναίνεση, αποφασίζει το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ανηλίκου (ΑΚ 136).

ζ) Ο έγγαμος ανήλικος, μπορεί να επιχειρεί μόνος του κάθε δικαιοπραξία απαραίτητη για να συντηρεί, ή να βελτιώνει την περιουσία του, ή για να αντιμετωπίζει τις ανάγκες της προσωπικής του συντήρησης και εκπαίδευσης, καθώς και τις τρέχουσες ανάγκες της οικογένειάς του. Μπορεί επίσης, α) να εκμισθώνει μόνος τα ακίνητά του, αστικά ή αγροτικά, το πολύ για μία εξαετία, β) να εισπράττει μόνος του εισοδήματα από την περιουσία του, γ) να διεξάγει μόνος του κάθε δίκη σχετική με τις παραπάνω δικαιοπραξίες (ΑΚ 137).

Τα παραπάνω πρόσωπα είναι ικανά να επιχειρήσουν δικαιοπραξία μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, ή μόνο με τους όρους που τάσσει ο νόμος (ΑΚ 133).

Β. Ακυρότητα της δικαιοπραξίας, από τους παραπάνω ανικάνους

Κατά το άρθρο 130 ΑΚ, η δήλωση βούλησης και συνεπώς η δικαιοπραξία, που συνήφθη από τους παραπάνω ανικάνους προς δικαιοπραξία, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική, διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο στην εικοσαετή παραγραφή και σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

Ικανότητα προς δικαιοπραξία είναι η ικανότητα ενός προσώπου να συνάπτει δικαιοπραξίες, μονομερείς ή αμφοτεροβαρείς (συμβάσεις).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 128 ΑΚ απολύτως ανίκανοι προς δικαιοπραξία είναι 

α) Ο ανήλικος, που δεν έχει συμπληρώσει το 10 έτος της ηλικίας του και

β) το πρόσωπο, που βρίσκεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.

Οι ανίκανοι της κατηγορίας αυτής εκπροσωπούνται, οι μεν ανήλικοι από τους ασκούντες την γονική των μέριμνα, οι δε τελούντες σε δικαστική συμπαράσταση από τον δικαστικό συμπαραστάτη. 

Ειδικές διατάξεις προβλέπουν ιδιαίτερες περιπτώσεις ανικανότητας, όπως η ΑΚ 1719,  που ορίζει τα πρόσωπα που είναι ανίκανα να συντάσσουν διαθήκη, ή η ΑΚ 1351, που ρυθμίζει τα σχετικά με την ανικανότητα σύναψης γάμου.

Ακυρότητα της δικαιοπραξίας, που συνήφθη από τους παραπάνω ανικάνους   

Κατά το άρθρο 130 ΑΚ, η δήλωση βούλησης και συνεπώς η δικαιοπραξία, που συνήφθη από τους παραπάνω ανικάνους προς δικαιοπραξία, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική, διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο στην εικοσαετή παραγραφή και σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

Β. Πλήρης ανικανότητα προς δικαιοπραξία, λόγω διατάραξης της συνείδησης (ΑΚ 131).

Σύμφωνα με το άρθρο 131 ΑΚ, ανίκανο προς δικαιοπραξία είναι κάθε πρόσωπο, που κατά τον χρόνο σύναψης της δικαιοπραξίας,

α) δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή,

β) βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.

Δεν απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου (ΑΠ 1396/2001), αλλά αρκεί η θόλωση της διάνοιας του δηλούντος από κάποιο νοσηρό, ή μη, αίτιο, η οποία να επιφέρει σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησής του (ΑΠ 1360/2002) και εντεύθεν αδυναμία του να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της δήλωσης (ΑΠ 1200/2014). Έλλειψη της συνείδησης συνιστά και παροδική διατάραξη, που δεν οφείλεται σε ασθένεια (ΑΠ 1637/2008, 319/2000).

Δεν απαιτείται το νοσηρό, ή μη, αίτιο, να είναι διαγνωσμένο, αρκεί οποιοδήποτε αδιάγνωστο, γιατί ασκεί επιρροή, μόνο, το καθοριζόμενο αποτέλεσμα της στέρησης, είτε της συνείδησης των πραττομένων, είτε της χρήσης του λογικού, παροδικώς. Το δικαστήριο κρίνει για την ύπαρξη των αποτελούντων την έννοια της έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και του λογικού με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 5124/2006, ΕφΠειρ  343/2013).

Δεν απαιτείται η υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση, αρκεί η ψυχική, ή διανοητική, διαταραχή του, να περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, που θα δικαιολογούσε την υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας (ΑΠ 48/2009, 12/2005, ΑΠ 1599/2014).

Αν η δήλωση βούλησης απευθυνόταν σε άλλον, που αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει την ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφ όσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού (άρθρο 132 ΑΚ). 

Ακυρότητα δικαιοπραξίας, από τους παραπάνω ανικάνους   

Σύμφωνα με το άρθρο  131 εδ. α, η δηλωθείσα βούληση και η συναφθείσα δικαιοπραξία του ανίκανου προς δικαιοπραξία, γιατί δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή, βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Έτσι, ο επικαλούμενος δικαιοπραξία βαρύνεται με την απόδειξη της κατάρτισης αυτής, ενώ ο αντίδικος του βαρύνεται με την απόδειξη της έλλειψης της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ΕφΑθ  5094/2011).

Για την ακυρότητα της δικαιοπραξίας δεν έχει σημασία η γνώση ή η άγνοια της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον (ΑΠ 1291/2009, ΠολΠρΑθ 1490/2011) 

Αν ο δηλών δεν είναι σε κατάσταση κηρυγμένης στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, πλην όμως κατά τη στιγμή κατά την οποία έγινε η δήλωση δεν υπήρχε βούληση, είτε γιατί έλειπε σε αυτόν η συνείδηση των πραττομένων, είτε γιατί, λόγω νόσου, έλειπε το λογικό, η δήλωση βούλησης και η συναφθείσα δικαιοπραξία είναι άκυρη (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 1709/199)

(Σημ. συν: Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 131 ΑΚ, περιλαμβάνει ρύθμιση για τους κληρονόμους του προσώπου αυτού, αναφορικά με τις δικαιοπραξίες, που αυτό σύναψε εν ζωή).

Ικανότητα προς δικαιοπραξία είναι η ικανότητα ενός προσώπου να συνάπτει δικαιοπραξίες, μονομερείς ή αμφοτεροβαρείς (συμβάσεις).

Α. Πλήρης ικανότητα προς δικαιοπραξία (ΑΚ 127). 

Πλήρως ικανός προς δικαιοπραξία είναι ο ενήλικος, δηλαδή αυτός που έχει συμπληρώσει  το 18 έτος της ηλικίας του.

Ο ενήλικος έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, εφ όσον δεν συντρέχει κάποιος άλλος λόγος δικαιοπρακτικής ανικανότητας. Έτσι, πχ. δικαιοπρακτική ικανότητα δεν έχουν οι ενήλικοι, που για λόγους υγείας είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία (ΑΚ 128, και ΑΚ 131) ή είναι περιορισμένως ικανοί για δικαιοπραξία (ΑΚ 129).

Β. Πλήρης ανικανότητα προς δικαιοπραξία (ΑΚ 128). 

Απολύτως ανίκανοι προς δικαιοπραξία είναι 

α) Ο ανήλικος, που δεν έχει συμπληρώσει το 10 έτος της ηλικίας του και

β) το πρόσωπο, που βρίσκεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.

Οι ανίκανοι της κατηγορίας αυτής εκπροσωπούνται, οι μεν ανήλικοι από τους ασκούντες την γονική των μέριμνα, οι δε τελούντες σε δικαστική συμπαράσταση από τον δικαστικό συμπαραστάτη. 

Ειδικές διατάξεις προβλέπουν ιδιαίτερες περιπτώσεις ανικανότητας, όπως η ΑΚ 1719,  που ορίζει τα πρόσωπα που είναι ανίκανα να συντάσσουν διαθήκη, ή η ΑΚ 1351, που ρυθμίζει τα σχετικά με την ανικανότητα σύναψης γάμου.

Γ. Περιορισμένη ικανότητα προς δικαιοπραξία (ΑΚ 129)

Περιορισμένη ικανότητα προς δικαιοπραξία  έχουν.  

α. Ο ανήλικος, που συμπλήρωσε το 10 έτος της ηλικίας του. 

β. Το πρόσωπου, που βρίσκεται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση και

γ. Το πρόσωπο, που βρίσκεται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση

δ. Ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 10 έτος της ηλικίας του, είναι ικανός για δικαιοπραξία από την οποία αποκτά απλώς και μόνο έννομο όφελος (ΑΚ 134).

ε. Ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 14 έτος της ηλικίας του, μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που κερδίζει από την προσωπική του εργασία, ή που του δόθηκε για να το χρησιμοποιήσει, ή για να το διαθέσει, ελεύθερα (ΑΚ 135)   

στ. Ο ανήλικος που συμπλήρωσε το 15 έτος της ηλικίας του, μπορεί, με την γενική συναίνεση των προσώπων που ασκούν την επιμέλειά του, να συνάψει σύμβαση εργασίας ως εργαζόμενος. Αν δεν δίνεται η συναίνεση, αποφασίζει το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ανηλίκου (ΑΚ 136).

ζ. Ο έγγαμος ανήλικος, μπορεί να επιχειρεί μόνος του κάθε δικαιοπραξία απαραίτητη για να συντηρεί, ή να βελτιώνει την περιουσία του, ή για να αντιμετωπίζει τις ανάγκες της προσωπικής του συντήρησης και εκπαίδευσης, καθώς και τις τρέχουσες ανάγκες της οικογένειάς του. Μπορεί επίσης, α) να εκμισθώνει μόνος τα ακίνητά του, αστικά ή αγροτικά, το πολύ για μία εξαετία, β) να εισπράττει μόνος του εισοδήματα από την περιουσία του, γ) να διεξάγει μόνος του κάθε δίκη σχετική με τις παραπάνω δικαιοπραξίες (ΑΚ 137).

Τα παραπάνω πρόσωπα είναι ικανά να επιχειρήσουν δικαιοπραξία μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, ή μόνο με τους όρους που τάσσει ο νόμος (ΑΚ 133).

Δ. Πλήρης ανικανότητα προς δικαιοπραξία, λόγω διατάραξης της συνείδησης (ΑΚ 131).

Σύμφωνα με το άρθρο 131 ΑΚ, ανίκανο προς δικαιοπραξία είναι κάθε πρόσωπο, που κατά τον χρόνο σύναψης της δικαιοπραξίας, α) δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή, β) βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.

Δεν απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου (ΑΠ 1396/2001), αλλά αρκεί η θόλωση της διάνοιας του δηλούντος από κάποιο νοσηρό, ή μη, αίτιο, η οποία να επιφέρει σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησής του (ΑΠ 1360/2002) και εντεύθεν αδυναμία του να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της δήλωσης (ΑΠ 1200/2014). Έλλειψη της συνείδησης συνιστά και παροδική διατάραξη, που δεν οφείλεται σε ασθένεια (ΑΠ 1637/2008, 319/2000).

Δεν απαιτείται το νοσηρό, ή μη, αίτιο, να είναι διαγνωσμένο, αρκεί οποιοδήποτε αδιάγνωστο, γιατί ασκεί επιρροή, μόνο, το καθοριζόμενο αποτέλεσμα της στέρησης, είτε της συνείδησης των πραττομένων, είτε της χρήσης του λογικού, παροδικώς. Το δικαστήριο κρίνει για την ύπαρξη των αποτελούντων την έννοια της έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και του λογικού με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 5124/2006, ΕφΠειρ  343/2013).

Δεν απαιτείται η υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση, αρκεί η ψυχική, ή διανοητική, διαταραχή του, να περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, που θα δικαιολογούσε την υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας (ΑΠ 48/2009, 12/2005, ΑΠ 1599/2014).

Αν η δήλωση βούλησης απευθυνόταν σε άλλον, που αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει την ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφ όσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού (άρθρο 132 ΑΚ). 

Ε. Ακυρότητα της δικαιοπραξίας, από ανίκανο προς δικαιοπραξία των στοιχείων Β και Γ (ΑΚ 130). 

Κατά το άρθρο 130 ΑΚ, η δήλωση βούλησης και συνεπώς η δικαιοπραξία, που συνήφθη από τους παραπάνω ανικάνους των στοιχείων (Β) και (Γ) προς δικαιοπραξία, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική, διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο στην εικοσαετή παραγραφή και σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

ΣΤ. Ακυρότητα δικαιοπραξίας, λόγω διατάραξης της συνείδησης (ΑΚ 131 εδ. α)

Σύμφωνα με το άρθρο  131 εδ. α, η δηλωθείσα βούληση και η συναφθείσα δικαιοπραξία του ανίκανου προς δικαιοπραξία, γιατί δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή, βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Έτσι, ο επικαλούμενος δικαιοπραξία βαρύνεται με την απόδειξη της κατάρτισης αυτής, ενώ ο αντίδικος του βαρύνεται με την απόδειξη της έλλειψης της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ΕφΑθ  5094/2011).

Για την ακυρότητα της δικαιοπραξίας δεν έχει σημασία η γνώση ή η άγνοια της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον (ΑΠ 1291/2009, ΠολΠρΑθ 1490/2011) 

Αν ο δηλών δεν είναι σε κατάσταση κηρυγμένης στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, πλην όμως κατά τη στιγμή κατά την οποία έγινε η δήλωση δεν υπήρχε βούληση, είτε γιατί έλειπε σε αυτόν η συνείδηση των πραττομένων, είτε γιατί, λόγω νόσου, έλειπε το λογικό, η δήλωση βούλησης και η συναφθείσα δικαιοπραξία είναι άκυρη (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 1709/199)

(Σημ. συν: Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 131 ΑΚ, περιλαμβάνει ρύθμιση για τους κληρονόμους του προσώπου αυτού, αναφορικά με τις δικαιοπραξίες, που αυτό σύναψε εν ζωή).

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου, που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση). Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά στο ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα) με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος, με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά στον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά στον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 302/2016, ΑΠ 1406/2015, ΑΠ 1043/2014, ΕφΠειρ 431/2018).

Σύμφωνα με το άρθρο 260 παρ. 3 ΚΠολΔ η με οποιονδήποτε τρόπο ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου.

H αρχή της αναλογικότητας κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος 1975/1986/2001. Το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει. «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Η ρητή αυτή κατοχύρωση αναγνωρίζει την ανάγκη ανάδειξης και εφαρμογής της στις περιπτώσεις όπου η στενή ερμηνεία και η ανελαστική εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων προσβάλλουν την αρχή της ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αρχή της νομιμότητας υπό ευρεία έννοια.

Η αρχή της αναλογικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αφορά στην κρατική εξουσία. Απευθύνεται στον δικαστή, που δικάζει υποθέσεις, που αφορούν το κράτος-εξουσία (περιπτώσεις περιορισμού ατομικών δικαιωμάτων) υπό την έννοια ότι το κράτος δεν πρέπει να παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών. Στην περίπτωση αυτή ο Δικαστής οφείλει να απέχει από την εφαρμογή του άρθρου του νόμου, με το οποίο διώκεται ο πολίτης.

Με την κρατήσασα άποψη στην με αριθμό 9/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου σε Ολομέλεια, εφ όσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το εύλογο του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932). Αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Επομένως, σύμφωνα με την αριθμό 9/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου σε Ολομέλεια (κρατήσασα άποψη) η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά για το αν παραβιάζεται ευθέως, ή εκ πλαγίου, η αρχή της αναλογικότητας του Συντάγματος, καθώς και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε, σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει

α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του,

β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914ΑΚ και

γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, ή επ' ευκαιρία, ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Δηλαδή ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της ένεκα της πρόστησης θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) παρείχε σ' αυτόν προς χρησιμοποίηση για άλλο σκοπό των στη διάθεση του τεθέντων μέσων και εν γένει όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 530/2014).

1. Κατά τον ν. 1178/1981 «Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων», ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκε υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος, ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη, ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.

2. Για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ιδίως:

α) τις επιπτώσεις του δημοσιεύματος στον αδικηθέντα, καθώς και στο οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον του,

β) το είδος, τη φύση, τη σπουδαιότητα, τη βαρύτητα και την απαξία των γεγονότων, πράξεων ή χαρακτηρισμών που του αποδόθηκαν με το δημοσίευμα,

γ) το είδος της προσβολής, που υπέστη,

δ) την ένταση του πταίσματος του εναγομένου,

ε) τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, και

στ) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.»

3. Ο αδικηθείς, πριν ασκήσει αγωγή για την προσβολή που υπέστη, υποχρεούται να καλέσει με έγγραφη, εξώδικη πρόσκλησή του τον ιδιοκτήτη του εντύπου, ή όταν αυτός είναι άγνωστος τον εκδότη ή το διευθυντή σύνταξής του, να αποκαταστήσει την προσβολή με την καταχώριση σε αυτό κειμένου που του υποδεικνύει. Στο κείμενο αυτό προσδιορίζονται και οι λέξεις ή φράσεις που θεωρήθηκαν προσβλητικές και πρέπει να ανακληθούν και οι λόγοι για τους οποίους η συγκεκριμένη αναφορά υπήρξε προσβλητική.

4. Η αποκατάσταση θεωρείται ότι επήλθε αν ο ιδιοκτήτης του εντύπου, άλλως ο εκδότης ή ο διευθυντής σύνταξης αυτού, εντός διαστήματος (10) ημερών ή, σε κάθε περίπτωση, στο αμέσως επόμενο τεύχος,

α) ανακαλέσει ρητά την προσβολή με την παραπάνω δημοσίευση, που γίνεται στην ίδια ή, αν δεν υπάρχει αυτή, σε ανάλογη θέση και φύλλο της αντίστοιχης ημέρας κυκλοφορίας της εφημερίδας, που είχε καταχωριστεί η αρχή του επιλήψιμου δημοσιεύματος, και σε έκταση και μέγεθος ανάλογο με το τελευταίο, και

β) κοινοποιήσει στον αδικηθέντα το ως άνω δημοσίευμα αποκατάστασης.

5. Η παρέλευση άπρακτου διαστήματος (10) ημερών ή η μη δημοσίευση στο αμέσως επόμενο τεύχος θεωρείται άρνηση εκ μέρους του ιδιοκτήτη ή εκδότη του εντύπου.

6. Η παράλειψη της παραπάνω διαδικασίας έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης.

7. Η αγωγή αποζημίωσης πρέπει να ασκηθεί εντός (6) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας των (10) ημερών, ή της ρητής αρνητικής απάντησης, εφ όσον αυτή έχει δοθεί νωρίτερα, ή από την έκδοση του αμέσως επόμενου τεύχους. 

Εάν λάβει χώρα η αποκατάσταση της προσβολής δεν μπορεί να υπάρξει αστική αξίωση.

8. Κατ' εξαίρεση, όταν το επιλήψιμο δημοσίευμα αφορούσε επικείμενο γεγονός μείζονος σημασίας για την ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική πρόοδο του αδικηθέντος και η αποκατάσταση της σχετικής προσβολής επακολούθησε αυτού, η τελευταία δύναται να θεωρηθεί ως μη πλήρης και διατηρείται η αξίωση ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

9. Αν παρά τη δημοσίευση της ανάκλησης έχει αποδεδειγμένα προκληθεί στον αδικηθέντα περιουσιακή ζημία που οφείλεται στο επιλήψιμο δημοσίευμα, ο ενάγων δικαιούται να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο μόνο για την αξίωση αυτή. Η εκδίκαση της αγωγής χωρεί ανεξάρτητα από την άσκηση ποινικής δίωξης για την ίδια πράξη, καθώς και της τυχόν για οποιονδήποτε λόγο αναβολής ή αναστολής της ποινικής διαδικασίας που έχει αρχίσει.

10. Σε περίπτωση που γίνει δεκτή αγωγή σε βάρος εφημερίδας, το δικαστήριο, εφ' όσον έχει υποβληθεί αίτημα το αργότερο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διατάσσει με την καταψηφιστική απόφασή του και την καταχώριση στην εφημερίδα αυτήν περίληψης της απόφασης.

Η περίληψη αυτή αρκεί να περιέχει

α) τον αριθμό και τη χρονολογία δημοσιεύσεως της αποφάσεως,

β) το δικαστήριο που την εξέδωσε,

γ) το ονοματεπώνυμο του θιγέντος από το επιλήψιμο δημοσίευμα,

δ) τις φράσεις που κρίθηκαν δυσφημιστικές ή εξυβριστικές, βάσει των οποίων επιδικάστηκε η αποζημίωση ή η χρηματική ικανοποίηση και

ε) το φύλλο της εφημερίδας και την ημερομηνία δημοσιεύσεώς του.

