ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Υποχρέωση εργοδότη γνωστοποίησης στον εργαζόμενο των ουσιωδών όρων της σύμβασης εργασίας.

 

Κατά το άρθρο 2 παρ.1-2 του Π.Δ. 156/1994, που εκδόθηκε προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας με την οδηγία 91/553/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14-10-1991, ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στον εργαζόμενο τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας.

Η πληροφόρηση περιλαμβάνει τουλάχιστον α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχειρήσεως ή τη διεύθυνση της κατοικίας του εργοδότη, γ) τη θέση, ή την ειδικότητα του εργαζομένου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχολήσεώς του, καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του, δ) την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο, ε) τη διάρκεια της άδειας με αποδοχές, που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορηγήσεώς της, στ) το ύψος της αποζημίωσης, που οφείλεται και τις προθεσμίες, που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα με τη ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας, ή της σχέσης εργασίας με καταγγελία, ζ) τις πάσης φύσης αποδοχές, που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα της καταβολής τους, η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζομένου, θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης, που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας του εργαζομένου.

Η υποχρέωση πληροφόρησης του εργοδότη αφορά την υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία.

Χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή σε κανονιστικούς όρους συγκεκριμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του μισθωτού για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η συγκεκριμένη ΣΣΕ, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της εν λόγω ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας του μισθωτού.

Όμως δεν αποκλείεται με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις να συνάγεται βούληση των μερών για ενσωμάτωση των όρων της συγκεκριμένης ΣΣΕ στην ατομική σύμβαση του εργαζομένου. 

 

Τηλεργασία με τον νόμο 3846/2010.

 

Η τηλεργασία, που ρυθμίστηκε νομοθετικά με το άρθρο 5 του νόμου 3846/2010 για την εργασιακή ασφάλεια, είναι η σύμβαση ή σχέση εργασίας με την οποία ο εργαζόμενος παρέχει τις υπηρεσίες του από απόσταση, μακριά από τις εγκαταστάσεις του εργοδότη, μέσω της χρήσης υπολογιστών και τηλεπικοινωνιών.

Η τηλεργασία έχει λάβει μεγάλη διάδοση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και με το άρθρο 5 του νόμου 3846/2010 θεσπίζονται τα εξής.

1) Αρθρο 5, παρ. 1.

Ο εργοδότης όταν καταρτίζει σύμβαση εργασίας για τηλεργασία, υποχρεούται να παραδίδει γραπτώς στον εργαζόμενο, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες, το σύνολο των πληροφοριών που αναφέρονται στην εκτέλεση της εργασίας και ειδικότερα ως προς την ιεραρχική σύνδεση με τους προϊσταμένους του στην επιχείρηση, τα λεπτομερή καθήκοντά του, τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, τον τρόπο μέτρησης του χρόνου εργασίας, την αποκατάσταση του κόστους που προκαλείται από την παροχή της (τηλεπικοινωνίες, εξοπλισμός, βλάβες συσκευών κ.λπ.).

Αν στη σύμβαση περιέχεται συμφωνία για τηλεετοιμότητα ορίζονται τα χρονικά της όρια και οι προθεσμίες ανταπόκρισης του μισθωτού.

2) Αρθρο 5, παρ. 2.

Αν κανονική εργασία μετατρέπεται σε τηλεργασία, καθορίζεται στη συμφωνία αυτή μια περίοδος προσαρμογής τριών (3) μηνών, κατά την οποία οποιοδήποτε από τα μέρη, μετά από τήρηση προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, μπορεί να θέσει τέλος στην τηλεργασία και ο μισθωτός να επιστρέψει στην εργασία του σε αντίστοιχη θέση με αυτήν που κατείχε.

3) Αρθρο 5, παρ. 3.

Ο εργοδότης αναλαμβάνει σε κάθε περίπτωση το κόστος που προκαλείται στον μισθωτό από τη μορφή αυτή εργασίας και ειδικότερα των τηλεπικοινωνιών.

Παρέχει στον μισθωτό τεχνική υποστήριξη για την παροχή της εργασίας του και αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις δαπάνες επισκευής των συσκευών που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεσή της ή να τις αντικαταστήσει σε περίπτωση βλάβης. Η υποχρέωση αυτή αφορά και στις συσκευές που ανήκουν στον μισθωτό, εκτός εάν στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται διαφορετικά.

Στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται ο τρόπος χρηματικής αποκατάστασης εκ μέρους του εργοδότη της χρησιμοποίησης του οικιακού χώρου εργασίας του μισθωτού. Με συλλογικές συμβάσεις προσδιορίζονται επίσης ειδικότερα πλαίσια για τη ρύθμιση του ίδιου ζητήματος.

4) Αρθρο 5, παρ. 4.

Ο εργοδότης, το αργότερο μέσα σε δύο (2) μήνες από την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, πληροφορεί γραπτώς τον τηλεργαζόμενο για το πρόσωπο και για τα στοιχεία επικοινωνίας των εκπροσώπων του προσωπικού στην επιχείρηση.

5) Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ιδίου νόμου σχέση τηλεργασίας, που παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά, ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα συνεχείς μήνες τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

 

Ευθύνη για σωματική βλάβη, ή ανθρωποκτονία, από αμέλεια στις οικοδομικές εργασίες. Εγκυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος.

 

Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδάφ. α του ΠΚ «όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών».

Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ «όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών».

Κατά το άρθρο 28 του ΠΚ «από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν».

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί.

α. ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και

β. ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφ όσον το είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη.

Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης, ή ανθρωποκτονίας, από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ.

Κατά το άρθρο αυτό «όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος».

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, όχι γενικής, υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή.

Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου, ή από σύμβαση, ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της σωματικής βλάβης, ή ανθρωποκτονίας, από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, στις οικοδομικές εργασίες, εκτός των άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει και σε περίπτωση, που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός.

Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης, ή ανθρωποκτονίας, από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρα.

Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και  αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφ όσον η σχετική ένστασή του απορριφθεί, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη.

Αν το κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο είναι άκυρο και κηρυχθεί τέτοιο, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής.

Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη (ΑΠ 84/2008).

Η σχετική καταδικαστική απόφαση πρέπει να έχει κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ.

Έχει την απαιτούμενη όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα στην περίπτωση συνδρομής των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, πρέπει να αιτιολογείται η νομική υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια, με την οποία θα αποτρεπόταν το αξιόποινο αποτέλεσμα και να αναφέρεται από πού απορρέει η υποχρέωση αυτή και αν απορρέει από τον νόμο, πρέπει να παρατίθεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει.

Υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν δεν αναφέρεται στην απόφαση από που απορρέει η νομική υποχρέωση του υπαιτίου, να λάβει μέτρα ασφαλείας και αν είναι ο νόμος, όταν δεν παρατίθεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση αυτή (ΑΠ  986/2010, ΑΠ 794/2009, ΑΠ  1037/2009).

 

Έννοια της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας.

 

Σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του με μισθό και υποβάλλεται στη νομική εξάρτηση του εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος, δίδοντας οδηγίες ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο της παρεχόμενης υπηρεσίας, άσχετα με το αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό, ή αφήνει περιθώρια πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφ όσον η ευχέρεια αυτή δεν φθάνει να καταλύσει την υποχρέωση υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος ελεύθερης υπηρεσιακής δράσης από τον εργαζόμενο.

Η παροχή όμως υπηρεσιών σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς από κοινού συμφωνούμενους όρους, δεν αποτελούν χωρίς άλλο κριτήρια παροχής εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες της παροχής της. 

 

Έννοια της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

 

Σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού την εργασία του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη, ο οποίος (μισθός) μπορεί να συνίσταται, είτε σε πάγιο κατά μήνα ποσό, είτε σε ορισμένο ποσοστό, είτε σε συνδυασμό και των δύο αυτών τρόπων αμοιβής.

 

Έννοια της σύμβασης έργου.

 

Στην σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή.

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύμβασης έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ' αυτή καθαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της σύμβασης.

Αντικείμενο της σύμβασης έργου μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια.

Σε κάθε περίπτωση την μίσθωση έργου την χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του.

 

 

Προσωρινή απασχόληση εργαζομένου σε εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης του νόμου 3846/2010.

 

1. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου 3846/2010 για την εργασιακή ασφάλεια, ως προσωρινή απασχόληση νοείται η εργασία, η οποία παρέχεται σε άλλον εργοδότη (έμμεσος εργοδότης) για περιορισμένο χρονικό διάστημα από μισθωτό, ο οποίος συνδέεται με τον εργοδότη του (άμεσος εργοδότης) με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου.

Η παραχώρηση μισθωτού σε έμμεσο εργοδότη επιτρέπεται μόνο για συγκεκριμένους λόγους, που δικαιολογούνται από έκτακτες, πρόσκαιρες ή εποχιακές ανάγκες.

Για την παροχή εργασίας με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης απαιτείται προηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου, ή αορίστου χρόνου.

2. Η σύμβαση καταρτίζεται μεταξύ Εταιρείας Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ) (άμεσος εργοδότης) και του μισθωτού. Σε αυτήν πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται οι όροι εργασίας και η διάρκειά της, οι όροι παροχής της εργασίας στον ή στους έμμεσους εργοδότες, οι όροι αμοιβής και ασφάλισης του μισθωτού, οι λόγοι της παραχώρησης του εργαζομένου, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο, κατά την καλή πίστη και τις περιστάσεις, πρέπει να γνωρίζει ο μισθωτός αναφορικά με την παροχή της εργασίας του.

3. Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ) είναι οι εταιρείες, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή εργασίας από μισθωτούς τους σε άλλον εργοδότη (έμμεσο εργοδότη) με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης. Οι ΕΠΑ έχουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του εργοδότη  και δεν επιτρέπεται να ασκούν άλλη δραστηριότητα εκτός από, α) μεσολάβηση για εξεύρεση θέσεως εργασίας, για την οποία απαιτείται ειδική άδεια, που χορηγείται κατά τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις του π.δ. 160/1999 και β) αξιολόγηση ανθρώπινου δυναμικού, εφόσον πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις.

4. Οι αποδοχές του μισθωτού δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις προβλεπόμενες στην εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

5. Εάν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης αυτής δεν είναι δυνατή η μνεία του συγκεκριμένου έμμεσου εργοδότη, ή ο προσδιορισμός του χρόνου, που θα προσφέρει σε αυτόν την εργασία του ο μισθωτός, θα πρέπει να αναφέρεται στη σύμβαση το πλαίσιο των όρων και συνθηκών για την παροχή εργασίας σε έμμεσο εργοδότη. Για την απασχόληση του μισθωτού σε έμμεσο εργοδότη απαγορεύεται οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση του μισθωτού.

Οι όροι εργασίας των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας προσωρινής απασχόλησης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αποδοχές, κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής τους στον έμμεσο εργοδότη είναι τουλάχιστον αυτοί που θα εφαρμόζονταν αν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον εν λόγω εργοδότη για να καταλάβουν την ίδια θέση.

6. Οι προσωρινά απασχολούμενοι ενημερώνονται για τις κενές θέσεις εργασίας στον έμμεσο εργοδότη προκειμένου να έχουν τις ίδιες δυνατότητες με τους άλλους εργαζόμενους της επιχείρησης για να προσληφθούν σε μόνιμες θέσεις εργασίας. Η ενημέρωση αυτή μπορεί να πραγματοποιείται με γενική ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης στην οποία παρέχουν τις υπηρεσίες τους (έμμεσο εργοδότη).

Ο έμμεσος εργοδότης υποχρεούται κατά την ενημέρωση των εκπροσώπων των εργαζομένων του, να παρέχει πληροφορίες για τον αριθμό των προσωρινά απασχολούμενων, το σχέδιο χρήσης προσωρινά απασχολούμενων, καθώς και για τις προοπτικές πρόσληψής τους απευθείας από αυτόν.

7. Η διάρκεια της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενδεχόμενες ανανεώσεις που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από δώδεκα μήνες.

Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η υπέρβαση της διάρκειας αυτής με μέγιστο όριο τους δεκαοκτώ (18) μήνες, αν ο προσωρινά απασχολούμενος αναπληρώνει μισθωτό του οποίου η σύμβαση για οποιονδήποτε λόγο είναι σε αναστολή. Σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων που τίθενται από την παρούσα παράγραφο, επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη.

Αν συνεχίζεται η απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της αρχικής παραχώρησης και των τυχόν νόμιμων ανανεώσεών της ακόμη και με νέα παραχώρηση, χωρίς να μεσολαβεί χρονικό διάστημα 45 ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη.

Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή εργαζόμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις, όταν απασχολούνται σε ολιγοήμερες κοινωνικές εκδηλώσεις.

8. Άκυρη θεωρείται οποιαδήποτε ρήτρα όταν με αυτήν άμεσα ή έμμεσα, α) απαγορεύεται ή παρεμποδίζεται η μόνιμη απασχόληση του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού και β) παρεμποδίζονται τα συνδικαλιστικά δικαιώματα του μισθωτού ή παραβλάπτονται τα ασφαλιστικά του δικαιώματα.

9. Η ΕΠΑ και ο έμμεσος εργοδότης είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος υπεύθυνοι έναντι του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού με σύμβαση ή σχέση εργασίας για την ικανοποίηση των μισθολογικών δικαιωμάτων του και για την καταβολή των ασφαλιστικών του εισφορών.

Η ευθύνη αυτή του έμμεσου εργοδότη αναστέλλεται, εφόσον με τη σύμβαση προβλέπεται ότι υπόχρεος για την καταβολή των αποδοχών και των ασφαλιστικών εισφορών είναι ο άμεσος εργοδότης και τα μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού μπορούν να ικανοποιηθούν από την κατάπτωση των κατά το άρθρο 23 εγγυητικών επιστολών (επικουρική ευθύνη έμμεσου εργοδότη).

10. Οι μισθωτοί με σύμβαση ή σχέση προσωρινής απασχόλησης απολαμβάνουν όσον αφορά την ασφάλεια και την υγεία κατά την εργασία το ίδιο επίπεδο προστασίας με αυτό που παρέχεται στους άλλους εργαζόμενους του έμμεσου εργοδότη. Ο έμμεσος εργοδότης, με την επιφύλαξη συμβατικής πρόβλεψης για συνευθύνη σωρευτικά και της ΕΠΑ, είναι υπεύθυνος για τις συνθήκες υπό τις οποίες εκτελείται η εργασία του μισθωτού και για το εργατικό ατύχημα.

11. Οι προσωρινά απασχολούμενοι μισθωτοί, για όσο χρόνο παραμένουν στη διάθεση της εταιρείας προσωρινής απασχόλησης, καθώς και κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους σε έμμεσο εργοδότη υπάγονται στον κλάδο παροχών ασθενείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στον επικουρικό φορέα ΕΤΕΑΜ, με εξαίρεση τα πρόσωπα που λόγω της ιδιότητάς τους ασφαλίζονται σε κλάδους άλλου κύριου ή επικουρικού φορέα.

12. Η απασχόληση μισθωτού σε έμμεσο εργοδότη με σύμβαση προσωρινής απασχόλησης δεν επιτρέπεται,

α) όταν με αυτήν αντικαθίστανται εργαζόμενοι που ασκούν το δικαίωμα της απεργίας,

β) όταν ο έμμεσος εργοδότης το προηγούμενο εξάμηνο είχε πραγματοποιήσει απολύσεις εργαζομένων της ίδιας ειδικότητας για οικονομοτεχνικούς λόγους ή το προηγούμενο δωδεκάμηνο ομαδικές απολύσεις,

γ) όταν ο έμμεσος εργοδότης υπάγεται στις διατάξεις του ν. 2190/1994, ή στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997.

δ) όταν η εργασία, λόγω της φύσης της, εγκυμονεί ιδιαίτερους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων. Οι εργασίες αυτές καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου Υγιεινής και ασφάλειας της Εργασίας (ΣΥΑΕ) που ορίζεται στο άρθρο 15 του ν. 1568/1985.

ε) όταν ο απασχολούμενος υπάγεται στις ειδικές διατάξεις περί ασφαλίσεων εργατοτεχνιτών οικοδόμων.

 

Προθεσμία, Παραγραφή, αξίωσης για άκυρη απόλυση, καταβολή αποζημίωσης.  

 

Αξιώσεις από άκυρη απόλυση

Η αξίωση του μισθωτού που προέρχεται από ακυρότητα της απόλυσής του, πρέπει να κοινοποιηθεί με αγωγή μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την επομένη της καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Η 3μηνη προθεσμία δεν εφαρμόζεται όταν πρόκειται για απλή υπερημερία του εργοδότη, πού προέρχεται από άρνησή του να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, χωρίς να μεσολαβήσει άκυρη απόλυσή του.  

Αξιώσεις για συμπλήρωση, καταβολή αποζημίωσης

Κάθε αξίωση του μισθωτού για καταβολή, ή συμπλήρωση της οφειλόμενης αποζημίωσης από απόλυσή του, είναι απαράδεκτη εάν η σχετική αγωγή δεν  κοινοποιηθεί στον εργοδότη μέσα σε προθεσμία 6 μηνών, από τότε που η αξίωση κατέστη απαιτητή. 

 

Παροχή εργασίας εννέα συνεχείς μήνες στον ίδιο εργοδότη με τον νόμο 3846/2010.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου 3846/2010 για την εργασιακή ασφάλεια, η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά, ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα συνεχείς μήνες.

 

Παρεμπίπτουσες αγωγές.

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 31 του ΚΠολΔ, δίκες που έχουν μεταξύ τους σχέση κύριου και παρεπόμενου, ιδίως οι παρεμπίπτουσες αγωγές, οι αγωγές για εγγύηση, οι παρεμβάσεις και άλλες όμοιες υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου της κύριας δίκης. 

 

Παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά ασφαλιστικής εταιρίας σε εργατικό ατύχημα.

 

Όταν η σωρευομένη αγωγή αποζημίωσης δεν αφορά διαφορά που υπάγεται στο άρθρο 663 ΚΠολΔ, δεν αποτελεί δηλαδή εργατική διαφορά, όπως είναι η  παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά ασφαλιστικής εταιρίας από την σύμβαση ασφάλισης, με την οποία η ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την αστική ευθύνη έναντι τρίτων για κάθε ζημία, που θα προκληθεί εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, γίνεται δεκτό ότι

είτε διατάσσεται ο χωρισμός της σωρευομένης αγωγής αποζημίωσης και η παραπομπή της στο αρμόδιο δικαστήριο, όταν το δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο (ΕφΘεσ 347/90).

είτε προχωρεί η εκδίκαση της κατά την τακτική διαδικασία, όταν η σύγχρονη εφαρμογή των δύο διαδικασιών δεν επιφέρει σύγχυση, ούτε επηρεάζει δυσμενώς τα διαδικαστικά δικαιώματα των διαδίκων (ΜονΠρΘεσ 14927/2010) 

 

Παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 εδ. δ και 2 του άρθρου 218 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις που δεν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, διατάσσεται (και αυτεπαγγέλτως)  ο χωρισμός τους.

Στην περίπτωση καθ ύλην αναρμοδιότητας τους εφαρμόζεται το άρθρο 46 ΚΠολΔ, κατά το οποίο παραπέμπεται η υπόθεση στο αρμόδιο καθ ύλην δικαστήριο. 

 

Οικιακοί μισθωτοί.

 

Οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι, που με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη  υπηρεσίες, που αφορούν κατά κύριο λόγο τις οικιακές του ανάγκες  και την προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί λόγω ηλικίας, ή ασθενείας, να επιμεληθεί του εαυτού του.

Όταν οι οικιακοί μισθωτοί διαμένουν και διατρέφονται στην κατοικία του εργοδότη χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί.

Αν δεν υπάρχει συμφωνία για το ύψος του μισθού, ή δεν προβλέπεται νόμιμος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τον ειθισμένο μισθό, δηλ. εκείνο που καταβάλλουν άλλοι εργοδότες υπηρεσιών για όμοιες εργασίες σε άλλους μισθωτούς της ίδιας ηλικίας, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες του ίδιου είδους, στον ίδιο τόπο και χρόνο και υπό τις ίδιες συνθήκες.

Η ασφάλιση στο ΙΚΑ είναι υποχρεωτική.

 

Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας εργαζομένου.

 

Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού υπάρχει όταν ο εργοδότης τροποποιεί τους όρους εργασίας κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής, ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.

Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας αποβλέπει στην πραγματοποίηση ιδιοτελών σκοπών του εργοδότη τότε υπάρχει κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτού.

Ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες.

Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη,

Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και ν' απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920.

Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας,

Εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία, να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. 

 

Μισθωτοί σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος.

 

Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 της Α1β/8577 /8-9-83 απόφασης του Υπουργού Υγείας και πρόνοιας, που έχει εκδοθεί με νομοθετική εξουσιοδότηση του α.ν. 2520/40, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, όσοι, πέραν των άλλων, ασκούν ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα (φυματίωση, τραχώματα, έκδηλες δερματοπάθειες, σύσφιξη κλπ.) και δεν είναι φορέας εντερικών παθολογικών μικροβίων, ιών και παρασίτων, επιβαλλόμενης υποχρέωσης ιατρικής επανεξέτασης και θεώρησης του βιβλιαρίου υγείας τους μία φορά το έτος.

Επομένως όσοι απασχολούνται με σύμβαση εργασίας για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε μία από τις παραπάνω επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένοι να εφοδιασθούν με βιβλιάριο υγείας, που πρέπει να το θεωρούν κάθε χρόνο.

Στην περίπτωση μη εφοδιασμού με βιβλιάριο υγείας, ή της μη θεώρησής του, η εργασιακή σύμβαση είναι άκυρη, ως αντίθετη σε απαγορευτική διάταξη νόμου, πράγμα που επισύρει αστικές και ποινικές ευθύνες στον εργοδότη.

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, μέσα στα πλαίσια του νόμου, μπορεί να απολύσει τον μισθωτό, καταγγέλοντας την σύμβαση εργασίας.

Αν συνεχίσει να τον απασχολεί ο μισθωτός, παρ ότι συνεχίζει να εργάζεται σε άκυρη σύμβαση εργασίας, δικαιούται  αμοιβής για την παροχή της εργασίας, η οποία είναι ίση με αυτή, που λαμβάνει μισθωτός για την ίδια εργασία με έγκυρη σύμβαση εργασίας.

 

Ευθύνη εμπλεκομένων σε εργατικό ατύχημα σε οικοδομικές εργασίες.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 681, 688 έως 691 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος που συνδέεται με τον εργοδότη με ενοχική σύμβαση δεν θεωρείται κατ' αρχήν ως προστηθείς από τον εργοδότη, αφού δεν θεωρείται κατά κανόνα ότι βρίσκεται σε σχέση υπηρεσιακής εξαρτήσεως και επομένως ο εργοδότης δεν ευθύνεται για στην ζημία που έγινε σε τρίτους από τον εργολάβο, ή από τα πρόσωπα που ο ίδιος χρησιμοποιεί.

Αν όμως ο εργοδότης, με την εργολαβική σύμβαση, διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και oδηγιών, τότε ο εργολάβος θεωρείται προστηθείς από τον εργοδότη ( ΑΠ 684/1999 Ελλ. Δνη 41.345, 1592/1998 Ελλ. Δνη 40.147).

Από τις διατάξεις του ν. 551/1915 προκύπτει ότι αυτός που κατέστη ανίκανος προς εργασία λόγω εργατικού ατυχήματος έχει το δικαίωμα να ασκήσει, είτε την παρεχόμενη από τον προαναφερθέντα νόμο αγωγή αποζημιώσεως, είτε την παρεχόμενη από τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου ( άρθρα 297, 298, 914 επ. ΑΚ). Στην τελευταία όμως περίπτωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του, ή όταν έλαβε χώρα σε εργασία ή επιχείρηση στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων σ' αυτές, τελεί δε σε αιτιώδη συνάφεια με την μη τήρηση των διατάξεων αυτών. Τέτοιες διατάξεις είναι όσες καθορίζουν και προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή αναφέρουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέσα, μέτρα και τρόπους για να επιτευχθεί η κατά τρόπο ασφαλή παροχή των υπηρεσιών από τους απασχολούμενους στην επιχείρηση ή εργασία, μη αρκούντος του γεγονότος ότι το ατύχημα προήλθε από τη μη τήρηση όρων που επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να πρoβλέπoνται από ειδική διάταξη ( Ολ. ΑΠ 26/1995 Ελλ. Δνη 37.38) ή από κανόνες που θεσπίζουν ένα γενικό πλαίσιο, ή περίγραμμα υποχρεώσεων καθηκόντων, χωρίς όμως να εξειδικεύονται και συγκεκριμενοποιούνται  μέσα και τρόποι παροχής της εργασίας κατά τρόπο ασφαλή και ακίνδυνο.

Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση  λόγω ηθικής βλάβης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 AΚ, δηλαδή αρκεί δηλαδή να συνυτρέχει οποιαδήποτε αμέλεια και όχι μόνο ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915.

Εξάλλου σύμφωνα με  τον νόμο 1396/1983 για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού α) τεχνικό έργο θεωρείται κάθε οικοδομή ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή χρονικής διάρκειας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επις καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση; β) μέτρα ασφαλείας όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια εργασίας γ) κύριος του έργου, ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο. δ)  εργολάβος το πρόσωπο συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού  έργου ή τμήματος τoυ, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό, ε) υπεργολάβος, το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου  τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. Υπεργολάβος θεωρείται επίσης και το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση τεχνικού έργου ή τμήματός του, στ) επιβλέπων, το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης. και της τέχνης.

Ο εργολάβος και ο υπεργολάβος ολόκληρου του  έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, να εφαρμόζουν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που συντάσσει ο μελετητής.

Ο επιβλέπων έχει και τις ακόλουθες υποχρεώσεις, να δίνει οδηγίες  κατασκευής σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης στην εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, να επιβλέπει την τήρηση των πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της  ΔΕ Η και να επιβλέπει την τήρησή τους,  να εφαρμόζει τη μελέτη μέτρων ασφαλείας και να δίνει σχετικές οδηγίες επί σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών που προβλέπονται, να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

Ειδικότερα με το άρθρο 3 του ΠΔ 780/1980 πρέπει  «κατά την εκτέλεσιν των  εις το άρθρον Ι του παρόντος αναφερομένων εργασιών δέον όπως χρησιμοποιούνται ικριώματα ή φορηταί κλίμακες υπό τoυ κάτωθι όρους και περιορισμούς, αναλόγως του ύψους αυτών από τη στάθμης του εδάφους ή του κατά περίπτωσιν δαπέδου ορόφου της οικοδομής. Α) Εις εξωτερικάς εργασίας ύψους άνω των τεσσάρων (4,00) μέτρων από του εδάφους χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα. Εις τας εν λόγω εργασίας είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και κινητά μεταλλικά ικριώματα εν είδει πύργων, εφ' όσον όμως το ύψος του δαπέδου εργασίας των δεν υπερβαίνει τα πέντε (5,00) μέτρα. Β) Εις εξωτερικάς (αποκλειομένων των εξωστών) και εσωτερικάς εργασίας ύψους κάτω των τριών μέτρων και πεντήκοντα εκατοστών (3,50) του μέτρου δύναται να χρησιμοποιώνται κινητά ικριώματα (καβαλέτα). Γ) Εις τας εσωτερικάς εργασίας άνω των τριών μέτρων και πενήκοντα εκατοστών (3,50) του μέτρου, χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα. Εις τας ως άνω εργασίας δύναται να χρησιμοποιώνται και κινητά μεταλλικά ικριώματα εν είδει πύργων, εφ' όσον το ύψος αυτών δεν υπερβαίνει τα δώδεκα (12,00) μέτρα. Τα μεταλλικά αυτά ικριώματα, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ιδίου ΠΔ πρέπει να χρησιμοποιώνται επί σταθερών, ανθεκτικών, επιπέδων και ομαλών δαπέδων, όταν μετατοπίζονται πρέπει να ωθώνται ή σύρωνται από την βάσιν των, οι τροχοί των πρέπει να συγκρατώνται ασφαλώς εις τους ορθοστάτας, και πρέπει να ασφαλίζωνται έναντι ανατροπής ή τυχαίας μετατοπίσεώς των».

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 του ΠΔ 78011980, «φωταγωγοί, φρέατα ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, δέον όπως προστατεύωνται είτε περιμετρικώς δι' ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός (1.00) μέτρου και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου, είτε διά της πλήρους καλύψεώς των δι' αμετακινήτου στερεού σανιδώματος πάχους δύο και ημίσεος εκατοστών, 0,025 του μέτρου, ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξυλίνων τακίων, είτε διά της τοποθετήσεως σιδηρού πλέγματος οπλισμού στερεουμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευήν της».

Εξάλλου κατά το ΠΔ 1073/1981 «επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων» αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται από τους κατά νόμο υπευθύνους, πέραν των διατάξεων του ΠΔ της 14-3-1934 «περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και υπαλλήλων των πάσης φύσεως βιομηχανικών και βιοτεχνικών εργοστασίων κλπ» και του ΠΔ « περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών», και οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 15 «αι παρειαί των φρεάτων πρέπει να επιθεωρούνται εις την αρχήν εκάστης φυλακής (βάρδιας) και να λαμβάνονται όλα τα μέτρα δια την πρόληψιν καταπτώσεων, ουδεμία εργασία επιτρέπεται να γίνη εις φρέαρ πριν ή βεβαιωθούν οι εργαζόμενοι ότι ουδείς ευρίσκεται εντός αυτού. Αι παρειαί των φρεάτων καλύπτονται ανεξαρτήτως της φύσεως του εδάφους, δι' ενός καταλλήλου προκατασκευασμένου κλωβού αντιστηρίξεως»  Κατά το άρθρο 40 «Καταπακταί δαπέδων, ανοίγματα κλιμάκων, υαλωταί  στέγαι, αγωγοί, εκσκαφαί, τάφροι, φρεάτια, αύλακες και άλλα επικίνδυνα χάσματα καθώς και δεξαμεναί ή τάφροι περιέχουσαι θερμάς καυστικάς ή δηλητηριώδεις ουσίας ως και τάφροι φυλάξεως ασβέστου πρέπει να εξασφαλίζωνται κατά πτώσεων περιμετρικώς δια στηθαίου μετά χειρολισθήρoς ελαχίστου ύψους ενός (1,00) μέτρου από του δαπέδου, μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί), ή δι' επικαλύψεως ικανής αντοχής. Όμοια στηθαία απαιτούνται και εις τας περιπτώσεις καταπακτών, ανοιγμάτων κλιμάκων κλπ, κλειστών δια κινητών καλυμμάτων ή θυρίδων. Εάν οι τοπικαί συνθήκαι δεν επιτρέπουν τούτο τα καλύμματα ή θυρίδες πρέπει να είναι ούτω διατεταγμέναι, ώστε όταν είναι  ανοικταί να παρέχουν και πάλιν ασφάλειαν. Εις καταπακτάς ελευθέρας επιφανείας μέχρι δέκα πέντε εκατοστά ( 0,15) του τετραγωνικού μέτρου αντί στηθαίου δύναται να τοποθετηθή ανθεκτικο δικτυωτόν κάλυμμα. Τα καλύμματα των καταπακτών και αι θυρίδες, πρέπει να είναι επίπεδα και εφ' όσον δεν απομακρύνωνται, να στηρίζωνται με σιδηράς ράβδους προσηρμοσμένας καταλλήλως, ώστε να εξασφαλίζωνται έναντι ακουσίου κλεισίματος».

Σχετικά με τα ατομικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων, κατά το άρθρο 102 «εις περιπτώσεις κατά τας οποίας η προστασία των εργαζομένων δεν δύνατα  να εξασφαλισθεί απόλυτα, είτε διά της εξαλείψεως του κινδύνου, είτε με τα ομαδικά μέτρα προστασίας διατίθενται από τον εκτελούντα το έργο στους εργαζομένους ατομικά μέσα προστασίας. Τα ανωτέρω μέσα προστασίας πρέπει να προστατεύουν αποτελεσματικά από τον συγκεκριμένο κίνδυνο, να βρίσκονται σε  αρίστη κατάσταση, να συντηρούνται περιοδικώς, να καθαρίζονται και να αποθηκεύονται με επιμέλεια. Οι  συσκευές και λοιπός εξοπλισμός πρέπει να είναι προσωπικός για κάθε εργαζόμενο, να ελέγχεται και καθαρίζεται με επιμέλεια πριν διατεθεί σε άλλο εργαζόμενο. Όλος ο αναγκαίος εξοπλισμός ατομικής προστασίας να τίθεται στην διάθεση όλων των εργαζομένων στο εργοτάξιο και να είναι σε κατάσταση άμεσης χρησιμοποίησης. Οι εκτελούντες το έργον πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωσιν ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται από τους εργαζομένους. Οι εργαζόμενοι οφείλουν να χρησιμοποιούν τα ατομικά μέσα προστασίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται τέτοια χρήση. Τα ατομικά μέσα προστασία πρέπει να προσαρμόζονται στα ανθρωπομετρικά στοιχεία και ανατομικές αναλογίες κάθε εργαζομένου.

Τέλος κατά το άρθρο 103 οι εργαζόμενοι στα εργοτάξια, ασχέτως απασχόλησης, πρέπει να φέρουν κράνη προστασίας της κεφαλής, χορηγούμενα από τον  εκτελούντα το έργο, ενώ κατά το άρθρο 107 ο εκτελών το έργο πρέπει να εξασφαλίζει την δυνατότητα χρήσης ζωνών ασφαλείας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χρήση είναι αναγκαία. Οι ζώνες ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπουν την ελεύθερη πτώση πλέον του ενός (1) μέτρου. Απαγορεύεται να εργάζονται μεμονωμένα οι εργαζόμενοι, που χρησιμοποιούν για την προστασία των ζώνες ασφαλείας. 

 

Μερική Απασχόληση, Εκ Περιτροπής Απασχόληση μισθωτών με τον νόμο 3846/2010.

 

1. Σύμφωνα με τον νόμο 3846/2010 για την εργασιακή ασφάλεια, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν,

α) ημερήσια, ή εβδομαδιαία, ή δεκαπενθήμερη, ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική, θεσπίζεται δηλαδή ο θεσμός του εργαζόμενου μερικής απασχόλησης.

β) απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα, ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα, ή κατά λιγότερους μήνες το έτος, ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας, θεσπίζεται δηλαδή ο θεσμός της  εκ περιτροπής απασχόλησης.

2. Εργαζόμενος μερικής απασχόλησης θεωρείται κάθε εργαζόμενος με σύμβαση, ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση.

Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση θεωρείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση, ή σχέση εξαρτημένης εργασίας και εκτελεί ίδια, ή παρόμοια καθήκοντα, με τις  αυτές συνθήκες.

Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση.

3. Σε εποχικές ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις οι ατομικές συμβάσεις μερικής απασχόλησης γίνονται για ημερήσια, ή εβδομαδιαία περίοδο εργασίας.

4. Αν η μερική απασχόληση έχει καθοριστεί με ημερήσιο ωράριο μικρότερης διάρκειας από το κανονικό, η παροχή της συμφωνημένης εργασίας των μερικώς απασχολούμενων πρέπει να είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μία φορά την ημέρα.

Αυτό δεν εφαρμόζεται στους οδηγούς αυτοκινήτων μεταφοράς μαθητών, νηπίων και βρεφών και στους συνοδούς αυτών που εργάζονται στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία, καθώς και στους καθηγητές που εργάζονται στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και μέσης εκπαίδευσης.

5. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του εργοδότη,  ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους 6 μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 240/2006  και του ν. 1767/1988.

Οι συμφωνίες, ή οι αποφάσεις, γνωστοποιούνται μέσα σε 8 ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας.

 Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων ορίζονται κατά σειρά προτεραιότητας, α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητά τους, β) οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) το συμβούλιο εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων.

Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης.

6. Η συμφωνία μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής απασχόλησης πρέπει μέσα σε 8 ημέρες από την κατάρτισή της να γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας. Διαφορετικά τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.

7. Οι ατομικές συμβάσεις πρέπει να περιλαμβάνουν, α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης.

8. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης, ή εκ περιτροπής απασχόλησης, δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας.

9. Σε κάθε περίπτωση εργαζομένου με εργασία μερικής απασχόλησης, ή εκ περιτροπής απασχόλησης, η απασχόληση κατά την Κυριακή, ή άλλη ημέρα αργίας, ως και η νυκτερινή εργασία, συνεπάγεται την καταβολή της νόμιμης προσαύξησης.

10. Οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης.

Εφόσον το ωράριο απασχόλησής τους είναι μικρότερο των τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως, οι αποδοχές των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών προσαυξάνονται κατά επτάμισι τοις εκατό (7,5%).

11. Οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του α.ν.539/1945, όπως ισχύει.

12. Καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη.

13. Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέρα από τη συμφωνηθείσα ο μερικώς απασχολούμενος έχει υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του θα ήταν αντίθετη με την καλή πίστη. Αν παρασχεθεί εργασία πέραν της συμφωνημένης, ο μερικώς απασχολούμενος δικαιούται αντίστοιχης αμοιβής με προσαύξηση 10%.

14. Ο μερικώς απασχολούμενος μπορεί να αρνηθεί την παροχή εργασίας πέραν της συμφωνημένης, όταν αυτή η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο.

15. Ο μερικώς απασχολούμενος, επί προσφοράς εργασίας με ίσους όρους από μισθωτούς της ίδιας κατηγορίας, έχει δικαίωμα προτεραιότητας για πρόσληψη σε θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης στην ίδια επιχείρηση. Ο χρόνος της μερικής απασχόλησης λαμβάνεται υπόψη ως χρόνος προϋπηρεσίας όπως και για τον συγκρίσιμο εργαζόμενο. Για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας αυτής, μερική απασχόληση που αντιστοιχεί στον κανονικό (νόμιμο ή συμβατικό) ημερήσιο χρόνο του συγκρίσιμου εργαζόμενου αντιστοιχεί σε μία ημέρα προϋπηρεσίας.

16. Ο πλήρως απασχολούμενος σε επιχειρήσεις πλέον των είκοσι (20) ατόμων, έχει δικαίωμα μετά τη συμπλήρωση ενός ημερολογιακού έτους εργασίας να ζητήσει τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του από πλήρη σε μερική απασχόληση, με δικαίωμα επανόδου σε πλήρη απασχόληση, εκτός αν η άρνηση του εργοδότη δικαιολογείται από τις επιχειρησιακές ανάγκες. Ο εργαζόμενος στην αίτησή του πρέπει να προσδιορίζει τη διάρκεια της μερικής απασχόλησης και το είδος της. Αν ο εργοδότης δεν απαντήσει εγγράφως μέσα σε ένα μήνα θεωρείται ότι το αίτημα του εργαζόμενου έχει γίνει δεκτό.

17. Στους εργαζόμενους που καλύπτονται από σύμβαση ή σχέση εργασίας με μερική απασχόληση παρέχονται

α) δυνατότητες συμμετοχής στις δραστηριότητες της επαγγελματικής κατάρτισης που εφαρμόζει η επιχείρηση υπό συνθήκες ανάλογες με εκείνες που αφορούν τους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης και αορίστου χρόνου,

β) οι ίδιες κοινωνικές υπηρεσίες που υπάρχουν στη διάθεση των άλλων εργαζόμενων στην επιχείρηση.

18. Ο εργοδότης ενημερώνει τους εκπροσώπους των εργαζόμενων για τον αριθμό των απασχολούμενων με μερική απασχόληση σε σχέση με την εξέλιξη του συνόλου των εργαζόμενων, καθώς και για τις προοπτικές πρόσληψης εργαζόμενων με πλήρη απασχόληση.

19. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται για τους μερικώς απασχολούμενους όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

 

Μερική απασχόληση μισθωτών με τον νόμο 3846/2010.

 

Με τον νόμο 3846/2010 «Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις» ρυθμίσθηκε το θέμα της μερικής εργασίας (απασχόλησης), ως εξής.  

Μερικής απασχόλησης μισθωτός, είναι κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, ή μηνιαία βάση, είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση.

Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, θεωρείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες.

Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος, αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση.

Η ρύθμιση της σχέσης εργασίας για μερική απασχόληση γίνεται με  έγγραφη ατομική σύμβαση, κατόπιν πρότασης του εργοδότη για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, ή κατά τη διάρκειά της.

Οι ατομικές συμβάσεις πρέπει να περιλαμβάνουν: α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης.

Σε εποχικές ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις οι ατομικές συμβάσεις γίνονται για ημερήσια ή εβδομαδιαία περίοδο εργασίας.

Η συμφωνία πρέπει μέσα σε 8 ημέρες από την κατάρτισή της να γνωστοποιηθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας. Αν δεν  γνωστοποιηθεί μέσα στον χρόνο αυτό τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.

Ο μισθωτός μπορεί να αρνηθεί την πρόταση του εργοδότη για μερική απασχόληση. Αν λόγω της άρνησης ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, η καταγγελία είναι άκυρη.

Αν η μερική απασχόληση έχει καθοριστεί με ημερήσιο ωράριο μικρότερης διάρκειας από το κανονικό, η παροχή της συμφωνημένης εργασίας των μερικώς απασχολούμενων πρέπει να είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μία φορά την ημέρα.

Τα αμέσως παραπάνω δεν εφαρμόζεται στους οδηγούς αυτοκινήτων μεταφοράς μαθητών, νηπίων και βρεφών και στους συνοδούς αυτών που εργάζονται στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία, καθώς και στους καθηγητές που εργάζονται στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και μέσης εκπαίδευσης.

Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας.

Οι αποδοχές των υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης. Εφ όσον το ωράριο απασχόλησής τους είναι μικρότερο των 4 ωρών ημερησίως, οι αποδοχές των προσαυξάνονται κατά 7,5%.

Οι μερικώς απασχολούμενοι έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι προυπάρχουσες διατάξεις.

Ο χρόνος της μερικής απασχόλησης λαμβάνεται υπ όψιν ως χρόνος προϋπηρεσίας όπως και για τον συγκρίσιμο εργαζόμενο. Για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας, μερική απασχόληση που αντιστοιχεί στον νόμιμο ή συμβατικό ημερήσιο χρόνο του συγκρίσιμου εργαζόμενου αντιστοιχεί σε μία ημέρα προϋπηρεσίας.

Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέρα από τη συμφωνηθείσα ο μερικώς απασχολούμενοι έχει υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του θα ήταν αντίθετη με την καλή πίστη. Μπορεί να την αρνηθεί, εάν η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο.

Αν παρασχεθεί εργασία πέραν της συμφωνημένης, ο μερικώς απασχολούμενος δικαιούται αντίστοιχης αμοιβής με προσαύξηση 10%.

Ο πλήρως απασχολούμενος σε επιχειρήσεις πλέον των 20 ατόμων έχει δικαίωμα μετά τη συμπλήρωση ενός ημερολογιακού έτους εργασίας να ζητήσει τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας από πλήρη σε μερική απασχόληση, με δικαίωμα επανόδου σε πλήρη απασχόληση, εκτός αν η άρνηση του εργοδότη δικαιολογείται από τις επιχειρησιακές ανάγκες.

Σε προσφορά εργασίας με ίσους όρους από μισθωτούς της ίδιας κατηγορίας,  ο  μερικώς απασχολούμενος  έχει δικαίωμα προτεραιότητας για πρόσληψη σε θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης στην ίδια επιχείρηση.

Με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιτρέπεται η συμπλήρωση ή τροποποίηση των παραπάνω ρυθμίσεων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Η μερική απασχόληση με σχέση ιδιωτικού δικαίου επιτρέπεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με εξαίρεση το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα ΝΠΔΔ, καθώς και στους φορείς για τους οποίους η μερική απασχόληση προβλέπεται από ειδικούς νόμους ή από διατάξεις κανονισμών που έχουν κυρωθεί με νόμο ή έχουν ισχύ νόμου.

Για τη μερική απασχόληση στις επιχειρήσεις, οργανισμούς και φορείς της αμέσως προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2190/1994, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή επειγουσών αναγκών συμφωνείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι 6 μηνών μερική απασχόληση που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις 4 ώρες ημερησίως.

Η σχετική προκήρυξη αποστέλλεται πριν από τη δημοσίευσή της στο ΑΣΕΠ, το οποίο οφείλει να ελέγξει αυτήν από άποψη νομιμότητας μέσα σε 10 ημέρες. Οι συμβάσεις αυτές, που καταρτίζονται για την κάλυψη έκτακτων ή επειγουσών αναγκών, λήγουν αυτοδικαίως με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειάς τους, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καμία άλλη διατύπωση, η δε για οποιονδήποτε λόγο ανανέωσή τους, ή μετατροπή τους σε σύμβαση, ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη.

 

Κατάτμηση άδειας εργαζομένων με τον νόμο 3846/2010.

 

Σύμφωνα με τον νόμο 3846/2010 «Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις» επήλθε τροποποίηση της νομοθεσίας αναφορικά με το θέμα της κατάτμησης της άδειας των μισθωτών.

Πλέον το θέμα ρυθμίζεται ως εξής.  

Κατ εξαίρεση επιτρέπεται η κατάτμηση του χρόνου αδείας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους σε δύο περιόδους, εξ αιτίας ιδιαίτερα σοβαρής, ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης και μετά από έγκριση της οικείας Επιθεώρησης Εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση η πρώτη περίοδος της αδείας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες των 6 εργασίμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των 5 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων των 12 εργασίμων ημερών.

Η κατάτμηση του χρόνου αδείας επιτρέπεται και σε περισσότερες των δύο περιόδων, από τις οποίες η μια πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον 12 εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 10 εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων 12 εργάσιμες ημέρες, μετά από έγγραφη αίτηση του μισθωτού προς τον εργοδότη.

Η αίτηση αυτή για την οποία δεν απαιτείται έγκριση από την αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ, διατηρείται στην επιχείρηση για 5 χρόνια και πρέπει να είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας.

 

Καταγγελία σύμβασης εργολαβίας από τον κύριο του έργου.

 

Από την διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ προβλέπεται η λύση της μίσθωσης έργου με καταγγελία από μέρους του εργοδότη.

Με τη διάταξη αυτή, η ρύθμιση της οποίας συνιστά ισχυρή παρέκκλιση από τις γενικές ρυθμιστικές των ενοχικών συμβάσεων διατάξεις, κατά τις οποίες η, με μονομερή δήλωση, κατάλυση της συμβατικής σχέσης (υπαναχώρηση, καταγγελία, ανάκληση), προϋπόθεση έχει τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, παρέχεται το δικαίωμα στον εργοδότη καταγγελίας της μίσθωσης έργου σε οποιοδήποτε χρόνο, έως την αποπεράτωση του έργου, δηλαδή ενώ ακόμη αυτό βρίσκεται υπό εκτέλεση, χωρίς την ανάγκη επίκλησης οποιουδήποτε λόγου, αρκεί μόνο να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή για την εκτέλεση του έργου.

Συνεπώς, η καταγγελία και η συνακόλουθη ανατροπή της συμβατικής σχέσης για το μέλλον, αφού δεν έχει ανάγκη αιτιολογίας, απόκειται στην απόλυτη ελευθερία βούλησης του εργοδότη, ο οποίος δεν έχει ανάγκη να εξηγήσει, ή να δικαιολογήσει την απόφαση του για την καταγγελία της σύμβασης, ενώ η τυχόν αλήθεια, ή αναλήθεια των λόγων, οι οποίοι τον οδήγησαν στην καταγγελία της σύμβασης, δεν επηρεάζει το κύρος της καταγγελίας.

Ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση την υπαιτιότητα του εργολάβου, ή των προσώπων για τα οποία αυτός υπέχει ευθύνη, ούτε άλλη αντισυμβατική συμπεριφορά του εργολάβου.

Επομένως η καταγγελία της σύμβασης εργολαβίας συνιστά δικαιοπραξία μονομερή, απευθυντέα, αμετάκλητη, αναιτιώδη, δηλαδή δεν συναρτάται με ορισμένη δικαιολογία, ή προϋπόθεση και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο.

Είναι άτυπη και μπορεί να γίνει και σιωπηρά, αρκεί η βούληση του κυρίου του έργου για έλλειψη δέσμευσης στο μέλλον, να συνάγεται αναμφίβολα από τις περιστάσεις.

Η κύρια συνέπεια της καταγγελίας είναι η λύση της σύμβασης για το μέλλον και η από αυτήν υποχρέωση του εργολάβου να παραδώσει το μέρος του έργου που εκτελέστηκε στον εργοδότη (ΑΠ 762/2006, ΑΠ 168/2005, ΑΠ 147/2003, ΕφΑΘ 1488/2007).

Από τις διατάξεις των άρθρων 681 και 700 ΑΚ προκύπτει ότι, αν καταγγελθεί από τον κύριο του έργου η εργολαβική σύμβαση, ο κύριος του έργου οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο, την αμοιβή, που είχαν συμφωνήσει, δηλαδή όλες τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο εργολάβος, μέχρι το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης για την έως τότε εκτέλεση του έργου και το εργολαβικό κέρδος.

Άλλη περαιτέρω αξίωση προς αποζημίωση δεν έχει ο εργολάβος κατά του κυρίου του έργου, όπως για διαφυγόν κέρδος που θα αποκέρδαινε, γιατί οποιαδήποτε ζημία περιλαμβάνεται στην αμοιβή που οφείλεται για ολόκληρο το έργο, σαν να ήταν περατωμένο (ΑΠ 1500/1992, ΠολΠρΑθ 6562/2009). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών