ΧΡΗΣΙΜΑ

Διατροφή ανηλίκoυ, ένσταση συνεισφοράς.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμα και εάν τούτο έχει περιουσία, εφ όσον τα εισοδήματα, ή το προϊόν της εργασίας του, δεν αρκούν για τη διατροφή του.

Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για την εν γένει συντήρησή του έξοδα.

Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαιδεύσεως και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου (ανάλογη διατροφή) (ΑΠ 823/2000).

Η κατά τα ανωτέρω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου βαρύνει αυτούς ανάλογα με τις δυνάμεις τους (ΑΚ 1489 εδ. β).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1489 παρ 2 προκύπτει ότι ο γονέας, που ενάγεται ως υπόχρεος χρηματικής διατροφής τέκνου, έχει την δυνατότητα να προβάλει, αμυνόμενος, για μερική κατάλυση της αγωγής, ότι υπάρχει και άλλος γονέας, ο οποίος έχει οικονομικές δυνάμεις, κατά τις οποίες, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις του εναγομένου, αν η έγγαμη συμβίωση εξακολουθούσε, θα υπείχε και εκείνος υποχρέωση συνεισφοράς στην διατροφή του ανηλίκου τέκνου, με συνέπεια τον αντίστοιχο περιορισμό της υποχρέωσης του εναγομένου (ΑΠ 804/1994, ΑΠ 1268/84).

Εφ όσον με την αγωγή δεν ζητείται το σύνολο του ποσού, στο οποίο αποτιμώνται οι διατροφικές ανάγκες του δικαιούχου, αλλά μόνον το μέρος, κατά το οποίο,  κατά την άποψη του ενάγοντος, πρέπει να βαρύνει τον εναγόμενο γονέα, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις αυτού και του άλλου (μη εναγόμενου) γονέα, ο αμυντικός ισχυρισμός ότι η αναλογία αυτή είναι διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή λειτουργεί ως άρνηση.

Ο συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δυο γονέων μπορεί να γίνει από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα προς τα πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύονται εκατέρωθεν και ανεξάρτητα από την πληρότητα της σχετικής καταχώρισης του ισχυρισμού στα πρακτικά, ή στις προτάσεις του εναγομένου (ΕφΘεσ. 2944, ΕφΘεσ. 1101/2002,  ΕφΛαρ 6/2013).

Ερημοδικία εφεσίβλητου. Προσκόμιση αντιγράφου αγωγής, προτάσεων, και πρακτικών συζήτησης.

 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, ως ισχύει, σε περίπτωση ερημοδικίας ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ' αυτήν, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. 

 

Αν ο παριστάμενος εκκαλών - εναγόμενος προσκομίσει αντίγραφο του εισαγωγικού δικογράφου του μη παρισταμένου αντιδίκου του - ενάγοντος και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, παραλείποντας να προσκομίσει τις προτάσεις του, λαμβανομένου υπ όψιν του γεγονότος, ότι με τις προτάσεις του ο εφεσίβλητος - ενάγων δεν προβάλει νέους ισχυρισμούς, αφού οι ισχυρισμοί του προβλήθηκαν με την προσκομιζόμενη αγωγή, τυχόν δε συμπλήρωσή ή διευκρίνιση τους αποτυπώνεται στην προσκομιζόμενη πρωτόδικη απόφαση, κρίθηκε με την με αριθμό 6/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, ότι η διάταξη, στην περίπτωση ερημοδικίας του ενάγοντος, του οποίου προσκομίζεται μεν η αγωγή και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης όχι όμως και οι προτάσεις από τον παριστάμενο διάδικο, πρέπει να ερμηνευτεί συσταλτικά και να μην κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης. 

Η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ και οι αδικοπρακτικές διαφορές

 

 

Η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ όψιν και τα συναλλακτικά ήθη, δεν τυγχάνει εφαρμογής στις αδικοπρακτικές διαφορές, αλλά αφορά μόνο στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη, όσο και του δανειστή, που απορρέουν όμως από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις, που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη, ή τον δανειστή (ΑΠ 1271/2012). 

Ελεύθερη ένωση ενός άνδρα και μιας γυναίκας από την άποψη του Δικαίου.