Η περίληψη αυτή και η είδηση ότι καταδικάστηκε η εφημερίδα δημοσιεύεται στην ίδια θέση της εφημερίδας, που είχε καταχωριστεί η αρχή του επιλήψιμου δημοσιεύματος, εντός δεκαπέντε ημερών από της επιδόσεως της τελεσίδικης απόφασης.

11. Οι παραπάνω διατάξεις αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στον συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως.

12. Ο συντάκτης του επιλήψιμου δημοσιεύματος, ο εκδότης αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου, ή ο διευθυντής συντάξεως ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που έχει προκληθεί από το επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 - 363 ΠΚ (ΑΠ 1358/2013).

Κατ άρθρο 173 ΑΚ, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά δε το άρθρο 200 ΑΚ, οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ορίζονται ερμηνευτικοί της βούλησης κανόνες, που εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, όταν διαπιστώνονται κενά, ή αμφίβολα, σημεία στην δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων κατά την συνομολόγηση της σύμβασης.

Στην περίπτωση αυτή, για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης γίνεται προσφυγή στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών  (ΑΠ 678/1996,  ΕφΑθ 1223/2001) κατά τρόπο ώστε, το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 543/2017).

Η πρώτη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (άρθρο 173 ΑΚ) εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση. Η δεύτερη (άρθρο 200 ΑΚ) εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπ όψιν τα συναλλακτικά ήθη. Έτσι κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια, που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες, της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο (ΑΠ 1039/2015).

Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ όψιν, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, την φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν, να εκληφθεί από το άλλο μέρος. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης πρέπει, να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο.

Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπ όψιν του και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, ή τα συναλλακτικά ήθη, και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης, που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 543/2017).

Το δικαστήριο της ουσίας εφ όσον διαπιστώσει έστω και εμμέσως, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη κενού, ή αμφιβολίας, για την έννοια των δηλώσεων βούλησης οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης, Αν παραλείψει να το πράξει, ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, για παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ  298/2017).

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού, ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων, ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Δεν παραβιάζονται οι ερμηνευτικοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχομένη δήλωση βούλησης είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 115/2013, ΑΠ 1039/2015, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 548/2017).

Κατά την διάταξη του άρθρου 183 παρ. 1 ΑΚ, η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την επικύρωση άκυρης σύμβασης απαιτείται νέα σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης των μερών, τα οποία , σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι ελεύθερα να συναινέσουν στην επικύρωση, ή να την αποκρούσουν (ΑΠ 65/2009, ΜονΕφΛαρ 272/2016).

Η επικύρωση πρέπει να είναι έγκυρη. Η έγκυρη επικύρωση προϋποθέτει ότι οι επικυρώνοντες γνωρίζουν την ακυρότητα της επικυρωμένης σύμβασης. Δεν υπάρχει βούληση επικύρωσης, όταν οι συμβαλλόμενοι θεωρούν ότι η αρχική σύμβαση καταρτίσθηκε έγκυρα.

Η επικύρωση μπορεί να είναι, είτε ρητή, είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση (ΑΠ 65/2009, ΜονΕφΛαρ 272/2016)

Η επικύρωση της άκυρης σύμβασης λαμβάνεται υπ όψιν από το Δικαστήριο όχι αυτεπάγγελτα, αλλά μόνον εφ όσον την επικαλεσθεί και την αποδείξει εκείνος ο συμβαλλόμενος, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 345/90, ΕφΛαρ 236/2011).

Κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας, δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επικύρωση άκυρης σύμβασης έχει, σε περίπτωση αμφιβολίας, αναδρομικά αποτελέσματα.

Σύμφωνα με το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως  αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ο δικαστικός πληρεξούσιος, που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του.

Για το κύρος της επίδοσης, το πρόσωπο που επιδίδεται το έγγραφο, πρέπει να έχει, κατά τον χρόνο της επίδοσης, συνείδηση των πράξεών του και να μην βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 131 ΑΚ.

Παρ ότι από τις διατάξεις των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης,  που έχει συνταχθεί από τον αρμόδιο καθ  ύλην και κατά τόπο δικαστικό επιμελητή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή, ή ενώπιόν του και ανταπόδειξη χωρεί μόνο, εφ όσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό, εν τούτοις, επιτρέπεται, ως προς την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή περί του προσώπου στο οποίο έγινε η επίδοση, ανταπόδειξη με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθεια, περί του ότι η επίδοση έγινε σε  πρόσωπο με διατάραξη συνείδησης κατά τον χρόνο της επίδοσης και επομένως η επίδοση είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΠ 374/2015, ΑΠ 375/2015).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ ΑΚ περί εκχώρησης, το σύγχρονο συμβατικό δίκαιο διάπλασε την εξασφαλιστική εκχώρηση, όπου η νόμιμη αιτία της εκχώρησης έγκειται ακριβώς στην εξασφάλιση του εκδοχέα έναντι του κινδύνου της μη είσπραξης υφιστάμενου έναντι αυτού χρέους του εκχωρητή από τις μεταξύ αυτών ενοχικές σχέσεις.

Β. Στο συμβατικό αυτό μόρφωμα η κατάσταση των συμφερόντων, είναι δυνατόν, να προσλαμβάνει τέτοια μορφή, ώστε ο ισχύων κανόνας περί αποκοπής με την αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη κάθε νομικού δεσμού αυτού προς τον εκχωρητή, να παρίσταται εντελώς ξένος προς το αληθινό συμφέρον των μερών. Τούτο κατ εξοχήν συμβαίνει επί καταπιστευτικής εκχώρησης επαγγελματικών απαιτήσεων προς Τράπεζα, που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 39 επ. ν.δ. 17-7/13-8-1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών».

Γ. Επιπλέον στην σύμβαση εκχώρησης είναι δυνατή η προσθήκη αναβλητικής αίρεσης, ή προθεσμίας, ώστε το σκοπούμενο με αυτήν μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, να επέρχεται μόλις συμβεί ορισμένο (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός, ή επιστεί ορισμένο χρονικό σημείο.

Δ. Στην εξασφαλιστική εκχώρηση, η προσθήκη αίρεσης στη σύμβαση εκχώρησης έχει ως περιεχόμενο την επιφύλαξη της εξουσίας είσπραξης στον εκχωρητή για όσο χρονικό διάστημα αυτός θα παραμένει ενήμερος ως προς το ασφαλιζόμενο με την εκχώρηση χρέος του έναντι του εκδοχέα. Η εκχώρηση αυτή είναι έγκυρη, δυνάμενη και έναντι του οφειλέτη να αντιταχθεί, καθώς, ούτε το συμφέρον αυτού, ούτε κάποιο άλλο δημοσίας τάξης συμφέρον, ή συστηματικής φύσης λόγος, εμποδίζουν την αποδοχή του κύρους της, αρκεί να γνωστοποιηθεί σε αυτόν ο όρος της εκχώρησης, που περιέχει τη σχετική επιφύλαξη.

Ε. Επί της καταπιστευτικής εκχώρησης  του άρθρου 39 ν.δ. της 17-7/13-8-1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών» κανόνας είναι, ότι μετά την γνωστοποίηση της εκχώρησης με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχυρίασης στον τρίτο οφειλέτη, ο εκδοχέας, δηλαδή η τράπεζα, αποκτά έναντι του οφειλέτη όλες τις από την εκχωρηθείσα απαίτηση απορρέουσες εξουσίες, δικαιούμενη αποκλειστικά αυτή πλέον να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση.

ΣΤ. Ωστόσο, τα συμβαλλόμενα μέρη, στην περί εκχώρησης σύμβαση, είναι ελεύθερα να συμφωνήσουν ότι η εξουσία προς είσπραξη θα παραμένει και μετά την αναγγελία της εκχώρησης προς τον οφειλέτη προσωρινά στον εκχωρητή, θα μεταβαίνει δε στον εκδοχέα μόνο αφ ότου επέλθει ορισμένο γεγονός, που συνήθως είναι η περιέλευση του εκχωρητή σε υπερημερία οφειλέτη έναντι του πιστοδότη εκδοχέα.

Ζ. Η συμφωνία αυτή, η οποία έχει έρεισμα την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και είναι συνήθης στην καταπιστευτική εκχώρηση απαιτήσεων, είναι έγκυρη, στο μέτρο δε που δεν προσκρούει σε κανένα αντίθετο συμφέρον του οφειλέτη ισχύει και έναντι αυτού, δεδομένου ότι αυτός λόγω της υποχρεωτικής επίδοσης προς αυτόν αντιγράφου της όλης σύμβασης, θα είναι πάντοτε σε θέση να γνωρίζει και τον περιέχοντα την σχετική επιφύλαξη όρο της εξασφαλιστικής συμφωνίας (ΑΠ 208/2016). 

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1317 και 1324 ΑΚ για την άρση, αναίρεση, ή κατάργηση, της υποθήκης απαιτούνται δύο νομικά γεγονότα, το ουσιαστικό που αναφέρεται στην απόσβεση του δικαιώματος προς υποθήκη και το τυπικό που αφορά την δημοσιότητα και συνίστανται στην εξάλειψη της υποθήκης.

Για την εξάλειψη της υποθήκης δεν αρκεί ότι εχώρησε η απόσβεση, ότι δηλαδή υφίσταται κάποιος αποσβεστικός λόγος της υποθήκης, αλλά απαιτείται να εξαλειφθεί αυτή από το οικείο βιβλίο. Απαιτείται αίτηση του ενδιαφερόμενου προς τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα, η οποία πρέπει να στηρίζεται.

Είτε σε συναίνεση του δανειστή, όταν εκείνος συναινεί.

Είτε σε δικαστική απόφαση όταν εκείνος δεν συναινεί.

Α. Συναινετική εξάλειψη.

Η συναίνεση δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (άρθρο 1325 ΑΚ) και ο υποθηκοφύλακας υποχρεούται να προβεί στην εξάλειψη χωρίς δικαστική απόφαση.

Β. Εξάλειψη με δικαστική απόφαση.

Σε περίπτωση που δεν συναινεί ο δανειστής, τότε καθένας που έχει έννομο συμφέρον (πχ. ο κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου) μπορεί να ζητήσει με αγωγή από το κατά τις γενικές διατάξεις καθ ύλη αρμόδιο δικαστήριο την εξάλειψη της υποθήκης, επικαλούμενος, ότι ο εναγόμενος δεν συναινεί στην εξάλειψη και κάποιον από τους νόμιμους λόγους εξάλειψης.

Γ. Λόγοι εξάλειψης υποθήκης.

Οι λόγοι εξάλειψης της υποθήκης είναι

α) Η απόσβεση της υποθήκης και

β) Η ακυρότητα της εγγραφής της.  

Δ. Λόγοι απόσβεσης υποθήκης.

Οι λόγοι απόσβεσης υποθήκης είναι

α) Οι λόγοι απόσβεσης της απαίτησης (όπως καταβολή, δόση αντί καταβολής, άφεση χρέους, υπόσχεση αντί καταβολής, δημόσια κατάθεση, ανανέωση, συμψηφισμός σύγχυση, άφεση χρέους).

β) Η ολοσχερής εξαφάνιση του ενυπόθηκου κτήματος.

γ) Η παραίτηση του δανειστή. Δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου.

δ) Ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου κτήματος και η καταβολή του εκπλειστηριάσματος.

ε) Η παρέλευση της προθεσμίας με την οποία έχει παραχωρηθεί η υποθήκη.

στ) Η παραγραφή της απαίτησης.

ζ) Όταν ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα της υποθήκης.

Ε. Στοιχεία της βάσης της αγωγής εξάλειψης υποθήκης είναι

α) Η ασφαλιζόμενη απαίτηση και η αξία της ασφαλιζόμενης απαίτησης.

β) Ο τίτλος υποθήκης.

γ) Το ακίνητο, στο οποίο με βάση τον πιο πάνω τίτλο έχει εγγραφεί υποθήκη.

δ) Ο νόμιμος λόγος για τον οποίο αποσβήστηκε η υποθήκη.

ε) Η άρνηση του εναγομένου για εξάλειψη της υποθήκης.

(ΕφΑθ 940/1999,  ΜονΕφΠειρ 718/2012, ΕφΠατρων 145/2015)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1330 ΑΚ η εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης είναι η διαγραφή της προσημείωσης από το βιβλίο υποθηκών με πράξη του υποθηκοφύλακα, που σημειώνει στην οικεία στήλη του βιβλίου ότι η γραμμένη προσημείωση εξαλείφεται.

Για την εξάλειψη απαιτείται αίτηση του ενδιαφερόμενου προς τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα, η οποία πρέπει να στηρίζεται,

Είτε, γιατί παρήλθαν από την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης ενενήντα ημέρες χωρίς η προσημείωση να τραπεί σε υποθήκη,

Είτε, σε συναίνεση του δανειστή, όταν εκείνος συναινεί,

Είτε, σε δικαστική απόφαση (ανακλητική των ασφαλιστικών μέτρων) όταν εκείνος δεν συναινεί, είτε

Α. Συναινετική εξάλειψη.

Η συναίνεση δίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (άρθρο 1325 ΑΚ).

Όταν στην συναινετική εξάλειψη, ο οφειλέτης της προσημειωμένης απαίτησης, ή εκείνος που έχει έννομο συμφέρον, απευθυνθεί στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα για την εξάλειψη της προσημείωσης και αυτός, αν και συνέτρεχαν οι όροι της εξάλειψης, αρνηθεί την εξάλειψή της από τα βιβλία υποθηκών, η άρνηση του υποθηκοφύλακα επιλύεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 739 επ. ΚΠολΔ, 791 ΚΠολΔ).

Β. Εξάλειψη με δικαστική απόφαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 1330 ΑΚ η προσημείωση υποθήκης εξαλείφεται, αν προσαχθεί απόφαση που ανακαλεί την απόφαση που είχε διατάξει την εγγραφή της, ή απόφαση που διατάζει την εξάλειψή της.

Τέτοια απόφαση νοείται

α) απόφαση που ανακαλεί, ή μεταρρυθμίζει, την απόφαση, η οποία διέταξε ως ασφαλιστικό μέτρο την εγγραφή προσημείωσης. Αυτή είναι η απόφαση που επιφέρει και την απόσβεση της προσημείωσης κατ’άρθρο 1323 ΑΚ.

β) απόφαση που διατάζει την εξάλειψη της προσημείωσης, η οποία είναι διαφορετική από την παραπάνω, γιατί ενώ εκείνη ανακαλεί ή μεταρρυθμίζει προηγούμενη απόφαση λ.χ. γιατί μεταβλήθηκαν οι συνθήκες ή παρέχεται εγγυοδοσία, αυτή διατάζει απλώς την εξάλειψη της προσημείωσης.

Αυτό συμβαίνει

βα) όταν η προσημείωση έχει για κάποιο λόγο ήδη αποσβεστεί, λ.χ. εξοφλήθηκε η απαίτηση, ή ο δανειστής παραιτήθηκε.

ββ) όταν η προσημείωση έχει άκυρα εγγραφεί.

βγ) όταν η προσημείωση έχει εγγραφεί με διαταγή πληρωμής, οπότε δεν υπάρχει προηγούμενη απόφαση που διέταξε την εγγραφή της, ώστε με νέα να ανακληθεί.

Για την διαδικασία έκδοσης της απόφασης αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 696 επ. ΚΠολΔ (ΜΠρΑθ 10532/2008). 

Όταν η προσημείωση έχει εγγραφεί με διαταγή πληρωμής εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 724 παρ.2 ΚΠολΔ. Αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την εξάλειψη είναι το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την διαταγή πληρωμής. Αν έχει ασκηθεί ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, τότε αρμόδιο είναι το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η ανακοπή (ΜΠρΑθ 10532/2008, ΜΠρΘεσ 23284/2008, ΠΠρΘεσ 5757/2013).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ το διαπλαστικό δικαίωμα του συμψηφισμού δημιουργείται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό.

Β. Με την πρότασή του επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Γ. Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται, όμως, δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση, για αυτό κύρια απαίτηση υπό προθεσμία μπορεί να αποσβεσθεί με ανταπαίτηση ληξιπρόθεσμη.

Δ. Βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και εγκυρότητα των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει, ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης.  

Ε. Η απαίτηση, που έχει παραγραφεί, προτείνεται σε συμψηφισμό, αν, κατά το χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν, δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής της (ΑΚ 443). Σαν χρόνος συνυπάρξεως των δύο απαιτήσεων πριν από την παραγραφή νοείται εκείνος κατά τον οποίο συνέτρεχαν και για τις δύο αντίθετες απαιτήσεις οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού.

ΣΤ. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης, η οποία μπορεί να προβληθεί επικουρικά (ΑΚ 444 εδ. β), οπότε το δικαστήριο δεν έχει ευχέρεια επιλογής μεταξύ των μέσων άμυνας, αλλά πρέπει να ακολουθήσει την σειρά προβολής τους από το διάδικο και να θυσιάσει την ανταπαίτηση, που προτείνεται σε συμψηφισμό μόνον αν δεν είναι δυνατή η απόρριψη της αγωγής με βάση τα άλλα λιγότερο ασύμφορα μέσα άμυνας εκείνου που προτείνει το συμψηφισμό (ΑΠ 851/2001, ΕφΑθ 4725/2001).

Ζ. Σύμφωνα με το άρθρο 221 παρ. 2 ΚΠολΔ η πρόταση της ένστασης συμψηφισμού δημιουργεί εκκρεμοδικία. Έτσι αν μετά την πρόταση συμψηφισμού σε δίκη ασκηθεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, ή προβληθεί ένσταση συμψηφισμού, που στηρίζεται στην ίδια απαίτηση, ή αν έχει προηγηθεί αγωγή κλπ. και ακολουθήσει η σχετική ένσταση συμψηφισμού σε οποιοδήποτε δικαστήριο, θα ανασταλεί αυτεπάγγελτα η εκδίκαση της μεταγενέστερης αιτήσεως μέχρι περατώσεως της πρώτης δίκης.

Η. Η έλλειψη εκκρεμοδικίας αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, που υπαγορεύεται από λόγους διαφύλαξης της αυθεντίας των δικαιοδοτικών οργάνων από την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Η εκκρεμοδικία έχει σαν συνέπεια όχι την απόρριψη αλλά την αναστολή της εκδίκασης, έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη, της νέας αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ή ένστασης συμψηφισμού, διατάσσεται δε όχι μόνο μετά από ένσταση αλλά και αυτεπάγγελτα, γιατί η διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ έχει τεθεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος (ΕφΛαμ 32/2000, ΤριμΕφΛαρ 307/2015).

Κατά την διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ «Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη».

Προϋποθέσεις, επομένως, της ένστασης εκκρεμοδικίας είναι οι εξής

α) Ύπαρξη εκκρεμούς δίκης, είτε ενώπιον του ιδίου, είτε ενώπιον άλλου, Δικαστηρίου.

β) Ταυτότητα προσώπων, δηλαδή ταυτότητα διαδίκων που να παρίστανται με την ίδια ιδιότητα. Τούτο σημαίνει ότι το δεδικασμένο της απόφασης της πρώτης δίκης δεσμεύει και τους διαδίκους της δεύτερης δίκης, ανεξάρτητα δηλαδή από την μεταλλαγή της δικονομικής ιδιότητας αυτών σε κάθε δίκη,

γ) Ταυτότητα διαφοράς, δηλαδή ταυτότητα δικαιώματος, αντικειμένου και ιστορικής και νομικής αιτίας. Ταυτότητα δικαιώματος υπάρχει, όταν το προβαλλόμενο δικαίωμα είναι το ίδιο, το οποίο εξετάστηκε και κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ταυτότητα αντικειμένου υπάρχει, όταν το ενσώματο ή ασώματο αντικείμενο της νέας δίκης δεν είναι διαφορετικό της προηγούμενης δίκης. Με τον όρο ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας δηλώνεται η ταυτότητα του νομικού γεγονότος του παραγωγικού της έννομης σχέσης. Με άλλα λόγια ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας σημαίνει ότι με την δεύτερη αγωγή, ανταγωγή κλ.π. πρέπει να προβάλλεται με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά το ίδιο αίτημα.

Η εκκρεμοδικία συνιστά δικονομικό απαράδεκτο της αγωγής, που ασκήθηκε εκ νέου και έχει ως συνέπεια, όχι την απόρριψη της δεύτερης αγωγής, αλλά την αναστολή της εκδίκασης της μέχρι την περάτωση, ή κατάργηση, της πρώτης δίκης. Η αναστολή διατάσσεται, όχι μόνον κατόπιν προβολής ένστασης, αλλά και αυτεπαγγέλτως, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 222 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ με την σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Ο εγγυητής έχει το δικαίωμα, όμως, να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, έως ότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη. Αυτή είναι η έννοια της ένστασης δίζησης, απορρέει από την διάταξη του άρθρου 855 ΑΚ και πρέπει να προταθεί. Κατά την διάταξη του άρθρου 856 ΑΚ, σε περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, η αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να επιχειρηθεί στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας, ή της διαμονής του, αν δε ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επίσχεσης σε κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, πρέπει να επιχειρήσει εκτέλεση και σε αυτά.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της δίζησης, εάν ο δανειστής, προκειμένου περί εγγύησης, που δόθηκε για χρηματική οφειλή, επεχείρησε άκαρπη αναγκαστική εκτέλεση σε κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας, ή της διαμονής του, ή σε άλλα κινητά πράγματα στα οποία έχει δικαίωμα ενεχύρου, ή επίσχεσης. Ο δανειστής, προκειμένου περί εγγύησης για χρηματική οφειλή, δεν έχει υποχρέωση να αναζητήσει άλλα περιουσιακά στοιχεία του πρωτοφειλέτη και να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση σε αυτά. Ο νόμος απαιτεί την επιχείρηση αναγκαστικής εκτέλεσης ατελεσφόρητης. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι ο δανειστής πρέπει οπωσδήποτε να επιχειρήσει ατελεσφόρητη αναγκαστική εκτέλεση, γιατί το άρθρο 857 αριθ. 4 ΑΚ ρητώς ορίζει ότι αποκλείεται η προβολή της ένστασης δίζησης, εάν είναι προφανές ότι θα απέβαινε άκαρπη η αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, αν η εγγύηση δόθηκε για χρηματική οφειλή, εξετάζεται το άκαρπο εκείνης μόνο της αναγκαστικής εκτέλεσης που επιχειρείται στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας, ή της διαμονής του, ή σε άλλα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη στα οποία ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επίσχεσης (ΑΠ 463/1994).

Με την ένσταση δίζησης παράγεται υπέρ του εγγυητή γνησία αναβλητική ένσταση, η οποία έχει ως συνέπεια την προσωρινή απόρριψη της αγωγής, εφ` όσον ο δανειστής είναι υποχρεωμένος να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη, μετά το ατελεσφόρητο της οποίας δύναται να ασκήσει νέα αγωγή κατά του εγγυητή και όχι να επαναφέρει προς συζήτηση την πρώτη που έχει απορριφθεί προσωρινά.

Αν προταθεί η ένσταση δίζησης, το Δικαστήριο, εφ` όσον διακριβώσει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ότι είναι ουσιαστικά βάσιμη, δεν θα ασχοληθεί με την ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης του δανειστή κατά του εγγυητή, αλλά αυτή θα την ερευνήσει μετά την πλήρωση της αρνητικής προϋπόθεσης της άκαρπης αναγκαστικής εκτέλεσης και την εκ νέου άσκηση αγωγής από τον δανειστή κατά του εγγυητή (ΑΠ 61/2003, ΕφΛαρ165/2012).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 857 ΑΚ, ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της δίζησης,

α) αν παραιτήθηκε απ αυτήν, και ιδίως αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης,

β) αν η δίωξη του  πρωτοφειλέτη έγινε σημαντικά δύσκολη λόγω μεταβολής της κατοικίας, ή  διαμονής του, μετά την συνομολόγηση της εγγύησης,

γ) αν ο πρωτοφειλέτης  κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ο δανειστής δεν έχει ενέχυρο σε  πράγμα του και

δ) αν είναι φανερό ότι η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του  πρωτοφειλέτη θα απέβαινε άκαρπη. 

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 847, 849, 851 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν ο εγγυητής παραιτήθηκε από την ένσταση της δίζησης και ιδίως αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης, δεν δημιουργείται μεταξύ αυτού και του πρωτοφειλέτη παθητική σε ολόκληρον ενοχή, αλλά εξακολουθεί και μετά την παραίτηση να ευθύνεται ως εγγυητής, παρεπομένως προς τον πρωτοφειλέτη. Συνεπώς, αν ο δανειστής στραφεί κατά του εγγυητή, αυτός υποχρεούται να καταβάλει την οφειλή, στην έκταση που έχει κατά την άσκηση της σχετικής αγωγής, αν δε ο πρωτοφειλέτης έχει καταβάλει την οφειλή ο εγγυητής μπορεί να προτείνει την ένσταση της απόσβεσης του χρέους με καταβολή, η οποία, αν αποδειχθεί βάσιμος, έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής του δανειστή (ΑΠ 148/1997).

Σύμφωνα με  ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτή, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον ν. 3587/2007,  καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα, ή οι υπηρεσίες, που προσφέρονται στην αγορά, ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων, ή υπηρεσιών, εφ όσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους.

Ο όρος καταναλωτής περιλαμβάνει και εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, εφ όσον οι τελευταίοι συνάπτουν συμβάσεις για τις ιδιωτικές τους ανάγκες. Όταν όπως οι επιχειρούμενες από τους ως άνω συναλλαγές συναρτώνται λειτουργικά με την άσκηση του επαγγέλματος τους, ή είναι βοηθητικές της εμπορικής τους δραστηριότητας, δεν θεωρούνται καταναλωτές (ΕφΔυτΜακεδονίας 73/2015).

Έτσι, ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως καταναλωτής στο πλαίσιο ορισμένων πράξεων και ως επιχειρηματίας στο πλαίσιο άλλων πράξεων.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ως καταναλωτής προστατεύεται μόνο εκείνος που συνάπτει την επίμαχη σύμβαση, εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών του σχέσεων. Για την διαπίστωση της συνδρομής της ανωτέρω προϋπόθεσης δεν έχει σημασία η υποκειμενική του κατάσταση (αν λ.χ. το επάγγελμα του είναι άσχετο ή σχετικό με τη συγκεκριμένη σύμβαση), αλλά, εάν μπορεί να θεωρηθεί κατ αντικειμενική κρίση ως επαγγελματίας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συναλλαγής.

Κατά συνέπεια ο αγοραστής τραπεζικών προϊόντων, ή ο αποδέκτης τραπεζικών υπηρεσιών, δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων καταναλωτής, αποκλειστικώς λόγω του γεγονότος ότι είναι αντισυμβαλλόμενος τράπεζας.

Η επίκληση και υπαγωγή στο προνομιακό καθεστώς προστασίας των διατάξεων του καταναλωτικού δικαίου, ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι, με γνώση και εμπειρία της αγοράς και σημαντική οικονομική επιφάνεια, ασχολούνται συστηματικώς με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, μπορεί να αποβεί καταχρηστική, αν οι ανωτέρω συναλλασσόμενοι υπερβαίνουν κατά πολύ το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή και δεν είναι απαραίτητα το αδύναμο μέρος της συγκεκριμένης συναλλαγής.

Μόνο οι συμβάσεις, που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο, εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικώς ασθενέστερο μέρος (ΑΠ 904/2011, ΕφΑθ 1159/2012, ΕφΘεσ 492/2010, ΕφΛαρ 806/2010, ΕφΔυτΜακεδονίας 73/2015). Ο εγγυητής του οφειλέτη που δεν είναι καταναλωτής, κατά την προαναφερόμενη έννοια, δεν θεωρείται και αυτός καταναλωτής (ΕφΑθ 3670/2012).

Το ενέχυρο χωρίς παράδοση του πράγματος (πλασματικό ενέχυρο) προβλέπεται με τον ν. 2844/2000 και αφορά επιχειρήσεις ή επαγγελματίες, της ασφάλειας παρεχομένης για τις ανάγκες της επιχείρησης, ή του επαγγέλματος, του οφειλέτη. Το πλασματικό ενέχυρο είναι μέθοδος απόκτησης ρευστότητας με ενεχύραση επιχειρηματικών απαιτήσεων. Παρέχει την δυνατότητα ενεχύρασης κινητών πραγμάτων χωρίς παράδοση της κατοχής τους, κατ απόκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 1211-1213 ΑΚ, περί ενεχύρου.

Η πρακτική χρησιμότητα, που παρουσιάζει ο θεσμός για τον οφειλέτη (ενεχυραστή), είναι ότι αυτός δεν αποξενώνεται από τα πράγματα που ενεχυριάζει, αλλά μπορεί να εξακολουθεί να τα χρησιμοποιεί για την συνέχιση της επιχειρηματικής, επαγγελματικής του δραστηριότητας, ενώ διατηρεί την εξουσία διάθεσης των αντικειμένων της ασφάλειας και ταυτόχρονης αντικατάστασής τους με άλλα ανάλογης αξίας (κυμαινόμενη ασφάλεια).

Το ενέχυρο χωρίς παράδοση του πράγματος, αφορά μόνο περιπτώσεις στις οποίες, τόσο ο δανειστής, όσο και ο οφειλέτης, είναι επιχειρήσεις, ή επαγγελματίες και η ασφάλεια παρέχεται για τις ανάγκες της επιχείρησης, ή του επαγγέλματος του οφειλέτη. Το ενέχυρο αυτό μπορεί να συσταθεί όχι μόνο μεταξύ εμπόρων για εξασφάλιση εμπορικής απαίτησης, αλλά καταλαμβάνει και ορισμένες άλλες κατηγορίες απαιτήσεων, όπως εναντίον ελεύθερων επαγγελματιών.

Αποκλείονται από την ασφαλειοδότηση,  τα χρήματα, τα αξιόγραφα, η οικοσκευή, ως και τα κινητά, που είναι δεκτικά αυτοτελώς υποθήκης (αεροσκάφη, πλοία και πλωτά ναυπηγήματα).

Η σύσταση του πλασματικού ενεχύρου γίνεται με έγγραφη συμφωνία οφειλέτη (ενεχυραστή) και δανειστή και δημοσίευση της συμφωνίας στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου. Θέση Ενεχυροφυλακείου υπέχει το Υποθηκοφυλακείο του τόπου κατοικίας του ενεχυραστή, άλλως στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών. Η δημοσιότητα της σύστασης του πλασματικού ενεχύρου εξυπηρετεί τον σκοπό, να αποτραπεί η πολλαπλή ενεχύραση του ιδίου ενεχύρου, υποκαθιστά δε την κοινοποίηση από τις τράπεζες στους δανειολήπτες τους της ενεχύρασης των δανείων τους.

Η δημοσίευση (καταχώρηση) του πλασματικού ενέχυρου γίνεται ύστερα από αίτηση από όποιον έχει έννομο συμφέρον, με κατάθεση εντύπου που περιέχει τα στοιχεία της συμφωνίας και υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη, ή τους συγκυρίους. Το γνήσιο της υπογραφής θεωρείται από τον Υποθηκοφύλακα, εκτός αν είναι ήδη θεωρημένο από άλλη δημόσια αρχή, ή συμβολαιογράφο, ή αστυνομία.

Μελλοντικές απαιτήσεις, ή ομάδα απαιτήσεων, μπορεί να είναι αντικείμενο ενεχύρου, αν οι απαιτήσεις είναι δυνατόν να προσδιοριστούν.

Σε περίπτωση διάθεσης του ενεχυρασθέντος μετά την δημοσίευση, το ενέχυρο διατηρείται, εκτός αν ο τρίτος αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητα την ύπαρξη του ενεχύρου.

Η απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται μετά δεκαετία από την καταχώριση, εκτός αν ο δανειστής ζητήσει με έγγραφο, που υποβάλλεται στον ενεχυροφύλακα και κοινοποιείται στον ενεχυραστή (3) τουλάχιστον μήνες πριν από την συμπλήρωση της δεκαετίας, την καταχώρηση δήλωσης στο βιβλίο για παράταση του ενεχύρου. Η δήλωση παράτασης δεν ισχύει, αν ο ενεχυραστής, ή ο οφειλέτης, ή τρίτος που έχει έννομο συμφέρον, προσκομίσει στον ενεχυροφύλακα ένα μήνα πριν την συμπλήρωση της διάρκειας του ενεχύρου, έγγραφη εξοφλητική απόδειξη του δανειστή, ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση για την απόσβεση, ή την ανυπαρξία της ασφαλιζόμενης απαίτησης (άρθρο 4 ν. 2844/2000).

Η εξάλειψη του ενεχύρου γίνεται με πράξη πάνω στο κατατεθειμένο στον ενεχυροφύλακα (υποθηκοφύλακα) έντυπο, σημειώνεται δε στο ευρετήριο. Η συναίνεση για την εξάλειψη της εγγραφής μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο.
Συμπληρωματικά με τις διατάξεις του ν. 2844/2000,  εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1284, 1290, 1294 ως 1299, 1314 ως 1316 εδ. α, 1324, 1327 ως 1329, 1331, 1332, 1334, 1335 και 1339 ως 1341του ΑΚ.

Η σύσταση ενεχύρου υπέρ τράπεζας προβλέπεται από το ν.δ. 17.7/13.8.1923, που, κατ άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, που στο άρθρο 35 ορίζει ότι, οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται, οσάκις η εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρο κινητό πράγμα, ή απαίτηση, α) λόγω δανείου, είτε απλού, είτε με ανοικτό λογαριασμό, ή β) λόγω εξασφάλισης προγενέστερης απαίτησής της.

Με τις διατάξεις του ν.δ καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχώρησης, οι δε γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται, μόνο, συμπληρωματικά για θέματα, που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του εν λόγω ν.δ (ΑΠ 744/2017).

Προς σύσταση ενεχύρου υπέρ τράπεζας απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης και παράδοση του ενεχυριαζομένου πράγματος. Η σύμβαση καταρτίζεται, είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει, ή δεν έχει, βέβαιη χρονολογία. 

Όταν πρόκειται για σύσταση υπέρ τράπεζας ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση, είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο, ή από χορήγηση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως, βάσει του χρόνου γέννησης της, από την σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται αντίγραφο της σύμβασης ενεχυρίασης να επιδοθεί στον τρίτον. Από την επίδοση της σύμβασης θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτηση (άρθρο 40 παρ. 1)

Αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται, όχι οιονεί νομέας, αλλά νομέας της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον. Η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ως εκδοχέας (ΑΠ 857/2004, ΑΠ 868/2014).

Μετά την εξόφλησή της απαίτησης, το τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο η τράπεζα οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή.

Αν το δάνειο κατέστη απαιτητό, η πιστώτρια δικαιούται να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση, που αρχίζει με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή. Αν αντικείμενο της ενεχυρίασης είναι ανώνυμα χρεώγραφα, εκποιούνται χρηματιστηριακώς. Ο πλειστηριασμός γίνεται την πρώτη Κυριακή μετά την πάροδο οκτώ ημερών από την επιταγή, ενώπιον συμβολαιογράφου, που ορίζεται από την επισπεύδουσα, χωρίς κατάσχεση. Επί του πλειστηριασμού εφαρμόζονται οι διατάξεις περί πλειστηριασμού κινητών.

Από το τίμημα, ή του πλειστηρίασμα, η πιστώτρια λαμβάνει τα οφειλόμενα, με καταβολή, ή συμψηφισμό. Το υπόλοιπο αποδίδεται στον οφειλέτη, εκτός αν έγινε αναγγελία πιστωτών, οπότε γίνεται κατάταξη ενώπιον του συμβολαιογράφου.

Το ενέχυρο με παράδοση κινητού πράγματος (κοινό ενέχυρο) προβλέπεται από τα άρθρα 1209 επ. ΑΚ που ορίζει ότι «σε ξένο κινητό πράγμα μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου για την εξασφάλιση απαίτησης με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το πράγμα». Το ενέχυρο χωρίς παράδοση του κινητού πράγματος (πλασματικό ενέχυρο) προβλέπεται με τον ν. 2844/2000 και αφορά επιχειρήσεις, ή επαγγελματίες, της ασφάλειας παρεχομένης για τις ανάγκες της επιχείρησης, ή του επαγγέλματος, του οφειλέτη.

Για την σύσταση του κοινού ενεχύρου απαιτείται παράδοση του πράγματος από τον οφειλέτη (ενεχυραστή) στον δανειστή και συμφωνία των δύο ότι ο δανειστής αποκτά ενέχυρο στο πράγμα. Η συμφωνία απαιτείται να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ή έγγραφο ιδιωτικό με βέβαιη χρονολογία, να προσδιορίζει την απαίτηση και να περιγράφει το ενεχυραζόμενο πράγμα. Αντί για περιγραφή στο σώμα του εγγράφου αρκεί να προσαρτάται σε αυτό ιδιαίτερος κατάλογος (ΑΚ1211). Η παράδοση του πράγματος μπορεί να γίνει και σε  τρίτον με κοινή συναίνεση δανειστή και ενεχυραστή (ΑΚ 1212). 

Αν το αντικείμενο του ενεχύρου είναι απαίτηση, απαιτείται ο ενεχυραστής να γνωστοποιήσει στον οφειλέτη την ενεχύραση.

Ενέχυρο επιτρέπεται μόνον επί κινητών. Ενεχύραση απαίτησης, που αφορά ακίνητο, απαγορεύεται, γιατί θα κατέληγε με την είσπραξή της σε δημιουργία ενεχύρου πάνω σε ακίνητο, αποτέλεσμα ασυμβίβαστο με την ρύθμιση του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 744/2017).

Ενέχυρο μπορεί να συσταθεί και σε δικαίωμα, εφ όσον αυτό είναι μεταβιβάσιμο. Η σύσταση γίνεται κατά τον τρόπο, που γίνεται και η μεταβίβαση του δικαιώματος (ΑΚ 1247).

Αν στην ίδια απαίτηση έχουν συσταθεί περισσότερα ενέχυρα, η σειρά προτεραιότητας κανονίζεται από το χρόνο σύστασης κάθε δικαιώματος (ΑΚ 1250).

Το ενέχυρο ασφαλίζει την απαίτηση σε όλη της την έκταση, ιδίως τους τόκους, την ποινική ρήτρα, τις αξιώσεις του δανειστή εξ αιτίας δαπανών που έκανε στο πράγμα, τα δικαστικά έξοδα, καθώς και τα έξοδα για την εκποίηση του ενεχύρου (ΑΚ 1218).

Ο δανειστής έχει υποχρέωση να φυλάει το πράγμα. Χωρίς την συναίνεση του ενεχυραστή δεν έχει δικαίωμα να το χρησιμοποιεί, ή να το μετενεχυράζει (ΑΚ 1224). Αν κινδυνεύει η ασφάλεια του δανειστή, επειδή απειλείται καταστροφή, ή ουσιώδης μείωση της αξίας του πράγματος, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να πουλήσει το πράγμα με πλειστηριασμό, ύστερα από άδεια του δικαστηρίου, εκτός αν ο ενεχυραστής συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα σε εύλογη προθεσμία που του τάσσεται. Ο πλειστηριασμός γίνεται όπως ο πλειστηριασμός κινητού, που έχει κατασχεθεί. Το εκπλειστηρίασμα υποκαθίσταται στο πράγμα και κατατίθεται δημόσια (ΑΚ 1228).

Αν απειλείται καταστροφή του πράγματος, ή ουσιώδης μείωση της αξίας του, ο ενεχυραστής έχει το δικαίωμα να προκαλέσει δικαστική άδεια για την πώληση του πράγματος, ή να απαιτήσει την απόδοσή του, παρέχοντας άλλη ασφάλεια. Παροχή ασφάλειας με εγγυητή αποκλείεται (ΑΚ 1229).

Το ενέχυρο, αν μεν το ασφαλιζόμενο χρέος δεν έληξε, χορηγεί στον δανειστή, κατά το άρθρο 1253 ΑΚ, το δικαίωμα να εισπράξει από κοινού με τον ενεχυραστή την απαίτηση, που είναι χρηματική, ενώ αν το ασφαλιζόμενο χρέος έληξε, ο δανειστής δικαιούται, κατά το άρθρο 1254 ΑΚ, είτε να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση κατά το ποσό, όμως, μόνον που απαιτείται για την ικανοποίησή του, είτε να απαιτήσει να του εκχωρηθεί αυτή κατά το ίδιο ποσό αντί καταβολής. Ο δανειστής δεν δικαιούται σε άλλη διάθεση της ενεχυρασμένης απαίτησης (ΑΠ 744/2017).

Ο δανειστής, από την στιγμή που η απαίτησή του έγινε απαιτητή, έχει  δικαίωμα, να πουλήσει το πράγμα με πλειστηριασμό, αν έχει εκτελεστό  τίτλο, ή να προκαλέσει δικαστική απόφαση για την πώλησή του με  πλειστηριασμό. Η πώληση γίνεται όπως η πώληση κινητού, που έχει  κατασχεθεί. Η πώληση πραγμάτων που έχουν χρηματιστηριακή αξία γίνεται χρηματιστηριακώς (ΑΚ 1237).

