Η δικαστική εγγυοδοσία επιβάλλεται με δικαστική απόφαση στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Η επιβολή της εξαρτάται από την κρίση του δικαστηρίου, ανάλογα με την φερεγγυότητα του κατά του οποίου επιβάλλεται και με άλλες περιστάσεις, υπό τις οποίες τελεί η εξασφαλιζόμενη απαίτηση, ή το εξασφαλιζόμενο δικαίωμα.

Σημείωση

α) Η δικαστική εγγυοδοσία διαφέρει από την σύμβαση εγγύησης (βλ. ανάρτηση «Σύμβαση εγγύησης και ευθύνη εγγυητή»).

β) Η δικαστική εγγυοδοσία διαφέρει και από την σύμβαση εγγυοδοσίας (βλ. ανάρτηση «Σύμβαση εγγυοδοσίας»).

Α. Η δικαστική εγγυοδοσία προβλέπεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και διατάσσεται με δικαστική απόφαση στις παρακάτω περιπτώσεις.

1) Επί δικαστικών εξόδων

Ύστερα από αίτηση (ένσταση) α) του εναγομένου, β) του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση, ή ένδικο μέσο, το δικαστήριο μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα, ή τον διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση, ή ένδικο μέσο, για τα δικαστικά έξοδα, αν κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεσθεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του (άρθρο 169 ΚΠολΔ).

Σημείωση 1

Στην παραπάνω περίπτωση, δεν επιτρέπεται εγγυοδοσία, 1) αν ο ενάγων ή ο διάδικος που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο έχει το ευεργέτημα της πενίας, 2) σε περίπτωση ανταγωγής, 3) στις γαμικές διαφορές, στις διαφορές που αναφέρονται στις σχέσεις γονέων και τέκνων και γενικά στις μη περιουσιακές διαφορές, 4) στις διαφορές διατροφής, 5) στις διαφορές από συναλλαγματικές ή άλλους τίτλους εις διαταγήν, 6) στις εργατικές διαφορές και στις διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρο 170).

2) Επί ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 694 ΚΠολΔ).

3) Επί κηρύξεως αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής (άρθρο 911 ΚΠολΔ).

4) Επί ασκήσεως ανακοπής ή εφέσεως (άρθρο 912 παρ. 1 ΚΠολΔ), ή αναιρέσεως (άρθρο 565 ΚΠολΔ).

5) Επί αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 938 ΚΠολΔ).

6) Επί ανοχής ή παράλειψης πράξης (άρθρο 947 ΚΠολΔ).

Β. Υποβολή αίτησης για εγγυοδοσία

Η αίτηση (ένσταση) πρέπει να υποβληθεί κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης επί ποινή απαραδέκτου (άρθρο 263 περ. γ ΚΠολΔ).Το δικαστήριο καθορίζει το ποσό της εγγύησης και την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει.

Γ. Πως γίνεται η εγγυοδοσία

Η εγγυοδοσία γίνεται κατόπιν αιτήματος του υποχρέου, συνήθως με κατάθεση μετρητών χρημάτων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ή με εγγυητική επιστολή αξιόχρεης τράπεζας. Το γραμμάτιο της κατάθεσης πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου που διέταξε την εγγυοδοσία, μέσα στην  προθεσμία που όρισε το δικαστήριο που την διέταξε (163 ΚΠολΔ).

Σημείωση 2

Επιτρέπεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αντί για μετρητά χρήματα, η εγγύηση να δοθεί 1) με τίτλους παραστατικούς αξίας, στους οποίους πρέπει να είναι προσαρτημένα τα μη ληξιπρόθεσμα τοκομερίδια ή οι μη απαιτητές μερισματαποδείξεις, 2) με εγγραφή υποθήκης σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα.

Δ. Ανάκληση   

Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία κατάθεσης της εγγυοδοσίας που όρισε το δικαστήριο που την διέταξε, το δικαστήριο, με αίτηση εκείνου που ζήτησε την εγγυοδοσία, ανακαλεί  την αγωγή, κύρια παρέμβαση, ή το ένδικο μέσο. Η ανάκληση αυτή αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής, της κύριας παρέμβασης, ή του ένδικου μέσου (άρθρα 171, 172 και 162 ΚΠολΔ, ΑΠ 1875/2014, ΠολΠρΠειρ 4625/2017).

Ε. Άρση - Κατάπτωση εγγύησης   

Αν πάψει η αιτία για την οποία δόθηκε η εγγύηση, αυτή αίρεται και αν πραγματοποιηθεί ο λόγος για τον οποίο δόθηκε, επέρχεται κατάπτωση της εγγύησης υπέρ εκείνου, για τον οποίο είχε δοθεί. Σχετικά αποφασίζει το Μονομελές Πρωτοδικείο ή το Ειρηνοδικείο, όταν αυτό είχε διατάξει την εγγύηση, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (168 ΚΠολΔ).

Σημείωση 3 

Η εκδιδόμενη απόφαση για την άρση, ή κατάπτωση, της εγγυοδοσίας δεν υπόκειται σε κανένα τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο, παρά μόνο σε ανάκληση υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 696-698 ΚΠολΔ (ΜονΠρΠειρ 261/2020).

Σημείωση 4

Το Μονομελές Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο ακόμη και αν η εγγύηση δόθηκε με απόφαση του Αρείου Πάγου (ΑΠ 375/1997).

Σημείωση 5

Με την δικαστική απόφαση ο δικαιωθείς μπορεί να ζητήσει την ανάληψη από τον αρμόδιο γραμματέα του δικαστηρίου του παρακατατεθέντος σε αυτόν γραμματίου, ή της κατατεθείσας εγγυητικής επιστολής Τράπεζας. Μόνο στην περίπτωση που ο γραμματέας αρνείται να προβεί στην απόδοση της εγγύησης το δικαστήριο μπορεί να τον υποχρεώσει σε απόδοση της κατατεθείσας εγγύησης, με αγωγή περί καταδίκης του σε σχετική ενέργεια κατά την τακτική διαδικασία. 

ΣΤ. Η δίκη για την κατάπτωση, ή άρση, της εγγύησης

α) Η αρμοδιότητα του δικαστηρίου περιορίζεται στο να διατάξει την κατάπτωση της κατατεθείσας εγγύησης υπέρ του αιτούντος υπό του καθ` ου η αίτηση οφειλέτη, ή τρίτου, και την απόδοση στον αιτούντα της κατατεθείσας εγγυητικής επιστολής Τράπεζας, ή του παρακατατεθέντος στον γραμματέα του δικαστηρίου γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών, ή αντιστρόφως την απόδοση της εγγύησης στον αιτούντα καταθέσαντα, λόγω παύσης της αιτίας για την οποία αυτή δόθηκε.

β) Το δικαστήριο με βάσει τις αποδείξεις που θα προσκομισθούν, θα αποφασίσει για την άρση, ή την κατάπτωση της εγγύησης.  Η απόφαση που θα εκδοθεί, επιλύει οριστικά την διαφορά, και υπόκειται στο ένδικο μέσο της έφεσης και  το Εφετείο αποφασίζει τελεσίδικα για την άρση, ή την κατάπτωση της εγγύησης (ΑΠ 465/2009, ΕφΠειρ 284/2015). 

γ) Η δίκη για την κατάπτωση, ή άρση, της εγγύησης διεξάγεται μεταξύ υπόχρεου και δικαιούχου και όχι μεταξύ της Τράπεζας, ή του Τ.Π.Δ. και μόνο όταν αυτά αρνούνται την απόδοση δημιουργείται δίκη με διάδικο αυτά, κατά την τακτική διαδικασία.

Σημείωση 6

Ιδιομορφία παρουσιάζει  η εγγυητική επιστολή ως προς την οποία, η Τράπεζα σε σχέση με τον δικαιούχο δεν εξετάζει τη δημιουργία αξιώσεώς του και αρκείται στην καταβολή, όταν ζητηθεί η κατάπτωσή της, ή η άρση της, και αποδεικνύεται η πραγματοποίηση του λόγου με προσκομιδή της σχετικής απόφασης. Η απόφαση που διατάζει την κατάπτωση, ή την άρση και την απόδοση της εγγυητικής επιστολής δεν απαγγέλλει καταψήφιση προς πληρωμή του ποσού, η δε δίκη διεξάγεται μεταξύ του καταθέτη και του υπερ ου η εγγύηση (δικαιούχου) και όχι μεταξύ του καταθέτη, ή δικαιούχου, και της Τράπεζας ή του Τ.Π.Δ. (ΜονΕφΠειρ 614/2019).

Σημείωση 7

Η αυτοδίκαιη άρση του ασφαλιστικού μέτρου που διέταξε την εγγύηση, όπως η παύση ισχύος της προσωρινής διαταγής λόγω μεταγενέστερης έκδοσης σχετικής απόφασης επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ή η μη άσκηση αγωγής εντός τριάντα ημερών του άρθρου 693 ΚΠολΔ, δεν καθιστά περιττή την διαδικασία του άρθρου 168 ΚΠολΔ.

Σημείωση 8

Σε περίπτωση που η εγγύηση διατάχθηκε ως όρος αναστολής της εκτελεστής απόφασης μετά από άσκηση ενδίκου μέσου, αν το ένδικο μέσο δεν ευδοκιμήσει και επικυρωθεί η ανασταλείσα απόφαση, θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε ο λόγος παροχής της εγγύησης, και επέρχεται η κατάπτωσή της υπέρ αυτού, που έχει το δικαίωμα να την εισπράξει (ΑΠ 465/2009).

 

 

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 908, 910, 912 ΚΠολΔ, η δικαστική απόφαση, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, ο διάδικος που ηττήθηκε δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο που την εξέδωσε, την αναστολή της εκτέλεσής της, είτε απειλείται, είτε άρχισε η αναγκαστική εκτέλεση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάζει την αναστολή, ή και χωρίς εγγύηση, εφ όσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της προηγουμένως ασκηθείσας  έφεσης, ή ανακοπής, με σχετική αίτησή του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ.

Σημείωση 1

Προϋπόθεση χορήγησης της αναστολής είναι, να έχει ασκηθεί από τον ηττηθέντα διάδικο, παραδεκτώς έφεση, ή ανακοπή, κατά της απόφασης και να πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου αυτών, οπότε το Δικαστήριο για την χορήγηση ή μη της αναστολής ερευνά αθροιστικώς και την συνδρομή του στοιχείου της βλάβης από την εκτέλεση της απόφασης στο πρόσωπο του αιτούντος.

Σημείωση 2

Το επιλαμβανόμενο δικαστήριο δικάζει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.  Για το λόγο αυτό απαιτείται η πιθανολόγηση της συνδρομής επείγουσας περίπτωσης, ή της αποτροπής επικειμένου κινδύνου.

Σημείωση 3

Η ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης εξαρτάται από την πιθανολόγηση βλάβης στο πρόσωπο του αιτούντος σε περίπτωση παραδοχής της  έφεσης, ή της ανακοπής.

Σημείωση 4

Το δικαστήριο διατάζει την αναστολή, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, ή  χωρίς εγγύηση, ανάλογα με την φερεγγυότητα του αιτούντος και με άλλες περιστάσεις, υπό τις οποίες τελεί η εξασφαλιζόμενη απαίτηση, ή το εξασφαλιζόμενο δικαίωμα. Η εγγυοδοσία δεν είναι εξοπλισμένη με δεδικασμένο, αλλά είναι απλώς ένα μέτρο που διατάζεται προσωρινώς με τους κανόνες και την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΜονΠρΠειρ 261/2020).

Σημείωση 5

Αρμόδιο δικαστήριο για την χορήγηση της αναστολής είναι εκείνο που εξέδωσε την προσωρινώς εκτελεστή απόφαση. Όμως η αρμοδιότητα αυτού χρονικώς επεκτείνεται μέχρι την συζήτηση του ασκηθέντος ενδίκου μέσου, δοθέντος ότι, αν το ένδικο μέσο εισαχθεί προς συζήτηση, αποκλειστικώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της εκδίκασης αυτού

Σημείωση 6

Για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του διαδίκου, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθ όσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσης αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 1015/2005, ΜονΠρΠειρ 1440/2019).

Η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής, ή έφεσης, κατά της ερήμην απόφασης, δεν αναστέλλει την εκτέλεση της ερήμην απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή. Ο διάδικος μπορεί,  σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 908, 910, 912 ΚΠολΔ, έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής, ή της έφεσης, να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ερήμην απόφασης, ζητώντας να ανασταλεί οριστικά ή εν μέρει η εκτέλεση, έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάζει την αναστολή, ή και χωρίς εγγύηση, εφ όσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής, ή της έφεσης. Την αναστολή την διατάσσει το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την ερήμην απόφαση με την  διαδικασία των άρθρων 686 επ.

Σημείωση 1

Η εξαφάνιση της ερήμην απόφασης επέρχεται με μόνη την άσκηση νομότυπης και εμπρόθεσμης έφεσης, ανεξαρτήτως αν οι λόγοι αυτής είναι και βάσιμοι κατ ουσία, δηλαδή δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της και μετά την εξαφάνισή της, χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου νέα συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1015/05, ΜονΠρΠειρ 505/2018). 

Κατά το άρθρο 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ή εξήντα ημέρες αν έχει άγνωστη διαμονή, ή διαμένει στο εξωτερικό και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση, κατά άρθρο 135 παρ. 1, της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης.

Τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες, ως προς την ερημοδικία των διαδίκων ισχύουν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 271 και 272 ΚΠολΔ.

Σημείωση 1

Μόνη εξαίρεση είναι, η του άρθρου 621 παρ. 2 εδ. τελ. για τις δίκες των εργατικών διαφορών, όπου εξακολουθεί να ισχύει το σύστημα της μονομερούς συζήτησης (ΜονΠρΠειρ 627/2019).

Α. Πότε επιτρέπεται η ανακοπή κατά ερήμην απόφασης (ανακοπή ερημοδικίας)

Σύμφωνα με το άρθρο 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην α) δεν κλητεύθηκε καθόλου ή β) δεν κλητεύθηκε νόμιμα, ή εμπρόθεσμα ή γ) αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Σημείωση 2

Ως ανώτερη βία (δικονομική ανώτερη βία ταυτιζόμενη με την  ουσιαστικού δικαίου ανώτερη βία) νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε, ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί ούτε με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης.

Σημείωση 3

Τέτοιο γεγονός αποτελεί για τον διάδικο που ερημοδικάσθηκε, και η αιφνίδια βαριά ασθένεια του διαδίκου και η εξ αιτίας αυτής αδυναμία να εμφανιστεί στο δικαστήριο, ή να ενεργήσει δικαστική ή εξώδικη πράξη, ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε δικηγόρο της εκτέλεσης της εν λόγω πράξης ή παραστάσεως του και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εφ όσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επιπλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ 544/2016, ΑΠ 1568/2013, ΑΠ 1260/2012).

Σημείωση 4

Τέτοιο γεγονός αποτελεί για τον διάδικο που ερημοδικάσθηκε και η αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, εξ αιτίας της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να ενεργήσει δικαστική ή εξώδικη πράξη, ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο της εκτέλεσης της εν λόγω πράξης (ΑΠ 764/2013).

Σημείωση 5

Δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας η ασθένεια του διαδίκου, ή του συγγενικού του προσώπου, που εμποδίζει αυτόν να παραστεί στο δικαστήριο, όταν μπορεί να παρασταθεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του (ΑΠ 273/2013, ΑΠ 598/2012,  ΑΠ 1115/2019).

Β. Δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας

Δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχουν ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που άσκησε κύρια παρέμβαση, εφ όσον δικάστηκαν ερήμην, οι καθολικοί διάδοχοί τους, καθώς και οι μετά την άσκηση της αγωγής ειδικοί διάδοχοί τους (502 ΚΠολΔ).

Σημείωση 6

H μη κατάθεση, ή η εκπρόθεσμη κατάθεση προτάσεων, στην τακτική διαδικασία, από κάποιον από τους διαδίκους σηματοδοτεί την μη κανονική συμμετοχή του στη δίκη και επάγεται την ερημοδικία του, είτε είναι ενάγων, είτε εναγόμενος.

Σημείωση 7

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 ΚΠολΔ, θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο (ΜονΠρΠειρ 627/2019).

Σημείωση 8

Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και δεν έλαβε μέρος κανονικά στη δίκη, και όταν θεωρείται ομόδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη.

Σημείωση 9

Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα της ανακοπής του διαδίκου υπέρ του οποίου είχε παρέμβει.

Γ. Προθεσμία  ανακοπής ερημοδικίας

Κατά το άρθρο 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ή εξήντα ημέρες αν έχει άγνωστη διαμονή, ή διαμένει στο εξωτερικό και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση, κατά άρθρο 135 παρ. 1, της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης.  

Δ. Συνέπειες άσκησης ανακοπής ερημοδικίας

α) Αν η ανακοπή ερημοδικίας ασκηθεί εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις των άρθρων 503 παρ. 1 και 505 παρ. 1 ΚΠολΔ, και αν πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το Δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση και προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε.

β) Αν η ανακοπή δεν ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή αν δεν πιθανολογείται η βασιμότητα του λόγου της, το Δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 509 ΚΠολΔ).

Σημείωση 10

Αν κατά της ερήμην πρωτόδικης απόφασης ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας και αυτή απορριφθεί ο διάδικος μπορεί να προσβάλει και την απορριπτική απόφαση με έφεση. Το εφετείο, κάνοντας δεκτή την έφεση, θα εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, θα δεχθεί την ανακοπή, θα ακυρώσει την ερήμην πρωτόδικη συζήτηση και την πρωτόδικη απόφαση και, αφού διατάξει την απόδοση του παραβόλου, θα προχωρήσει αμέσως στην εξέταση της διαφοράς. Η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, που απέρριψε την ανακοπή, αρχίζει να τρέχει, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, από την επίδοση της εν λόγω αποφάσεως (ΑΠ 1222/2000, ΑΠ 329/2019).

Ε. Έφεση - αναίρεση κατά ερήμην απόφασης

1) Η ερήμην οριστική απόφαση υπόκειται σε έφεση ή αναίρεση, μόνο αφ ότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε η προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο δικαιούμενος προς άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής, ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, καθ όσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβάλλεται με έφεση, ή αναίρεση. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης επίδοσης, ή με την επί του επιδοθέντος αντιγράφου αυτής σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου που την εξέδωσε, ότι δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της ανακοπής (ΑΠ 845/1918, ΑΠ 185/2018, ΑΠ 528/2020)

2) Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκηση κατ' αυτής έφεσης, ή αναίρεσης, με απώτερο χρονικό όριο την προθεσμία των δύο ετών από την δημοσίευση της απόφασης (ΑΠ 2102/2017, ΑΠ 688/2019).

Σημείωση 11

Η άσκηση απ ευθείας έφεσης, ή αναίρεσης, από τον ερημοδικασθέντα, δηλαδή κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας, ή έφεσης, και ενώ διαρκεί η προθεσμία τους (άρθρο 503, 518 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης απ` αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, ή έφεσης (άρθρ. 299 ΚΠολΔ), η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφ όσον όμως ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, που απαιτεί το άρθρο 98 περ. β ΚΠολΔ (ΑΠ 938/2018, ΑΠ 1261/2011, ΑΠ 329/2019).

Ε. Αναστολή εκτέλεσης ερήμην απόφασης

Η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής, ή έφεσης, κατά της ερήμην απόφασης, δεν αναστέλλει την εκτέλεση της ερήμην απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή. Ο διάδικος μπορεί,  σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 908, 910, 912 ΚΠολΔ, έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής, ή της έφεσης, να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ερήμην απόφασης, ζητώντας να ανασταλεί οριστικά ή εν μέρει η εκτέλεση, έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάζει την αναστολή, ή και χωρίς εγγύηση, εφ όσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής, ή της έφεσης. Την αναστολή την διατάσσει το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την ερήμην απόφαση με την  διαδικασία των άρθρων 686 επ.

Σημείωση 12

Η εξαφάνιση της ερήμην απόφασης επέρχεται με μόνη την άσκηση νομότυπης και εμπρόθεσμης έφεσης, ανεξαρτήτως αν οι λόγοι αυτής είναι και βάσιμοι κατ ουσία, δηλαδή δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της και μετά την εξαφάνισή της, χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου νέα συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1015/05, ΜονΠρΠειρ 505/2018).

 

 

Κατά το άρθρο 924 ΑΚ, ο κάτοχος (ιδιοκτήτης) ζώου ευθύνεται για την ζημία που προξενήθηκε από αυτό σε τρίτον. Αν η ζημία έγινε από κατοικίδιο ζώο, που χρησιμοποιείται για το επάγγελμα, την φύλαξη της κατοικίας, ή τη διατροφή του κατόχου του, αυτός δεν ευθύνεται, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς την φύλαξη και την εποπτεία του ζώου.

Α. Επομένως  

α) Ο κάτοχος οποιουδήποτε ζώου, για την ζημιά που το ζώο προκάλεσε σε τρίτο, ευθύνεται αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από οιαδήποτε υπαιτιότητά του.

β) Ο κάτοχος κατοικιδίου ζώου, για την ζημιά που το ζώο προκάλεσε σε τρίτο, ευθύνεται για κάθε πταίσμα περί την φύλαξη και εποπτεία του ζώου. Για να απαλλαγεί της ευθύνης ο κάτοχος πρέπει να αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου.

Σημείωση 1

Ως κατοικίδια ζώα νοούνται εκείνα που ζουν, αναπτύσσονται, τρέφονται, αναπαράγονται υπό τη στέγη του ανθρώπου και με τις φροντίδες αυτού και είναι προωρισμένα να χρησιμοποιούνται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της οικίας ή τη διατροφή του κατόχου τους.

Β. Το πότε υπάρχει πταίσμα περί την φύλαξη και εποπτεία του κατοικιδίου ζώου κρίνεται κατά περίπτωση με εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Τεκμαίρεται  ότι, α) ο κάτοχος του κατοικίδιου ζώου παραμέλησε υπαίτια την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία του ζώου και β) ανάμεσα στην υποχρέωση για εποπτεία και την πρόκληση ζημίας υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η ζημία δεν θα προκληθεί εάν ο κάτοχος δεν είχε παραμελήσει την εποπτεία του ζώου (ΑΠ 1445/2007, ΑΠ 472/2006,  ΕφΑθ 1367/2000).

Γ. Για να είναι, επομένως, ορισμένη η αγωγή του ενάγοντος για αποζημίωση που προξενήθηκε σε αυτόν από ζώο πρέπει αυτός να επικαλεστεί στην αγωγή του και να αποδείξει, α) το ποσό της ζημίας που του προξενήθηκε, β) ότι η ζημία του προξενήθηκε από ενέργεια του ζώου και γ) ότι ο κάτοχος του ζώου είναι ο εναγόμενος. Αν ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ζημία προξενήθηκε από κατοικίδιο ζώο, οφείλει να αποδείξει, α) την ιδιότητα του ζώου, καθώς και το γεγονός ότι αυτό χρησίμευε για το επάγγελμά του, την φύλαξη της κατοικίας του ή για την διατροφή του και β) ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα για την φύλαξη και εποπτεία του ζώου, γιατί κατέβαλε για αυτή την συνηθισμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, και μάλιστα στον τόπο που διαμένει, για τη φύλαξη του ζώου, εκθέτοντας προς τούτο και τα περιστατικά που δικαιολογούν μια τέτοια περίπτωση σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν για το ζήτημα τούτο και παραπάνω (ΕφΑθ 2107/1987).

Σημείωση 2

Ο κάτοχος του ζώου δεν είναι απαραίτητο να έχει υπό την φυσική του εξουσία το ζώο κατά τον χρόνο που αυτό προξένησε την ζημία στον τρίτο, γιατί ευθύνεται και όταν τούτο βρίσκεται στην εξουσία  προστηθέντος από αυτόν (άρθρο 922 ΑΚ), όπως υπαλλήλου του, εφ όσον χρησιμοποίησε το ζώο σε εκτέλεση των ανατιθεμένων σε αυτόν καθηκόντων.

Σημείωση 3

Ο κάτοχος του ζώου ευθύνεται επίσης και όταν το ζώο διαφύγει της κατοχής και επιβλέψεώς του, ή του προστηθέντος από αυτόν.

Ζημίες 

Σύμφωνα με το άρθρο 46 εδ. α και β ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπον αρμόδιο, αποφαίνεται για αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση. Η παραπεμπτική απόφαση, όταν τελεσιδικήσει, είναι υποχρεωτική, τόσο για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή.

Αν η υπόθεση εισαχθεί προς συζήτη­ση ενώπιον του δικαστηρίου παραπομπής πριν καταστεί τελεσίδικη η απόφαση του παραπέμψαντος, το δικαστήριο της παραπομπής έχει την δυνατότητα, ή να δικάσει την υπόθεση, ή εφόσον κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, να την αναπέμψει στο δικαστήριο που του την παρέπεμψε, ή και να την παραπέμψει περαιτέρω σε τρίτο δικαστήριο (ΠολΠρΠειρ 3989/2019, ΜονΕφΠειρ 671/2020).

Σημείωση 1

Η παραπεμπτική απόφαση είναι οριστική και υπόκειται σε έφεση (άρθρο 513 παρ.1α ΚΠολΔ), πλην όμως, τόσο η προθεσμία, όσο και η άσκηση της έφεσης αναστέλλουν μόνον την δεσμευτικότητα της διαπλαστικής ενέργειας της εν λόγω απόφασης και όχι την μετάθεση της εκκρεμοδικίας ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, που γίνεται αυτομάτως με την έκδοση της απόφασης αυτής. Συνεπώς, η δέσμευση του δικαστηρίου, στο οποίο γίνεται η παραπομπή, από την τελεσίδικη απόφαση παραπομπής, δεν αποκλείει, χωρίς να δημιουργεί δικονομικό απαράδεκτο, την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο παραπομπής, στο οποίο αυτοδικαίως έχει μετατεθεί η εκκρεμοδικία, πριν από την τελεσιδικία της απόφασης παραπομπής (ΕφΠειρ 59/2016).

Σημείωση 2

Η κλήση προς συζήτηση, που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής πριν από την τελεσιδικία της παραπεμπτικής απόφασης, δεν είναι απαράδεκτη, αλλά απλώς το δικαστήριο αυτό δε δεσμεύεται να δεχθεί την ύπαρξη της αρμοδιότητάς του, έχοντας τη δυνατότητα να δικάσει την υπόθεση, ή εφόσον κρίνει ότι είναι αναρμόδιο να την αναπέμψει παραπέρα σε τρίτο δικαστήριο.

Σημείωση 3

Η απόφαση παραπομπής μετά την τελεσιδικία της δεσμεύει, κατά την παρ. 2 της διάταξης του άρθρου 513 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, στο οποίο παρέπεμψε την υπόθεση, μόνον ως προς την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Κατά τα λοιπά η απόφαση ουδεμία άλλη δέσμευση δεν παράγει για το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο κρίνει αδέσμευτα επί της αγωγής, και δη ως προς το ορισμένο ή ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής και κατά την προσήκουσα διαδικασία (ΜονΕφΠειρ 671/2020).

Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ αναγνωριστική αγωγή δύναται, να εγείρει όποιος έχει έννομο συμφέρον για την δικαστική αναγνώριση της ύπαρξης, ή μη, κάποιας έννομης σχέσης.

Η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή.  Γίνεται, όμως,  παγίως δεκτό ότι, δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της, όταν η αξίωση έχει ήδη υποκύψει σε παραγραφή, ή αποκλειστική προθεσμία, ή γενικά έχει αποσβεσθεί (ΑΠ 72/2013).

Σημείωση 1

Αν έχει παραγραφεί η αξίωση, την οποία πρόκειται να προπαρασκευάσει η  αναγνωριστική αγωγή, λείπει δηλαδή το έννομο συμφέρον για την άσκηση της η αναγνωριστική αγωγή απορρίπτεται  για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, γιατί, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ, το έννομο συμφέρον αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας και, συνεπώς, προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο κατά την έναρξη της δίκης, αλλά και κατά την συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση (ΑΠ 772/2014, ΑΠ 1041/2017, ΑΠ 221/2019, ΜονΕφΠειρ 17/2020).

Κατά το άρθρο 23 ν. 5960/1933 η οπισθογράφηση τραπεζικής επιταγής μπορεί να περιέχει τη ρήτρα «αξία εις κάλυψη», «προς είσπραξη», «κατά πληρεξουσιότητα», «λόγω πληρεξουσιότητας για είσπραξη», ή κάθε άλλη σχετική μνεία, που ενέχει απλή εντολή.

Η οπισθογράφηση αυτή δεν επάγεται μετάσταση της κυριότητας του τίτλου και του δικαιώματος που πηγάζει απ' αυτόν, αλλά ο κομιστής λόγω πληρεξουσιότητας, ασκεί τα από την επιταγή δικαιώματα πάντοτε ως αντιπρόσωπος του εντολέα του και όχι στο δικό του όνομα.

Η λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση απαιτεί, στην τυπική μορφή της, να σημειώνεται μία από τις πιο πάνω φράσεις πάνω στον τίτλο, δεν αποκλείεται όμως και η καλυμμένη λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση, που γίνεται βάση ιδιαίτερης, χωρίς τη χρήση τύπου, συμφωνίας μεταξύ οπισθογράφου και κομιστή, οπότε ο οπισθογράφος μπορεί να την αποδείξει και να ασκήσει τα από την επιταγή δικαιώματά του τα οποία και δεν απώλεσε με την καλυμμένη λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση (ΑΠ 554/1972, ΑΠ 2011/2009).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, ως ισχύει με την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν

1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής, ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου,

2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο,

3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης,

4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις ή, στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 237 και της παρ. 1 του άρθρου 238, με τις συμπληρωματικές προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία. Αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος,

5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και

6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.

 

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το Εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης, θα εφαρμόσει τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης.

Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση, που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί, ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευτικού.

Στην περίπτωση όμως που το Εφετείο, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βασίμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση δικάσει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συμμορφούμενο προς την γενική διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, θα εφαρμόσει τον νέο νόμο, εάν αυτός ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της δίκης της απόφασης που κρίνει στην ουσία της, ασχέτως αν ο νέος νόμος έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 654/1984, ΑΠ 1421/2010).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 13 ν. 5960/1933 «περί επιταγής» η επιταγή μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία φέρουσα απλή υπογραφή του εκδότη, με την πρόθεση να δημιουργηθεί θεληματικά ατελής επιταγή, η οποία, όμως, μπορεί να συμπληρωθεί με βάση τη, συμφωνία που έγινε με τον λήπτη (λευκή επιταγή).

Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής, που μπορεί να είναι και σιωπηρή, τεκμαιρόμενη μάλιστα σε περίπτωση που αφέθηκε σε αυτήν συγκεκριμένο κενό προφανώς με σκοπό μεταγενέστερης συμπλήρωσής της, δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής.

Σημείωση 1

Αν η λευκή επιταγή συμπληρώθηκε εναντίον αυτών που συμφωνήθηκαν, η μη τήρηση των συμφωνιών αυτών δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του κομιστή, εκτός αν αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη, ή αν κατά την κτήση της διέπραξε βαρύ πταίσμα (ΑΠ 738/2006, ΑΠ 1202/2006, ΑΠ 544/2015).

Σημείωση 2

Κατά του κομιστή λευκής επιταγής μπορεί να αντιταχθεί από τον εκδότη αυτής η ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων, με την σαφή προϋπόθεση ότι αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη, ή εάν διέπραξε κατά την απόκτησή της βαρύ πταίσμα (ΑΠ 545/2015).

Σημείωση 3

Πλαστογράφηση της λευκής επιταγής υπάρχει όταν, ο λήπτης την συμπληρώσει με τρόπο διαφορετικό, ή αντίθετο από τον συμφωνημένο, χωρίς να έχει μεσολαβήσει σχετική εντολή, ή συναίνεση του εκδότη για την συμπλήρωση που αποκλίνει από τον αρχικά συμφωνημένο τρόπο. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει πλαστογραφία με την μορφή της νόθευσης εγγράφου, ενώ η προσκόμισή της στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή της αξίας της, ή η οπισθογράφησή της σε τράπεζα λόγω ενεχύρου για χρηματοδότηση του λήπτη στο πλαίσιο της μεταξύ τους πιστωτικής σχέσης ή η οπισθογράφησή της σε άλλον κομιστή για οποιαδήποτε αιτία αποτελεί χρήση πλαστού εγγράφου  (ΑΠ 738/2006, ΕφΑθ 968/2011, ΑΠ  902/2017).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος, ή εταίρος, χρησιμοποιεί την νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο, όπως να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο, για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο, να αποφευχθεί η εκπλήρωση εταιρικών, ή ατομικών, υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών, ή ατομικών του δυνατοτήτων.

Α. Κριτήρια ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του κυρίαρχου μετόχου, ή εταίρου, όταν, εξ αιτίας της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από την δική του επιχειρηματική δραστηριότητα, ή με την σύγχυση των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες, ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.

Β. Καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου, που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση, ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.

Γ. Σε όλες τις περιπτώσεις καταχρηστικής συμπεριφοράς, ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης είναι η άρση, ή η κάμψη, της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, ή η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν, ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία,  ή τον βασικό μέτοχο, ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξ αιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.

Δ. Σε κάθε περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για την συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια, ότι η εταιρεία, ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος, ή εταίρος της, παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρο 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση, είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο, είτε με αντίστροφη κατεύθυνση (ΑΠ 1355/2018, ΑΠ 330/2010, ΑΠ 149/2013).

Σημείωση 1 

Δεν ενεργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, για αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί, όμως, όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της, που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία, από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν (ΑΠ 330/2010).

Σημείωση 2

Δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων, ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας, ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία, η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της.

Σημείωση 3

Δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες, με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Σημείωση 4

Δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά, ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της, ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους .συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Α. Κατά την έννοια της διάταξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση, ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΜονΠρΠειρ 3907/ 2019).

Σημείωση 1

Ειδική περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος αποτελεί η αποδυνάμωση του δικαιώματος. Απαιτείται η συνδρομή αδράνειας του δικαιούχου, εξακολούθηση αυτής για μακρό χρόνο και άλλων ειδικών συνθηκών και περιστάσεων όπως γνώση του δικαιούχου της νέας κατάστασης, σύμπραξης στην κατάσταση αυτή και απραξία όχι από εύλογη αιτία. Η ανωτέρω κατάσταση εξετάζεται σε συνδυασμό με την υποκειμενική θέση του υποχρέου απέναντι σε αυτή, όπως η δημιουργία, ευλόγως, πεποίθησης για την ανυπαρξία δικαιώματος άλλου, ή την παραίτησή του από αυτό, και τις επαχθείς συνέπειες που συνεπάγεται η ανατροπή της κατάστασης γι’ αυτό. Στη περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν αρκεί, κατ' αρχήν, μόνο η για μακρό χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλά πρέπει να συντρέχουν και άλλα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει συμπεριφορά, η οποία να δημιουργεί εύλογη την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει πλέον ο δικαιούχος το δικαίωμά του (ΑΠ 156/2007).

Σημείωση 2

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Β. Η κατάχρηση δικαιώματος συνιστά παράβαση νόμου και αποτελεί παράνομη πράξη. Ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση δικαιώματος δύναται

Συνέπεια 1

Να εγείρει αναγνωριστική αγωγή, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η δικαιοπραξία, ή η επιδίωξη της ικανοποίησής της έναντι του οφειλέτη απαίτησης του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη, ως καταχρηστική,

Συνέπεια 2

Να εγείρει καταψηφιστική αγωγή, ζητώντας αποζημίωση, αν η κατάχρηση πληροί τους όρους της αδικοπραξίας και

Συνέπεια 3

Να προβάλει ένσταση, αντένσταση κλπ, εφ όσον τελεί σε δίκη με τον καταχρηστικώς ασκούντα το δικαίωμα (ΟλΑΠ 2/2019, ΜονΠρΠειρ 3907/ 2019).

 

 

Αοριστία αγωγής, συνέπειες

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. δ΄, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζουν τα άρθρα 117-118 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει,  

α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα σε βάρος του εναγομένου και

β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε η αγωγή να είναι επιδεκτική δικαστικής εκτίμησης και να καθίσταται εφικτή η απάντηση σ’ αυτή.

Σημείωση 1

Τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να είναι ικανά και αναγκαία για την θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά.

Σημείωση

Η σαφή έκθεση των γεγονότων και η ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς στο δικόγραφο είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, αφ ενός στο δικαστήριο να κρίνει την νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, αφ ετέρου για να μπορεί ο εναγόμενος να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης, με ανταπόδειξη, ή ένσταση.

Συνέπεια 1

Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις, ή την παραπομπή στα διαλαμβανόμενα σε άλλα προσκομιζόμενα έγγραφα, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνέπεια 2

Η έλλειψη των ως άνω στοιχείων καθιστά το δικόγραφο της αγωγής αόριστο, ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης και επιφέρει το απαράδεκτο αυτού, και η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη μετά από αίτημα του εναγομένου, αλλά και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί ανάγεται στην προδικασία, η τήρηση της οποίας είναι υποχρεωτική (ΑΠ 250/2011).

Συνέπεια 3

Σε περίπτωση αμφιβολίας περί της πληρότητας ή όχι του δικογράφου, λογίζεται έγκυρη η αγωγή, εφ όσον οι ελλείψεις του δικογράφου της δε δυσχεραίνουν την ανταπόδειξη (ΕφΠειρ 187/2005, ΜονΠρΠειρ 3907/ 2019).

Από την διάταξη του άρθρου 419 ΑΚ προκύπτει ότι για να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δόση αντί καταβολής απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής, συνάμα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίνεται αντί της οφειλόμενης (ΑΠ 66/2013).

Α. Κατά τις βασικές διατάξεις των άρθρων 287 και 316 επ. ΑΚ, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή ακριβώς το οφειλόμενο. Με την καταβολή η ενοχή του αποσβήνεται (άρθρο 416 ΑΚ). Εάν, όμως, ο οφειλέτης καταβάλει κάτι άλλο αντί του οφειλομένου (άρθρο 419 ΑΚ) και ο δανειστής δεχθεί την άλλη αυτή παροχή, η ενοχή αποσβήνεται αμέσως με την ικανοποίηση του δανειστή. Με την ως άνω αποδοχή του δανειστή συνάπτεται επαχθής εκποιητική σύμβαση που περιλαμβάνει τη συμφωνία περί του ότι η ενοχή θα αποσβεσθεί με την καταβολή άλλης, αντί της οφειλομένης, παροχής, η οποία σύμβαση και εκτελείται ταυτοχρόνως με την παράδοση του αντί καταβολής διδομένου.

Σημείωση 1

Αντικείμενο της δόσης αντί καταβολής μπορεί να είναι κάθε άλλη παροχή αντί της οφειλομένης, δηλαδή δύναται να συνίσταται στην οιαδήποτε προσπόριση αγαθού και επομένως, αντί των οφειλομένων χρημάτων μπορεί να δοθεί πράγμα, κινητό ή ακίνητο.

Β. Αν το διδόμενο αντί καταβολής αντικείμενο είναι πράγμα κινητό, πρέπει να παραδοθεί στον δανειστή η νομή αυτού, οπότε με την παράδοση και την αποδοχή συντελείται η αντί καταβολής δόση (άρθρο 1034 ΑΚ). Αν το πράγμα είναι ακίνητο, η αντί καταβολής δόση απαιτεί επιπλέον και μεταγραφή (άρθρ. 1033 ΑΚ).

Γ. Δεν έχει δε κατά κανόνα σημασία αν το αντικείμενο που δίνεται αντί καταβολής είναι ίσης, μεγαλύτερης ή μικρότερης αξίας από το αντικείμενο της παλαιάς ενοχής. Όμως, μπορεί να συμφωνηθεί, στα πλαίσια της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας και ειδικότερα της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), αν μεν το αντικείμενο που δίνεται αντί καταβολής είναι μεγαλύτερης αξίας, ο δανειστής να υποχρεούται να αποδώσει την διαφορά, εφ όσον δε είναι μικρότερης, η δόση αντί καταβολής να δίνεται προς μερική απόσβεση της παλαιάς ενοχής, ίσης με την αξία του άλλου αντικειμένου (ΑΠ 66/2013, ΜονΠρΠειρ 3870/2015).

Σημείωση 2

Για την επέλευση της απόσβεσης της ενοχής με δόση αντί καταβολής (άρθρο 419 ΑΚ), απαιτείται, αφ ενός μεν η σύναψη επαχθούς εκποιητικής σύμβασης μεταξύ δανειστή και οφειλέτη με αντικείμενο την συμφωνία περί της αποσβέσεως της ενοχής με την καταβολή των άλλων παροχών, αντί της οφειλόμενης, αφ ετέρου δε, προκειμένου περί ακινήτου, η μεταγραφή του συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας επί του ακινήτου (ΜονΠρΠειρ 3870/2015).

Το νομικό πλαίσιο της αφανούς εταιρείας ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 285 επ. του ν. 4072/2012 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις των άρθρων 741 επ. ΑΚ, που αναφέρονται στην αστική εταιρεία, εκτός από εκείνες που δεν συμβιβάζονται με την φύση της αφανούς εταιρείας, κυρίως, δηλαδή, οι διατάξεις που αναφέρονται στην εταιρεία ως εσωτερική ένωση προσώπων. 

Α. Έννοια αφανούς εταιρείας

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 285 του ν. 4072/2012, με την σύμβαση της αφανούς εταιρείας ο ένας από τους εταίρους (εμφανής εταίρος) παραχωρεί σε άλλον, ή άλλους εταίρους (αφανείς εταίρους) δικαίωμα συμμετοχής στα αποτελέσματα μιας ή περισσότερων εμπορικών πράξεων, ή εμπορικής επιχείρησης, που διενεργεί στο όνομα του, αλλά προς το κοινό συμφέρον των εταίρων. Η αφανής εταιρεία, μπορεί να έχει ως αντικείμενο εμπορική επιχείρηση και όχι οποιοδήποτε οικονομικό σκοπό.

Β. Σύσταση αφανούς εταιρείας

Η αφανής εταιρεία συστήνεται ατύπως, και δεν προβλέπονται διατυπώσεις δημοσιότητας, δεν έχει νομική προσωπικότητα και δεν καταχωρίζεται στο ΓΕ.Μ.Η. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 285 παρ. 2  ν. 4072/2012 έγγραφος τύπος είναι αποδεικτικός και όχι συστατικός.

Σημείωση 1

Οι όροι της εταιρικής συμφωνίας αποδεικνύονται μόνο με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών, και δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου της  (άρθρο 393 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Σημείωση 2

Αν η αφανής εταιρεία έχει συσταθεί άτυπα και δεν υπάρχει έγγραφο, οι όροι αυτής προκύπτουν από τις ρυθμίσεις των άρθρων 285 επ. του ν. 4072/2012. Τα μέρη μπορούν, μεν, να αποκλίνουν αυτών των ρυθμίσεων, καθώς αυτές αποτελούν διατάξεις ενδοτικού δικαίου, μόνο όμως με έγγραφη συμφωνία τους.

Σημείωση 3

Αν δεν έχει συνταχθεί έγγραφο, δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες διαφορετικοί όροι της εταιρικής σύμβασης από όσους προβλέπονται στον νόμο 4072/2012 και στις διατάξεις του ΑΚ.

Γ. Διαχείριση αφανούς εταιρείας

Σύμφωνα με το άρθρο 288 του νόμου την διαχείριση της αφανούς εταιρείας ασκεί ο εμφανής εταίρος, τα δε αποκτώμενα από την διαχείριση της εταιρείας ανήκουν στον εμφανή εταίρο.

Σημείωση 4

Δεδομένου ότι η δραστηριότητα ασκείται στο όνομα του εμφανούς εταίρου, με την φύση της αφανούς εταιρείας είναι ασυμβίβαστη η αναλογική έστω εφαρμογή των άρθρων 758 παρ. 1 και 759 ΑΚ. Έτσι, οτιδήποτε αποκτά ο εμφανής εταίρος, κατά την άσκηση της εταιρικής δραστηριότητάς του, δεν ανήκει και στους άλλους εταίρους. Ανήκει μόνο σε αυτόν, ώστε να μπορεί με τα αποκτώμενα να πραγματώνει τον εταιρικό σκοπό (άρθρο 288 παρ, 3 ν. 4072/2012). Στο όνομά του   γεννιούνται και οι υποχρεώσεις και αυτός φέρει την ευθύνη για την εκπλήρωσή τους με το σύνολο της περιουσίας του (άρθρο 287 ν. 4072/2012). Εφαρμογή δεν βρίσκει και η διάταξη του άρθρου 758 παρ. 2 ΑΚ, και ο εμφανής εταίρος δεν υποχρεούται να καταστήσει κοινό οτιδήποτε απέκτησε κατά την άσκηση της δραστηριότητάς του, αφού δεν αντιπροσωπεύει τους αφανείς εταίρους (ΕφΠειρ 235/2019).

Δ. Συμμετοχή στα κέρδη αφανούς εταίρου

Σύμφωνα με άρθρο 289 του νόμου ο αφανής εταίρος συμμετέχει στα κέρδη της εταιρείας κατά το ποσοστό ή το ποσό που έχει συμφωνηθεί στην εταιρική σύμβαση, άλλως εφαρμόζεται το άρθρο 763 ΑΚ. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά, ο αφανής εταίρος μετέχει στις ζημίες που προκύπτουν, κατά το ίδιο ποσοστό με τα κέρδη. Μπορεί να συμφωνηθεί ότι η συμμετοχή του στις ζημίες δεν θα υπερβαίνει την αξία της εισφοράς του.

Ε. Λογοδοσία εμφανούς εταίρου

Στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους, ή στο χρόνο που έχουν συμφωνήσει τα μέρη, καθώς και σε περίπτωση λύσης της εταιρείας, ο εμφανής εταίρος έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει και να καταβάλει τα αναλογούντα κέρδη στον αφανή εταίρο. Δεν αποκλείεται να συμφωνηθεί η καταβολή κερδών στον αφανή εταίρο και κατά την διάρκεια του ημερολογιακού έτους, ιδίως κατά την ολοκλήρωση κάποιας πράξης ή επιχειρηματικής δράσης. Ο αφανής εταίρος δεν υποχρεούται να επιστρέφει τα κέρδη που έλαβε σε προγενέστερες χρήσεις, λόγω ζημιών μεταγενέστερων χρήσεων  (ΕφΠειρ 235/2019).

ΣΤ. Λύση - Εκκαθάριση αφανούς εταιρείας

α) Σύμφωνα με άρθρο 291 παρ. 2 εδ α του νόμου η αφανής εταιρεία λύνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 765 επ ΑΚ. Έτσι, η λύση της αφανούς εταιρίας επέρχεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, μέσω τακτικής ή έκτακτης καταγγελίας εταίρου, η οποία επιφέρει τις έννομες συνέπειες αυτής, έστω κι αν δεν υφίσταται σπουδαίος λόγος (ΑΠ 227/2012).

β) Την λύση της αφανούς εταιρίας ακολουθεί αυτοδικαίως η εκκαθάρισή της (άρθρο 291 παρ. 1 εδ. β` ν. 4072/2012 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 777 επ AK), η οποία διενεργείται από τον εμφανή εταίρο (άρθρο 291 παρ. 2 εδ. α ν. 4072/ 2012, 778 AK και 786 ΚΠολΔ). Συνίσταται δε στην απόδοση στον αφανή εταίρο της αξίας της συμμετοχής του μειωμένης κατά τις ζημίες που του αναλογούν. Η κατά χρήση εισφορά του αφανούς εταίρου επιστρέφεται αυτούσια.

γ) Αντικείμενο της εισφοράς κατά χρήση, που επιστρέφεται αυτούσια, δεν μπορεί να είναι αναλωτά πράγματα, δηλαδή τα κινητά, των οποίων η κατά προορισμό χρήση σύμφωνα με τις αντιλήψεις των συναλλαγών συνίσταται στην κατανάλωση, ή την εκποίησή τους, όπως τα χρήματα (άρθρα 779, 951 και 952AK), οπότε δεν δύναται να γίνει λόγος περί αυτούσιας αποδόσεως χρημάτων, δοθέντος ότι η εκ μέρους του αφανούς εταίρου εισφορά χρημάτων δεν είναι κατά χρήση, αλλά κατά κυριότητα.

δ) Ως αποκτηθείσα από την εταιρική δραστηριότητα περιουσία νοείται και η υπεραξία της εταιρικής επιχειρήσεως ως συνόλου, που δημιουργείται επιπλέον της τρέχουσας συναλλακτικής αξίας των συγκροτούντων αυτή επί μέρους υλικών περιουσιακών στοιχείων, και οφείλεται στην καλή φήμη, την πελατεία και την καλή πορεία των εταιρικών υποθέσεων, σε συνδυασμό προς την επωνυμία ή το σήμα της επιχειρήσεως που έχουν επικρατήσει στην αγορά. Η υπεραξία θεωρείται ότι υφίσταται ανά πάσα στιγμή, η εξ` αυτής ωφέλεια όμως αποκτάται μόνο σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, λόγω πωλήσεως, συγχωνεύσεως, η και λόγω μεταβιβάσεως της εταιρικής μερίδας στους απομένοντες ή σε νέο εταίρο, εφόσον ο τελευταίος εξακολουθεί να ασκεί την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα χρησιμοποιώντας την ίδια επωνυμία ή άλλα διακριτικά στοιχεία της εταιρίας. Αντιθέτως δεν υφίσταται υπεραξία στην περίπτωση της λύσεως και παύσεως της δραστηριότητας της εταιρίας (ΑΠ 288/2011, ΑΠ 1192/2019).

Σύμφωνα με το άρθρο 285 ΑΚ δεν αποτελεί παράνομη πράξη η καταστροφή ξένου πράγματος, εφόσον είναι αναγκαία για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος που απειλεί δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημία αυτού που επιχειρεί την καταστροφή ή άλλου, κατά δε το άρθρο 286 ΑΚ, εκείνος που επιχείρησε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο την καταστροφή ευθύνεται σε αποζημίωση, αν είχε προκαλέσει υπαίτια τον κίνδυνο. Σε κάθε άλλη περίπτωση μπορεί κατά τις περιστάσεις να καταδικαστεί σε εύλογη αποζημίωση. Μετά την καταβολή έχει εναντίον εκείνου που ωφελήθηκε από την πράξη του αναγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλότρίων.

Α. Κατάσταση ανάγκης είναι η κατάσταση στην οποία τελεί εκείνος ο οποίος εξ ανάγκης κατέστρεψε, ή έβλαψε, ξένο πράγμα, για να αποτρέψει επικείμενο κίνδυνο, ο οποίος επαπειλούσε δυσανολόγως μεγαλύτερη ζημία στον καταστρέψοντα, ή σε άλλον.

Β. Η διάταξη του άρθρου 285 ΑΚ έχει την έννοια ότι, εκείνος που ενήργησε σε κατάσταση ανάγκης και κατέστρεψε, ή έβλαψε, ξένο πράγμα, δεν ενεργεί παράνομη πράξη, υπό την προϋπόθεση,

α) Ότι υφίσταται επικείμενος κίνδυνος, ο οποίος απειλεί ζημία, είτε στον ίδιο τον ενεργήσαντα, είτε σε άλλον. Ο κίνδυνος είναι δυνατόν να προέρχεται, είτε από φυσικό γεγονός, είτε από το ίδιο το καταστρεφέν πράγμα, είτε από ενέργεια τρίτου, ο οποίος δεν εχρησιμοποίησε το πράγμα,

β) Ότι ο κίνδυνος απειλεί ζημία για τον ενεργούντα, ή για τρίτον, δυσαναλόγως μεγαλύτερη της προξενουμένης από την καταστροφή του πράγματος στον ιδιοκτήτη του. Προκειμένου για κίνδυνο της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητος, τα αγαθά αυτά είναι δυσαναλόγως μεγαλυτέρας αξίας από την ζημία του πράγματος, γιατί η ζωή και η υγεία είναι πάντοτε αγαθά υπέρτερα από την περιουσία και

γ) ότι η καταστροφή ή η βλάβη του ξένου πράγματος πρέπει να καθίσταται αναγκαία προς αποτροπή του επικειμένου κινδύνου. Κατά πόσον η ενέργεια αυτή ήταν αναγκαία, ή η αποτροπή μπορούσε να επιτευχθεί και με άλλο ηπιώτερο μέτρο ή μέσον, κρίνεται όχι από την υποκειμενική αντίληψη του ενεργούντος, αλλά αντικειμενικώς.

Γ. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω όροι, η καταστροφή, ή η βλάβη, του ξένου πράγματος δεν αποτελεί παράνομη πράξη. Επειδή, όμως, δεν είναι δίκαιο, σε κάθε περίπτωση, να μείνει χωρίς αποζημίωση ο υποστάς την ζημία του πράγματος, επαφίεται στον δικαστή να επιδικάσει κατά τις περιστάσεις εύλογη αποζημίωση στον ζημιωθέντα, καθιερώνοντας επιτακτικώς υποχρέωση σε αποζημίωση μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο ενεργήσας προκάλεσε υπαιτίως τον κίνδυνο (ΑΠ 129/2014, ΑΚ 130/2014).

Σημείωση

Ο ισχυρισμός περί κατάστασης ανάγκης αποτελεί γνήσια, αυτοτελή και ανατρεπτική ένσταση και για το ορισμένο της ένστασης αρκεί η επίκληση της αναγκαιότητας της αποτροπής επικειμένου κινδύνου, που απειλεί ζημία δυσανάλογα μεγαλύτερη από την πραγματοποιούμενη με την επιχειρούμενη πράξη της καταστροφής ξένου πράγματος, η οποία, ως θεμελιωτικός της αγωγικής αξίωσης ισχυρισμός, δεν περιλαμβάνεται στο πραγματικό του άρθρου 285 ΑΚ και με την έννοια αυτή δεν αποτελεί στοιχείο για το ορισμένο της προβλεπόμενης από το εν λόγω άρθρο ένστασης (ΑΠ 168/2011).

Δ. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δικαστής κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί αποζημίωση, αυτή δεν στηρίζεται στο άδικο της ενέργειας, γιατί αυτή δεν είναι παράνομη, αλλά έχει ως αιτιολογία την ισότητα και την επιείκεια. Εάν όμως δεν υφίστανται οι όροι της καταστάσεως ανάγκης, η πράξη του ενεργήσαντος και η υποχρέωση προς αποζημίωση θα κριθεί κατά τις αρχές για την αδικοπραξία (ΑΠ 129/2014, ΑΚ 130/2014).