 

Για πρώτη φορά, μετά την αναμόρφωση των διατάξεων του οικογενειακού δικαίου με το ν. 1329/1983, η ελεύθερη ένωση, δηλαδή η εξώγαμη συμβίωση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, αναφέρεται ως όρος στο άρθρο 1444 παρ. 2 εδ. α ΑΚ και μάλιστα σαν λόγος παύσης του δικαιώματος διατροφής του διαζευγμένου συζύγου, δηλαδή σαν ένα είδος οιονεί ποινής κατά δικαιούχου διατροφής διαζευγμένου συζύγου, ο οποίος συζεί με κάποιον άλλον σε ελεύθερη ένωση.

Παρά ταύτα στη συνέχεια ο Αστικός Κώδικας δεν ρυθμίζει ευθέως τα αποτελέσματά της. Ετσι, η ελεύθερη ένωση εντάσσεται στις de facto οικογενειακές σχέσεις, δηλαδή στις παράτυπες, ή αντικανονικές από νομική άποψη, καταστάσεις, που βρίσκονται στο περιθώριο της νομικής ζωής.

Όπως συνάγεται και από το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 1444 εδ. β, 1456, 1457, 1471, 1479, 1350 επ. και 1386 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, πρόκειται για συνειδητή επιλογή του νομοθέτη, ο οποίος, αν και γνώριζε τον όρο ελεύθερη ένωση πριν από το 1983, δεν θέλησε να ρυθμίσει τα θέματα και νομικά ζητήματα που απορρέουν από αυτή την ίδια την ελεύθερη ένωση.

Ο Έλληνας νομοθέτης ενσυνείδητα απέφυγε μέχρι σήμερα να ρυθμίσει τα θέματα αυτά, εισάγοντας και στην Ελλάδα το θεσμό των ληξιαρχικώς καταχωρισμένων σχέσεων που ισχύει σε ορισμένα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά περιορίστηκε απλά σε ρύθμιση θεμάτων που συνδέονται έμμεσα με αυτή, εν όψει της ρύθμισης της τεχνικής γονιμοποίησης και των συνεπειών της στο χώρο της συγγένειας, με βασικό γνώμονα την προστασία του παιδιού, που γεννιέται σε μία τέτοια ελεύθερη ένωση.

Ο θεσμός του γάμου ρυθμίζεται και προστατεύεται από τις πιο πάνω διατάξεις και γενικά την Ελληνική έννομη τάξη και δεν γνωρίζεται αντίστοιχη και μάλιστα ανάλογη προστασία της εξώγαμης συμβίωσης.

Η τελευταία, έστω και αν ήταν η ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί με το θεσμό του γάμου. Οι δύο θεσμοί, δηλαδή αυτός της ληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσης συμβίωσης μεταξύ ετεροφυλοφίλων και ομοφυλοφίλων και εκείνος του γάμου, διαφέρουν όχι μόνο κατ' όνομα αλλά και στην ουσία τους, καθώς δημιουργήθηκαν για να καλύψουν διαφορετικής φύσεως κοινωνικές ανάγκες.

 

Η ελεύθερη συμβίωση χωρίς τέκνα δεν αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, αφού αυτό δεν αναγνωρίζει έννομα αποτελέσματα στη συγκεκριμένη μορφή εμφάνισής της, έτσι δεν μπορεί κατά συνέπεια να υπαχθεί στην έννοια της οικογένειας, ούτε προστατεύεται, γιατί στην πραγματικότητα όσοι την επιλέγουν δεν επιθυμούν την υπαγωγή τους σε νομικές ρυθμίσεις και άρα δεσμεύσεις, επομένως θα ήταν αντιφατικό να τύχουν μόνο προστασίας (βλ. ΜονΠρΑθ 2628/2013). 

Ποίοι περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου από αυτοκινητικό ατύχημα.


Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου οικογένεια του θύματος, προφανώς, γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από την φύση του υφίσταται κατ' ανάγκη τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την έννοια όμως της διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη, αδιαφόρως αν συζούσαν μεταξύ τους, ή διέμεναν χωριστά.

Με την έννοια αυτή οι μεν αγχιστείς πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμπρός, νύφη), περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος, ενώ οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού, όπως είναι ο από αδελφή γαμπρός και ανηψιός του, δεν περιλαμβάνονται.

Το πόρισμα αυτό ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. 2 και 59 ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικά τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας προσώπου που πέθανε και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Είναι δε τα πρόσωπα αυτά ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη.

Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα αυτά πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων, είτε κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (ΜονΠρΑθ 2628/2013).

Μεταγενέστερη ηθική βλάβη από αυτοκινητικό ατύχημα μετά από τελεσίδικη απόφαση.