Ο δανειστής έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα, όταν αποσβεστεί το ενέχυρο. Απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται ιδίως, α) με την απόσβεση της  απαίτησης για χάρη της οποίας έχει συσταθεί, β) με την απόδοση του πράγματος από τον δανειστή στον ενεχυραστή (ή στον κύριο), γ) με την μονομερή δήλωση του δανειστή προς τον ενεχυραστή (ή τον κύριο) ότι παραιτείται από το ενέχυρο, και δ) με την ένωση στο ίδιο πρόσωπο της κυριότητας και του δικαιώματος του ενεχύρου (ΑΚ 1243).

Με άδεια του δικαστηρίου, έχει δικαίωμα ο δανειστής και μετά την απόσβεση της απαίτησής του, να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος στον οφειλέτη, αν έχει εναντίον του άλλη απαίτηση, που συνομολογήθηκε μετά την σύσταση του ενεχύρου και έγινε απαιτητή πριν από την λήξη της απαίτησης, που ασφαλίζεται με το ενέχυρο. Το ίδιο δικαίωμα έχει ο δανειστής και κατά του τρίτου ενεχυραστή, αν έχει εναντίον του απαίτηση (ΑΚ 1233).

Οι αξιώσεις του ενεχυραστή κατά του δανειστή από βλάβη, ή μείωση της αξίας του πράγματος, και οι αξιώσεις του δανειστή για δαπάνες, ή για την αφαίρεση κατασκευάσματος, που τυχόν έχει προσθέσει, παραγράφονται έξι μήνες από την απόσβεση του ενεχύρου (ΑΚ 1235).

Οι δαπάνες που έκανε ο δανειστής για την διατήρηση του πράγματος αναζητούνται κατά τις διατάξεις για την διοίκηση αλλοτρίων (ΑΚ 1225).

Όταν πρόκειται για σύσταση ενεχύρου επί ανωνύμων τίτλων, σύμφωνα με το άρθρο 1244 ΑΚ, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενεχύρου κινητών.

Όταν το αξιόγραφο είναι ονομαστικός τίτλος, όπως ονομαστική μετοχή ανώνυμης εταιρίας, επειδή ο ΑΚ δεν περιέχει ρητή διάταξη για την σύσταση ενεχύρου σε ονομαστικούς τίτλους, εν όψει της ρύθμισης του άρθρου 1245 ΑΚ, που δεν κάνει διάκριση μεταξύ ανωνύμων και ονομαστικών μετοχών αμέσως μετά την ρύθμιση της ΑΚ 1244, που εξομοιώνει τους ανώνυμους τίτλους με κινητά, δικαιολογείται η ίδια αντιμετώπιση και για τις ονομαστικές μετοχές από την πλευρά της σύστασης του ενεχύρου επ αυτών (ΑΠ 868/2014).

Ειδική νομοθετική ρύθμιση για την σύσταση ενεχύρου σε ονομαστικές μετοχές ανώνυμης εταιρείας, με κριτήριο το πρόσωπο των συμβαλλομένων, προβλέπεται στο άρθρο 3 του α.ν. 1818/1951, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. 2 του ν.δ. 3330/1955. Σύμφωνα με την παρ. 1 του ως άνω άρθρου, το ενέχυρο επί ονομαστικών μετοχών, όταν συμβαλλόμενος είναι χρηματιστής, τράπεζα ή νομικό πρόσωπο, συνιστάται με ιδιωτικό έγγραφο, που συντάσσεται εις διπλούν, υποβάλλεται στο προσήκον τέλος χαρτοσήμου και παραδίδεται στον δανειστή, μη απαιτουμένης οποιαδήποτε άλλης διατύπωσης.

Σε κάθε άλλη περίπτωση ενεχύρασης των ονομαστικών μετοχών, πλην των αναφερομένων στην παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1244 ΑΚ, δηλαδή εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή για την σύσταση του ενεχύρου οι διατάξεις του άρθρου 1211 ΑΚ (ΑΠ 868/2014).

Κατά το άρθρο 1251 ΑΚ, για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία. Τίτλο σε διαταγή αποτελεί η επιταγή, η συναλλαγματική και το γραμμάτιο σε διαταγή. 

Ο ενεχύραση των τίτλων αυτών με οπισθογράφηση επιτρέπεται και με το ν.δ. 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», που εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ.1 του ΕισΝΑΚ, όπου στο άρθρο 38 ορίζει, αν αντικείμενο της ενεχύρασης είναι δικαιόγραφο σε διαταγή, η ενεχύραση γίνεται με οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή της πιστώτριας, μη απαιτουμένης άλλης έγγραφης σύμβασης ενεχύρασης.

Η ενεχύραση με οπισθογράφιση ισχύει και για την επιταγή, παρ ότι στον ν. 5960/1933 «περί επιταγής» δεν υπάρχει σχετική διάταξη, ούτε στον ν. 5325/1932 προβλέπεται οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου των επιταγών, καθ ότι δεν θεσπίζεται σχετική απαγόρευση (ΑΠ 1854/2005, ΑΠ 537/2002, ΑΠ 1565/2002, ΑΠ 1854/2005, ΜονΠρΘεσ 26145/2007, ΕιρΚρωπίας 755/2012).

Για την ενεχύραση των παραπάνω τίτλων σε διαταγή αρκεί η οπισθογράφηση αυτών σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, όπως, να συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, ή ιδιωτικό βεβαίας χρονολογίας, ούτε να γνωστοποιηθεί τούτο στον ενεχόμενο από την επιταγή, μη εφαρμοζομένων υποχρεωτικά των διατάξεων των άρθρων 460, 1211, 1247, 1248 ΑΚ. Αρκεί η οπισθογράφηση να περιέχει την μνεία «αξία λόγω ασφαλείας», ή «αξία λόγω ενεχύρου», ή κάθε άλλη μνεία, που περιέχει ενεχύραση. 

Δεν αποκλείεται, όμως, η επιλογή του κοινού τρόπου ενεχύρασης, με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 1247 και 1248 ΑΚ.

Ο ενεχυρούχος δανειστής τέτοιων τίτλων, ακόμα και επί  μεταχρονολογημένων επιταγών, δικαιούται να ασκήσει όλα τα δικαιώματα, που απορρέουν από τον τίτλο (ΕφΘεσ 2445/2000) και έχει το δικαίωμα, να εισπράξει μόνος την απαίτηση, και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος (ΑΠ 1453/2007, ΕιρΚρωπίας 755/2012), υποχρεούμενος, μόνο, μετά την πλήρη ικανοποίησή του, να αποδώσει το τυχόν υπόλοιπο στον ενεχυραστή (ΑΠ  1453/2007).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 924, 926,927 ΚΠολΔ, ως ισχύουν, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση και στην περίπτωση του άρθρου 915 και αντιγράφου του αποδεικτικού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο αυτό.

Η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Όποιος επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, έχει υποχρέωση να διορίσει, με την επιταγή που κοινοποιείται σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, αντίκλητο που να κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος που υπογράφει την επιταγή. Στον αντίκλητο μπορούν να γίνουν όλες οι επιδόσεις και οι προσφορές που αφορούν την εκτέλεση.

Μετά την επίδοση της επιταγής δεν μπορεί, με ποινή ακυρότητας, να γίνει άλλη πράξη εκτέλεσης πριν περάσουν (3) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση.

Η προθεσμία αυτή τηρείται και όταν η αναγκαστική εκτέλεση συνεχίζεται κατά του κληρονόμου, ή του κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας.

Όταν περάσει έτος από την επίδοση της επιταγής, δεν μπορεί να γίνει καμία άλλη πράξη εκτέλεσης που να βασίζεται επάνω σε αυτήν.

Η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος δίνει, επάνω στο απόγραφο, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή και ορίζει τον τρόπο και αν είναι δυνατό και τα αντικείμενα επάνω στα οποία θα γίνει η εκτέλεση.

Αν πρόκειται για κατάσχεση, ορίζει ως υπάλληλο του πλειστηριασμού έναν συμβολαιογράφο της περιφέρειας του τόπου όπου θα γίνει η κατάσχεση και αναφέρεται η τυχόν διενέργειά του με ηλεκτρονικά μέσα.

Η εντολή πρέπει να χρονολογείται και να υπογράφεται από το δικαιούχο, ή τον πληρεξούσιό του.

Η εντολή δίνει την εξουσία να ενεργηθούν όλες οι πράξεις της εκτέλεσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε αυτήν.

Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση μπορεί, κατά την διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ, να ασκήσει ανακοπή στο αρμόδιο δικαστήριο, προβάλλοντας αντιρρήσεις, που  αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ή την απαίτηση.

Από την διάταξη του άρθρου 478 ΑΚ που ορίζει ότι «αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, σε περίπτωση αμφιβολίας ο δανειστής δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή» προκύπτει ότι, αν τρίτος υποσχέθηκε προς τον οφειλέτη να καταβάλει το χρέος του οφειλέτη προς τον δανειστή του, ο τρίτος έχει υποχρέωση να καταβάλει το χρέος του οφειλέτη και να τον απαλλάξει, χωρίς ο δανειστής, αν δεν προκύπτει ειδικά το αντίθετο, να αποκτά κάποιο δικαίωμα από την σύμβαση μεταξύ του τρίτου και του οφειλέτη.  

Επομένως η υπόσχεση του τρίτου προς τον οφειλέτη περί καταβολής χρέους του, υπαρκτού ή μελλοντικού, αν δεν προκύπτει ειδικά το αντίθετο, αποτελεί απλή σύμβαση ελευθέρωσης χρέους, η ενέργεια της οποίας περιορίζεται αποκλειστικά μεταξύ των συμβληθέντων τρίτου και οφειλέτη (ΕφΠατρ 89/2008, ΕφΑθ 182/2011).

Η ελευθέρωση χρέους είναι υποσχετική δικαιοπραξία, αιτιώδης, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από την συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθ ενός. Είναι κατά κανόνα άτυπη, εκτός αν η τήρηση του τύπου επιβάλλεται από το αντικείμενό της (άρθρα 367 και 369 ΑΚ) ή την αιτία της (ΑΠ 1230/2010, ΕφΑθ 182/2011).

Ο οφειλέτης, που δέχθηκε την υπόσχεση ελευθέρωσης, δεν έχει δικαίωμα, προτού ικανοποιήσει τον δανειστή του, να αξιώσει αποζημίωση παρά του υποσχεθέντος τρίτου, γιατί το δικαίωμά του αυτό δεν έχει ακόμη γεννηθεί και δεν έχει καταστεί δανειστής εκείνου που του έδωσε την υπόσχεση ελευθέρωσης. Η αξίωσή του για αποζημίωση θα γεννηθεί, όταν και εφ όσον αναγκαστεί να πληρώσει τον δανειστή του (ΕφΑθ 3924/03, ΕφΛαρ 369/2012). 

Κατά συνέπεια, αν ο τρίτος δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του και ο οφειλέτης εξαναγκασθεί, πχ. κατόπιν απειλής αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους του δανειστή του, να πληρώσει ο ίδιος τον δανειστή του, ο τρίτος είναι υποχρεωμένος, να καταβάλλει αποζημίωση (κατ αναγωγή) για το λόγο ότι ο οφειλέτης, σύμφωνα με την εσωτερική σχέση που τους συνδέει, εξόφλησε αλλότριο χρέος (ΕφΑθ 10436/1990, ΕφΛαρ 369/2012).

Για να αποκτήσει ο δανειστής άμεση αξίωση εναντίον εκείνου που υποσχέθηκε από μια τέτοια σύμβαση, πρέπει από την τελευταία να προκύπτει αυτό σαφώς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 411 ΑΚ, δηλαδή να προκύπτει τέτοια βούληση των μερών που έχουν συμβληθεί, ή αυτό να συνάγεται από την φύση και το σκοπό της σύμβασης (ΑΠ 1791/2007, ΕφΑθ 182/2011).

Αν ο υποσχεθείς είναι και οφειλέτης του προς ον η υπόσχεση, τότε η δοθείσα από εκείνον υπόσχεση διακανονισμού του χρέους και ελευθέρωσης του οφειλέτη από τις έναντι των δανειστών οφειλές, τους οποίους αναφέρει κατ όνομα και απαίτηση, ερμηνεύεται ως ενέχουσα την βούληση των συμβληθέντων, όπως, με καταβολή του υποσχεθέντος προς τους δανειστές του οφειλέτη, εκκαθαρισθεί η όλη κατάσταση και εξυπηρετηθούν έτσι οι  συναλλακτικές ανάγκες και τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων με την δημιουργία υπέρ του δανειστή αυτοτελούς και άμεσου δικαιώματος, να απαιτήσει την παροχή ευθέως από τον υποσχεθέντα (ΕφΘεσ 68/1982, ΕφΑθ 182/2011).

Με την διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφ όσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.

Σύμφωνα με την διάταξη, εάν από πταίσμα (δόλο, ή αμέλεια έστω και ελαφρά) του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ο εγγυητής ελευθερώνεται από την υποχρέωση της εγγύησης. Η εφαρμογή της διάταξης δεν αποκλείεται, από τυχόν εκ των προτέρων, παραίτηση του εγγυητή από το κατ άρθρο 855 ΑΚ δικαίωμα δίζησης (ΑΠ 512/2008).

Πταίσμα του δανειστή συνιστά όχι μόνον ο δόλος και η βαριά αμέλειά του περί την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά και η ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα εκδηλώνεται, είτε με ενέργειες, είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη (ΑΠ 999/2013). Υπάρχει πταίσμα του δανειστή και όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, ή υπαίτια δεν αποδέχεται την κύρια οφειλή, που έγκυρα του προσφέρεται, ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη, ή αμελεί την διεξαγωγή της δίκης, ή αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη (ΑΠ 512/2008).

Επειδή η διάταξη είναι ενδοτικού χαρακτήρα, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του δικαιώματος ελευθέρωσης. Η εκ των προτέρων παραίτηση του δικαιώματος ελευθέρωσης δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο, ή βαρεία αμέλεια, του δανειστή, γιατί, σύμφωνα με το άρθρο 332 εδ.1 ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε προηγούμενη συμφωνία που αποκλείει, ή περιορίζει, την ευθύνη από δόλο, ή βαριά αμέλεια (ΟλΑΠ 6/2000). Ο ορισμός της βαριάς αμέλειας δεν προβλέπεται στον ΑΚ, εναπόκειται στον δικαστή της ουσίας, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει πότε η αμέλεια φέρει βαριά μορφή. Η τυχόν υπ αυτού εσφαλμένη υπαγωγή των γενόμενων δεκτών περιστατικών στη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1568/2009).

Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».

Με την διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή του πολίτη στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων νομικά κατοχυρωμένη από την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι, «για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά».

Με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία, αφού καθιερώνεται η αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, σύμφωνα με την οποία, η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ` αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί η μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση την βούληση άλλου ατόμου και χωρίς την δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2 παρ. 1, 4 παρ.  παρ. 2 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Άμεση συνέπεια της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει, ελευθερία του ατόμου να συνάπτει, ή να μη συνάπτει, σύμβαση, τόσο γενικά, όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης.

Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ` αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων, ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος, ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, ή αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος,

Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ` εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφ ενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφ ετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσης» και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα» και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του παραπάνω πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί στην λύση - κατάργηση ενοχικής σύμβασης, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσης της.

Επομένως, επειδή η λύση ενοχικής σύμβασης με νόμο και η εντεύθεν απώλεια των εξ αυτής ενοχικών δικαιωμάτων των συμβαλλομένων δεν προσκρούει στην διάταξη του παραπάνω πρωτοκόλλου, παρέπεται ότι το κράτος έχει το δικαίωμα  να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίο, που οδηγούν σε λύση ενοχικής σύμβασης προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον. Η συνδρομή, όμως, των περιστατικών, τα οποία, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη ελέγχεται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων (ΟλΑΠ 4/1998,  ΑΠ 16/2013, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 191/2016, ΑΠ 166/2016, ΟλΑΠ 40/1998, ΟλΑΠ 33/2002, ΟλΑΠ 7/2015, ΑΠ 410/2017).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου  904 ΚΠολΔ, ως ισχύει, αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου.

Εκτελεστοί τίτλοι είναι

α) οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, και οι αποφάσεις κάθε ελληνικού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές.

β) οι διαιτητικές αποφάσεις.

γ) τα πρακτικά ελληνικών δικαστηρίων που περιέχουν συμβιβασμό, ή προσδιορισμό δικαστικών εξόδων.

δ) τα συμβολαιογραφικά έγγραφα.

ε) οι διαταγές πληρωμής και οι διαταγές απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου.

στ) οι αλλοδαποί τίτλοι που κηρύχθηκαν εκτελεστοί.

ζ) οι διαταγές και πράξεις που αναγνωρίζονται από το νόμο ως τίτλοι εκτελεστοί.

Σύμφωνα με τον ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών,  ως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον ν. 3587/2007, ελαττωματικό θεωρείται το προϊόν το οποίο δεν παρέχει την προβλεπόμενη απόδοση σύμφωνα με τις προδιαγραφές του, ή και την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών και, ιδίως, της εξωτερικής εμφάνισης του, της αναμενόμενης χρησιμοποίησης του και του χρόνου κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία.

Δεν είναι ελαττωματικό ένα προϊόν για μόνο το λόγο ότι μεταγενέστερα τέθηκε σε κυκλοφορία άλλο τελειότερο.

Ελαττωματικό είναι το επικίνδυνο προϊόν, που αντιδιαστέλλεται από το ασφαλές.

Με την έννοια αυτή η ελαττωματικότητα του προϊόντος συνδέεται κατά τρόπο άμεσο με τη θεμελίωση της ειδικής αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού .

Αντίθετα για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού (και των προσώπων που εξομοιώνονται με αυτόν) κατά τις κοινές διατάξεις, απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, με την οποία να συνδέεται η (αντικειμενική) βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος.

Η συμπεριφορά είναι παράνομη, όχι μόνο όταν προσκρούει σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και όταν εξέρχεται από τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών, όπως τα όρια αυτά προκύπτουν από τα άρθ. 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 ΑΚ.

Σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την γενική επιταγή δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης).

Τα κατάλληλα μέτρα μπορεί να προκύπτουν άμεσα από διάταξη ουσιαστικού νόμου, διαφορετικά προσδιορίζονται με βάση τις διατάξεις του ν. 2251/1994. Διαμορφώνονται έτσι οι ειδικότερες συναλλακτικές υποχρεώσεις, που συνδέονται με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και καθορίζουν το αναγκαίο επίπεδο ασφάλειάς της.

Δραστηριότητα που εγκυμονεί κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων, αποτελεί και εκείνη του παραγωγού (ή ανάλογα του προμηθευτή) προϊόντων, ο οποίος με τη, διαφήμιση και την προβολή των προϊόντων του εμπεδώνει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και δημιουργεί δεσμό πίστης, από τον οποίο απορρέουν αντίστοιχες συναλλακτικές υποχρεώσεις του.

Κοινή συνισταμένη των υποχρεώσεων του παραγωγού είναι η οργάνωση της παραγωγής με τρόπο που να εξυπηρετείται η γενική υποχρέωση πρόνοιας, μέσω κυρίως του ελέγχου του προϊόντος και της πληροφόρησης του καταναλωτικού κοινού.

Η παράβαση με οποιοδήποτε τρόπο της υποχρέωσης αυτής, που έχει ως συνέπεια την παραγωγή και διάθεση ελαττωματικών προϊόντων, δηλαδή προϊόντων που θέτουν σε κίνδυνο έννομα αγαθά απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών, αποτελεί συμπεριφορά που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης του παραγωγού και διαψεύδει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας του προϊόντος.

Αποτελεί παράνομη και κατ' αρχήν και υπαίτια συμπεριφορά που δικαιολογεί, με την συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης, αποζημίωση για υλικές ζημιές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 891/2013).

Σύμφωνα με το άρθρο 452 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την επίδειξη γίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων, που συνίστανται στην απόδοση και στην παράδοση πράγματος, ή την ενέργεια πράξης.

Τέτοιες είναι εκείνες των άρθρων 941 και 946 ΚΠολΔ, από το συνδυασμό των οποίων σαφώς προκύπτει, ότι το αντικείμενο της εκτέλεσης πρέπει να είναι εντελώς εξατομικευμένο, άλλως η εκτέλεση δεν είναι εφικτή (ΑΠ 776/2005, ΜΠρΑθ 11918/2011,  ΜΠρΑθ 2965/2015).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης, ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης που είναι εκκρεμής σε πολιτικό ή διοικητικό Δικαστήριο, ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το Δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη.

Από τη διατύπωση και την έννοια της διάταξης αυτής, που έχει θεσπισθεί για να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, προκύπτει με σαφήνεια ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή ή να προχωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς όταν για το ίδιο θέμα υπάρχει άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ίδιου ή άλλου Δικαστηρίου, ανεξάρτητα βαθμού, μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων προσώπων, για το σκοπό εναρμόνισης της δικαστικής κρίσης σχετικά προς το ίδιο ζήτημα ή από άλλο λόγο που αφορά την ορθή εκτίμηση της διαφοράς.

Η εκκρεμοδικία συνιστά δικονομικό απαράδεκτο της αγωγής που ασκήθηκε εκ νέου και έχει ως συνέπεια όχι την απόρριψη της δεύτερης αγωγής, αλλά την αναστολή της εκδικάσεως αυτής μέχρι την περάτωση ή κατάργηση της πρώτης δίκης. Η αναστολή διατάσσεται όχι μόνον κατόπιν προβολής ενστάσεως, αλλά και αυτεπαγγέλτως, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 222 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Προϋποθέσεις της ενστάσεως εκκρεμοδικίας είναι οι εξής

α) Ύπαρξη εκκρεμούς δίκης, είτε ενώπιον του ίδιου, είτε ενώπιον άλλου Δικαστηρίου,

β) Ταυτότητα προσώπων, δηλ. ταυτότητα διαδίκων που να παρίστανται με την ίδια ιδιότητα. Τούτο σημαίνει ότι το δεδικασμένο της αποφάσεως της πρώτης δίκης καταλαμβάνει (δεσμεύει) και τους διαδίκους της δεύτερης δίκης, ανεξάρτητα δηλαδή από την μεταλλαγή της δικονομικής ιδιότητας αυτών σε κάθε δίκη,

γ) Ταυτότητα διαφοράς, δηλ. ταυτότητα δικαιώματος, αντικειμένου και ιστορικής και νομικής αιτίας. Ταυτότητα δικαιώματος υπάρχει όταν το προβαλλόμενο δικαίωμα είναι το ίδιο, το οποίο εξετάστηκε και κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ταυτότητα αντικειμένου υπάρχει όταν το ενσώματο ή ασώματο αντικείμενο της νέας δίκης δεν είναι διαφορετικό της προηγούμενης δίκης. Με τον όρο ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας δηλώνεται η ταυτότητα του νομικού γεγονότος του παραγωγικού της έννομης σχέσης. Με άλλα λόγια ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας σημαίνει ότι με την δεύτερη αγωγή, ανταγωγή κλ.π. πρέπει να προβάλλεται με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά το ίδιο αίτημα.

Από τη διάταξη του άρθρου 1003 ΑΚ συνάγεται ότι η από ακίνητο εκπομπή θορύβου, που παραβλάπτει σημαντικά την χρήση άλλου ακινήτου από τον κύριο αυτού, όπως μπορεί να συμβαίνει αν το καθιστά ανθυγιεινό ή ακατάλληλο για κατοικία, είναι πράξη παράνομη και για αυτό δεν έχει υποχρέωση ο κύριος αυτός να την ανέχεται. Το παράνομο αίρεται αν η εκπομπή προέρχεται από χρήση συνηθισμένη για τα ακίνητα της περιοχής. Στην περίπτωση μάλιστα αυτή ο κύριος έχει υποχρέωση να ανέχεται την εν λόγω εκπομπή.

Από τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 εδ. α ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον προσβολέα να μην επαναληφθεί η προσβολή στο μέλλον. Το παράνομο της συμπεριφοράς του προσβολέα καθορίζεται από άλλες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1003 ΑΚ και 1 και 3 α. ν. 2520/1940,  417 ΠΚ,  με αριθμό 1023/2/37ια/1996 αστυνομική διάταξη (μέτρα για την τήρηση της κοινής ησυχίας) συνάγεται ότι, όποιος σε αστική περιοχή διαταράσσει με θορύβους και φωνασκίες την ησυχία των κατοίκων κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, ή δεν λαμβάνει ως κάτοχος κατοικίδιου ζώου μέτρα προς αποφυγή όχλησης των περιοίκων, ενεργεί παράνομα. Σε περίπτωση που με την ενόχληση ή διατάραξη βλάπτεται η υγεία του γείτονα, προσβάλλει συγχρόνως παράνομα και την προσωπικότητά του.  Για αυτό έχει απέναντί του την υποχρέωση να παραλείψει και να μην επαναλάβει την προσβολή στο μέλλον. Όταν μάλιστα προσβάλλεται η προσωπικότητα του γείτονα, δεν έχει ισχύ η υποχρέωση ανοχής (για εκπομπές από συνηθισμένη κ.λπ. χρήση) που προβλέπει το άρθρο 1003 ΑΚ, γιατί πρόκειται για προσβολή διαφορετικών εννόμων αγαθών (ΑΠ 718/2001, ΜονΠρΠειρ 629/2015 (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο δεν είναι καθ ύλη, ή κατά τόπο, αρμόδιο, αποφαίνεται για αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το αρμόδιο Δικαστήριο στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση. Η παραπεμπτική απόφαση, όταν τελεσιδικήσει, είναι υποχρεωτική, τόσο για την αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Οι συνέπειες που έχει η άσκηση της αγωγής διατηρούνται.

Στην περίπτωση που, παράλληλα με τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, ασκούσε κάποιος από τους διαδίκους έφεση κατά της απόφασης του παραπέμψαντος Δικαστηρίου, επειδή η παραπεμπτική απόφαση είναι οριστική και υπόκειται σε έφεση (άρθρο 513 παρ.1 α ΚΠολΔ), τόσο η προθεσμία, όσο και η άσκηση της έφεσης, αναστέλλουν μόνο τη δεσμευτικότητα της διαπλαστικής ενέργειας της παραπάνω απόφασης και όχι τη μετάθεση της εκκρεμοδικίας ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, που γίνεται αυτομάτως με την έκδοση της εν λόγω απόφασης.

Η κλήση προς συζήτηση, που γίνεται ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής πριν από την τελεσιδικία της παραπεμπτικής απόφασης, δεν είναι απαράδεκτη, αλλά απλώς το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται να δεχτεί την ύπαρξη της αρμοδιότητάς του, έχοντας τη δυνατότητα να δικάσει την υπόθεση, ή, εφ όσον κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, να την αναπέμψει παραπέρα σε τρίτο Δικαστήριο.

Η απόφαση παραπομπής μετά την τελεσιδικία της δεσμεύει κατά την παρ. 2 της εν λόγω διάταξης το δικαστήριο στο οποίο παρέπεμψε την υπόθεση μόνο ως προς την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή.

Κατά τα λοιπά, η απόφαση αυτή ουδεμία άλλη δέσμευση δεν παράγει για το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο κρίνει αδέσμευτα επί της αγωγής και δη ως προς το ορισμένο ή ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής και κατά την προσήκουσα διαδικασία (ΕφΑθ 9150/1982, ΕφΛαρ 69/2019).

Κατά το άρθρο 222 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή, ή κύρια παρέμβαση, ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋπόθεση προβολής του από την εκκρεμοδικία απαραδέκτου, το οποίο οδηγεί σε αναστολή εκδικάσεως της επίδικης διαφοράς είναι εκτός άλλων, να υπάρχει ταυτότητα διαφοράς και στις δύο δίκες δηλαδή στην αρχική και τη δεύτερη που έχει αχθεί ενώπιον του δικαστηρίου, για την οποία έκρινε η απόφαση. Δεν αρκεί, δηλαδή, η σύμπτωση των αιτημάτων των δύο αγωγών, αλλά απαιτείται και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, σε τρόπον ώστε να μην υπάρχει τέτοια ταυτότητα διαφοράς αν μεταξύ των δύο αγωγών υφίσταται διαφοροποίηση των πραγματικών γεγονότων των παραγωγικών του ίδιου γεγονότος. Η αρχή αυτή ισχύει και στις διαπλαστικές αγωγές (ΑΠ 638/1999, ΑΠ 1403/1997,  ΕφΠατρων 200/2019, ΕφΠειρ 644/2018).

Αναβιώνει πάλι μόνο με την άσκηση της έφεσης και εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος, διαρκεί δε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εφέσεως. Έκτοτε ο ενάγων έχει το δικαίωμα να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής του, είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο.

Η παραίτηση αυτή επάγεται την κατάργηση της δίκης και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και την έμμεση άρση της ισχύος της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον γίνει χωρίς αντίρρηση του εναγομένου, καθώς και όταν αντιλέγει μεν αυτός, αλλά δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον προς περάτωση της δίκης με έκδοση οριστικής απόφασης. Τυπική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης με ιδιαίτερη διάταξη δεν απαιτείται, αφού μετά την παραίτηση κηρύσσεται κατηργημένη η δίκη και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και αυτό αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Το εμπρόθεσμο όμως της έφεσης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί, εάν η έφεση είναι εκπρόθεσμη, η πρωτόδικη απόφαση έχει τελεσιδικήσει και η εκκρεμοδικία περατώθηκε, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να χωρήσει πλέον παραίτηση από την αγωγή (ΑΠ 1922/05, ΕφΑθ 233/2011, ΕφΑθ 78/2008, Εφ Λαρισ 529/2018). Αν εκδοθεί οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απορρίψει την αγωγή λόγω αοριστίας, κατ αυτής δε δεν ασκηθεί έφεση, η τυχόν νέα αγωγή του ίδιου ενάγοντος δεν αποκρούεται με την ένσταση εκκρεμοδικίας (ΑΠ 1048/2009).

Α. Αν, στα πλαίσια δίκης, που έχει ανοιχθεί ή θα ανοιχθεί, ή δικαιοπραξίας, τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα  του πατέρα  του, ή της μητέρας του, που ασκούν την γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων, ή των συγγενών τους εξ  αίματος, ή εξ αγχιστείας σε ευθεία  γραμμή, διορίζεται ειδικός επίτροπος, για να το εκπροσωπήσει στην δίκη, ή στην δικαιοπραξία (ΑΚ 1517).

Β. Ο διορισμός γίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον για τον διορισμό ειδικού επιτρόπου, ή και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος,  αν δε, δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

Γ. Ειδικός επίτροπος διορίζεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το καταλληλότερο πρόσωπο για να εκπροσωπήσει τον ανήλικο, με προτίμηση στους πλησιέστερους συγγενείς του.

Δ. Αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο.

Ε. Η εξουσία του ειδικού επιτρόπου προσδιορίζεται με την απόφαση του διορισμού του για τα ζητήματα για τα οποία ζητήθηκε ο διορισμός του, παύει δε αυτοδίκαια με το πέρας της αποστολής του.

Α. H εγγυητική επιστολή είναι είδος προσωπικής εξασφαλιστικής σύμβασης. Ένα πρόσωπο υπόσχεται εγγράφως στον λήπτη της εγγυητικής επιστολής, κατόπιν εντολής τρίτου προσώπου, ότι θα του καταβάλλει ορισμένη χρηματική παροχή, είτε σε πρώτη ζήτηση, είτε υπό όρους, χωρίς το πρόσωπο αυτό να δικαιούται, ή να υποχρεούται, να αναχθεί στην σχέση του λήπτη με τον τρίτο, ή στην σχέση η οποία συνδέει τον ίδιο με τον τρίτο.

Β. Στην σύμβαση εμπλέκονται κατ αρχήν τρία πρόσωπα. Ο εκδότης, ο λήπτης της εγγυητικής επιστολής και ο οφειλέτης. Ο οφειλέτης συνδέεται συμβατικώς, τόσο με τον λήπτη της εγγυητικής επιστολής (σχέση αξίας) όσο και με τον εκδότη (σχέση κάλυψης).

Γ.Η σχέση αξίας, συνίσταται σε οιαδήποτε έννομο σχέση, από την οποία προκύπτει ανάγκη εξασφάλισης του ενός μέρους. Η φύση και το περιεχόμενό της δεν επηρεάζουν την φύση της σύμβασης της εγγυητικής επιστολής, αλλά επηρεάζουν το περιεχόμενό της, εφ όσον ο κίνδυνος τον οποίον καλύπτει κάθε φορά η εγγυητική επιστολή προσδιορίζει συχνά το είδος της εκδοθησομένης εγγυητικής επιστολής.

Δ. Η έκδοση εγγυητικής επιστολής εμφανίζεται στην πράξη, ως προϋπόθεση της συναλλαγής την οποία θέτει ο δανειστής στον οφειλέτη. Η συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη για την έκδοση εγγυητικής επιστολής αποτελεί ιδιαίτερη παρεπόμενη σύμβαση. Από την παρεπόμενη σύμβαση, θα κριθούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών, σε σχέση με την λειτουργία της εγγυητικής επιστολής, τους όρους κατάπτωσής της κλπ.

Ε. Η εγγυητική επιστολή εμφανίζει όλα τα ιδιαίτερα εννοιολογικά χαρακτηριστικά της εγγυοδοτικής σύμβασης, καθώς είναι και αυτή υποσχετική, ετεροβαρής και αιτιώδης σύμβαση, η οποία θεμελιώνει μία νέα και αυτόνομο συμβατική σχέση μεταξύ του εγγυοδότη και του λήπτη της εγγυητικής επιστολής (εγγυηλήπτη) μη παρεπόμενη σε σχέση με την ασφαλιζόμενη απαίτηση (ΕφΠειρ 870/2006).

Σύμφωνα με το άρθρο 911 ΚΠολΔ, ως ισχύει, στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο δύναται να κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση, ολικά ή εν μέρει, σε κάθε περίπτωση που κρίνει πως συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για αυτό, ή ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στο διάδικο που νίκησε (άρθρο 908 ΚΠλΔ) το δικαστήριο μπορεί, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε, να εξαρτήσει την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης από την παροχή ανάλογης εγγύησης από το διάδικο που νίκησε, η οποία ορίζεται με την ίδια απόφαση, αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι και ιδίως αν η οικονομική κατάσταση του διαδίκου που νίκησε ή άλλοι λόγοι, δημιουργούν τον κίνδυνο να μην είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων την προηγούμενη κατάσταση σε περίπτωση που η απόφαση μεταρρυθμιστεί ή εξαφανιστεί. Το δικαστήριο μπορεί αντί για την εγγύηση να διατάξει να κατατεθεί δημόσια το χρηματικό ποσό ή το πράγμα που θα ληφθεί με την εκτέλεση, αν επιδέχεται κατάθεση, ώσπου να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση.

Από τα άρθρα 1257 επ. ΑΚ προκύπτει ότι, σε ξένο ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης για την εξασφάλιση απαίτησης με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το ακίνητο. Η υποθήκη αποκτάται, εφ όσον υπάρχει τίτλος, ο οποίος χορηγεί δικαίωμα υποθήκης και γίνει εγγραφή της στο βιβλίο υποθηκών.

Τίτλοι που χορηγούν δικαίωμα για την απόκτηση υποθήκης είναι α) ο νόμος, β) η δικαστική απόφαση και γ) η ιδιωτική βούληση. 

α) Τίτλος από τον νόμο.

Τίτλο από τον νόμο έχουν

1. Το δημόσιο, στα ακίνητα των οφειλετών του για απαιτήσεις από καθυστερούμενους φόρους. 

2. Το δημόσιο, οι δήμοι, οι κοινότητες, τα θρησκευτικά ή τα κοινής  ωφέλειας ιδρύματα και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα ακίνητα  των διαχειριστών ή των εγγυητών τους, για τις απαιτήσεις που πηγάζουν  από τη διαχείριση.

3. Εκείνοι που τελούν υπό γονική μέριμνα ή  επιτροπεία, στα ακίνητα των γονέων ή του επιτρόπου, για την περιουσία  τους που αυτοί διαχειρίζονται και για τις απαιτήσεις τους από αυτή τη  διαχείριση.

4. Ο κάθε σύζυγος για την απαίτησή του από την επαύξηση της  περιουσίας του άλλου συζύγου κατά το άρθρο 1400 ΑΚ.

5. Οι κληροδόχοι, στα  κινητά της κληρονομίας, για τις απαιτήσεις τους.

6. Οι κληρονόμοι στα  ακίνητα της κληρονομίας, για τις απαιτήσεις προς εξίσωση των μερίδων  τους ή λόγω νομικών ελαττωμάτων των αντικειμένων της κληρονομίας που  τους έλαχαν.

7. Ο ενυπόθηκος δανειστής, στο ενυπόθηκο ακίνητο, για τους  καθυστερούμενους τόκους της απαίτησης και για τη δαπάνη της εγγραφής  της υποθήκης ή τη δικαστική δαπάνη, εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο δεν  μεταβιβάσθηκε σε άλλον. 

β) Τίτλος από δικαστική απόφαση

Τίτλο για την απόκτηση υποθήκης παρέχουν, εφόσον επιδικάζουν χρηματική, ή άλλη αποτιμητή σε χρήμα παροχή, α) οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών ή άλλων ειδικών δικαστηρίων και β) οι εκτελεστές αποφάσεις διαιτητών ή αλλοδαπών δικαστηρίων

γ) Συναινετικός τίτλος.

Δικαίωμα για εγγραφή υποθήκης παρέχεται από τον οφειλέτη, ή από τρίτον υπέρ του οφειλέτη. Αυτός που παραχωρεί υποθήκη απαιτείται να είναι κύριος του ακινήτου.  Η παραχώρηση υποθήκης γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου, όπου προσδιορίζεται το ακίνητο που υποθηκεύεται.

Εγγραφή στο βιβλίο υποθηκών. Η υποθήκη εγγράφεται στο βιβλίο υποθηκών για ορισμένο χρηματικό ποσό.

Ικανοποίηση του δανειστή.

Το ποσό της υποθήκης προσδιορίζει αριθμητικώς το όριο της προνομιακής ικανοποίησης του ενυπόθηκου δανειστή, σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού.

Αν το ποσόν της εγγραφής είναι μικρότερο της ασφαλιζομένης απαίτησης, η καταβολή της απαίτησης μέχρι του ποσού αυτού δεν επιφέρει απόσβεση της υποθήκης.

Επί πολλαπλής υποθήκης, όταν, δηλαδή, για την εξασφάλιση της ίδιας απαίτησης, έχει εγγραφεί, συγχρόνως ή διαδοχικά, υποθήκη (ή προσημείωση) σε περισσότερα ακίνητα που ανήκουν στο ίδιο, ή σε διαφορετικά πρόσωπα, ή η εγγραφή έχει γίνει σε ιδανικά μερίδια του ίδιου ακινήτου που ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα, καθένα από τα βεβαρημένα ακίνητα εξακολουθεί να είναι υπέγγυο για την ασφαλιζόμενη απαίτηση.

Εξακολουθεί να είναι υπέγγυο το ακίνητο για την ασφαλιζόμενη απαίτηση, εφ όσον αυτή δεν εξοφλήθηκε ολοσχερώς, παρά την καταβολή, η οποία δεν προήλθε από την εκπλειστηρίαση του ενυπόθηκου, γιατί με τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου κτήματος και την καταβολή του εκπλειστηριάσματος επέρχεται ως προς το ακίνητο αυτό απόσβεση της υποθήκης (άρθ. 1318 περ.3 ΑΚ).

Από το εκπλειστηρίασμα του ενυπόθηκου και επί πολλαπλής υποθήκης καθενός ενυπόθηκου, ο ενυπόθηκος δανειστής έχει προνομιακή ικανοποίηση μέχρι του ποσού της εγγραφής της υποθήκης, ενώ το υπόλοιπο ποσό της μεγαλύτερης της ασφαλισμένης απαίτησης θα καταταγεί συμμέτρως με τις απαιτήσεις των αναγγελθέντων απλών εγχειρογράφων δανειστών κατά την διανομή του τυχόν απομείναντος ποσού του εκπλειστηριάσματος (ΑΠ 872/1996, ΑΠ 560/2006, 2111/2014, ΑΠ 1418/1985).

Από τις διατάξεις των άρθρων 682 παρ. 1, 706 ΚΠολΔ και 1274 ΑΚ προκύπτει ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης γίνεται μόνο κατόπιν δικαστικής απόφασης, ως ασφαλιστικό μέτρο, προς ασφάλεια χρηματικής απαίτησης του δανειστή και εξασφάλιση μελλοντικής αναγκαστικής εκτέλεσης.

Αποτελεί υποθήκη εξαρτημένη από την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, η οποία ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1272, 1277, 1323 αριθ. 2 ΑΚ (ΑΠ 410/2005).

Απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της προσημείωσης υποθήκης είναι να συντρέχει επικείμενος κίνδυνος, ή επείγουσα περίπτωση.

Ως επικείμενος κίνδυνος νοείται η πιθανολόγηση ότι πρόκειται προσεχής αποξένωση του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο  δανειστής θα αποκτήσει εκτελεστό τίτλο μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης. Έτσι η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της προσημείωσης υποθήκης,  ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη.

Απαιτώντας συνεπώς ο νόμος επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προδήλως την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του δανειστή, που δικαιολογείται από την συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου ματαίωσης της απαίτησης, ή επείγουσας περίπτωσης της στιγμής, η οποία είναι πιεστική και ανεπίδεκτη αναβολής και απαιτεί άμεση ρύθμιση, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστάσεων (ΜονΠρΑθ 449/2004, ΜονΠρΠειρ 124 8/1999, ΜονΠρΑθ 7810/2003).

α) Στο Κτηματολόγιο καταχωρούνται νομικές και τεχνικές πληροφορίες, που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στην δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που διασφαλίζει την δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο, που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές.

β) Από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου σε καθεμία από τις κατά το ν. 2308/1995 κτηματογραφηθείσες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε στις περιοχές αυτές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών. Η ημερομηνία έναρξης ισχύος του ορίζεται για κάθε μία από τις κτηματογραφηθείσες περιοχές με απόφαση της εταιρείας Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση ΑΕ (ΕΚΧΑ ΑΕ) αμέσως μετά την ολοκλήρωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία και την τήρηση των προβλεπόμενων στη διάταξη αυτή διατυπώσεων.

γ) Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρούνται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο. Αρχικές εγγραφές είναι εκείνες που εμφανίζονται στο κτηματολογικό βιβλίο μιας περιοχής, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, μετά την ολοκλήρωση της κτηματογράφησης και πριν την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή. Πάνω στις εγγραφές αυτές στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή δικαιώματος.

δ) Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφιστάμενων κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου σε μία περιοχή εμπραγμάτων δικαιωμάτων, που μετά την οριστικοποίηση τους παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακριβείας.

ε) Σε περίπτωση ανακριβούς αρχικής εγγραφής είναι δυνατή η προσβολή και η διόρθωσή της (ολικά ή μερικά) μέσα σε προθεσμία (7) ετών από την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου στη συγκεκριμένη περιοχή. Η προθεσμία αυτή ισχύει, τόσο για τους κατοίκους εσωτερικού, όσο και για το Ελληνικό Δημόσιο, τους μόνιμους κατοίκους εξωτερικού, ή τους μόνιμα εργαζόμενους στο εξωτερικό (άρθρο 37 ν. 4361/2016).

στ) Ειδικά για τις περιοχές των προγραμμάτων κτηματογράφησης των ετών 1997-1999 η παραπάνω προθεσμία είναι (14) ετών, τόσο για τους κατοίκους εσωτερικού, όσο και για τους κατοίκους του εξωτερικού και το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 37 ν. 4361/2016).

ζ) Μετά την λήξη των παραπάνω προθεσμιών οι αρχικές εγγραφές καθίστανται οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο, δηλαδή αποκλείεται οποιαδήποτε μεταβολή του περιεχομένου τους. 

η) Η προθεσμία διόρθωσης αρχίζει από την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργείου Περιβάλλοντος & Ενέργειας, με την οποία ορίζεται η έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στην κτηματογραφημένη περιοχή.

θ) Το είδος του σφάλματος στην αρχική εγγραφή καθορίζει και την διαδικασία διόρθωσης.

ι) Διόρθωση γα Πρόδηλο Σφάλμα

α) Διόρθωση αρχικών εγγραφών μπορεί να γίνει με την διοικητική διαδικασία του προδήλου σφάλματος, με αίτηση στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου. Γίνεται με υποβολή τυποποιημένου εντύπου αίτησης διόρθωσης προδήλου σφάλματος, είτε από τον δικαιούχο, είτε από τρίτο πρόσωπο, που έχει έννομο συμφέρον (π.χ. δανειστή, κληρονόμο) στο Κτηματολογικό Γραφείο στο οποίο ανήκει το ακίνητο, με επισυναπτόμενα αντίγραφα των εγγράφων από τα οποία προκύπτουν τα ορθά στοιχεία της εσφαλμένης εγγραφής.

β) Ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου είναι αρμόδιος για την αποδοχή, ή την απόρριψη του αιτήματος διόρθωσης και εκδίδει σχετική απόφαση.

γ) Αν ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου δεν αποφανθεί μέσα σε 15 εργάσιμες ημέρες από την υποβολή της αίτησης, ή αν απορρίψει την αίτηση, ο αιτών δικαιούται να προσφύγει στον Κτηματολογικό Δικαστή μέσα σε προθεσμία 15 εργασίμων  ημερών από την λήξη της προθεσμίας αυτής, ή αφ ότου έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησης.

δ)  Για διόρθωση γεωμετρικών στοιχείων του άρθρο 19 παρ.2 ν. 2664/98, προαπαιτείται η έκδοση κτηματογραφικού διαγράμματος για το ακίνητο (ΚΑΕΚ) του οποίου αιτείται η διόρθωση των γεωμετρικών στοιχείων. 

ε) Η αίτηση για διόρθωση προδήλου σφάλματος ενδείκνυται στις εξής περιπτώσεις. 

Ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου (π.χ λανθασμένα στοιχεία  ονοματεπώνυμου, αριθμού αστυνομικής ταυτότητας, πατρωνύμου, μητρωνύμου, ημερομηνίας γέννησης).

Ως προς το δικαίωμα (π.χ λανθασμένα στοιχεία για το είδος του καταχωρισθέντος δικαιώματος, ή/και της αιτίας κτήσης).

Ως προς τον τίτλο κτήσης (π.χ λανθασμένα στοιχεία συμβολαιογραφικού εγγράφου, δικαστικής απόφασης, διοικητικής πράξης, λανθασμένα στοιχεία μεταγραφής/ εγγραφής τίτλου κτήσης).

Όταν το ακίνητο ανήκει σε περισσότερους συγκυρίους, που έχουν κοινό έγγραφο τίτλο κτήσης, εφ όσον ορισμένοι εξ αυτών καταχωρίστηκαν στις αρχικές εγγραφές με τον εν λόγω τίτλο. 

Όταν το ακίνητο περιλαμβάνεται σε κοινό τίτλο κτήσης με άλλα ακίνητα της ίδιας κτηματογραφημένης περιοχής, τα οποία έχουν καταχωριστεί ως γνωστού ιδιοκτήτη. 

Όταν το δικαίωμα, που δεν καταχωρίσθηκε στο Κτηματολόγιο, στηρίζεται σε τίτλο κτήσης που έχει μεταγραφεί  στο Υποθηκοφυλακείο, υπό την προϋπόθεση ότι εκείνος που έχει καταχωρισθεί ως δικαιούχος συναινεί στην διόρθωση αυτή και, εάν πρόκειται για ακίνητο με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη», εφ όσον συναινεί το Ελληνικό Δημόσιο.

Όταν η μη καταχώριση ενός δικαιώματος στα κτηματολογικά βιβλία οφείλεται σε σφάλμα, ή παραδρομή, κατά τη μεταφορά των κτηματολογικών στοιχείων από τους τελικούς  πίνακες της κτηματογράφησης. 

Όταν πρόκειται για διηρημένη ιδιοκτησία, είτε αυτή έχει εγγραφεί σε αυτοτελές κτηματολογικό φύλλο με την ένδειξη «Αγνώστου ιδιοκτήτη», δηλαδή διαθέτει ΚΑΕΚ, ή περιλαμβάνεται σε μία συνολική εγγραφή «Αγνώστου ιδιοκτήτη», είτε δεν απεικονίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές, δηλαδή δεν διαθέτει ΚΑΕΚ. 

Όταν το ακίνητο (γεωτεμάχιο ή διηρημένη ιδιοκτησία) έχει αποκτηθεί με παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου, ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου.

ια) Διόρθωση με αμετάκλητη δικαστική απόφαση

α) Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία αναφορικά με τον δικαιούχο κυριότητας ενός ακινήτου (καταχώρηση στο Κτηματολόγιο στο όνομα τρίτου, ή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου) μπορεί όποιος έχει έννομο συμφέρον, δηλαδή ο πραγματικός κύριος, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού κλπ, να ζητήσει με αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) που απευθύνεται κατά τις γενικές διατάξεις ενώπιον του αρμοδίου καθ ύλην και κατά τόπο Πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και την διόρθωση της πρώτης εγγραφής.

β) Η αγωγή στρέφεται κατά του ανακριβώς αναγραφομένου στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας του ακινήτου, ή των καθολικών διαδόχων του και σε περίπτωση μεταβίβασης του ακινήτου και κατά του ειδικού διαδόχου. Δημιουργείται, δηλαδή, εκ του νόμου σχέση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των εναγομένων, καθολικών και ειδικών διαδόχων, γιατί προβλέπεται η υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίησή τους.

γ) Δεν απαιτείται η τήρηση προδικασίας με την υποβολή αίτησης διόρθωσης προδήλου σφάλματος, ώστε στη συνέχεια να ασκηθεί η αγωγή.

δ) Κατά τις παραγράφους 1 περ. ιβ και 5 του άρθρου 12 και 2 εδ. 4 του άρθρου 13 ν. 2664/1998, σε συνδυασμό με το άρθρο 220 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να καταχωρίζεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο μέσα σε προθεσμία (30) ημερών από την κατάθεσή της, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη,

ε) Κατά το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. ε ν. 2664/1998 για την συζήτηση της αγωγής, προσκομίζεται, με ποινή απαραδέκτου, αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου και απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του ακινήτου στο οποίο αφορά η διόρθωση.

στ) Σε δίκες που αφορούν διόρθωση αρχικών κτηματολογικών εγγραφών και επιφέρουν αλλαγές στη γεωμετρία των ακινήτων (κτηματολογικά διαγράμματα), κατά την συζήτηση της αγωγής και με ποινή απαραδέκτου, αντί του αποσπάσματος του κτηματολογικού διαγράμματος, προσκομίζεται τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, στο οποίο αποτυπώνεται η όποια γεωμετρική μεταβολή επέρχεται με την αιτούμενη διόρθωση (ν. 4164/2013).

ζ) Στην περίπτωση αυτή προσκομίζεται, με ποινή απαραδέκτου, η εισήγηση των Τεχνικών Υπηρεσιών της εταιρίας ΕΚΧΑ ΑΕ για την συνδρομή των τεχνικών προϋποθέσεων της απεικόνισης της γεωμετρικής μεταβολής που επέρχεται με την αιτούμενη διόρθωση στα κτηματολογικά διαγράμματα.

Για την έκδοση της εισήγησης υποβάλλεται στην Τεχνική Υπηρεσία της εταιρίας ΕΚΧΑ ΑΕ αίτηση, μαζί με ένα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου,  το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το δικόγραφο, ή ψηφιακό διανυσματικό αρχείο του τοπογραφικού διαγράμματος, χωρίς εμπλοκή των Κτηματολογικών  Γραφείων.

η) Με ποινή απαραδέκτου συζήτησης της αγωγής, η αγωγή κοινοποιείται και στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου, προκειμένου να καταχωριστεί στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου.

θ) Όταν η αγωγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αναγράφεται ως δικαιούχος δικαιώματος στις αρχικές εγγραφές, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8 α.ν 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 ν.2732/1999, δηλαδή υποβολή αίτησης θεραπείας (ΕφΘεσ 1981/2013).

ιβ) Οι πρώτες εγγραφές, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η ακρίβεια δικαστικά εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, καθίστανται άμεσα οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας υπέρ των αναγραφομένων ως δικαιούχων κυριότητας. Σε περίπτωση δικαστικής τους αμφισβήτησης οριστικοποιούνται μόλις καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή.

ιγ) Εάν γίνει ολικά ή μερικά δεκτή η ασκηθείσα αγωγή, μόλις καταστεί αμετάκλητη η εκδοθείσα απόφαση, υποβάλλεται αίτηση διόρθωσης της εγγραφής στο Κτηματολογικό Γραφείο, ακολουθείται η διαδικασία εγγραφής και διορθώνονται αντίστοιχα οι πρώτες εγγραφές και έκτοτε παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας (ΕφΛαρ 179/2012, ΠολΠρΠειρ 3820/2015, ΜονΠρΘεσ 423/2016).

ιδ) Ακίνητα  αγνώστου ιδιοκτήτη

α) Τα ακίνητα (ή δικαιώματα σε ακίνητα) που για οποιοδήποτε λόγο δεν δηλώθηκαν κατά την διαδικασία κτηματογράφησης εγγράφονται στην κτηματολογική βάση με την ένδειξη «Αγνώστου ιδιοκτήτη».

β) Για τη διόρθωση αρχικών εγγραφών «αγνώστου ιδιοκτήτη» σε γνωστό ιδιοκτήτη ισχύουν ανάλογα οι παραπάνω διαδικασίες (διοικητική, ή δικαστική).

γ) Οι κληρονόμοι ακινήτου που έχει την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» που εμπίπτει σε κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις μπορούν, να υποβάλουν αίτηση διόρθωσης προδήλου σφάλματος στο όνομα του αποβιώσαντος δικαιούχου, επικαλούμενοι τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη κληρονομικού δικαιώματος. Στη συνέχεια ακολουθεί η εγγραφή της αποδοχής κληρονομίας, ώστε να καταγραφούν τα δικά τους στοιχεία. 

ιε)  Όταν επί του ιδίου ακινήτου φέρεται κατά ποσοστό δικαιούχος τρίτος και στο υπόλοιπο αναγράφεται η ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» ή όταν τμήμα του ακινήτου έχει συμπεριληφθεί σε ιδιοκτησία τρίτου προσώπου και το υπόλοιπο σε ακίνητο με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», στις περιπτώσεις αυτές είναι ενδεδειγμένη η άσκηση τακτικής αγωγής, που θα στρέφεται, τόσο κατά του ανακριβώς αναγραφόμενου δικαιούχου, όσο και κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως αναγκαίου εκ του νόμου διαδίκου, αναφορικά με το σκέλος της διόρθωσης της εγγραφής με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη».

Α. Κατά το άρθρο 94 παρ. 1, 2 του Συντάγματος «Στο Συμβούλιο Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στα πολιτικά δ/ρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει». Κατά δε το άρθρο 1 στοιχ. α ΚΠολΔ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών.

Β. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά.

α) τη δημοτική και κοινοτική φορολογία γενικώς.

β) τον καθορισμό των ορίων της εδαφικής περιφέρειας των δήμων και κοινοτήτων.

γ) τις στρατιωτικές, ναυτικές και αεροπορικές επιτάξεις.

δ) τα μεταλλεία και λατομεία.

ε) τα σήματα.

στ) τις σχέσεις μεταξύ Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και ασφαλισμένων και ιδίως αυτές που αναφέρονται στην ασφάλιση προσώπων ή της γεωργικής παραγωγής.

ζ) το κύρος των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών, καθώς και των αρχαιρεσιών για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

Εξαιρούνται οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο. Οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

θ) Τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

ι) τις διοικητικές συμβάσεις.

ια) την είσπραξη των δημόσιων εσόδων.

Γ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 ν. 1406/1983 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά.

α) τη χορήγηση ή την ανάκληση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας και την επιβολή κυρώσεων κατά τη λειτουργία καταστημάτων και εργαστηρίων υγειονομικού ενδιαφέροντος, καθώς και των επιχειρήσεων που εξομοιούνται με αυτά, περιλαμβανομένων και των διαφορών που προκαλούνται από πράξεις, οι οποίες εκδίδονται κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας περί μηχανολογικών εγκαταστάσεων και αποτελούν προϋπόθεση για τη χορήγηση των ανωτέρω αδειών.

β) τη χορήγηση, ανάκληση ή αφαίρεση άδειας κυκλοφορίας οχημάτων και την επιβολή συναφών κυρώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προβλεπόμενες από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.

γ) την παραχώρηση δικαιώματος και τον καθορισμό των όρων εκμετάλλευσης αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (λεωφορείων, φορτηγών, επιβατηγών, βυτιοφόρων και λοιπών), τη μεταβολή της έδρας τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική μεταβολή.

δ) επιβολή πειθαρχικών ποινών σε μέλη επαγγελματικών ενώσεων με χαρακτήρα νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όπως είναι, ιδίως, οι ιατρικοί, οδοντιατρικοί και φαρμακευτικοί σύλλογοι, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος και η Ενωση Ελλήνων Χημικών.

Δ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 ν. 1406/1983 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που προκύπτουν

α) από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων,

αα) για παράβαση των διατάξεων και ρυθμίσεων της εργατικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας.

ββ) για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας περί τουριστικών επιχειρήσεων οποιασδήποτε μορφής και κατηγορίας και ασκήσεως τουριστικών επαγγελμάτων, ιδίως της νομοθεσίας περί ξενοδοχείων, τουριστικών γραφείων και λεωφορείων.

γγ) για παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων.

δδ) για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας περί προστασίας των καταναλωτών.

β) από πράξεις που εκδίδονται βάσει της νομοθεσίας περί διαχείρισης των υδάτινων πόρων.

γ) από την άρνηση χορήγησης αποδεικτικού ή βεβαιώσεως ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από οποιαδήποτε αιτία, κατά τις οικείες διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν.

δ) από την έκδοση πράξεων, με τις οποίες διατάσσεται η προσωρινή παύση λειτουργίας καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου και γενικά επαγγελματικής εγκατάστασης επιτηδευματία, λόγω φορολογικών παραβάσεων ή λόγω οφειλής προς το Δημόσιο από οποιαδήποτε αιτία.

ε) από την άρνηση θεώρησης φορολογικών βιβλίων και στοιχείων, λόγω μη εκπληρώσεως ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών.

στ) από την έκδοση πράξεων, οι οποίες αφορούν την καταβολή κοινοτικών ή εθνικών ενισχύσεων, επιδοτήσεων και λοιπών συναφών χρηματικών παροχών, καθώς και στην επιβολή κάθε σχετικού μέτρου ή κυρώσεως.

ζ) από τις πράξεις παραχωρήσεως κοινοχρήστων χώρων, σε εκμεταλλευόμενους καταστήματα κάθε είδους προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας τους.

η) από τη χορήγηση αδειών ασκήσεως υπαιθρίου εμπορίου και λαϊκών αγορών.

θ) από τη χορήγηση αδειών εγκαταστάσεως και λειτουργίας πρατηρίων καυσίμων, σταθμών αυτοκινήτων και πλυντηρίων - λιπαντηρίων αυτοκινήτων και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για παράβαση της οικείας νομοθεσίας.

Ε. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4Α ν. 1406/1983  υπάγονται στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, εκδικαζόμενες σε πρώτο και τελευταίο βαθμό ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που αναφύονται.

α) από την επιβολή κυρώσεων για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας που διέπει την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας, την ίδρυση και λειτουργία επαγγελματικής εγκατάστασης και την κυκλοφορία προϊόντων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που οι σχετικές διαφορές έχουν υπαχθεί στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου.  

β) από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί επενδύσεων.

ΣΤ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 5 ν. 1406/1983, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων ε, η και ι της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 και της παραγράφου 4Α, οι διαφορές που προκύπτουν από την έκδοση διοικητικών πράξεων, οι οποίες αφορούν την επιβολή αποκλειστικά και μόνο προστίμου, εκδικάζονται, ως διαφορές ουσίας, από τα κατά τόπον αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία. Εξακολουθούν να υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας οι διαφορές που προκύπτουν από πράξεις επιβολής προστίμου, τις οποίες εκδίδουν η Τράπεζα της Ελλάδος και οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, εφόσον δεν προβλέπει άλλως η νομοθεσία τους.

Ζ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, όλες οι διαφορές που αναφύονται στις περιπτώσεις των παραγράφων 2, 3 και 4, ανεξάρτητα από την ιδιότητα εκείνου που ασκεί το οικείο ένδικο βοήθημα.

Η. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 ν. 1406/1983, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις, που εκδίδονται στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, καθώς και οι παραλείψεις κατά τους όρους του άρθρου 19 παρ. 2 του Π.Δ. 341/1978, των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου υπόκεινται σε προσφυγή, και αν αυτό δεν προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία.

Θ. Ιδιωτική διαφορά υφίσταται όταν, το αντικείμενο της δίκης είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβήτηση, ή έριδα, των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο, ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο, ή πράγμα.

Δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, αλλά έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, αμφισβήτηση, ή έριδα, ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντων υπαλλήλων του Δημοσίου, ή ΝΠΔΔ και ως εκ τούτου η διαφορά υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 316/2011, ΑΠ 872/2015).

Σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 4745/2020, που τροποποίησε το άρθρο 74 του ν. 4194/2013, για την σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων, ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων, για κάθε είδους δικαιοπραξίες η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου θα υπολογίζεται ποσοστιαίως και ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, όπως τα ποσοστά και οι αξίες αναφέρονται στο Παράρτημα II του Κώδικα Δικηγόρων. Για δικαιοπραξία, το αντικείμενο της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική ποσότητα, η αξία προσδιορίζεται βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της. Για δικαιοπραξία με περισσότερα αντικείμενα λαμβάνεται υπ όψιν η αξία των περισσοτέρων αντικειμένων.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 937 ΚΠολΔ, ως ισχύει, στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση

Α. Έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

Β. Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση, ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης.

Β. Στις περιπτώσεις των εκτελεστών τίτλων από α) τελεσίδικες αποφάσεις καθώς και αποφάσεις που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές, β) διαιτητικές αποφάσεις, γ) πρακτικά δικαστηρίων που περιέχουν συμβιβασμό, ή προσδιορισμό δικαστικών εξόδων, δ) συμβολαιογραφικά έγγραφα, ε) διαταγές πληρωμής και απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου στ) αλλοδαπούς τίτλους που κηρύχθηκαν εκτελεστοί και ζ) διαταγές και πράξεις που αναγνωρίζονται από το νόμο ως τίτλοι εκτελεστοί, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων, πλην της ανακοπής ερημοδικίας.

Δ. Σε όλες τις περιπτώσεις, η άσκηση ένδικου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ένδικου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφ όσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση.

Ε. Όταν ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού, η αίτηση είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού.

ΣΤ. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί, μετά από αίτηση του ανακόπτοντος, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης.

Στις δίκες αυτές η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 564 ΚΠολΔ είναι (60) ημέρες.

Ζ. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν μπορεί να ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 568 ΚΠολΔ, σε χρόνο που υπερβαίνει τους (6) μήνες.

Η. Οι προθεσμίες της παραγράφου 4 του άρθρου 568 ΚΠολΔ είναι τουλάχιστον (60) ημέρες σε κάθε περίπτωση.

Θ. Αναβολή της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 575 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να είναι κάθε φορά μεγαλύτερη από (45) ημέρες.

Ι. Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ.

Με τον ν. 4446/2016 (άρθρο 33) ο οποίος ισχύει στο σύνολό του από 22-1-2017, δεν  απαιτείται πλέον η καταβολή δικαστικού ενσήμου, τόσο για τις αναγνωριστικές αγωγές, όσο και για τις καταψηφιστικές που τρέπονται σε αναγνωριστικές.

Α. Κατά το άρθρο 725 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την δικαστική μεσεγγύηση κινητών, ή ακινήτων, ή ομάδας πραγμάτων, ή επιχείρησης, αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, την νομή, ή την κατοχή, ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά, ή, αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί μεσεγγύηση. Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο και την δικαστική μεσεγγύηση εμπορικών, ή επαγγελματικών, βιβλίων, εγγράφων, δειγμάτων και κάθε άλλου πράγματος, αν ο αιτών έχει δικαίωμα να ζητήσει την επίδειξή τους κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Η απόφαση, που διατάζει την δικαστική μεσεγγύηση, πρέπει να καθορίζει τα αντικείμενα τα οποία θέτει υπό μεσεγγύηση, να διορίζει μεσεγγυούχο και να διατάζει την παράδοσή τους σε αυτόν. Αν τα πράγματα επιδέχονται κατά τον νόμο κατάθεση, διατάζει την δημόσια κατάθεσή τους.

Β. Δικαστική μεσεγγύηση νοείται η παράδοση στον διοριζόμενο από την δικαστική απόφαση μεσεγγυούχο του εριζόμενου πράγματος (κινητού, ή ακινήτου κλπ) για την εξασφάλιση των επ αυτού δικαιωμάτων ενός ή περισσοτέρων προσώπων, τα οποία δικαιώματα αμφισβητούνται, ή, είναι αβέβαια.

Προκειμένου να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης, πρέπει να υπάρχει, εκτός από την βασική προϋπόθεση λήψης κάθε ασφαλιστικού μέτρου, δηλαδή επείγουσα περίπτωση και επικείμενος κίνδυνος (άρθρο 682 παρ. 1 ΚΠολΔ) και διαφορά για το πράγμα, στην οποία περιλαμβάνεται και η ενοχική έστω αξίωση. Ο αιτών δικαιούται να ζητήσει αυτούσιο το πράγμα.

Η διατασσόμενη ως ασφαλιστικό μέτρο δικαστική μεσεγγύηση, επιφέρει την νομική δέσμευση του αντικειμένου που τίθεται υπό δικαστική μεσεγγύηση, η οποία συνίσταται στην απαγόρευση διάθεσής του, που αν πραγματωθεί είναι άκυρη έναντι του υπέρ ου η μεσεγγύηση (άρθρο 727 σε συνδ. με το άρθρο 715 ΚΠολΔ). Η δικαστική μεσεγγύηση δεσμεύει νομικά το αντίστοιχο δικαίωμα και εμποδίζει την περαιτέρω διάθεσή του, στην οποία περιλαμβάνεται και η επιβάρυνση του ακινήτου με εμπράγματο δικαίωμα (άρθρο 715 παρ. 1 και 727 ΚΠολΔ), δεσμεύει, όμως, και υλικά το πράγμα, γιατί ο διoριζόμενοςως μεσεγγυούχος του πράγματος, οφείλει να φυλά το πράγμα, ως δημόσιο όργανο (άρθρα 726 παρ. 5 ΚΠολΔ και 956 παρ. 4 ΚΠολΔ), έχοντας αυξημένη ευθύνη στα πλαίσια του λειτουργήματος του. 

Γ. Μεσεγγυούχος μπορεί να διοριστεί οποιοσδήποτε, ακόμη και εκείνος που νέμεται, ή κατέχει, το πράγμα, ως και εκείνος που ζήτησε την δικαστική μεσεγγύηση. Σε δικαστική μεσεγγύηση επιχείρησης, μεσεγγυούχος διορίζεται ο οφειλέτης, αν δε  συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, το δικαστήριο διορίζει άλλον μεσεγγυούχο. Ο μεσεγγυούχος υποχρεούται να αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, μόνο μετά από δικαστική απόφαση. Το δικαστήριο που διέταξε την δικαστική μεσεγγύηση, ή το δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση, μπορεί να διατάξει την αντικατάσταση του μεσεγγυούχου, καθώς και κάθε κατά την κρίση του πρόσφορο μέτρο για την μεσεγγύηση. Οι αποφάσεις που διατάσουν την δικαστική μεσεγγύηση, ή την αντικατάσταση του μεσεγγυούχου, εκτελούνται αμέσως, χωρίς προηγούμενη επίδοσή τους.

Δ. Η δικαστική μεσεγγύηση διαφοροποιείται από την συντηρητική κατάσχεση (άρθρο 707 επ. ΚΠολΔ), ως προς το ότι η μεν δικαστική μεσεγγύηση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση μη χρηματικών απαιτήσεων, δεσμεύει προσωρινά το πράγμα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μελλοντική άμεση αναγκαστική εκτέλεση για την παράδοση, ή απόδοση, αυτούσιου του δεσμευμένου πράγματος, η δε συντηρητική κατάσχεση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρα 723, 724 ΚΠολΔ), δεσμεύει προσωρινά το περιουσιακό αντικείμενο του οφειλέτη που κατασχέθηκε, προκειμένου να καταστεί δυνατή, μετά την τροπή της συντηρητικής κατάσχεσης σε αναγκαστική (άρθρο 722 παρ. 1 ΚΠολΔ), η μελλοντική έμμεση αναγκαστική εκτέλεση, για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης του δανειστή που την επέβαλε από το προϊόν του πλειστηριασμού.

Ε. Κατά το άρθρο 727 ΚΠολΔ, στη δικαστική μεσεγγύηση εφαρμόζονται και τα άρθρα 709, 711, 713, 714, 715, 720, 721 και 722 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στην συντηρητική κατάσχεση.  Μεταξύ των εφαρμοζομένων διατάξεων είναι και εκείνη των άρθρων 715 και 721 παρ. 1 ΚΠολΔ. Το πρώτο από αυτά ορίζει «απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση» ενώ το δεύτερο ορίζει «όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς κινητά ή ακίνητα ή εμπράγματα δικαιώματα επάνω σ' αυτά, αν η αγωγή για την κύρια υπόθεση γίνει δεκτή και η σχετική απόφαση είναι εκτελεστή, έχει δικαίωμα, με βάση απόγραφο της απόφασης, να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς αναγκαστική κατάσχεσή τους. Σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 715 ΚΠολΔ απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που ζήτησε την δικαστική μεσεγγύηση η διάθεση των μεσεγγυημένων πραγμάτων, από εκείνον σε βάρος του οποίου διατάχθηκε το ασφαλιστικό αυτό μέτρο. Η διάθεση είναι έννοια ευρύτερη της απαλλοτρίωσης και περιλαμβάνει οποιαδήποτε μεταβίβαση, σύσταση, επιβάρυνση και γενικώς νομική μεταβολή του πράγματος, ή δικαιώματος, που συντηρητικώς κατασχέθηκε, ή τέθηκε υπό δικαστική μεσεγγύηση. Από την ρητή παραπομπή του άρθρου 727 ΚΠολΔ στο άρθρο 721 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αναγκαστική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί και σε αντικείμενα τα οποία έχουν ήδη τεθεί υπό δικαστική μεσεγγύηση. Η δικαστική μεσεγγύηση ακινήτου δεν αποκλείει, εφ όσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, την αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου αυτού και τις συνακόλουθες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, όπως την κατασχετήρια έκθεση, τον πλειστηριασμό του ακινήτου και την κατακύρωσή του, των οποίων έτσι το κύρος δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη της δικαστικής μεσεγγύησης και επομένως αυτές δεν μπορούν να προσβληθούν για ακυρότητα (ΑΠ 1653/2008, ΕφΠατρων 1002/2006, ΜονΠρΠειρ 236/2016).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Η αναγνώριση αυτή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή και δεν υπόκειται σε κάποιον τύπο, ούτε είναι ανάγκη να φέρει το χαρακτήρα δικαιοπραξίας.

Αρκεί κάθε ενέργεια (συμπεριφορά) του οφειλέτη έναντι του δανειστή, ενέργεια προερχόμενη μόνο από τον οφειλέτη και απευθυνόμενη και περιερχόμενη στο δανειστή, που μαρτυρεί ότι αυτός, έχοντας επίγνωση της αξίωσης του δανειστή, θεωρεί αυτήν ως αναμφισβήτητα υφιστάμενη, ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής.

Η τυχόν μονομερής ενέργεια του δανειστή, ακόμα και αν αυτή έχει σχέση προς το χρέος, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως αναγνώριση αυτού από τον οφειλέτη. Έτσι δεν αποτελεί αναγνώριση του χρέους, ούτε η σιωπή του οφειλέτη έναντι του οχλήσαντος δανειστή, ούτε η μη απόκρουση της όχλησης.

Η έχουσα τα παραπάνω στοιχεία συμπεριφορά πρέπει να επιδεικνύεται πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστή και όχι έναντι τρίτου προσώπου.

Ο ισχυρισμός για διακοπή της παραγραφής αποτελεί αντένσταση κατά της τελευταίας, προτεινόμενη από το δικαιούχο της αξίωσης (ΑΠ 1052/2013, ΑΠ 251/2013, ΑΠ 1018/2011, Α.Π.1666/2010, Α.Π.232/2010, ΕφΠειρ 135/2014).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Δεδικασμένο δημιουργείται ακόμη και εάν η προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση είναι για οποιονδήποτε λόγο εσφαλμένη. Το δεδικασμένο αυτό δύναται να ανατραπεί μόνο με την άσκηση κατά της εσφαλμένης τελεσίδικης απόφασης των ενδίκων μέσων, της ανακοπής ερημοδικίας, της αναίρεσης, ή της αναψηλάφησης.

Δεδικασμένο δεν δημιουργείται  από ανύπαρκτη (ανυπόστατη) δικαστική απόφαση.

Από το συνδυασμό των άρθρων 323, 905 παρ.1, 3 και 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου, αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα, εφ όσον

α) αποτελεί δεδικασμένο κατά το δίκαιο του τόπου που εκδόθηκε,

β) η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου υπαγόταν στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση,

γ) ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και γενικότερα της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση,

δ) δεν είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου και

ε) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την Ελληνική δημόσια τάξη.

(ΑΠ 1255/2006, ΑΠ 672/1999, ΟλΑΠ 11/2009, ΑΠ 1522/ 2007).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 4745/2020, που τροποποίησε το άρθρο 61 του ν. 4194/2013, ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ένδικων βοηθημάτων, ή μέσων, και για την σχετική παράσταση, υποχρεούται σε έκδοση Γραμματίου Προκαταβολής Εισφορών και Κρατήσεων. Η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά τη συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων, ή μέσων, θεωρείται τυπική παράλειψη, επομένως, αν ο δικηγόρος δεν καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής, η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη, η οποία, όμως, μπορεί να καλυφθεί μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικαστήριο.

Β. Για την παράσταση κατά την διαδικασία λήψης ενόρκων βεβαιώσεων εκδίδεται ένα γραμμάτιο, ανεξαρτήτως του αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων, που λαμβάνονται στο πλαίσιο του ιδίου ενδίκου βοηθήματος, ή μέσου.

Γ. Για την παράσταση ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων κάθε βαθμού, των ανακριτών, ή ανακριτικών υπαλλήλων, ή δικαστικών συμβουλίων, ο δικηγόρος οφείλει να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής, αλλιώς η παράστασή του δεν γίνεται δεκτή. Ο δικηγόρος καταθέτει ένα γραμμάτιο ανεξαρτήτως του αριθμού των εντολέων που εκπροσωπεί.

Δ. Καταβληθείσα προκαταβολή αναζητείται από τον δικηγόρο που την κατέβαλε, άλλως ισχύει για νέα συζήτηση.

Ε. Δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση προκαταβολής υποχρεούται να καταβάλει το ποσό που όφειλε να προκαταβάλει και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους (1.000) έως (20.000) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής και με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από (15) ημέρες μέχρι (6) μήνες. Το ποσό προστίμου καταβάλλεται στο ταμείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και εισπράττεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

ΣΤ. Από την υποχρέωση έκδοσης γραμματίου προκαταβολής απαλλάσσονται οι δικηγόροι, α) όταν παρέχουν υπηρεσίες στους εαυτούς τους, β) όταν εκπροσωπούν διαδίκους που δικαιούνται του ευεργετήματος πενίας (άρθρα 194 έως 204 ΚΠολΔ), ή νομικής βοήθειας (ν. 3226/2004), γ) όταν εκπροσωπούν σύζυγο, ή συγγενή εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, μέχρι του τρίτου βαθμού, δ) όταν εκπροσωπούν δικηγόρο, ασκούμενο δικηγόρο, δικηγόρο σε αναστολή άσκησης των καθηκόντων του, ή συνταξιούχο δικηγόρο, εφ όσον πρόκειται για προσωπική τους υπόθεση. (παρ. 2 άρθρου 82 του Κώδικα), ε) όταν το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου τους αναθέσει την παροχή δωρεάν νομικών υπηρεσιών για την προώθηση των σκοπών του Συλλόγου, καθώς και σε όσους στερούνται οικονομικής δυνατότητας να υπερασπισθούν τον εαυτό τους ενώπιον Δικαστηρίων, ή οποιασδήποτε Αρχής (περ. θ΄ της παρ. 1 άρθρου 95 του Κώδικα).

Ζ. Από την υποχρέωση έκδοσης γραμματίου προκαταβολής απαλλάσσεται, α) το Δημόσιο, β) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Η. Εκτός των περιπτώσεων (6α) και (6β) η συνδρομή των υπολοίπων περιπτώσεων αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου.

Θ. Δεν υπάρχει υποχρέωση προκαταβολής σε περίπτωση, α) παραίτησης από το δικόγραφο, και β) αναβολής ή ματαίωσης της συζήτησης.

Σύμφωνα με το ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, όπως ισχύει μετά τον ν. 3587/2007, οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του καταναλωτή. Οι παραπάνω γενικοί όροι θεωρούνται άνευ ετέρου από τον νόμο ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Οι διατάξεις αυτές, ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ, αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια.

Κατά την έννοια αυτή, για την κρίση της ακυρότητας και καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπ όψιν κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών, ή υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 430/2005). Προς τούτο λαμβάνονται υπ όψιν τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργησή του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση, ή κατάργησή του, για κάθε πλευρά, πως θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Οι ΓΟΣ πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΕφΘεσ 459/2011, ΕφΔυτικήςΜακεδονίας 73/2015).

Σύμφωνα με τον ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών,  ως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον ν. 3587/2007, οι προμηθευτές υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά μόνο «ασφαλή προϊόντα».

Με την έννοια διάθεσης στην αγορά μόνο «ασφαλή προϊόντα» προμηθευτής είναι και ο παραγωγός καταναλωτικού προϊόντος,  ο αντιπρόσωπος του, ο εισαγωγέας καταναλωτικού προϊόντος σε κράτος μέλος της Ε.Ε. και κάθε επαγγελματίας που συμμετέχει στην αλυσίδα εφοδιασμού της αγοράς καταναλωτικού προϊόντος και μπορεί να επηρεάσει τα χαρακτηριστικά της ασφάλειας του, καθώς και ο διανομέας.

Προϊόν είναι κάθε προϊόν που προορίζεται για τους καταναλωτές ή ενδέχεται, υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες, να χρησιμοποιηθεί από τους καταναλωτές, ακόμη και αν δεν προορίζεται για αυτούς, και το οποίο παρέχεται ή διατίθεται στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, έναντι τιμήματος, ή δωρεάν, είτε είναι καινούργιες, είτε μεταχειρισμένο, ή ανασκευασμένο.

Ασφαλές θεωρείται το προϊόν το οποίο, υπό συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας της και της θέσης αυτού σε λειτουργία, της εγκατάστασης του και των αναγκών συντήρησης του, ή δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο, ή παρουσιάζει κινδύνους ήσσονος σημασίας, που είναι συνυφασμένοι με την χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί στο πλαίσιο ενός υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων, λαμβανομένων υπ όψιν, ιδίως, των ακόλουθων στοιχείων

α) των χαρακτηριστικών του προϊόντος και ιδίως της σύνθεσης, της συσκευασίας, των οδηγιών συναρμολόγησης, της εγκατάστασης και της συντήρησης του.

β) των επιπτώσεων που έχει το προϊόν σε άλλα προϊόντα, εφ όσον, ευλόγως, μπορεί να προβλεφθεί ότι το προϊόν αυτό θα χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα προϊόντα.

γ) της παρουσίασης του προϊόντος, της επισήμανσης του, των προειδοποιήσεων κινδύνου και των οδηγιών χρήσης και διάθεσης του, καθώς και κάθε άλλης οδηγίας, ή πληροφορίας, σχετικής με το προϊόν. 

δ) των κατηγοριών καταναλωτών, που εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω της χρησιμοποίησης του προϊόντος, ιδίως των ανηλίκων και των ηλικιωμένων.

Οι προμηθευτές οφείλουν, όταν διαθέτουν τα προϊόντα τους, να συμμορφώνονται με τους κανόνες του κοινοτικού και ελληνικού δικαίου, τα πρότυπα που έχουν θεσπισθεί για την υγεία και την ασφάλεια των προσώπων, τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αξιολόγηση της ασφάλειας προϊόντος, τους κώδικες ορθής πρακτικής και δεοντολογίας που ισχύουν σε ένα συγκεκριμένο τομέα και τις υφιστάμενες γνώσεις και τεχνικές για την ασφάλεια, την οποία δικαιούνται ευλόγως να προσδοκούν οι καταναλωτές.

Αν σε συγκεκριμένη περίπτωση οι κοινές διατάξεις παρέχουν στον καταναλωτή μεγαλύτερη προστασία από την ειδική ρύθμιση του ν. 2251/1994, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις (ΕφΛαρ 277/2013).

α. Σύμφωνα με το άρθρο 537 ΚΠολΔ, αν περισσότεροι νικήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους και ένας μόνο άσκησε έφεση, η απόφαση που δέχεται την έφεση ισχύει και υπέρ των ομοδίκων που δεν άσκησαν έφεση, εφ όσον δεν αποδέχθηκαν την πρωτόδικη απόφαση.

β. Για την εφαρμογή του άρθρου, το οποίο λειτουργεί όταν ένας από τους περισσότερους ομοδίκους άσκησε έφεση και στη συνέχεια εκδόθηκε απόφαση από το Εφετείο που την έκανε δεκτή, απαιτείται να υπάρχει ταυτότητα αιτιολογικού και διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης ως προς όλους τους ομοδίκους.

γ. Αφορά την επέκταση των ορίων του δεδικασμένου και όχι πλασματική αναγνώριση της ιδιότητας διαδίκου στους μη εκκαλέσαντες.

δ. Αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης τίθεται η μη αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης από τους μη εκκαλέσαντες ωφελούμενους ομοδίκους.

ε. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 ΚΠολΔ, η αποδοχή της απόφασης, πριν ασκηθεί κάποιο ένδικο μέσο εναντίον της, μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες σαφώς συνάγεται η πρόθεση αυτή.

στ. Αποδοχή της απόφασης, κατά την κρατούσα άποψη, δεν συνιστά η παραμέληση άσκησης έφεσης μέσα στη νόμιμη προθεσμία.

ζ. Δεν χρειάζεται στην απόφαση του Εφετείου να διαλαμβάνεται σχετική διάταξη υπέρ του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου. Ούτε χρειάζεται ανάγκη ενεργού συμμετοχής στην κατ' έφεση δίκη του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου.

η. Η καθ' οιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο συμμετοχή στην εφετειακή δίκη του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου δεν αποτελεί αποκλειστικό τρόπο εισόδου στη δίκη αυτή για τη διαπίστωσή του αυτοδικαίως και υπέρ αυτού επεκτεινόμενού ευνοϊκού δεδικασμένου. Τούτο δύναται να επέλθει και επ' ευκαιρία άλλης δίκης όπως είναι π.χ. η αναγνωριστική αγωγή που ανοίγεται απ' αυτόν προς διαπίστωση της επέκτασης αυτής, η ανακοπή (άρθρ. 933 ΚΠολΔ) κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του εκτέλεσης από τον πρωτοδίκως νικήσαντα διάδικο βάσει της πρωτόδικης απόφασης που εν τω μεταξύ κατέστη τελεσίδικη λόγων άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης έφεσης (ΑΠ 187/2007, ΑΠ 1906/2005, ΕφΠειρ 698/2009, ΜονΠρΑθ 7053/2013.

Σύμφωνα με το άρθρο 398 επ. ΚΠολΔ, όποιος κληθεί να εξεταστεί ως μάρτυρας, από δικαστή, ή δικαστήριο, οφείλει να προσέλθει και να καταθέσει για τα πραγματικά γεγονότα που γνωρίζει.

Έχουν δικαίωμα να αρνηθούν να εξεταστούν ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και σύμβουλοι των διαδίκων, για τα γεγονότα που έμαθαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους.

β) οι συγγενείς κάποιου από τους διαδίκους εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας, έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή σε πλάγια γραμμή, εκτός αν έχουν τον ίδιο βαθμό συγγένειας με όλους τους διαδίκους, οι σύζυγοι και μετά την λύση του γάμου, καθώς και οι μνηστευμένοι

Δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και οι σύμβουλοι των διαδίκων, για τα πραγματικά γεγονότα που τους εμπιστεύτηκαν, ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν το επιτρέψει εκείνος που τους τα εμπιστεύθηκε και εκείνος τον οποίο αφορά το απόρρητο.

β) δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί εν ενεργεία ή όχι, για πραγματικά γεγονότα για τα οποία υπάρχει καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν ο αρμόδιος υπουργός επιτρέψει να εξεταστούν.

Δεν εξετάζονται ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, για όσα έμαθαν κατά την εξομολόγηση.

β) πρόσωπα τα οποία, όταν έγινε το πραγματικό γεγονός, που πρέπει να αποδειχθεί, δεν είχαν το αισθητήριο για να το αντιληφθούν, ή δεν έχουν την ικανότητα να ανακοινώσουν αυτό που αντιλήφθηκαν.

γ) πρόσωπα που, όταν έγινε το πραγματικό γεγονός, που πρέπει να αποδειχθεί, βρίσκονταν σε κατάσταση ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της κρίσης και της βούλησής τους, ή που βρίσκονται σε μια τέτοια κατάσταση, όταν πρόκειται να εξετασθούν.

Ο μάρτυρας δεν έχει υποχρέωση να καταθέσει.

α) περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την δίωξή του για αξιόποινη πράξη, ή που θίγουν την τιμή του.

β) περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την δίωξη για αξιόποινη πράξη, ή που θίγουν την τιμή, των συγγενών του εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας, έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή σε πλάγια γραμμή, του συζύγου, ακόμη  και μετά την λύση του γάμου και του μνηστευμένου.

γ) Περιστατικά, που αποτελούν επαγγελματικό ή καλλιτεχνικό απόρρητο.

Αν εκείνος που κλητεύθηκε, δεν προσέλθει αδικαιολόγητα, καταδικάζεται με δικαστική απόφαση, να πληρώσει τα έξοδα που προξενήθηκαν από την απουσία του, ως και σε χρηματική ποινή από 1.000 έως 2.500 ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο.

Αν εκείνος που κλητεύθηκε, προσέλθει, αλλά αρνείται αδικαιολόγητα να καταθέσει, μπορεί να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 1.000 έως 2.500 ευρώ.

Αν καταδικαστεί και η απουσία του πιθανολογείται ως δικαιολογημένη, με αίτησή του ιδίου, μέσα σε είκοσι ημέρες αφ ότου του επιδόθηκε η απόφαση, το ίδιο δικαστήριο, ή ο ίδιος δικαστής, μπορούν να ανακαλέσουν την απόφασή τους.

Κατά το άρθρο 918 ΚΠολΔ ένα μόνο απόγραφο δίνεται στον καθένα από εκείνους που έχουν έννομο συμφέρον. Άλλο αντίγραφο μπορεί να δοθεί, αν χαθεί εκείνο που δόθηκε, ή για άλλο σοβαρό λόγο. Κατά το άρθρο 918 ΚΠολΔ παρ. 5 «Αν ο αρμόδιος για την έκδοση απογράφου αρνηθεί να το δώσει, η έκδοση μπορεί να ζητηθεί από το μονομελές πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου, με την εφαρμογή της διαδικασίας των άρθρων 686 επ. ».

Επομένως, αρχικώς κατατίθεται αίτηση στον Πρόεδρο Πρωτοδικών, στην οποία εξηγούνται οι λόγοι απώλειας του πρώτου απογράφου και επίσης οι λόγοι έκδοσης δευτέρου απογράφου. Εάν αυτός αρνηθεί, επιβάλλεται η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Η αίτηση, με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν απαιτείται να στρέφεται κατά ορισμένου προσώπου, γιατί στην πραγματικότητα πρόκειται για υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας. Για το λόγο αυτό, η κλήτευση του καθ’ ου η εκτέλεση δεν είναι απαραίτητη, ιδίως εάν έχει παρέλθει ικανός χρόνος από την έκδοση του πρώτου απογράφου, δεδομένου ότι το δεύτερο απόγραφο είναι δυνατό να εκδοθεί και χωρίς την συναίνεσή του. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την έκδοση του δεύτερου απογράφου (απώλεια, ή άλλος σοβαρός λόγος) και να αποδεικνύονται.

Με απώλεια του απογράφου εξομοιώνεται και η για οποιονδήποτε λόγο αδυναμία ανεύρεσής του. Σοβαρός λόγος συντρέχει, όταν ο εκτελεστός τίτλος αφορά περισσότερες απαιτήσεις του ίδιου του δανειστή και το πρώτο απόγραφο εκδόθηκε για μια μόνον από αυτές, ενώ μεταγενέστερα ζητείται να δοθεί απόγραφο για άλλη απαίτηση, που βεβαιώνει ο ίδιος εκτελεστός τίτλος, και για την οποία δεν ίσχυε το αρχικό απόγραφο. Επίσης, το δυσανάγνωστο του απογράφου, λόγω παρόδου του χρόνου, η βλάβη αυτού, μελάνωση, ή σχίσιμο.

Αντικείμενο της απόφασης είναι όχι η έκδοση απογράφου, αλλά η έκδοση διαταγής προς το αρμόδιο όργανο για την χορήγηση του απογράφου. 

Για τρίτο απόγραφο δεν γίνεται αναφορά στο νόμο, αλλά πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα όσα ορίζονται για το δεύτερο απόγραφο εφαρμόζονται και για το τρίτο, όταν, για τους ίδιους λόγους, παρίσταται ανάγκη έκδοσης του.

Η εκτέλεση, όμως, ενός απογράφου καθιστά τυπικώς ανίσχυρο το άλλο (ΜονΠρΚιλκίς 15/198, ΜΠρΘεσ 21116/2003, ΜΠρΓρεβ 448/2008).

 Α. Σύμφωνα με το άρθρο  279 ΑΚ αποσβεστική προθεσμία είναι το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα.

Β. Στην αποσβεστική προθεσμία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, εφ όσον αυτές δεν προσκρούουν στο σκοπό που η αποσβεστική προθεσμία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπηρετεί.

Γ. Η αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 280).

Δ. Συνεπώς, όταν ορίζεται για την άσκηση του δικαιώματος ορισμένη προθεσμία, η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος μέσα στην προθεσμία, συντελεί στην διατήρηση του δικαιώματος, με την συνέπεια ότι, δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω προθεσμία η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, κατά την οποία η παραγραφή της αξίωσης, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου και μπορεί να συμπληρωθεί, ενώ διαρκεί η δίκη, αν παραμεληθεί από το δικαιούχο (ΑΠ 1307/2006).

Ε. Εφαρμόζεται, όμως, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 263 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κάθε παραγραφή, που έχει διακοπεί με την έγερση της αγωγής λογίζεται μη διακοπείσα, εάν ο ενάγων παραιτηθεί της αγωγής, ή αυτή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς, ως και η παρ. 2 του ιδίου άρθρου, σύμφωνα με την οποία, εάν ο δικαιούχος εντός έξι μηνών επανεγείρει την αγωγή και πάλι, η παραγραφή λογίζεται διακοπείσα με την έγερση της προηγούμενης αγωγής (ΑΠ 1262/1996, ΠολΠρΘεσ 28883/2003).

Σύμφωνα με το άρθρο 421 ΑΚ «αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο». 

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, υπόσχεση αντί καταβολής είναι η πρόθεση του οφειλέτη για απόσβεση του παλαιού χρέους του προς τον δανειστή. Αυτό πρέπει να προκύπτει σαφώς. Αυτός που επικαλείται την ύπαρξη υπόσχεσης αντί καταβολής πρέπει να μπορεί να την αποδείξει. Αλλιώς γίνεται δεκτή, ως υπόσχεση χάριν καταβολής, δηλαδή δεν επέρχεται απόσβεση του χρέους.

Η ανάληψη από τον οφειλέτη έναντι του δανειστή υποχρέωσης για την εκπλήρωση άλλης, αντί της οφειλόμενης, παροχής μπορεί να γίνεται, είτε αντί καταβολής, πράγμα το οποίο πρέπει να συνάγεται σαφώς από την θέληση των συμβαλλομένων μερών και επιφέρει απόσβεση του παλαιού χρέους, είτε χάριν καταβολής, δηλαδή ως πρόσθετη εξασφάλιση για την εκπλήρωση του υπάρχοντος παλαιού χρέους. Το τελευταίο τεκμαίρεται, σύμφωνα με τον κανόνα της διάταξης, εφ όσον δεν συνάγεται το αντίθετο από την θέληση των μερών. Στην περίπτωση αυτή δεν επέρχεται απόσβεση του παλαιού χρέους, το οποίο διατηρείται και παραμένει σε ισχύ παράλληλα με το νέο χρέος. Ο δανειστής υποχρεούται, εφ όσον δεν συνάγεται το αντίθετο, να επιδιώξει την ικανοποίησή του από το νέο χρέος και, αν δεν ικανοποιηθεί, να ασκήσει την αρχική απαίτηση, πλήρως, ή κατά το ελλείπον, γιατί, άλλως, αποκρούεται με αναβλητική ένσταση (ΑΠ 878/2000, ΑΠ 474/2009).

Η ανάληψη νέας υποχρέωσης από τον οφειλέτη, όπως είναι η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, γιατί θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε, ή προκύπτει από τις περιστάσεις, σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με την σύσταση της νέας. Μόνη η παράδοση της επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση, ή υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής, γιατί ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής υπόσχεται στον δανειστή του, ότι θα εκπληρώσει την αρχική βασική του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας. Με την γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για το λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης παρά μόνο με την είσπραξη της επιταγής (ΑΠ 907/2005, ΑΠ 44/2004, ΑΠ 1289/2013).

Σύμφωνα με το άρθρο 440  ΑΚ «ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες». Σύμφωνα δε με το άρθρο 441 ΑΚ «ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν».

Επομένως, συμψηφισμός, κατ άρθρο 440 ΑΚ, είναι η απόσβεση αμοιβαίων χρεών δύο προσώπων, που επέρχεται με τον συνυπολογισμό τους, εφ όσον ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο, ονομάζεται δε, μονομερής, ή, αναγκαστικός, συμψηφισμός.

Δεν αποκλείεται, όμως, η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Αυτός ονομάζεται συμβατικός, ή, εκούσιος, συμψηφισμός.

Ο συμβατικός, ή, εκούσιος, συμψηφισμός, συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων του άρθρου 361 ΑΚ. Το περιεχόμενο μιας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη, εφ' όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ) καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον (ΑΠ  411/2014, ΑΠ 1055/2015).

Προϋποθέσεις του μονομερή συμψηφισμού είναι, α) η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων, β) το ομοειδές του αντικειμένου των απαιτήσεων αυτών, γ) το έγκυρο, νομικώς τέλειο και ληξιπρόθεσμό τους και δ) το επιτρεπτό του συμψηφισμού, δηλ. ότι ο συμψηφισμός δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Τέτοια απαγορευτική διάταξη νόμου είναι, η διάταξη του άρθρου 450  ΑΚ, κατά την οποία δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης, η οποία προέρχεται από αδίκημα, που διαπράχθηκε από δόλο. Δεν είναι απαραίτητο η αδικοπραξία του υπόχρεου να συνιστά και ποινικό αδίκημα (ΑΠ 409/2016).

Μέχρι να γίνει η δήλωση (πρόταση) περί μονομερή συμψηφισμού, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν την νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κλπ. Όταν, όμως, προταθεί ο συμψηφισμός, που είναι αδιάφορο πότε θα προταθεί, οι απαιτήσεις αυτές αποσβέννυνται αναδρομικώς από τον χρόνο που συνυπήρξαν. Χρόνος που συνυπήρξαν νοείται ο χρόνος κατά τον οποίο συνέτρεξαν και για τις δύο απαιτήσεις οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού (ΑΠ 1235/2012, ΑΠ 343/2009, ΑΠ 1438/2005, ΑΠ 1219/1997). 

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα, είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου με την μορφή ένστασης. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό.

Για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να εκτίθενται σαφή περιστατικά παραγωγικά της προτεινόμενης σε συμψηφισμό ανταπαίτησης (ΑΠ 636/2015). Η ένσταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων ανεξάρτητα από το αν, θα γίνει, ή όχι, αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση, ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική, ή αναβλητική, ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές (ΑΠ 486/2016). Δεν απαιτείται, ως όρος του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου, που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις, ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλεται η ανταπαίτηση, που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό, να είναι εκκαθαρισμένη (ΑΠ 1460/2012, ΑΠ 486/2016).

Η πρόταση συμψηφισμού είναι ανίσχυρη, αν έγινε με αίρεση ή προθεσμία (άρθρο 444 ΑΚ). Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης (άρθρο 451 ΑΚ). Ο εγγυητής μπορεί να αντιτάξει σε συμψηφισμό την ανταπαίτηση του πρωτοφειλέτη κατά του δανειστή, ο πρωτοφειλέτης όμως δεν μπορεί να αντιτάξει την ανταπαίτηση του εγγυητή (άρθρο 447 ΑΚ). 

Πρόταση συμψηφισμού, που γίνεται πριν από την δίκη, ή κατά την διάρκειά της, με εξώδικη δήλωση προς τον αντίδικο επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Mεταγενέστερη σε δίκη επίκληση του εξώδικου συμψηφισμού δεν αποτελεί προβολή της ένστασης συμψηφισμού, αλλά διαδικαστική πράξη, με την οποία ανακοινώνεται στο δικαστήριο, ότι η επίδικη απαίτηση έχει αποσβεσθεί. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται ουσιαστικώς περί «ένστασης εξόφλησης» της επίδικης απαίτησης, που επήλθε με συμψηφισμό.

Στην περίπτωση που η ένσταση συμψηφισμού απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμη και γίνει δεκτή η αγωγή, στη συνέχεια δε ο εναγόμενος ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και μόνο κατά της διάταξής της που δέχθηκε την αγωγή, η μη εκκληθείσα διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης ως προς την προταθείσα ένσταση συμψηφισμού καθίσταται τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο, μη δυνάμενο να αμφισβητηθεί σε νέα δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων και για την ίδια έννομη σχέση (ΑΠ 1460/2012, ΑΠ 486/2016).

Ο συμψηφισμός προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση. Μπορεί παραδεκτά να προταθεί για πρώτη φορά στην δευτεροβάθμια δίκη. Η πρόταση μπορεί να γίνει από τον εκκαλούντα-εναγόμενο με τη μορφή κύριου, ή πρόσθετου, λόγου έφεσης (ΑΠ 1205/2013).

Σε συμψηφισμό προτείνεται και ανταπαίτηση που έχει παραγραφεί, αν κατά το χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής της (άρθρο 443 ΑΚ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 453  ΑΚ, όταν οι ιδιότητες δανειστή και οφειλέτη ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο, επέρχεται απόσβεση της ενοχής με σύγχυση.

Σύγχυση επομένως είναι η απόσβεση του χρέους, που επέρχεται με την σύμπτωση των ιδιοτήτων δανειστή και οφειλέτη στο ίδιο πρόσωπο.

Σύγχυση αποτελεί πχ. η περίπτωση αγοράς του μισθίου πράγματος από τον μισθωτή,  καθ όσον αφορά τις ιδιότητες του εκμισθωτή και μισθωτή ως συμβαλλομένων μερών της σύμβασης μίσθωσης.

Το χρέος αναβιώνει μόλις πάψει να υπάρχει η ένωση δανειστή και οφειλέτη

Κατ άρθρο 416 επ. ΑΚ το χρέος του οφειλέτη προς τον δανειστή αποσβένεται με καταβολή.  Η καταβολή απαιτείται να γίνει στον δανειστή, ή σε όποιον ο δανειστής, ή το δικαστήριο, ή ο νόμος, έχει επιτρέψει να δεχτεί την καταβολή.  Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει, αν ο δανειστής την εγκρίνει, ή εφ όσον ωφελείται από αυτήν. Αν η καταβολή δεν ήταν η προσήκουσα, ο δανειστής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι η καταβολή δεν ήταν προσήκουσα. 

Η καταβολή καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση, ή μονομερής δικαιοπραξία. Για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση του χρέους πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ότι πράγματι δικαιούται, σύμφωνα με τον νόμο, ή την σύμβαση (ΑΠ 1289/2013). Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 285/2011).

Για να έχει αποσβεστικό αποτέλεσμα η καταβολή πρέπει να γίνει, α) είτε προς το δανειστή προσωπικά, ή τον επιτετραμένο από το δικαστήριο, ή τον νόμιμο, ή δικαστικό, αντιπρόσωπο του δανειστή, εφοδιασμένο στην τελευταία περίπτωση με πληρεξούσιο έγγραφο, β) είτε προς τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση του δανειστή, ρητή, ή και σιωπηρή, προκύπτουσα από την σχέση του δανειστή με τον εξουσιοδοτημένο (πχ. του ταμία μιας επιχείρησης προς είσπραξη των πωλούμενων από αυτή πραγμάτων) να λάβει την παροχή, ενεργώντας στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό με την συγκατάθεση του δανειστή, γ) είτε προς τρίτο δεκτικό καταβολής πρόσωπο, το οποίο προσδιόρισε ο δανειστής, κατόπιν σύμβασης με τον οφειλέτη, παρέχοντας δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει με αποσβεστικά αποτελέσματα την παροχή προς τον δεκτικό καταβολής.

Καταβολή που έγινε σε άλλον, εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, δεν ενεργεί κατ αρχήν έναντι του δανειστή, έστω και αν ο καταβαλών τελούσε σε συγγνωστή πλάνη, εκτός αν ο δανειστής εγκρίνει μια τέτοια καταβολή, ή ωφελείται από αυτή, λόγω απόδοσης του ληφθέντος στον δικαιούχο, ή απόσβεσης της υποχρέωσης απόδοσης του καταβληθέντος από τον λαβόντα τρίτο στο δανειστή από άλλη αιτία (ΑΠ 285/2011).

Αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα, να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος, που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτα, η παροχή που έγινε, καταλογίζεται, πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και αν υπάρχουν περισσότερα σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή, αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη, αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα (ΑΠ 1522/2011).

Ο οφειλέτης, εναγόμενος για την πληρωμή ορισμένων χρεών, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται. Ο δανειστής, ωστόσο, δικαιούται κατ αντένσταση, να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η προβαλλόμενη καταβολή αφορά άλλο χρέος του οφειλέτη (ΑΠ 1649/2013). Ο δανειστής, αντιλέγοντας με αντένσταση, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, σε άρνηση του οφειλέτη, υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, οπότε στον οφειλέτη εναπόκειται με επαντένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους, με