Αν από το δικόγραφο της αγωγής λείπουν τα απαιτούμενα στοιχεία, αυτό είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, η οποία δεν μπορεί να θεραπευτεί με τις προτάσεις, ούτε με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων.

α) Από την διάταξη του άρθρου 224 εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής», προκύπτει ότι παρέχεται ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει, ή να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς, και μάλιστα εκείνους που συνιστούν θεμελιώδη στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1611/2008, ΑΠ 1807/1990).

β) Όταν λείπουν από τη βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, τότε η αγωγή πάσχει από νομική αοριστία και είναι νόμω αβάσιμη (ΑΠ 1494/2008, ΑΠ 1611/2008).

Η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη των δανειστών, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, γιατί η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους, στην ποινική δίκη ρυθμίζεται από άρθρο 397 ΠΚ.

Σημείωση

Στις πολιτικές υποθέσεις ρυθμίζεται από τα άρθρα 939 επ. ΑΚ και συμπληρωματικά από τις ι διατάξεις περί αδικοπραξιών.

Η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 397 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο «1. Ο οφειλέτης ο οποίος εν γνώσει ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του εκποιώντας ή αποκρύπτοντας στοιχεία της περιουσίας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. 2. Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται και ο οφειλέτης ο οποίος εν γνώσει ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του που έχει σε βάρος του βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, αν ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής του: α) βλάπτει, καταστρέφει, καθιστά χωρίς αξία, αποκρύπτει ή απαλλοτριώνει χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο ή β) κατασκευάζει ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες. 3. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τιμωρούνται οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων αν η περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε στον δανειστή είναι ιδιαίτερα μεγάλη. 4. Οι ποινές των προηγούμενων παραγράφων επιβάλλονται και σε εκείνον που επιχειρεί τις πράξεις υπέρ του οφειλέτη».

α) Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να τελεστεί με τέσσερις τρόπους, α) με βλάβη, καταστροφή, ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών, ή ψευδών δικαιοπραξιών, από τον οφειλέτη.

β) Οι πιο πάνω τρόποι τέλεσης δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Μεταξύ δράστη και παθόντος πρέπει να υπάρχει σχέση δανειστή και οφειλέτη από κάποια νόμιμη αιτία, αρκεί να είναι βάσιμη, αληθινή και δικαστικά επιδιώξιμη, χωρίς να απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη, δικαστικά αναγνωρισμένη, ή να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη αγωγή περί αυτής.

γ) Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση της ύπαρξης της απαίτησης του δανειστή από συγκεκριμένη νομική αιτία και την θέληση του δράστη να ματαιώσει ολικά ή μερικά την ικανοποίησή του με έναν από τους άνω τρόπους (ΑΠ 339/2019, ΑΠ 148/2020).

Η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη των δανειστών, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, γιατί η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους, ρυθμίζεται από τα άρθρα 939 επ. ΑΚ στις αστικές διαφορές, όπου ενδέχεται να εφαρμοστούν συμπληρωματικά και οι διατάξεις περί αδικοπραξιών, και από το άρθρο 397 ΠΚ στις ποινικές διαφορές.

1) Ως απαλλοτρίωση, σύμφωνα με το άρθρο 939 ΑΚ, θεωρείται κάθε διάθεση, ή εκποίηση, με δικαιοπραξία, ή άλλη ενέργεια του οφειλέτη, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μη αρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του. Διάθεση αποτελεί όχι μόνον η μεταβίβαση, αλλά και η αλλοίωση, κατάργηση δικαιώματος του οφειλέτη. Η απαλλοτρίωση αφορά κάθε περιουσιακή αξίωση του δανειστή και επομένως και τις ενοχικές αξιώσεις, που έχουν ως αντικείμενο το πράγμα.

Σημείωση 1

Δεν αποτελεί απαλλοτρίωση η αποποίηση από τον οφειλέτη κληρονομίας ή κληροδοσίας.

Δεν θεωρείται απαλλοτρίωση η καταβολή ληξιπρόθεσμου χρέους.

Η δόση αντί καταβολής είναι απαλλοτρίωση

α) Σύμφωνα με τα άρθρα 939 και 941  ΚΠολΔ οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, αν ο υπέρ του οποίου έγινε τρίτος γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του. Τεκμαίρεται ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι, α) σύζυγος του οφειλέτη, β) συγγενής του σε ευθεία γραμμή, ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος, έως και τον τρίτο βαθμό, γ) από αγχιστεία έως το δεύτερο.

Σημείωση 2

Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.

Σημείωση 3

Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου (942 ΑΚ)

β) Το προς διάρρηξη δικαίωμα ασκείται με αγωγή, κυρία παρέμβαση, αλλά και κατ' ένσταση κατά του οφειλέτη, ή του τρίτου, ή και αμφοτέρων. Τα στοιχεία της περί διαρρήξεως αγωγής, ή της ένστασης του δανειστή, είναι, α) η απαλλοτρίωση, β) η πρόθεση βλάβης, η οποία ενυπάρχει, όταν ο οφειλέτης ενεργεί με σκοπό ματαίωσης της απαίτησης του δανειστή, γ) ο τρίτος προς τον οποίον η απαλλοτρίωση πρέπει να τελεί σε γνώση της πρόθεσης του οφειλέτη για ματαίωση της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή αυτός να μετέχει του δόλου του οφειλέτη, όταν λαμβάνει από αυτόν εξ επαχθούς αιτίας, δ) η αφερεγγυότητα του οφειλέτη, όταν η υπολειπόμενη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.

γ) Αίτημα της αγωγής διαρρήξεως είναι η απαγγελία της διαρρήξεως της προσβαλλομένης απαλλοτριώσεως υπέρ του ενάγοντος - δανειστή, χωρίς να απαιτείται η υποβολή αιτήματος αναμεταβιβάσεως του απαλλοτριωθέντος πράγματος από τον τρίτο στον οφειλέτη, ούτε σώρευση στη σχετική αγωγή αιτήματος για καταδίκη του τρίτου, κατά το άρθρο 949 ΑΚ, σε δήλωση βουλήσεως προς αναμεταβίβαση του απαλλοτριωθέντος στον οφειλέτη. Μετά την τελεσιδικία της απόφασης που απαγγέλει τη διάρρηξη και όταν το αντικείμενο της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας είναι ακίνητο, τότε μετά και την σημείωση της απόφασης στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ο δανειστής μπορεί να κατάσχει στην περιουσία του οφειλέτη το αντικείμενο που αυτός είχε απαλλοτριώσει σαν αυτό να μην είχε εκφύγει ποτέ της περιουσίας του. Η εκτέλεση στρέφεται κατά του οφειλέτη, ο δε τρίτος είναι ξένος προς την εκτελεστική διαδικασία (ΑΠ 554/2005).

Σημείωση 4

Η διάρρηξη ενεργεί μόνο υπέρ των δανειστών που προσέβαλαν την απαλλοτρίωση (943 ΑΚ)

Σημείωση 5

δ) Η απαγγελία της διάρρηξης δεν θίγει την καταδολιευτική απαλλοτρίωση ανάμεσα στον οφειλέτη και στον τρίτο, αλλά μόνο ανάμεσα στον τρίτο και στον ενάγοντα δανειστή και μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του τελευταίου, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από αυτό (ΑΠ 1127/2005).

ε) Εν όψει του γεγονότος ότι είναι δυνατόν ο τρίτος που απέκτησε καταδολιευτικώς το ακίνητο, να το μεταβιβάσει περαιτέρω πριν από την έκδοση της περί διαρρήξεως αποφάσεως, την τελεσιδικία της και την, κατά το άρθρο 992 παρ. 1 ΚΠολΔ, σημείωση της περί διαρρήξεως απόφασης στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξεως, ο δανειστής έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων, υπό την συνδρομή των γενικών προϋποθέσεων, είτε του επικείμενου κινδύνου, είτε της επείγουσας περίπτωσης, για τη διασφάλιση του αντικειμένου της δίκης και ενόσω αυτή διαρκεί, με κυριότερο ασφαλιστικό μέτρο αυτό της εγγραφής επί του ακινήτου προσημείωσης υποθήκης.

Σημείωση 6

Η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση.

2) Η καταδολίευση δανειστών δεν αποτελεί αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Είναι δυνατή, όμως, η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία περισσότερα, ή βαρύτερα, από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ.

α) Τούτο συμβαίνει, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν συντρέξουν οι όροι του άρθρου 386 ΠΚ, ή όταν υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου. Η  συμπαιγνία αποτελεί περιστατικό το οποίο βρίσκεται πέρα από το «δόλο του οφειλέτη» και την «γνώση του τρίτου», που αποτελούν κατά τα άρθρα 939 και 941 ΑΚ προϋποθέσεις της διαρρήξεως, εμφανίζει δε την συμπεριφορά αυτών ιδιαίτερα αξιόμεμπτη, αφού ο τρίτος όχι μόνον γνωρίζει και αποδέχεται ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, αλλά αμφότεροι, με βάση σχέδιο το οποίο έχουν καταστρώσει, επιδιώκουν τούτο, συνεργαζόμενοι και ενεργώντας με διάφορα τεχνάσματα.

β) Για την δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια, ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (ΟλΑΠ 12/2008, ΑΠ  184/2020).

Σημείωση 7

Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία ο τρίτος, αν ήταν καλόπιστος, ευθύνεται μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

3) Ακόμη η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 397 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο «1. Ο οφειλέτης ο οποίος εν γνώσει ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του εκποιώντας ή αποκρύπτοντας στοιχεία της περιουσίας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. 2. Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται και ο οφειλέτης ο οποίος εν γνώσει ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του που έχει σε βάρος του βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, αν ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής του: α) βλάπτει, καταστρέφει, καθιστά χωρίς αξία, αποκρύπτει ή απαλλοτριώνει χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο ή β) κατασκευάζει ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες. 3. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τιμωρούνται οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων αν η περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε στον δανειστή είναι ιδιαίτερα μεγάλη. 4. Οι ποινές των προηγούμενων παραγράφων επιβάλλονται και σε εκείνον που επιχειρεί τις πράξεις υπέρ του οφειλέτη».

α) Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να τελεστεί με τέσσερις τρόπους, α) με βλάβη, καταστροφή, ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών, ή ψευδών δικαιοπραξιών, από τον οφειλέτη.

β) Οι πιο πάνω τρόποι τέλεσης δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Μεταξύ δράστη και παθόντος πρέπει να υπάρχει σχέση δανειστή και οφειλέτη από κάποια νόμιμη αιτία, αρκεί να είναι βάσιμη, αληθινή και δικαστικά επιδιώξιμη, χωρίς να απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη, δικαστικά αναγνωρισμένη, ή να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη αγωγή περί αυτής.

γ) Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση της ύπαρξης της απαίτησης του δανειστή από συγκεκριμένη νομική αιτία και την θέληση του δράστη να ματαιώσει ολικά ή μερικά την ικανοποίησή του με έναν από τους άνω τρόπους (ΑΠ 339/2019, ΑΠ 148/2020).

 

 

Η διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ καθιερώνει ως γνήσια υποχρέωση την τήρηση του καθήκοντος αληθείας από τους διαδίκους, τους νομίμους αντιπροσώπους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των. Αυτοί οφείλουν, να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς, όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις.

Α. Η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας και γενικότερα η παράβαση της αρχής της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης συνεπάγεται δικονομικές κυρώσεις (επιβολή χρηματικής ποινής, καταδίκη στα έξοδα κλπ), και πειθαρχική ευθύνη του πληρεξούσιου δικηγόρου, ενδεχόμενα δε και ποινική ευθύνη του παραβάτη.

Β. Η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας προϋποθέτει ενσυνείδητο ψεύδος και έτσι απαγορεύεται στα ανωτέρω πρόσωπα, αφ ενός να προβάλλουν αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, την ανακρίβεια των οποίων γνωρίζουν, και αφ ετέρου να αμφισβητούν πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου, καίτοι γνωρίζουν ότι είναι αληθείς.

Γ. Αν ο εν γνώσει, ψευδόμενος ενώπιον του δικαστηρίου διάδικος, είναι αυτός που προβάλλει επιθετικά τον αναληθή ισχυρισμό με αβάσιμη αγωγή ή ένσταση, τότε στοιχειοθετείται απάτη επί δικαστηρίου (άρθρο 368 ΠΚ), όταν η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας συνοδεύεται από ψευδή αποδεικτικά μέσα (ΕφΠειρ 233/1992, ΕφΑθ 4340/1988, ΕφΑθ 3098/1986, ΕφΑθ 5454/1986, ΕφΛαρ 97/2010).

Δ. Παρ ότι η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας επισύρει κατά του παραβάτη ποινές τάξης κατ’ άρθρο 205 ΚΠολΔ, δεν παρέχει πάντοτε στον αντίδικο του παραβάτη, που ενδεχομένως βλάπτεται από αυτή στα περιουσιακά του δικαιώματα ή την προσωπικότητά του, την δυνατότητα να αξιώσει αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη. Έτσι, εκείνος που άσκησε εν γνώσει του ουσιαστικά αβάσιμη αγωγή, η οποία παρ’ όλα αυτά έγινε δεκτή τελεσίδικα, δεν είναι επιτρεπτό, ακόμα και όταν η συμπεριφορά του εμπίπτει στις προβλέψεις του άρθρου 919 ΑΚ, να εξαναγκαστεί δικαστικά σε αποζημίωση, ή σε χρηματική ικανοποίηση, για ό,τι ο αντίδικός του έχασε, ή έπαθε εξ αιτίας της τελεσίδικης παραδοχής της αβάσιμης αγωγής (ΕφΠειρ 51/2019).

Ε. Αντίθετα, όταν η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας πληροί τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της απάτης, συνεπάγεται και υποχρέωση προς αποζημίωση του αντιδίκου (άρθρα 914, 919 ΑΚ) αν δε αντιμάχεται το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση που εκδόθηκε, όπως λ.χ. συμβαίνει όταν η αγωγή που ασκήθηκε κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας απορρίφθηκε τελεσίδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΕφΠειρ 233/1992, ΕφΑθ 4769/1984, ΕφΑθ 4769/1984).

ΣΤ. Στην περίπτωση που δεν παρήχθη δεδικασμένο, όποιος βλάφτηκε από την παράβαση του καθήκοντος αληθείας του αντιδίκου του, μπορεί να αξιώσει από τον παραβάτη αποζημίωση για περιουσιακή ζημία που έπαθε (επί πλέον εκείνης που καλύφθηκε από τη δικαστική δαπάνη), εφ όσον η ζημιά του τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράβαση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του και γενικά για ηθική βλάβη, αφού μία τέτοια αγωγή (για αποζημίωση ή ηθική βλάβη) δεν αντιμάχεται το ουσιαστικό δεδικασμένο, αλλά συμπορεύεται με αυτό. Απαιτείται όμως η παράβαση του καθήκοντος αληθείας να έγινε δολίως κατά τρόπο που αντιβαίνει τα χρηστά ήθη κλπ, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 919 ΑΚ (ΕφΑθ 4340/1988, ΕφΑθ 4769/1984).

Οι κατά ο άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Α. Οι γνωμοδοτήσεις αυτές, εφ όσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπ όψιν προς σχηματισμό της κρίσης του (ΑΠ 107/2010, ΑΠ 769/2008).

Β. Τέτοιες γνωμοδοτήσεις είναι και οι γνωμοδοτήσεις και τα σχεδιαγράμματα των ιδιωτών μηχανικών, οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, τα τοπ/κά διαγράμματα που συντάσσονται μετά από αίτηση του διαδίκου, κλπ (ΑΠ 297/2007, ΑΠ  765/2017, ΑΠ 483/2013, ΑΠ 901/2020).

Σημείωση

Οι γνωμοδοτήσεις αυτές αποτελούν έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και για αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπ όψιν των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές. Μόνο αν από την γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο η αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπ όψιν κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται αναιρετικός λόγος (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 151/2017, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 1106/2019)

Από τις διατάξεις των άρθρων 391 και 392 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι νόμιμα διορισθέντες τεχνικοί σύμβουλοι των διαδίκων, βοηθούν με τις τεχνικές τους γνώσεις τον διάδικο που τους διόρισε, μπορούν δε να παρίστανται σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις, όπου παρίστανται οι πραγματογνώμονες και έχουν τις εξουσίες των άρθρων 380 παρ. 1 και 382 παρ. 2, δηλαδή να λάβουν γνώση των χρήσιμων για την γνωμοδότησή τους στοιχείων της δικογραφίας και να παρίστανται στις συνεδριάσεις, να υποβάλλουν ερωτήσεις και να ζητούν την ανάγνωση εγγράφων (ΑΠ 1025/2014).

Α. Στις πράξεις όμως που ενεργεί ο πραγματογνώμονας για να επιτελέσει το έργο του (λ.χ. επίσκεψη στο επίδικο, μετρήσεις, ιατρικές εξετάσεις, έλεγχος βιβλίων, γραφολογική παραβολή υπογραφών), δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται οι διάδικοι, ή οι τεχνικοί τους σύμβουλοι (και συνεπώς δεν πρέπει να καλούνται), γιατί δεν πρόκειται για διενέργεια διαδικαστικών πράξεων, κατά την έννοια των άρθρων 382 παρ. 1 και 392 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1025/2014).

Β. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις (391 και 392 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι τεχνικοί σύμβουλοι μπορούν, αφού οι πραγματογνώμονες υποβάλουν τη γνωμοδότησή τους και πριν συζητηθεί η υπόθεση, να αναπτύξουν τις γνώμες τους για την γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου, ή να τις υποβάλουν εγγράφως, καθώς και να υποβάλλουν ερωτήσεις και στους πραγματογνώμονες.

Σημείωση 1

Η τεχνική έκθεση εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή.

Σημείωση 2

Η σχετική, ως προς την εκτίμηση της τεχνικής έκθεσης, κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικά με την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί είναι διάταξη δικονομικού δικαίου, ούτε και με τη διάταξη του άρθρου 12 του ίδιου άρθρου, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 682/2011), αλλά είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 879/2009, ΑΠ 1225/2009, ΑΠ 2017/2009, ΑΠ 179/2013).

Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση διατάζει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, είτε με αίτηση των διαδίκων, ή και αυτεπαγγέλτως. Η επανάληψη διατάσσεται όταν η αρχική πραγματογνωμοσύνη έχει ατέλειες ή ασάφειες που δεν μπορούν να θεραπευθούν με την παροχή διευκρινήσεων κατά το άρθρο 384 ΚΠολΔ. Η νέα πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται ως προς τα ίδια θέματα για τα οποία έχει διαταχθεί η αρχική, όταν το δικαστήριο δεν έχει τις αναγκαίες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις για να ελέγχει το περιεχόμενο της αρχικής γνωμοδοτήσεως η ορθότητα της οποίας αμφισβητείται κατά τρόπο που κλονίζει το δικαστήριο. Τέλος, συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης διατάσσεται όταν, μετά την αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει η ανάγκη της επεκτάσεως αυτής και σε άλλα συναφή θέματα, στην εν λόγω δε περίπτωση μπορεί να διεξαχθεί αυτή (συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη) είτε από τους αρχικούς πραγματογνώμονες, είτε από καινούργιους.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 387 ΚΠολΔ,  η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατά το άρθρο 386 ΚΠολΔ και δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή.

Β. Συνεπώς η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, που να είναι και αντίθετη με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνη, η δε σχετική, ως προς την εκτίμησή της, κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί είναι διάταξη δικονομικού δικαίου, ούτε και με τη διάταξη του άρθρου 12 του ίδιου άρθρου, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 682/2011), αλλά είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 879/2009, ΑΠ 1225/2009, ΑΠ 2017/2009, ΑΠ 179/2013).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Από την διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα είναι α) η ομολογία, β) η αυτοψία, γ) η πραγματογνωμοσύνη, δ) τα έγγραφα, ε) η εξέταση των διαδίκων, στ) οι μάρτυρες, ζ) τα δικαστικά τεκμήρια και η) οι ένορκες βεβαιώσεις.

Σημείωση

Τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, αποτελούν ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα και πρέπει να μνημονεύονται στην απόφαση. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 735/2017).

Κατ άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος, είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή προκειμένου για φυσικό πρόσωπο παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ). Κατ' άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατ' ανυπάρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο αποβιώσας, δεν έχει υπόσταση και χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη.

Α. Αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια προτού περατωθεί η δίκη αμετακλήτως, αν ο θάνατος επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνεπεία όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επανάληψης διαδικαστικές πράξεις να λογίζονται άκυρες.

Β. Αν ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, ή μετά την έκδοση οριστικής απόφασης, τότε, εφ' όσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ασκούμενα κατά της απόφασης ένδικα μέσα πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των κληρονόμων, εκ του νόμου, ή, εκ διαθήκης, του αποβιώσαντος (άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ). Αν απευθυνθούν κατά του αποβιώσαντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο διάδικος είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου, προτού ασκηθεί το ένδικο μέσο.

Γ. Το ένδικο μέσο, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατό του ο ασκών το ένδικο μέσο, δεν είναι άκυρο και νόμιμα χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο, ή εμφανίζονται, κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα των κληρονόμων στη θέση του θανόντος.

Κατά το άρθρο 924 ΑΚ, ο κάτοχος (ιδιοκτήτης) ζώου ευθύνεται για την ζημία που προξενήθηκε απο αυτό σε τρίτον. Αν η ζημία έγινε από κατοικίδιο ζώο, που χρησιμοποιείται για το επάγγελμα, την φύλαξη της κατοικίας, ή τη διατροφή του κατόχου του, αυτός δεν ευθύνεται, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς την φύλαξη και την εποπτεία του ζώου.

Α. Επομένως  

α) Ο κάτοχος οποιουδήποτε ζώου, για την ζημιά που το ζώο προκάλεσε σε τρίτο, ευθύνεται αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από οιαδήποτε υπαιτιότητά του.

β) Ο κάτοχος κατοικιδίου ζώου, για την ζημιά που το ζώο προκάλεσε σε τρίτο, ευθύνεται για κάθε πταίσμα περί την φύλαξη και εποπτεία του ζώου. Για να απαλλαγεί της ευθύνης ο κάτοχος πρέπει να αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου.

Σημείωση 1

Ως κατοικίδια ζώα νοούνται εκείνα που ζουν, αναπτύσσονται, τρέφονται, αναπαράγονται υπό τη στέγη του ανθρώπου και με τις φροντίδες αυτού και είναι προωρισμένα να χρησιμοποιούνται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της οικίας ή τη διατροφή του κατόχου τους.

Β. Το πότε υπάρχει πταίσμα περί την φύλαξη και εποπτεία του κατοικιδίου ζώου κρίνεται κατά περίπτωση με εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Τεκμαίρεται  ότι, α) ο κάτοχος του κατοικίδιου ζώου παραμέλησε υπαίτια την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία του ζώου και β) ανάμεσα στην υποχρέωση για εποπτεία και την πρόκληση ζημίας υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η ζημία δεν θα προκληθεί εάν ο κάτοχος δεν είχε παραμελήσει την εποπτεία του ζώου (ΑΠ 1445/2007, ΑΠ 472/2006,  ΕφΑθ 1367/2000).

Γ. Για να είναι, επομένως, ορισμένη η αγωγή του ενάγοντος για αποζημίωση που προξενήθηκε σε αυτόν από ζώο πρέπει αυτός να επικαλεστεί στην αγωγή του και να αποδείξει, α) το ποσό της ζημίας που του προξενήθηκε, β) ότι η ζημία του προξενήθηκε από ενέργεια του ζώου και γ) ότι ο κάτοχος του ζώου είναι ο εναγόμενος. Αν ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ζημία προξενήθηκε από κατοικίδιο ζώο, οφείλει να αποδείξει, α) την ιδιότητα του ζώου, καθώς και το γεγονός ότι αυτό χρησίμευε για το επάγγελμά του, την φύλαξη της κατοικίας του ή για την διατροφή του και β) ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα για την φύλαξη και εποπτεία του ζώου, γιατί κατέβαλε για αυτή την συνηθισμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, και μάλιστα στον τόπο που διαμένει, για τη φύλαξη του ζώου, εκθέτοντας προς τούτο και τα περιστατικά που δικαιολογούν μια τέτοια περίπτωση σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν για το ζήτημα τούτο και παραπάνω (ΕφΑθ 2107/1987).

Σημείωση 2

Ο κάτοχος του ζώου δεν είναι απαραίτητο να έχει υπό την φυσική του εξουσία το ζώο κατά τον χρόνο που αυτό προξένησε την ζημία στον τρίτο, γιατί ευθύνεται και όταν τούτο βρίσκεται στην εξουσία  προστηθέντος από αυτόν (άρθρο 922 ΑΚ), όπως υπαλλήλου του, εφ όσον χρησιμοποίησε το ζώο σε εκτέλεση των ανατιθεμένων σε αυτόν καθηκόντων.

Σημείωση 3

Ο κάτοχος του ζώου ευθύνεται επίσης και όταν το ζώο διαφύγει της κατοχής και επιβλέψεώς του, ή του προστηθέντος από αυτόν.

Α. Η απόφαση του πρωτοβαθμίου πολιτικού δικαστηρίου με την οποία  δέχεται την αναρμοδιότητά του και παραπέμπει την αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο υπόκειται σε έφεση σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ.

Β. Τόσο η προθεσμία, όσο και η άσκηση της έφεσης αναστέλλουν μόνον τη δεσμευτικότητα της διαπλαστικής ενέργειας της εν λόγω απόφασης και όχι τη μετάθεση της εκκρεμοδικίας ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, που γίνεται αυτομάτως με την έκδοση της απόφασης αυτής.

Σημείωση 1

Η δέσμευση του δικαστηρίου, στο οποίο γίνεται η παραπομπή, από την τελεσίδικη απόφαση παραπομπής, δεν αποκλείει, χωρίς να δημιουργεί δικονομικό απαράδεκτο, την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο παραπομπής, στο οποίο αυτοδικαίως έχει μετατεθεί η εκκρεμοδικία, πριν από την τελεσιδικία της απόφασης παραπομπής (ΜονΕφΠειρ 671/2020).

Γ. Η κλήση προς συζήτηση, που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής πριν από την τελεσιδικία της παραπεμπτικής απόφασης, δεν είναι απαράδεκτη, αλλά απλώς το δικαστήριο αυτό δε δεσμεύεται να δεχθεί την ύπαρξη της αρμοδιότητάς του, έχοντας τη δυνατότητα να δικάσει την υπόθεση, ή εφόσον κρίνει ότι είναι αναρμόδιο να την αναπέμψει παραπέρα σε τρίτο δικαστήριο.

Δ. Η απόφαση παραπομπής μετά την τελεσιδικία της δεσμεύει κατά την παρ. 2 της εν λόγω διάταξης το δικαστήριο, στο οποίο παρέπεμψε την υπόθεση, μόνον ως προς την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Κατά τα λοιπά η απόφαση αυτή ουδεμία άλλη δέσμευση δεν παράγει για το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο κρίνει αδέσμευτα επί της αγωγής, και δη ως προς το ορισμένο ή ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής και κατά την προσήκουσα διαδικασία (ΜονΕφΠειρ 671/2020).

Σημείωση 2

Αν λόγω της άσκησης της έφεσης η εκκαλουμένη εξαφανιστεί κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει ότι το πρωτοβάθμιο κακώς κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση σε άλλο αρμόδιο δικαστήριο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την ευχέρεια, ή να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, ή, κατ εφαρμογή της διάταξης της παρ.1 του άρθρου 535 ΚΠολΔ, να την κρατήσει αυτό προς κατ ουσίαν έρευνα και αν ακόμη ζητείται από τον εκκαλούντα η εκδίκασή της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΕφΠειρ 25/2011).

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 533 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής, ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση.

Β. Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες, που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης.

Κατ άρθρο 308 παρ. 2 ΚΠολΔ σε περίπτωση σώρευσης περισσοτέρων βάσεων ή αιτημάτων, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αγωγές) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα.

Γ. Σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ, 1β ΚΠολΔ έφεση συγχωρείται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη, ή μόνον την δίκη για την αγωγή, ή την ανταγωγή.

Δ. Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.

Ο κανόνας αυτός κάμπτεται, όταν υπάρχει απλή ομοδικία και η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου είναι οριστική ως προς έναν ή μερικούς ομοδίκους και μη οριστική ως προς άλλους, εφ όσον, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75§§ 1-2, 76 και 517 εδ. β ΚΠολΔ στην περίπτωση αυτή η έναντι κάθε ομοδίκου οριστική διάγνωση έχει αυτοτέλεια και η προς αυτόν κρίση περατώνει έναντι αυτού τη δίκη και επομένως από τότε η απόφαση είναι ως προς αυτόν εκκλητή πριν ακόμη εκδοθεί απόφαση έναντι των λοιπών ομοδίκων (ΑΠ 747/2014, ΜονΕφΠειρ 518/2018).

Ε. Κατά το άρθρο 513 παρ. 2 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης κατά της οριστικής απόφασης θεωρούνται συνεκκληθείσες όλες οι προεκδοθείσες μη οριστικές αποφάσεις και αν δεν απευθύνεται κατ' αυτών η έφεση.

ΣΤ. Αν όμως η προεκδοθείσα μη οριστική απόφαση περιέχει και οριστικές διατάξεις, όπως η αφορώσα την απόρριψη αιτήματος σωρευόμενου παραλλήλως ή επικουρικώς, ή περιέχει ανάκληση προγενέστερης απόφασης, που είχε απορρίψει με οριστική διάταξη της τέτοιο αίτημα, θεωρείται ως προς αυτήν συνεκκληθείσα, μόνο αν η έφεση ρητώς απευθύνεται και κατ' αυτής (ΑΠ 358/2011).

Α. Ο ενάγων της κύριας αγωγής, ασκώντας έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν δικαιούται να την απευθύνει και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγομένου, εφ όσον δεν παρενέβη, γιατί δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη.

Σημείωση

Η έφεση που ασκεί ο αντίδικος του προσεπικαλούντος στρέφεται απαραδέκτως κατά του προσεπικληθέντος δικονομικού εγγυητή.

Β. Για να μεταβιβαστεί η υπόθεση στο Εφετείο και κατά το μέρος που αφορά την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να ασκήσει έφεση (επικουρική) και ο προσεπικαλέσας - παρεμπιπτόντως ενάγων της αγωγής αυτής ζητώντας την επανεξέταση της σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεση του κυρίως ενάγοντος (ΑΠ 485/2010, ΕφΠειρ 9/2021).

Α. Από την διάταξη του άρθρου  922 ΑΚ (πρόστηση) προκύπτει ότι, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε ιδιωτική κλινική, ή άλλο ιατρικό κέντρο, η ιδιωτική κλινική (ή το άλλο ιατρικό κέντρο) φέρει ευθύνη προς αποζημίωση του ασθενούς σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας, από μόνο το γεγονός της, εκ μέρους του, παροχής γενικών οδηγιών στον ιατρό ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, γιατί, σύμφωνα με άρθρο 24 α.ν 1565/1939, ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, δηλαδή με τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα.

Σημείωση

Αρκεί, έστω, και μια χαλαρή εξάρτηση του ιατρού από την κλινική και δεν απαιτείται η παροχή ειδικών οδηγιών προς αυτόν κάθε φορά για την άσκηση του έργου του, αφού ο ιατρός είναι υποχρεωμένος κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων να ενεργεί όχι σύμφωνα με ενδεχόμενες οδηγίες του κλινικάρχη, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης (ΑΠ 1988/2013, ΑΠ 1429/2012).

Β. Επομένως, αν από αμελή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού επήλθε σωματική βλάβη του νοσηλευομένου σε ιδιωτική κλινική, αυτή, ως προστήσασα τον ιατρό, ευθύνεται για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη ο νοσηλευόμενος. Στην αποζημίωση περιλαμβάνεται, τόσο η αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη η υπάρχουσα πριν από την παράνομη πράξη, ή παράλειψη, περιουσία του ασθενούς, όσο και η αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη αυτός με την στέρηση, συνεπεία της παράνομης πράξης, ή παράλειψης, παροχών τις οποίες, θα αποκόμιζε πιθανότατα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ή, τις ειδικές περιστάσεις, εάν δεν είχε χωρήσει η παράνομη πράξη, η παράλειψη (ΑΠ 687/2013, 181/2011, ΑΠ 1226/2007, ΑΠ 418/2018).

Α. Από την διάταξη του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων  298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση θεμελιώνεται, εάν ο ιατρός ενήργησε από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, της ενέργειάς του μη σύμφωνης με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 181/2011).

α) Αν, στο πλαίσιο ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης, ή και οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια (ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 237/2016).

β) Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες και ειδικότερα, αν ενήργησε όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στην διάθεση του τα ίδια μέσα, που θα είχε ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1343/2017).

Β. Ως προς ορισμένα ζητήματα, η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται και από τον ν. 2251/1994 για την «προστασία των καταναλωτών», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007, γιατί οι ιατρικές υπηρεσίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 5, που ορίζει ότι «ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή».

α) Κατ εφαρμογή, ο ιατρός προς αποφυγή αμιγώς ιατρογενών σφαλμάτων κατά την άσκηση οποιασδήποτε φύσης ιατρικής πράξης, οφείλει να ενημερώνει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι' αυτό, προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης. Η ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό, σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών της ιατρικής πράξεως που πρόκειται να επιχειρήσει, συνιστά δικαίωμα του ασθενή και αντίστοιχη υποχρέωση του ιατρού.

β) Παραβίαση δε του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, η οποία προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του ασθενούς από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών. Ο ασθενής όμως, βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 655/2019, (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 693/2020).

Γ. Βάρος απόδειξης

Ως προς το βάρος της απόδειξης, ο ζημιωθείς οφείλει να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, την ζημία που υπέστη και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο ιατρός πρέπει να αποδείξει, είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 657/2014, ΑΠ 1067/2015, ΑΠ 1598/17, ΑΠ 1187/2017, ΑΠ 693/2020).

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (ΑΠ 655/2019). 

Δ. Δικαιούχος της αποζημίωσης

Δικαιούχος της αποζημίωσης είναι ο άμεσα υποστάς την ζημία παθών ασθενής και όχι οι γονείς, ή άλλοι άμεσοι συγγενείς (αδελφοί κλπ), γιατί αυτοί είναι τρίτα πρόσωπα, και επομένως ως εμμέσως ζημιούμενοι η ζημία τους δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας των άρθρων 914 και 932 ΑΚ (ΑΠ 1359/2018, ΑΠ 239/2015, ΑΠ 553/2014, ΑΠ 659/2009, ΑΠ 693/2020).

Ε. Περιεχόμενο της αποζημίωσης

α) Στην αποζημίωση περιλαμβάνεται, τόσο η αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη η υπάρχουσα πριν από την παράνομη πράξη, ή παράλειψη, περιουσία του ασθενούς, όσο και η αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη αυτός με την στέρηση, συνεπεία της παράνομης πράξης, ή παράλειψης, παροχών τις οποίες, θα αποκόμιζε πιθανότατα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ή, τις ειδικές περιστάσεις, εάν δεν είχε χωρήσει η παράνομη πράξη, η παράλειψη (ΣτΕ 2171/2000).

β) Στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους, δεν απαιτείται πλήρης απόδειξη, αλλά αρκεί η κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανολόγηση της προσδοκίας του κέρδους. Η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει, είτε εισοδήματα από επαγγελματική δραστηριότητα, την οποία προβλέπεται ότι θα ασκούσε στο μέλλον ο ασθενής με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως λόγω της βλάβης του δεν θα μπορέσει να πράξει τούτο, είτε και θετική ζημία, η οποία περιλαμβάνει ορισμένες, συνήθως επαναλαμβανόμενες και διαρκείς δαπάνες, πραγματοποιούμενες για τον περιορισμό, ή την ελάφρυνση των δυσμενών συνεπειών, που θα εξακολουθεί να υφίσταται ο ασθενής (ΑΠ  1074/2002, ΑΠ 1582/2001).

γ) Ο ασθενής μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, αν ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή του βαθμού του πταίσματος του ιατρού, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ  και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, κριθεί ότι επήλθε στον ασθενή ηθική βλάβη, σε περίπτωση δε θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (ΣτΕ 2819/2005, ΣτΕ 3081/2003, ΑΠ 130/1999, ΑΠ 435/2004). 

δ) Αν διεκδικήσει  αποζημίωση με βάση το άρθρο 931 ΑΚ, πρέπει να εξειδικεύσει σαφώς το είδος και το ύψος της προσβαλλομένης μέλλουσας περιουσιακής ζημίας, ώστε να καταστεί δυνατός ο δικαστικός έλεγχος, για το εάν πρόκειται, πράγματι, για μελλοντική δαπάνη, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ και, συνεπώς, δύναται να ικανοποιηθεί μόνο με βάση την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ.

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι, το δημόσιο νοσοκομείο φέρει ευθύνη προς αποζημίωση και στην περίπτωση βλάβης σώματος, ή θανάτου, ασθενούς, που αποδίδεται σε πράξεις, ή παραλείψεις, ιατρού του νοσοκομείου, αν ο ιατρός ενήργησε κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας, ή δεν άσκησε τα καθήκοντα του με ζήλο και αφοσίωση, όπως θα έκανε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και με τα ίδια μέσα στη διάθεσή του, ο συνετός και επιμελής ιατρός, με αποτέλεσμα την εκ μέρους του εσφαλμένη, ή εν γένει πλημμελή, διάγνωση, ή θεραπευτική αγωγή και την ελλιπή ιατρική παρακολούθηση του ασθενούς και, κατ’ επέκταση, την μη ενδεδειγμένη αντιμετώπιση του ιατρικού περιστατικού και την μη αποτροπή προσβολών ή κινδύνων κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής του ασθενούς (ΣτΕ 1594/2020, ΣτΕ 116/2019)

Σημείωση

Η υποχρέωση προς αποζημίωση γεννάται και στην περίπτωση, όπου η πράξη, ή, η παράλειψη των οργάνων του νοσοκομείου, ναι μεν δεν επέφερε κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με μεγάλη πιθανότητα την βλάβη στην υγείας του ασθενούς, αλλά εκμηδένισε τις πιθανότητες ευνοϊκής εξέλιξης της κατάστασης της υγείας του, που υπήρχαν σύμφωνα με τα δεδομένα και τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης.

Σημείωση

Η έκδοση εξιτηρίου στον ασθενή πριν διενεργηθούν εκ μέρους των θεραπόντων ιατρών του οι ιατρικές πράξεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και ενώ αυτός παραμένει σε νοσηρή κατάσταση, συνιστά παράνομη πράξη κατά την έννοια των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ (ΣτΕ 1594/2020

Β. Για την θεμελίωση της ευθύνης του νοσοκομείου προς αποζημίωση απαιτείται, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης, ή παράλειψης, και της επελθούσας ζημίας, χωρίς, όμως, να απαιτείται, να αποδειχθεί και υπαιτιότητα των οργάνων τους, εν όψει της αντικειμενικής ευθύνης των. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν, η πράξη, ή, η υλική ενέργεια, ή, η παράλειψη του ιατρού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και με βεβαιότητα, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Κατ αντιδιαστολή, όταν δεν αποδεικνύεται ότι, η πράξη, ή, η παράλειψη, του ιατρού, θα επέφερε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με μεγάλη πιθανότητα, το επιζήμιο αποτέλεσμα, δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος και ως εκ τούτου δεν γεννάται υποχρέωση του νοσοκομείου προς αποζημίωση ((ΣτΕ 740/2001, ΣτΕ 3696/2006, ΣτΕ1024/2005, ΣτΕ 1019/2008, ΣτΕ 1219/2012).

Γ. Το νοσοκομείο, σε περίπτωση ευθύνης προς αποζημίωση, υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε θετικής, ή αποθετικής ζημίας του ασθενούς.

α) Στην αποζημίωση περιλαμβάνεται, τόσο η αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη η υπάρχουσα, πριν από την παράνομη πράξη, ή παράλειψη, περιουσία του ασθενούς, όσο και η αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη αυτός με την στέρηση, συνεπεία της παράνομης πράξης, ή παράλειψης, παροχών τις οποίες, θα αποκόμιζε πιθανότατα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ή, τις ειδικές περιστάσεις, εάν δεν είχε χωρήσει η παράνομη πράξη, η παράλειψη.

β) Στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους, δεν απαιτείται πλήρης απόδειξη, αλλά αρκεί η κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανολόγηση της προσδοκίας του κέρδους. Η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει, είτε εισοδήματα από επαγγελματική δραστηριότητα, την οποία προβλέπεται ότι θα ασκούσε στο μέλλον ο ασθενής με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως λόγω της βλάβης του από την αδικοπραξία δεν θα μπορέσει να πράξει τούτο, είτε και θετική ζημία, η οποία περιλαμβάνει ορισμένες, συνήθως επαναλαμβανόμενες και διαρκείς δαπάνες, πραγματοποιούμενες για τον περιορισμό, ή την ελάφρυνση των δυσμενών συνεπειών, που θα εξακολουθεί να υφίσταται ο ασθενής (ΑΠ  1074/2002, ΑΠ 1582/2001).

γ) Ο ασθενής μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, αν ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ  και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, κριθεί ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, και σε περίπτωση δε θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (ΣτΕ 2819/2005, ΣτΕ 3081/2003). 

δ) Αν διεκδικήσει  αποζημίωση με βάση το άρθρο 931 ΑΚ, πρέπει να εξειδικεύσει σαφώς το είδος και το ύψος της προσβαλλομένης μέλλουσας περιουσιακής ζημίας, ώστε να καταστεί δυνατός ο δικαστικός έλεγχος, για το εάν πρόκειται, πράγματι, για μελλοντική δαπάνη, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ και, συνεπώς, δύναται να ικανοποιηθεί μόνο με βάση τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ.

Α. Από την διάταξη του άρθρου79 παρ. 1 ν.  5960/1933 "περί επιταγής", προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, 

α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο,

β) υπογραφή του εκδότη, στην οικεία θέση υπογραφής του εκδότη, αδιαφόρως αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού, ή για χρέος άλλου, ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας,

γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, δηλαδή εντός  (8) ημερών από της επομένης της εκδόσεώς της και

δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της εκδόσεως, ή της πληρωμής.

Β. Επιπλέον απαιτείται  και το υποκειμενικό στοιχείο, δηλαδή γνώση και θέληση των στοιχείων της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Ειδικότερα, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο, ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται.

Γ. Δράστης του εγκλήματος είναι μόνο ο εκδίδων επιταγή χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που υπογράφει το έγγραφο της επιταγής και το θέτει σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο, για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή. Επί εκδότη νομικού προσώπου, το φυσικό πρόσωπο, που εκδίδει με την υπογραφή του επί του τίτλου την ακάλυπτη πιταγή στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας που εκπροσωπεί, υπέχει ατομική ποινική ευθύνη για την έκδοση και τη μη πληρωμή της επιταγής από το λογαριασμό της εταιρίας.

Δ. Όταν η επιταγή είναι μεταχρονολογημένη, δηλαδή να φέρει ημερομηνία εκδόσεως μεταγενέστερη από την πραγματική, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79, 28 και 29 εδ. α' και δ' του ν. 5960/33, το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής συντελείται, όταν η μεταχρονολογημένη επιταγή εμφανιστεί προς πληρωμή και δεν πληρωθεί, ελλείψει αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο ανάμεσα στην ημέρα της πραγματικής εκδόσεως και την ημέρα, κατά την οποία παρέρχεται η προθεσμία προς εμφάνιση, δηλαδή, από την επομένη της πραγματικής εκδόσεως της επιταγής μέχρι και την όγδοη ημέρα από την επομένη της ημέρας που αναγράφεται σε αυτήν ως ημέρα εκδόσεως (Ολ. Α.Π. 123/1981, Ολ. Α.Π. 46/1980). ΑΠ 1922/2016

Ε. Κάθε ισχυρισμός, που ανάγεται στην αιτία έκδοσης και μεταβίβασης της επιταγής δεν επηρεάζει το αξιόποινο της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως, αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση δεν είναι αγώγιμη, ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανυπάρκτου ή του παρανόμου της αιτίας. Αρκεί ότι η επιταγή, ως αξιόγραφο, έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας (ΑΠ 1922/2016).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδάφ. α -δ του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", ο εκδότης, ή ο κομιστής, επιταγής μπορεί να την διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές, που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση, ή αν φέρει την μνεία "τραπεζίτης", ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δύο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 εδάφ. α και γ του ίδιου νόμου,  επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη, ή σε πελάτη αυτού, τραπεζίτης, δε, μπορεί να αποκτήσει δίγραμμη επιταγή μόνον από κάποιον από τους πελάτες του, ή από άλλον τραπεζίτη και δεν μπορεί να εισπράξει αυτήν για λογαριασμό άλλων προσώπων, πλην αυτών. Για να αποκτήσει κάποιος την ιδιότητα πελάτη τράπεζας αρκεί το άνοιγμα λογαριασμού, εφ όσον η τράπεζα προβεί στις απαιτούμενες προηγούμενες επαληθεύσεις.

Κατά το εδ. ε του ίδιου άρθρου 38, σε περίπτωση που ο πληρωτής, ή ο τραπεζίτης, δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι του ποσού της επιταγής (ΑΠ 659/2011, ΑΠ 1874/2013, ΑΠ 1344/2017).

Σημείωση

Επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη, ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της σφραγίσεως, ή της ίδιας της επιταγής, αλλά μόνο γεννάται υποχρέωση του πληρωτή, ή του τραπεζίτη, προς αποζημίωση, που δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος της επιταγής, εφόσον προκλήθηκε ζημία.

Σημείωση

Η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή και δεν απαιτείται για την μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατυπώσεως.

Σημείωση

Η ποινική ευθύνη του εκδότη αυτής είναι όμοια με αυτήν του εκδότη της κοινής τραπεζικής επιταγής.

Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική, ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του ν. 5960/1933. Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση, ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση, ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής, ή να την επιστρέψει στον εκδότη της μετά την εκπλήρωση ορισμένων όρων από την υφιστάμενη μεταξύ τους βασική έννομη σχέση (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1344/2017, ΑΠ 1758/2017, ΑΠ 353/2015, ΑΠ 50/2020).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ. 1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", προκύπτει, ότι η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία έκδοσης της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, ο καλούμενος όμως σε πληρωμή οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική (βασική) έννομη σχέση και να προβάλει κατά του κομιστή, εφ όσον διατελεί σε προσωπική σχέση με αυτόν, ότι η πληρωμή της οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 επ. ΑΚ), επειδή η αιτία έκδοσής της εξέλιπε, ή ήταν ανύπαρκτη, ή ελαττωματική και έτσι να ελευθερωθεί.

Η ανυπαρξία, ή το ελάττωμα της αιτίας υπογραφής της επιταγής, δεν επιδρά στο κύρος της αντίστοιχης υποχρέωσης από την επιταγή, επιτρέπει, όμως, στον οφειλέτη να εναντιωθεί με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του με βάση την επιταγή (άρθρα 632, 633 ΚΠολΔ), και να αντιτάξει, ότι ο κομιστής της επιταγής, σε διαταγή του οποίου, χωρίς νόμιμη αιτία, την εξέδωσε, έχει αποκτήσει από αυτόν περιουσιακό στοιχείο που συνεπάγεται αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό. Για την προβολή της έλλειψης υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα, ότι χωρίς αιτία υπέγραψε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται και σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδεικνύεται, ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για κάποια ορισμένη αιτία και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη. Τους ισχυρισμούς αυτούς, για έλλειψη υποκείμενης αιτίας, ο υπογραφέας μπορεί να τους προτείνει, τόσο έναντι εκείνου, ο οποίος αμέσως συνδέεται μαζί του, όσο και κατά των υπόλοιπων δικαιούχων από την επιταγή, μόνο όμως με τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 (ΑΠ 651/2011, ΑΠ 1555/2012).

Ενστάσεις κατά κομιστή επιταγής

Κατά την διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933, τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη, ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.

Σημείωση

Κατ εξαίρεση μόνο επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής, αφ ενός τελούσε εν γνώσει της υπάρξεως των ως άνω ενστάσεων κατά του εκδότη ή των πριν από αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη. Τέτοια ενέργεια υπάρχει, όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σε αυτόν, είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ως άνω ενστάσεων και ότι επιτυγχάνεται, έτσι, η πληρωμή της, η οποία, χωρίς τη συγκεκριμένη μεταβίβαση, δεν θα επιτυγχανόταν. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.

Σε περίπτωση δε, που εκείνος, κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται, Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής (ΑΠ 362/2014, AΠ 1456/2007).

 

Α. Τραπεζική επιταγή ευκολίας υφίσταται, όταν χωρίς την ύπαρξη ορισμένης έννομης σχέσης, ή οικονομικού ανταλλάγματος, αλλά απλώς και μόνο για την εξυπηρέτηση του λήπτη της επιταγής, ή και του κομιστή της, εκδίδεται επιταγή, ώστε να φανεί αυτός ως φερέγγυος για να δανειστεί το ποσό της επιταγής από τρίτο.

Β. Ο ισχυρισμός ότι η τραπεζική επιταγή είναι επιταγή ευκολίας αποτελεί ένσταση. Το περιεχόμενο της ένστασης είναι ότι ουδεμία έννομη σχέση υπήρξε μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής, που να δικαιολογεί την έκδοση αυτής και ότι πρόθεσή τους ήταν να μην δημιουργηθεί πραγματικός νομικός δεσμός μεταξύ τους (ΑΠ 735/2011).

Γ. Τα περιστατικά αυτά, σε άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ από εκείνον σε βάρος του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής βάσει της επιταγής, πρέπει να εκτίθενται στο σχετικό δικόγραφο και ακολούθως να αποδεικνύονται από αυτόν, άλλως ο λόγος ανακοπής είναι αόριστος (ΑΠ 298/2010, ΑΠ 662/2010).

Σημείωση

Οι εγκύκλιοι και οδηγίες, που εκδίδουν οι τράπεζες με τις οποίες παρέχονται οδηγίες για τον έλεγχο των επιταγών που προσκομίζονται ως κάλυμμα, δεν αίρουν την ευθύνη του εκδότη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από την έκδοση της επιταγής, ούτε καθιστά την συμπεριφορά της τράπεζας κακόπιστη, καθώς από αυτή δεν συνάγεται ούτε γνώση των ενστάσεων κατά του λήπτη της επιταγής, ούτε ότι η ενέργεια γίνεται προς βλάβη του λήπτη κατά το χρόνο κτήσης.

Κατά την έννοια των άρθρων 118 και 520 ΚΠολΔ, η εσφαλμένη αναγραφή των περιληπτέων στην έφεση στοιχείων, μεταξύ των οποίων και ο αριθμός της εκκαλουμένης απόφασης, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου της έφεσης και συνακόλουθα και της έκθεσης κατάθεσης και της καταχώρισής της στο ειδικό προς τούτο βιβλίο (άρθρα 495, 496 ΚΠολΔ), εφ όσον δεν καταλείπεται αμφιβολία περί της απόφασης κατά της οποίας εστράφη το ένδικο μέσο της έφεσης (ΑΠ 444/2000).

Σύμφωνα με το άρθρο 59 παρ. 3 Κώδικα Δικηγόρων, για εξώδικη ενέργεια (ή και δικαστική) ο δικηγόρος δύναται να συμφωνεί με τον εντολέα του να λαμβάνει αμοιβή προσδιοριζόμενη ανάλογα με την ωριαία απασχόλησή του. Την ωριαία αμοιβή δικαιούται ο δικηγόρος να την λαμβάνει για κάθε συνάντηση, ή τηλεφωνική επικοινωνία με τον εντολέα του, ή με τρίτο πρόσωπο, καθώς και για κάθε άλλη ενέργεια που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε.

Η ελάχιστη ωριαία αμοιβή έχει προσδιοριστεί στα 80 ευρώ.

Σύμφωνα με το άρθρο 60 Κώδικα Δικηγόρων

Εργολαβικό δίκης, είναι η έγγραφη συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, η οποία εξαρτά την αμοιβή, ή το είδος αυτής, από την έκβαση της δίκης, ή του αποτελέσματος της εργασίας, ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, όπως επίσης και συμφωνία, με την οποία εκχωρείται ή μεταβιβάζεται μέρος του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, ως αμοιβή.

Α. Το εργολαβικό που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, ισχύει μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξάγει την δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς να λάβει κάποια αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας, ο ίδιος ή ο συμπληρεξούσιος, ή υποκατάστατός του. Τυχόν συμφωνία των μερών για την καταβολή εξόδων δεν ανατρέπει την ισχύ του εργολαβικού δίκης.

Β. Αν δεν περιέχεται στην συμφωνία ο ουσιώδης αυτός όρος, η συμφωνία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, μη συνεπαγόμενη αποτελέσματα (άρθρα 174 και 180 ΑΚ), η δε αγωγή περί καταβολής δικηγορικής αμοιβής βάσει τέτοιας συμφωνίας χωρίς τον προαναφερόμενο όρο είναι μη νόμιμη.

Γ. Η αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Σε περίπτωση που συμπράττουν πέραν του ενός δικηγόροι, το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30%. Η αμοιβή εισπράττεται, είτε από το ίδιο το προϊόν της δίκης, είτε από την υπόλοιπη περιουσία του εντολέα.

Δ. Η συμφωνία βάσει της οποίας εξαρτάται η αμοιβή από την έκβαση της δίκης και η οποία αναφέρεται σε υποθέσεις από ζημίες αυτοκινήτων, απαλλοτριώσεις, ή σε μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωρίες, εργασία νυκτερινή ή σε Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο για άδεια ή επίδομα αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης εργασίας και γενικά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών ή σε αποδοχές γενικά μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. σε όποια δικαιοδοσία κι αν υπάγονται καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο Δικηγορικό Σύλλογο, του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος, οποτεδήποτε και σε κάθε περίπτωση πριν από την άσκηση ή ικανοποίηση της οποιασδήποτε αξίωσης του δικηγόρου κατά του εντολέα. Η γνωστοποίηση γίνεται με προσκόμιση δύο πρωτοτύπων, συντάσσεται δε πράξη κάτω από το ένα πρωτότυπο, το οποίο παραλαμβάνει ο δικηγόρος. Το άλλο πρωτότυπο παραμένει στα αρχεία του Συλλόγου και καταχωρείται αμέσως σε ειδικό βιβλίο.

Ε. Από την διάταξη του άρθρου 60, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 77, κατά την οποία αν έχει συμφωνηθεί αμοιβή και ανακληθεί αδικαιολόγητα η εντολή προς το δικηγόρο, ο εντολέας υποχρεούται να εκτελέσει αμέσως όλες τις υποχρεώσεις του από τη συμφωνία, προκύπτει ότι ο όρος της συμφωνίας, ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο δικηγόρος δεν θα λάβει οποιαδήποτε αμοιβή, καθώς και επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, η με βεβαιότητα προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερόμενης αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υποθέσεως, αποτελούν γεγονότα θεμελιωτικά του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής.

Κατά συνέπεια, για να είναι ορισμένη και επομένως παραδεκτή η αγωγή του δικηγόρου με την οποία ζητείται η επιδίκαση αμοιβής από εργολαβία δίκης, απαιτείται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να περιέχονται στο δικόγραφο αυτής και τα παραπάνω στοιχεία, δηλαδή ότι συνομολογήθηκε ρητά με τον αντισυμβαλλόμενο εντολέα του δικηγόρου ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο τελευταίος δεν θα λάβει αμοιβή και, επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, ότι αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση ο δικηγόρος θα διεκπεραίωνε επιτυχώς την δίκη ή την εργασία στην οποία αφορούσε η εντολή, με βέβαιη κατάληξη το ευνοϊκό αποτέλεσμα για τον εντολέα (ΑΠ 1778/2013, ΑΠ 1239/2003). Η με βεβαιότητα προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερόμενης αναβλητικής αίρεσης αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για την απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής και άρα πρέπει να εκτίθεται σαφώς στο δικόγραφο της αγωγής με την οποία αξιώνεται η αμοιβή αυτή (ΑΠ.1774/2002).

ΣΤ. Από την διάταξη του άρθρου 77 συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή, είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση, είτε όχι. Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή ο εντολέας ανακάλεσε την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου του δικηγόρου, δεν μπορεί να γίνει λόγος, ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του δικηγόρου κατά το άρθρο 57 ΑΚ, ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια άρθρων 914 και 932 του ίδιου κώδικα, εκτός αν η ανάκληση έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του δικηγόρου, ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση δικαιώματος (Α.Π. 1388/2015, 328/2003).

Α. Κατά το άρθρο 135 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος, ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής, εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί, ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, ή σε αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.

Β. Συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του Δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα, στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.

Γ. Άγνωστος είναι ο τόπος διαμονής, ή η ακριβής διεύθυνσης της διαμονής, του προσώπου, προς το οποίο γίνεται η επίδοση, όταν δεν είναι κοινώς γνωστή η διαμονή του και δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί  αυτή, μολονότι καταβλήθηκε κάθε σχετική προσπάθεια με τα συνήθη μέσα επιμελείας, όπως υπαγορεύεται και από τις αρχές της καλής πίστης, που οφείλουν να τηρούν οι διάδικοι κατά τη διενέργεια των σχετικών διαδικαστικών πράξεων. Απαιτείται δηλαδή για το άγνωστο της διαμονής ευρεία αντικειμενική άγνοια  και δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτός, που παράγγειλε την επίδοση, δεν γνωρίζει για τον τόπο ή τη διεύθυνση της διαμονής εκείνου, προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση Τα(ρΕφΠειρ 643/2019).

Σημείωση

Η επίδοση που γίνεται κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, εφόσον συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης, είναι άκυρη (ΤρΕφΠειρ  643/2019)

Σημείωση

Είναι άκυρη η επίδοση, που γίνεται προς κάποιον, ο οποίος θεωρείται ως αγνώστου διαμονής, αν αποδειχθεί ότι αυτός κατά το χρόνο της επίδοσης στον Εισαγγελέα κατοικούσε μόνιμα, ή είχε πρόσκαιρη διαμονή, σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση και το οίκημα, στο οποίο διέμενε ή εργαζόταν, μπορούσε να το πληροφορηθεί ο δικαστικός επιμελητής, που έκανε την επίδοση, ή εκείνος που έδωσε την παραγγελία για την επίδοση, αν ενεργούσε καλόπιστα και με την προσήκουσα επιμέλεια, ή αν γνώριζε το οίκημα από κάποιον ειδικό λόγο ο διάδικος που παράγγειλε την επίδοση (ΑΠ 1246/2002,  ΑΠ 773/2013).

Σημείωση

Αν ο διάδικος, προς τον οποίο έγινε η επίδοση ως πρόσωπο αγνώστου διαμονής, αμφισβητήσει το στοιχείο αυτό, ότι δηλαδή αυτός, κατά το χρόνο της επίδοσης στον Εισαγγελέα, ήταν άγνωστης διαμονής, ο αντίδικός του που παράγγειλε την επίδοση αυτή και υποστηρίζει έτσι το κύρος της, βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ο παραλήπτης της επίδοσης ήταν πράγματι αγνώστου διαμονής, αφού ο τελευταίος αμφισβητεί απλώς το κύρος της επίδοσης, για το οποίο μάχεται ο αντίδικός του (ΤρΕφΠειρ  643/2019

Σημείωση

Για έγγραφα που αφορούν την εκτέλεση, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών, στην περιφέρεια του οποίου γίνεται η εκτέλεση, και για εξώδικες πράξεις, στον εισαγγελέα της τελευταίας στο εσωτερικό κατοικίας ή γνωστής διαμονής του παραλήπτη της επίδοσης και αν δεν υπάρχει κατοικία ή γνωστή διαμονή στο εσωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών της πρωτεύουσας.

Σύμφωνα με τα άρθρα 127 επ. ΚΠολΔ

Α. Η επίδοση συνίσταται στην παράδοση του εγγράφου στα χέρια του προσώπου προς το οποίο γίνεται. Η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει. Η επίδοση γίνεται, προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και για τα νομικά πρόσωπα, ή άλλες ενώσεις προσώπων, στον εκπρόσωπο τους, σύμφωνα με το νόμο, ή το καταστατικό. Αν υπάρχουν περισσότεροι νόμιμοι αντιπρόσωποι, αρκεί η επίδοση σε έναν από αυτούς.

Β. Η επίδοση δεν επιτρέπεται να γίνει σε εκκλησία, την ώρα που γίνεται ιεροτελεστία, ή άλλη θρησκευτική τελετή, ή προσευχή, ούτε σε αίθουσα δικαστηρίου όταν αυτό συνεδριάζει. Η επίδοση δεν επιτρέπεται να γίνει νύχτα (από τις 7 το βράδυ ως τις 7 το πρωί), Σάββατο, Κυριακή, ή άλλη εορτή που ορίζεται από το νόμο ως αργία, χωρίς να συναινεί ο παραλήπτης, ή χωρίς άδεια του αρμόδιου δικαστή στον οποίο εκκρεμεί η υπόθεση και, αν πρόκειται για πολυμελή δικαστήρια του προέδρου τους.

Γ. Αν το πρόσωπο έχει στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του, είτε με άλλον, ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του.

Δ. Αν ο πρόσωπο δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του. Αν απουσιάζουν, ή δεν υπάρχουν και αυτοί, η παράδοση γίνεται σε έναν από τους άλλους ενηλίκους συνοίκους, που έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του ενδιαφερομένου.

Ε. Αν κανείς δεν βρίσκεται στην κατοικία, α) το έγγραφο κολλείται στην πόρτα της κατοικίας και σε ενσφράγιστο φάκελο επί του οποίου υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του προς ον η επίδοση μπροστά σε έναν μάρτυρα. Σε περιπτώσεις πολυκατοικιών, οι οποίες είναι κλειστές και δεν είναι δυνατόν να κολληθεί το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, η επικόλληση μπορεί να γίνεται και στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας, β) το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά την θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς, παραδίδεται στον προϊστάμενο του αστυνομικού τμήματος της περιφέρειας της κατοικίας του προς ον η επίδοση και αν λείπει ο προϊστάμενος στον αξιωματικό υπηρεσίας, ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος.

ΣΤ. Αν το πρόσωπο δεν βρίσκεται στο κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου, ή του εργαστηρίου, ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, εφ όσον έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του παραλήπτη της επίδοσης. Αν κανένα από τα πρόσωπα αυτά δεν βρίσκεται στο κατάστημα, στο γραφείο ή στο εργαστήριο, το έγγραφο το έγγραφο κολλείται στο κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο, ως άνω.

Σημείωση

Αν η επίδοση δεν γίνει στο αστυνομικό τμήμα της περιφέρειας της κατοικίας του προς ον η επίδοση, η επίδοση πάσχει από ακυρότητα, έστω κι αν πρόκειται για γειτονικό αστυνομικό τμήμα ( ΑΠ 1344/2009).

Ζ. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη, που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της επίδοσης. Η απόδειξη αυτή πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία, που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και την σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα. Το αντίγραφο που παραδόθηκε φυλάγεται σε ιδιαίτερο φάκελο στο υπηρεσιακό γραφείο, όπου υπηρετεί εκείνος που το παρέλαβε.

Η. Το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παράδοση, εκείνος, που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου, πρέπει να ταχυδρομήσει, σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση, έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται το είδος του εγγράφου, που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας, όπου έγινε η θυροκόλλησή του, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το αντίγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσης. Η ειδοποίηση ταχυδρομείται με έξοδα εκείνου που ζητεί να γίνει η επίδοση.

Θ. Το γεγονός ότι ταχυδρομήθηκε η ειδοποίηση βεβαιώνεται με απόδειξη, την οποία συντάσσει και υπογράφει ατελώς, κάτω από την επιδοτήρια έκθεση, εκείνος που ενεργεί την επίδοση. Η βεβαίωση πρέπει να αναφέρει το ταχυδρομικό γραφείο, με το οποίο έστειλε την ειδοποίηση, και τον υπάλληλο που την παρέλαβε, ο οποίος προσυπογράφει τη βεβαίωση. Ύστερα από προφορική αίτηση του παραλήπτη, η αρχή στην οποία είχε παραδοθεί το αντίγραφο, του το παραδίδει, με έγγραφη απόδειξη που συντάσσεται ατελώς.

Σημείωση

Για την συντέλεση της επίδοσης, που έγινε με θυροκόλληση, απαιτείται  α) Αντίγραφο του εγγράφου να εγχειρισθεί, το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την θυροκόλληση στον προϊστάμενο του αστυνομικού τμήματος, όπου η κατοικία του παραλήπτη και β) να ταχυδρομηθεί έγγραφη ειδοποίηση στον παραλήπτη του εγγράφου, το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την ανωτέρω παράδοση. Αν αυτά γίνουν μέσα στις ως άνω προθεσμίες η επίδοση έχει επέλθει από την ημέρα της θυροκόλλησης, άλλως, ολοκληρώνεται από την ενέργεια και της τελευταίας από τις εν λόγω πράξεις. Αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατυπώσεις, η επίδοση δεν ολοκληρώνεται και άρα είναι ανυπόστατη.

Ι. Η έκθεση επίδοσης, που έχει συνταχθεί από τον αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο δικαστικό επιμελητή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο περιέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή, ή ενώπιόν του. Ανταπόδειξη χωρεί, μόνον εφόσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό.

ΙΑ. Για τα περιστατικά,  που περιέχονται στην έκθεση επίδοσης, αλλά δεν υποπίπτουν από την φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικαστικού επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει αυτός, η έκθεση επίδοσης αποτελεί, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης, όμως, ανταπόδειξης, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθειά τους (ΑΠ 350/2013, ΜονΕφΠειρ 411/2021

Σημείωση

Αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση, διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί, ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, ή σε αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο. Καθιερώνεται, δηλαδή,  νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα. Ο αρμόδιος κατά τα παραπάνω εισαγγελέας οφείλει να αποστείλει το έγγραφο χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει στον αποδέκτη της επίδοσης (ΜονΠρΠειρ 3027  /2019).

Σημείωση

Σύμφωνα με το άρθρο 122Α ΚΠολΔ, ως αντικαταστάθηκε με τον ν. 4842/2021 η επίδοση εγγράφου είναι δυνατόν να διενεργηθεί και με ηλεκτρονικά μέσα από πιστοποιημένο δικαστικό επιμελητή. Η επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται συντελεσμένη μόνο εφ όσον επιστραφεί στον διενεργούντα την επίδοση δικαστικό επιμελητή, ηλεκτρονική απόδειξη παραλαβής του εγγράφου, η οποία φέρει εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια της περ. 20 του άρθρου 2 του ν. 4727/2020, του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση. Η επίδοση θεωρείται ανυπόστατη αν η ηλεκτρονική απόδειξη δεν περιέλθει στον διενεργούντα την επίδοση μέσα σε (24) ώρες από την αποστολή.

Όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, η επίδειξη εγγράφων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 902 - 903 ΑΚ (ΕφΘεσ 1150/2001, ΜονΠρΘεσ 303/2010).

Α. Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη, ή και αντίγραφό του, αν, εκτός των άλλων, το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί, ή πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και αυτόν.

Β. Η επίδειξη εγγράφου με βάση το άρθρο 902 μπορεί να ζητηθεί με αγωγή, ή και με ανταγωγή, εφ όσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραδεκτού της τελευταίας, που καθορίζονται στο άρθρο 268 ΚΠολΔ. Οι περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος για επίδειξη εγγράφου, ή την χορήγηση αντιγράφου, εξειδικεύονται στην διάταξη 902 AK και αναφέρονται σε αυτή περιοριστικά (ΕφΑθ 673/2009).

Γ. Περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος

α) όταν το έγγραφο συνετάγει προς το συμφέρον του αιτούντος, εάν δηλαδή συνετάγει προς σύσταση, απόδειξη, ή γενικά διατήρηση των δικαιωμάτων του αιτούντος. Απαιτείται κατά την σύνταξη του εγγράφου, να υπήρχε ο ως άνω σκοπός. Το έγγραφο δεν απαιτείται να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη. Αν όμως δεν έχει συνταχθεί έστω και προς το συμφέρον του, δεν θεμελιώνεται αξίωση επιδείξεως, επειδή έχει απλώς αντικειμενική γι αυτόν αξία λόγω του περιεχομένου του. Έτσι έννομο συμφέρον δεν υπάρχει, αν το έγγραφο έχει συνταχθεί αποκλειστικά προς το συμφέρον του κατόχου του.

β) όταν το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και τον αιτούντα, εάν δηλαδή πρόκειται για έγγραφο συστατικό, ή αποδεικτικό δικαιοπραξίας, αφορά δηλαδή κυρίως διμερείς δικαιοπραξίες, στις οποίες ο αιτών είναι ένας από τους δικαιοπρακτούντες

γ) όταν το έγγραφο σχετίζεται με διαπραγματεύσεις, που διεξήχθησαν και έχουν σχέση με τον αιτούντα, είτε προς το συμφέρον αυτού δια άλλου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έγγραφα εκείνα, που δεν πιστοποιούν μεν μια έννομη σχέση, αφορούν όμως τις σχετικές με αυτή διαπραγματεύσεις. Δεν έχει δε σημασία, αν οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν, ή όχι, σε κατάρτιση συμβάσεως. Τέτοια έγγραφα είναι τα σχέδια της συμβάσεως, τα τηλεγραφήματα, τα σχεδιαγράμματα, οι επιστολές, οι πρόχειρες σημειώσεις, η αλληλογραφία που έχει διαμειφθεί.

Δ. Για το ορισμένο της αγωγής ο αιτών πρέπει να προσδιορίζει ειδικώς και να περιγράφει επακριβώς τα έγγραφα των οποίων ζητά την επίδειξη και να αναφέρει το περιεχόμενό τους.

Ε. Ο προσδιορισμός του επιδεικτέου εγγράφου με την ανωτέρω έννοια, είναι αναγκαίος,

α) για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν το έγγραφο αυτό είναι ουσιώδες με την έννοια ότι μπορεί, να χρησιμεύει για την απόδειξη των ισχυρισμών του αιτούντος την επίδειξη,

 β) γιατί μόνο έτσι παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια να δώσει εξηγήσεις για την κατοχή του εγγράφου και να αμυνθεί,

γ) γιατί σε περίπτωση αμφισβητήσεως της κατοχής εκ μέρους του εναγομένου, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει σχετικές αποδείξεις και

δ) γιατί έτσι γίνεται εφικτός ο προσδιορισμός του εγγράφου στο διατακτικό της αποφάσεως, πράγμα απαραίτητο και για την ενδεχόμενη εκτέλεσή της.

ΣΤ. Ως περιγραφή του εγγράφου ικανή για το ορισμένο της αιτήσεως επιδείξεως πρέπει να θεωρηθεί εκείνη με την οποία εξατομικεύεται το έγγραφο, χωρίς να είναι απαραίτητος και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου του, γιατί διαφορετικά η άσκηση της σχετικής αξιώσεως πολλές φορές θα δυσχεραίνεται υπερβολικά (ΑΠ 209/1994, ΕφΑθ11203/1986, ΕφΘΕσ 1150/2001).

Ζ. Σε κάθε περίπτωση είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα η αγωγή με την οποία ζητείται να επιδειχθούν, α) όσα και όποια έγγραφα κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση, β) βιβλία με τις αναγραφόμενες σε αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό, γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σε αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων, δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων, που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, «Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση».

Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο, χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η καταβολή νομίμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, γιατί από το χρόνο αυτό καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος (ΑΠ 329/2011).

Το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η απόφαση, που αναιρέθηκε, έχει ως γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017).

Τα παραπάνω εφαρμόζονται, τόσο στην εκούσια όσο και στην αναγκαστική εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση ( ΑΠ 134/2020).

Αν η εκτέλεση είχε γίνει με βάση την αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου και το αίτημα επαναφοράς δεν υποβλήθηκε στον Άρειο Πάγο, μπορεί να υποβληθεί στο εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε μετ' αναίρεση η υπόθεση (ΑΠ 134/2020)

Κομιστής οπισθογραφήσιμης επιταγής είναι αυτός που με αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων κατέχει τον τίτλο κατά τον χρόνο της βεβαίωσης της μη πληρωμής (ΕφΑθ 3601/2004). Ο κομιστής αυτός μπορεί να στραφεί κατά των άλλων προσώπων που ευθύνονται από την επιταγή για την πληρωμή της  και να ζητήσει την πληρωμή του ποσού της.

Α. Αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της ως άνω αξίωσης αναγωγής προς απόδοση συνιστά η εκ μέρους του εξ αναγωγής υπόχρεου αυτής, πληρωμή του ποσού της προς το νόμιμο κομιστή της, χωρίς την συνδρομή της οποίας δεν έχει την παραπάνω αξίωση και δεν νομιμοποιείται να στραφεί αναγωγικά κατά των προηγούμενων αυτού υπογραφέων της επιταγής, ζητώντας το ποσό που πλήρωσε (ΕφΠειρ 526/2003).

Β. Με την απόκτηση της επιταγής από τον υπόχρεο σε πληρωμή της λειτουργεί στο πρόσωπό του το τεκμήριο του άρθρου 424 εδ. β ΑΚ, ο οποίος και καθίσταται πλέον εξ αναγωγής κομιστής της επιταγής. Για την ύπαρξη του τεκμηρίου δεν ασκεί επιρροή, αν έγινε, ή όχι, η προβλεπόμενη από το άρθρο 47 παρ. 2 ν.  5960/1933 «περί επιταγής», διαγραφή των οπισθογραφήσεων. Επίσης, δεν ασκεί επιρροή, αν έγινε, ή όχι, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ν. 5960/1933 κτήση εκ μέρους του εξοφλημένου λογαριασμού από τον εισπράξαντα το ποσό της επιταγής νόμιμο κομιστή αυτής.

Γ. Επομένως ο αιτών την έκδοση διαταγής πληρωμής, εξ αναγωγής κομιστής της επιταγής, δεν απαιτείται να επικαλεσθεί και να προσκομίσει, προς απόδειξη της χρηματικής του απαίτησης και του ποσού αυτής, για το έγκυρο της υπέρ αυτού εκδιδόμενης διαταγής πληρωμής, πέραν από το σώμα του εν λόγω τίτλου, εξοφλητική απόδειξη του ποσού της επιταγής.

Δ. Ο πληρώσας την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, μπορεί, να απαιτήσει την πληρωμή της, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τηρήσει την σειρά των υπογραφέων της επιταγής, δικαιούμενος, να εναγάγει ατομικά, ή ομαδικά, τους προγενέστερους τούτου υποχρέους, προηγούμενους υπογραφείς της επιταγής, ζητώντας από αυτούς ολόκληρο το ποσό που ο ίδιος πλήρωσε με τους νόμιμους τόκους από την ημέρα της εκ μέρους του καταβολής, ως και τα σχετικά έξοδα (ΑΠ 1435/2003).

Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η επίκληση με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλά απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν (ΑΠ 1346/2012, ΑΠ 216/2019).

 Επομένως, δεν συνιστά νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών  στο εφετείο η απλή αναφορά στο σύνολο των πρωτοδίκων προτάσεων, αλλά η σαφής και ορισμένη αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη, ή ισχυρισμούς, των επαναφερομένων προτάσεων, ώστε να προκύπτει ποιοι ισχυρισμοί επαναφέρονται (ΑΠ 619/2011).

Το άρθρο 254 ΚΠολΔ, ως ισχύει με την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, προβλέπει ότι, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης, ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. Η επαναλαμβανόμενη συζήτηση ορίζεται το συντομότερο δυνατό και οι διάδικοι κλητεύονται (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.

Σημείωση 1

Κατά την επανάληψη της συζήτησης δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων εγγράφων προτάσεων, οι προτάσεις δε που κατατέθηκαν κατά την συζήτηση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη αρκούν και ισχύουν και για την κατά την επανάληψη συζήτηση, με αποτέλεσμα όσα ο διάδικος επικαλέστηκε και προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις του της προηγούμενης συζήτησης να θεωρούνται ως επικληθέντα και προβληθέντα και κατά την επανάληψή της, και δη, είτε ο διάδικος δεν κατέθεσε εκ νέου προτάσεις, είτε κατέθεσε προτάσεις στις οποίες απλώς ενσωμάτωσε εκείνες της προηγούμενης συζήτησης.

Τα ίδια ισχύουν και στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο διατάσσει αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο, ή την εκ νέου εξέταση ενός ή περισσοτέρων μαρτύρων προς συμπλήρωση ή διευκρίνιση των καταθέσεών τους.

Σημείωση 2

Κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση κάθε διάδικος μπορεί να επικαλεστεί και προσκομίσει αποδεικτικά μέσα που δεν είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κατά την συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση, με την οποία το δικαστήριο διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης (ΟλΑΠ 30/ 1997, ΑΠ 1336/2002, ΑΠ 836/2018).

Σημείωση  3

Σε προθεσμία (3) εργασίμων ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης μπορεί να κατατεθεί προσθήκη, νέοι, όμως, ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.

Το άρθρο 307 ΚΠολΔ, ως ισχύει με την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, προβλέπει ότι, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση, είτε με επιμέλεια του διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Σημείωση 1

Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση.

Σημείωση 2

Σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης έκδοσης απόφασης και αφού παρέλθει η προθεσμία που έχει χορηγηθεί στον δικαστή από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης των Δικαστηρίων (8 μήνες + 2 μήνες) ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέψει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται και ορίζεται δικάσιμος για νέα συζήτηση, υποχρεωτικώς, εντός (3) μηνών για τις υποθέσεις ειδικών διαδικασιών και (6) μηνών για τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, από τη συμπλήρωση των παραπάνω προθεσμιών των (8) ή (10) μηνών.

Σημείωση 3

Ομοίως, εάν διαπιστωθεί μετά το τέλος της συζήτησης ότι η διάσκεψη δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου για λόγους ανωτέρας βίας, όπως μεταξύ άλλων αναρρωτικής άδειας δικαστικού λειτουργού, μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου, ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο, ή ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, μπορεί να αποφασίσει την επανάληψη της συζήτησης.

Σημείωση 4

Στη νέα συζήτηση δεν είναι αναγκαία η παράσταση του διαδίκου. Ο απολειπόμενος διάδικος θεωρείται ως κατ αντιμωλίαν δικαζόμενος, αν είχε παραστεί προσηκόντως στην προηγούμενη συζήτηση. Δεν απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων, χωρίς όμως τούτο να αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται η επαναφορά των προτάσεων που έχουν κατατεθεί προηγουμένως.

Σημείωση 5

Οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις στο ακροατήριο, εφόσον είχαν παραστεί στην αρχική συζήτηση. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.

Για την περίπτωση επανάληψης της συζήτησης πολιτικής δίκης προβλέπουν δύο άρθρα του ΚΠολΔ, το 307 που αφορά την αδυναμία έκδοσης απόφασης και το 254 που αφορά  την συμπλήρωση κενών της απόφασης.   

Α. Επανάληψη συζήτησης λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης 

Το άρθρο 307 ΚΠολΔ, ως ισχύει με την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, προβλέπει ότι, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση, είτε με επιμέλεια του διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Σημείωση 1

Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση.

Σημείωση 2

Σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης έκδοσης απόφασης και αφού παρέλθει η προθεσμία που έχει χορηγηθεί στον δικαστή από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης των Δικαστηρίων (8 μήνες + 2 μήνες) ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέψει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται και ορίζεται δικάσιμος για νέα συζήτηση, υποχρεωτικώς, εντός (3) μηνών για τις υποθέσεις ειδικών διαδικασιών και (6) μηνών για τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, από τη συμπλήρωση των παραπάνω προθεσμιών των (8) ή (10) μηνών.

Σημείωση 3

Ομοίως, εάν διαπιστωθεί μετά το τέλος της συζήτησης ότι η διάσκεψη δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου για λόγους ανωτέρας βίας, όπως μεταξύ άλλων αναρρωτικής άδειας δικαστικού λειτουργού, μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου, ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο, ή ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, μπορεί να αποφασίσει την επανάληψη της συζήτησης.

Σημείωση 4

Στη νέα συζήτηση δεν είναι αναγκαία η παράσταση του διαδίκου. Ο απολειπόμενος διάδικος θεωρείται ως κατ αντιμωλίαν δικαζόμενος, αν είχε παραστεί προσηκόντως στην προηγούμενη συζήτηση. Δεν απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων, χωρίς όμως τούτο να αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται η επαναφορά των προτάσεων που έχουν κατατεθεί προηγουμένως.

Σημείωση 5

Οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις στο ακροατήριο, εφόσον είχαν παραστεί στην αρχική συζήτηση. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.

Β. Επανάληψη συζήτησης για συμπλήρωση κενών

Το άρθρο 254 ΚΠολΔ, ως ισχύει με την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, προβλέπει ότι, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης, ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. Η επαναλαμβανόμενη συζήτηση ορίζεται το συντομότερο δυνατό και οι διάδικοι κλητεύονται (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.

Σημείωση 1

Κατά την επανάληψη της συζήτησης δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων εγγράφων προτάσεων, οι προτάσεις δε που κατατέθηκαν κατά την συζήτηση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη αρκούν και ισχύουν και για την κατά την επανάληψη συζήτηση, με αποτέλεσμα όσα ο διάδικος επικαλέστηκε και προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις του της προηγούμενης συζήτησης να θεωρούνται ως επικληθέντα και προβληθέντα και κατά την επανάληψή της, και δη, είτε ο διάδικος δεν κατέθεσε εκ νέου προτάσεις, είτε κατέθεσε προτάσεις στις οποίες απλώς ενσωμάτωσε εκείνες της προηγούμενης συζήτησης.

Τα ίδια ισχύουν και στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο διατάσσει αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο, ή την εκ νέου εξέταση ενός ή περισσοτέρων μαρτύρων προς συμπλήρωση ή διευκρίνιση των καταθέσεών τους.

Σημείωση 2

Κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση κάθε διάδικος μπορεί να επικαλεστεί και προσκομίσει αποδεικτικά μέσα που δεν είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κατά την συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση, με την οποία το δικαστήριο διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης (ΟλΑΠ 30/ 1997, ΑΠ 1336/2002, ΑΠ 836/2018).

Σημείωση  3

Σε προθεσμία (3) εργασίμων ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης μπορεί να κατατεθεί προσθήκη, νέοι, όμως, ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.

Α. Η δωρεά κινητού πράγματος γίνεται κατ αρχήν με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Αν για την δωρεά δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο αυτή ισχυροποιείται,  αφ ότου ο δωρητής παραδώσει το πράγμα στο δωρεοδόχο. Αν ο δωρεοδόχος κατέχει ήδη το δωρούμενο δεν υποχρεούται να το αναλάβει ο δωρητής από τον κάτοχο δωρεοδόχο και να του το παραδώσει εκ νέου.

Β. Αν το κινητό βρίσκεται στη νομή τρίτου, αρκεί για τη μεταβίβαση της κυριότητάς του η εκχώρηση της διεκδικητικής αγωγής κατά του τρίτου. Η εκχώρηση της διεκδικητικής αγωγής δεν είναι απαραίτητο να συνομολογηθεί ρητά. Η συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος για μετάθεση της κυριότητας κινητού, που βρίσκεται στη νομή τρίτου ενέχει αναγκαίως και την έννοια συμφωνίας για εκχώρηση της διεκδικητικής αγωγής, χωρίς να απαιτείται αναγγελία στον τρίτο νομέα.

Γ. Στην περίπτωση μεταβίβασης της κυριότητας με έκταξη της νομής,  ο κύριος που στερείται μόνο την κατοχή του πράγματος μεταβιβάζει την κυριότητα με την εκχώρηση προς τον αποκτώντα της ενοχικής αξίωσης για απόδοση του πράγματος. Στην περίπτωση αυτή η μεταβίβαση έναντι του κατόχου ισχύει αφ ότου του γνωστοποιηθεί τούτο από τον μεταβιβάζοντα κύριο. Η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και από τον αποκτώντα εφ όσον ενεργεί ως πληρεξούσιος του μεταβιβάζοντος.

Α. Από την διάταξη του άρθρου 354 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «όποιος ομολόγησε, μπορεί ν' ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει, ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια»,

Β. Η ανάκληση δεν υπόκειται σε συγκεκριμένο τύπο και γίνεται με άτυπη δήλωση. Μπορεί να καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή να περιέχεται στις προτάσεις, ή στην προσθήκη των προτάσεων, όπως επίσης στο δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων της.

Γ. Η ανάκληση μπορεί να γίνει σε κάθε στάση της δίκης, επομένως και στο στάδιο της εφέσεως, αδιαφόρως αν έγινε ή όχι επίκληση από τον αντίδικο του ομολογούντος, αφού η παραπάνω διάταξη δεν κάνει καμιά περί τούτου διάκριση.

Δ. Η ανάκληση επιφέρει την αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αφού ο ανακαλέσας είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ότι η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η ως άνω απόδειξη λαμβάνει χώρα με βάση μόνο τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα, ενόψει της υποχρέωσης του ανακαλούντος προς προαπόδειξη. Έτσι, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να διατάξει απόδειξη, εκτός εάν δεν μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για τα αμφισβητούμενα σημεία. Αν ο ομολογήσας δεν αποδείξει την αναλήθεια του ομολογηθέντος ισχυρισμού, το δικαστήριο δεσμεύεται από την δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος.

Ε. Μετά την νόμιμη ανάκλησή της η ομολογία στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής δύναμης. Eάν, παραταύτα, ληφθεί υπόψη, θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΜονΠρΑθ 113 /2016).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ. 2 και 354 ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι «το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία» και «όποιος ομολόγησε, μπορεί ν' ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει, ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια», προκύπτει ότι η ανάκληση της εξώδικης ομολογίας, μπορεί να γίνει από τον αρχικό διάδικο που εξωδίκως ομολόγησε, ή από τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του που συνεχίζουν τη δίκη, ή τον δικαστικό πληρεξούσιό τους, εκτός αν του έχει αφαιρεθεί ρητά η σχετική εξουσία.

Β. Η ανάκληση δεν υπόκειται σε συγκεκριμένο τύπο και γίνεται με άτυπη δήλωση. Μπορεί να καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή να περιέχεται στις προτάσεις, ή στην προσθήκη των προτάσεων, όπως επίσης στο δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων της.

Γ. Η ανάκληση μπορεί να γίνει σε κάθε στάση της δίκης, επομένως και στο στάδιο της εφέσεως, αδιαφόρως αν έγινε ή όχι επίκληση από τον αντίδικο του ομολογούντος, αφού η παραπάνω διάταξη δεν κάνει καμιά περί τούτου διάκριση.

Δ. Μετά την νόμιμη ανάκλησή της η ομολογία στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής δύναμης. Eάν, παραταύτα, ληφθεί υπόψη, θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΜονΠρΑθ 113 /2016).

Σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία.

Α. Κατά την έννοια του άρθρου 352 παρ. 2 ΚΠολΔ εξώδικη ομολογία είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, που αφορά αμφισβητούμενο και επιβλαβές για τον ομολογούντα πραγματικό περιστατικό, η οποία απευθύνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου, από εκείνο που δικάζει την υπόθεση ή περιέρχεται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο που δεν απευθύνονται ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου. Εξώδικη ομολογία αποτελεί και η περιεχόμενη σε αγωγή προηγούμενης δίκης (ΑΠ 137/2012).

Β. Η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη εξώδικη ομολογία απορρίπτεται ως αβάσιμη, αν από την απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται η ομολογία (AΠ 1456/2009).

Το θέμα ρυθμίζεται με τον ν. 2071/1992, άρθρα 95 επ.

Ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενούς εισαγωγή και παραμονή αυτού για θεραπεία σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας.

Α. Προϋποθέσεις για να τεθεί κάποιος σε ακούσια νοσηλεία είναι πρώτον, ο ασθενής α) να πάσχει από ψυχική διαταραχή, β) να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του και γ) η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια, είτε να αποκλεισθεί η θεραπεία του, είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, και δεύτερον, ο ασθενής α) να πάσχει από ψυχική διαταραχή και β) η νοσηλεία του να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.

Β. Την ακούσια νοσηλεία του ασθενή, μπορούν να ζητήσουν, με αίτηση που απευθύνεται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του ασθενούς, συνοδευόμενη με γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων, ή ενός ψυχιάτρου και ενός ιατρού παρεμφερούς ειδικότητας, α) ο σύζυγός του, β) συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα, γ) συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό και δ) όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του, ή ο επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου. Την ακούσια νοσηλεία μπορεί να ζητήσει και αυτεπάγγελτα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας, ή διαμονής του ασθενή.

Γ. Μετά την υποβολή της αίτησης, ή αυτεπάγγελτα, ο εισαγγελέας, αφού διαπιστώσει την συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων, διατάσσει την σύλληψη και  μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας της κατοικίας του ασθενή, εκτός αν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν την νοσηλεία του αλλού. Η παραγγελία του Εισαγγελέα για την σύλληψη του ασθενή είναι υποχρεωτική, τόσο για την αστυνομική αρχή στην οποία απευθύνεται, όσο και για τον ασθενή, η δε αστυνομική αρχή οφείλει να τον συλλάβει και τον  παραδώσει στην μονάδα ψυχικής υγείας. Εφόσον ο ασθενής δεν προσέρχεται οικειοθελώς, τα αστυνομικά όργανα είναι υποχρεωμένα να χρησιμοποιήσουν την προς τούτο αναγκαία βία για την εκτέλεση της παραγγελίας, να συλλάβουν τον ασθενή και τον παραδώσουν στην μονάδα ψυχικής υγείας.

Δ. Σε (3) ημέρες, από τότε που ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών διέταξε την μεταφορά του ασθενή μονάδα ψυχικής υγείας, εισάγει την υπόθεση, με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, στο Μονομελές Πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, ώστε να αποφασιστεί η θέση του ασθενή σε ακούσια νοσηλεία. Στην συνεδρίαση καλείται πριν από 48 ώρες ο ασθενής, ο οποίος δικαιούται να παραστεί με δικηγόρο και με ψυχίατρο ως τεχνικό σύμβουλο. Σε περίπτωση μη κλήτευσης, ή μη νόμιμης, ή μη εμπρόθεσμης κλήτευσής του, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 606/2002, ΜονΠρΠειρ 49/2020). Αν κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανιστεί, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται σαν να ήταν παρών, κατά εφαρμογή του άρθρου 754 εδ. β΄ ΚΠολΔ. Αν δεν εμφανιστεί ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, η συζήτηση προχωρά κανονικά, γιατί ο Εισαγγελέας δικαιούται και δεν υποχρεούται να παραστεί σε αυτή (άρθρα 748 παρ. 2 και 750 ΚΠολΔ) (ΜονΠρΠειρ 98/2019).

Ε. Κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου που θέτει τον ασθενή σε ακούσια νοσηλεία, μέσα σε προθεσμία (2) μηνών από την δημοσίευση της απόφασης, χωρεί έφεση και ανακοπή κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ. Την ανακοπή μπορεί να ασκήσει και ο επιστημονικός διευθυντής της Μονάδας Ψυχικής Υγείας που νοσηλεύεται ο ασθενής.

ΣΤ. Η διάρκεια της ακούσιας νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους (6) μήνες. Μετά την πάροδο των τριών πρώτων μηνών, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής και άλλος ένας ψυχίατρος του τομέα ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο εισαγγελέας δικαιούται να διαβιβάσει την έκθεση αυτή στο Πρωτοδικείο της περιφέρειάς του με αίτησή του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η ακούσια νοσηλεία. Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες πρέπει να παραταθεί η νοσηλεία του ασθενή πέραν των (6) μηνών, τούτο είναι δυνατό μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη επιτροπής εκ τριών ψυχιάτρων, εκ των οποίων ένας είναι ο θεράπων ιατρός και οι έτεροι δύο ορίζονται από τον εισαγγελέα.

Ζ. Η ακούσια νοσηλεία διακόπτεται όταν πάψουν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της. Την διακοπή δικαιούται να ζητήσει ο ασθενής, ή οι παραπάνω συγγενείς του, ή ο επίτροπός του με αίτησή τους προς τον Εισαγγελέα, την οποία ο Εισαγγελέας την υποβάλει στο Πρωτοδικείο. Νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά από (3) μήνες.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 303 ΑΚ με εκείνες των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκείνος που από οποιαδήποτε αιτία, είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση (εντολή, εταιρεία), ή από οιονεί σύμβαση (διοίκηση αλλοτρίων), ή και από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, διαχειρίζεται ξένη ολικά ή μερικά περιουσία, έστω και μία υπόθεση, που συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει (δοσίλογος) σε εκείνον που του ανέθεσε την διαχείριση (δεξίλογος) (ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 360/2014).  

Α. Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει σε εξώδικη ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού, ή εάν ο λογαριασμός, που ανακοίνωσε εξώδικα ο δοσίλογος, δεν είναι σαφής, ορισμένος και λεπτομερειακός, για όλο το χρονικό διάστημα της διαχείρισης, δεν εκπληρώνεται η υποχρέωση του δοσίλογου προς λογοδοσία και ο δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου για ανακοίνωση του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ.

Σημείωση

Η παροχή εξώδικης λογοδοσίας δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλεισθεί η δικαστική λογοδοσία. Μόνο η έγκριση της εξώδικης λογοδοσίας καθιστά περιττή και απαράδεκτη την αγωγή λογοδοσίας (ΜονΠρΠειρ  4063/ 2019).   

Β. Η αγωγή λογοδοσίας υπάγεται κατ’ αρχήν στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατ’ εξαίρεση όμως, αν η αγωγή περί λογοδοσίας περιέχει και αίτημα περί καταβολής εικαζομένου ελλείμματος και ορίζεται αυτό, η αρμοδιότητα καθορίζεται βάσει του ποσού του αιτουμένου εικαζομένου ελλείμματος (ΜονΠρΠειρ 4063/2019).   

Γ. Για την θεμελίωση αξίωσης παροχής λογοδοσίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις, α) να πρόκειται για διαχείριση ξένης περιουσίας, β) η υπόθεση να είναι ξένη είτε στο σύνολό της, είτε κατά ένα μέρος.

α) Στην αγωγή λογοδοσίας, εκτός από το αίτημα περί λογοδοσίας, μπορεί να περιληφθεί και αίτημα περί καταβολής του υπολοίπου του λογαριασμού, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, σύμφωνα με το άρθρο 490 ΚΠολΔ, να προσδιοριστεί τούτο στο δικόγραφο της αγωγής. 

β) Εκτός από το αίτημα περί καταβολής του υπολοίπου του λογαριασμού, μπορεί να περιληφθεί και αίτημα καταβολής ορισμένου ελλείμματος, αν δεν κατατεθεί ο λογαριασμός ή ο κατάλογος με τα δικαιολογητικά.

γ) Το αίτημα για την καταβολή του καταλοίπου συνέχεται με την κατάθεση του λογαριασμού και μπορεί να συγκεκριμενοποιείται κατά το στάδιο που θα επακολουθήσει, ενώ το αίτημα για την καταβολή του πιθανολογούμενου (εικαζόμενου) ελλείμματος, αποτελεί ιδιότυπο (πρόσθετο) μέσο εξαναγκασμού του οφειλέτη και πρόσθετο μέσο εκτέλεσης, το οποίο συντρέχει με τα μέσα εκτέλεσης του άρθρου 946 ΚΠολΔ. Το μέσο αυτό διατάζεται από το δικαστήριο κατόπιν αίτησης του ενάγοντα, και αποσκοπεί όπως και τα μέσα εκτέλεσης του άρθρου 946 ΚΠολΔ να κάμψει την άρνηση του οφειλέτη να καταθέσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας το λογαριασμό ή τον κατάλογο των στοιχείων, πράξη η οποία δεν μπορεί να επιχειρηθεί από τρίτο πρόσωπο.

δ) Στην περίπτωση που ο δεξίλογος με την αγωγή του σωρεύει και αίτημα (καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό) για καθορισμό συγκεκριμένου ελλείμματος, ή καταλοίπου του λογαριασμού, πρέπει για το ορισμένο του αιτήματος αυτού, να επικαλείται σε αυτήν περιστατικά που να δικαιολογούν την επιδίκαση του (π.χ. πράξεις που ενήργησε ο δοσίλογος στα πλαίσια της γενομένης από αυτόν διαχείρισης και το ποσό της δαπάνης στην οποία υποβλήθηκε γι`αυτές, καθώς και τις γενόμενες δαπάνες), κάτι που δεν απαιτείται να γίνει λεπτομερειακά (αφού πρόκειται για κονδύλια κατ` αρχήν άγνωστα στον ενάγοντα), αλλά αρκεί μια γενική περιγραφή τους, ώστε να διαταχθούν σχετικές αποδείξεις και να προσδιορισθεί το κατάλοιπο.

ε) Τα ίδια αιτήματα μπορούν να υποβληθούν και με παρεμπίπτουσα αγωγή.

Η δίκη διέρχεται τρία στάδια.  

Α) Στο πρώτο στάδιο (άρθρο 473 ΚΠολΔ), λαμβάνει χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου η συζήτηση της αγωγής κατά τις γενικές διατάξεις, κατά την οποία ερευνάται εάν υπάρχει υποχρέωση του εναγομένου για λογοδοσία, που να προκύπτει, είτε από το άρθρο 303 του ΑΚ, είτε από άλλη διάταξη νόμου.

α) Ο δοσίλογος μπορεί να αμφισβητήσει την υποχρέωσή του για λογοδοσία, ή να αντιτάξει προς άμυνα κατά της αγωγής ενστάσεις, σχετικά με την υποχρέωσή του προς λογοδοσία, όπως ότι απαλλάχθηκε από την υποχρέωσή του για λογοδοσία, ή ότι εγκρίθηκε από το δεξίλογο, έστω και σιωπηρά, εξώδικη λογοδοσία του.

β) Ο ισχυρισμός του δοσιλόγου ότι λογοδότησε εξωδίκως προς τον δεξίλογο πριν από την άσκηση της αγωγής, με την θέση υπ όψιν του των σχετικών λογαριασμών της όλης διαχείρισης, τους οποίους αναγνώρισε αυτός και παραδέχτηκε ότι έχουν καλώς, αποτελεί ανατρεπτική ένσταση για την αγωγή λογοδοσίας, καθ όσον η εξώδικη λογοδοσία αν γίνει αποδεκτή από το δεξίλογο συνιστά σύμβαση απόλυτα έγκυρη και ισχυρή λόγω του απαλλοτριωτού των ιδιωτικών δικαιωμάτων, η οποία απαλλάσσει το δοσίλογο από την υποχρέωση να λογοδοτήσει εκ νέου και καθιστά απαράδεκτη την για την λογοδοσία αγωγή. Η έγκριση του λογαριασμού μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, εφόσον συνάγεται από περιστατικά που υποδηλώνουν αναμφίβολα την πρόθεση έγκρισης.

γ) Στο στάδιο αυτό, κατ άρθρο 474 ΚΠολΔ, εκδίδεται μη οριστική απόφαση που διατάζει λογοδοσία, ή παράδοση καταλόγου των στοιχείων ομάδας αντικειμένων, ορίζοντας προθεσμία μέσα στην οποία ο λογαριασμός, ή ο κατάλογος, πρέπει να κατατεθεί με τα δικαιολογητικά στην γραμματεία του δικαστηρίου.

δ) Η απόφαση που διατάζει λογοδοσία και τάσσει προθεσμία από την επίδοσή της για την κατάθεση του λογαριασμού, αν μέσα στην τασσόμενη αυτή προθεσμία δεν κατατεθεί ο λογαριασμός, γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση της λογοδοσίας, υποκείμενη έκτοτε σε έφεση, κατά το άρθρο 513 παρ.1 περ. β ΚΠολΔ (474 και 477 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Β) Στο δεύτερο στάδιο ο δοσίλογος σε εκτέλεση της μη οριστικής απόφασης ανακοινώνει στον δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις, με τα δικαιολογητικά, στην γραμματεία του δικαστηρίου. Για την κατάθεσή τους συντάσσεται έκθεση, τα δε έγγραφα και τα δικαιολογητικά τοποθετούνται στο φάκελο της δικογραφίας. Στην ανακοίνωση ο δοσίλογος πρέπει να αναγράφει λεπτομερώς τα έσοδα και τα έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη, διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, ακόμη δε να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα, εφ όσον η έκθεσή τους συνηθίζεται, κατά τρόπο ώστε να παρέχεται στον δεξίλογο πλήρης εικόνα της υπόθεσης, που διαχειρίστηκε ο δοσίλογος και να διευκολύνεται έτσι ο έλεγχος των επί μέρους κονδυλίων (ΑΠ 1122/2006).

Αν ο δοσίλογος δεν καταθέσει τον λογαριασμό, η μη οριστική απόφαση που έχει εκδοθεί γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας και, όταν τελεσιδικήσει, μπορεί να εκτελεστεί ως προς τις διατάξεις της για την χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση.

Γ) Αν, όμως, ο δοσίλογος συμμορφωθεί προς την απόφαση και καταθέσει λογαριασμό, ή κατάλογο με όλα τα σχετικά έγγραφα, η δίκη προχωρεί στο τρίτο στάδιο (άρθρο 475 ΚΠολΔ), κατά το οποίο οι διάδικοι υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους, προσδιορίζουν σαφώς τα κονδύλια του λογαριασμού, ή τα στοιχεία του καταλόγου, τα οποία αμφισβητούν, τις ελλείψεις ή τις παραλείψεις τους και γενικά προβάλλουν όλα τα μέσα επίθεσης και άμυνας που αφορούν το λογαριασμό, ή τον κατάλογο (άρθρο 475 παρ. 2 ΚΠολΔ) και εκδίδεται οριστική απόφαση που επιλύει την διαφορά.

α) Aν με το λογαριασμό, ή τον κατάλογο, που έχει κατατεθεί ομολογείται

υποχρέωση για καταβολή ορισμένου ποσού, ή για απόδοση ορισμένων αντικειμένων, το δικαστήριο ύστερα από σχετική αίτηση καταδικάζει τον εναγόμενο να καταβάλει το ποσό ή να αποδώσει τα αντικείμενα με βάση την ομολογία που περιέχεται στο λογαριασμό, ή τον κατάλογο, επιφυλάσσεται όμως για όσα επιπλέον πρέπει να καταβληθούν, ή να αποδοθούν.

Σημείωση 1

Η οριστική απόφαση ακολουθεί μόνον, εφ όσον στην αγωγή περιέχεται και αίτημα για καταβολή του καταλοίπου, άνευ του οποίου είναι άσκοπη κάθε περαιτέρω διαδικαστική πράξη ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Σημείωση 2

α) Απαραίτητη προϋπόθεση για την επακολούθηση του δευτέρου σταδίου, είναι η τήρηση της προδικασίας του από τον δοσίλογο, δηλαδή η τήρηση της υποχρέωσης προς λογοδοσία, που υλοποιείται με την κατάθεση του λογαριασμού και των σχετικών εγγράφων.

β) Σύμφωνα με το άρθρο 477 ΚΠολΔ, αν δεν κατατεθούν μέσα στην προθεσμία που όρισε η απόφαση ο λογαριασμός ή ο κατάλογος, η απόφαση γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας ή την υποβολή του καταλόγου. Αν ζητήθηκε κατά το άρθρο 473 να καταβληθεί ορισμένο έλλειμμα και το έλλειμμα πιθανολογείται, το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει τη λογοδοσία μπορεί να καταδικάσει τον εναγόμενο, για την περίπτωση που δεν θα καταθέσει εμπρόθεσμα το λογαριασμό ή τον κατάλογο με τα δικαιολογητικά, να καταβάλει το κατά την κρίση του έλλειμμα. Το δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει απόδειξη για το πιθανό έλλειμμα (ΜονΠρΠειρ  4063/ 2019).

Σημείωση 3

Η επίδοση της αποφάσεως που γίνεται σε εκτέλεση της σχετικής επιταγής του δικαστηρίου κινεί την τασσόμενη για την κατάθεση του λογαριασμού προθεσμία και μόνον, όχι δε και την κατά το άρθρο 518 παρ.1 του ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ή εξήντα ημερών από την επίδοση της απόφασής για την άσκηση της εφέσεως. Η τελευταία αυτή (για την άσκηση της εφέσεως) προθεσμία αρχίζει από την νέα, μετά την άπρακτη παρέλευση της ταχθείσης προθεσμίας, επίδοση της αποφάσεως, αφού από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής η απόφαση γίνεται οριστική, εάν δε η απόφαση αυτή δεν επιδοθεί εκ νέου, η προθεσμία της εφέσεως είναι διετής και αρχίζει επίσης από την άπρακτη παρέλευση της ταχθείσης για την κατάθεση του λογαριασμού προθεσμίας.

Σημείωση 4

Τα ανωτέρω ως προς την προθεσμία της έφεσης ισχύουν και όταν η απόφαση περιέχει και άλλες, οριστικές, διατάξεις, και όταν δηλαδή η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, αφού κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ. τελ. του ΚΠολΔ, «Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη» (ΑΠ 1446/2012).

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1α ΚΠολΔ «Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται».

Α. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αναγκαστική ομοδικία συντρέχει στις εξής περιπτώσεις

1) Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση.

Πότε συντρέχει η περίπτωση αυτή, το ορίζει το ουσιαστικό δίκαιο. Ενδεικτικά, α) όταν το δεσπόζον, ή το δουλεύον, ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους, για την σύσταση δουλείας, β) Όταν οι συγκύριοι του δουλεύοντας ακι­νήτου αρνούνται την ύπαρξη υπέρ γειτονικού ακινήτου πραγματικής δουλείας, π.χ. διόδου, γ) στην απόδοση μισθίου, β) στην αναπροσαρμογή μισθώματος, γ) στην αγωγή από τρίτο πρόσωπο κατά αγοραστή και πωλητή, με τον ισχυρισμό ότι η πώληση είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ότι πραγματικός αγοραστής είναι ο ενάγων.

2) Η έκταση ισχύος της απόφασης αφορά  όλους τους ομοδίκους.

Ενδεικτικά, α) στην περίπτωση δεδικασμένου, β) της διαπλαστικής ενεργείας  των δικαστικών αποφάσεων, γ) στην σύσταση πραγματικής δουλείας σε ακίνητο, που ανήκει σε περισσότερους, δ) στις περιορισμένες δουλείες, ε) στην αγωγή ομολογήσεως δουλείας, στ) στις διαφορές  πρωτοφειλέτη – εγγυητή ως προς την ύπαρξη της κύριας οφειλής, εκτός αν υπάρχει κοινή εκπροσώπηση,  ζ) στις διαφορές  μισθωτή – υπομισθωτή στην απόδοση μισθίου, η) στις διαφορές κυρίου διαδίκου και αυτοτελώς υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνοντος, θ) στις διαφορές εκκαθαριστή κληρονομία και ο κληρονόμου

3) Όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να εναγάγουν, ή να εναχθούν.

Ενδεικτικά, α) στην σύμβαση έργου, όπου για να κηρύξουν οι οικοπεδούχοι έκπτωτο τον εργολάβο πρέπει το δικαίωμα υπαναχώρησης να ασκηθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, από όλους τους οικοπεδούχους κατά όλων των εργολάβων, β) στην αντικατάσταση του πωληθέντος ελαττωματικού πράγματος, του άρθρου 553 ΑΚ, όπου, αν οι πωλητές, ή οι αγοραστές, είναι περισσότεροι, το δικαίωμα πρέπει να ασκηθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, από όλους εναντίον όλων, γ) στην αγωγή διανομής για την λύση της κοινωνίας, βάσει του άρθρου 478 ΑΚ, όπου η αγωγή πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, δ) στην αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας ή την ακύρωση γάμου λόγω υφιστάμενου άλλου, που πρέπει να απευθύνεται, σε περίπτωση θανάτου του από δεύτερο γάμου συζύγου, κατά όλων των κληρονόμων του, ε) στην αγωγή ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως, που πρέπει να  απευθύνεται κατά όλων όσοι συνομολόγησαν την συμφωνία περί διαιτησίας κατά το άρθρο 899 ΚΠολΔ, στ) στην ανακοπή τρίτου, που προβάλλει το δικαίωμά του στο αντικείμενο της αναγκαστικής εκτελέσεως, που πρέπει να απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος δανειστή και κατά του οφειλέτη.

4) Όταν εξ αιτίας ειδικών περιστάσεων δεν μπορούν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις έναντι των ομοδίκων.

Η διάταξη δεν αποκλείει το ενδεχόμενον να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις, αλλά  εννοεί ότι η τυχόν έκδοση άλλης απόφασης, αντιφατικής προς την προεκδοθείσα, δεν επηρεάζει την υφισταμένη νομική κατάσταση. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η άσκηση διαπλαστικής αγωγής. Δεν θεμελιώνεται αναγκαστική ομοδικία επί της «αδυναμίας» εκδόσεως αντιθέτων αποφάσεων, όταν οι εν λόγω αποφάσεις δεν θα έχουν διαπλαστικό, αλλά καταψηφιστικό χαρακτήρα, γιατί η καταδίκη του ενός κατ’ αρχήν δεν επηρεάζει την τύχη της μέλλουσας δίκης του άλλου.

Τέτοια περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μεταξύ συγκοινωνών-συγκυρίων (άρθρα 785, 788, 789, 1113 ΑΚ), όταν επιδιώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της μισθωτικής σύμβασης η οποία λειτουργεί στα πλαίσια της κοινωνίας και η κατάρτιση της είναι πράξη διαχείρισης, οπότε επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης.

Β. Άσκηση προσεπίκλησης αναγκαστικού ομοδίκου

1) Στην τακτική διαδικασία, η προσεπίκληση του αναγκαστικού ομοδίκου κατατίθεται και επιδίδεται με δικόγραφο εντός (60) ημερών από την κατάθεση της κυρίας αγωγής. Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι προθεσμία παρατείνεται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής  Η κατάθεση Προτάσεων γίνεται εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής. Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα. Η Προσθήκη στις Προτάσεις μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας (νέο άρθρο 238).

2) Στις ειδικές διαδικασίες η προσεπίκληση του αναγκαστικού ομοδίκου ασκείται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Η κατάθεση Προτάσεων   το αργότερο κατά την συζήτηση. Προσθήκη στις Προτάσεις έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση (νέο άρθρο 591).

Γ. Έφεση κατά αναγκαστικού ομοδίκου

Από τα άρθρα 76 παρ. 3, 4, 110 παρ. 2 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας η έφεση πρέπει επί ποινή απαραδέκτου αυτής να απευθύνεται καθ’ όλων των αναγκαίων ομοδίκων, όταν αυτοί είναι αντίδικοι και ουχί ομόδικοι του ασκήσαντος την έφεση (ΑΠ 284 /2008, ΕφΑθ 3446 /2008), πλην όμως έχει αποτελέσματα και υπέρ του ομοδίκου που δεν άσκησε το ένδικο μέσο, ο οποίος πρέπει να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ένδικου μέσου (ΑΠ 42 / 2016).

1) Παρέπεται ότι δεν απαιτείται από το νόμο η ασκούμενη από έναν από τους αναγκαίους ομοδίκους έφεση να απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, και κατά των ομοδίκων αυτού, αφού στην αντίθετη περίπτωση ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος, θα εμφανίζεται να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα του εφεσίβλητου και του εκκαλούντος, αυτό το οποίο ακριβώς είναι λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΟλΑΠ 63/1981).

2) Απαιτείται, όμως ότι οι αναγκαίοι ομόδικοι του εκκαλούντος πρέπει να καλούνται (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) στην συζήτηση της έφεσης, αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης αυτών, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους, σύμφωνα με τα άρθρα 524 παρ. 3 εδ. α΄ και 272 παρ. 2, σε συνδυασμό με 271 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1433/2012, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011, ΜονΕφΠειρ 705/2018)

3) Η έφεση, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες ασκείται μέσα σε 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

 

 

 

Η κυρία παρέμβαση, κατά το άρθρο 79 ΚΠολΔ, κατά περιεχόμενο, σκοπό, συνέπειες και δύναμη εξομοιώνεται με την κυρία αγωγή, από την οποία τυπικώς διαφέρει γιατί δεν είναι εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, αλλά παρεμπίπτουσα αγωγή τρίτου κατά των αρχικών διαδίκων ή των υπεισελθόντων στη θέση τους. Αποτελεί διαδικαστική πράξη με την οποία τρίτος συμμετέχει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη και έχει αυτοτέλεια έναντι της αγωγής, καθ όσον ο κυρίως παρεμβαίνων υποβάλλει αίτημα παροχής έννομης προστασίας με την μορφή της διαγνώσεως ότι δικαιούχος του επίδικου αντικειμένου είναι αυτός, δηλαδή ο παρεμβαίνων αντιποιείται ολόκληρο ή κατά ένα μέρος το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 10/2019).

Α. Η κυρία παρέμβαση στηρίζεται στο ίδιο δικαίωμα ή στην ίδια έννομη σχέση ως προς όλους τους κυρίους διαδίκους, το επικαλούμενο δε δικαίωμα είναι τέτοιο που να μπορεί να στραφεί εναντίον όλων των αρχικών διαδίκων, χωρίς να απαιτείται να στηρίζεται η αξίωση του παρεμβαίνοντος στην ίδια ιστορική και νομική αιτία που στηρίζεται και η αγωγή του κυρίου διαδίκου.

Β. Έτσι η κυρία παρέμβαση, με την οποία εισάγεται αυτοτελής έναντι της αγωγής αίτηση παροχής έννομης προστασίας για το αντικείμενο της αγωγής, αποτελεί παρεμπίπτουσα αγωγή που απλώς συνεκδικάζεται λόγω συνάφειας με την αγωγή, για την οποία δημιουργείται νέα παρεμπίπτουσα δίκη, αυτοτελής έναντι της αρχικής, με αντιδίκους του παρεμβαίνοντος τους αρχικούς διαδίκους, χωρίς την δημιουργία σχέσεως ομοδικίας απλής ή αναγκαστικής των τελευταίων έναντι του παρεμβαίνοντος (ΑΠ 1417/2010, ΑΠ 847/2007, ΑΠ  611/2013), ούτε συντρέχουν οι κατά το άρθρο 76 ΚΠολΔ προϋποθέσεις της αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 10/2019).

Γ. Σύμφωνα με το άρθρο 79 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4335/2015, η κύρια παρέμβαση  ασκείται μόνο στον πρώτο βαθμό.

Δ. Αν ασκήθηκε κυρία παρέμβαση στην πρωτόδικη δίκη, αποκλείεται η άσκηση νέας παρέμβασης στην κατ' έφεση δίκη από τον πρωτοδίκως παρεμβάντα και αν ακόμη απορρίφθηκε αυτή. Έτσι αν απορρίφθηκε πρωτοδίκως η κυρία παρέμβαση αποκλείεται και είναι απαράδεκτη η επανάληψή της στον δεύτερο βαθμό. Χωρεί μόνον έφεση από τον έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον κυρίως παρεμβαίνοντα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που απέρριψε την κυρία παρέμβασή του (ΑΠ 611/2013).

Ε. Αν η κύρια παρέμβαση απορρίφθηκε, ο δε κυρίως παρεμβαίνων δεν άσκησε αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με διάταξη της οποίας απορρίφθηκε η εν λόγω παρέμβαση, δεν μπορεί να είναι αναιρεσίβλητος στην ασκούμενη αναίρεση του κυρίως διαδίκου που ηττήθηκε, αφού ως προς αυτόν δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, έστω και αν ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους της (ΑΠ 1417/2010, ΑΠ 40/2014, ΑΠ 10/2019)

ΣΤ. Ο δικαιούμενος σε κύρια παρέμβαση, σε περίπτωση μη άσκησής της, έχει την δυνατότητα να ασκήσει τριτανακοπή κατά της μεταξύ άλλων εκδοθείσας απόφασης, ή δική του αυτοτελή αγωγή.

 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ η πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου μπορεί να ασκηθεί μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενη σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον (ΜονΕφΠειρ 560/2020).

Σύμφωνα δε την διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 ΚΠολΔ, ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στους κύριους διαδίκους. Παρέπεται ότι χωρίς την επίδοση αντιγράφου της πρόσθετης παρέμβασης στους διαδίκους δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της, και η τυχόν επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης από τον παρεμβαίνοντα και η συζήτησή της προτού επιδοθεί το αντίγραφο αυτό είναι απαράδεκτη (ΟλΑΠ 8/2011, ΑΠ 1433/2013).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ η πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου μπορεί να ασκηθεί μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου, περιοριζόμενη μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφ όσον έχει έννομο συμφέρον (ΜονΕφΠειρ 560/2020).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 κα 309 εδ. α ΚΠολΔ συνάγεται πως οριστική είναι η απόφαση με την οποία περατούται η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής, ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου. Αντιθέτως, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες, που προπαρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για την έκδοση οριστικής δικαστικής αποφάσεως.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 309 ΚΠολΔ, οι οριστικές αποφάσεις δεν μπορούν μετά την δημοσίευσή τους να ανακληθούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Αντιθέτως οι μη οριστικές μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν (ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου) σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση.

Β. Θεωρούνται μη οριστικές και δύνανται να ανακληθούν οι αποφάσεις οι οποίες (ΜονΠρΠειρ 65/2019)

α) δέχονται την αγωγή ή την ανακοπή, ως παραδεκτή και νόμω βάσιμη, χωρίς να εκτιμούν ακόμη την ουσιαστική βασιμότητα. Οι αποφάσεις που απορρίπτουν κεφάλαια της αγωγής, ή λόγους της ανακοπής, ως νόμω αβάσιμους είναι οριστικές και δεν επιτρέπεται να ανακληθούν.

β) δέχονται ή απορρίπτουν για οποιονδήποτε λόγο τις ενστάσεις, οι οποίες προτάθηκαν και

γ) διατάσσουν οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια (π.χ. αναβάλλουν τη συζήτηση ή διατάσσουν τη συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων ή τη διεξαγωγή μαρτυρικών αποδείξεων)

γ. Η απόφαση για την παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο είναι οριστική και  δεν ανακαλείται (ΜονΠρΠειρ 65/2019).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216 παρ. 1, 218 και 219 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η επικουρική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου και του υπόχρεου εναγομένου πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου. Επικουρική εναγωγή υπάρχει, όταν ο δεύτερος και οι επόμενοι ενάγονται για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής κατά του αμέσως προηγούμενου αυτών.

Α. Στην επικουρική εναγωγή συντρέχει το γνώρισμα της αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του εναγομένου, χωρίς να πρόκειται για παθητική ομοδικία των άρθρων 74 επ. ΚΠολΔ, καθόσον οι εναγόμενοι δεν είναι κοινωνοί της ίδιας υποχρέωσης έναντι του ενάγοντος, αφού ένας μόνο ευθύνεται, ο δε ενάγων ζητεί από το δικαστήριο να εξετάσει την αγωγή του ως προς τον εκάστοτε επόμενο εναγόμενο μόνο σε περίπτωση απόρριψής της έναντι του αμέσως προηγουμένου.

Β. Επομένως, επί επικουρικής εναγωγής περισσοτέρων προσώπων, η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας του δικογράφου που δημιουργείται, λόγω της άσκησης της αγωγής υπό την αίρεση της απόρριψης αυτής, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, η οποία δεν επιτρέπεται, διότι δημιουργεί εκκρεμοδικία υπό αίρεση, και συνεπώς απορρίπτεται και με αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο έρευνα (ΑΠ 1821/2007, 1495/2007)  ΑΠ 1543/2009) 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216 παρ. 1, 218 και 219 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η διαζευκτική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου και του υπόχρεου εναγομένου πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου.

Α. Διαζευκτική εναγωγή υπάρχει, όταν ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό ή θετικό, η ιδιότητα του εναγομένου και υπόχρεου, από την έννομη σχέση της δίκης. Στην διαζευκτική εναγωγή συντρέχει το γνώρισμα της αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του εναγομένου, και δεν πρόκειται για παθητική ομοδικία των άρθρων 74 επ. ΚΠολΔ, καθόσον οι εναγόμενοι δεν είναι κοινωνοί της ίδιας υποχρέωσης έναντι του ενάγοντος, αφού ένας μόνο ευθύνεται.

Β. Επομένως, επί διαζευκτικής εναγωγής περισσοτέρων προσώπων, η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας του δικογράφου που δημιουργείται από την πλήρη αοριστία της αγωγής ως προς το πρόσωπο του διαδίκου, και συνεπώς απορρίπτεται και με αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο έρευνα (ΑΠ 1821/2007, ΑΠ 1495/2007, ΑΠ 1543/2009). 

Σύμφωνα με το άρθρο 219 ΚΠολΔ, αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής (ή ανταγωγής) να τη στηρίξει σε άλλη βάση, ή να υποβάλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση.

Α. Με την διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 ΚΠολΔ εισάγεται εξαίρεση από τον κανόνα της απαγόρευσης άσκησης αγωγής υπό αίρεση και αναγνωρίζεται η επικουρική θεμελίωση της αγωγής σε άλλη, ή άλλες, βάσεις του ίδιου επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος, ακόμη και όταν η επικουρικώς ασκούμενη αγωγή είναι αντιφατική προς την κυρίως ασκούμενη, η εξέταση όμως της επικουρικής εξαρτάται από την αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης (ΑΠ 191/2017).

Σημείωση 1

Η από το νόμο απαγορευμένη άσκηση αγωγής υπό εξωδιαδικαστική αίρεση, όπως η άσκηση αγωγής υπό την αίρεση απορρίψεως προγενέστερης αγωγής, που έχει ασκηθεί κατ' άλλου προσώπου, επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής στο σύνολο της. Η ακυρότητα όμως αυτή αίρεται, όταν κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής στον πρώτο βαθμό έχει πληρωθεί η αίρεση (ΑΠ 545/2012).

Σημείωση 2

Η επικουρική ανταγωγή, που εξαρτάται από το παραδεκτό και την αποδοχή της κύριας αγωγής ασκείται παραδεκτά, γιατί πρόκειται για άλλη αίτηση που στηρίζεται στην απόρριψη του κυρίως προβληθέντος ισχυρισμού του αντενάγοντος για το απαράδεκτο της κύριας αγωγής (ΑΠ 1675/2012).

Β. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου, η επιβοηθητική άσκηση της αγωγής μπορεί να γίνει με το ίδιο ή άλλο δικόγραφο. Η επιγενόμενη επικουρική σώρευση επιτρέπεται ως την πρώτη συζήτηση της κύριας αγωγής. Η πρώτη συζήτηση νοείται σε σχέση με τον κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, σε περίπτωση δε αναπομπής από το Εφετείο (άρθρο 535 ΚΠολΔ), πρώτη συζήτηση θεωρείται εκείνη που διεξάγεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι του δικαστηρίου της αναπομπής (ΑΠ 488/2014).

Ως σώρευση αγωγών νοείται η άσκηση από ένα πρόσωπο περισσότερων για το ίδιο πράγμα αγωγών.

Η δικονομικού δικαίου σώρευση αγωγών προβλέπεται από το άρθρο 218 ΚΠολΔ (αντικειμενική σώρευση).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 218 ΚΠολΔ, περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο, μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής, α) αν δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, β) αν στο σύνολό τους υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, γ) αν υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου, δ) αν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, ε) αν η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση.

Β. Αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, διατάσσεται ύστερα από αίτηση, ή και αυτεπαγγέλτως, ο χωρισμός, και το δικαστήριο προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση.

Γ. Η παραπεμπτική απόφαση, όταν τελεσιδικήσει, είναι υποχρεωτική, τόσο για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Οι συνέπειες που έχει η άσκηση της αγωγής διατηρούνται (άρθρο 46). Απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου. Το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για την απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο (άρθρο 47).

Δ. Η από το ουσιαστικό δίκαιο συρροή αξιώσεων διαφέρει της σώρευσης αγωγών. Όταν οι συρρέουσες κατά το ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεις ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο, τότε πρόκειται για σώρευση συρρεουσών αγωγών. Η αντικειμενική σώρευση αγωγών του άρθρου 218 ΚΠολΔ αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντος, εναπόκειται, δηλαδή, στην βούλησή του, αφού από καμιά διάταξη νόμου δεν υποχρεώνεται για αυτή, ούτε δημιουργείται, στην αντίθετη περίπτωση, τεκμήριο καταστρατήγησης των διατάξεων περί της καθ ύλην αρμοδιότητας (ΑΠ 631/2006, ΑΠ  952/2015)

Ε. Η σώρευση περισσότερων αγωγών (αιτήσεων) στο ίδιο δικόγραφο χωρίς την συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, που ρητά ορίζονται στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 218 ΚΠολΔ, όπως λ.χ. η σώρευση αντιφασκουσών αγωγών, δεν επιφέρει την ακυρότητα του δικογράφου, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση διατάσσεται από το δικαστήριο, με οριστική απόφαση, ο χωρισμός τους, όπως επιτάσσει η διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου (ΑΠ 631/2006, ΑΠ 1358/2018).

Καθιερώθηκε με τον νόμο 4842/2021 η πιλοτική δίκη στον Άρειο Πάγο για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος, όταν υφίσταται δυσχερές ερμηνευτικό νομικό ζήτημα, προκειμένου να επιταχυνθεί η απονομή της Δικαιοσύνης και ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου.

Σύμφωνα με τον νομοθέτη, με την πιλοτική δίκη, θα επιλύονται ζητήματα που αφορούν σημαντικό αριθμό δικών, θα αποφεύγεται ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και η διαιώνιση δικών ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, με επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης και ενίσχυσης της ασφάλειας δικαίου.

Επισημαίνουμε ότι, ως έχει διατυπωθεί η νομοθετική πρόβλεψη, στις υποθέσεις που θα εισαχθούν απ ευθείας στον Άρειο Πάγο, παρακάμπτοντας τα  πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια, η δικανική κρίση του Αρείου Πάγου έχει ισχύ «οιονεί» δεδικασμένου για κάθε συναφή υπόθεση, που θα εισαχθεί σε δικαστήριο της ουσίας, γιατί το δικαστήριο της ουσίας δεσμεύεται να ακολουθήσει την απόφαση του Αρείου Πάγου ως καθοδηγητική, ενοποιητική και δεσμευτική, αφού ο ίδιος ο νόμος προβλέπει ότι «η απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες». Προκρίνεται ότι οι υποθέσεις που θα υπαχθούν αρχικώς στην πολιτική δίκη, θα είναι τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά,  οι δανειολήπτες, οι συμβασιούχοι, κλπ.

Αναλύοντας το άρθρο 2 του νόμου, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 20Α στον ΚΠολΔ, κάθε ένδικο βοήθημα ή μέσο, που ασκήθηκε ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού δικαστηρίου, μπορεί να εισαχθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με απλή πράξη τριμελούς επιτροπής (που αποτελείται από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος) ύστερα, α) από αίτημα ενός των διαδίκων, που κατατίθεται ενώπιόν της, ή β) ύστερα από προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλεται από το δικαστήριο της ουσίας, με απόφαση που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, ή γ) με απ ευθείας εισαγωγή με απλή πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όταν υφίσταται «νέο δυσχερές ερμηνευτικό νομικό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων».

Ο νόμος δεν προσδιορίζει ποιο θεωρείται «νέο δυσχερές ερμηνευτικό νομικό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων», άλλωστε δεν θα μπορούσε, και το αφήνει στην νομική κρίση της Τριμελούς Επιτροπής του Αρείου Πάγου, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και της Ολομέλειάς του.

Διαδικαστικά, πριν την έκδοση της Πράξης της Τριμελούς Επιτροπής του Αρείου Πάγου, η Επιτροπή καλεί όλους τους διαδίκους, να εμφανισθούν ενώπιόν της για να εκθέσουν τις απόψεις τους αυτοπροσώπως, ή με υπόμνημα. Η Πράξη, με την δημοσίευσή της σε (2) ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών, προκαλεί  άνευ ετέρου την αναστολή της εκδίκασης όλων των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Στη δίκη ενώπιον της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου επιτρέπεται παρέμβαση κάθε διαδίκου σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ζήτημα. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού αποφανθεί σε προθεσμία (6) μηνών, παραπέμπει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο δικαστήριο, με αποτέλεσμα, η απόφασή του να δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες, οι υποθέσεις δε, που είχε ανασταλεί η εκδίκασή τους, επαναφέρονται για συζήτηση με κλήση με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου.

 

Δημοσιεύονται οι αλλαγές στον ΚΠολΔ, σχετικά με τις ειδικές διαδικασίες στην πολιτική δίκη (νέο άρθρο 591) που θα ισχύσουν από 1-1-2022, μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, που δημοσιεύτηκε την 13-10-2021. 

1) Αγωγή  

Η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων είναι (30) ημέρες πριν από την συζήτηση. Αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων είναι (60) ημέρες πριν από την συζήτηση.

2) Παρέμβαση - Προσεπίκληση - Ανακοίνωση

Ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

3) Παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση

Κατατίθεται και επιδίδεται στους διαδίκους, τουλάχιστον (5) ημέρες πριν από την συζήτηση.

4)  Κατάθεση Προτάσεων  

Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά την συζήτηση.

Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα.

5) Προσθήκη στις Προτάσεις

Έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση.

Αξιολογούνται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν, τα οποία το δικαστήριο, κατά άρθρο 390 ΚΠολΔ  εκτιμά ελεύθερα.

6) Συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου

α) Η συζήτηση είναι προφορική.

β) Μπορούν, όμως, τα μέρη να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση ότι δεν θα παραστούν στην συζήτηση. Η δήλωση υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους όλων των μερών και κατατίθεται με τις προτάσεις το αργότερο ως την παραμονή της δικασίμου.

Προσοχή

α) Η κοινή δήλωση για μη παράσταση εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις.

β) Εξαιρούνται της κοινής δήλωσης για μη παράσταση οι διαφορές από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση. 

7) Μη υπαγωγή της υπόθεσης στην διαδικασία που εισήχθη

Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία που εισήχθη, το δικαστήριο αποφαίνεται αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την αρμόζουσα διαδικασία.

Η διαδικασία των μικροδιαφορών (άρθρα 466 έως 471) δεν εφαρμόζεται στις ειδικές διαδικασίες.

8) Έφεση

Άσκηση έφεσης 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

9) Ανταγωγή - Αντέφεση - Πρόσθετοι Λόγοι Έφεσης - Αναψηλάφηση

Ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

10) Ανακοπή ερημοδικίας –Έφεση - Αναψηλάφηση

Κατά την εκδίκαση της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για την εκδίκαση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο. Σε περίπτωση ερημοδικίας του ανακόπτοντος, του εκκαλούντος, του αντεκκαλούντος ή του αιτούντος την αναψηλάφηση, το αντίστοιχο ένδικο μέσο απορρίπτεται.

11) Αναίρεση

Η αναίρεση εκδικάζεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στις διατάξεις των άρθρων 591 έως 645.

Δημοσιεύονται οι αλλαγές του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που θα ισχύσουν από 1-1-2022, σχετικά με την τακτική διαδικασία στην πολιτική δίκη, μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4842/2021, που δημοσιεύτηκε την 13-10-2021.

1) Αγωγές (νέο άρθρο 237)

α) Επίδοση 

Εντός 30 ημερών από την κατάθεση αν ο εναγόμενος διαμένει στην Ελλάδα, ή 60 ημερών αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστης διαμονής.   

β) Κατάθεση προτάσεων

Μέσα σε (90) ημέρες από την λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της αγωγής, ή μέσα σε (120) ημέρες από την λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής αν ο εναγόμενος, ή κάποιος από τους ομοδίκους, διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής.

Με τις προτάσεις προσάγονται, οι αποδείξεις, ένορκες βεβαιώσεις μέχρι (3) για κάθε διάδικο και (2) για την αντίκρουση, τα διαδικαστικά έγγραφα, το αποδεικτικό επίδοσης αγωγής, τα πληρεξούσια των δικηγόρων. Το δικαστικό ένσημο κατατίθεται το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης.

Προσοχή

Τα παραπάνω ισχύουν και για τα δικόγραφα, που θα κατατεθούν μετά την 14-10-2021.

γ) Προσθήκη στις προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση Προτάσεων.

Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις. Εκπρόθεσμες προτάσεις και προσθήκες δεν λαμβάνονται υπόψη.

2) Παρεμπίπτουσες Αγωγές, Ανταγωγές, Παρεμβάσεις, Προσεπικλήσεις, Ανακοινώσεις (νέο άρθρο 238).

α) Κατάθεση και επίδοση

Εντός (60) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

β) Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

3) Παρεμβάσεις μετά από Προσεπίκληση, Ανακοίνωση (νέο άρθρο 238)

α) Κατάθεση και επίδοση

Μέσα σε προθεσμία (90) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

β) Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

Προσοχή

Τα παραπάνω ισχύουν και για τα δικόγραφα, που θα κατατεθούν μετά την 14-10-2021.

4) Νέα Προσθήκη στις Προτάσεις

Ισχυρισμοί που γεννήθηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων και της προθεσμίας αντίκρουσης, ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου μπορούν να προταθούν με προσθήκη στις προτάσεις το αργότερο (20) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση. Η αντίκρουση γίνεται το αργότερο (10) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση.

5) Κλήση διαδίκων - Νομίμων Αντιπροσώπων

Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα, που υποβάλλεται με το αγωγικό δικόγραφο, ή και αυτοτελώς πριν από την ορισμένη δικάσιμο, να ζητήσουν από τον δικαστή να καλέσει  εγγράφως τους διαδίκους ή τους νομίμους αντιπροσώπους τους να εμφανιστούν αυτοπροσώπως κατά την συζήτηση για να τους υποβληθούν ερωτήσεις και να δώσουν διασαφήσεις για την υπόθεση.

Εφ όσον το αίτημα κριθεί βάσιμο, αυτοί καλούνται εγγράφως το αργότερο (20) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση.

6) Ορισμός δικασίμου

Μέσα σε (15) ημέρες από την παρέλευση της προθεσμίας για την Προσθήκη στις Προτάσεις, σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από (30) ημέρες από την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την Προσθήκη στις Προτάσεις, ή κατ εξαίρεση στον απολύτως αναγκαίο χρόνο.  

Η υπόθεση εγγράφεται στο οικείο πινάκιο, το οποίο τηρείται και ηλεκτρονικά, και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η δικάσιμος που ορίστηκε με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων.

7) Αναβολή συζήτησης  

Δεν επιτρέπεται

8) Εξέταση μαρτύρων - Παρουσία πληρεξουσίων κατά την συζήτηση   

Δεν εξετάζονται μάρτυρες και η υπόθεση συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων, ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας.

9) Εξέταση μαρτύρων, διαδίκων με διάταξη δικαστηρίου

Με διάταξη του δικαστηρίου, διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο σε χρόνο όχι συντομότερο από (15) ημέρες, για εξέταση μαρτύρων (ενός από κάθε πλευρά από εκείνους, που έδωσαν ένορκη βεβαίωση, ή από τους προτεινόμενους από κάθε πλευρά), ή των διαδίκων ενώπιον του ορισμένου δικαστή, στον τόπο και στην ημέρα και ώρα που ορίζεται με τη διάταξη αυτή μέσα στο ίδιο δικαστικό έτος, εκτός αν αυτό είναι χρονικά αδύνατο.

Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης των μαρτύρων ή των διαδίκων θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης. Η άνω διάταξη ανακαλείται είτε αυτεπαγγέλτως είτε με αίτηση των διαδίκων.

Μέσα σε οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες από την εξέταση των μαρτύρων ή των διαδίκων οι διάδικοι δικαιούνται με προσθήκη να προβούν μόνο σε αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών.

10) Αυτοψία – Πραγματογνωμοσύνη με διάταξη δικαστηρίου

Με διάταξη του δικαστηρίου διατάσσεται αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη στην οποία προσδιορίζονται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα (60) ημέρες, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο.

Με την κατάθεση της έκθεσης αυτοψίας, ή της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης. Η άνω διάταξη ανακαλείται είτε αυτεπαγγέλτως είτε με αίτηση των διαδίκων.

Μέσα σε οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες από την διενέργεια της αυτοψίας ή της πραγματογνωμοσύνης οι διάδικοι δικαιούνται με προσθήκη να προβούν μόνο σε αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών.

11) Έκδοση μη οριστικής απόφασης

α) Στην περίπτωση έκδοσης παραπεμπτικής απόφασης λόγω καθ’ ύλην ή κατά τόπον αναρμοδιότητας, ή λόγω μη εισαγωγής της υπόθεσης κατά την προσήκουσα διαδικασία, ή αν το δικαστήριο κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, οι παραπάνω προθεσμίες των (90) ή (120) ημερών για την κατάθεση των προτάσεων αρχίζουν από την κατάθεση της κλήσης για τον προσδιορισμό δικασίμου.

β) Στην περίπτωση αναβολής της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί (άρθρο 249), ή εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία (άρθρο 250) οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις το αργότερο μέχρι τη νέα συζήτηση της υπόθεσης, δίχως να προτείνονται νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα.

12) Επανάληψη συζήτησης (νέο άρθρο 254)

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, όταν παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. 

Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, οι διάδικοι κλητεύονται (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.

Προσθήκη –Αντίκρουση εντός (3) εργασίμων ημερών από την συζήτηση. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.»

13) Αδυναμία έκδοσης απόφασης (νέο άρθρο 307).

Αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση.

Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις στο ακροατήριο. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.

14) Έκδοση οριστικής απόφασης (νέο άρθρο 308)

Το δικαστήριο εκδίδει οριστική απόφαση, όταν η υπόθεση είναι ώριμη για αυτό.

Συμφωνία των διαδίκων για μη έκδοση απόφασης μετά τη συζήτηση δεν παράγει έννομες συνέπειες.

15) Άσκηση - Επίδοση έφεσης (άρθρο 518, 524)

Άσκηση έφεσης 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής.

Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

Σύμφωνα με τα άρθρα  466 έως 471 ΚΠολΔ,  ως τα άρθρα 468 και 469 ισχύουν μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ με τον ν. 4842/2021, και εφαρμόζονται και για τα  δικόγραφα που θα κατατεθούν μετά την 14-10-2021, με την διαδικασία των μικροδιαφορών δικάζονται οι υποθέσεις, που το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο Ειρηνοδικείο και το αντικείμενο της διαφοράς αφορά απαιτήσεις ή δικαιώματα πάνω σε κινητά πράγματα, ή τη νομή κινητών πραγμάτων, και το ύψος του αντικειμένου της διαφοράς δεν είναι πάνω από 5.000 ευρώ.

Σημείωση 1

Αν ο ενάγων δηλώσει ότι δέχεται προς ικανοποίησή του, αντί για το αντικείμενο που ζητά με την αγωγή, χρηματικό ποσό όχι μεγαλύτερο από 5.000 ευρώ, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς μπορεί να υπερβαίνει και τις 5.000 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή διατάσσεται διαζευκτικά, είτε η καταβολή του αντικειμένου που ζητείται με την αγωγή, είτε η καταβολή της αποτίμησής του κατά την απόφαση του ειρηνοδίκη.

Σημείωση 2

Στις εργατικές διαφορές και στις διαφορές από πιστωτικούς τίτλους δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των μικροδιαφορών.

Α. Κατάθεση – Επίδοση αγωγής

Η αγωγή κατατίθεται στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου και επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία (10) ημερών από την κατάθεσή της. Αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής η αγωγή επιδίδεται σε προθεσμία (30) ημερών από την κατάθεσή της. Αν η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή θεωρείται ως μη ασκηθείσα.

Β. Κατάθεση Υπομνήματος (Προτάσεις)

Μέσα σε (20) ημέρες από την λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της αγωγής, οι διάδικοι καταθέτουν Υπόμνημα (Προτάσεις), προσκομίζοντας τα αποδεικτικά τους μέσα. Λαμβάνονται υπ όψιν και ένορκες βεβαιώσεις χωρίς κλήση του αντιδίκου, μέχρι (2) τον αριθμό.

Γ. Προσθήκη - Αντίκρουση

Εντός προθεσμίας (5) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης Υπομνήματος (Προτάσεις) οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν έγγραφη Προσθήκη-Αντίκρουση. Νέοι ισχυρισμοί µε την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν µόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στο ως άνω υπόμνημα. Εκπρόθεσμα αποδεικτικά μέσα και ισχυρισμοί των διαδίκων δεν λαμβάνονται υπόψη.

Δ. Παρεμβάσεις και Ανταγωγές

Παρεμβάσεις και Ανταγωγές κατατίθενται και επιδίδονται στους διαδίκους μέσα σε προθεσμία (20) ημερών από την κατάθεση της αγωγής. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά (20) ημέρες αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής.

Ε. Κατάθεση Υπομνήματος (Προτάσεις)

Εντός (30) ή (50) ημερών, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

ΣΤ. Προσθήκη-Αντίκρουση

Εντός προθεσμίας (5) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης Υπομνήματος (Προτάσεις) οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν έγγραφη Προσθήκη-Αντίκρουση.  

Ζ. Προσδιορισμός Δικασίμου - Εγγραφή στο Πινάκιο

Μετά την παρέλευση των ως άνω προθεσμιών προσδιορίζεται η ημέρα συζήτησης µε εγγραφή της υπόθεσης σε πινάκιο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται µε πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η δικάσιμος που ορίστηκε µε αποστολή ηλεκτρονικού µμηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων.

Η. Συζήτηση

Κατά την ορισμένη δικάσιμο η υπόθεση συζητείται µε την παρουσία των διαδίκων. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται.

Αν οι διάδικοι συμφωνούν, μπορούν να καταθέσουν κοινή δήλωση, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους µόνο πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται στην περίπτωση κοινής δήλωσης από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο και στην περίπτωση μονομερούς δήλωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο. Στις περιπτώσεις αυτές η συζήτηση περατώνεται µε μόνη την εκφώνηση της υπόθεσης. Μόνο δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης είναι παραδεκτή.

Θ. Αποδεικτικά Μέσα

Ο Ειρηνοδίκης λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν μόνον εάν αποδεικνύονται εγγράφως ή µε δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή προέκυψαν µμεταγενέστερα, αποδεικνυόμενοι µε την προσκομιδή μέχρι δύο (2) ενόρκων βεβαιώσεων.

Ι. Ματαίωση Συζήτησης

Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν µμετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται.

Αν παρέλθουν (90) ημέρες από την ματαίωση χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο και η δίκη καταργείται.

ΙΑ. Ερημοδικία

Στην περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος θεωρούνται ομολογημένοι, εκτός αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία, και η αγωγή γίνεται δεκτή, εφόσον κρίνεται νομικά βάσιμη και δεν υπάρχει ένσταση που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.

Αν η συζήτηση γίνεται με επιμέλεια του ενάγοντος και αυτός δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την αγωγή.

Αν η συζήτηση γίνεται με την επιμέλεια του εναγόμενου ή εκείνου που άσκησε κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 271, και σε περίπτωση ερημοδικίας του ενάγοντος απορρίπτεται η αγωγή.

ΙΒ. Ανακοπή κατά ερήμην απόφασης

Ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Σύμφωνα με τα νέα άρθρα  421 έως 424 ΚΠολΔ,  μετά την τροποποίησή των με τον ν. 4842/2021, που εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, οι ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται ενώπιον α) ειρηνοδίκη, β) συμβολαιογράφου, γ) δικηγόρου, της έδρας του δικαστηρίου, ή της κατοικίας, ή της διαμονής του μάρτυρα, ή δ) ενώπιον του προξένου της κατοικίας, ή της διαμονής του μάρτυρα.

Α. Λήψη ένορκης βεβαίωσης –Αριθμός βεβαιώσεων 

 Η λήψη της ένορκης βεβαίωσης γίνεται νόμιμα, όταν ο διάδικος, που επιθυμεί την λήψη της, επιδώσει (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, στην οποία πρέπει να αναφέρει το δικόγραφο που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και την διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από (3) για κάθε διάδικο και (2) για την αντίκρουση για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά την λήψη της δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση των διαδίκων, οι οποίοι μπορούν να παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν.

Β. Λήψη βεβαίωσης  ενώπιον δικηγόρου

Η ένορκη βεβαίωση, που λαμβάνεται ενώπιον δικηγόρου, δεν μπορεί να ληφθεί ενώπιον των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Αμέσως μετά την λήψη της ένορκης βεβαίωσης, ο δικηγόρος την αποστέλλει ηλεκτρονικά στον δικηγορικό σύλλογο στον οποίο ανήκει και λαμβάνει ηλεκτρονική απόδειξη λήψης. Με την ηλεκτρονική απόδειξη η ένορκη βεβαίωση αποκτά βέβαιη χρονολογία και µμοναδικό αριθμό. Ο δικηγόρος χορηγεί αντίγραφα της ένορκης βεβαίωσης μαζί µε την ως άνω ηλεκτρονική απόδειξη λήψης. Όμοια αντίγραφα χορηγεί και ο οικείος δικηγορικός σύλλογος µέσω της διαδικτυακής πύλης portal.olomeleia.gr.

Γ. Ποιες βεβαιώσεις δεν λαμβάνονται υπ όψιν

Η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπ όψιν, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν

α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου.

β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα παραπάνω πρόσωπα, ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση.

γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του µμάρτυρα, ή το δικόγραφο που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί.

δ) όταν δεν τηρηθούν τα προβλεπόμενα για την λήψη της ενώπιον δικηγόρου.

Σε κάθε άλλη παρατυπία κατά την λήψης της, η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπ όψιν, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου.

Δ. Τηρούμενες διατάξεις

Κατά την λήψη της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων  393, 394, 398 παρ. 2, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409 παρ. 2, 411 και 413, για την ανεπίτρεπτη εξέταση, εξαιρέσεις μαρτυρίας, τρόπο εξέτασης του μάρτυρα. Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει την βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης, κρίνονται όμως από το Δικαστήριο.

 

 

 

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, σύμφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του εναγομένου, πριν αυτός προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ πριν από την κατάθεση προτάσεων από τον εναγόμενο. Η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφ όσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης.

α) Η παραίτηση γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο, ή με δήλωση στις προτάσεις κατ’ άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ.

β) Ο πληρεξούσιος δικηγόρος δεν απαιτείται να έχει ειδική για την παραίτηση από το δικόγραφο πληρεξουσιότητα, γιατί αυτή κατ’ άρθρο 98 ΚΠολΔ απαιτείται μόνο για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα.

γ) Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της (ΑΠ 793/2019, ΑΠ 471/2018).

Σημείωση.

Δεν αποκλείεται, όμως, και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη την δίκη, οπότε με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφ όσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων. Στην περίπτωση αυτή η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά την διαδικασία των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο ή από το Ειρηνοδικείο. Σύμφωνα δε με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 295 ΚΠολΔ, εάν ασκηθεί πάλι η ίδια αγωγή, ο εναγόμενος μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει, εμποδίζοντας έτσι την πρόοδο της δίκης, μέχρι να καταβληθούν τα έξοδα της πρώτης δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος υποβλήθηκε σε έξοδα για την πρώτη αγωγή και ότι έγινε εκκαθάριση των εξόδων αυτών, ή ότι ο ενάγων δεν αμφισβητεί τα έξοδα που τον βαρύνουν από την προηγούμενη δίκη, τα οποία ο εναγόμενος πρέπει ακριβώς να προσδιορίζει, ή να αναφέρει το είδος των διαδικαστικών πράξεων που επιχειρήθηκαν, γιατί διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη και δεν επιδέχεται δικαστική εκτίμηση.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της έφεσης, σύμφωνα µε την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 ΚΠολΔ και των εφαρμοζομένων διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει, χωρίς την συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον διάδικο, είτε από τον κατ’ άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του παραιτουμένου.

α) Ο πληρεξούσιος δικηγόρος  δεν απαιτείται να έχει ειδική για την παραίτηση από το δικόγραφο πληρεξουσιότητα, γιατί αυτή κατ’ άρθρο 98 ΚΠολΔ απαιτείται μόνο για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα.

β) Για το κύρος της παραίτησης δεν απαιτείται επίδοση του δικογράφου της έφεσης, ούτε κλήτευση του εφεσιβλήτου, αφού αυτός και αν είχε κληθεί και παρίστατο δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή.

γ) Η παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η έφεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκταση της, κατάργηση της δίκης ( ΑΠ 1641/2017, ΑΠ 593/2014, ΑΠ 153/2011).

δ) Δήλωση παραίτησης που γίνεται με τις προτάσεις δεν είναι νόμιμη και δεν παράγει αποτελέσματα (ΑΠ 1730/2014).

Για πρώτη φορά στην Χώρα μας, κατόπιν επιταγής του ενωσιακού δικαίου, επιχειρήθηκε με τον νόμο 4829/2021 νομοθετική πρωτοβουλία για την ρύθμιση του παγκόσμιου φαινομένου άσκησης επιρροής από ομάδες συμφερόντων (εταιρείες, σωματεία, βιομηχανικοί σύνδεσμοι, εμπορικά επιμελητήρια, κλπ), που ξοδεύουν μεγάλα ποσά για να ασκήσουν επιρροή στις κυβερνητικές αποφάσεις για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων, με στόχο την αναχαίτιση των φαινομένων αδιαφάνειας, διαφθοράς και αθέμιτων πρακτικών.

Με την νομοθετική πρωτοβουλία θεσμοθετήθηκε το νομικό πλαίσιο της νόμιμης άσκησης επιρροής από τις ομάδες επιρροής για την εμπέδωση μίας νοοτροπίας διαφάνειας και ακεραιότητας στην Δημόσια Διοίκηση. Το νομικό πλαίσιο επικρίθηκε από μεγάλη μερίδα της νομοθετικής λειτουργίας ως άτολμο και ελλιπές, γεγονός, όμως, είναι, ανεξάρτητα αν χρειάζονται μεταγενέστερες βελτιώσεις και τροποποιήσεις, ότι για πρώτη φορά στην Χώρα μας επιχειρήθηκε σχετική ρύθμιση.

Α. Έτσι χωρίς να προσδιοριστούν άμεσα οι «ομάδες άσκησης επιρροής συμφερόντων»,  αυτές προσδιορίστηκαν έμμεσα με βάση την δραστηριότητα που ασκούν κατά την άσκηση επιρροής. Ως τέτοια (δραστηριότητα επιρροής)προσδιορίστηκε η κάθε είδους άμεση επικοινωνία «εκπροσώπου συμφερόντων» µε θεσμικούς φορείς (δηλαδή, με τους φορείς που ασκούν νομοθετική ή εκτελεστική λειτουργία, με τα µέλη ή τους υπαλλήλους των, είτε δρουν ατοµικά ή συλλογικά), η οποία αποσκοπεί να επηρεάσει την διαδικασία λήψης απόφασης, ιδίως, ως προς στο περιεχόμενο νόμου, προεδρικού διατάγματος, υπουργικής απόφασης, άλλης κανονιστικής διοικητικής πράξης ή εγκυκλίου και η οποία διεξάγεται µε αμοιβή, στο πλαίσιο εκπροσώπησης των «συμφερόντων του πελάτη» (δηλαδή του φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο έχει αναθέσει στον «εκπρόσωπο συμφερόντων» (δηλαδή στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο Διαφάνειας και το οποίο ασκεί δραστηριότητα επιρροής µε αμοιβή, µέσω οιασδήποτε μορφής επικοινωνίας του (προφορικής, γραπτής ή ηλεκτρονικής) και κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, να ασκεί δραστηριότητα επιρροής.

Β. Στον ορισμό της «δραστηριότητας επιρροής» δεν εμπίπτει η επικοινωνία που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο

α) πρόσκλησης από τους θεσμικούς φορείς για παροχή ενημέρωσης κατά την διαδικασία λήψης απόφασης,

β) νομικής ή άλλου είδους επαγγελματικής εκπροσώπησης, που αποσκοπεί στην άσκηση δικαιωμάτων, όπως ιδίως τα δικαιώματα πληροφόρησης, ακρόασης και προσφυγής σε κάθε διαδικασία,

γ) συλλογικών διαπραγματεύσεων µε µέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων, όπως προβλέπονται από την εργατική νοµοθεσία, εφόσον δρουν υπό την ιδιότητα αυτή,

δ) συζήτησης µε µέλη διπλωματικής αποστολής ή προξενικής αρχής, ή µε εκπροσώπους κρατών µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή τρίτων χωρών, ή µε εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή άλλων ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών, εφόσον δρουν υπό την επίσημη ιδιότητά τους.

Γ. Οι «εκπρόσωποι συμφερόντων» κατά την άσκηση δραστηριότητας επιρροής οφείλουν να ενεργούν µε ακεραιότητα, διαφάνεια και υπευθυνότητα. Ειδικότερα, υποχρεούνται

α) να γνωστοποιούν την ιδιότητά τους ως εκπρόσωποι συμφερόντων, την εγγραφή τους στο Μητρώο Διαφάνειας και την ταυτότητα του πελάτη τους, καθώς και να ενημερώνουν για τον σκοπό της δραστηριότητας επιρροής,

β) να αποφεύγουν οποιαδήποτε επικοινωνία, που δύναται να δημιουργήσει κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων,

γ) να απέχουν από την άσκηση οποιασδήποτε µμορφής αθέμιτης επιρροής ή πίεσης,

δ) να µην αποσπούν πληροφορίες µε αθέμιτο ή παράνομο τρόπο, να µη διαστρεβλώνουν και να µη χειραγωγούν διαθέσιμες πληροφορίες,

ε) να µη χρησιμοποιούν και να µη δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που λαμβάνουν από θεσμικούς φορείς για εμπορικούς ή διαφημιστικούς σκοπούς,

στ) να µην προσφέρουν στους θεσμικούς φορείς οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα, συμπεριλαμβανομένων των δώρων, της φιλοξενίας, της χορηγίας, της δωρεάς ή άλλων διευκολύνσεων,

ζ) να υποβάλλουν αληθή και έγκυρα στοιχεία στο Μητρώο Διαφάνειας και στην ετήσια δήλωση και να τα επικαιροποιούν ,

η) να διατηρούν πληροφορίες σχετικές µε τις δραστηριότητες επιρροής για χρονικό διάστημα (3) ετών και να τις θέτουν στη διάθεση της Εποπτεύουσας Αρχής, εφ όσον ζητηθούν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1

Οι θεσμικοί φορείς, οι σύζυγοι ή οι συμβιούντες με τους θεσμικούς φορείς, δεν επιτρέπεται να ασκούν δραστηριότητα επιρροής κατά την διάρκεια της θητείας τους και για (18) µμήνες μετά από την αποχώρηση από τη θέση τους.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2

Σε περίπτωση παραβίασης των παραπάνω υποχρεώσεων η Εποπτεύουσα Αρχή (η Εθνική Αρχή Διαφάνειας)προβαίνει στην επιβολή των κάτωθι κυρώσεων, σωρευτικά ή διαζευκτικά

α) σύσταση, ή πρόταση συμμόρφωσης, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας,

β) πρόστιμο ύψους από (5.000) έως (20.000) ευρώ, και σε περίπτωση επανειλημμένης τέλεσης παραβιάσεων πρόστιμο ύψους από (20.000) έως (40.000) ευρώ.

γ) αναστολή άσκησης δραστηριοτήτων επιρροής για χρονικό διάστημα από (6) µμήνες έως (2) έτη,

δ) προσωρινή διαγραφή από το Μητρώο και απαγόρευση επανεγγραφής για χρονικό διάστημα από (6) μήνες έως και (2) έτη,

ε) οριστική διαγραφή από το Μητρώο.

Για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή, ή η προσωρινή διαγραφή από το Μητρώο, ο εκπρόσωπος συμφερόντων δεν µμπορεί να ασκήσει δραστηριότητα επιρροής. Σε περίπτωση άσκησης δραστηριότητας επιρροής παρά την αναστολή, ή την προσωρινή διαγραφή, επιβάλλεται πρόστιμο.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 3

Ο νόμος ρυθμίζει επιπλέον το θέμα παροχής δώρων, παροχών, ωφεληµάτων και φιλοξενίας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον Πρωθυπουργό, Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης, στους Υπουργούς, Υπουργούς Επικρατείας, Αναπληρωτές Υπουργών και τους Υφυπουργούς.

Έτσι οι παραπάνω απαγορεύεται

α) να αποδέχονται δώρα, παροχές, ή άλλα ωφελήματα, που τους προσφέρονται στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων τους, ή τα οποία µμπορεί να θεωρηθεί ότι συνδέονται µε οποιονδήποτε τρόπο µε την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός αν η εκτιμώμενη αξία τους δεν υπερβαίνει τα (200) ευρώ, οπότε δύναται να περιέλθουν στην κυριότητά τους, εκτός αν δηλώσουν το αντίθετο. Οι παραπάνω µμπορούν, όμως, να αποδέχονται αντικείμενα που τους προσφέρονται ως δώρα λόγω της θεσμικής τους ιδιότητας κατά τους κανόνες της εθιμοτυπίας, ή για λόγους αβρότητας και ευγένειας και,

β) να αποδέχονται φιλοξενία, που τους προσφέρεται στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων τους, ή που µμπορεί να θεωρηθεί ότι συνδέεται µε οποιονδήποτε τρόπο µε την άσκηση αυτών, εκτός αν πρόκειται για φιλοξενία που τους προσφέρεται λόγω της θεσμικής τους ιδιότητας για λόγους αβροφροσύνης, ή σύμφωνα µε την διπλωματική πρακτική. Παρουσία κατόπιν προσκλήσεως σε εκδηλώσεις, κατά τις οποίες τα παραπάνω πρόσωπα καλούνται λόγω της θεσμικής τους ιδιότητας, δεν θεωρείται φιλοξενία.

Τα αντικείμενα που προσφέρονται ως δώρα κατά τα παραπάνω περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και τελούν υπό την διοίκηση και την διαχείριση της Προεδρίας της Δημοκρατίας, ή της Προεδρίας της Κυβέρνησης, αντίστοιχα.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως ισχύει, προσωπική κράτηση δύναται να διαταχθεί και σε απαιτήσεις από αδικοπραξία.  Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από την διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 και κατά το οποίο, «Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση». Η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, γιατί είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικές παράβασης. Εξάλλου, η προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΑΠ 29/2020, ΑΠ 219/2020).

Α. Επομένως και σύμφωνα με διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, ο κομιστής ακάλυπτης επιταγής μπορεί μαζί με την αγωγή από το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής, να σωρεύσει και αίτημα προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου εκδότη της επιταγής με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΠ 495/2010, ΕφΠειρ 219/2015).

Β. Για την θεμελίωση της αγωγής από αδικοπραξία απαιτείται ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης-εναγόμενος εξέδωσε επιταγή χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής, δόλια, δηλαδή, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών.

Γ. Δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της αγωγής η βεβαίωση της μη πληρωμής της επιταγής με διαμαρτυρικό, ή με έγγραφη δήλωση του πληρωτή, γραφόμενη επί του τίτλου, ή με δήλωση γραφείου συμψηφισμού, πράγμα που επιβάλλεται με βάση το άρθρο 40 του ν. 5960/1933 για την εξ επιταγής αγωγή, αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης-εναγόμενος εξέδωσε επιταγή χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής, δόλια (ΑΠ 687/2010, ΑΠ 571/2010, ΑΠ  219/2020).

Δ. Δικαιούχος να εγείρει την αγωγή είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφάνισής της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά την ζημία από την μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή.

Ε. Ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής ευθύνεται ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 παρ. 1 και 4 και 56 ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικώς εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία έκδοσης (ΑΠ 29/2007, ΑΠ  29/2020).

ΣΤ. Η αποδοχή της αίτησης προσωπικής κράτησης είναι δυνητική και εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει, ή όχι, την προσωπική κράτηση του εκδότη (ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου), ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης και να καθορίσει την διάρκειά της. Η κρίση του Δικαστηρίου προσδιορίζεται με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και ιδίως, ανάλογα με την βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, τον βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, την φερεγγυότητα του, την απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και γενικά τις ιδιαίτερες συνθήκες και λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 25/2000, ΕφΠειρ 29/2007). Μόνη η οικονομική αδυναμία προς εκπλήρωση της χρηματικής του υποχρέωση δεν τον απαλλάσσει από την προσωπική του κράτηση (ΑΠ 257/2008, ΜονΕφΠειρ 497/2020).

Ζ. Η διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε για απαίτηση από επιταγή, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 40 και 45 του νόμου περί επιταγής, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως εκτελεστός τίτλος για την απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του εκδότη της επιταγής για απαίτηση από αδικοπραξία (ΜονΕφΛαρ 282/2018).

Δεν επιτρέπεται η  προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικά χρέη, γιατί η διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, που το προέβλεπε, καταργήθηκε. Επομένως, προσωπική κράτηση κατά εμπόρου, που εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε και για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής δεν είναι πλέον δυνατή (ΑΠ 976/2015).

Α. Το αίτημα προσωπικής κράτησης κατά εμπόρου μπορεί να στηριχθεί στην αδικοπραξία από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής. Αδικοπραξία τελούν οι έμποροι, σύμφωνα με τις  διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, όταν εκδίδουν ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας παράνομα και υπαίτια άλλον.

Β. Η διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε για απαίτηση από επιταγή, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 40 και 45 του νόμου περί επιταγής, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως εκτελεστός τίτλος για την απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του εκδότη της επιταγής για απαίτηση από αδικοπραξία (ΜονΕφΛαρ 282/2018).

Γ. Για την θεμελίωση της αγωγής από αδικοπραξία απαιτείται ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης-εναγόμενος εξέδωσε επιταγή χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής, δόλια, δηλαδή, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών.

Δ. Δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της αγωγής από αδικοπραξία, η βεβαίωση της μη πληρωμής της επιταγής με διαμαρτυρικό, ή με έγγραφη δήλωση του πληρωτή, γραφόμενη επί του τίτλου, ή με δήλωση γραφείου συμψηφισμού, πράγμα που επιβάλλεται με βάση το άρθρο 40 του ν. 5960/1933 για την εξ επιταγής αγωγή, αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης-εναγόμενος εξέδωσε επιταγή χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης, ή πληρωμής, δόλια (ΑΠ 687/2010, ΑΠ 571/2010, ΑΠ  219/2020).

Ε. Η αποδοχή της αίτησης προσωπικής κράτησης είναι δυνητική και εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει, ή όχι, την προσωπική κράτηση του εκδότη-εμπόρου, (ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου), ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης και να καθορίσει την διάρκειά της. Η κρίση του Δικαστηρίου προσδιορίζεται με βάση ουσιαστικά κριτήρια και ιδίως, ανάλογα με την βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, τον βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, την φερεγγυότητα του, την απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και γενικά τις ιδιαίτερες συνθήκες και λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 25/2000, ΕφΠειρ 29/2007).  Μόνη η οικονομική αδυναμία του εμπόρου, όμως, να  εκπληρώσει την χρηματική του υποχρέωση δεν τον απαλλάσσει από την προσωπική του κράτηση (ΑΠ 257/2008, ΜονΕφΠειρ 497/2020).

ΣΤ. Ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 παρ. 1 και 4 και 56 ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικώς εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία εκδόσεως (ΑΠΟλομ ΑΠ 29/2007, ΑΠ  29/2020).

Ζ. Δικαιούχος της αξίωσης είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφάνισής της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά την ζημία από την μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή.

Η διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως ισχύει, ορίζει ότι «Προσωπική κράτηση διατάσσεται στις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος. Μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξία». Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από την διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997, κατά το οποίο «Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση». Η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, γιατί είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικής παράβασης. Σημειώνεται ότι, η προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται, ούτε στο Σύνταγμα, ούτε στην ΕΣΔΑ (ΑΠ 29/2020, ΑΠ 219/2020).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι

Α. Προσωπική κράτηση δύναται να απαγγελθεί

1) Στις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος.

α) Τέτοια περίπτωση π.χ. ορίζει το άρθρο 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, όπου, το δικαστήριο με την απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία έχει τη δυνατότητα (και όχι υποχρέωση) να απειλήσει με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 947 ΚΠολΔ.

β) Σημειώνεται ότι σε όλες τις περιπτώσεις που ο νόμος απειλεί και προσωπική κράτηση ως μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων, σταθμίζονται από το δικαστήριο οι συνθήκες της κάθε ατομικής περίπτωσης σε σχέση με το σκοπό που εξυπηρετεί το μέτρο της προσωπικής κράτησης  και το μέτρο λαμβάνεται μόνο, όταν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που θα προκαλέσει. Ουσιαστικά κριτήρια της δυνατότητας του δικαστηρίου να απαγγείλει προσωπική κράτηση, όπου ο νόμος ορίζει, χρησιμεύσουν το είδος, η βαρύτητα του ζημιογόνου γεγονότος, η καλή πίστη του υποχρέου, η φερεγγυότητα αυτού και κάθε άλλο συναφές στοιχείο (ΑΠ 1051/2012, ΑΠ 1380/201, ΜονΕφΠειρ 6/2017,  ΜονΕφΠειρ 12/2018).

2) Σε απαιτήσεις από αδικοπραξία.

α) Η προσωπική κράτηση σε απαιτήσεις από αδικοπραξία αποτελεί μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων. Αδικοπραξία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 914 επ. ΑΚ, είναι η πράξη κατά την οποία κάποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια. Προϋπόθεση εφαρμογής είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

β) Για την λήψη του μέτρου της προσωπικής κράτησης σταθμίζονται από το δικαστήριο οι συνθήκες της κάθε ατομικής περίπτωσης σε σχέση με τον σκοπό που εξυπηρετεί. Λαμβάνεται δε, μόνο, όταν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που θα προκαλέσει (ΑΠ 1051/2012, ΑΠ 1380/2013).

γ) Ουσιαστικά κριτήρια για την απαγγελία προσωπικής κράτησης είναι το είδος, η βαρύτητα του ζημιογόνου γεγονότος, η καλή ή κακή πίστη του υποχρέου ως προς την ικανοποίηση της απαίτησης, η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, η φερεγγυότητα αυτού, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και κάθε άλλο συναφές στοιχείο (ΑΠ 257/2008, ΕφΑθ 3071/2014 ΜονΕφΠειρ 6/2017, ΜονΕφΠειρ 497/2020).

Β. Προσωπική κράτηση δεν απαγγέλλεται

1) Για οφειλές από οικονομική αδυναμία του οφειλέτη να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωσή του.

Δεν απαγγέλλεται προσωπική κράτηση, όταν ο οφειλέτης από οικονομική αδυναμία αδυνατεί να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωσή του. Απαγορεύεται, δηλαδή, η οικονομική αδυναμία του οφειλέτη, να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης για την είσπραξη της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, ειδικά όταν δεν τίθεται θέμα αφερεγγυότητας, ή απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, ή κακής πίστης αυτού ως προς την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή (ΜονΕφΠειρ 8/2016, ΜονΕφΠειρ 12/2018).

2) Κατά εμπόρων για εμπορικά χρέη

α) Δεν επιτρέπεται η  προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικά χρέη, γιατί η διάταξη του  άρθρου 1047 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, που το προέβλεπε, καταργήθηκε (ΑΠ 976/2015). Επομένως, προσωπική κράτηση κατά εμπόρου, που εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε και για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής δεν είναι πλέον δυνατή.

β) Το αίτημα προσωπικής κράτησης κατά εμπόρου μπορεί να στηριχθεί μόνον στην αδικοπραξία από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής. Αδικοπραξία τελούν οι έμποροι, σύμφωνα με τις  διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, όταν εκδίδουν ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας παράνομα και υπαίτια άλλον. Στην περίπτωση αυτή, όπως σε κάθε περίπτωση απαίτησης από αδικοπραξία, το δικαστήριο δύναται, δεν υποχρεούται, να απαγγέλει προσωπική κράτηση κατά του εκδότη, ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου (ανώνυμες εταιρίες, εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες). Προς τούτο το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν του την βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, τον βαθμό του πταίσματος του εμπόρου, την φερεγγυότητα του, την απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και γενικά τις ιδιαίτερες συνθήκες και λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 25/2000, ΕφΠειρ 29/2007). Μόνη η οικονομική αδυναμία του εμπόρου, όμως, να  εκπληρώσει την χρηματική του υποχρέωση δεν τον απαλλάσσει από την προσωπική του κράτηση (ΑΠ 257/2008, ΜονΕφΠειρ 497/2020).

3) Για απαίτηση μικρότερη από (30.000) ευρώ.

4) Για απαίτηση δικαστικών εξόδων που επιδικάστηκαν από πολιτικό δικαστήριο.

5) Κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το 65 έτος της ηλικίας τους.

6) Κατά ανηλίκων που τελούν υπό γονική μέριμνα, ή υπό επιτροπεία.

7) Κατά των προσώπων που έχουν τεθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης.

8) Κατά βουλευτών, όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος και τέσσερις εβδομάδες μετά τη λήξη της.

9) Κατά κληρικών κάθε βαθμού κάθε γνωστής θρησκείας.

Γ. Διάρκεια προσωπικής κράτησης

Έως ένα έτος.

Δ. Πως διατάσσεται η προσωπική κράτηση

α) Με αίτηση, που περιέχεται σε αγωγή για επιδίκαση της απαίτησης. Εκδικάζεται κατά την διαδικασία στην οποία υπάγεται η αγωγή.

β)  Με αυτοτελή αγωγή για απαγγελία προσωπικής κράτησης. Στην περίπτωση αυτή εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. και υπάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Εισάγεται, είτε στο δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου, είτε στο δικαστήριο που είναι κατά τόπο αρμόδιο για την απαίτηση.

Ε. Εκτέλεση προσωπικής κράτησης

α) Η διάταξη για προσωπική κράτηση εκτελείται μόνο, αφ ότου η δικαστική απόφαση που την διατάζει γίνει τελεσίδικη και αφού προηγουμένως επιδοθεί σ' αυτόν που καταδικάστηκε. Όταν πρόκειται για εκπρόσωπο νομικού προσώπου, η προσωπική κράτηση δεν εκτελείται πριν περάσουν (3) ημέρες αφ ότου η απόφαση του επιδόθηκε.

β) Όποιος καταδικάστηκε σε προσωπική κράτηση συλλαμβάνεται από το δικαστικό επιμελητή, πάντα μπροστά σε μάρτυρα που προσλαμβάνεται για το σκοπό αυτό, και συντάσσεται σχετική έκθεση.  

γ) Η σύλληψη απαγορεύεται, α) στον τόπο όπου συνεδριάζει δικαστήριο και όσο διαρκεί η συνεδρίαση, β) σε καθιερωμένο τόπο ιερουργίας γνωστής θρησκείας και όσο διαρκεί η ιερουργία, γ) από 1 έως 31 Αυγούστου, δ) από 23 Δεκεμβρίου μέχρι 7 Ιανουαρίου του επόμενου έτους, ε) από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι την Κυριακή του Θωμά και στ) την προηγούμενη και την επόμενη εβδομάδα των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες.

ΣΤ. Αντιρρήσεις  προσωποκρατηθέντος

α) Αν, όποιος έχει συλληφθεί, προβάλει αντιρρήσεις κατά της προσωπικής κράτησης, προσάγεται αμέσως στον πρόεδρο πρωτοδικών στην περιφέρεια του οποίου έγινε η σύλληψη. Αυτός, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. αποφασίζει για τις αντιρρήσεις που μπορούν να υποβληθούν και προφορικά.

β) Αν δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις, ή αν απορρίφθηκαν, αυτός που έχει συλληφθεί οδηγείται στις φυλακές, όπου κρατείται σε χώρο διαφορετικό από εκείνον που προορίζεται για όσους είναι υπόδικοι ή κατάδικοι για αξιόποινες πράξεις. Μόνο ώσπου να τον οδηγήσουν στη φυλακή μπορεί να φυλαχθεί σε οποιαδήποτε άλλη φυλακή ή και σε οποιοδήποτε άλλο χώρο. Ο διευθυντής της φυλακής παραλαμβάνει εκείνον που έχει συλληφθεί μόνο αν του παραδοθεί η απόφαση που διατάζει την προσωπική του κράτηση και αντίγραφο της έκθεσης της σύλληψής του και του προκαταβληθούν, με απόδειξη, για ένα μήνα, τα τροφεία που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Στον ίδιο διευθυντή προκαταβάλλονται, με απόδειξη, τα τροφεία κάθε επόμενου μήνα.

Ζ. Απόλυση προσωποκρατηθέντος

Ο προσωποκρατηθείς απολύεται

α) αν συμπληρώθηκε η διάρκεια της προσωπικής κράτησης, που ορίζει η απόφαση.

β) αν κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το χρέος για το οποίο επιβλήθηκε η προσωπική κράτηση μαζί με τους τόκους που οφείλονται ήδη και τα έξοδα της εκτέλεσης και κατατεθεί το γραμμάτιο στο γραμματέα του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η φυλακή.

γ) αν συναινέσουν εγγράφως ο δανειστής που επέβαλε την προσωπική κράτηση και κάθε άλλος δανειστής που ζήτησε να παραταθεί η κράτηση,

δ) αν ο κρατούμενος συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του και

ε) αν παραλείφθηκε η προκαταβολή των τροφείων.

Στις περιπτώσεις α), γ), και ε) η απόλυση γίνεται από το διευθυντή της φυλακής. Στις άλλες, με απόφαση του προέδρου πρωτοδικών στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η φυλακή, ο οποίος δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Στην περίπτωση ε) η απόλυση γίνεται μόλις περάσει η ώρα 12 το μεσημέρι της τελευταίας ημέρας για την οποία πληρώθηκαν τροφεία και δεν επιτρέπεται νέα κράτηση του οφειλέτη για το ίδιο χρέος.

Η. Διαφορές περί την εκτέλεση της προσωπικής κράτησης

α) Κάθε διαφορά σχετική με την εκτέλεση της προσωπικής κράτησης υπάγεται, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εκτελείται. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου αυτού ορίζει σύντομη δικάσιμο και την προθεσμία για να κλητευθεί ο αντίδικος εκείνου που προσφεύγει.

β) Η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης κατά της απόφασης που εκδίδεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο είναι πέντε ημέρες, αλλά ούτε αυτή ούτε και η άσκηση των ένδικων αυτών μέσων αναστέλλουν την εκτέλεση.

 

 

Από τα άρθρα 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, δηλαδή δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Α. Συγκεκριμένα καλύπτει, όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα (δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των περιστατικών, τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης), καθώς και την νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου) (AΠ 1369/2002, AΠ 1254/2002).

Β. Το δεδικασμένο δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠολ 15/1993, ΑΠ 25/2014).

Γ. Το δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνει την διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (ΑΠ 313 / 2018).

Δ. Το δεδικασμένο αποκλείει την αμφισβήτηση σε νεώτερη δίκη, της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης, εφ όσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει μια έννομη σχέση, ή των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής (ΑΠ 11 74/1999, ΑΠ 166/1999). Η εν λόγω απαγόρευση ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η τελεσίδικη αυτή κρίση είναι σφαλερή (ΑΠ 800/1994), όσο και αρνητικά με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1025/1993, Eφ.Θεσ. 564/2001).

Ε. Η ανωτέρω ενέργεια του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει, ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης (ΑΠ 839/1999, ΑΠ 1198/1997, ΕφΠειρ 51/2010).

ΣΤ. Το δεδικασμένο καλύπτει και το προδικαστικό ζήτημα που κρίθηκε, το ζήτημα, δηλαδή, που κρίθηκε παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα ( ΑΠ 2168/2014).

Ζ. Το δεδικασμένο καλύπτει, επίσης, και τις ενστάσεις που προτάθηκαν, όπως και εκείνες που δεν προτάθηκαν ενώ μπορούσαν να προταθούν και οι οποίες δεν στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα και δεν μπορούν ως εκ τούτου να ασκηθούν με κύρια αγωγή (ΑΠ 2168/2014).

Η. Το δεδικασμένο δεν καλύπτει, όμως, τις μη προταθείσες ενστάσεις (ή προταθείσες που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες) οι οποίες στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Πρόκειται για τις γνήσιες μη αυθύπαρκτες ενστάσεις, ως στηριζόμενες σε άλλο, διαφορετικό δικαίωμα, για το οποίο μπορεί να ασκηθεί κύρια αγωγή. Τέτοιες ενστάσεις είναι, του συμψηφισμού, της επίσχεσης, του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (μη εκπλήρωσης της σύμβασης), καθώς και το δικαίωμα του πωλητή να του επιστραφεί το πράγμα αν ο αγοραστής ασκήσει δικαίωμα υπαναχώρησης λόγω ελαττωμάτων του πράγματος και η σχετική αγωγή του γίνει τελεσιδίκως δεκτή. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μεταξύ των στοιχείων του πραγματικού του κανόνα δικαίου στον οποίο θεμελιώνεται η ένσταση περιλαμβάνεται και ένα διαφορετικό, αυτοτελές δικαίωμα, όπως η ανταπαίτηση στην ένσταση του συμψηφισμού (ΑΚ 440 επ.), η συναφής αξίωση στην ένσταση επισχέσεως (ΑΚ 325) κλπ. Το δικαίωμα αυτό βαίνει παραλλήλως προς το δικαίωμα που ασκήθηκε με την κριθείσα αγωγή και δεν εξαρτάται από αυτό, ούτε τούτο εξαρτάται από εκείνο, δυνάμενο να ασκηθεί και με κύρια αγωγή και να κριθεί σε άλλη δίκη (ΑΠ 2168/2014).

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία που ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Α. Κατά την έννοια της διατάξεως πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (του προστήσαντος) ενός άλλου προσώπου φυσικού ή νομικού (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση, που αποβλέπει στην διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου.

Β. Δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης της ευθύνης του προστήσαντος είναι η ωφέλεια την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμιξη του προστηθέντος, τον οποίον εντάσσει στο πεδίο της δραστηριότητας του. Με την χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της δράσης του.

Γ. Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από την δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ, αν συντρέχει η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παρανόμως και υπαιτίως προκάλεσε ο προστηθείς, ο προστηθείς ευθύνεται σε ολόκληρο με τον προστήσαντα (ΑΠ 355/2013, ΑΠ 1359/2019).

Δ. Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλου προσώπου και μπορεί να στηρίζεται δικαιοπραξία, σε σύμβαση με την στενή έννοια του όρου, σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής. Μπορεί να στηρίζεται σε σχέση καθαρώς πραγματική, ή σε σχέση φιλική, ή συγγενική ΑΠ 1003/2011, ΑΠ 1976/2017).

Ε. Είναι αδιάφορο, αν η ανωτέρω σχέση είναι νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι, ή αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή, αρκεί το γεγονός ότι ο προστηθείς, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη πάντως προϋπόθεση ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος, χωρίς να απαιτείται η παροχή δεσμευτικών ειδικών οδηγιών, όσον αφορά το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας, αλλά αρκεί η παροχή γενικών οδηγιών, ή μιας γενικής εποπτείας (ΑΠ 1094/2013 ΑΠ 348/2016).

ΣΤ. Προϋπόθεση της ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος είναι

1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του,

2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 ΑΚ, και

3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής.

Ζ. Κατάχρηση υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σε αυτόν, ή καθ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφ όσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1359/2019).

Η. Αν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση, ή επ ευκαιρία της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αίρεται η ευθύνη του προστήσαντος, εάν ο ζημιωθείς γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει να προτείνει κατ ένσταση και να αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας (άρθρο 300 ΑΚ), έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 272/2008, ΑΠ 686/2008)

Θ. Ο προστήσας δεν ευθύνεται, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς του λόγους, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντα και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά του αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτήν (και δεν εκδηλώθηκε εξαιτίας της) και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντα, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 272/2008, ΑΠ 838/2011, ΑΠ 9/2011, ΑΠ 899/2014)

Ι. Αν με την βούληση του προστήσαντος, ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στην διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, αυτοί θεωρούνται προστηθέντες του αρχικού προστήσαντος, ο οποίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σε αυτούς (ΑΠ 22/2004, ΑΠ 1570/2006).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 303 ΑΚ, 473 επ. και 714 έως 723  ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο εταίρος διαχειριστής ομορρύθμου εταιρείας, όταν λήξει η διαχείριση, ή και πριν την λήξη της, αν αυτό ορίζεται από την εταιρική σύμβαση, ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 762 ΑΚ, υποχρεούται σε λογοδοσία προς τους λοιπούς μη διαχειριστές εταίρους.

Β. Αν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς τον δεξίλογο λογαριασμού, δεν εκπληρώνεται η υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του δοσίλογου περί ανακοινώσεως του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473 - 477 ΚΠολΔ (ΑΠ 977/1997, ΑΠ 1625/1995).

Γ. Η έγερση της αγωγής αποκλείεται, εάν ο δοσίλογος έχει προβεί σε εξώδικη λογοδοσία, σύμφωνα με τους άνω όρους και τύπο, ή εάν ο δεξίλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει το λογαριασμό που έδωσε ο δοσίλογος, αφού έτσι συνάπτεται μεταξύ αυτών σύμβαση με την οποία δηλώνεται αμοιβαίως η θέλησή τους ότι, εφ εξής θα ισχύσει μόνο το αποτέλεσμα του εγκριθέντος λογαριασμού και ότι οι συμβαλλόμενοι δεν θα επανέλθουν στο μέλλον στα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 977/1997).

Δ. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι έθεσε υπ όψιν του ενάγοντος τους σχετικούς λογαριασμούς τους οποίους ενέκρινε ο τελευταίος πριν από την άσκηση της αγωγής λογοδοσίας αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής. Η ένσταση για να είναι ορισμένη αρκεί να περιέχει τα απαιτούμενα για την κατάρτιση της πιο πάνω σύμβασης στοιχεία, δηλαδή ότι ο ενάγων δεξίλογος ενέκρινε τον λογαριασμό που του ανακοίνωσε ο εναγόμενος και αναγνώρισε έτσι το αποτέλεσμα τούτου. Αναφορά των κονδυλίων του λογαριασμού, που εγκρίθηκε, δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω ένσταση στηρίζεται στην συμφωνία των μερών ότι θα ισχύει εφ εξής μόνο το αποτέλεσμα του λογαριασμού και συνακόλουθα ότι δεν θα επανέλθουν οι συμβαλλόμενοι στα επί μέρους κονδύλια τούτου (ΑΠ 437/2012).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 247 ΑΚ το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη παραγράφεται. Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 272 ΑΚ, όταν συμπληρωθεί η παραγραφή, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή. Οτι καταβλήθηκε χωρίς γνώση της παραγραφής δεν αναζητείται. Έγγραφη συμβατική αναγνώριση αξίωσης που έχει παραγραφεί, καθώς και η παροχή ασφάλειας είναι έγκυρες αν έγιναν χωρίς γνώση της παραγραφής. 

Α. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την παραγραφή παύει η απαίτηση να είναι δικαστικά επιδιώξιμη, επειδή ο δικαιούχος παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που ορίζεται στο νόμο. Με την συμπλήρωση, όμως,  του χρόνου παραγραφής δεν αποσβήνεται η αξίωση, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται ως ατελής ή φυσική ενοχή, και ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει εναντίον της ανατρεπτική ένσταση και να αρνηθεί την παροχή. Έτσι, δεν αποσβήνεται η αξίωση δια της παραγραφής, ούτε χάνει το εναγώγιμό της.

Β. Μπορεί μάλιστα η απαίτηση εγκύρως να εκπληρωθεί. Η διατήρηση του δικαιώματος εκδηλώνεται με τους ακόλουθους τρόπους

α) ότι καταβλήθηκε, ακόμα και χωρίς γνώση της παραγραφής, δεν αναζητείται με την αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

β) έγγραφη συμβατική αναγνώριση αξίωσης, που έχει παραγραφεί καθώς και η παροχή ασφάλειας είναι έγκυρες, ακόμα και αν έγιναν χωρίς γνώση της παραγραφής.

γ) η παραγεγραμμένη αξίωση είναι δυνατό να αντιταχθεί σε συμψηφισμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 443 ΑΚ.

δ) είναι δυνατή η κατ' ένσταση άσκηση της παραγεγραμμένης αξίωσης, κατ άρθρο 273 ΑΚ.

ε) εφ όσον η αξίωση εξακολουθεί να υπάρχει, η παραγραφή δεν στερεί το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής (ΑΠ 1450/1988, ΕφΑθ 888/2002, ΜονΠρΑθ 4657/2013).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ.1 εδ. α και 938 ΑΚ προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία, ή με ζημία, του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφ εξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ και ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφ όσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, αν δε έγινε με πρόθεση από την διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 2 ΑΚ, με ανάλογη επέκταση αυτής από την διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, γιατί η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια.

Β. Για να τύχουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού πρέπει να έχει παραγραφή η αξίωση από την αδικοπραξία (πενταετία) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 547/2008, ΑΠ 562/2004).

Γ. Η αγωγή μπορεί να ασκηθεί μόνον, όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη, σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία. Εάν, επομένως, αυτή στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία, τότε η αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού τυγχάνει νομικά αβάσιμη (ΑΠ 16/2008).

1) Απλή Ομοδικία

Σύμφωνα με το άρθρο 74 ΚΠολΔ, απλή ομοδικία υπάρχει όταν, περισσότερα πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν αγωγή, ή να εναχθούν από κοινού, α) αν, σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς, έχουν κοινό δικαίωμα, ή κοινή υποχρέωση, ή αν τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις τους στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία, ή β) αν αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ιστορική και νομική βάση.

α) Στην απλή ομοδικία  κάθε ομόδικος ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους. Οι πράξεις και οι παραλείψεις κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν, ούτε ωφελούν τους άλλους, γιατί στην απλή ομοδικία σωρεύονται υποκειμενικά, σε κοινή διαδικασία, περισσότερες ανε­ξάρτητες μεταξύ τους, δίκες, υφίστανται δε τόσα αντικείμενα δίκης όσα και οι απλοί ομόδικοι και η συνένωση των δικών των απλών ομοδίκων έχει αμιγώς δικονομικό, εξωτερικό, χαρακτήρα και δεν επηρεάζει τις εσωτερικές τους έννομες σχέσεις, επομένως, οι διαδικαστικές πράξεις κρίνονται για κάθε δίκη χωριστά και ο ομόδικος είναι τρίτος στις δίκες των άλλων ομοδίκων (ΑΠ 1285/2018, ΜονΕφΠειρ 292/2019).

β) Οι ομόδικοι είναι αυτοτελείς μεταξύ τους, τόσο ως προς την πρωτοβουλία διενέργειας των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, αφού καθένας ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους και την διεξάγει για τον εαυτό του, χωρίς να μπορεί να ενεργήσει και για λογαριασμό των λοιπών, έναντι των οποίων παραμένει τρίτος, όσο και ως προς τις συνέπειες των πράξεών του για τους λοιπούς, τους οποίους δεν τους βλάπτουν, ούτε τους ωφελούν. Συνέπεια τούτου είναι, ότι η έκβαση της δίκης μπορεί να είναι διαφορετική για κάθε ομόδικο, με την παραδοχή για τον ένα και την απόρριψη για τον άλλον της αγωγής, χωρίς τούτο να επιδρά στις έννομες σχέσεις του άλλου ομοδίκου, εκτός αν η απόφαση περιέχει δυσμενή διάταξη, ή αιτιολογία, με ισχύ δεδικασμένου κατά του ενός και υπέρ του άλλου ομοδίκου  (ΑΠ 1223/15, ΑΠ 445/13)

γ) Κάθε ομόδικος έχει δικαίωμα να επισπεύσει τη δίκη. Το δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαία την ενιαία διεξαγωγή της δίκης, έχει το δικαίωμα να διατάξει το διάδικο που επισπεύδει τη διαδικασία να καλέσει και τους ομοδίκους που δεν κάλεσε.

δ) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1β, 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται στην περίπτωση απλής ομοδικίας, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου (ΑΠ 801/2017).

ε) Η  έφεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 516 και 517 ΚΠολΔ, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του εκκαλούντος, όχι δε και κατά του απλού ομοδίκου του, εκτός εάν η εκκαλουμένη περιέχει κάποια επιβλαβή διάταξη για τον εκκαλούντα υπέρ του ομοδίκου του. Αν δεν συντρέχει η τελευταία περίπτωση, η κατά του απλού ομοδίκου απευθυνόμενη έφεση είναι απαράδεκτη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 73 και 532 ΚΠολΔ (ΑΠ 839/1977, ΑΠ 1349/2008, ΑΠ 650/2019).

στ) Η αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ, απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος που νίκησε και όχι κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 2106/2017).

ζ) Επειδή η οριστική απόφαση, που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου σε αναίρεση υπόκειται  ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 801/2017).

2) Αναγκαστική ομοδικία

Κατά την διάταξη του άρθρου 76 ΚΠολΔ, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, ή, η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, ή, όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν, ή, εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.

Σύμφωνα με την διάταξη, αναγκαστική ομοδικία υφίσταται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης κάθε ομοδίκου, καθ όσον η λογική αναγκαιότητα επιβάλλει την έκδοση όμοιας απόφασης και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων (ΑΠ 1683/13). Αναλυτικά

Α) Αναγκαστική ομοδικία συντρέχει στις εξής περιπτώσεις

1) Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση

Πότε συντρέχει η περίπτωση αυτή, το ορίζει το ουσιαστικό δίκαιο. Ενδεικτικά, α) όταν το δεσπόζον, ή το δουλεύον, ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους, για την σύσταση δουλείας, β) Όταν οι συγκύριοι του δουλεύοντας ακι­νήτου αρνούνται την ύπαρξη υπέρ γειτονικού ακινήτου πραγματικής δουλείας, π.χ. διόδου, γ) στην απόδοση μισθίου, β) στην αναπροσαρμογή μισθώματος, γ) στην αγωγή από τρίτο πρόσωπο κατά αγοραστή και πωλητή, με τον ισχυρισμό ότι η πώληση είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ότι πραγματικός αγοραστής είναι ο ενάγων.

2) Η έκταση ισχύος της απόφασης αφορά  όλους τους ομοδίκους

Ενδεικτικά, α) στην περίπτωση δεδικασμένου, β) της διαπλαστικής ενεργείας  των δικαστικών αποφάσεων, γ) στην σύσταση πραγματικής δουλείας σε ακίνητο, που ανήκει σε περισσότερους, δ) στις περιορισμένες δουλείες, ε) στην αγωγή ομολογήσεως δουλείας, στ) στις διαφορές  πρωτοφειλέτη – εγγυητή ως προς την ύπαρξη της κύριας οφειλής, εκτός αν υπάρχει κοινή εκπροσώπηση,  ζ) στις διαφορές  μισθωτή – υπομισθωτή στην απόδοση μισθίου, η) στις διαφορές κυρίου διαδίκου και αυτοτελώς υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνοντος, θ) στις διαφορές εκκαθαριστή κληρονομία και ο κληρονόμου

3) Όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να εναγάγουν, ή να εναχθούν

Ενδεικτικά, α) στην σύμβαση έργου, όπου για να κηρύξουν οι οικοπεδούχοι έκπτωτο τον εργολάβο πρέπει το δικαίωμα υπαναχώρησης να ασκηθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, από όλους τους οικοπεδούχους κατά όλων των εργολάβων, β) στην αντικατάσταση του πωληθέντος ελαττωματικού πράγματος, του άρθρου 553 ΑΚ, όπου, αν οι πωλητές, ή οι αγοραστές, είναι περισσότεροι, το δικαίωμα πρέπει να ασκηθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 396 ΑΚ, από όλους εναντίον όλων, γ) στην αγωγή διανομής για την λύση της κοινωνίας, βάσει του άρθρου 478 ΑΚ, όπου η αγωγή πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, δ) στην αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας ή την ακύρωση γάμου λόγω υφιστάμενου άλλου, που πρέπει να απευθύνεται, σε περίπτωση θανάτου του από δεύτερο γάμου συζύγου, κατά όλων των κληρονόμων του, ε) στην αγωγή ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως, που πρέπει να  απευθύνεται κατά όλων όσοι συνομολόγησαν την συμφωνία περί διαιτησίας κατά το άρθρο 899 ΚΠολΔ, στ) στην ανακοπή τρίτου, που προβάλλει το δικαίωμά του στο αντικείμενο της αναγκαστικής εκτελέσεως, που πρέπει να απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος δανειστή και κατά του οφειλέτη.

4) Όταν εξ αιτίας ειδικών περιστάσεων δεν μπορούν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις έναντι των ομοδίκων

Η διάταξη δεν αποκλείει το ενδεχόμενον να εκδοθούν αντίθετες απο­φάσεις, αλλά  εννοεί ότι η τυχόν έκδοση άλλης απόφασης, αντιφατικής προς την προεκδοθείσα, δεν επηρεάζει την υφισταμένη νομική κατάσταση. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η άσκηση διαπλαστικής αγωγής. Δεν θεμελιώνεται αναγκαστική ομοδικία επί της «αδυναμίας» εκδόσεως αντιθέτων αποφάσεων, όταν οι εν λόγω αποφάσεις δεν θα έχουν διαπλαστικό, αλλά καταψηφιστικό χαρακτήρα, γιατί η καταδίκη του ενός κατ’ αρχήν δεν επηρεάζει την τύχη της μέλλουσας δίκης του άλλου.

Β. Εξαιρέσεις από την αναγκαστική ομοδικία

Κατά την διάταξη του άρθρου 76 παρ. 2 ΚΠολΔ η αντικειμενική ενέργεια της αναγκαστικής ομοδικίας δεν καταλαμβάνει τις εξής  πράξεις

(α) Του δικαστικού συμβιβασμού, του άρθρου 293 ΚΠολΔ.

(β) Της αναγνωρίσεως, του άρθρου 298 ΚΠολΔ.

(γ) Της παραιτήσεως από τη δίκη,  των άρθρων 294 -296 ΚΠολΔ.

(δ) Της συμφωνίας περί διαιτησίας, του άρθρου 867 ΚΠολΔ

Γ. Συνέπειες της ύπαρξης αναγκαστικής ομοδικίας

α) Οι πράξεις κάθε αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν και τους υπόλοιπους αναγκαίους ομόδικους (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ)

β) Ως προς τους ομοδίκους που ερημοδικούν δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας των άρθρων 271, 272 ΚΠολΔ, αλλά θεωρείται ότι αντιπροσωπεύονται από τους παρισταμένους κατά το άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ και δικάζονται κατ’ αντιμωλία.

γ) Δεν επιτρέπεται επίσπευση της συζητήσεως ως προς ορισμένους μόνον από τους ομοδίκους, αλλιώς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους. Επειδή απαιτείται επίδοση προς όλους, οι προθεσμίες υπολογίζονται, από την επίδοση προς τον τελευταίο χρονικά ομόδικο.

δ) Δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, σύμφωνα  με τις διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, έχει ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν αυτός θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους. (ΑΠ  241/2015).

ε) Η απόφαση δεν γίνεται τελεσίδικη, αν έστω και ένας ομόδικος έχει δικαίωμα προσβολής της με ανακοπή ερημοδικίας, ενώ η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από έναν αναγκαίο ομόδικο έχει αποτελέσματα και για τους αδρανήσαντες, οι οποίοι πρέπει να καλούνται στη συζήτηση.

στ) Το ένδικο μέσο, που ασκείται από τον ένα από τους αναγκαστικούς ομοδίκους, σύμφωνα με τις  διατάξεις του άρθρου 76 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ, α) δεν πρέπει να στρέφεται κατά του αναγκαστικού ομοδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη εις βάρος του ασκούντος το ένδικο μέσο, β) έχει   αποτελέσματα και υπέρ του ομοδίκου που δεν άσκησε το ένδικο μέσο, ο οποίος πρέπει να καλείται για να μετάσχει στην συζήτηση του ένδικου μέσου. Ο αναγκαίος ομόδικος καθίσταται διάδικος, έστω και αν δεν μπορεί να ασκήσει παραδεκτά το ένδικο μέσο, όπως στην περίπτωση που έχει παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Αν δεν κληθεί και δεν εμφανισθεί αυτόκλητα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση του ενδίκου μέσου ως προς όλους τους διαδίκους ΑΠ 42/2016, ΑΠ 1332/2011, ΑΠ 1145/2007).

ζ) Με αναίρεση προσβάλλεται η απόφαση, μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, άλλως απορρίπτεται, ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ  241/2015).

η) Στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 556 ΚΠολΔ κάθε αναγκαίος ομόδικος νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει αναίρεση μαζί με τους άλλους ομοδίκους, ή και αυτοτελώς. Η άσκηση αναίρεσης από κάποιον αναγκαίο ομόδικο καθιστά,  σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ 4 ΚΠολΔ, τυπικά διαδίκους και τους υπόλοιπους ομοδίκους, έστω και αν αυτοί δεν μπορούν πια να ασκήσουν παραδεκτά αναίρεση λ.χ. λόγω παρέλευσης της προθεσμίας.

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφ όσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του.

Β. Προϋπόθεση για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής είναι

α) ο ενάγων να είναι δανειστής του φορέα του ασκούμενου υπέρ αυτού δικαιώματος, να έχει δηλαδή συγκεκριμένη απαίτηση κατ αυτού,

β) ο οφειλέτης να έχει κατά του τρίτου, εναγομένου με την πλαγιαστική αγωγή, κάποιο δικαίωμα,

γ) το δικαίωμα να έχει περιουσιακή αξία και να μην είναι προσωποπαγές, όπως π.χ. αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δικαίωμα οίκησης, κ.ο.κ. και δ) η αδράνεια του οφειλέτη, η έλλειψη της οποία καθιστά την αγωγή αόριστη, να συνίσταται στην παράλειψη (αμέλεια και αδιαφορία) του να προβεί στην καταδίωξη του δικού του οφειλέτη, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του ενάγοντος δανειστή προς άσκηση της αγωγής του οφειλέτη του κατά του τρίτου (ΑΠ 106/2014, ΑΠ  623/2017).

Γ. Από την διατύπωση της παραπάνω διάταξης προκύπτει με σαφήνεια ότι, μόνο ο δανειστής του αδρανούντος οφειλέτη μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα του τελευταίου ως μη δικαιούχος διάδικος και όχι οι δανειστές του δανειστή κ.ο.κ. (ΕφΑθ 327/2001).

Δ. Για την πληρότητα της αγωγής απαιτείται η επίκληση της ιδιότητας του ενάγοντος ως δανειστή του δανειστή του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη αφενός, και των δικαιωμάτων που έχει πράγματι κατά του τελευταίου αυτού, δηλαδή του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη, ο αδρανών να ενασκήσει αυτά δανειστής αφετέρου (ΑΠ 928/2015).

Ε. Το αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής συνίσταται στην καταβολή της παροχής όχι στον ενάγοντα δανειστή, αλλά στον οφειλέτη του, ο οποίος είναι φορέας του ενασκούμενου από τον δανειστή του δικαιώματος. Αν δεν έχει το ως άνω αίτημα η πλαγιαστική αγωγή απορρίπτεται (ΕφΑθ1750/1987).
ΣΤ. Ο πλαγιαστικώς εναγόμενος οφειλέτης μπορεί, αμυνόμενος κατά των αξιώσεων του πλαγιαστικώς ενάγοντος, να αμφισβητήσει, τόσο την ιδιότητα του τελευταίου ως πλαγιαστικώς ενάγοντος έναντι του αδρανούντος να ασκήσει τα δικαιώματα του δανειστή του, όσο και την ιδιότητα αυτού, δηλαδή του αδρανούντος δανειστή, ως δανειστή έναντι αυτού, δηλαδή του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη (ΑΠ 146/2007).

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, συνάγεται ότι, αν από κοινή πράξη περισσοτέρων, προήλθε ζημία, ή αν για την ίδια πράξη ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Εκείνος, όμως, που κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ των ευθύνης ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος και το ποσοστό αιτιότητας, δηλαδή την αιτιώδη συμβολή εκάστου συνοφειλέτη στην παραγωγή του επιζημίου αποτελέσματος. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων, κατ`ίσα μέρη.

Β. Το δικαίωμα αναγωγής, στην εσωτερική σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνοφειλετών, ασκείται, είτε με αυτοτελή αγωγή, αν ο συνοφειλέτης στην εξωτερική σχέση αποκατέστησε όλη την ζημία του ζημιωθέντος ή κατέβαλε περισσότερα από την μερίδα του, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, αν ο συνοφειλέτης, που ενήχθη, είτε μόνος, είτε από κοινού με άλλους συνοφειλέτες στην δίκη αποζημιώσεως, δεν έχει καταβάλει ακόμη τίποτε και, για την περίπτωση της ήττας του, εγείρει αγωγή κατά των λοιπών συνοφειλετών.

Γ. Η αγωγή εξ αναγωγής είναι αυτοτελής και στηρίζεται απ ευθείας στο νόμο, δηλαδή στο άρθρο 927 ΑΚ. Δεν είναι αξίωση από αδικοπραξία. Η αξίωση αυτή έχει ως προϋπόθεση, αφ ενός την ύπαρξη περισσότερων συνυποχρέων σε αποζημίωση κατά το άρθρο 926 ΑΚ και αφ ετέρου την καταβολή από έναν από αυτούς στον τρίτο ζημιωθέντα ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης.

Δ. Από τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας.

Ε. Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής με οποιαδήποτε μορφή στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας. Έτσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με την συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν από την σύγκρουση δύο αυτοκινήτων, η οποία οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών, τραυματίζεται τρίτο πρόσωπο. Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από τον νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Περισσότεροι αντικειμενικά ευθυνόμενοι, είναι μεταξύ άλλων, ο οδηγός, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και ο ασφαλιστής μέχρι το ποσό του ασφαλίσματος για την ζημία που προξένησε σε τρίτους το ασφαλισμένο αυτοκίνητο (άρθρο 4, 9 ν. ΓΠΝ/1911, 10 παρ. 1 πδ 237/1986). Στην τρίτη περίπτωση η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία.

ΣΤ. Όταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ. Για να γεννηθεί, όμως, η αξίωση αναγωγής, δεν απαιτείται να διαγνωστεί προηγουμένως δικαστικά η υποχρέωση του εναγομένου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου και το δεδικασμένο που παράγεται στη δίκη αποζημίωσης δεν εκτείνεται στη δίκη αναγωγής. Συνέπεια είναι ότι η έκταση του δικαιώματος αναγωγής προσδιορίζεται, τελικά, από το δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή αναγωγής με βάση τα κριτήρια της υπαιτιότητας και της αιτιότητας (ΑΠ 1655/2017, ΑΠ 262/2019).

 

 

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντιστοίχως, εκκρεμοδικία.

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 268 εδ. α ΑΚ προκύπτει ότι, αν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία, από την τελεσιδικία της αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται, ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος για κάθε ζημία του.

Β. Η νέα αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή και τούτο, γιατί, κατά μεν το άρθρο 272 ΑΚ που ορίζει ότι με τη συμπλήρωση της παραγραφής ο οφειλέτης δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, με την συμπλήρωση της, ο οφειλέτης έχει κεκτημένο δικαίωμα έναντι του δανειστή για άρνηση της παροχής προς αυτόν, εφ όσον δε, κατά το μεταγενέστερο μέρος της, η αξίωση δεν είχε καταστεί επίδικη, το παραχθέν με βάση την αρχική αγωγή - ως προς το μέρος της προγενέστερης ζημίας, - δεδικασμένο δεν εξοβελίζει το ως άνω κεκτημένο δικαίωμα προς απόκρουση της αξίωσης κατά το μη προβληθέν με την αρχική αγωγή μέρος της, αφού τέτοια συνέπεια δεν προβλέπεται από το άρθρο 268 ΑΚ ούτε, άλλωστε, δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος αυτού είχε ο οφειλέτης στην αρχική δίκη, όταν δημιουργήθηκε το δεδικασμένο.

Γ. Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει την μη συμπλήρωση της αρχικής συντομότερης παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του ΑΚ, εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζόμενων στον Κώδικα «τρόπων διακοπής» της παραγραφής (260-269 ΑΚ), αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση, την έννοια, υπό την οποία λαμβάνει την «διακοπή» της παραγραφής, ήτοι της παύσης της διαδρομής αυτής, πριν από τη συμπλήρωση του κατά νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του, διαδραμόντος μέχρι το γεγονός της διακοπής, χρόνου (άρθρο 270 ΑΚ) (Ολ ΑΠ 24/2003).

Δ. Ως εκ τούτου αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση, ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στην συντομότερη παραγραφή. Ως αξιώσεις περιοδικά επαναλαμβανομένων παροχών νοούνται σύμφωνα με στις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 17, 254 ΑΚ και 11 αριθ. 7 ΚΠολΔ εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από έννομη σχέση, οφείλονται δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση, ή η άσκησή του, να εξαρτάται από αίρεση. Δεν αποτελούν περιοδικές παροχές, υπό την έννοια των άνω διατάξεων, οι απλές δόσεις που προβλέπονται, είτε, από το νόμο, είτε, από τη σύμβαση για την καταβολή μιας ενιαίας οφειλής η οποία εξοφλείται τμηματικά (ΑΠ 732/2015). 

Ε. Αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση, είτε με αναγνωριστική αγωγή, είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφ όσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (Ολ.Π 24/2003, ΑΠ 2039/2013, ΑΠ 1010/2015).

ΣΤ. Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 122/2006, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 377/2009) η δε απόρριψη της για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε πρόωρα αποτελεί λόγο μη ουσιαστικό με την έννοια της ΑΚ 263 (ΑΠ 16/1967). Κατά συνέπεια, η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση τέτοιας αγωγής θεωρείται κατ' άρθρο 263 ΑΚ σαν να μη διακόπηκε, εκτός εάν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ  377/2009).

Ζ. Στην περίπτωση, που από την ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη, και συνεπώς για την σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής. Ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή (ΑΠ 21/2012, ΑΠ 1010/2015).

Η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των άρθρων 904 επ. ΑΚ, τόσο από ουσιαστική, όσο και από δικονομική, άποψη, έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί, αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση, ή από την αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτή θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία (ΑΠ 222/2003, ΑΠ 712/2001, ΜονΠρΑθ 4657/2013).

Α. Η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού αγωγή δεν χωρεί, όταν δύναται να ασκηθεί η αγωγή από την σύμβαση, ή από την αδικοπραξία, ώστε να μην αποστερηθεί ο εναγόμενος της ευχέρειας να αντιτάξει τις ενστάσεις από την σύμβαση, ή από την αδικοπραξία και μπορεί να ασκηθεί μόνον, όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από την σύμβαση, ή την αδικοπραξία. Εάν, επομένως, αυτή στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, τότε η αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού τυγχάνει νομικά αβάσιμη [ΟλΑΠ 2/1987,(ΑΠ 16/2008, ΑΠ 152/2013).

Β. Προϋποθέσεις

Κατά την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, «Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία η με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη».

α) Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, ή επί ζημία του, είναι ότι ο πλουτισμός του εναγομένου αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της, δηλαδή παροχής αχρεώστητης, ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή αιτία παράνομη, ή ανήθικη.

β) Η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία ο πλουτισμός επήλθε από διάταξη νόμου, ή έγκυρη σύμβαση, παρά μόνο αν υπάρχει διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναζήτηση του. Επομένως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της από την κύρια σχέση αγωγής, η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, λόγω της επιβοηθητικής φύσης της, όπως αναφέρθηκε, δηλαδή, αφού ασκείται μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις άσκησης της από την κύρια σχέση (δικαιοπρακτική ή αδικοπρακτική) αγωγής και τούτο για να μπορεί ο εναγόμενος να προβάλει τις από την σχέση αυτή ενστάσεις (ΑΠ 222/2003, ΜονΠρΑθ 4657/2013).

γ) Με βάση την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, ο ζημιωθείς δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, εφ όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, δηλαδή

1) την περιουσιακή μετακίνηση από την μία περιουσία στην άλλη.

2) την συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και

3) εν όψει του ότι η έλλειψη νομιμότητας της αιτίας, από την οποία προήλθε ο πλουτισμός, αποτελεί προϋπόθεση του νόμω βασίμου της αγωγής για απόδοση της από αυτόν ωφέλειας, πρέπει το δικόγραφο της αγωγής να περιέχει και τους λόγους για τους οποίους η αιτία του πλουτισμού δεν είναι νόμιμη, δηλ. την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ  93/2014). Όταν, όμως, υπάρχει νόμιμη αιτία, ερειδομένη σε διάταξη νόμου, ή στην σύμβαση, από την οποία προέκυψε ο πλουτισμός, ο λήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την ωφέλεια αυτή, με βάση την ανωτέρω διάταξη και η σχετική αγωγή δεν θεμελιώνεται σε αυτήν. Κρίσιμο δηλαδή στοιχείο είναι η νόμιμη αιτία του πλουτισμού. Αιτία είναι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης, η αποτυχία δε του σκοπού αυτού επιφέρει την έλλειψη της αιτίας.

Γ. Περιπτωσιολογία

Περιπτώσεις, για την ευδοκίμηση της αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, ή επί ζημία του, είναι κατά το άρθρο 904 ΑΚ, ο πλουτισμός να αποκτήθηκε, α) από παροχή αχρεώστητη, β) από παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή γ) από αιτία παράνομη, ή ανήθικη. Σε κάθε περίπτωση ο λήπτης, από την παροχή του δότη, πρέπει να γίνεται πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία. Η ύπαρξη, όμως, ή απουσία, της νόμιμης αιτίας, δεν λύνεται από μόνη την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Αναπόκειται στον εφαρμοστή του δικαίου να το καθορίσει, λαμβάνοντας υπ όψιν τις ειδικές διατάξεις του νόμου, στις οποίες σιωπηρά παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, σε συνδυασμό με τον σκοπό του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 725/2004, ΑΠ 93/2014, ΑΠ 1751/2014, ΑΠ 1254/2017).

α) Ως αχρεώστητη παροχή νοείται η περίπτωση πλουτισμού του λήπτη που επέρχεται χωρίς την παροχή ανταλλάγματος από τον λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση και γενικότερα βούληση του ζημιωθέντος, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Πρόκειται για παροχή που καταβάλλεται σε εκπλήρωση ανύπαρκτης, κατά το χρόνο καταβολής, παροχής, είτε μεταγενέστερα αποσβεσθείσας (ΑΠ 432/2013, ΑΠ 68/2016).

β) Παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε, έχουμε όταν η καταβολή της παροχής έγινε για ορισμένο σκοπό, ο οποίος όμως δεν επακολούθησε (ΑΠ 147/2001).

Χαρακτηριστική η περίπτωση του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτου, όπου, αν έχει προκαταβληθεί το τίμημα από τον αγοραστή, ο πλουτισμός του πωλητή από την προείσπραξη του τιμήματος έχει νόμιμη αιτία, το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο δηλαδή, που τον υποχρεώνει να μεταβιβάσει την κυριότητα και να παραδώσει το ακίνητο στον αγοραστή. Για όσο χρόνο η αιτία αυτή είναι ενεργός, ο πλουτισμός του πωλητή παραμένει νόμιμος, αφού αντισταθμίζεται με την υποχρέωσή του να μεταβιβάσει και παραδώσει το ακίνητο. Καθίσταται όμως αδικαιολόγητος όταν καταστεί οριστικά αδύνατη η εκπλήρωσή της από το προσύμφωνο παροχής, δηλαδή η μεταβίβαση του πράγματος για αιτία που δεν επακολούθησε (ΑΠ 1230/2017).

γ) Παροχή για αιτία που έληξε έχει και εκείνος ο οποίος δυνάμει δικαστικής αποφάσεως που κηρύχτηκε προσωρινώς εκτελεστή, σύμφωνα με τα άρθρα 907 και 908 ΚΠολΔ, ή και διαταγής πληρωμής, κατέβαλε στον ενάγοντα το επιδικασθέν προσωρινώς χρηματικό ποσό, είτε με αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης εις βάρος του από τον δικαιούχο, είτε συμμορφούμενος με τη δικαστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής, προκειμένου να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης ή της διαταγής πληρωμής, οι οποίες στη συνέχεια, η μεν απόφαση εξαφανίστηκε συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον οφειλέτη, απορριφθείσης της αγωγής για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, η δε διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε αμετάκλητα ύστερα από άσκηση του ένδικου βοηθήματος από τα άρθρα 632 και 633  ΚΠολΔ (ανακοπής). Τούτο δε, γιατί η αιτία, δηλαδή ο σκοπός που έγινε η παροχή, που είναι η εξαφανισθείσα προσωρινώς εκτελεστή δικαστική απόφαση, ή η ακυρωθείσα διαταγή πληρωμής, έληξε με την απόρριψη της αγωγής ή την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και όχι το δικαίωμα του ενάγοντος, ή του αιτηθέντος την έκδοση της διαταγής πληρωμής, καθ' εαυτό. Εντεύθεν έπεται ότι η μεταγενέστερη εξαφάνιση της απόφασης, ή η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, επιφέρει τη λήξη της αιτίας του πλουτισμού και εκείνος που έλαβε την ωφέλεια οφείλει να την επιστρέψει (ΑΠ 1438/2010, ΑΠ 658/2008, ΑΠ 1438/2005, ΑΠ 1623/2012).

δ) Όταν η παροχή έγινε σε εκτέλεση συμβάσεων για την οποία δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος από το νόμο τύπος και η οποία, εφ όσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 159 παρ. 1 και 180 ΑΚ), νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί την διατήρηση της παροχής στο λήπτη, δεν υπάρχει.

ε) Εκείνος που έδωσε την παροχή σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, δικαιούται να αναζητήσει από τον λήπτη που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία του αδικαιολόγητα αυτό που έδωσε, πρέπει, όμως, να ισχυρισθεί και αποδείξει κατά τα άρθρα 216 παρ.1, 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, την δόση ορισμένης παροχής, την συγκεκριμένη αιτία της παροχής και το λόγο για τον οποίο είναι μη νόμιμη η αιτία (ΟλΑΠ 2/1987, ΑΠ 1455/2013).

στ) Η καταβολή τιμήματος σε εκτέλεση συμβάσεως αγοράς ακινήτου για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, που απαιτείται από τα άρθρα 369, 513 και 1033 ΑΚ, επάγεται πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή (ΑΠ 852/2000).

Δ. Απόσβεση υποχρέωσης απόδοσης πλουτισμού

α) Η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβήνεται, εφ όσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ. Το γεγονός της απώλειας, ή μείωσης, του πλουτισμού συγκροτεί καταχρηστική ένσταση καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος προς απόδοση της ωφέλειας. Το βάρος επίκλησης και απόδειξης φέρει ο εναγόμενος λήπτης του πλουτισμού (ΑΠ 791/2012).

β) Οι οικονομικές θυσίες, στις οποίες υποβάλλεται ο πλουτήσας πριν από τον πλουτισμό για την απόκτηση αυτού και ιδίως ανταλλάγματα προγενέστερα του πλουτισμού, που συνδέονται με την απόκτηση αυτού, λαμβάνονται υπ όψιν, ως λόγος μη ευθύνης του πλουτήσαντος. Συνιστούν, δηλαδή, νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού στα πλαίσια του άρθρου 904 ΑΚ, η επίκληση της οποίας συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται ευθέως η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, αφού δεν γεννιέται από την αρχή απαίτηση αδικαιολόγητου πλουτισμού, και όχι εκείνη του άρθρου 909 AΚ που προϋποθέτει γεννημένη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1438/2014).

Ε. Διατήρηση υποχρέωσης απόδοσης πλουτισμού

Η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού, παρά την απώλεια του πλουτισμού, διατηρείται κατ' εξαίρεση α) σε περίπτωση απαιτήσεως αχρεωστήτου, εφ όσον ο λήπτης γνώριζε, ή αφ ότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (ΑΚ 911 περ. 1), β) αν πρόκειται για απαίτηση για παράνομη ή ανήθικη αιτία (ΑΚ 911 περ. 2) και γ) σε περίπτωση απαιτήσεως για αιτία που δεν επακολούθησε, ή έληξε, αφ ότου ο λήπτης όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση (ΑΚ 912). Ως γνώση, κατά την έννοια του άρθρου 911 περ. 1 ΑΚ, θεωρείται η θετική γνώση και δεν αρκεί αμφιβολία, υπαίτια άγνοια, ή απλή αμφισβήτηση, εκ μέρους του ζημιωθέντος. Παράνομη αιτία κατά την έννοια του άρθρου 911 περ. 2 υπάρχει μόνο σε περίπτωση παραβιάσεως απαγορευτικής διατάξεως νόμου, δηλαδή διατάξεως που αποδοκιμάζει, είτε αυτό το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, στο πλαίσιο της οποίας έγινε η περιουσιακή επίδοση, είτε τις συγκεκριμένες συνθήκες συνάψεώς της, ενώ απαιτείται συνείδηση του παράνομου ή ανήθικου χαρακτήρα της επιδόσεως αυτής (ΑΠ 1475/2009).

ΣΤ. Παραγραφή αξίωσης από την σύμβαση

Η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προϋπόθεση έχει, ότι η ωφέλεια που αποκτήθηκε από την περιουσία άλλου, ή με ζημία αυτού, οφείλεται σε μη νόμιμη αιτία, προϋπόθεση που δεν συντρέχει επί παραγραφής των από την σύμβαση αξιώσεων, γιατί η παραγραφή αποτελεί, όπως συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 272 εδ. α ΑΚ, νόμιμη αιτία πλουτισμού.     

Αν κατά το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής, ή προκειμένου για χρηματική παροχή κατά το χρόνο καταβολής υπήρχε νόμιμη αιτία και εξέλιπε μεταγενέστερα, δεν υφίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός. Ότι καταβλήθηκε χωρίς γνώση της παραγραφής δεν αναζητείται με την αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 366/1986, ΜονΠρΑθ 4657/2013).

Ζ. Παραγραφή αξίωσης από την αδικοπραξία 

Για να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού πρέπει να έχει παραγραφή η αξίωση από την αδικοπραξία (πενταετία) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 547/2008, ΑΠ 562/2004).

Η. Παραγραφή της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού

Ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που κατά τον κανόνα του άρθρου 249 ΑΚ είναι εικοσαετής, αρχίζει να τρέχει από την στιγμή που ο εναγόμενος αποκόμισε την ωφέλεια σε βάρος του ενάγοντος, ακριβέστερα δε από τη στιγμή που θα πληρωθούν όλοι οι όροι της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ και θα είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως.

Στην περίπτωση που ο πλουτισμός προέκυψε από αιτία η οποία δεν επακολούθησε, χρονικό σημείο γεννήσεως της υποχρεώσεως του λήπτη να αποδώσει την ωφέλεια και αντίστοιχα της αξιώσεως του δότη προς απόδοσή της και άρα αφετηρία της παραγραφής είναι εκείνο κατά το οποίο έπαυσε οριστικά να υπάρχει η αιτία, που μέχρι τότε καθιστούσε την περιουσιακή δόση νόμιμο πλουτισμό (ΑΠ 1230/2017).

Η διοίκηση αλλοτρίων (ξένης υπόθεσης) ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 730-740 ΑΚ. Είναι ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως από το νόμο μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υπόθεσης και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση χωρίς να έχει δικαίωμα, ή σχετική υποχρέωση.

Η διοίκηση αλλοτρίων διακρίνεται, α) σε γνήσια διοίκηση αλλοτρίων και β) μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων. Η γνήσια διοίκηση αλλοτρίων διακρίνεται, α) σε γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων και β) σε γνήσια αθέμιτη διοίκηση αλλοτρίων. Η μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων διακρίνεται, α) σε εν γνώσει μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων και β) σε εν αγνοία μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων.

Α. Γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων

Η έννοια της γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων δίνεται από την διάταξη του άρθρου 730 εδ. α ΑΚ, κατά την οποία, όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να την διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική, ή την εικαζόμενη θέλησή του. Πρόκειται για θεμιτή γνήσια διοίκηση (άρθρο 736 ΑΚ) και ο διοικητής έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως (ΑΠ 784/2005).

Β. Γνήσια αθέμιτη διοίκηση αλλοτρίων

Σύμφωνα με το εδ. β του άρθρου 730 εδ. α ΑΚ, αντίθετη θέληση του κυρίου για την διοίκηση της υπόθεσης δεν λαμβάνεται υπόψη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη. Πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλοτρίων (άρθρο 737 ΑΚ)  και ο διοικητής δικαιούται να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Δηλαδή σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. α ΑΚ. Στοιχεία, επομένως, της αγωγής για δαπάνες που πρέπει να εκθέτει και να αποδεικνύει ο ενάγων διοικητής αλλοτρίων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 118 περ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, είναι, εφόσον η αξίωσή του στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 737 ΑΚ, ο πλουτισμός του εναγομένου κυρίου της υποθέσεως, η επέλευσή του σε βάρος του ενάγοντος (άρα και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον πλουτισμό του πρώτου και την επιβάρυνση του δευτέρου) και η έλλειψη νόμιμης αιτίας (ΑΠ 784/2005, ΑΠ 326/2006). ΑΠ 1254/2017

Γ. Εν γνώσει μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων

Μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων έχουμε, όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, δηλαδή αποβλέποντας στο δικό του συμφέρον και όχι στο συμφέρον του κυρίου (ΑΠ 668/2007), οπότε αν αγνοεί ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και τη διεξάγει νομίζοντας πως είναι δική του (εν γνώσει μη γνήσια διοίκηση) τότε κατά το άρθρ. 740 ΑΚ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, αλλά αυτές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή τις αδικοπραξίες, εφόσον ειδικότερα η πλάνη του διοικητή οφείλεται σε αμέλειά του και η διοίκηση της ξένης υπόθεσης συνιστά παράνομη πράξη, όπως κατά κανόνα συμβαίνει.

Δ. Εν αγνοία μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων

Αν όμως ο διοικητής γνωρίζει ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και παρ όλα αυτά την διοικεί σαν δική του (εν αγνοία μη γνήσια διοίκηση) τότε κατά το άρθρο 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από την διοίκηση αλλοτρίων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ε. Περί μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων

α) Ο νόμος ορίζει ως εφαρμοστέες και στη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων τις διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του διοικητή στην γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, παραπέμποντας έτσι μεταξύ άλλων και στη διάταξη του άρθρου 734 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο διοικητής αλλοτρίων έχει απέναντι στον κύριο υποχρέωση να λογοδοτήσει, να αποδώσει όσα απέκτησε από τη διοίκηση και να καταβάλει τόκους κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως. Κατ' αυτό τον τρόπο ο κύριος της υπόθεσης μπορεί να επιτύχει όχι μόνο την αποκατάσταση της ζημίας του από την αυθαίρετη επέμβαση στη διαχείριση της υπόθεσής του, αλλά να αξιώσει και την απόδοση του κέρδους που αποκόμισε ο διοικητής από τη διοίκηση αλλοτρίων κατά το ποσό που αυτό υπερβαίνει συνήθως τη προξενηθείσα ζημία. Ανάλογα θα πρόκειται, είτε για πραγματική συρροή αξιώσεων όταν ο κύριος της υπόθεσης ζητεί αποζημίωση και το επιπλέον κέρδος που αποκόμισε από τη διαχείριση της ξένης υπόθεσης ο διοικητής, είτε για απλή συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης, όταν ζητεί αποζημίωση θεμελιώνοντας την αξίωσή του από κοινού στις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων και σ' αυτές για τις αδικοπραξίες (ΑΠ 1343/2013).

β) Η αγωγή, με την οποία ο κύριος της υπόθεσης προβάλλει αξιώσεις κατά του διοικητή αυτής, επικαλούμενος ευθύνη του από σχέση μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει τα εξής στοιχεία α) τη διεξαγωγή ξένης υπόθεσης, που μπορεί να αφορά την επιχείρηση νομικών ή υλικών πράξεων ή και να μην έχει περιουσιακό αντικείμενο, β) τη γνώση του διοικητή ότι η υπόθεση είναι ξένη, δηλαδή πρέπει να γνωρίζει θετικά και όχι απλώς να αγνοεί, έστω και από βαριά αμέλειά του, ότι η υπόθεση που διεξάγει είναι ξένη και γ) τη διεξαγωγή της ξένης υπόθεσης από το διοικητή προς το δικό του αποκλειστικά συμφέρον παρά την ως άνω αντίθετη γνώση του ((ΑΠ1261/2010, ΑΠ 1343/2013)

ΣΤ. Ευθύνη διοικητή αλλοτρίων

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 731 ΑΚ, ο διοικητής αλλοτρίων ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Αν ανέλαβε την διοίκηση εναντίον της πραγματικής ή της εικαζόμενης θέλησης του κυρίου και έπρεπε να το είχε διαγνώσει, ευθύνεται και για τα τυχαία γεγονότα, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημία θα επερχόταν και χωρίς την ανάμιξή του. Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 732 ΑΚ, οποίος διοίκησε ξένες υποθέσεις για να αποτρέψει κίνδυνο που απειλούσε τον κύριο ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια.

 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο διοικητής αλλότριων από μόνη την ανάμειξη του στη διοίκηση αλλότριων (θεμιτή ή αθέμιτη) έχει ευθύνη για κάθε πταίσμα, δηλ. δόλο, βαριά και ελαφρά αμέλεια, προκειμένου δε για αθέμιτη διοίκηση αλλότριων η ευθύνη του διοικητή αλλότριων διαπλάσσεται αυστηρότερα, εκτεινόμενη και στα τυχηρά, απαλλασσομένου τούτου μόνο στην περίπτωση της ανώτερης βίας (ΕφΑθ 3706/2008).

Ζ. Δικαιώματα διοικητή αλλοτρίων

Κατά το άρθρο 736 ΑΚ, αν ο διοικητής αλλοτρίων ανέλαβε την διοίκηση προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, έχει δικαίωμα να ζητήσει απ' αυτόν τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, κατά δε το άρθρο 737 ΑΚ, αν δεν συντρέχουν οι όροι του προηγούμενου άρθρου, ο διοικητής δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την ανόρθωση των ζημιών. Απόδοση των δαπανών δικαιούται να ζητήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1

Εφ όσον ο διοικητής ανέλαβε την διοίκηση της ξένης υπόθεσης και την διεξάγει ως ξένη προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του κυρίου, πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής έχει κατά το άρθρ. 736 ΑΚ το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, διαφορετικά πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής δικαιούται κατά το άρθρο 737 ΑΚ να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (1343/2013).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2

Η από το άρθρο 740 ΑΚ διάταξη, που ορίζει ότι «Οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων δεν εφαρμόζονται αν κάποιος διεξάγει ξένη υπόθεση νομίζοντας πως είναι δική του», αφορά μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, δηλαδή αποβλέποντας στο δικό του συμφέρον και όχι στο συμφέρον του κυρίου, οπότε αν μεν αγνοεί ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και την διεξάγει νομίζοντας πως είναι δική του, τότε κατά το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, αλλά αυτές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή τις αδικοπραξίες, εφόσον ειδικότερα η πλάνη του διοικητή οφείλεται σε αμέλειά του και η διοίκηση της ξένης υπόθεσης συνιστά παράνομη πράξη, όπως κατά κανόνα συμβαίνει. Αν όμως ο διοικητής γνωρίζει ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και παρόλα αυτά τη διοικεί σαν δική του, τότε κατά το άρθρο 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από την διοίκηση αλλοτρίων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1343/2013).

Η. Αδικαιολόγητος πλουτισμός

Σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αθέμιτης ή μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, πρέπει να ερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την γέννηση της αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ.1 εδ. α’ ΑΚ , που ορίζει ότι «όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια».

Κατά την διάταξη, για να γεννηθεί η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πρέπει να επέλθει μία περιουσιακή μεταβολή στις σχέσεις δικαιούχου και υποχρέου σε βάρος της περιουσίας του δικαιούχου χωρίς νόμιμη αιτία, αρκεί ο πλουτισμός του λήπτη να είναι πραγματικός και συγκεκριμένος, ιδιότητες που έχουν ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του πλουτισμού που επιβάλλεται στο λήπτη χωρίς τη θέλησή του. Επιβαλλόμενος, εντεύθεν, πλουτισμός υπάρχει, όταν έχει υλοποιηθεί συγκεκριμένη πραγματική, κατ΄ αντικειμενική κρίση, αύξηση της περιουσίας ενός προσώπου (πλουτισμός), η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη θέλησή του, ή τα ενδιαφέροντά του. Κάτι τέτοιο, δηλαδή επιβαλλόμενος (ανεπιθύμητος) πλουτισμός μπορεί να συμβεί ειδικά στη διοίκηση αλλοτρίων μόνο στις περιπτώσεις της αθέμιτης γνήσιας διοίκησης (άρθρο 737 εδ. β ΑΚ), ή της μη γνήσιας (άρθρο 739 εδ. β’ ΑΚ), γιατί στη γνήσια θεμιτή ο διοικητής ενεργεί προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, στοιχείο αντίθετο προς το εννοιολογικό περιεχόμενο του επιβαλλόμενου πλουτισμού (ΑΠ 668/2007, ΑΠ 1614/1999, ΑΠ  784/2005 ΜονΠρΠειρ  2723/ 2019).

Θ. Υποχρεώσεις διοικητή

Πέραν των άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 733 ΑΚ, ο διοικητής αλλοτρίων οφείλει, μόλις μπορέσει, να αναγγείλει στον κύριο ότι ανέλαβε την διοίκηση και να περιμένει, αν δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος από την αναβολή, τις οδηγίες του κυρίου, κατά δε το άρθρο 734 ΑΚ, ο διοικητής αλλοτρίων έχει απέναντι στον κύριο υποχρέωση να λογοδοτήσει, να αποδώσει όσα απέκτησε από την διοίκηση και να καταβάλει τόκους κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή  τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Α. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να κριθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστικής θα πρέπει να υπάρχει προφανής υπέρβαση των ως άνω ορίων που υφίσταται, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε σε συνάρτηση με αυτή του υποχρέου, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο την γένεση, ή να επάγονται την απόσβεση, του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο, να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, οι οποίες κρίνονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματός του.

Β. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματός του επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο χρόνο για την παραγραφή καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατά αυτού, ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος (Ολ ΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 1236/2004, ΑΠ 1332/2004, ΑΠ 1142/2001, ΕφΠειρ 288/2018).

Κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία, ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό της.

Α. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων α) υποχρέωση, κατ' αρχήν, προς αποζημίωση, β) συμβολή του ζημιωθέντος στην επέλευση, ή την έκταση της ζημίας του γ) αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος προς την επέλευση, ή την έκταση της ζημίας. Πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση κρίνεται εκάστοτε από το σύνολο των περιστατικών καθώς και από τις κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις.

Β. Ειδικότερα, πρώτα εξετάζεται, αν ο συνηθισμένος επιμελής άνθρωπος μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση την ζημία, ή να την περιορίσει και δεύτερον, αν εκείνος που ζημιώθηκε όφειλε, ως έντιμος και επιμελής κοινωνικός άνθρωπος, να προβεί στη δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη..

Γ. Εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 300, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα, είτε να απαλλάξει το ζημιώσαντα, είτε να μειώσει την ευθύνη του, είτε, τέλος, και να κρίνει ότι, παρά το συντρέχον πταίσμα, αυτός θα πρέπει να φέρει πλήρη ευθύνη. Τη διακριτική του αυτή ευχέρεια ο δικαστής ασκεί με βάση ορισμένα κριτήρια που σύμφωνα με το πνεύμα του νόμου, θεωρούνται κρίσιμα. Τέτοια κριτήρια είναι η βαρύτητα του πταίσματος του ζημιωθέντος, σε σχέση με τη βαρύτητα του πταίσματος του ζημιώσαντος, η αντικειμενική συμβολή των μερών στην παραγωγή και την έκταση της ζημίας, οι κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις και γενικότερα οι αρχές της καλής πίστης, επομένως και οι οικονομικές συνθήκες των μερών, τα χρηστά ήθη κλπ.

Δ. Επιβάλλεται δε ο καταλογισμός μέρους της ζημίας στην αμέλεια του παθόντος, όταν αυτή υπήρξε η κυρία αιτία της επαύξησης της ζημίας, θα εξετασθεί, δηλαδή, κατά τις αρχές της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, ποίου εκ των ενδιαφερομένων η συμπεριφορά και κατά ποίο βαθμό, ήταν, κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, περισσότερο ικανή να ευνοήσει την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος (ΕφΑθ 1515/2007, ΕφΛαρ 580/2013)

1) Κατά την υπόσχεση της παροχής

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 362 ΑΚ, αυτός που υποσχέθηκε παροχή (οφειλέτης) η οποία είναι αδύνατη κατά την σύναψη της σύμβασης, για λόγους που, είτε είναι γενικοί, είτε αφορούν τον ίδιο, έχει υποχρέωση να ανορθώσει την ζημία του δανειστή από την μη εκπλήρωση της παροχής. Στην περίπτωση που ο δανειστής κατά την σύναψη της σύμβασης γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, ότι η παροχή είναι αδύνατη, τότε ο δανειστής, κατά τα άρθρα 300 και 364 ΑΚ, θα επωμισθεί ένα μέρος της ζημίας, με δυνατότητα του οφειλέτη, είτε να απαλλαγεί από την ευθύνη, είτε να μειωθεί η ευθύνη του

Β. Αν όμως ο οφειλέτης, κατά το άρθρο 363 ΑΚ, κατά την συνομολόγηση της σύμβασης αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητα ότι η παροχή είναι αδύνατη, εφ όσον στον νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση που απορρέει από την υπόσχεση της αδύνατης παροχής. Οφείλει όμως, αμέσως μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή για το γεγονός αυτό.  

Γ. Στην περίπτωση που η παροχή  του ενός από τους συμβαλλομένους, κατά το άρθρο 380 ΑΚ, είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη, απαλλάσσεται και ο άλλος συμβαλλόμενος από την αντιπαροχή και την αναζητεί, αν τυχόν την κατέβαλε, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αλλά δεν απαλλάσσεται αν απαίτησε ό,τι περιήλθε στον άλλο εξαιτίας του γεγονότος της αδυναμίας.

Δ. Αν η παροχή του ενός είναι, ή έγινε, αδύνατη από γεγονός, για το οποίο αυτός υπέχει ευθύνη, μπορεί ο άλλος, είτε να επικαλεστεί τα δικαιώματα του άρθρου 380 ΑΚ και να απαλλαγεί από την υποχρέωση να καταβάλει την αντιπαροχή του, ή αν τυχόν την κατέβαλε, να την αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είτε να ζητήσει αποζημίωση, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (άρθρα 166, 330, 335, 336, 380, 382, και 904 AK).

Ε. Η αποζημίωση συνίσταται στο λεγόμενο θετικό διαφέρον, ή διαφέρον εκπληρώσεως, από την οριστική σύμβαση, δηλαδή αυτός που ζημιώθηκε δικαιούται να αξιώσει ό,τι θα είχε, εάν δεν υπήρχε η αντισυμβατική συμπεριφορά του οφειλέτη, δηλαδή την αξία του περιουσιακού αντικειμένου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (ΕφΠειρ 110/2005).

2) Κατά την εκπλήρωση της παροχής

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 335 ΑΚ, αν κατά την εκπλήρωσή της η παροχή είναι ολικά ή μερικά αδύνατη για λόγους που, είτε είναι γενικοί, είτε αφορούν τον οφειλέτη, αυτός έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη, ζημία του δανειστή που επέρχεται από την αδυναμία.

Β. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξ αιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Οφείλει όμως αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή (336 ΑΚ)

Γ. Σε περίπτωση μερικής υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη να εκπληρώσει την παροχή ο δανειστής, μέσα σε εύλογη προθεσμία, αφ ότου γίνει η προσφορά ή η πρόσκληση από τον οφειλέτη, αν δεν έχει συμφέρον στη μερική εκπλήρωση, έχει δικαίωμα να την αρνηθεί εντελώς και να θεωρήσει την αδυναμία ολική (άρθρο 337 ΑΚ).

Δ. Αν ο οφειλέτης απαλλάχθηκε από την υποχρέωσή του, επειδή βρισκόταν σε αδυναμία να την εκπληρώσει από γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, οφείλει να αποδώσει στο δανειστή καθετί που περιήλθε σ' αυτόν εξαιτίας αυτού του γεγονότος (άρθρο 338 ΑΚ).

3) Το βάρος της απόδειξης

Το βάρος της απόδειξης, σχετικά με την υπαιτιότητα του οφειλέτη της αδύνατης παροχής, φέρει ο ίδιος, αφού η υπαιτιότητά του τεκμαίρεται, σύμφωνα, άλλωστε, με το γενικό κανόνα που ισχύει στην ενδοσυμβατική ευθύνη. Ο ζημιωθείς δηλαδή αρκεί να αποδείξει μόνο ότι η παροχή έγινε αδύνατη, όχι, όμως, και ότι η αδυναμία οφείλεται σε πταίσμα του οφειλέτη. Αντίθετα, ο οφειλέτης, αποκρούοντας την αξίωση της αγωγής, οφείλει αυτός να αποδείξει ότι η αδυναμία του οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη, κατ' άρθ. 336 ΑΚ (ΑΠ 405/2002).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ παρ.1 ΑΚ, ο υπόχρεος από αμφοτεροβαρή σύμβαση έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής για όσο χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει, ή δεν προσφέρει, την αντιπαροχή, εκτός αν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος.

Α. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι παροχή και αντιπαροχή, βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λειτουργικής εξάρτησης, τόσο ως προς την γένεση, όσο και ως προς την εξέλιξη των περί παροχής και αντιπαροχής υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Και οι δύο συμβαλλόμενοι υποχρεούνται να εκτελέσουν ταυτόχρονα την βαρύνουσα καθένα από αυτούς παροχή. Αν ο ένας από τους συμβαλλομένους ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να εκπληρώσει εκείνος πρώτος την παροχή, θα αποκρουστεί με την ένσταση της μη εκπλήρωσης της σύμβασης, σκοπός της οποίας είναι ο εξαναγκασμός και των δύο σε ταυτόχρονη εκπλήρωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 378 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η προβολή της ένστασης μη εκπλήρωσης της σύμβασης έχει ως αποτέλεσμα ότι ο εναγόμενος καταδικάζεται στην παροχή με τον όρο ταυτόχρονης εκπλήρωσης από τον άλλο της αντιπαροχής που τον βαρύνει.

Β. Η ένσταση της μη εκπλήρωσης της σύμβασης έχει εφαρμογή μόνον, όταν δεν δημιουργείται υποχρέωση για κανένα από τους συμβαλλομένους, είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο, σε προεκπλήρωση της παροχής.

Γ. Αν υπάρχει υποχρέωση σε προεκπλήρωση της παροχής, η διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ δεν εφαρμόζεται, εκτός αν η γενόμενη από τον υπόχρεο προεκπλήρωση είναι ελλιπής ή πλημμελής, οπότε ο αντισυμβαλλόμενος που την αποδέχθηκε, έχει την ένσταση της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής (ΑΠ 1852/2009, ΑΠ 1855/2009) ΑΠ 2208/2013

Δ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ, αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη, απαλλάσσεται και ο άλλος συμβαλλόμενος από την αντιπαροχή και την αναζητεί, αν τυχόν την κατέβαλε, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ε. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 376 ΑΚ, αν ο ένας από τους συμβαλλομένους εκπλήρωσε κατά ένα μέρος την παροχή, δεν μπορεί ο άλλος να αρνηθεί την αντιπαροχή όταν η άρνηση αντιβαίνει στην καλή πίστη λόγω των ειδικών περιστάσεων και ιδίως επειδή το μέρος της παροχής που καθυστερείται ακόμη είναι επουσιώδες.

Κατά την διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ, σύμβαση στην οποία ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στην απόλυτη κρίση ενός από τους συμβαλλόμενους είναι άκυρη.

Α. Με την πρώτη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους, ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής, εν αμφιβολία, με δίκαιη κρίση. Μπορεί με την συμφωνία να ορίζεται ότι, η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά την σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Β. Από τον συνδυασμό των δύο διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι είναι άκυρη η συμφωνία περί αορίστου παροχής όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στον ένα των συμβαλλομένων, ο οποίος μπορεί να προβεί σ' αυτόν κατά τρόπο αυθαίρετο, μη υποκείμενο στον έλεγχο του αντισυμβαλλομένου ή του δικαστηρίου, σε τρόπο ώστε η δέσμευση του άλλου από τη συμφωνία αυτή να είναι υπέρμετρη και αλόγιστη. Αντίθετα, αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε από τους συμβαλλομένους, απλώς σε έναν απ' αυτούς, ο τελευταίος υποχρεούται έναντι του άλλου να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση. Και αν η κρίση του ενός συμβαλλομένου μέρους θεωρηθεί εκ μέρους του άλλου δίκαιη, γεννιέται η αξίωση για την παροχή, όταν όμως θεωρηθεί μη δίκαιη, κάθε ένα μέρος δικαιούται να ζητήσει με αγωγή τον προσδιορισμό από το Δικαστήριο.

Γ. Δίκαιη κρίση, ή κρίση αγαθού ανδρός, θεωρείται η κρίση του ελευθέρως δικάζοντος εντός του σκοπού της ενοχής, και μάλιστα της συμβάσεως και εντός των συγκεκριμένων μεταξύ των μερών περιστάσεων. Για τον σχηματισμό δε της δίκαιης κρίσης πρέπει από την σύμβαση να προκύπτει κάποια βάση ή αφετηρία για τέτοια κρίση ως λ.χ. ο διά της συμβάσεως επιδιωκόμενος σκοπός των μερών ή η συνομολογηθείσα αντιπαροχή (ΑΠ 1879/2013)

Δ. Η απόφαση του δικαστηρίου, που προσδιορίζει την παροχή, συμπληρώνει την σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας την βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη. Πριν από τον προσδιορισμό δεν υπάρχει γεννημένη αξίωση προς παροχή και συνακόλουθα δεν δημιουργείται υπερημερία του οφειλέτη από την μη πληρωμή, αφού δεν υφίσταται προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή (ΑΠ 110/2015, ΑΠ 1354/2015).

Α. Σύμφωνα με τον νόμο 4820/2021 (άρθρα 205 και 206)  υποχρεωτικά πρέπει να εμβολιστεί κατά του COVID-19

1) Όλο το προσωπικό (ιατρικό, παραϊατρικό, νοσηλευτικό, διοικητικό και υποστηρικτικό προσωπικό) των ιδιωτικών, δημόσιων και δημοτικών μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων και φροντίδας ατόμων με αναπηρία, όπου και αν υπηρετούν, ακόμη και το προσωπικό που απασχολείται στο πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι».

Η πρώτη δόση του εμβολιασμού, ή η μοναδική δόση, πρέπει να γίνει έως τις 16 Αυγούστου 2021, η δε ολοκλήρωση του εμβολιαστικού κύκλου πρέπει να γίνει στον προβλεπόμενο χρόνο.

Κάθε νεοεισερχόμενος φιλοξενούμενος στις ανωτέρω μονάδες πρέπει υποχρεωτικά να είναι πλήρως εμβολιασμένος κατά του COVID-19.

2) Όλο το προσωπικό (ιατρικό, παραϊατρικό, νοσηλευτικό, διοικητικό και υποστηρικτικό) σε ιδιωτικές, δημόσιες και δημοτικές δομές υγείας (διαγνωστικά κέντρα, κέντρα αποκατάστασης, κλινικές, νοσοκομεία, δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, μονάδες νοσηλείας, Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας)  και Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).

Η πρώτη δόση του εμβολιασμού, ή η μοναδική δόση, πρέπει να γίνει έως την 1 Σεπτεμβρίου 2021, η δε ολοκλήρωση του εμβολιαστικού κύκλου πρέπει να γίνει στον προβλεπόμενο χρόνο.

Β. Ποιοι δεν έχουν υποχρέωση εμβολιασμού

Δεν υπέχουν την υποχρέωση να εμβολιαστούν όσοι από τους παραπάνω έχουν νοσήσει και για διάστημα (6) μηνών από τη νόσηση και όσοι έχουν αποδεδειγμένους λόγους υγείας που εμποδίζουν την διενέργεια του εμβολίου.

Οι λόγοι υγείας εγκρίνονται από τριμελείς επιτροπές ανά υγειονομική περιφέρεια, οι οποίες αποτελούνται από ιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας και πανεπιστημιακούς ιατρούς.

Γ. Υποχρέωση επίδειξης πιστοποιητικού εμβολιασμού

Όλοι οι εργαζόμενοι στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι έχουν ολοκληρώσει τον εμβολιασμό, ή έχουν νοσήσει εντός του τελευταίου εξαμήνου, υποχρεούνται όπως επιδεικνύουν στον προϊστάμενο της οργανικής μονάδας όπου υπηρετούν ή στον εργοδότη τους, αντίστοιχα, το Ευρωπαϊκό Ψηφιακό Πιστοποιητικό COVID-19, ή άλλη σχετική βεβαίωση εμβολιασμού.

Δ. Συνέπειες μη εμβολιασμού προσωπικού δημόσιου φορέα

Όσοι από τους παραπάνω εργάζονται σε φορείς του δημοσίου τομέα και δεν εμβολιαστούν εμπρόθεσμα, ή καθόλου, με απόφαση του επικεφαλής του φορέα τίθενται σε αναστολή εργασίας μέχρι να εμβολιαστούν και συμπληρωθούν 14 ημέρες από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού.

Κατά τον χρόνο αναστολής εργασίας δεν καταβάλλονται αποδοχές. Ο χρόνος αναστολής δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. Δικαιούνται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. 

Ε. Συνέπειες μη εμβολιασμού προσωπικού ιδιωτικού τομέα

Όσοι από τους παραπάνω εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα (ανεξάρτητα αν πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, συμβάσεις έργου, παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας δανειζόμενου προσωπικού, ή προσωπικού που συμβάλλεται με εργολάβο) και δεν εμβολιαστούν εμπρόθεσμα, ή καθόλου, ο εργοδότης υποχρεούται να τους θέσει σε αναστολή εργασίας μέχρι να εμβολιαστούν και συμπληρωθούν 14 ημέρες από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού.

Κατά τον χρόνο αναστολής εργασίας δεν καταβάλλονται οι αποδοχές. Ο διαδραμών χρόνος δεν λαμβάνεται ως συντάξιμος. Δικαιούνται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. 

Στον εργοδότη που απασχολεί προσωπικό ανεμβολίαστο επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο από 10.000 ευρώ έως 50.000 ευρώ για κάθε παράβαση και σε περίπτωση υποτροπής, διοικητικό πρόστιμο από 20.000 ευρώ έως 200.000 ευρώ για κάθε παράβαση.

ΣΤ. Προσλήψεις προσωπικού από φορείς δημοσίου τομέα

Οι φορείς του δημοσίου τομέα δύνανται να προσλάβουν  προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μέχρι 3 μήνες, με δυνατότητα παράτασης για επιπλέον 3 μήνες, αντίστοιχων προσόντων του προσωπικού που έχει τεθεί σε αναστολή καθηκόντων και μέχρι του αριθμού του προσωπικού που έχει τεθεί σε αναστολή καθηκόντων.

Οι νεοπροσλαμβανόμενοι πρέπει υποχρεωτικά να είναι πλήρως εμβολιασμένοι κατά του COVID-19 και να έχουν παρέλθει 14 ημέρες από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού, ή  έχουν νοσήσει και για διάστημα (6) μηνών από την νόσηση.

Ζ. Προσλήψεις προσωπικού ιδιωτικού τομέα 

Ο νόμος δεν αναφέρεται σε προσλήψεις προσωπικού στον ιδιωτικό τομέα στην θέση αυτών που τέθηκαν σε αναστολή εργασίας και αφήνεται το θέμα αυτό στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη.

Νοείται ότι αν ο εργοδότης προσλάβει προσωπικό, το προσωπικό αυτό  πρέπει υποχρεωτικά να είναι πλήρως εμβολιασμένο κατά του COVID-19 και να έχουν παρέλθει 14 ημέρες από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού, ή  να έχουν νοσήσει και για διάστημα (6) μηνών από την νόσηση.

Η. Εξουσιοδότηση για επέκταση της υποχρεωτικότητας εμβολιασμού

Ο υπουργός Υγείας έχει την εξουσιοδότηση για επέκταση των κατηγοριών στις οποίες δύνανται να επιβληθεί η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Κατά την κρατούσα άποψη στη νομολογία και στη θεωρία

1) Απαγορεύεται ο εμβολιασμός προσώπου με τη βία.

2) Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός για την αντιμετώπιση μεταδοτικών ασθενειών, όπως είναι ο COVID-19, σε ειδικές κατηγορίες εργαζομένων, δεν προσκρούει στο Σύνταγμα.

3) Ο εργοδότης δεν μπορεί  αυτοβούλως να επιβάλει τον υποχρεωτικό εμβολιασμό στους εργαζόμενους. Η απόφαση λαμβάνεται από το κράτος.

Δημοσιεύονται οι αλλαγές στον ΚΠολΔ (νέο άρθρο 591) σχετικά με τις προθεσμίες κατάθεσης και επίδοσης ενδίκων βοηθημάτων στις ειδικές διαδικασίες στην πολιτική δίκη, που θα ισχύσουν από 1-1-2022, μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ με τον ν.

1) Αγωγή

Η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων είναι (30) ημέρες πριν από την συζήτηση. Αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων είναι (60) ημέρες πριν από την συζήτηση.

2) Παρέμβαση - Προσεπίκληση - Ανακοίνωση

Ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

3) Παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση

Κατατίθεται και επιδίδεται στους διαδίκους, τουλάχιστον (5) ημέρες πριν από την συζήτηση.

4)  Κατάθεση Προτάσεων  

Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά την συζήτηση.

Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα.

5) Προσθήκη στις Προτάσεις

Έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση.

6) Έφεση

Άσκηση έφεσης 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

7) Ανταγωγή - Αντέφεση - Πρόσθετοι Λόγοι Έφεσης - Αναψηλάφηση

Ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ «Αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν», κατά δε την διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ «Αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78».

Α. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Β. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Γ. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011, ΑΠ 368/2019).

Δ. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης (ΜονΠρΠειρ 1324/2020).

Ε. Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005, ΑΠ 368/2019).

ΣΤ. Στην αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση οι πράξεις ενός έκαστου, δηλαδή του  παρεμβάντος και του υπερ ου η παρέμβαση, ωφελούν και βλάπτουν τους λοιπούς, οι δε ομόδικοι, που μετέχουν νόμιμα στη δίκη, αν δεν παραστούν, παρ ότι έχουν νομίμως κλητευθεί, αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται.

Α. Από την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους (άρθρα 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Β. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευτεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος, ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της.

Γ. Τρίτος, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη, ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 1171/2012).

Δ. Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι, απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εκκρεμούς δίκης. Έτσι, δεν μπορεί να ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση, ούτε πριν από την έναρξη της δίκης, ούτε μετά την περάτωσή της με την έκδοση οριστικής απόφασης, με την παραίτηση από την αγωγή ή την αποδοχή της. Ακόμη και αν περατωθεί η κύρια δίκη, με την απόρριψη της αγωγής, ή του ενδίκου μέσου, χωρίς να έχει δικασθεί και η πρόσθετη παρέμβαση, η πρόσθετη παρέμβαση απορρίπτεται, γιατί δεν υπάρχει στάδιο συζήτησης αυτής, δεδομένου ότι, βάσει της ως διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, η δίκη που ανοίχτηκε με την πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που έχει ανοιχτεί με την αγωγή, ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν χωρίζεται και η περάτωση της κυρίας αγωγής επιφέρει και την περάτωση-κατάργηση της δίκης που ανοίχτηκε με την πρόσθετη παρέμβαση (ΕφΠειρ 710/2014).

Ε. Παρέπεται ότι, ο προσθέτως παρεμβαίνων καθίσταται βοηθός του διαδίκου, υπέρ του οποίου παρενέβη, ο δε ρόλος του, παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις, που επιτρέπονται στη δίκη, προς το συμφέρον εκείνου, για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. Μπορεί, συνεπώς, μεταξύ άλλων, ο προσθέτως παρεμβαίνων να επισπεύδει τη δίκη, δηλαδή να ζητεί τον ορισμό δικασίμου, να εγγράφει την υπόθεση στο πινάκιο και να παραγγέλλει την επίδοση διαδικαστικών εγγράφων, κλητεύοντας όλους τους διαδίκους, η δε παράλειψη της κλήτευσης, οδηγεί στην κήρυξη της συζήτησης ως απαράδεκτης ως προς όλους, γιατί άλλως παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 1465/2007).

ΣΤ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση προς υποστήριξη διαδίκου μπορεί να ασκηθεί ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης και συνεπώς για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου και του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενη μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της της έφεσης, εφ όσον έχει έννομο συμφέρον (ΜονΕφΠειρ 560/2020).

 

 

Από την διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προσεπίκληση ασκείται και κατά του υποχρέου προς αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, δηλαδή του καλουμένου δικονομικού εγγυητή.

Σημείωση

Προσεπίκληση επιτρέπεται και σε δύο άλλες περιπτώσεις

α) των ομοδίκων επί αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 86).

β) του αληθινού κυρίου ή νομέως επί εμπράγματης αγωγής (άρθρο 87).

Α. Κατά την έννοια του άρθρου 88 ΚΠολΔ, για την νομιμότητα της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή πρέπει μεταξύ του προσεπικαλούντος και του προσεπικαλουμένου να υπάρχει, δυνάμει του νόμου ή της σύμβασης, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, του παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του προσεπικαλουμένου. Απαιτείται δηλ. στην περίπτωση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μία η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μία η ασκουμένη με την προσεπίκληση, επιπλέον δε η δεύτερη να εξαρτάται από την πρώτη, με την έννοια ότι μόνον εάν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη), αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης με βάση την δεύτερη κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 4/2010).

Β. Επιτρέπεται με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή να σωρευθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία να ζητείται η καταβολή στον προσεπικαλούντα από τον προσεπικαλούμενο, α) όλου ή μέρους εκείνου, το οποίο σε περίπτωση ευδοκίμησης της κατά του εναγομένου κύριας αγωγής θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο,  ή β) αποζημίωσης για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα.

Γ. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η προσεπίκληση προϋποθέτει εκκρεμοδικία κύριας δίκης και ασκείται όπως και η αγωγή. Όταν με την αγωγή ενώνεται και αγωγή αποζημίωσης, το αντικείμενό της δεν πρέπει να ανήκει σε καθ ύλην αναρμόδιο δικαστήριο, ή να υπάγεται σε διάφορη διαδικασία, αλλιώς διατάσσεται χωρισμός και παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο, ή ανάλογα εκδίκαση της παρεμπίπτουσας αγωγής με την προσήκουσα διαδικασία, ενώ η ασκηθείσα προσεπίκληση έχει τις συνέπειες της απλής ανακοίνωσης της δίκης και συνεκδικάζεται με την κύρια αγωγή (ΕφΠειρ 525/2009, ΕφΠειρ 319/2010).

Δ. Σε περίπτωση που η ιστορική βάση της προσεπίκλησης, περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του κυρίως ενάγοντος, και γενικότερα υπόχρεος έναντι αυτού από την επίδικη έννομη σχέση, υπήρξε ο προσεπικαλούμενος τρίτος, τότε η προσεπίκληση, με την παρεμπίπτουσα αγωγή, είναι νομικά αβάσιμη, αφού η αλήθεια του αρνητικού της κύριας αγωγής ισχυρισμού που συνεπάγεται την απόρριψή της, αίρει ταυτόχρονα και τον νομικό λόγο της προσεπίκλησης και της ενωμένης σε αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής, ο οποίος είναι η ικανοποίηση του ηττηθέντος κυρίου διαδίκου σε μία και την αυτή δίκη, προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (ΑΠ 934/2013, ΑΠ 2077/2013, ΑΠ 1105/2017).

Ε. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 81, 88, 89 277 αρ. 4, 325, 558 και 577 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικονομικός εγγυητής, ο οποίος προσεπικλήθη από τον εναγόμενο, δεν γίνεται διάδικος στην κυρία δίκη και επομένως δεν νομιμοποιείται παθητικώς ώστε να απευθυνθεί κατ' αυτού έφεση ή αίτηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας που αφορά τον κυρίως ενάγοντα και τον εναγόμενο προσεπικαλούντα, αν δεν παρέμβει στην κυρία δίκη, αλλά περιορισθεί απλώς να αποκρούσει την προσεπίκληση (ΑΠ 2065/2009).

ΣΤ. Στην τακτική διαδικασία, η προσεπίκληση κατατίθεται και επιδίδεται με δικόγραφο εντός (60) ημερών από την κατάθεση της κυρίας αγωγής. Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι προθεσμία παρατείνεται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής  Η κατάθεση Προτάσεων γίνεται εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής. Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα. Η Προσθήκη στις Προτάσεις μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας (νέο άρθρο 238). Η έφεση ασκείται μέσα σε 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

Ζ. Στις ειδικές διαδικασίες η προσεπίκληση ασκείται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Η κατάθεση Προτάσεων   το αργότερο κατά την συζήτηση. Προσθήκη στις Προτάσεις έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση (νέο άρθρο 591). Η έφεση ασκείται μέσα σε 30 μέρες από την επίδοση της απόφασης. Επίδοση έφεσης μέσα σε 30 μέρες πριν από τη συζήτηση, ή 60 αν ο εφεσίβλητος είναι κάτοικος εξωτερικού, ή αγνώστου διαμονής. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη από την δημοσίευση της απόφασης.

Σύμφωνα με το νέο άρθρο 238 του ΚΠολΔ, μετά την εκκρεμοδικία ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή με χωριστό δικόγραφο, η οποία σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας ασκείται από όλους, ή εναντίον όλων των ομοδίκων.

Σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Πολιτικής δικονομίας η ανταγωγή,

Α. Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία.

α) Κατάθεση και επίδοση

Εντός (60) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

β) Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

Β. Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες

α) Κατάθεση - Επίδοση 

Με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

β)  Κατάθεση Προτάσεων  

Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά την συζήτηση.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση.

 

 

Σύμφωνα με τα άρθρα 91 παρ.1 και 92 εδ. α ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ανακοινώσει την δίκη σε τρίτους, ώσπου να εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης, ο δε τρίτος, στον οποίο έγινε η ανακοίνωση, έχει δικαίωμα να συμμετάσχει στη δίκη, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την παρέμβαση. Κατά  δε την διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ, ο ενάγων, εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στη δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 89 ΚΠολΔ η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο, η δε άσκησή της έχει τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής.

Σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Πολιτικής δικονομίας (νέο άρθρο 591) η Προσεπίκληση, Ανακοίνωση   

1) Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία

α) Κατάθεση και επίδοση

Εντός (60) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

β) Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

2) Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες

α) Κατάθεση και επίδοση

Με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

β)  Κατάθεση Προτάσεων  

Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά την συζήτηση.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση.

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 81 ΚΠολΔ η κύρια και η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Πολιτικής δικονομίας (νέο άρθρο 591) η παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη) στις ειδικές διαδικασίες 

α) Άσκηση - Επίδοση 

Με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

β) Παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση

Κατατίθεται και επιδίδεται στους διαδίκους, τουλάχιστον (5) ημέρες πριν από την συζήτηση.

γ)  Κατάθεση Προτάσεων  

Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά την συζήτηση.

δ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση.

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 81 ΚΠολΔ η κύρια και η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Πολιτικής δικονομίας (νέο άρθρο 591) η παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη) στην τακτική διαδικασία

Α. Παρέμβαση χωρίς Προσεπίκληση, Ανακοίνωση

α) Κατάθεση και επίδοση

Εντός (60) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Β. Παρέμβαση μετά από Προσεπίκληση, Ανακοίνωση (νέο άρθρο 238)

α) Κατάθεση και επίδοση

Μέσα σε προθεσμία (90) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Γ. Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

Δ. Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

 

Ε) Νέα Προσθήκη στις Προτάσεις

Ισχυρισμοί που γεννήθηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων και της προθεσμίας αντίκρουσης, ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου μπορούν να προταθούν με προσθήκη στις προτάσεις το αργότερο (20) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση. Η αντίκρουση γίνεται το αργότερο (10) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση.

 

 

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 81 ΚΠολΔ η κύρια και η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Πολιτικής δικονομίας η παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη) ασκείται μόνο με χωριστό δικόγραφο.

1) Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία (νέο άρθρο 238)

Α. Παρέμβαση χωρίς Προσεπίκληση, Ανακοίνωση

α) Κατάθεση και επίδοση

Εντός (60) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

β) Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

Β. Παρέμβαση μετά από Προσεπίκληση, Ανακοίνωση (νέο άρθρο 238)

α) Κατάθεση και επίδοση

Μέσα σε προθεσμία (90) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες παρατείνονται σε (90) και (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

β) Κατάθεση Προτάσεων

Εντός (120) ημερών, ή (180) ημερών αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής.

γ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Μέσα στις επόμενες (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας.

δ) Νέα Προσθήκη στις Προτάσεις

Ισχυρισμοί που γεννήθηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων και της προθεσμίας αντίκρουσης, ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου μπορούν να προταθούν με προσθήκη στις προτάσεις το αργότερο (20) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση. Η αντίκρουση γίνεται το αργότερο (10) ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση.

2) Αν υπάγεται στις ειδικές διαδικασίες (νέο άρθρο 591)

α) Παρέμβαση χωρίς προσεπίκληση ή ανακοίνωση

Με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προσδιορίζονται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

β) Παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση

Κατατίθεται και επιδίδεται στους διαδίκους, τουλάχιστον (5) ημέρες πριν από την συζήτηση.

γ)  Κατάθεση Προτάσεων  

Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά την συζήτηση.

Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα.

δ) Προσθήκη στις Προτάσεις

Έως την δωδέκατη ώρα της (5) εργάσιμης ημέρας από την συζήτηση.

 

 

 

 

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται στον διάδικο η παράσταση και η διενέργεια πράξης χωρίς δικηγόρο α) στο ειρηνοδικείο, εφ όσον πρόκειται για μικροδιαφορές και β) ενώπιον παντός δικαστηρίου για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου.

Επικείμενος κίνδυνος νοείται η ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης  δικαστικής προστασίας του διαδίκου, η οποία δικαιολογείται από την συνδρομή πραγματικών περιστατικών, και, συγκεκριμένα κινδύνου να ματαιωθεί η απαίτησή του, ή επείγουσα περίπτωση της παρούσας στιγμής. 

Σε κάθε περίπτωση ο δικαστής έχει δικαίωμα, εκτιμώντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να υποχρεώσει το διάδικο να προσλάβει δικηγόρο.

Ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα σε δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του. Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα.

Σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο που δεν έχει περατωθεί, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε (ΑΠ 1626/2011).

Σύμφωνα με το άρθρο του 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν.

Σύμφωνα με το άρθρο του 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Σύμφωνα με το άρθρο του 581 παρ. 2 ΚΠολΔ η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).

Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή ως προς τα κεφάλαιά της που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της αποφάσεως, οπότε συναναιρούνται.

Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι κατ' αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής αποφάσεως. Και στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της εφέσεως, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι εφέσεως απαράδεκτοι (ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012).

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει και ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 975/2000). Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 1308/2004).

Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, που, εφόσον πρόκειται περί διαφοράς υπαγόμενης στις ειδικές διαδικασίες, δικάζει κατ εφαρμογή των αναλόγων διατάξεων, προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Το δικαστήριο αυτό, ερευνώντας μόνον τους λόγους εφέσεως που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται, εφ όσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, δεσμευόμενο μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό (ΑΠ 738/2012, ΑΠ251/2016).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1476/2012).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ οι απαιτήσεις από αδικοπραξία παραγράφονται σε πέντε χρόνια, αφ ότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και σε κάθε περίπτωση μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Στην περίπτωση που η άδικη πράξη είναι συνάμα και ποινικό αδίκημα, η παρ. 2 του άρθρου 937 ΑΚ ορίζει ότι ισχύει για την παραγραφή της απαίτησης του παθόντος η μακρότερη παραγραφή που τυχόν προβλέπεται για το ποινικό αδίκημα.

Β. Με βάση την ρύθμιση αυτή το ζήτημα της παραγραφής επί κακουργημάτων είναι σπάνιο στην πράξη, δεδομένου ότι για αυτά το άρθρο 111 παρ. 2 ΠΚ προβλέπει μακρότατη παραγραφή (20ετή και 15ετή με τις εκεί διακρίσεις), η οποία υπερισχύει της 5ετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ.

Γ. Για το ζήτημα της παραγραφής σε σχέση με τα πλημμελήματα, για τα οποία το άρθρο 111 παρ. 3 ΠΚ προβλέπει 5ετή παραγραφή με δυνατότητα αναστολής του χρόνου αυτού για 3 επιπλέον έτη κατά το άρθρο 113 παρ. 2 εδ. α΄ ΠΚ, έχει κριθεί ότι, αν η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη της αστικής θα κριθεί αποκλειστικά με βάση το άρθρο 111 ΠΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 937 ΑΚ, χωρίς να συνυπολογιστεί ο χρόνος της αναστολής, δεδομένου ότι η αναστολή της παραγραφής ρυθμίζεται αυτοτελώς και διαφορετικά στο αστικό και ποινικό δίκαιο (ΑΠ 1049/2014,  ΜονΠρΠειρ 3013/2020).

Δ. Κατά συνέπεια η αξίωση του ζημιωθέντος μπορεί να παραγραφεί, ακόμα και εν επιδικία, αν μεταξύ της αρχικής δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής και της εκδίκασης της υπόθεσης μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 5 ετών, χωρίς να συντρέχει λόγος διακοπής της παραγραφής κατά το αστικό δίκαιο (ΜονΠρΠειρ 3013/2020), εν όψει ότι η κατά την ποινική διαδικασία με την δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξίωσης και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας συνιστά άσκηση αγωγής κατ’ άρθρο 261 ΑΚ, που διακόπτει την παραγραφή (ΑΠ 245/2015,  ΑΠ 1049/2014).  Αν, όμως, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής είναι απαράδεκτη, τότε δεν διακόπτεται η παραγραφή.

Ε. Το άρθρο 261 ΑΚ, ως ισχύει, προβλέπει, στην παρ. 1 ότι η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, στην παρ. 2 ότι αν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφ όσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων απ’ αυτούς, η παραγραφή αρχίζει πάλι 6 μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφ όσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης, και στην παρ. 3 ότι οι διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.

ΣΤ. Με βάση την διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ γίνεται δεκτό ότι μετά την δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία διακόπτεται η παραγραφή. Η επανέναρξη της παραγραφής τοποθετείται χρονικά μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, εν όψει ότι, στα πλαίσια της ποινικής δίκης, δεν έχει εφαρμογή η παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ, που προβλέπει επανέναρξη της παραγραφής σε περίπτωση αδράνειας των διαδίκων και μη διενέργειας της προβλεπόμενης διαδικαστικής πράξης, καθώς, σε αντίθεση με την πολιτική δίκη, η έναρξη και πρόοδος της ποινικής διαδικασίας δεν εξαρτάται από την βούληση και τις ενέργειες των διαδίκων (ΜονΠρΠειρ 3013/2020).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 250 ΑΚ, οι αστικές απαιτήσεις παραγράφονται σε πέντε χρόνια, κατ' άρθρο δε 253 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η κατ άρθρο 251 ΑΚ έναρξή της. Σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ οι απαιτήσεις από αδικοπραξία παραγράφονται σε πέντε χρόνια, αφ ότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και σε κάθε περίπτωση μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.

Β. Το άρθρο 261 ΑΚ, ως ισχύει, προβλέπει στην παρ. 1 ότι, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, δηλαδή,  λόγω καταργήσεως της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό, καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο, ή το δικαίωμα της αγωγής και στην παρ. 2 ότι, αν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων απ’ αυτούς, η παραγραφή αρχίζει πάλι 6 μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου, εφ όσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης.

Διαδικαστικές πράξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι κάθε πράξη των διαδίκων, ή των νομίμων αντιπροσώπων τους και των πληρεξουσίων τους, ή του δικαστηρίου και των δικαστικών υπαλλήλων, που χρησιμεύουν προς κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση της δίκης.

Γ. Κατά συνέπεια εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, μπορούν να υποπέσουν σε παραγραφή εν επιδικία, μόνο, στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφ όσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η οποία, όμως μπορεί εκ νέου να διακοπεί με διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων.

Α. Έναρξη παραγραφής

Σύμφωνα με το άρθρο 250 ΑΚ, οι αστικές απαιτήσεις παραγράφονται σε πέντε χρόνια, κατ' άρθρο δε 253 ΑΚ και 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ οι απαιτήσεις από αδικοπραξία παραγράφονται σε πέντε χρόνια, αφ ότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και σε κάθε περίπτωση μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Η πενταετής παραγραφή αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αστικές απαιτήσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, όπως η από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Β. Διακοπή παραγραφής

1) Κατά το άρθρο 261 παρ. 1 ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται με άσκηση αγωγής από τον δικαιούχο κατά του υποχρέου. Με άσκηση αγωγής εξομοιώνεται κάθε πράξη του δικαιούχου κατά του υποχρέου, η οποία έχει ως σκοπό την με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, όπως είναι η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση.

2) Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης,  ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης.

3) Σύμφωνα με την διάταξη του  άρθρου 261 παρ. 2 ΑΚ, στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης.

Διαδικαστικές πράξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι κάθε πράξη των διαδίκων, ή των νομίμων αντιπροσώπων τους και των πληρεξουσίων τους, ή του δικαστηρίου και των δικαστικών υπαλλήλων, που χρησιμεύουν προς κίνηση, διεξαγωγή και περάτωση της δίκης.

4) Κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της  αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

5) Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Γ. Αναστολή παραγραφής

α) Κατ άρθρο 255 ΑΚ, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής.

β) Αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση.

γ) Κατ άρθρο 256 ΑΚ, αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων

1) μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, έστω και αν ύστερα ακυρωθεί, καθώς και μεταξύ προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, όσο αυτό ισχύει».

2) μεταξύ γονέων και τέκνων κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας.

3) μεταξύ επιτρόπων και επιτροπευομένων κατά τη διάρκεια της επιτροπείας.

4) των υπηρετών και των κυρίων κατά τη διάρκεια της υπηρετικής σχέσης, όχι όμως πέρα από δεκαπέντε χρόνια

Δ. Συμπλήρωση παραγραφής

Κατ άρθρο 257 ΑΚ, το χρονικό διάστημα της αναστολής, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. Όταν πάψει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες.

Με βάση το άρθρο 51 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2172/1993 συστάθηκαν στο Πρωτοδικείο και Εφετείο Πειραιά ειδικά τμήματα ναυτικών διαφορών, η δικαιοδοσία των οποίων εκτείνεται σε ολόκληρο το νομό Αττικής, για την εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών που πηγάζουν από πράξεις του θαλασσίου εμπορίου, τη χρησιμοποίηση, λειτουργία, ή ναυσιπλοΐα πλοίου, ή την παροχή εργασίας σε αυτό.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδίου άρθρου, οι πιο πάνω διαφορές και υποθέσεις, αν εισαχθούν σε άλλο Πρωτοδικείο του νομού Αττικής, ή σε άλλο τμήμα του Πρωτοδικείου, ή Εφετείου Πειραιά, παραπέμπονται στο τμήμα ναυτικών διαφορών του Πρωτοδικείου, ή Εφετείου Πειραιά.

Οι διαφορές και υποθέσεις που δεν υπάγονται στο τμήμα ναυτικών διαφορών και εισάγονται σε αυτά, μπορούν να δικαστούν από αυτά, ή να παραπεμφθούν στο αρμόδιο τμήμα, εφαρμοζομένης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 46 ΚΠολΔ (ΕφΠειρ 988/2005, ΕφΠειρ 1/2011).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β  ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ όψιν αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν.

Κατά την έννοια της διάταξης, που προκύπτει και από τον συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.

Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ.ΑΠ 23/2008).

Σε έφεση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις (513 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ).

Οριστική είναι η απόφαση με την οποία περατώνεται η δίκη ύστερα από παραδοχή, ή απόρριψη της αγωγής, ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και απεκδύεται ο δικαστής από οποιαδήποτε εξουσία στη δικαζόμενη υπόθεση. Ο χαρακτήρας της απόφασης ως οριστικής, ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης, δηλαδή τον χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 18/2001).

Δεν υπόκεινται σε έφεση οι εν μέρει οριστικές αποφάσεις, με τις οποίες περατώνεται η δίκη ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαια της αγωγής, ή βάσεις αυτής, ή ως προς ορισμένους διαδίκους, δηλαδή πριν εκδικασθεί και περατωθεί όλη η διαφορά (άρθρ. 513 παρ.1 εδ. γ ΚΠολΔ) προς αποφυγή κατάτμησης της διαφοράς, έκδοσης διαφορετικών αποφάσεων και εξοικονόμηση δαπανών.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 εδ. α και 424 εδ. α ΑΚ προκύπτει ότι, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, η οποία είναι εξοφλητική πράξη και όχι δικαιοπραξία.

Η καταβολή, για να επιφέρει το αποσβεστικό της αποτέλεσμα, πρέπει. 

α) να είναι η προσήκουσα προς εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής, δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα μεταξύ εκείνης που οφείλεται και εκείνης που καταβλήθηκε, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει από τον οφειλέτη ότι δικαιούται να αξιώσει απ αυτόν, σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση και

β) να γίνει προς το δανειστή, ή σε όποιον αυτός επέτρεψε να δεχθεί την καταβολή. Τέτοιος μπορεί να είναι, είτε ο πληρεξούσιος, είτε ο εξουσιοδοτημένος από το δανειστή να λάβει στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, αλλά με τη συγκατάθεση του δανειστή, είτε ο δυνάμει συμφωνίας δανειστή και οφειλέτη διορισμένος ως δεκτικός της καταβολής.

Ο οφειλέτης, προβαίνοντας σε καταβολή με τις προηγούμενες αναγκαίες προϋποθέσεις, έχει το δικαίωμα να ζητήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη.

Η παράδοση της εξοφλητικής απόδειξης αποτελεί έγγραφο μαρτυρίας, που αποτελεί πλήρη απόδειξη υπέρ του οφειλέτη, μη αποκλειόμενης όμως ανταπόδειξης.

Η καταβολή σε τρίτο πρόσωπο, μη δικαιούμενο σε είσπραξη, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη έναντι του δανειστή, έστω και αν έγινε από συγγνωστή πλάνη.

Μπορεί όμως η προς τον τρίτο καταβολή, που γίνεται με καλή πίστη, να θεωρηθεί ως αποσβεστικός λόγος της ενοχής, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση του κομιστή (κατόχου) εγγράφου εξοφλητικής απόδειξης, όπου ο οφειλέτης με την προσκομιδή της σχετικής έγγραφης εξοφλητικής απόδειξης δικαιούται να καταβάλει αζημίως στον κομιστή της, οπότε και ελευθερώνεται, αν άσκησε το δικαίωμα του ανυπαίτια και καλόπιστα, κατά το άρθρο 426 ΑΚ (ΑΠ 626/10, ΕφΑθ 25/2011).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 393 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις, ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα συμφώνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου.

Β. Ο περιορισμός αφορά την απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης ή της συλλογικής πράξης, το περιεχόμενο της έγγραφης δικαιοπραξίας, ή των πρόσθετων συμφώνων και όχι τα αποσβεστικά γεγονότα αυτών, ή τα πραγματικά γεγονότα που, βάσει των συμφωνηθέντων, συνιστούν πλημμελή ή ελλιπή εκπλήρωση.

Η επικουρική βάση της αγωγής στον αδικαιολόγητο πλουτισμό με κυρία βάση την αδικοπραξία, επειδή  είναι επιβοηθητικής φύσης, μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την αδικοπραξία και υπό την προϋπόθεση ότι αυτή δεν θεμελιώνεται επί των αυτών πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την αδικοπραξία (ΑΠ 712/2001, ΑΠ 1440/2000).

Δεν συγχωρείται, δηλαδή, έστω και επικουρικά ασκουμένη, εφ όσον στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται και η αγωγή από την αδικοπραξία, και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή στερείται νόμιμης βάσης, γιατί αφού υπάρχει η αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτή και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 222/2003, ΑΠ 104/2003, ΑΠ 1440/2000).

Στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η παραγραφή της αξίωσης από την αδικοπραξία δεν θεμελιώνει αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, γιατί η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προϋπόθεση έχει ότι η ωφέλεια που αποκτήθηκε από την περιουσία άλλου ή με ζημία αυτού οφείλεται σε μη νόμιμη αιτία, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει επί παραγραφής της από αδικοπραξία αξίωσης, επειδή γίνεται δεκτό, από τη διάταξη του άρθρου 272 εδ. α ΑΚ, ότι η παραγραφή αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού (ΑΠ 813/2002, ΑΠ 139/1991).

Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 938 και 904 παρ. 1 εδ. α ΑΚ,  προκύπτει ότι, αν από την τέλεση της αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφ εξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ και ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια, από την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφ όσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, γιατί απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αρ. 2 ΑΚ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφελείας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, γιατί η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια.

Επομένως μπορεί να εγερθεί αγωγή με κύρια βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αρκεί να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 744/1977, ΑΠ 547/2008, ΕφΑθ 1147/1992, ΕφΘεσ 777/2003).

Από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι, αυτός, που έπαθε στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται, να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.

Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο.

Ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στον δικαστή την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας, οπότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη.

Αν από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Αν στην αγωγή η ζημία εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από τις αποδείξεις όμως προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (ΑΠ 122/2006, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 377/2009).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 3Ε του νόμου 2251/1994, για την προστασία των καταναλωτών, ως ισχύει, ο καταναλωτής έχει προθεσμία 14 ημερολογιακών ημερών, από την ημέρα που απέκτησε την φυσική κατοχή του προϊόντος, να υπαναχωρήσει από την εξ αποστάσεως σύμβαση πώλησης, χωρίς να αναφέρει τους λόγους και χωρίς καμία επιβάρυνση.

Β. Για την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης (αναστροφής) με την άσκηση του οποίου καταλύεται εξ' ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης και στη θέση της εντάσσεται η αποκαλούμενη σχέση της εκκαθάρισης, ο αγοραστής, πριν την λήξη της προθεσμίας υπαναχώρησης, ενημερώνει τον πωλητή (προμηθευτή) για την απόφασή του να υπαναχωρήσει από την σύμβαση. Προς τον σκοπό αυτό, ο καταναλωτής δύναται, ή α) να χρησιμοποιήσει σχετικό  υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης, ή β) να κάνει οποιαδήποτε άλλη σαφή δήλωση που να παρουσιάζει την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Ο αγοραστής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης (άρθρο 3Ζ).

Γ. Ο πωλητής πρέπει να επιστρέψει κάθε πληρωμή που έλαβε από τον αγοραστή, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των δαπανών παράδοσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 14 ημερολογιακών ημερών από την ημέρα κατά την οποία ενημερώθηκε για την απόφαση του αγοραστή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση

Δ. Ο δε αγοραστής να επιστρέψει τα αγαθά, ή να τα μεταβιβάσει στον πωλητή, ή σε άτομο εξουσιοδοτημένο από αυτόν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 14 ημερολογιακών ημερών από την ημέρα κατά την οποία ανακοίνωσε στον πωλητή την απόφασή του να υπαναχωρήσει από την πώληση.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, ως ισχύει, σε κάθε πώληση από απόσταση, ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει στον αγοραστή το προϊόν με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα σύμφωνα με τα άρθρα 534 επ. του Αστικού Κώδικα. Παραίτηση του καταναλωτή από την προστασία του πριν από την εμφάνιση του ελαττώματος, ή της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας, είναι άκυρη.

Β. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3Ε του ίδιου νόμου, ο αγοραστής μπορεί εντός προθεσμίας (14) ημερολογιακών ημερών, από την ημέρα που απέκτησε την φυσική κατοχή του προϊόντος, να υπαναχωρήσει από την εξ αποστάσεως σύμβαση πώλησης, χωρίς να αναφέρει τους λόγους και χωρίς καμία επιβάρυνση.

Γ Κατά συνέπεια, αν το πωληθέν δεν φέρει τις συνομολογημένες ιδιότητες, ή έχει πραγματικά ελαττώματα, ο αγοραστής κατ επιλογή του

α) Εντός (14) ημερολογιακών ημερών από την παράδοση του προϊόντος, επιστρέφει το προϊόν χωρίς επιβάρυνσή του και χωρίς να αναφέρει τους λόγους, ο δε πωλητής οφείλει να επιστρέψει κάθε πληρωμή που έλαβε,  συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των δαπανών παράδοσης.

β) Εντός (2) ετών από την παράδοση του πράγματος μπορεί να εγείρει τις εξής αξιώσεις

1) Να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του την διόρθωση, ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, απαλλαγμένο από ελαττώματα, ή που φέρει την συνομολογηθείσα ιδιότητα, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη, ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες,

2) Να απαιτήσει την μείωση του τιμήματος,

3) Να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα,

4) Να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής σύμβασης.

Δ. Σε περίπτωση πώλησης μεταχειρισμένων αγαθών, ο πωλητής και ο αγοραστής μπορούν να συμφωνήσουν μικρότερη χρονική περίοδο ευθύνης του πωλητή από αυτή των (2) ετών του ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση, η περίοδος αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη του (1) έτους.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου 2251/1994, για την προστασία των καταναλωτών, ως ισχύει, πώληση από απόσταση ενός προϊόντος είναι η σύμβαση, η οποία συνάπτεται μεταξύ του πωλητή (προμηθευτή) και του καταναλωτή στο πλαίσιο ενός οργανωμένου συστήματος πωλήσεων από απόσταση, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του πωλητή (προμηθευτή) και του καταναλωτή, με αποκλειστική χρήση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας από απόσταση, όπως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το τηλέφωνο, η τηλεομοιοτυπία, ή το διαδίκτυο.

Α. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ

Πριν από κάθε δέσμευση του καταναλωτή, σύμφωνα με το άρθρο 4 νόμου 2251/1994, ο προμηθευτής παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες με ευκρινή και κατανοητό τρόπο, α) τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος, β) την ταυτότητα του προμηθευτή, γ) τη συνολική τιμή του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και κάθε άλλου τέλους, δ) τις ρυθμίσεις για την πληρωμή, την παράδοση, την εκτέλεση, την προθεσμία εντός της οποίας ο προμηθευτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραδώσει το προϊόν, ε) την ύπαρξη νόμιμης εγγύησης, τεχνικής εξυπηρέτησης μετά την πώληση και, κατά περίπτωση, την παροχή εμπορικών εγγυήσεων μαζί με τις σχετικές προϋποθέσεις.

Β. ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 4Β του νόμου 2251/1994, ο προμηθευτής παραδίδει τα αγαθά με την μεταβίβαση της φυσικής κατοχής, ή ελέγχου του προϊόντος στον καταναλωτή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αλλά οπωσδήποτε εντός 30 ημερολογιακών ημερών από τη σύναψη της σύμβασης.

Όταν ο προμηθευτής δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του να παραδώσει το προϊόν εντός της παραπάνω προθεσμίας, ή αυτής που συμφώνησε με τον καταναλωτή, ο καταναλωτής, α)  πρέπει να του ζητήσει να πραγματοποιήσει την παράδοση εντός επιπλέον προθεσμίας ανάλογης των περιστάσεων και β) αν ο προμηθευτής δεν παραδώσει τα αγαθά εντός αυτής της επιπλέον προθεσμίας, ο καταναλωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση. Μόλις καταγγελθεί η σύμβαση, ο προμηθευτής οφείλει να επιστρέψει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, όλα τα χρήματα που είχαν πληρωθεί βάσει της σύμβασης. Η καταγγελία επέρχεται αυτόματα με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός του καταναλωτή.

Γ. ΜΕΤΑΘΕΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Σύμφωνα με το άρθρο 4Δ του νόμου 2251/1994, στις συμβάσεις κατά τις οποίες ο προμηθευτής αποστέλλει τα προϊόντα στον καταναλωτή, ο κίνδυνος απώλειας ή βλάβης των αγαθών μετατίθεται στον καταναλωτή, όταν αυτός, ή κάποιο τρίτο μέρος το οποίο ορίζεται σχετικά από τον καταναλωτή και είναι διάφορο του μεταφορέα, έχει αποκτήσει την φυσική κατοχή των αγαθών. Εάν ο μεταφορέας ενταλθεί από τον καταναλωτή να μεταφέρει το προϊόν ο κίνδυνος μετατίθεται στον καταναλωτή άμα τη παραδώσει στον μεταφορέα.

Δ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗ

α) Σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου 2251/1994, σε κάθε πώληση, ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει στον καταναλωτή τα αγαθά με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα, σύμφωνα με τα άρθρα 534 επ. του Αστικού Κώδικα. Παραίτηση του καταναλωτή από την προστασία του πριν από την εμφάνιση του ελαττώματος, ή της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας είναι άκυρη.

β) Σύμφωνα με τα άρθρα 534 επ. ΑΚ, αν το πωληθέν δεν φέρει τις συνομολογημένες ιδιότητες, ή έχει πραγματικά ελαττώματα, και μέχρι την πάροδο (2) ετών από την μετάθεση του κινδύνου (παράδοση του πράγματος) ο αγοραστής έχει τις εξής αξιώσεις, 1) Να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του την διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, απαλλαγμένο από ελαττώματα ή που φέρει τη συνομολογηθείσα ιδιότητα, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, 2) Να απαιτήσει την μείωση του τιμήματος, 3) Να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα, 4) Να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής σύμβασης.

γ) Σε περίπτωση πώλησης μεταχειρισμένων αγαθών, ο πωλητής και ο καταναλωτής μπορούν να συμφωνήσουν μικρότερη χρονική περίοδο ευθύνης του πωλητή από αυτή των (2) ετών του ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση, η περίοδος αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη του (1) έτους.

Ε. ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΓΓΥΗΣΗΣ

α) Σύμφωνα με το άρθρο 5Α του νόμου 2251/1994, ο πωλητής (ή παραγωγός) μπορεί να παρέχει εμπορική εγγύηση, εγγράφως, ή πάνω σε άλλο σταθερό μέσο αποτύπωσης το οποίο είναι διαθέσιμο και προσιτό στον καταναλωτή, η οποία συνίσταται στην ανάληψη από μέρους του κάθε μορφής υποχρέωση έναντι του καταναλωτή, επιπλέον της νόμιμης εγγύησης, για επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, αντικατάσταση, επισκευή ή φροντίδα με οποιονδήποτε τρόπο του καταναλωτικού αγαθού, χωρίς επιπλέον επιβάρυνση, αν αυτό δεν ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στη δήλωση εγγύησης ή στη σχετική διαφήμιση.

β) Η εγγύηση αυτή περιλαμβάνει, με απλή, ευανάγνωστη και κατανοητή διατύπωση στην ελληνική γλώσσα, τουλάχιστον την επωνυμία και τη διεύθυνση του εγγυητή, το αγαθό στο οποίο αναφέρεται η εγγύηση, το ακριβές περιεχόμενό της, τη διάρκεια και την έκταση της εδαφικής της ισχύος. Στην εγγύηση αυτή δηλώνονται με σαφήνεια και πληρότητα τα δικαιώματα του καταναλωτή και διευκρινίζεται ότι τα δικαιώματα αυτά δεν θίγονται από την εμπορική εγγύηση. Η εγγύηση πρέπει να είναι σύμφωνη με τους κανόνες της καλής πίστης και να μην αναιρείται από υπερβολικές ρήτρες εξαιρέσεων.

γ) Όταν για προϊόν με εκτιμώμενη πιθανή διάρκεια ζωής άνω των (2) ετών δεν παρέχεται εμπορική εγγύηση, ο πωλητής το γνωστοποιεί στον καταναλωτή με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο εγγράφως, ή πάνω σε σταθερό μέσο πριν από την πώληση.

δ) Σε περίπτωση αντικατάστασης του προϊόντος η εμπορική εγγύηση αυτόματα ανανεώνεται για όλη τη διάρκειά της ως προς το νέο προϊόν, εκτός αν σε αυτή ορίζεται διαφορετικά.

ε) Αν κατά τη διάρκεια ισχύος της εμπορικής εγγύησης, η οποία παρέχει επισκευή καταναλωτικού αγαθού, το αγαθό εμφανίσει κάποιο ελάττωμα και ο απαιτούμενος χρόνος επισκευής του υπερβαίνει τις (15) εργάσιμες ημέρες, ο καταναλωτής δικαιούται να ζητήσει την προσωρινή αντικατάστασή του για όσο χρόνο διαρκεί η επισκευή.

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 88, 89, 277 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, ο προσεπικληθείς και με την παρεμπίπτουσα αγωγή εναγόμενος, εφ όσον δεν παρενέβη, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, ούτε δημιουργείται ομοδικία μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν εναγομένου.

Β. Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων της κύριας αγωγής, ασκώντας έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν δικαιούται να την απευθύνει και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγομένου, γιατί ο τελευταίος, εφ όσον δεν παρενέβη, δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη, δηλαδή η έφεση που ασκεί ο αντίδικος του προσεπικαλούντος στρέφεται απαραδέκτως κατά του προσεπικληθέντος δικονομικού εγγυητή.

Γ. Για να μεταβιβαστεί η υπόθεση στο Εφετείο και κατά το μέρος της που αφορά την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να ασκήσει έφεση (επικουρική) και ο προσεπικαλέσας – παρεμπιπτόντως ενάγων της αγωγής αυτής ζητώντας την επανεξέταση της σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεση του κυρίως ενάγοντος (ΑΠ 485/2010, ΕφΑθ 2416/2010). Με την συνεκδίκαση περισσότερων αγωγών δεν μεταβάλλονται οι ενάγοντες ή οι εναγόμενοι κλπ των συνεκδικαζομένων υποθέσεων σε ομόδικους.

Δ. Έτσι, δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε επί των συνεκδικαζομένων δικών έχει κάθε διάδικος εκάστης από τις αυτοτελείς συνεκδικαζόμενες δίκες, ο οποίος οφείλει να απευθύνει αυτό κατά του αντιδίκου του στην ίδια αυτοτελή δίκη και όχι κατά των διαδίκων των άλλων συνεκδικαζομένων δικών (ΑΠ 1355/2004, ΕφΠερ 9/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση εξετάζεται η περίπτωση, που το προϊόν είναι ακατάλληλο «για την χρήση που προορίζεται», όπου εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα και όχι η περίπτωση που είναι «ανασφαλές», δηλαδή επικίνδυνο για την ασφάλεια του αγοραστή, όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ, ακατάλληλο (ελαττωματικό) είναι ένα προϊόν, που δεν φέρει τις συνομολογημένες ιδιότητες και έχει πραγματικά ελαττώματα. Η συνομολογημένη ιδιότητα, περιλαμβάνει κάθε ιδιότητα του πράγματος, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας και ο πωλητής εγγυήθηκε την ύπαρξή της, δηλαδή ανέλαβε την ευθύνη για όλες τις συνέπειες της έλλειψής της και μάλιστα ανεξαρτήτως πταίσματός του. Το πραγματικό ελάττωμα περιλαμβάνει κάθε ατέλεια του πράγματος, που αφορά την ιδιοσυστασία, ή την κατάστασή του κατά το κρίσιμο χρόνο ευθύνης του πωλητή, η οποία ατέλεια έχει αρνητική επίδραση στην αξία, ή την χρησιμότητα του πράγματος (ΜονΕφΠειρ 322/2016). Η διάκριση μεταξύ συνομολογημένης ιδιότητας και πραγματικού ελαττώματος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού και οι δύο περιπτώσεις συγκροτούν την έννοια της «έλλειψης ανταπόκρισης προς την σύμβαση», η οποία ερμηνεύεται κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητηθεί η πραγματική βούληση των μερών.

Β. Η παροχή πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή χωρίς τις ως άνω ιδιότητες και με πραγματικά ελαττώματα είναι θεμελιωτική της ευθύνης λόγω μη εκπληρώσεως, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 ΑΚ, που βασικά ορίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του πωλητή, και παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους, είτε για πώληση είδους, κατ άρθρο 540 παρ. 1 ΑΚ, κατ' επιλογή του ((ΑΠ 1544/ 2008, ΕφΘ 638/2012).

α) Να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του, την διόρθωση, ή αντικατάσταση, του πράγματος με άλλο εκτός εάν μία τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη, ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες.

β) Να απαιτήσει την μείωση του τιμήματος.

γ) Να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα (ΑΠ 1588/2018).

Οι παραπάνω αξιώσεις μπορούν να ασκηθούν με αγωγή και με άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή (εξωδίκως).

Γ. Από την παραπάνω διάταξη και από την του άρθρου 535 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι για την ίδρυση της ευθύνης του πωλητή αρκεί η διαπίστωση της ύπαρξης οποιουδήποτε ελαττώματος, χωρίς να προϋποτίθεται, ότι το ελάττωμα πρέπει να είναι και ουσιώδες, με την έννοια ότι πρέπει να αναιρεί, ή να μειώνει ουσιωδώς, την αξία ή την χρησιμότητα του πράγματος, με εξαίρεση την περίπτωση της υπαναχώρησης, κατά ρητή επιταγή της ΑΚ 540 παρ. 1 αρ. 3, όπου το πραγματικό ελάττωμα πρέπει να είναι ουσιώδες.

Δ. Εάν το ελάττωμα είναι επουσιώδες, ισχύουν οι όροι του άρθρου 542 ΑΚ, και το δικαστήριο μπορεί μολονότι ο αγοραστής άσκησε αγωγή για αντικατάσταση του πράγματος, εάν κρίνει ότι από τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η αιτουμένη από τον αγοραστή αντικατάσταση του πράγματος, να διατάξει αντ’ αυτής μείωση του τιμήματος (ΑΠ 996/2015).

Ε. Σε περίπτωση που η έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας, ή η παροχή ελαττωματικού πράγματος, οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή, σύμφωνα με το άρθρο 543 ΑΚ, ο αγοραστής δικαιούται, αντί των ανωτέρω δικαιωμάτων, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής σύμβασης ή, σωρευτικώς μετά των δικαιωμάτων αυτών, να απαιτήσει αποζημίωση για την ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους (ΑΠ 996/2015).

ΣΤ. Όσον αφορά στην αξίωση διόρθωσης, ο αγοραστής εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα υπαναχώρησης, ή μείωσης του τιμήματος, στην περίπτωση που η διόρθωση έλαβε μεν χώρα, το ελάττωμα όμως παρέμεινε, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα, οπότε αποκλείεται το δικαίωμα της υπαναχώρησης (ΑΠ 575/2013, ΕφΑθ 1798/2008).

Ζ. Όσον αφορά την αξίωση αντικατάστασης, αν ο πωλητής δεν προβεί στην αντικατάσταση εντός ευλόγου χρόνου κατ' άρθρο 540 παρ. 2 ΑΚ, ευθυνόμενος πλέον για μη εκπλήρωση της σύμβασης, ο αγοραστής δικαιούται σε άσκηση μιας εκ των άλλων αξιώσεων, εφ όσον, η άσκηση της πρώτης αξίωσής του (αντικατάσταση πράγματος) δεν οδηγεί στην αποκατάσταση της ισοδυναμίας των εκατέρωθεν παροχών (ΑΠ 575/2013).

Η. Κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 534-535 ΑΚ είναι να υπάρχει το πραγματικό ελάττωμα, ή η έλλειψη της ιδιότητας, κατά τον χρόνο που μεταβαίνει ο κίνδυνος από τον πωλητή στον αγοραστή. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ο αγοραστής θα πρέπει να δεχθεί το ελαττωματικό πράγμα προκειμένου να ασκήσει τα δικαιώματά του, ούτε σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένος να αναμείνει το χρόνο παράδοσης του πράγματος, σύμφωνα με τη σύμβαση, για να ασκήσει τα δικαιώματά του από τις ΑΚ 534 επ., όταν είναι βέβαιο ότι το ελάττωμα που διαπίστωσε δεν μπορεί να αρθεί, ή η έλλειψη δεν μπορεί να συμπληρωθεί.

Θ. Σε κάθε όμως περίπτωση τα δικαιώματά του ο αγοραστής πρέπει να τα ασκήσει πριν την συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 554 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, το δικαίωμα παραγράφεται μετά την πάροδο δύο ετών, με έναρξη της παραγραφής, κατά το άρθρο 555 ΑΚ, από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή.

Το δικαίωμα υπαναχώρησης παρέχεται στον αγοραστή ελαττωματικού προϊόντος, που το ελάττωμά του οφείλεται στην ακαταλληλότητά του «για την χρήση που προορίζεται». Εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Στην περίπτωση που το ελάττωμα του προϊόντος οφείλεται στο γεγονός ότι είναι «ανασφαλές», δηλαδή επικίνδυνο για την ασφάλεια του αγοραστή, εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ, ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα. Η συνομολογημένη ιδιότητα, περιλαμβάνει κάθε ιδιότητα του πράγματος, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας και ο πωλητής εγγυήθηκε την ύπαρξή της, δηλαδή ανέλαβε την ευθύνη για όλες τις συνέπειες της έλλειψής της και μάλιστα ανεξαρτήτως πταίσματός του. Το πραγματικό ελάττωμα περιλαμβάνει κάθε ατέλεια του πράγματος, που αφορά την ιδιοσυστασία, ή την κατάστασή του κατά το κρίσιμο χρόνο ευθύνης του πωλητή, η οποία ατέλεια έχει αρνητική επίδραση στην αξία, ή την χρησιμότητα του πράγματος (ΜονΕφΠειρ 322/2016).

Β. Από την διάταξη του άρθρου 540 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα, ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, η οποία (ευθύνη) υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 ΑΚ, που βασικά ορίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του πωλητή, παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους, είτε για πώληση είδους (ΑΠ 1544/ 2008, ΕφΘ 638/2012), πέραν των άλλων (απαίτηση για διόρθωση, ή αντικατάσταση του πράγματος, ή μείωση του τιμήματος) το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, όταν το πραγματικό ελάττωμα είναι ουσιώδες. Ουσιώδες είναι το πραγματικό ελάττωμα, όταν αναιρεί, ή μειώνει ουσιωδώς, την αξία, ή την χρησιμότητα του πράγματος.

Γ. Το δικαίωμα της υπαναχώρησης (αναστροφής) με την άσκηση του οποίου καταλύεται εξ' ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης και στη θέση της εντάσσεται η αποκαλούμενη σχέση της εκκαθάρισης, συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα, αφού με την άσκησή του διαπλάσσεται μία νέα έννομη κατάσταση, κατά την οποία, ο μεν αγοραστής είναι υπόχρεος να αποδώσει  το πράγμα και τα ωφελήματα αυτού, ο δε πωλητής, ανεξάρτητα υπαιτιότητας, το τίμημα και τα έξοδα της πώλησης.

Δ. Οι αξιώσεις που απορρέουν από την υπαναχώρηση ρυθμίζονται από το άρθρο 547 ΑΚ σύμφωνα με το οποίο, ο μεν αγοραστής έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που αυτός πρόσθεσε καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε απ' αυτό, ο δε πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει το τίμημα, τα έξοδα της πώλησης καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα.

Ε. Εάν το ελάττωμα είναι επουσιώδες, ισχύουν οι όροι του άρθρου 542 ΑΚ, και το δικαστήριο μπορεί, μολονότι ο αγοραστής άσκησε αγωγή για υπαναχώρηση, να επιδικάσει μόνο μείωση του τιμήματος, ή να διατάξει αντικατάσταση του πράγματος, αν κρίνει πως οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την υπαναχώρηση, βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Προς τούτο το δικαστήριο εξετάζει, εάν το πράγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον αγοραστή για την κατά προορισμό χρήση του και εάν η από την υπαναχώρηση της πωλήσεως επερχομένη ζημία στον πωλητή είναι δυσανάλογη προς την ωφέλεια που θα επέλθει στον αγοραστή (ΑΠ 996/2015).

ΣΤ. Το δικαίωμα της υπαναχώρησης είναι διαπλαστικό δικαίωμα και μπορεί να ασκηθεί με αγωγή και με άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή (εξωδίκως). Από την περιέλευση της άτυπης δήλωσης του αγοραστή στον πωλητή ανατρέπεται αμέσως και αναδρομικά η σύμβαση της πώλησης. Το γεγονός αυτό, δηλαδή της εξώδικης υπαναχώρησης από την πώληση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ. Επίσης μπορεί να ασκηθεί και με σχετική αγωγή, η οποία όμως έχει στην περίπτωση αυτή διαπλαστικό χαρακτήρα. Παραδεκτά μπορούν να σωρευτούν σε αυτή και οι δευτερογενείς αξιώσεις από την υπαναχώρηση της πώλησης (ΑΠ 1596/2014).

Ζ. Κρίσιμος χρόνος για την άσκηση της υπαναχώρησης είναι να υπάρχει το πραγματικό ελάττωμα, ή η έλλειψη της ιδιότητας, κατά τον χρόνο που μεταβαίνει ο κίνδυνος από τον πωλητή στον αγοραστή. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ο αγοραστής θα πρέπει να δεχθεί το ελαττωματικό πράγμα προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένος να αναμείνει το χρόνο παράδοσης του πράγματος, σύμφωνα με την σύμβαση, για να ασκήσει το δικαίωμά του, όταν είναι βέβαιο ότι το ελάττωμα, που διαπίστωσε, δεν μπορεί να αρθεί, ή η έλλειψη δεν μπορεί να συμπληρωθεί. Σε κάθε όμως περίπτωση το δικαίωμα της υπαναχώρησης πρέπει να ασκηθεί πριν την συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 554 ΑΚ σύμφωνα με το οποίο, το δικαίωμα παραγράφεται μετά την πάροδο δύο ετών, με έναρξη της παραγραφής, κατά το άρθρο 555 ΑΚ, από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή.

Η. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 389, 390, 397 εδ. α και 399 ΑΚ προκύπτει, ότι, αν ασκηθεί η υπαναχώρηση, η σύμβαση διαλύεται ενοχικά, αυτοδίκαια και αναδρομικά (εξ υπαρχής - ex tunc) και κάθε συμβαλλόμενο μέρος υπέχει την υποχρέωση να αποδώσει την παροχή που έλαβε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επειδή οι διατάξεις αυτές είναι ενδοτικού δικαίου, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν, ότι η ενέργεια της υπαναχώρησης θα αφορά το μέλλον (ex nunc). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των προϋποθέσεων προς άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει τον ακυρωτικό έλεγχο (ΑΠ 274/2008).

Γίνεται διάκριση μεταξύ «ανασφαλούς προϊόντος» και «προϊόντος ακατάλληλου για την χρήση που προορίζεται», γιατί κατά τα δύο χαρακτηρίζονται ως «ελαττωματικά» προϊόντα, αλλά με διαφορετικές συνέπειες το καθένα.

Α. Αγορά «ανασφαλούς» προϊόντος

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, που έχει ενσωματώσει την με αριθμό 85/374/25.7.1985 Οδηγία της ΕΟΚ, ως «ελαττωματικό» προϊόν θεωρείται εκείνο, που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισης του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποιήσεως του και του χρόνου, κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία.  Σύμφωνα με την διάταξη αυτή «ελαττωματικό» είναι το επικίνδυνο προϊόν, δηλαδή αυτό που είναι «ανασφαλές».

1) Επομένως ο νόμος 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών προστατεύει τον αγοραστή «ανασφαλούς» προϊόντος.

2) Αν, όμως, το προϊόν δεν είναι «ανασφαλές» αλλά είναι «ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται», και επομένως είναι «ελαττωματικό», οι συνέπειες από την αγορά του δεν ρυθμίζονται από τον ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, αλλά από τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 989/2004, ΜονΕφΠειρ 322/2016, ΑΠ 1305/2018).

Β. Αποζημίωση αγοραστή «ανασφαλούς» προϊόντος

α) Σε αποζημίωση του αγοραστή «ανασφαλούς» προϊόντος ευθύνεται, κατά το άρθρο 6 παρ. 2  του ν. 2251/1994, ο παραγωγός του προϊόντος. Ως παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος, επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα. Παραγωγός, κατά πλάσμα δικαίου, θεωρείται και ο εισαγωγέας του προϊόντος σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα δε με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού, ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν.

β) Ο αγοραστής «ανασφαλούς» προϊόντος έχει τις εξής αξιώσεις

1) αποζημίωση για κάθε βλάβη, ή καταστροφή, εξ αιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του (εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν) εφ όσον η ζημία από την βλάβη, ή την καταστροφή τους, υπερβαίνει το ποσό των (500) ευρώ και υπό την προϋπόθεση ότι κατά την φύση του προορίζονταν και πραγματικά χρησιμοποιήθηκε από το ζημιωθέντα αγοραστή για προσωπική του χρήση, ή κατανάλωση.

2) αποζημίωση για ζημία λόγω θανάτου, ή σωματικής βλάβης, που υπέστη.

3) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, οφειλόμενης στο ελάττωμα του προϊόντος.

Σύμφωνα με άρθρο 6 παρ. 13 του νόμου, οι αξιώσεις του αγοραστή παραγράφονται μετά τριετία, αφ ότου πληροφορήθηκε, ή ώφειλε να πληροφορηθεί την ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού και μέχρι την δεκαετία από την κυκλοφορία του προϊόντος.

Γ. Αγορά προϊόντος «ακατάλληλου για την χρήση που προορίζεται»

Ως ελέχθη, αν το προϊόν είναι «ελαττωματικό, γιατί είναι «ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται», ο αγοραστής προστατεύεται από τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

1) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ το προϊόν είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, όταν δεν έχει τις «συνομολογημένες ιδιότητες», ή έχει «πραγματικά ελαττώματα». Η διάκριση μεταξύ συνομολογημένης ιδιότητας και πραγματικού ελαττώματος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού και οι δύο περιπτώσεις συγκροτούν την έννοια της «έλλειψης ανταπόκρισης προς την σύμβαση», η οποία ερμηνεύεται κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητηθεί η πραγματική βούληση των μερών.

2) Σύμφωνα με το άρθρο 535 ΑΚ το προϊόν δεν φέρει τις συνομολογημένες ιδιότητες και είναι με πραγματικά ελαττώματα, όταν

α) δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή, ή στο δείγμα, ή υπόδειγμα που ο πωλητής είχε παρουσιάσει στον αγοραστή.

β) δεν είναι κατάλληλο για το σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης.

γ) δεν είναι κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προορίζονται συνήθως τα πράγματα της ίδιας κατηγορίας.

δ) δεν έχει την ποιότητα, ή απόδοση, που ο αγοραστής ευλόγως προσδοκά.

ε) είναι διαφορετικό από το συμφωνηθέν.

Δ) Αποζημίωση αγοραστή προϊόντος «ακατάλληλου για την χρήση που προορίζεται»

α) Σε αποζημίωση του αγοραστή προϊόντος «ακατάλληλου για την χρήση που προορίζεται» ευθύνεται ο πωλητής, και είναι αδιάφορο αν ο ίδιος ή τρίτος είναι και ο κατασκευαστής του προϊόντος, ή αν τούτο ανήκει σε μία σειρά παραγωγής, της οποίας όλα τα προϊόντα παρουσιάζουν το ίδιο ελάττωμα.

β) Ο αγοραστής προϊόντος «ακατάλληλου για την χρήση που προορίζεται», έχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537,  540  και 543 ΑΚ, τις εξής αξιώσεις.

1) Να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του την διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, απαλλαγμένο από ελαττώματα ή που φέρει τη συνομολογηθείσα ιδιότητα, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες.

2) Να απαιτήσει την μείωση του τιμήματος,

3) Να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

4) Να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής σύμβασης

5) Και σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων (ΑΠ 983/2019).

γ) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 554 και 555ΑΚ, οι αξιώσεις του αγοραστή παραγράφονται μετά την πάροδο δυο ετών. Η παραγραφή αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 557 ΑΚ, ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεστεί την πιο πάνω παραγραφή, αν απέκρυψε, ή αποσιώπησε, με δόλο το ελάττωμα, ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, οπότε η παραγραφή, σύμφωνα με την γενική διάταξη του άρθρου 149 ΑΚ, είναι εικοσαετής.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4α του ν. 2251/1994, ως ισχύει, καταναλωτής θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα

α) για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

β) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος,

γ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του.

Β. Προκειμένου λοιπόν, να θεωρηθεί ως καταναλωτής ένα πρόσωπο, πρέπει να πληροί δύο προϋποθέσεις,

α) να πρόκειται για προϊόντα, ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά,

β) ο προμηθευόμενος να είναι ο τελικός αποδέκτης.

Η έννοια του καταναλωτή, επομένως, είναι ευρεία και καταλαμβάνει κάθε πρόσωπο που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη ενός προϊόντος, ή μιας υπηρεσίας, ασχέτως αν η χρήση για την οποία προορίζεται είναι προσωπική ή επαγγελματική (ΑΠ 1343/2012, 1332/2012, 733/2011).

Γ. Δεν είναι καταναλωτής, το πρόσωπο που αποκτά τα προϊόντα με σκοπό να τα μεταβιβάσει αυτούσια, ή επεξεργασμένα, να παραχωρήσει την χρήση, ή να τα χρησιμοποιήσει για λογαριασμό, ή για την οικονομική εξυπηρέτηση, τρίτου.

Δ. Δεν απαιτείται ο τελικός αποδέκτης να χρησιμοποιήσει το αγαθό για προσωπικές του ανάγκες,  δηλαδή μη επαγγελματικές ανάγκες (ΑΠ 1305/2018).

Α. Ακατάλληλο μπορεί να είναι ένα προϊόν, όταν είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, ή όταν είναι ελαττωματικό και επομένως «ανασφαλές».

Αν το προϊόν είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, οι συνέπειες ρυθμίζονται από τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και όχι από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών (ΑΠ 989/2004, ΜονΕφΠειρ 322/2016, ΑΠ 1305/2018).

Μόνο αν το προϊόν είναι «ανασφαλές» οι συνέπειες ρυθμίζονται από τον ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών.

Β. Ορισμός του «ελαττωματικού» προϊόντος

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2251/1994, που έχει ενσωματώσει την με αριθμό 85/374/25.7.1985 Οδηγία της ΕΟΚ, ως ελαττωματικό προϊόν θεωρείται εκείνο, που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισης του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποιήσεως του και του χρόνου, κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία.  Συνεπώς ελαττωματικό είναι το επικίνδυνο προϊόν, και αντιδιαστέλλεται από το ασφαλές.

Γ. Ορισμός του «ανασφαλούς» προϊόντος

Ο ν. 2251/1994 το «ανασφαλές» προϊόν το ορίζει αρνητικά.

Κατά το άρθρο 7 παρ. 3 και 4, «Ασφαλές θεωρείται το προϊόν το οποίο, υπό συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς της και της θέσης αυτού σε λειτουργία, της εγκατάστασής του και των αναγκών συντήρησής του, ή δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ή παρουσιάζει κινδύνους ήσσονος σημασίας, που είναι συνυφασμένοι με τη χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί στο πλαίσιο ενός υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων, λαμβανομένων υπόψιν, ιδίως, των ακόλουθων στοιχείων

α) των χαρακτηριστικών του προϊόντος και ιδίως της σύνθεσης, της συσκευασίας, των οδηγιών συναρμολόγησης, της εγκατάστασης και της συντήρησής του,

β) των επιπτώσεων που έχει το προϊόν σε άλλα προϊόντα, εφόσον, ευλόγως, μπορεί να προβλεφθεί ότι το προϊόν αυτό θα χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα προϊόντα,

γ) της παρουσίασης του προϊόντος, της επισήμανσής του, των προειδοποιήσεων κινδύνου και των οδηγιών χρήσης και διάθεσής του, καθώς και κάθε άλλης οδηγίας ή πληροφορίας σχετικής με το προϊόν,

δ) των κατηγοριών καταναλωτών που εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω της χρησιμοποίησης του προϊόντος, ιδίως των ανηλίκων και των ηλικιωμένων.

Η δυνατότητα επίτευξης υψηλότερου βαθμού ασφάλειας, ή προμήθειας άλλων προϊόντων, χαμηλότερης επικινδυνότητας, δεν συνιστά επαρκή λόγο για το χαρακτηρισμό ενός προϊόντος ως μη ασφαλούς ή επικίνδυνου.

Δ. Υπόχρεος σε αποζημίωση καταναλωτή

Σε αποζημίωση του καταναλωτή «ανασφαλούς» προϊόντος ευθύνεται, κατά το άρθρο 6 παρ. 2  του ν. 2251/1994, ο παραγωγός του προϊόντος. Ως παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος, επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα. Παραγωγός, κατά πλάσμα δικαίου, θεωρείται και ο εισαγωγέας του προϊόντος σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα δε με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού, ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν.

Ε. Το είδος της ευθύνης σε αποζημίωση

Στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 6 ν. 2251/1994, ο παραγωγός (και τα πρόσωπα που εξομοιώνονται με αυτούς), για το πωληθέν ανασφαλές προϊόν  ευθύνεται

α) για ζημία λόγω θανάτου, ή σωματικής βλάβης.

β) για βλάβη, ή καταστροφή, εξ αιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή (εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν) εφ όσον η ζημία από τη βλάβη ή την καταστροφή τους υπερβαίνει το ποσό των (500) ευρώ και υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη φύση τους προορίζονταν και πραγματικά χρησιμοποιήθηκαν από το ζημιωθέντα για προσωπική του χρήση, ή κατανάλωση.

γ) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, οφειλόμενης στο ελάττωμα του προϊόντος.

ΣΤ. Μείωση ευθύνης  σε αποζημίωση

Κατά την παρ. 11 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου, η ευθύνη του παραγωγού (και των προσώπων που εξομοιώνονται με αυτούς), δεν μειώνεται αν η ζημία οφείλεται σωρευτικά, τόσο σε ελάττωμα του προϊόντος, όσο και σε πράξη ή παράλειψη τρίτου, προδήλως εκείνων που παρεμβαίνουν στη διαδικασία διάθεσης.

Μπορεί όμως, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών, να μειωθεί ή και να αρθεί, όταν συντρέχει πταίσμα του ζημιωθέντος, ή προσώπου για το οποίο ευθύνεται ο ζημιωθείς.

Ζ. Έλλειψη ευθύνης σε αποζημίωση

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 8 του νόμου, ο παραγωγός δεν ευθύνεται αν αποδείξει ότι

α) δεν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία,

β) το ελάττωμα δεν υπήρχε όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία,

γ) δεν κατασκεύασε το προϊόν αποβλέποντας στη διανομή του και δεν το διένειμε στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας,

δ) το ελάττωμα οφείλεται στο γεγονός ότι το προϊόν κατασκευάστηκε σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

ε) όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία, το επίπεδο επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων δεν επέτρεπε τη διαπίστωση του ελαττώματος.

Η. Βάρος απόδειξης

Επειδή το αίτιο της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος, ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς την διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις, καθώς και ποιου προσώπου, από εκείνα που αναμείχθηκαν στη διαδικασία διάθεσης, οδήγησαν στην κυκλοφορία του ελαττωματικού προϊόντος, γίνεται δεκτό, κατ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και αντίθετα έχει το βάρος ο παραγωγός του προϊόντος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή, ή ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος, ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, ή σε υπαιτιότητα προσώπων για τα οποία ευθύνεται. Έτσι με αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται, κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΑΠ 891/2013).

Θ. Παραγραφή αξιώσεων

Σύμφωνα με άρθρο 6 παρ. 13, οι αξιώσεις κατά του παραγωγού για ζημίες παραγράφονται μετά τριετία, αφ ότου ο ζημιωθείς πληροφορήθηκε, ή ώφειλε να πληροφορηθεί την ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού. Μετά δεκαετία από την κυκλοφορία του συγκεκριμένου προϊόντος επέρχεται απόσβεση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος κατά του παραγωγού.

Α. Ακατάλληλο μπορεί να είναι ένα προϊόν, όταν είναι ελαττωματικό και επομένως «ανασφαλές», ή όταν είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται.

Αν το προϊόν είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, οι συνέπειες ρυθμίζονται από τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και όχι από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών (ΑΠ 989/2004, ΜονΕφΠειρ 322/2016, ΑΠ 1305/2018).

Μόνο αν το προϊόν είναι «ανασφαλές» οι συνέπειες ρυθμίζονται από τον ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών.

Β. Ορισμός του ακατάλληλου προϊόντος για την χρήση που προορίζεται

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ το προϊόν είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, όταν δεν έχει τις συνομολογημένες ιδιότητες, ή έχει πραγματικά ελαττώματα.

α) Ως «πραγματικό ελάττωμα» νοείται κάθε ατέλεια του «προϊόντος» που αφορά την ιδιοσυστασία, ή την κατάστασή του, κατά τον κρίσιμο χρόνο ευθύνης του πωλητή, η οποία (ατέλεια) έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή την χρησιμότητά του (ΑΠ 1381/13, 1734/13, 1736/13).

β) Ως «ιδιότητα» θεωρείται, όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα, ή πλεονέκτημα του προϊόντος, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία, ή στη χρησιμότητα του προϊόντος (ΑΠ 1381/13, 1420/13).

γ) Η διάκριση μεταξύ συνομολογημένης ιδιότητας και πραγματικού ελαττώματος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού και οι δύο περιπτώσεις συγκροτούν την έννοια της «έλλειψης ανταπόκρισης προς τη σύμβαση», η οποία ερμηνεύεται κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητηθεί η πραγματική βούληση των μερών.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 535 ΑΚ το προϊόν δεν φέρει τις συνομολογημένες ιδιότητες και είναι με πραγματικά ελαττώματα, όταν

α) δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή, ή στο δείγμα, ή υπόδειγμα που ο πωλητής είχε παρουσιάσει στον αγοραστή.

β) δεν είναι κατάλληλο για το σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης.

γ) δεν είναι κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προορίζονται συνήθως τα πράγματα της ίδιας κατηγορίας.

δ) δεν έχει την ποιότητα, ή απόδοση, που ο αγοραστής ευλόγως προσδοκά.

ε) είναι διαφορετικό από το συμφωνηθέν.

Γ. Δικαιώματα αγοραστή

Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537,  540  και 543 ΑΚ, προκύπτει ότι στις περιπτώσεις αυτές ο αγοραστής δικαιούται κατ επιλογή του

α) Να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του την διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, απαλλαγμένο από ελαττώματα ή που φέρει τη συνομολογηθείσα ιδιότητα, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες.

β) Να απαιτήσει τη μείωση του τιμήματος,

γ) Να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

δ) Να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής σύμβασης

ε) Και σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων (ΑΠ 983/2019).

Δ. Ευθύνη πωλητή

Όλα τα παραπάνω δικαιώματα, είναι ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υπαιτιότητα του πωλητή. Αν, όμως, ο πωλητής αγνοεί ανυπαίτια την ύπαρξη του ελαττώματος, δεν θεμελιώνεται απαίτηση για διαφέρον κατ άρθρο 543 ΑΚ.

α) Η προβλεπόμενη αποζημίωση συνιστά περίπτωση θετικού διαφέροντος «για μη εκπλήρωση της σύμβασης» και αποσκοπεί, καλύπτοντας, τόσο τις θετικές ζημίες, όσο και το διαφυγόν κέρδος του αγοραστή, να έρθει οικονομικά ο αγοραστής στη θέση που θα βρισκόταν, αν το προϊόν ανταποκρινόταν στη σύμβαση, δεν είχε δηλαδή το πραγματικό ελάττωμα ή αν έφερε τη συνομολογημένη ιδιότητα (ΑΠ 553/2009, ΤριμΕφΛαρ 68/2020).

β) Ο αγοραστής, εάν επιλέξει να κρατήσει το προϊόν, μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για κάθε ζημία (θετική ή διαφυγόν κέρδος) που συνάπτεται άμεσα με την ύπαρξη του ελαττώματος, ή την έλλειψη της ιδιότητας, δηλ. την διαφορά των δύο αξιών, τις δαπάνες που έγιναν για την προσπάθεια διόρθωσης του πράγματος, το διαφυγόν κέρδος από την αδυναμία μεταπώλησης, ή μίσθωσης, την ζημία από τυχόν στέρηση της χρήσης του και όλα τα έξοδα για άλλους λόγους (ΑΠ 1703/130).

γ) Αν επιλέξει να επιστρέψει το πράγμα, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για ολική μη εκπλήρωση της σύμβασης, στην οποία περιλαμβάνεται ιδίως η επιστροφή του τυχόν ήδη καταβληθέντος τιμήματος ή μέρους του, τυχόν διαφυγόντα κέρδη που προσδοκούσε από την μεταπώληση, τις ζημίες από τη μη εκτέλεση της σύμβασης (θετικές, όπως το τίμημα, έξοδα συμβολαίου και το διαφυγόν κέρδος (ΤριμΕφΛαρ 68/2020).

δ) Ο αγοραστής μπορεί να αναζητήσει και «περαιτέρω ζημίες», δηλαδή τις ζημίες σε άλλα περιουσιακά αγαθά, εκτός του αντικειμένου της πώλησης, ή σε αγαθά που απορρέουν από την προσωπικότητα, εφ όσον συνδέονται αιτιωδώς με την ελαττωματικότητα, ή την έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας (ΕφΑθ 457/2008).

ε) Αν και η αθέτηση ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, εφ όσον ο αγοραστής υπέστη ζημία, που θα την υφίστατο ανεξάρτητα από την συμβατική σχέση, ως παράνομη και αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία, μπορεί να αναζητηθεί αποζημίωση και κατά τις  γενικές διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΟλΑΠ 969/1973, ΤριμΕφΛαρ 68/2020).

Τέτοια πρόσθετα στοιχεία που εγκαθιδρύουν την αυτοτέλεια της αδικοπρακτικής ευθύνης έναντι της συμβατικής είναι, όταν το ελαττωματικό πράγμα προκάλεσε ζημία σε άλλα πράγματα και προστατευόμενα έννομα αγαθά (υλικά ή ηθικά) του αγοραστή, ή όταν η ύπαρξη του ελαττώματος αυτού, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος του πράγματος μεταβαίνει στον αγοραστή, αποδίδεται σε υπαίτια συμπεριφορά του πωλητή, με την οποία αυτός από πρόθεση επιδιώκει να παραγάγει, ενισχύει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη, ή εντύπωση, στον αγοραστή σε σχέση με την ύπαρξη του ελαττώματος του πράγματος, ανεξάρτητα αν η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, ή σε απόκρυψη, ή αποσιώπηση, ή ατελή ανακοίνωση των αληθών γεγονότων, των όποιων η αποκάλυψη στον αγοραστή, που τα αγνοεί, ήταν επιβαλλόμενη από την καλή πίστη, ή από την υφισταμένη μεταξύ πωλητή και αγοραστή (ΑΠ 983/2019, ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 776/2004, ΑΠ 1600/2002).

Ε. Παραγραφή αξιώσεων

Από τις διατάξεις των άρθρων 554 και 555ΑΚ προκύπτει ότι οι αγωγές του αγοραστή για υπαναχώρηση, ή μείωση του τιμήματος, ή για αποζημίωση λόγω πραγματικού ελαττώματος, ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά την πάροδο δυο ετών. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή. Όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 557 ΑΚ, ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεστεί την πιο πάνω παραγραφή, αν απέκρυψε, ή αποσιώπησε, με δόλο το ελάττωμα, ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, οπότε η παραγραφή, σύμφωνα με την γενική διάταξη του άρθρου 149 ΑΚ, είναι εικοσαετής.

Σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ «Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή».

Α. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώθηκε για λόγο που δεν ανάγεται στην νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης.

Β. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι, η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της.

Γ. Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα, ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου, ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία.

Δ. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 768/2016, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 215/2011, ΑΠ 190/2008).

Ε. Εάν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από της τελεσιδικίας της απόφασης, που απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς την προηγούμενη αγωγή, η αποσβεστική προθεσμία λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 404/2008, ΑΠ 1673/2011,  ΑΠ 163/2018, ΑΠ 113/2019).

Σύμφωνα με το άρθρο 257 ΑΚ «Το χρονικό διάστημα της αναστολής, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. Όταν πάψει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες».

Α. Κατά την έννοια της διατάξεως το χρονικό διάστημα της αναστολής, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. Όταν λήξει ο διακωλυτικός της ασκήσεως της αξιώσεως λόγος, η προθεσμία συνεχίζεται, αλλά δεν λήγει πριν περάσουν έξι μήνες, ή όταν είναι μικρότερης διάρκειας, όταν παρέλθει η μικρότερη αυτή προθεσμία.

Β. Εάν, κατά την διάρκεια της τελευταίας προθεσμίας, ανακύψει νέος λόγος αναστολής, η παραγραφή συνεχίζεται και πάλι μετά την παύση της νέας αναστολής και συμπληρώνεται μόλις παρέλθει η τελευταία προθεσμία (ΑΠ 3/2010).

Σύμφωνα με το άρθρο 255 ΑΚ η παραγραφή (και αναλογικώς, κατά επιταγή του άρθρου 279 ΑΚ, η αποσβεστική προθεσμία) «αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση».

1. Ανωτέρα βία

α) Σύμφωνα με την διάταξη η παραγραφή (και η αποσβεστική προθεσμία) αναστέλλεται, για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής.

β) Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου, ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Η δικονομική αυτή ανώτερη βία διαφοροποιείται από την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη την δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη.

γ) Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο (ΑΠ 456/2013, ΑΠ  429/2016).

2. Δόλια συμπεριφορά

Σύμφωνα με την διάταξη η παραγραφή (και η αποσβεστική προθεσμία)  αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση.

α) Τέτοια δόλια συμπεριφορά υπάρχει, όταν οι προβαλλόμενες από τον υπόχρεο δικαιολογίες για την πρόσκαιρη μη ικανοποίηση του  δικαιώματος του δικαιούχου είναι προσχηματικές και κατατείνουν στην πραγματικότητα, να συνεχισθεί η απραξία του δικαιούχου στη δικαστική επιδίωξη του δικαιώματός του και την παρέλευση άπρακτης οριζόμενης προς τούτο παραγραφής, ή αποσβεστικής προθεσμίας.

β) Δεν συνιστούν δόλια αποτροπή του δικαιούχου, οι δηλώσεις του υποχρέου, που διατυπώνουν ευθεία άρνηση των θεμελιωτικών του δικαιώματος του δικαιούχου πραγματικών περιστατικών και με την έννοια αυτή δεν αποτελεί παραπλανητική συμπεριφορά, δυνάμενη με οποιονδήποτε τρόπο να οδηγήσει σε απραξία του δικαιούχου μέχρι συμπλήρωσης της παραγραφής, ή αποσβεστικής προθεσμίας, που προϋποθέτει παραδοχή του δικαιώματος και αποτροπή στην άσκηση αυτού με δόλιες ενέργειες (ΑΠ 159/2011).

Κατά την διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ «1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης».

Α. Σύμφωνα με την διάταξη η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.  

Ο όρος «τελεσίδικη απόφαση» εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία όπως π.χ οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρελεύσεως των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεώς τους, αποδοχής της αποφάσεως, αποδοχή της αγωγής κλπ.

Β. Εκτός από την τελεσιδικία της αποφάσεως, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, δηλαδή, με κατάργηση της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (ΚΠολΔ 293), με παραίτηση από το δικόγραφο, ή από το δικαίωμα της αγωγής (294 - 297 ΚΠολΔ, ΑΠ 361/2019).

 Γ. Στην περίπτωση, όμως, που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφ όσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου.

Δ. Η παραγραφή, επομένως, μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου παραγραφής που ισχύει για αυτήν, αν δεν μεσολαβήσει κάποια διαδικαστική πράξη, ή άλλος λόγος διακοπής της, προτού περατωθεί τελεσιδίκως η δίκη (ΑΠ 361/2019).

Ε. Κατά συνέπεια, αν, πριν την τελεσιδικία της απόφασης, ή της με άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, απρακτούν οι διάδικοι, τότε η παραγραφή δεν διακόπτεται ούτε αναστέλλεται από την λήξη της επιδικίας, δηλαδή από την δημοσίευση της οριστικής αποφάσεως και μέχρις ότου αρχίσει νέα δίκη με την άσκηση ένδικου μέσου, αφού η διάταξη δεν θέτει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής την ύπαρξη εκκρεμοδικίας. Μόνο αν η αξίωση βεβαιωθεί με τελεσίδικη απόφαση, ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, η παραγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 268 ΑΚ, γίνεται εικοσαετής και αν ακόμη η αξίωση υπόκειται σε βραχύτερη παραγραφή (ΜονΠρΠειρ 73/2016).

1. Προϋποθέσεις   

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 135 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος κατοικίας, ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί, ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, ή σε  αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση. Για δίκες στο ειρηνοδικείο η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.

Β. Συγχρόνως δημοσιεύεται, α) περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε στον εισαγγελέα σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση και β) πρόσκληση σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, σύμφωνα με τα παραπάνω, προς καθένα, που γνωρίζει τον τόπο και την διεύθυνση διαμονής του, να ανακοινώσει ενυπογράφως τα στοιχεία αυτά στη γραμματεία του πρωτοδικείου Αθηνών, ή του πρωτοδικείου της τελευταίας κατοικίας, ή διαμονής του.

Γ. Αν, ύστερα από οκτώ ημέρες μετά την τελευταία δημοσίευση, δεν φτάσει ανακοίνωση σε καμιά από τις γραμματείες αυτές, τεκμαίρεται ότι ο τόπος, ή η συγκεκριμένη διεύθυνση διαμονής του παραλήπτη της επίδοσης είναι άγνωστη. Ανταπόδειξη αποκλείεται.

2. Δικονομικές ακυρότητες

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η έκθεση επίδοσης που έχει συνταχθεί, από τον αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δικαστικό επιμελή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή, ή ενώπιον του, μέχρις όμως ότου αποδειχθεί το αντίθετο.

Β. Ανταπόδειξη χωρεί, μόνο εφόσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό (ΑΠ 350/2013, ΑΠ 1916/2005, ΤρΕφΠειρ 373/2020). Η διεξαγωγή της ανταπόδειξης γίνεται στην περίπτωση αυτή, κατά τη διαδικασία που εκδικάζεται η συγκεκριμένη εκάστοτε υπόθεση (ΑΠ  1553/2008, ΑΠ 236/2006).

Γ. Για τα περιστατικά, όμως, που περιέχονται στην έκθεση, αλλά δεν υποπίπτουν από την φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικ. επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει, επιτρέπεται ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθειά τους και ζητά την ακύρωση  της επίδοσης (ΑΠ 374/2015, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 375/2015, ΑΠ 440/2020).

Δ. Την ακυρότητα της επίδοσης, σύμφωνα με τα άρθρα 159 αρ. 3 και 160 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προτείνει αυτός που υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η πρόταση της ακυρότητας είναι απαράδεκτη, αν δεν γίνει κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη (ΑΠ  1323/2014).

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η έκθεση επίδοσης δικογράφου, που έχει συνταχθεί από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή, ή ενώπιον του, μέχρις όμως ότου αποδειχθεί το αντίθετο.

Β. Ανταπόδειξη χωρεί, μόνο εφ όσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό (ΑΠ 350/2013, ΑΠ 1916/2005, ΤρΕφΠειρ 373/2020). Η διεξαγωγή της ανταπόδειξης γίνεται στην περίπτωση αυτή, κατά την διαδικασία που εκδικάζεται η συγκεκριμένη εκάστοτε υπόθεση (ΑΠ  1553/2008, ΑΠ 236/2006).

Γ. Για τα περιστατικά, όμως, που περιέχονται στην έκθεση, αλλά δεν υποπίπτουν από την φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικ. επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει, επιτρέπεται ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθειά τους και ζητά την ακύρωση  της επίδοσης (ΑΠ 374/2015, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 375/2015, ΑΠ 440/2020).

Δ. Την ακυρότητα της επίδοσης, σύμφωνα με τα άρθρα 159 αρ. 3 και 160 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προτείνει αυτός που υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η πρόταση της ακυρότητας είναι απαράδεκτη, αν δεν γίνει κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη (ΑΠ  1323/2014).

Ε. Έχει κριθεί ότι

α) Αυτός που  ισχυρίζεται ότι το οίκημα, στο οποίο έγινε η επίδοση του εγγράφου, δεν αποτελούσε το γραφείο του, επειδή δεν είναι από τα γεγονότα για τα οποία έχει άμεση αντίληψη ο δικαστικός επιμελητής, βαρύνεται με την απόδειξη του γεγονότος αυτού, χωρίς να είναι ανάγκη να προσβάλλει την έκθεση επίδοσης ως πλαστή (ΑΠ 1019/2009).

β) Η επίδοση εγγράφου σε ανήλικο, είναι άκυρη, όταν κριθεί από το δικαστήριο ότι προκάλεσε στον διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ  1323/2014).

γ) Η επίδοση εγγράφου σε πρόσωπο που κατά το χρόνο της επίδοσης δεν έχει συνείδηση των πράξεων του και βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει  αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (ΑΚ 127-137), είναι άκυρη (ΑΠ 374/2015).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το προς επίδοση έγγραφο δεν βρίσκεται στην κατοικία του (ή τυχόν ενήλικος σύνοικός του), ή δεν βρίσκεται στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο (ή τυχόν διευθυντής του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου, ή συνέταιρος, συνεργάτης, υπάλληλος, ή υπηρέτης) ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής προβαίνει σε θυροκόλληση του εγγράφου.

1. Προϋποθέσεις νόμιμης θυροκόλλησης

Α. Το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας σε ενσφράγιστο φάκελο, επί του οποίου θα υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του προς όν η επίδοση, μπροστά σε ένα μάρτυρα. Σε περιπτώσεις πολυκατοικιών, οι οποίες είναι κλειστές και δεν είναι δυνατόν να κολληθεί το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, η επικόλληση μπορεί να γίνεται κατά τα ανωτέρω και στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας,

Β. Το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά την θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος, ή σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας, και αν λείπει ο προϊστάμενος στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας, ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος, επί αποδείξει. Η απόδειξη πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και την σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα. Το αντίγραφο που παραδόθηκε φυλάγεται σε ιδιαίτερο φάκελο στο υπηρεσιακό γραφείο, όπου υπηρετεί εκείνος που το παρέλαβε.

Γ. Το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παραπάνω παράδοση, εκείνος που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση στην οποία πρέπει να αναφέρεται το είδος του εγγράφου που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας, όπου έγινε η θυροκόλλησή του, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το αντίγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσης. Η ειδοποίηση ταχυδρομείται με έξοδα εκείνου που ζητεί να γίνει η επίδοση.

Δ. Το γεγονός ότι ταχυδρομήθηκε η ειδοποίηση βεβαιώνεται με απόδειξη, την οποία συντάσσει και υπογράφει ατελώς, κάτω από την επιδοτήρια έκθεση, εκείνος που ενεργεί την επίδοση. Η βεβαίωση πρέπει να αναφέρει το ταχυδρομικό γραφείο, με το οποίο έστειλε την ειδοποίηση, και τον υπάλληλο που την παρέλαβε, ο οποίος προσυπογράφει τη βεβαίωση.

Ε. Ύστερα από προφορική αίτηση του παραλήπτη, η αρχή στην οποία είχε παραδοθεί το αντίγραφο, του το παραδίδει, με έγγραφη απόδειξη που συντάσσεται ατελώς.

2. Δικονομικές ακυρότητες

Α. Αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατυπώσεις η επίδοση δεν ολοκληρώνεται και είναι ανυπόστατη.

Β. Είναι άκυρη η επίδοση, αν στο αποδεικτικό επιδόσεως δεν αναφέρεται η ιδιότητα του αστυνομικού που παρέλαβε το εγχειρισθέν από το δικαστικό επιμελητή έγγραφο (ΑΠ 22/1994).  

Γ. Αν το αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου παραδοθεί σε αστυφύλακα του αστυνομικού τμήματος της περιφέρειας της κατοικίας εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, χωρίς να βεβαιώνεται στην απόδειξη ότι αυτός εκτελούσε χρέη προϊσταμένου, ή λόγω απουσίας του προϊσταμένου εκτελούσε χρέη αξιωματικού υπηρεσίας κλπ, η επίδοση είναι άκυρη ( ΑΠ 372/2016, ΑΠ 660/2015).

Δ. Αν το αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου γίνει στον προϊστάμενο και εν απουσία του στον αξιωματικό υπηρεσίας άλλου αστυνομικού τμήματος από αυτό της περιφέρειας της κατοικίας, ή του τόπου εργασίας, του προς ον η επίδοση, η επίδοση είναι άκυρη, έστω κι αν πρόκειται για γειτονικό αστυνομικό τμήμα (ΤρΕφΠειρ 373/2020).

Ε. Τα περιστατικά, που περιέχονται στην έκθεση επίδοσης, αλλά δεν υποπίπτουν από την φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικαστικού επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει αυτός, η έκθεση επίδοσης αποτελεί κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη. Επιτρέπεται, όμως, ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος, που αμφισβητεί την αλήθειά τους (ΑΠ 350/2013, ΑΠ 1916/2005, ΤρΕφΠειρ 373/2020).

ΣΤ. Την ακυρότητα της επίδοσης, σύμφωνα με τα άρθρα 159 αρ. 3 και 160 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προτείνει αυτός που υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η πρόταση της ακυρότητας είναι απαράδεκτη, αν δεν γίνει κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη (ΑΠ  1323/2014).

1. Σύμφωνα με τo άρθρο 130 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το προς επίδοση έγγραφο βρίσκεται στην κατοικία του (ή βρίσκεται τυχόν ενήλικος σύνοικός του), ή βρίσκεται στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο (ή βρίσκεται τυχόν διευθυντής του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου, ή συνέταιρος, συνεργάτης, υπάλληλος, ή υπηρέτης), και αρνείται αυτός (ή τα πρόσωπα που συνοικούν, ή ο διευθυντής του καταστήματος, γραφείου, εργαστηρίου, ή ο συνέταιρος, συνεργάτης, υπάλληλος, ή υπηρέτης), να παραλάβουν το έγγραφο, ή να υπογράψουν την έκθεση της επίδοσης, ή αν δεν μπορούν να την υπογράψουν, ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, του γραφείου, του καταστήματος, ή του εργαστηρίου, μπροστά σε ένα μάρτυρα.

2. Δικονομικές ακυρότητες

Α. Τα περιστατικά, που περιέχονται στην έκθεση επίδοσης, αλλά δεν υποπίπτουν από την φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικαστικού επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει αυτός, η έκθεση επίδοσης αποτελεί κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη. Επιτρέπεται, όμως, ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος, που αμφισβητεί την αλήθειά τους (ΑΠ 350/2013, ΑΠ 1916/2005, ΤρΕφΠειρ 373/2020).

Β. Για την εγκυρότητα της παραπάνω επιδόσεως πρέπει να βεβαιώνεται στην έκθεση επιδόσεως, ότι ο ευρεθείς στον χώρο αρνήθηκε να παραλάβει το έγγραφο, ή να υπογράψει την έκθεση επιδόσεως, ή να μη μπορεί να πράξει τούτο (ΑΠ 617/2012, ΜονΕφΑθ 2367/2016).

Γ. Την ακυρότητα της επίδοσης, σύμφωνα με τα άρθρα 159 αρ. 3 και 160 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προτείνει αυτός που υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η πρόταση της ακυρότητας είναι απαράδεκτη, αν δεν γίνει κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη (ΑΠ  1323/2014).

Σύμφωνα με τα άρθρα 122 επ. ΚΠολΔ η επίδοση κάθε εγγράφου γίνεται με δικαστικό επιμελητή διορισμένο στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του, όταν γίνεται η επίδοση, εκείνος προς τον οποίο αυτή απευθύνεται. Ως επίδοση του εγγράφου νοείται η παράδοση του εγγράφου στα χέρια του προσώπου προς το οποίο γίνεται.

1. Η επίδοση του εγγράφου γίνεται

Α. Προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο, α) στην κατοικία του, ή β) στο κατάστημα, γραφείο, ή εργαστήριο που διατηρεί μόνος του ή με άλλον, ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης. Η επίδοση σε άλλο μέρος απαγορεύεται, χωρίς την συναίνεσή του. Αν το πρόσωπο αυτό στερείται κατοικίας, καταστήματος, γραφείου, ή εργαστηρίου, η επίδοση επιτρέπεται να γίνει οπουδήποτε βρεθεί.

Β. Αν το πρόσωπο στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συνοίκους του, που έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοί του. Σύνοικοι θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, οι θυρωροί πολυκατοικιών και τα μέλη της οικογένειάς τους που συνοικούν μαζί τους, οι διευθυντές ξενοδοχείων και οικοτροφείων, καθώς και το υπηρετικό και υπαλληλικό προσωπικό τους, όχι όμως οι ένοικοι άλλου διαμερίσματος, ή δωματίου της ίδιας κατοικίας.

Γ. Αν το πρόσωπο στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο δεν βρίσκεται στο κατάστημα, γραφείο, ή εργαστήριο, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου, του εργαστηρίου, ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους, ή υπηρέτες, εφ όσον έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοί του.

Δ. Αν το πρόσωπο στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο, ή τα πρόσωπα που αναφέρονται παραπάνω, αρνηθούν να παραλάβουν το έγγραφο, ή να υπογράψουν την έκθεση της επίδοσης, ή αν δεν μπορούν να την υπογράψουν, ο δικ. επιμελητής επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, του γραφείου, του καταστήματος, ή του εργαστηρίου, μπροστά σε ένα μάρτυρα.

Ε. Αν κανένα από τα παραπάνω πρόσωπα δεν βρίσκεται στην κατοικία, ή στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, ο δικ. επιμελητής προβαίνει σε θυροκόλληση του εγγράφου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ.

ΣΤ. Αν το πρόσωπο στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο είναι αγνώστου διαμονής η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί, ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, ή σε  αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση, με δημοσίευση περίληψης του δικογράφου που κοινοποιήθηκε στον εισαγγελέα σε δύο ημερήσιες εφημερίδες και πρόσκληση σε δύο ημερήσιες εφημερίδες προς καθένα, που γνωρίζει τον τόπο και την διεύθυνση διαμονής του, να ανακοινώσει ενυπογράφως τα στοιχεία αυτά στη γραμματεία του πρωτοδικείου Αθηνών, ή του πρωτοδικείου της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 135 ΚΠολΔ.

Ζ. Επίδοση εγγράφου είναι δυνατόν να γίνει και με ηλεκτρονικά μέσα από πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτόν δικαστικό επιμελητή, διορισμένο στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία ή τη διαμονή του ή την έδρα του, κατά τον χρόνο διενέργειας της επίδοσης, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς το οποίο αυτή απευθύνεται.

2. Δικονομικές ακυρότητες

Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η έκθεση επίδοσης που έχει συνταχθεί, από τον αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δικαστικό επιμελή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή, ή ενώπιον του, μέχρις όμως ότου αποδειχθεί το αντίθετο.

Β. Ανταπόδειξη χωρεί, μόνο εφόσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό (ΑΠ 350/2013, ΑΠ 1916/2005, ΤρΕφΠειρ 373/2020). Η διεξαγωγή της ανταπόδειξης γίνεται στην περίπτωση αυτή, κατά τη διαδικασία που εκδικάζεται η συγκεκριμένη εκάστοτε υπόθεση (ΑΠ  1553/2008, ΑΠ 236/2006).

Γ. Για τα περιστατικά, όμως, που περιέχονται στην έκθεση, αλλά δεν υποπίπτουν από την φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικ. επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει, επιτρέπεται ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθειά τους και ζητά την ακύρωση  της επίδοσης (ΑΠ 374/2015, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 375/2015, ΑΠ 440/2020).

Δ. Την ακυρότητα της επίδοσης, σύμφωνα με τα άρθρα 159 αρ. 3 και 160 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προτείνει αυτός που υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η πρόταση της ακυρότητας είναι απαράδεκτη, αν δεν γίνει κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη (ΑΠ  1323/2014).

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 2251/1994, για την προστασία των καταναλωτών, ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία, ή ηθική βλάβη, που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή.

Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο, καταναλωτής δε κάθε πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες αυτές και ζημιώθηκε παράνομα και υπαίτια  με πράξη ή παράλειψή του.

 Β. Η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, μπορεί να είναι, είτε ενδοσυμβατική, είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Γ. Προϋποθέσεις για την θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι 

α) Παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας.

β) Το παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης, ή τέχνης του.

γ) Υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας. Η υπαιτιότητα τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη ιδίως, α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν.

δ) Ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και

ε) Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.

Δ. Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 8 του νόμου, μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα.

Ε. Εν όψει της καθιερούμενης νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως, τόσο ως προς την υπαιτιότητα, όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, την ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και την συγκεκριμένη πράξη, ή παράλειψη, που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ο παρέχων τις υπηρεσίες, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει, είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε την συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση, ή τη μείωση, της ευθύνης του (ΑΠ 589/2001, ΑΠ 1227/2007, ΑΠ 535/2012, ΑΠ 2257/2014). 

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4α του ν. 2251/1994, ως ισχύει, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του.

Β. Προκειμένου λοιπόν, να θεωρηθεί ως καταναλωτής ένα πρόσωπο, πρέπει να πληροί δύο προϋποθέσεις,

α) να πρόκειται για προϊόντα, ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά,

 β) ο προμηθευόμενος να είναι ο τελικός αποδέκτης.

Δεν είναι καταναλωτής, το πρόσωπο που αποκτά τα προϊόντα με σκοπό να τα μεταβιβάσει αυτούσια, ή επεξεργασμένα, να παραχωρήσει την χρήση, ή να τα χρησιμοποιήσει για λογαριασμό, ή για την οικονομική εξυπηρέτηση, τρίτου. Δεν απαιτείται ο τελικός αποδέκτης να χρησιμοποιήσει το αγαθό για προσωπικές του ανάγκες,  δηλαδή μη επαγγελματικές ανάγκες (ΑΠ 1305/2018). Η έννοια του καταναλωτή, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, είναι ευρεία και καταλαμβάνει κάθε πρόσωπο που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη ενός προϊόντος, ή μιας υπηρεσίας, ασχέτως αν η χρήση για την οποία προορίζεται είναι προσωπική ή επαγγελματική (ΑΠ 1343/2012, 1332/2012, 733/2011).

Γ. Κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου, παραγωγός θεωρείται

α)  ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού.

β) κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος, επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα, ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα.

γ)  παραγωγός, κατά πλάσμα δικαίου, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, θεωρείται και ο εισαγωγέας, ο οποίος εισάγει ένα προϊόν για πώληση, χρηματοδοτική ή απλή μίσθωση, ή άλλης μορφής διανομή, στα πλαίσια της επαγγελματικής εμπορικής του δραστηριότητας..

Δ. Κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού, ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν. Το ίδιο ισχύει και για τον προμηθευτή προϊόντων εισαγωγής, όταν η ταυτότητα του εισαγωγέα είναι άγνωστη, έστω και αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι γνωστή.

Ε. Σημειώνεται ότι κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4β  του ν. 2251/1994,  προμηθευτής θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή. Προμηθευτής νοείται και ο διαφημιζόμενος. Όποιος διακινεί προϊόντα μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ευθύνεται μόνο ως προμηθευτής.

ΣΤ. Η ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων (και των προσώπων που εξομοιώνονται με αυτόν), ρυθμίζεται από την διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2251/1994, που έχει ενσωματώσει την με αριθμό 85/374/25.7.1985 Οδηγία της ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών - μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων.

Ζ. Σύμφωνα με το άρθρο ως ελαττωματικό προϊόν θεωρείται εκείνο, που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισης του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποιήσεως του και του χρόνου, κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία. 

Συνεπώς ελαττωματικό είναι το επικίνδυνο προϊόν, και αντιδιαστέλλεται από το ασφαλές και με την έννοια αυτή η ελαττωματικότητα του προϊόντος συνδέεται κατά τρόπο άμεσο με την θεμελίωση της ειδικής αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού.

Έτσι, ενώ στην πώληση των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα, ο θεμελιωτικός λόγος της ευθύνης από την ύπαρξη του ελαττώματος βρίσκεται στη διατάραξη της ισοτιμίας ανάμεσα στην παροχή (πράγμα) και στην αντιπαροχή (τίμημα) στην ρύθμιση του ν. 2251/1994 εντοπίζεται στην ελλιπή ασφάλεια του προϊόντος.  Συνεπώς με τον ν. 2251/1994 ο καθορισμός της ελαττωματικότητας ενός προϊόντος γίνεται όχι σε συνάρτηση με την μη καταλληλότητά του προς χρήση, αλλά σε συνάρτηση με την έλλειψη ασφαλείας που δικαιούται να αναμένεται από αυτό.

Η. Επομένως, αν το πωληθέν πράγμα είναι ακατάλληλο για την χρήση που προορίζεται, οι συνέπειες εξ αυτής δεν εμπίπτουν στην ρύθμιση του ν. 2251/1994 (ΑΠ 989/2004,  ΜονΕφΠειρ 322/2016, ΑΠ 1305/2018), αλλά στις ρυθμίσεις των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Μόνο οι συνέπειες του «ανασφαλούς» προϊόντος ρυθμίζεται από τον ν. 2251/1994

Θ. Ο ν. 2251/1994 το «ανασφαλές» προϊόν το ορίζει αρνητικά. Κατά το άρθρο 7 παρ. 3 και 4, «Ασφαλές θεωρείται το προϊόν το οποίο, υπό συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς της και της θέσης αυτού σε λειτουργία, της εγκατάστασής του και των αναγκών συντήρησής του, ή δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ή παρουσιάζει κινδύνους ήσσονος σημασίας, που είναι συνυφασμένοι με τη χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί στο πλαίσιο ενός υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων, λαμβανομένων υπόψιν, ιδίως, των ακόλουθων στοιχείων: α) των χαρακτηριστικών του προϊόντος και ιδίως της σύνθεσης, της συσκευασίας, των οδηγιών συναρμολόγησης, της εγκατάστασης και της συντήρησής του, β) των επιπτώσεων που έχει το προϊόν σε άλλα προϊόντα, εφόσον, ευλόγως, μπορεί να προβλεφθεί ότι το προϊόν αυτό θα χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα προϊόντα, γ) της παρουσίασης του προϊόντος, της επισήμανσής του, των προειδοποιήσεων κινδύνου και των οδηγιών χρήσης και διάθεσής του, καθώς και κάθε άλλης οδηγίας ή πληροφορίας σχετικής με το προϊόν, δ) των κατηγοριών καταναλωτών που εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω της χρησιμοποίησης του προϊόντος, ιδίως των ανηλίκων και των ηλικιωμένων. Η δυνατότητα επίτευξης υψηλότερου βαθμού ασφάλειας ή προμήθειας άλλων προϊόντων, χαμηλότερης επικινδυνότητας, δεν συνιστά επαρκή λόγο για το χαρακτηρισμό ενός προϊόντος ως μη ασφαλούς ή επικίνδυνου.»

Ι. Στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 6 ν. 2251/1994, ο παραγωγός (και τα πρόσωπα που εξομοιώνονται με αυτούς), για το πωληθέν ανασφαλές προϊόν  ευθύνεται

α) για ζημία λόγω θανάτου, ή σωματικής βλάβης.

β) για βλάβη, ή καταστροφή, εξ αιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή (εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν) εφ όσον η ζημία από τη βλάβη ή την καταστροφή τους υπερβαίνει το ποσό των (500) ευρώ και υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη φύση τους προορίζονταν και πραγματικά χρησιμοποιήθηκαν από το ζημιωθέντα για προσωπική του χρήση, ή κατανάλωση.

γ) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, οφειλόμενης στο ελάττωμα του προϊόντος.

ΙΑ. Κατά την παρ. 11 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου, η ευθύνη του παραγωγού (και των προσώπων που εξομοιώνονται με αυτούς), δεν μειώνεται αν η ζημία οφείλεται σωρευτικά, τόσο σε ελάττωμα του προϊόντος, όσο και σε πράξη ή παράλειψη τρίτου (προδήλως και εκείνων που παρεμβαίνουν στη διαδικασία διάθεσης). Μπορεί όμως, εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών, να μειωθεί ή και να αρθεί, όταν συντρέχει πταίσμα του ζημιωθέντος ή προσώπου για το οποίο ευθύνεται ο ζημιωθείς.

ΙΒ. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 8 του νόμου, ο παραγωγός δεν ευθύνεται αν αποδείξει ότι

α) δεν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία,

β) το ελάττωμα δεν υπήρχε όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία,

γ) δεν κατασκεύασε το προϊόν αποβλέποντας στη διανομή του και δεν το διένειμε στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας,

δ) το ελάττωμα οφείλεται στο γεγονός ότι το προϊόν κατασκευάστηκε σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

ε) όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία, το επίπεδο επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων δεν επέτρεπε τη διαπίστωση του ελαττώματος.

ΙΓ. Σύμφωνα με άρθρο 6 παρ. 13, οι αξιώσεις κατά του παραγωγού για ζημίες παραγράφοντια μετά τριετία, αφ ότου ο ζημιωθείς πληροφορήθηκε, ή ώφειλε να πληροφορηθεί την ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού. Μετά δεκαετία από την κυκλοφορία του συγκεκριμένου προϊόντος επέρχεται απόσβεση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος κατά του παραγωγού.

ΙΔ. Για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού, εφαρμογή έχουν οι κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του παραγωγού, με την οποία να συνδέεται η αντικειμενική βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος. Συνεπώς, το ελάττωμα και η ταυτότητα του προϊόντος, η ζημία από την συνηθισμένη χρήση του και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ελαττώματος και ζημίας, είναι στοιχεία που έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων καταναλωτής, για να θεμελιώσει και κατά τις κοινές διατάξεις αδικοπρακτική ευθύνη του παραγωγού.

ΙΕ. Επειδή το αίτιο της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος, ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς την διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις, καθώς και ποιου προσώπου, από εκείνα που αναμείχθηκαν στη διαδικασία διάθεσης, οδήγησαν στην κυκλοφορία του ελαττωματικού προϊόντος, γίνεται δεκτό, κατ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και αντίθετα έχει το βάρος ο παραγωγός του προϊόντος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή, ή ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος, ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, ή σε υπαιτιότητα προσώπων για τα οποία ευθύνεται. Έτσι με αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται, κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΑΠ 891/2013).

ΙΣΤ. Δεν ισχύουν τα ίδια, προκειμένου περί ελαττωμάτων σχετικών με την παροχή οδηγιών χρήσεως, ή ελαττωμάτων σχετικών με την επισήμανση των κινδύνων από την χρήση του προϊόντος, γιατί είναι ευχερές για τον ζημιωθέντα να εντοπίσει την παντελή έλλειψη ή παροχή εσφαλμένων ή ανεπαρκών οδηγιών χρήσεως του προϊόντος, εξαιτίας των οποίων προκλήθηκε το βλαπτικό αποτέλεσμα. Στις περιπτώσεις αυτές ο ζημιωθείς ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την μη τήρηση της υποχρεώσεως παροχής των κατάλληλων οδηγιών χρήσεως, από την οποία προκύπτει και η ελαττωματικότητα του προϊόντος (ΑΠ 1305/2018).

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, για να θεμελιωθεί ευθύνη από πρόστηση του επιχειρηματία κλινικής, στην οποία ο ιατρός νοσήλευσε παθόντα πελάτη του, αρκεί και η παροχή από τον επιχειρηματία γενικών μόνο οδηγιών ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους όρους εργασίας του ιατρού μέσα στην κλινική.

Β. Αρκεί δηλαδή μία χαλαρή, έστω, εξάρτηση του ιατρού από την κλινική και δεν απαιτείται η παροχή ειδικών οδηγιών προς αυτόν κάθε φορά για την άσκηση του έργου του, αφού ο ιατρός είναι υποχρεωμένος κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του να ενεργεί όχι σύμφωνα με ενδεχόμενες οδηγίες του κλινικάρχη, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης.

Γ. Στο πλαίσιο αυτό, η ευθύνη του επιχειρηματία της κλινικής από τη σχέση της πρόστησης με το συνεργαζόμενο με την κλινική ιατρό δημιουργείται από την αμελή συμπεριφορά του ιατρού, τόσο κατά την παροχή του ιατρικού του έργου εντός της κλινικής, όσο και εκτός αυτής, εφ όσον πρόκειται για ιατρικές οδηγίες συναφείς και αμέσως συνεχόμενες με επέμβαση ή θεραπεία που προηγήθηκαν στο χώρο της κλινικής, δηλαδή η ευθύνη από την πρόστηση καλύπτει και το απόλυτα αναγκαίο στάδιο της αποθεραπείας (ΑΠ 687/2013).

Δ. Σε κάθε περίπτωση, παρά την ανεξαρτησία του συνεργαζόμενου ιατρού σχετικά με την άσκηση των κύριων ιατρικών του καθηκόντων, υπάρχει εξάρτηση κατά την πιο πάνω έννοια και, επομένως, ευθύνη του φυσικού ή νομικού προσώπου, που διατηρεί την ιατρική κλινική, ή το νοσηλευτικό ίδρυμα, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, αφού και τότε η δραστηριότητα του ιατρού γενικά εμπίπτει στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης αυτού. Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη με το δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης του προστήσαντος, ο οποίος ευθύνεται για αλλότρια πράξη (του προστηθέντος), για το λόγο ότι ωφελείται από την δραστηριότητα εκείνου με την συνδρομή του οποίου επεκτείνει τον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, την δυνατότητα κερδών και πρέπει βέβαια ευλόγως να αυξάνει και το πεδίο των κινδύνων που του αναλογούν, επίσης δε και με τη σύγχρονη αντίληψη των συναλλαγών, οι οποίες έχουν γίνει πολύπλοκες και για την επίτευξη ενός αποτελέσματος παρεμβάλλονται όχι σπάνια πολλά, διαφόρων μάλιστα ειδικοτήτων, επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων, πρόσωπα, υπό την επήρεια των οποίων (συναλλαγών) γίνεται ορθά δεκτό ότι οι οδηγίες του προστήσαντος δεν είναι ανάγκη να φθάνουν μέχρι παροχής λεπτομερειών ιδίως σε τεχνικής φύσεως θέματα, ή ακόμη ότι δεν είναι και απαραίτητο οι οδηγίες να αφορούν τον τόπο, χρόνο ή την τεχνική άσκηση της εργασίας του προστηθέντος, αλλά αρκεί μία χαλαρή έστω εξάρτηση του ιατρού από την κλινική για να προσδώσει σε αυτήν τον χαρακτηρισμό της προστήσασας, έστω και υπό τη μορφή της ελεύθερης συνεργασίας (ΑΠ 1362/2007, ΠολΠρΑθ 260/2014).

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2619/1998 σχετικά με την σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την βιοϊατρική, επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει, μόνον εφόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν σχετικής εκ των προτέρων ενημέρωσής του ως προς σκοπό και την φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται, μπορεί δε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ανακαλέσει ελεύθερα και οποτεδήποτε τη συναίνεσή του. Επομένως, κατά την άσκηση οποιασδήποτε φύσης ιατρικής πράξης, υφίσταται υποχρέωσή του ιατρού να ενημερώνει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι αυτό, προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης.

Β. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών, συνιστά δικαίωμα αυτού και αντίστοιχη υποχρέωση του ιατρού, ώστε να μπορεί να λαμβάνει ελεύθερα τις αποφάσεις του για την υποβολή του στις μεθόδους και πρακτικές αυτές ή όχι.

Γ. Παραβίαση του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, η οποία προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του ασθενούς από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 330 και 914 ΑΚ (ΑΠ 687/2013).

Δ. Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη.

Ε. Σημειώνεται ότι, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατά τις πιο πάνω διατάξεις ευθύνη  του ιατρού και υποχρέωσή του για αποζημίωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερομένης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθείμ ή και της βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, την οποία ο ασθενής επικαλείται. Ο εν λόγω αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός.

Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του-, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 655/2019)

Β. Περαιτέρω, μετά την κατάργηση με το άρθρο 341 ν. 4512/2018 του ο Α.Ν. 1565/1939  η ιατρική αμέλεια θεμελιώνεται ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 εδ. α', 3 παρ. 2 και 3 και 10 παρ. 1 και 3 του ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας) που εκσυγχρονίζουν και εξειδικεύουν το ζητούμενο πρότυπο της ορθής ιατρικής συμπεριφοράς.

Γ. Έτσι «Το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης» (άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α'), «2. Ο ιατρός ενεργεί με βάση: α) την εκπαίδευση που του έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκηση του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και τη συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση, β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης. 3. Ο ιατρός, κατά την άσκηση της ιατρικής, ενεργεί με πλήρη ελευθερία, στο πλαίσιο των γενικά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων της ιατρικής επιστήμης, όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της εφαρμοσμένης σύγχρονης επιστημονικής έρευνας. Έχει δικαίωμα για επιλογή μεθόδου θεραπείας, την οποία κρίνει ότι υπερτερεί σημαντικά έναντι άλλης, για τον συγκεκριμένο ασθενή, με βάση τους σύγχρονους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, και παραλείπει τη χρήση μεθόδων που δεν έχουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση» (άρθρο 3 παρ. 2 και 3), «1. Η άσκηση της ιατρικής γίνεται σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Ο ιατρός έχει υποχρέωση συνεχιζόμενης δια βίου εκπαίδευσης και ενημέρωσης σχετικά με τις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και της ειδικότητας του. ... 3. Ο ιατρός οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια των επαγγελματικών του ικανοτήτων και να συμβουλεύεται τους συναδέλφους του» (άρθρο 10 παρ 1 και 3).  

Δ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλεια του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του παρέβη την υποχρέωση επιμελείας του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Αντιθέτως, δεν φέρει καμιά ευθύνη, αν ενήργησε σύμφωνα με τους πιο πάνω κανόνες και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός  (ΑΠ 1693/2013)

Ε. Περαιτέρω την ευθύνη  του ιατρού, ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την «προστασία των καταναλωτών», το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή» (παρ. 1), ότι «ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας» (παρ. 3), ότι «ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας του» (παρ. 4 εδ. α'), ότι «για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως, α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσία και ο τρόπος της παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν» (παρ. 4 εδ. β') και ότι «μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα» (παρ. 5).

ΣΤ. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, γιατί ο παρέχων αυτές ιατρός δεν υπόκειται σε συγκεκριμένες υποδείξεις, ή οδηγίες, του ασθενούς, αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του, με επακόλουθο και την καθιέρωση νόθου αντικειμενικής ευθύνης του ιατρού ((ΑΠ 1693/2013, ΑΠ 687/2013).

Ζ. Εν όψει δε της νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα, όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, την ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και την συγκεκριμένη πράξη, ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει, είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση, ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1693/2013,ΑΠ 1227/2007, ΠολΠρΚοζάνης 60/2018).

Η. Σε κάθε περίπτωση για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση την θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας, και οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως υπαίτια.

Θ. Ευθύνη φέρει ο ιατρός και στην περίπτωση, που κατά το άρθρο 5 του ν. 2619/1998 σχετικά με την σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την βιοϊατρική, δεν ενημερώσει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι αυτό, προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης.

Ι. Παραβίαση του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, η οποία προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του ασθενούς από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 330 και 914 ΑΚ (ΑΠ 687/2013). Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη.

ΙΑ. Ευθύνη φέρει ο ιατρός και στις περιπτώσεις, α) που πριν από την χειρουργική επέμβαση δεν προέβη στον απαιτούμενο προεγχειρητικό έλεγχο, β) που προέβη σε εσφαλμένη διάγνωση ή σε λάθη κατά τη διάγνωση, γ) σε σφάλμα περί την επιλογή της θεραπείας, λόγω της οποίας επήλθε βλάβη στον ασθενή, είτε αυτό οφείλεται σε άγνοια της προσήκουσας για την περίπτωση θεραπείας, είτε γιατί επελέγη μέθοδος και θεραπεία η οποία, κατά τις γενικά κρατούσες αρχές της ιατρικής επιστήμης, δεν ήταν η ενδεδειγμένη για την περίπτωση, δ) σε εσφαλμένη χορήγηση αναισθησίας, ε) σε λάθος διαδικασίες και στ) στη μη παρακολούθηση του ασθενούς κατά την διάρκεια της θεραπείας (ΠολΠρΚοζάνης 60/2018, ΑΠ 655/2019).

ΙΒ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 100/2015, 145/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Με την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 59 ΑΚ,  προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Α. Η προστασία που παρέχεται προϋποθέτει προσβολή από τρίτο, αφορά δε οποιοδήποτε από τα αγαθά, τα οποία συνθέτουν ή αποτελούν έκφανση της προσωπικότητας του ατόμου και συγκροτούν την σωματική, ψυχική, πνευματική και κοινωνική ατομικότητα του βλαπτομένου, και συνεπάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε ένα από αυτά.

Β. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι η ζωή, υγεία, ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα ακώλυτης αναπτύξεως κάθε ανθρώπινης ενέργειας, η οποία μπορεί να συνίσταται στην ελεύθερη τέλεση κάθε πράξης που ανάγεται στην επαγγελματική, οικονομική, επιστημονική και λοιπή κοινωνική δράση, η σωματική ακεραιότητα, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η εικόνα του προσώπου, ο συναισθηματικός του κόσμος, το άσυλο της κατοικίας του, όπως και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σε αυτόν από τους άλλους και μάλιστα εκείνη που σχετίζεται με την ιδιωτική ή την οικογενειακή ζωή του (με συκοφαντία ή δυσφήμηση ή εξύβριση), και σε περίπτωση προσβολής τους, με κάποια παράνομη ενέργεια, δικαιούται να απαιτήσει την άρση της και την παράλειψή της στο μέλλον (ΑΠ 846/2010, ΑΠ 660/2010, ΑΠ 333/2010, ΑΠ 1187/2009, ΑΠ 1339/2008, ΑΠ 518/2008, ΑΠ 273/2008, ΑΠ 261/2008, ΑΠ 543/2009, ΑΠ 195/2007, ΑΠ 1010/2002).

Γ. Για την άρση της προσβολής πρέπει η προσβολή να είναι ενεργός, δηλαδή να έχει προηγηθεί και να υπάρχει κίνδυνος επανάληψης, ή να επίκειται στο μέλλον. Για την αξίωση της παράλειψης της προσβολής στο μέλλον, πρέπει να υπάρχει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής και δεν αρκεί η επίκληση μιας υποθετικής απειλής, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που να καθιστούν σφοδρά πιθανό ότι ο εναγόμενος θα συμπεριφερθεί κατά ορισμένο τρόπο  (ΠολΠρΑθ 5162/2005).  

Δ. Στα προστατευόμενα αγαθά ανήκουν και η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος, ο οποίος προσβάλλεται τόσο δευτερογενώς συνεπεία άλλης παράνομης πράξης που στρέφεται πρώτα κατ΄ αυτού τούτου του προσβαλλόμενου και προκαλεί πόνο σωματικώς ή ψυχικώς, όσον και αυτοτελώς με παράνομη πράξη, όταν ο προσβάλλων περιάγει κάποιον σε τρόμο με απειλή χρήσης βίας.

Ε. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ είναι

α) προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας,

β) η προσβολή να είναι παράνομη, όπως είναι η προσβολή που γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με την άσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είτε είναι, από την άποψη της εννόμου τάξεως, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, ή το άρθρο 25 παρ 3 του Συντάγματος, οπότε ο προσβαλλόμενος δικαιούται να απαιτήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (ΑΠ 1339/2008, ΑΠ 273/2008, ΑΠ 261/2008).

ΣΤ. Σύμφωνα με το άρθρο 732 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δύναται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο, κάθε μέτρο, που κατά τις περιστάσεις, είναι, κατά την κρίση του, πρόσφορο για την εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος, ή την ρύθμιση κατάστασης. Κατά το άρθρο 692 παρ. 4 ΚΠολΔ, τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει, να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή διατήρηση (ΜονΠρΑθ 4629/2004 ΜονΠρΑθ 1377/2004).

Ζ. Κατ’ ακολουθία, σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας, δεν αποκλείεται με τα ασφαλιστικά μέτρα η καταδίκη του καθ ου προς προσωρινή άρση της προσβολής, αφού η προστασία της προσωπικότητας φέρει χαρακτήρα διαρκούς έννομης σχέσης, η οποία, όταν υπάρξει ανάγκη, μπορεί να τεθεί προσωρινά σε λειτουργία, χωρίς με αυτό να κινδυνεύει να ματαιωθεί ο σκοπός της κύριας δίκης, εφ όσον σε περίπτωση που τυχόν ο καθ’ ου δικαιωθεί στην κύρια δίκη, θα δικαιούται στο μέλλον να επαναλάβει τις πράξεις που κρίθηκαν σε προσωρινό στάδιο αθέμιτες (ΜονΠρΘεσ 3315/2016).

Η. Επομένως, εφ όσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, είναι δυνατή για την προστασία της προσωπικότητας η λήψη ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης και το δικαστήριο μπορεί να διατάξει οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις, με απειλή προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής, όπως (ενδεικτικά)

α) Απαγόρευση προσβολής της προσωπικότητας, με υβριστικές, και απειλητικές συμπεριφορές (ΜονΠρΠειρ 230/2016).

β) Απαγόρευση προσέγγισης της αιτούσας και των ανηλίκων τέκνα της και την κατοικία τους, σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων, ή των 100 μέτρων, και κάθε με αυτούς επικοινωνία του καθ ου (ΜονΠρΠατρων 486/2020, ΜονΠρΠειρ 657/2019, ΜονΠρΘεσ 1249/2016).

γ) Απαγόρευση απεύθυνσης, είτε δια ζώσης, είτε δια τηλεφώνου (σταθερού ή κινητού) ή τηλεφωνικού μηνύματος (SMS), τόσο στην οικία, όσο και στον τόπο εργασίας, κατά τρόπο προσβλητικό, συκοφαντικό, υβριστικό, ή απειλητικό, ή να ενεργεί οποιαδήποτε πράξη με σκοπό να βλάψει οποιαδήποτε έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητας (ΜονΠρΘεσ 9990/2016).

δ) Απαγόρευση στον καθ ου να επισκέπτεται την αιτούσα στην οικία της, και να προσβάλει την προσωπικότητά της, εκδηλώνοντας σε βάρος της εριστική και υβριστική συμπεριφορά (ΜονΠρΠειρ 32/2020).

ε) Απαγόρευση προσβολής  της τιμής και υπόληψη με ύβρεις με λόγια και έργα, απαγόρευση απειλής της ζωής και σωματικής ακεραιότητας με την δημιουργία φόβου και ανησυχίας. απαγόρευση προσέγγισης σε απόσταση μικρότερη των (15) μέτρων και εν γένει απαγόρευση ενόχλησης δια ζώσης ή με οποιονδήποτε τρόπο (τηλεφωνικά, να χτυπά το θυροτηλέφωνο, ή με κάθε άλλο μέσο επικοινωνίας) (ΜονΠρΠειρ 103/2019). 

Κατά την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Α. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία, είναι,

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη),

β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης, ή παράλειψης,

γ) υπαιτιότητα,

δ) ζημία και

ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και ζημίας.

Β. Ζημιογόνος συμπεριφορά, υφίσταται όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια της πράξης που παραλείφθηκε από τον νόμο, ή την δικαιοπραξία, ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία την προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Γ. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Δ. Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια  με τις διάφορες μορφές της.  Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ, δηλαδή μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ε. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη ζημία, που επήλθε, και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση

ΣΤ. Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλεια του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσά αυτά. Δεν υφίσταται αμέλεια του παθόντος, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια περισσοτέρων υποχρέων προς ενέργεια της πράξης που παραλήφθηκε, από την οποία μπορούσε να αποτραπεί το αποτέλεσμα αυτό.

Ζ. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 παρ.4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της αγωγής πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, όσα παρέλειψε, από τον νόμο, τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Περαιτέρω πρέπει να αναφέρονται τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 115/2012, ΑΠ 59/2019, ΜονΠρΠειρ 2961 /2019).

Η έννομη σχέση που συνδέει τον εγγυητή με τον πρωτοφειλέτη ονομάζεται εσωτερική σχέση και δεν επηρεάζει τις σχέσεις του εγγυητή με τον δανειστή. Αυτή η σχέση μπορεί να είναι εντολή, σύμβαση έργου, διοίκηση αλλοτρίων, δωρεά κλπ.

Στην περίπτωση που ο εγγυητής ικανοποιήσει το δανειστή έχοντας εξοφλήσει την οφειλή, έχει δικαίωμα αναγωγής, εκπορευόμενο από την μεταξύ τους έννομη σχέση και υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.

Ο εγγυητής δεν έχει πάντα το δικαίωμα αναγωγής,  αλλά μόνο εφ όσον αυτός συνδέεται με τον πρωτοφειλέτη με κάποια έννομη σχέση που το δικαιολογεί.

Η κήρυξη του πρωτοφειλέτη σε κατάσταση πτώχευσης δεν επάγεται μεταβολή στην ευθύνη του εγγυητή.

Μετά την ικανοποίηση του δανειστή γεννιέται το δικαίωμα υποκατάστασης στη θέση του εγγυητή,  ο οποίος μπορεί να αξιώσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση της ικανοποίησής του από τον πρωτοφειλέτη. Η ύπαρξη του δικαιώματος αναγωγής προτείνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και αποδεικνύεται από τον εγγυητή.  

Επί εγγύησης με ορισμένη διάρκεια,  η ικανοποίηση του δανειστή από τον εγγυητή ακόμα και μετά την παρέλευση μηνός από την λήξη του χρόνου ευθύνης του τελευταίου, του παρέχει το δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη, υπό την προϋπόθεση ότι η εγγύηση είχε δοθεί δυνάμει σύμβασης, που προέβλεπε την υποχρέωση του εγγυητή να πληρώσει  το ποσό της εγγύησης, καίτοι κατ άρθρο 866 ΑΚ θα είχε ελευθερωθεί από την εγγυητική του ευθύνη. 

Κατά το άρθρο 859 ΑΚ ο εγγυητής, που ικανοποιεί το δανειστή, στερείται του δικαιώματος αναγωγής, εάν έχει παραλείψει να αντιτάξει κατά του τελευταίου ενστάσεις του πρωτοφειλέτη τα στοιχεία των οποίων γνώριζε, ή έπρεπε να γνωρίζει.

Ο εγγυητής δεν στερείται του δικαιώματος της αναγωγής, αν έχει παραλείψει να προβάλει προσωπικές του ενστάσεις κατά του δανειστή. 

Ο εγγυητής κατά το άρθρο 861  ΑΚ έχει το δικαίωμα, να  απαιτήσει από τον πρωτοφειλέτη ασφάλεια και πριν καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή στην περίπτωση που χειροτερεύει η περιουσιακή κατάσταση του πρωτοφειλέτη, ή που η δίωξή του γίνεται δυσχερής λόγω αλλαγής της κατοικίας, ή της διαμονής του, ή επειδή έχει καταστεί υπερήμερος, ή έχει καταδικασθεί ο εγγυητής σε πληρωμή κλπ. Το εν λόγω δικαίωμα αποκτά ο εγγυητής αμέσως μόλις συντρέξει μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, που πηγάζουν, όμως, από κάποια έννομη σχέση, που τους συνδέει.

Η απαίτηση του εγγυητή για ασφάλεια προϋποθέτει ότι έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη,  με βάση την μεταξύ τους σχέση και δεν αποτελεί προϋπόθεση της απόσβεσης της εγγύησης, κατ’ άρθρο 862 ΑΚ.   

Η διάταξη του άρθρου 861  ΑΚ διαφέρει από αυτή της 858 ΑΚ κατά το ότι στην πρώτη περίπτωση υπάρχει εκ του νόμου η ευχέρεια λήψης ορισμένων εξασφαλιστικής μορφής μέτρων από μέρος του εγγυητή κατά του πρωτοφειλέτη πριν ακόμη καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή.

Η 861 ΑΚ μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα της τυχόν παραίτησης του εγγυητή από το δικαίωμα προβολής της ένστασης διζήσεως του άρθρου 855 ΑΚ.

Η διάταξη του άρθρου 861  ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου και, συνεπώς, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα να ζητήσει ασφάλεια, χωρίς να απαιτείται για αυτό τήρηση έγγραφου τύπου.

Η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι συντηρητική, γιατί με αυτή δεν εξασφαλίζεται η ικανοποίηση μέλλοντος δικαιώματος, αλλά η ικανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση των πραγμάτων του οφειλέτη προς το σκοπό αναγκαστικού πλειστηριασμού αυτών μετά την απόκτηση τίτλου αναγκαστικής εκτελέσεως για γεννημένη χρηματική απαίτηση.

Η ασφάλεια μπορεί να δοθεί από τρίτο πρόσωπο, ή να είναι προσωπική τρίτου προσώπου, ή εμπράγματη  (ενέχυρο,  υποθήκη και προσημείωση υποθήκης),

Η ασφάλεια μπορεί να διαταχθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μόνο εφ όσον συγχωρείται η λήψη ασφαλιστικού μέτρου.

Κατά το άρθρο 860  ΑΚ ο συνεγγυητής που ικανοποιεί το δανειστή έχει το δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών συνεγγυητών στην έκταση που, σύμφωνα με το άρθρο 847 ΑΚ,  ευθύνονται μεταξύ τους οι συνοφειλέτες σε ολόκληρο.

Αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη συγκεκριμένη σχέση οι συνεγγυητές ευθύνονται κατά ίσα μέρη, ενώ από το ποσό που θα καταβληθεί στον δανειστή θα αφαιρεθεί η μερίδα που βάρυνε τον καταβάλλοντα συνεγγυητή.

Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 11 του ν. 5422/1932, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα με τα άρθρα 3 του από 14.7.1932 ν.δ/τος το οποίο κυρώθηκε με το ν. 5665/1932, 2 του ν. 39/1936, 3 του ν. 300/1937, 4 του α.ν. 362/1945, ν. 994/1946 και ν. 2415/1953, απαγορεύεται η συνομολόγηση υποχρεώσεων σε ξένο νόμισμα.

Β. Η απαγόρευση δεν επεκτείνεται στις διεθνείς γενικά συναλλαγές και στις κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 740/1977, συμβάσεις που αναφέρονται οπωσδήποτε στην εκμετάλλευση πλοίων (Εφ Πειρ 546/2010).

Γ. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τα άρθρα 291, 292 ΑΚ, συνάγεται ότι όταν συνομολογήθηκε νόμιμα οφειλή σε ξένο νόμισμα, ο δανειστής ενασκώντας, με την αγωγή, την αξίωσή του, μπορεί να ζητήσει να του καταβληθεί το ισάξιο σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα, κατά την οποία πράγματι γίνεται η πληρωμή, όχι δε και κατά τον χρόνο της λήξεως ή κάποιον άλλον χρόνο (ΑΠ 678/2010, ΑΠ 698/2006, ΕφΑθ 182/2011, ΜονΠρΠειρ 1374/2019).

Κατ άρθρο 904 παρ.1 εδ. α ΑΚ «όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Κατ άρθρο 938 ΑΚ «όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ότι περιήλθε σ` αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί".

Α. Από τις διατάξεις συνάγεται ότι, αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία, ή με ζημία, του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ.

Β. Ειδικότερα, αν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφ όσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, γιατί  απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 2 ΑΚ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφελείας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, γιατί η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια (ΑΠ 744/1977, ΕφΑθ. 1147/1992, ΕφΘεσ 777/2003, ΑΠ 547/2008).

Γ. Για να τύχουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1142-1144 και 1167-1168 ΑΚ προκύπτει ότι η επικαρπία παύει να υπάρχει με τον θάνατο του επικαρπωτή και έκτοτε ο ψιλός κύριος αποκτά την πλήρη κυριότητα του πράγματος, εφ όσον στην ουσιαστική πράξη της δικαιοπραξίας δεν έχει οριστεί διαφορετικά (ΑΠ 57/2006).