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 ΚΠολΔ και 914, 929 ΑΚ συνάγεται, ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε σε αγωγή για αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης του σώματο, ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και την ζημία του ενάγοντος, που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.

Δεν αποτελεί, όμως, δεδικασμένο η απόφαση αυτή,  για ζημίες που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει, να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβλεφθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.

Έτσι, η επιδίκαση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του τραυματισθέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα, δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίωξη περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Προϋπόθεση για αυτό είναι ότι οι συνέπειες της αδικοπραξίας εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να παραβλεφθούν από το δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε στον παθόντα την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση.

Μόνο μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας, που δεν ήταν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπ όψιν σε προηγούμενη δικαστική τελεσίδικη απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, έστω και αν στην προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον.

 

Αν, η μη πλήρης αποκατάσταση της υγείας του ενάγοντος δεν προκύπτει, ότι συνιστά δυσμενή εξέλιξη της υγείας του, που εκδηλώθηκε μεταγενέστερα και δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί σε προηγούμενη δίκη, το Δικαστήριο δεν δύναται να επιδικάσει την πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω του δεδικασμένου, που απορρέει από την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ 1075/2008, ΜονΠρΠειρ 295/2011). 

Πληρότητα αγωγής για επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους.

 

Με τα άρθρα 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται αντίστοιχα, «ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία, που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους πρέπει τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, και οι ειδικές περιστάσεις, αλλά και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, να εκτίθενται στην αγωγή.

Στο νομοθετικό αυτό ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους, διαφυγόντα κέρδη θεωρούνται και τα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ή κατά τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις μετά πιθανότητας προσδοκόμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος- ζημιωθείς, αν δεν μεσολαβούσε το αδικοπρακτικό γεγονός, θα προσπορίζετο.

 

Δεν αρκεί, δηλαδή, η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη (ΑΠ 706/2009,  ΑΠ 600/2009, ΜονΠρΠειρ 295/2011).

Αποζημίωση δαπάνης για χρήση υπηρεσιών νοσοκόμας σε μονάδα εντατικής θεραπείας νοσηλευτικού ιδρύματος από συγγενικά πρόσωπα παθόντος σε αυτοκινητικό ατύχημα.

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 και 929 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τρίτου, όπως από αυτοκινητικό ατύχημα, ο παθών δικαιούται αποζημίωσης, εκτός άλλων και για την δαπάνη, που κατέβαλε για πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμας κατά την νοσηλεία του σε νοσηλευτικό ίδρυμα, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.

Από την διάταξη του άρθρου 930 παρ.3 ΑΚ, που ορίζει ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει, ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται εκ του νόμου, ή εξ άλλου λόγου, να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίες αυξημένες περιποιήσεις των συγγενών του για την αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο ως αποζημίωση, το ποσόν που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτον, που για το σκοπό αυτό θα προσλάμβανε, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ουδέν ποσό κατέβαλε στους άνω οικείους του.

Όταν, όμως, ο παθών νοσηλεύτηκε σε μονάδα εντατικής θεραπείας νοσηλευτικού ιδρύματος, όπου δεν επιτρέπεται η παραμονή οποιουδήποτε προσώπου, εκτός από εξειδικευμένο νοσηλευτικό και επιστημονικό προσωπικό, λόγω της ιδιαιτερότητας της θεραπείας, το αίτημα της αγωγής για αποζημίωση, επειδή χρησιμοποίησε ως αποκλειστικές νοσοκόμους συγγενικά πρόσωπα είναι αβάσιμο και απορριπτέο (ΑΠ 522/2009 ΕφΠειρ 172/2010). 

Προτεραιότητα οχημάτων σε διασταύρωση οδών (ισόπεδο κόμβο) χωρίς σήμανση.

 

Αίτημα αγωγής για αποζημίωση περιουσιακής ζημίας και αποκατάσταση ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.4 και 5 ΚΟΚ προκύπτει ότι, ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει στον κόμβο κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία τούτου, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα. Στους χωρίς σήμανση κόμβους η προτεραιότητα ανήκει στον από δεξιά ερχόμενο.

Με το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα δίνεται η έννοια των όρων που χρησιμοποιούνται στον κώδικα αυτόν. Έτσι, ισόπεδος οδικός κόμβος είναι και η διασταύρωση οδών. Παραχώρηση προτεραιότητας είναι η υποχρέωση εκείνου, που οδηγεί όχημα, να μη συνεχίσει ή επαναλάβει την κίνηση, εάν με αυτόν τον τρόπο θα υποχρέωνε τους οδηγούς άλλων οχημάτων να μεταβάλουν απότομα την ταχύτητα των οχημάτων τους.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει με σαφήνεια ότι σε χωρίς σήμανση ισόπεδο κόμβο (διασταύρωση οδών) η προτεραιότητα ανήκει στον από δεξιά ερχόμενο, ο δε από αριστερά ερχόμενος οφείλει να διακόψει την ταχύτητα του οχήματος του για να διέλθει ο άλλος, ο οποίος, όταν έχει κανονική ταχύτητα, δεν πρέπει να υποχρεωθεί να την μεταβάλει απότομα με πέδηση. Αν και οι δύο οδηγοί τηρήσουν αυτές τις υποχρεώσεις, δεν θα προκληθεί λογικά κίνδυνος στον οδικό κόμβο.

Δεν ορίζεται, ούτε από τις παραπάνω διατάξεις του ΚΟΚ, ούτε από άλλη διάταξη, ότι η προτεραιότητα σε ισόπεδο οδικό κόμβο ανήκει σε εκείνον που εισέρχεται πρώτος σε αυτόν, που θα ισοδυναμούσε με «αγώνα δρόμου», αφού εκείνος που θα είχε μεγαλύτερη ταχύτητα, θα εισερχόταν κατά κανόνα πρώτος στη διασταύρωση.

Τούτο θα σήμαινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 26 ΚΟΚ θα ήταν σχεδόν περιττές και η προτεραιότητα θα είχε άλλη έννοια από εκείνη που σαφώς δίνει ο κώδικας αυτός, για αυτό και η άποψη ότι η προτεραιότητα σε διασταύρωση ανήκει σε εκείνον που εισέρχεται πρώτος σε αυτήν δεν είναι σύμφωνη με τον ΚΟΚ.

 

Αν ο από δεξιά ερχόμενος έχει υπερβολική ταχύτητα (άρθρο 19, 20 ΚΟΚ), τότε υπάρχει ενδεχομένως υπαιτιότητα και αυτού, το ποσοστό της οποίας θα κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και μπορεί να φθάσει μέχρι την μη επιδίκαση αποζημίωσης (ΕφΘεσ. 2337/199, ΕφΠειρ 172/2010). 

Αποζημίωση για δαπάνη μίσθωσης ταξί τρίτων.

 

 

Δεν είναι νόμιμη η αγωγή με αίτημα αποζημίωσης δαπάνης μίσθωσης ταξί για πρόσωπα του οικογενειακού περιβάλλοντος του παθόντος σε αυτοκινητικό ατύχημα, όπως είναι οι δαπάνες μετακίνησης των γονέων και αδελφών, ακόμα και για μετάβαση στο νοσοκομείο νοσηλείας του παθόντος, καθ όσον οι δαπάνες αυτές δεν αποκαθίστανται, γιατί αποτελούν έμμεση ζημία (ΑΠ 648/2002, ΜονΠρΑθ 376/2014).

Αποζημίωση για παροχή φιλοδωρήματος σε νοσηλευτικό προσωπικό νοσοκομείων.

 

Δεν είναι νόμιμη η αγωγή με αίτημα αποζημίωσης για παροχή φιλοδωρήματος προς το νοσηλευτικό προσωπικό νοσηλευτικών ιδρυμάτων κατά την διάρκεια της νοσηλείας, γιατί σε περίπτωση ιατρών και νοσηλευτών που υπηρετούν στο ΕΣΥ δεν καταβάλλεται στους τελευταίους αμοιβή από τους ασθενείς για τις παρεχόμενες ιατρικές και νοσηλευτικές υπηρεσίες, που προσφέρουν στο πλαίσιο σχέσεως, που διέπει το εν λόγω προσωπικό με τα νοσοκομεία στα οποία υπηρετούν.

 

Συνεπώς, εάν μια τέτοια πρόσθετη «αμοιβή» καταβληθεί από τον ασθενή στερείται νομίμου βάσεως και στηρίζεται μόνο στην προσωπική του επιθυμία, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η αναζήτηση αυτής ως αποζημιώσεως από τον υπόχρεο, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα ελάμβανε χώρα έμμεση ικανοποίηση μιας παράνομης αξιόποινης τακτικής (ΕφΑθ 1642/2000, (ΜονΠρΑθ 376/2014).

Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στον επιζώντα από τον θάνατο του συντρόφου του.

 

Δυνατότητα χορήγησης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που προκλήθηκε στον επιζώντα από το θάνατο του συντρόφου του δεν προβλέπεται από τον νόμο. Στην περίπτωση αυτή δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 εδ. 3 ΑΚ. Αντίθετη άποψη θα ήταν contra legem, αλλά και ανατρεπτική του και συνταγματικά κατοχυρωμένου θεσμού του γάμου. Επί πλέον γιατί δεν υπάρχει κάποιο κενό δικαίου σε σχέση με την ρύθμιση της παράστασης αυτής και προσώπων που τελούν σε ελεύθερη ένωση.

Για πρώτη φορά, μετά την αναμόρφωση των διατάξεων του οικογενειακού δικαίου με τον ν. 1329/1983, η ελεύθερη ένωση, δηλαδή η εξώγαμη συμβίωση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, αναφέρεται ως όρος στο άρθρο 1444 παρ. 2 εδ. α ΑΚ και μάλιστα σαν λόγος παύσης του δικαιώματος διατροφής του διαζευγμένου συζύγου, δηλαδή σαν ένα είδος οιονεί ποινής κατά δικαιούχου διατροφής διαζευγμένου συζύγου, ο οποίος συζεί με κάποιον άλλον σε ελεύθερη ένωση. Παρά ταύτα στην συνέχεια ο Αστικός Κώδικας δεν ρυθμίζει ευθέως τα αποτελέσματά της. Ετσι, η ελεύθερη ένωση εντάσσεται στις de facto οικογενειακές σχέσεις, δηλαδή στις παράτυπες, ή αντικανονικές από νομική άποψη, καταστάσεις που βρίσκονται στο περιθώριο της νομικής ζωής.

Περαιτέρω, όπως συνάγεται και από το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 1444 εδ. β, 1456, 1457, 1471, 1479, 1350 επ. και 1386 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, πρόκειται για συνειδητή επιλογή του νομοθέτη, ο οποίος, αν και γνώριζε τον όρο ελεύθερη ένωση πριν από το 1983, δεν θέλησε να ρυθμίσει τα θέματα και νομικά ζητήματα που απορρέουν από αυτή την ίδια την ελεύθερη ένωση.

Ο Έλληνας νομοθέτης ενσυνείδητα απέφυγε μέχρι σήμερα να ρυθμίσει τα θέματα αυτά, εισάγοντας και στην Ελλάδα το θεσμό των ληξιαρχικώς καταχωρισμένων σχέσεων που ισχύει σε ορισμένα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περιορίστηκε απλά σε ρύθμιση θεμάτων, που συνδέονται έμμεσα με αυτή, εν όψει της ρύθμισης της τεχνικής γονιμοποίησης και των συνεπειών της στο χώρο της συγγένειας, με βασικό γνώμονα την προστασία του παιδιού που γεννιέται σε μία τέτοια ελεύθερη ένωση.

Ο θεσμός του γάμου ρυθμίζεται και προστατεύεται από τις πιο πάνω διατάξεις και γενικά την Ελληνική έννομη τάξη και δεν γνωρίζεται αντίστοιχη και μάλιστα ανάλογη προστασία της εξώγαμης συμβίωσης.

Η τελευταία, έστω και αν ήταν η ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί με το θεσμό του γάμου. Οι δύο θεσμοί, δηλαδή αυτός της ληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσης συμβίωσης μεταξύ ετεροφυλοφίλων και ομοφυλοφίλων και εκείνος του γάμου, διαφέρουν όχι μόνο κατ' όνομα, αλλά και στην ουσία τους, καθώς δημιουργήθηκαν για να καλύψουν διαφορετικής φύσεως κοινωνικές ανάγκες.

 

Η ελεύθερη συμβίωση χωρίς τέκνα δεν αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, αφού αυτό δεν αναγνωρίζει έννομα αποτελέσματα στη συγκεκριμένη μορφή εμφάνισής της, έτσι δεν μπορεί κατά συνέπεια να υπαχθεί στην έννοια της οικογένειας, ούτε προστατεύεται, γιατί στην πραγματικότητα όσοι την επιλέγουν δεν επιθυμούν την υπαγωγή τους σε νομικές ρυθμίσεις και άρα δεσμεύσεις, επομένως θα ήταν αντιφατικό να τύχουν μόνο προστασίας (ΜονΠρΑθ 2628/2013).  

Αγωγή αποζημιώσεως του δικαιούχου διατροφής από την θανάτωση του υπόχρεου από υπαίτια πράξη του εναγομένου.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 928 εδ. β, 1389 και 1390 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση θανατώσεως συζύγου και πατρός, στην αγωγή αποζημιώσεως του άλλου συζύγου και του τέκνου για την αποκατάσταση της ζημίας τους από την στέρηση του δικαιώματός τους διατροφής, πρέπει να μνημονεύονται α) η ύπαρξη γάμου μεταξύ δικαιούχου και υποχρέου, όπως και η γονική σχέση, β) η θανάτωση του υπόχρεου από παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγομένου, γ) ο πιθανός χρόνος ζωής του υπόχρεου οε διατροφή συζύγου και πατρός και δ) το ποσό της καταβλητέας από αυτόν διατροφής ανάλογα με τι συνθήκες της οικογενειακής ζωής.

Δεν απαιτείται για να είναι ορισμένη η αγωγή αποζημιώσεως, να γίνεται αποτίμηση της συνεισφοράς, που θα παρείχε καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, ούτε η αριθμητική ανάλυση των επιμέρους δαπανών του ενάγοντος.

 

Επειδή, η από την διάταξη του άρθρου 928 εδ. β ΑΚ παροχή αξίωσης αποζημίωσης σε αυτόν, που, εξ αιτίας της θανάτωσης προσώπου, στερήθηκε δικαίωμα προς διατροφή πηγάζει από το νόμο, η σχετική αξίωση αποτελεί αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης του δικαιούχου διατροφής και όχι  διατροφή, έστω και αν καταβάλλεται συνήθως με την μορφή μηνιαίας χρηματικής προσόδου, δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 1498, ούτε και η ΑΚ 1487 ένσταση διακινδύνευσης διατροφής (ΜονΠρΠειρ 6474/2013).

Κήρυξη αναγνωριστικής απόφασης προσωρινά εκτελεστής.

 

Το αίτημα περί κηρύξεως της απόφασης, που θα δοθεί προσωρινά εκτελεστής, μετά την μετατροπή του από καταψηφιστικό σε εξ ολοκλήρου αναγνωριστικό, είναι μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο, γιατί με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται μόνο οι καταψηφιστικές αποφάσεις, που αποτελούν τίτλο εκτελεστό και όχι οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές (ΜονΠρΠειρ 295/2011). 

Χρηματική παροχή συνεπεία αναπηρίας, ή παραμόρφωσης σώματος, παθόντος από αυτοκινητικό ατύχημα.

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ η αναπηρία, ή παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπ όψιν κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του.

Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής, ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.

Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητος στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν, να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους.

Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφ όσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.

Η συνεπεία της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, ανικανότητα προς εργασία, εφ όσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως η αναπηρία, ή παραμόρφωση, ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία.

Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία, ή παραμόρφωση, θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία, ή παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος.

Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, ως βλάβης του σώματος, ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων, ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία,  προβλέπεται από την διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία, ή παραμόρφωση, ενός ευλόγου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, αφ ενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου.

Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική, α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που κατ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 634/2007, ΑΠ 1874/2006, ΑΠ 1645/2006, ΕφΠειρ 172/2010)..

Κατά την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ η αναπηρία, ή παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπ όψιν κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του.

Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής, ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.

Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητος στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν, να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους.

Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφ όσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.

Η συνεπεία της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, ανικανότητα προς εργασία, εφ όσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως η αναπηρία, ή παραμόρφωση, ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία.

Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία, ή παραμόρφωση, θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία, ή παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος.

Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, ως βλάβης του σώματος, ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων, ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία,  προβλέπεται από την διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία, ή παραμόρφωση, ενός ευλόγου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας, ή παραμορφώσεως, αφ ενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου.

Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική, α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που κατ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

 

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 634/2007, ΑΠ 1874/2006, ΑΠ 1645/2006, ΕφΠειρ 172/2010). 

Αποζημίωση δαπάνης για χρήση υπηρεσιών οικιακής βοηθού από συγγενείς παθόντος σε αυτοκινητικό ατύχημα.

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 και 929 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τρίτου, όπως είναι από αυτοκινητικό ατύχημα, ο παθών δικαιούται αποζημίωσης, εκτός άλλων, και για την δαπάνη που κατέβαλε για πρόσληψη οικιακού βοηθού κατά την κατ οίκον αποθεραπεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.

Επειδή από την διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει, ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται εκ του νόμου, ή εξ άλλου λόγου, να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίες αυξημένες περιποιήσεις του συζύγου του, των γονέων του, ή άλλου στενού συγγενούς του για την αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται, να απαιτήσει από τον υπόχρεο ως αποζημίωση το ποσόν, που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτον, που για το σκοπό αυτό θα προσλάμβανε, έστω και αν στην συγκεκριμένη περίπτωση ουδέν ποσό κατέβαλε στους άνω οικείους του

Και ναι μεν οι γονείς, ή άλλος στενός συγγενής, στα πλαίσια των σχέσεων μεταξύ των εξ αίματος και εξ αγχιστείας συγγενών, αλλά και των συζύγων, βαρύνονται με την νομική και ηθική υποχρέωση, να συμπαραστέκονται στο τέκνο, γαμπρό και σύζυγο και να παρέχουν προς αυτόν βοήθεια, όμως οι προαναφερόμενες υπηρεσίες οικιακού βοηθού, που αναγκάστηκαν να παράσχουν τα ως άνω πρόσωπα, δεν εντάσσονται στις πιο πάνω υποχρεώσεις των.

Αν πράγματι συνέβαινε αυτό, τότε ο παθών θα ήταν υποχρεωμένος να καταφύγει στις υπηρεσίες των προαναφερομένων προσώπων και δεν θα δικαιούτο, έστω και αν είχε την οικονομική δυνατότητα, να προσλάβει τρίτο πρόσωπο.

Εξ άλλου, το γεγονός ότι τις πιο πάνω υπηρεσίες προσέφεραν άνευ ανταλλάγματος τα  παραπάνω πρόσωπα, δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος των υπόχρεων σε αποζημίωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 930 παρ.3 ΑΚ και σε αποφυγή καταβολής από αυτούς της σχετικής αποζημίωσης του παθόντος - ενάγοντος, ο οποίος, επειδή στερείτο ρευστού χρήματος για να καλύψει τις δαπάνες του αυτές, με προκαταβολή των δαπανών που απαιτούνται πριν από την άσκηση της αγωγής, χρησιμοποίησε τα ως άνω πρόσωπα, ως οικιακούς βοηθούς.

 

Σύμφωνα με αυτά, επομένως, ο παθών - ενάγων και αν ακόμα δεν κατέβαλε στα πρόσωπα αυτά αμοιβή για τις υπηρεσίες τους, του οφείλεται αποζημίωση, η οποία αποτιμάται με βάση την αμοιβή, που θα καταβαλλόταν για τις αντίστοιχες υπηρεσίες από προσληφθέν οικιακό προσωπικό (ΑΠ 522/2009, ΕφΠειρ 172/2010). 

Αντέφεση με τις προτάσεις στην διαδικασία των αυτοκινήτων.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 523 παρ.1 ΚΠολΔ η αντέφεση, που ασκείται από τον εφεσίβλητο, πρέπει να αναφέρεται στα με την έφεση εκκληθέντα και με αυτά συνεχόμενα αναγκαία κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 532 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και επ' αυτής, εκτός αν η αντέφεση ασκήθηκε εντός της δια τον εκκαλούντα προθεσμίας της εφέσεως και δύναται ως εκ τούτου να ισχύσει, κατ' άρθρο 523 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως αυτοτελής έφεση.

Στην ειδική διαδικασία όμως των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 68ΙΑ ΚΠολΔ, και για την εκδίκαση διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο και την σύμβαση ασφάλισης αυτού, εάν η αντέφεση ασκήθηκε με τις προτάσεις, κατά την από το άρθρο 674 παρ.1 παρεχόμενη δυνατότητα, τότε δεν μπορεί να ισχύσει ως αυτοτελής έφεση, γιατί, κατ' άρθρο 523 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και επί της παραπάνω ειδικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ, ως εκ της μη υπάρξεως διάφορης ρυθμίσεως άσκησής της ισχύει μόνο ως παρεπόμενη αντέφεση με όλες τις συνέπειες που επιβάλλει το άρθρο 523 παρ 1 ΚΠολΔ.

 

Επομένως μόνο η αντέφεση καθ ο μέρος στρέφεται σε εκκληθέντα κεφάλαια καθώς και αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, είναι παραδεκτή, καθ ο, όμως,  μέρος προσβάλλει την απόφαση ως προς μη εκκληθέν κεφάλαιο είναι απαράδεκτη (ΑΠ 604/2006, ΕφΠειρ 172/2010). 

Αποζημίωση για δαπάνη διατροφής τρίτων σε αυτοκινητικό ατύχημα.

 

 

Δεν είναι νόμιμη η αγωγή με αίτημα αποζημίωσης δαπανών διατροφής τρίτων, όπως είναι οι δαπάνες διατροφής των οικείων προσώπων του παθόντος, καθ όσον οι δαπάνες αυτές δεν αποκαθίστανται, γιατί αποτελούν έμμεση ζημία (ΑΠ 648/2002, ΑΠ 1582/2001, ΜονΠρΑθ 376/2014). 

Αποζημίωση για δαπάνη βελτιωμένης διατροφής σε αυτοκινητικό ατύχημα.

 

 

Είναι αόριστο και συνεπώς ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης το αίτημα για αποζημίωση αγοράς βελτιωμένης διατροφής, εφ όσον δεν ορίζεται στην αγωγή, ποια ήταν η τροφή που λάμβανε ο ενάγων προ του ατυχήματος, ώστε να κριθεί η ανάγκη του για βελτιωμένη μετά το ατύχημα, ή/και δεν καθορίζεται σε τι συνίσταται η βελτιωμένη τροφή, πόσο στοιχίζει ανά μονάδα βάρους και πόσες μονάδες βάρους τέτοιας τροφής λάμβανε ημερησίως αυτή, ή/και  ποια ήταν η θερμιδική αξία της βελτιωμένης τροφής (ΜονΠρΑθ 376/2014). 

Αντισυνταγματική η διάταξη περιορισμού ευθύνης Επικουρικού Κεφαλαίου για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης, σε ποσοστό του επιδικαζομένου.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 352/2014

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008). Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει και κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ..." ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων. Στην, κατά τα ανωτέρω, προεκτεινόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά" (Ολ.Α.Π. 31/2007, Ολ.Α.Π. 40/1998). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο…... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 2462/1997. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (ΟλΑΠ 4/2012). Τέλος, το άρθρο 2 ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ' αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 78 παρ.2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων που ορίζουν οι συνταγματικές διατάξεις, συνάγεται, ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παρ.1 του Συντάγματος)  διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

 

Επομένως, προταθείσα ένσταση του Επικουρικού Κεφαλαίου περί περιορισμού της ευθύνης του σε ποσοστό του επιδικαζομένου,  για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 πδ. 237/86, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4092/2012, επειδή η προαναφερομένη διάταξη, το μεν πρώτο θίγει ενοχικές αξιώσεις του ενάγοντος-περιουσία του, προσβάλλοντας συνταγματικά προστατευόμενα δικαιώματα του άρθρου 4 και 17 Συντάγματος, το δε δεύτερο αναγνωρίζει υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση, ως προς το θέμα της καταβολής αποζημίωσης, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτό σε θέση πλεονεκτικότερη από τους λοιπούς διαδίκους - ασφαλιστικές εταιρίες - φυσικά πρόσωπα, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού αυτού προσώπου και δη ιδιωτικού δικαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των πιστωτών στην περιουσία τους και την επιδίκαση για τις αξιώσεις τους ποσού μικρότερου εκείνου που καταβάλλουν οι ιδιώτες, επειδή δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος, το γεγονός ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο εποπτεύεται από το Κράτος-Υπουργείο Εμπορίου, επειδή η ανωτέρω διάταξη έρχεται σε αντίθεση α) με τα άρθρα 4 παρ. 1, και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού με αυτή αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση, ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτής ο άλλος διάδικος, β) με το άρθρο  6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δεν προκύπτει ότι υφίσταται λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, γ) με την διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εν όψει του ότι γίνεται προσβολή της περιουσίας του ζημιωθέντα -διαδίκου χωρίς να γίνεται επίκληση σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος και δ) με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας, επειδή η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση,  και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του Επικουρικού Κεφαλαίου, το ποσό της αποζημίωσης μειωμένο κατά τα οριζόμενα στην παρ 2 του άρθρου 19 πδ. 237/1986 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό, λαμβανομένου δε υπ όψιν ότι το αυτό κρίθηκε και περί του επιτοκίου 6% υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου (ΕφΠειρ 65/2011, ΕφΘεσ 829.2010), είναι νόμω αβάσιμη, γιατί η ανωτέρω διάταξη είναι αντισυνταγματική, τα δε δικαστήρια, όπως και όλοι οι πολίτες έχουν συνταγματική υποχρέωση και καθήκον να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, να σέβονται αυτά και να πράττουν με σκοπό την μη κατάλυσή του.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών