ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου.

 

Εις βάρος υπαλλήλου, που παρανόμως που δεν προήχθη, ενώ υπερτερεί, ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και καταλληλότητα, έναντι προαχθέντος, ή των προαχθέντων αντ' αυτού υπαλλήλων, υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστώσα και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ.

Ο μη προαχθείς υπάλληλος έχει δικαίωμα να ζητήσει, είτε την αναγνώριση ότι έπρεπε να προαχθεί από ορισμένο χρόνο και μετά, είτε καταβολή αποζημίωσης για την θετική ζημία του, ή για την ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους.

Κάθε αξίωση του υπαλλήλου, είτε έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση ότι έπρεπε να προαχθεί, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.

Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει από τότε που έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, δηλαδή αφ ότου έμαθε την απόφαση για τη μη προαγωγή του, όταν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωσή του.

Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας, ή του ποσού της αποζημίωσης.

Ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει, ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες, που δεν είναι προβλεπτή η επέλευση τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 122/2011). 

 

Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας εργαζομένου. Κατάχρηση διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη.

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 7 εδ. α ν. 2112/1920 μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εργαζόμενου θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης και να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή του προκαλεί άμεση, ή έμμεση, υλική ή ηθική ζημία.

Σε περίπτωση που η μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και δεν γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας, που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης (ΑΠ 313/2011).

Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.

Η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπ όψιν κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους και επομένως το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο, ή στη συμφωνία των μερών.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 ΑΚ, προκύπτει ότι, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, ή κατά την άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος προβεί κατά κατάχρηση αυτού, ο μισθωτός έχει τις εξής δυνατότητες (ΑΠ 313/2011),

α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφ όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη,

β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920,

γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας.

δ) να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. 

 

Μετάθεση εργαζομένου.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 652 ΑΚ και 7 ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα για τις ανάγκες της επιχείρησής του σε διαφόρους τόπους, έχει το δικαίωμα, εφ όσον δεν εμποδίζεται από όρο της εργασιακής σύμβασης, να μεταθέσει το μισθωτό σε κατάστημα, που βρίσκεται σε άλλο τόπο από εκείνο στον οποίο αυτός υπηρετεί.

Για τη μετάθεση πρέπει να λαμβάνονται υπ όψιν και τα συμφέροντα του μισθωτού.

Συγκεκριμένα πρέπει να λαμβάνονται υπ όψιν η μακροχρόνια παραμονή του σε ορισμένο τόπο και η συνεπεία αυτής δημιουργία συνθηκών διαβίωσης αυτού και της οικογένειάς του, οι ατομικές και οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες της συζύγου του, και η δυνατότητα μετακίνησης νεοτέρου στην ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου (ΑΠ 313/2011).

Ο νεότερος στην ηλικία και την υπηρεσία υπάλληλος πρέπει να προτιμάται για τη μετάθεση, αν εξυπηρετούνται οι λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης.

Σε κάθε διαφορετική περίπτωση υφίσταται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας από τον εργοδότη και κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος και ο εργαζόμενος έχει τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του ν. 2112/1920 άρθρ. 7 εδ. α, 288, 648 και 652 ΑΚ προβλεπόμενα δικαιώματα.

 

Καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μισθωτού από τον εργοδότη.

 

Από το συνδυασμό των άρθρων 349, 350, 351, 648, 652 και 656 ΑΚ, 7 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι, ο μισθωτός υποχρεούται να παρέχει την συμφωνημένη εργασία και ο εργοδότης υποχρεούται να την δέχεται, σύμφωνα με τους όρους της καταρτισμένης μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, μέσα στα πλαίσια που οριοθετούν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο. τον χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησής του προς επίτευξη των σκοπών της και να καθορίζει την έκταση της υποχρέωσης του εργαζομένου προς εργασία.

Δεν επιτρέπεται στον εργοδότη, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος, να προκαλεί υλική ή ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διάταξης νόμου, ή της ατομικής σύμβασης εργασίας, ή τυχόν υπάρχοντος κανονισμού της επιχείρησης (ΕφΑθ 9597/1998).

Η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια. Τέτοια είναι η καταγγελία που οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος, ή έχθρα, ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Για να είναι άκυρη η καταγγελία για νόμιμη συνδικαλιστική δράση δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί ότι συντέλεσε απλώς στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτή ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην καταγγελία (ΑΠ 282/2009).

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχείρησης του εργοδότη, που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού και την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών, ή τμημάτων της επιχείρησης, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση για να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση, εφ όσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία, ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά.

Η σχετική απόφαση του εργοδότη δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια, ελέγχεται όμως,  αφ ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία  πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 561/2007, ΑΠ 1420/2006).

Αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ). Ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος έναντι του εργαζομένου, του οποίου δεν αποδέχεται την εργασία, υποχρεούμενος να του καταβάλει κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 κα 656 ΑΚ τις αποδοχές του για το διάστημα της υπερημερίας του (ΑΠ 1825/1999).

Ως αποδοχές νοούνται ο μηνιαίος μισθός και οι κάθε φύσης πρόσθετες αποδοχές, εφ όσον οι εν λόγω πρόσθετες αποδοχές έχουν μισθολογικό χαρακτήρα, τις οποίες κατέβαλλε ο εργοδότης στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα κατά μήνα κατά το χρόνο της πραγματικής εργασίας και τις οποίες ο τελευταίος με πιθανότητα θα ελάμβανε, αν ο εργοδότης αποδεχόταν τις υπηρεσίες του.

Αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη ο μισθωτός δικαιούται, είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει την καταβολή μισθών υπερημερίας για χρονικό διάστημα και μετά την άσκηση της αγωγής, είτε εν όψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική και τάσσεται υπέρ αυτού, να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να ζητήσει εντός εξαμήνου από αυτή, κατ’ άρθρο 6 παρ. 2 εδ. α ν. 3198/1955, το οποίο ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο την νόμιμη αποζημίωση, δυνάμενος να ενώσει στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής προς συνεκδίκαση και τα δύο αιτήματα (άρθρο 218 ΚΠολΔ), εφ όσον το δεύτερο εξ αυτών προβάλλεται επικουρικά (άρθρο 219 ΚΠολΔ) και για την περίπτωση απόρριψης του πρώτου, γιατί είναι μεταξύ τους αντιφατικά (ΟλΑΠ 31/2003, ΑΠ 624/2008, ΑΠ 882/2007, ΑΠ 1209/2005, ΑΠ 1278/2001).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 167, 168. 648 παρ. 1, 669

παρ. 2 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 και 3 του ν. 3198/1955, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997, προκύπτει ότι για την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας πρέπει να τηρηθεί έγγραφος τύπος και να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, εφ όσον η απασχόληση του εργαζομένου έχει υπερβεί τους δύο μήνες.

Η καταβολή της αποζημίωσης πρέπει να είναι πραγματική και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής. Η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης συνεπάγεται το δικαίωμα του μισθωτού να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, εκτός εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη (ΑΠ 339/2000).

Δικαιολογημένη θεωρείται, όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ως προς την έκταση των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, με βάση τις οποίες, κατά τις ως άνω διατάξεις, καθορίζεται το ύψος της αποζημίωσης αυτής, οπότε στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός δύναται να ζητήσει μόνο τη συμπλήρωση της αποζημίωσης, όχι δε και μισθούς υπερημερίας για το λόγο ότι ο εργοδότης αρνείται να δεχθεί τις υπηρεσίες του (ΑΠ 95/2004, ΑΠ 97/2204).

Αν ο εργαζόμενος αρνείται να εισπράξει την προσηκόντως προσφερόμενη αποζημίωση, τότε ο εργοδότης οφείλει σε εύλογο χρόνο να προβεί σε δημόσια κατάθεση του ποσού αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ως εύλογος χρόνος θεωρείται αυτός που απαιτείται κατά τη συναλλακτική πείρα για την συντέλεση των διατυπώσεων παρακατάθεσης της αποζημίωσης. Για την σχετική κρίση λαμβάνονται υπ όψιν κατά περίπτωση η συμπεριφορά του εργαζομένου, ή άλλες ειδικές συνθήκες, που δικαιολογούν την καθυστέρηση (ΑΠ 918/2006).

Για το κύρος της καταγγελίας δεν απαιτείται η κοινοποίηση στον απολυόμενο του σχετικού γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης, αλλά απλώς η παράλειψη της κοινοποίησης είναι ενδεχόμενο να δημιουργήσει ευθύνη του εργοδότη προς αποζημίωση του μισθωτού για τη ζημία που υπέστη από την παράλειψη.

Αν η αποζημίωση δεν καταβληθεί στον απολυόμενο,  ή, στην περίπτωση άρνησής του, δεν κατατεθεί δημοσίως εντός ευλόγου χρόνου, η καταγγελία είναι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του νόμου 3198/1955 άκυρη (ΑΠ 93/2008, ΑΠ 1640/2003).

Η εκ των υστέρων καταβολή της αποζημίωσης δεν καθιστά έγκυρη την καταγγελία, η οποία θεωρείται άκυρος αφ ότου έγινε. Η υπερημερία που επήλθε εκ του λόγου αυτού θεραπεύεται μόνο με νέα έγκυρη καταγγελία (ΕφΑθ 2392/2005, ΕφΘεσ 91/2007).

Η από πλευράς του εργαζομένου, έστω και ανεπιφύλακτη, είσπραξη της αποζημίωσης απόλυσης δεν σημαίνει αποδοχή από πλευράς του ως έγκυρης της καταγγελίας, εάν δεν συντρέχουν άλλοι λόγοι, όπως στην περίπτωση που ο εργαζόμενος αμέσως μετά την καταγγελία της σύμβασης αναλαμβάνει εργασία σε τρίτο εργοδότη (ΕφΝαυπλ 20/2004).

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α ν. 3198/1955 κάθε αξίωση μισθωτού, η οποία πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου, είτε ορισμένου χρόνου και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, είναι απαράδεκτη, εφ όσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τριμήνου αποσβεστικής προθεσμίας από τη λύση της σύμβασης, κατά δε το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. β ν. 3198/1955 η αξίωση του μισθωτού για επιδίκαση της αποζημίωσης απόλυσης, η οποία πηγάζει από άκυρη καταγγελία είναι απαράδεκτη, εφ όσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός εξαμήνου αποσβεστικής προθεσμίας από την λύση της σύμβασης. Όταν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985).

Η εν λόγω προθεσμία αρχίζει από την επομένη της ημέρας, που έλαβε χώρα η καταγγελία και περιήλθε σε γνώση του μισθωτού και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε κατά το άρθρο 243 ΑΚ.

Για το ορισμένο της αγωγής, που έχει ως αίτημα την αναγνώριση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και της επιδίκασης μισθών υπερημερίας, άλλως της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, αναγκαία στοιχεία είναι η αναφορά της σύμβασης, ή της σχέσης εργασίας, του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης, του ύψους του συμβατικού, ή νόμιμου μισθού, καθώς και των τυχόν λοιπών πρόσθετων παροχών μισθολογικού χαρακτήρα  και των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία (ΑΠ 389/2008).

Αν ο εργοδότης κατά τη συζήτηση της αγωγής επικαλεστεί κατ’ ένσταση την καταγγελία της σύμβασης, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητά της αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό, ή ακόμη και στον δεύτερο βαθμό, εφ όσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 ΚΠολΔ.

Ο μισθωτός έχει βέβαια την δυνατότητα, να επικαλεστεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που την θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής «καθ’ υποφοράν», οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη περί καταγγελίας της σύμβασης. Έτσι, εφ όσον και στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, ο εργαζόμενος έχει την δυνατότητα να συμπληρώσει και να βελτιώνει τον ισχυρισμό του για ακυρότητα, επικαλούμενος νέους λόγους ακυρότητας, ή διαφορετικούς από αυτούς που περιέχονται στην αγωγή, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.

Εάν όμως ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, ή ασκήσει μόνο αναγνωριστική της ακυρότητας της καταγγελίας αγωγή, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, χωρίς να είναι δυνατή μια μεταγενέστερη, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, διόρθωση της αοριστίας, ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού, με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, γιατί έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ, η βάση της αγωγής (ΑΠ 624/2008).

 

Ένσταση εξόφλησης επί εργατικών απαιτήσεων.

 

Από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβένεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξόφλησης ισχυρισμού, αλλά και του αιτιολογικού της απόφασης που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής.

Όταν με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις, πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση, που δέχεται σχετικό περί εξόφλησης ισχυρισμό του εναγομένου, ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό.

Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν ποσό να είναι μικρότερο του οφειλόμενου (ΑΠ  191/2011). 

 

Διευθύνοντες  υπάλληλοι, πρόσωπα εποπτείας, διεύθυνσης και εμπιστοσύνης.

 

Σύμφωνα με τον ν. 2269/1920, ως πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας, ή διεύθυνσης, ή εμπιστοσύνης, θεωρούνται εκείνα στα οποία, επειδή διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα, ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης όλης της επιχείρησης, ή σημαντικού τομέα της και εποπτείας του προσωπικού, έτσι ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη σε μεγάλο βαθμό.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η πρόσληψη, η απόλυση προσωπικού, έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, καθώς και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού του εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και ανεξαρτησία υψηλού βαθμού, έστω και αν  υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις διατάξεις νόμων, σχέδια και πλαίσιο γενικών καθοδηγητικών γραμμών και επωμίζονται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση στην επιχείρηση των διατάξεων που έχουν θεσπισθεί για το συμφέρον των εργαζομένων.

Τα πρόσωπα αυτά συνήθως αμείβονται με αποδοχές, που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.

Για να χαρακτηρισθεί κάποιος, ως πρόσωπο εποπτείας, διεύθυνσης και εμπιστοσύνης, άλλως διευθύνων υπάλληλος, δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω περιστάσεις.

Η έννοια της διευθυντικής θέσης, ανεξάρτητα από το εάν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και λογικής από την φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαία, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς υπαλλήλους.

Τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, που αφορούν, τα χρονικά όρια εργασίας, την εβδομαδιαία ανάπαυση, την λήψη αδειών και την αποζημίωση, ή την προσαύξηση για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, ή εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες εορτές, ή κατά τη νύκτα, ή εκτός έδρας.

Οι διατάξεις αυτές είναι ασυμβίβαστες με την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με την σύμβαση σε συνδυασμό με τις καταβαλλόμενες υψηλές αποδοχές, που είναι υψηλότερες των λοιπών εργαζομένων (ΑΠ 74/2011). 

 

Διάκριση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και έργου.

 

Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας, ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ή έργου, δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίδεται σε αυτή από τους συμβαλλόμενους, αλλά αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την περί αυτού κρίση από το σύνολο των περιστατικών, που αποδεικνύονται σε συγκεκριμένη περίπτωση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του αν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου, να δίνει εντολές και οδηγίες, που δεσμεύουν τον εργαζόμενο ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.

Η υποχρέωση του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης, η οποία ενδέχεται μεν να είναι χαλαρή σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας, όπως λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων του, πρέπει, όμως, να διατηρείται έστω εν μέρει για να θεωρηθεί η παρεχόμενη εργασία ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005).

Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και, ειδικότερα, αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες του δεν υποβάλλεται σε καμιά νομική ή προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπάρχει σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού, ή καταβολής, της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, ή, η ασφάλιση στο ΙΚΑ.

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, που ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύμβασης έργου είναι το ότι οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα και όχι σ' αυτή καθ' εαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την επίτευξή του.

Αντικείμενο της σύμβασης έργου μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια.

Σε κάθε περίπτωση όμως, την μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του (ΑΠ 433/2011).

 

Άρνηση αποδοχής υπηρεσιών μισθωτού.

 

Εφ όσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, που αυτός πραγματικά και προσηκόντως προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές, που εκείνος, θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του.

Από τις αποδοχές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, να αφαιρέσει την ωφέλεια, που απεκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από την χρησιμοποίηση του χρόνου του, που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και ο μισθωτός από την αξιοποίηση αυτής, είτε αυτοαπασχολούμενος, είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, αποκόμισε ωφέλεια.

Δεν αφαιρείται η ωφέλεια, που προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη, προερχόμενη από την αξιοποίηση εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του (ΑΠ   221/2011). 

 

Εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας ανακλήθηκε η άδεια. Καταγγελία συμβάσεων εργασίας εργαζομένων στην ασφαλιστική εταιρεία.

 

Σύμφωνα με το άρθρ. 1 παρ.1 του νδ. 400/1970 «περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως», όλες οι ημεδαπές και αλλοδαπές ιδιωτικές επιχειρήσεις, που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν ως αντικείμενο την άσκηση ασφάλισης, διέπονται από τις διατάξεις του παραπάνω νδ. υπόκεινται δε στην εποπτεία του Υπουργού Εμπορίου, που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νδ. κι έχει ως σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση.

Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ιδίου νδ. η λειτουργία ασφαλιστικής εταιρείας στην Ελλάδα προϋποθέτει άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου κατά κλάδο ασφάλισης και μπορεί να ανακληθεί με τις προϋποθέσεις της παρ. 3 του ίδιου άρθρου.

Σύμφωνα με την παρ. 7 του αυτού άρθρου 3, η οποία προστέθηκε με το άρθρ. 1 παρ. 2γ του ν. 2170/1993, με την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης ανακαλείται αυτοδικαίως η άδεια σύστασης και επέρχεται η λύση της.

Με το άρθρο 12 β του νδ. 400/1970, που προστέθηκε με το άρθρ. 5 παρ.2 του άνω ν. 2170/1993, ρυθμίζονται θέματα εκκαθάρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας.

Ειδικότερα ρυθμίζονται θέματα διορισμού και αρμοδιοτήτων του επόπτη και του εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.

Κατά την παρ. 9 του ίδιου άρθρου, ύστερα από αίτηση των μετόχων, ή εταίρων που αντιπροσωπεύουν άνω του 50% του κεφαλαίου της ασφαλιστικής επιχείρησης, του εκκαθαριστή ή του επόπτη, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί, εφ όσον έχει περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, να κηρύξει τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.

Η εκκαθάριση δοσοληψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθάριση).

Ανεξάρτητα από την υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η περάτωση των εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου εκκρεμών υποθέσεων, συνεχίζεται κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης.

Η ασφαλιστική εκκαθάριση δεν επιφέρει αυτοδικαίως τη λύση της συμβάσεως των εργαζομένων στην ασφαλιστική επιχείρηση, ούτε συνιστά γεγονός ανώτερης βίας, που την απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών, έως ότου ο επόπτης, ή ο εκκαθαριστής της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας.

Η καταγγελία αυτή εκ μέρους του επόπτη, ή του εκκαθαριστή, λόγω της αδυναμίας αποδοχής της εργασίας των εργαζομένων εξ αιτίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και της διακοπής των εργασιών της επιχείρησης είναι έγκυρη, εφ όσον γίνει εγγράφως, έστω και αν δεν καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, την οποία οι εργαζόμενοι μπορεί να διεκδικήσουν κατά τη διαδικασία επαλήθευσης, γιατί ο θεσμός της ασφαλιστικής εκκαθάρισης προσομοιάζει με τον θεσμό της πτώχευσης, γιατί και οι δύο εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τη σύμμετρη ικανοποίηση των δανειστών με ανάλογες διαδικασίες (ΑΠ 1909/2008).

 

Αδικαιολόγητος πλουτισμός  εργοδότη σε βάρος εργαζομένου.

 

Το άρθρο 904 ΑΚ ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία, ή με ζημία, άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.

Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία κατά το άρθρο 361 ΑΚ και εφ όσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα δικαιώματά του από τη σύμβαση.

Στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εργοδότη, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ τα περιστατικά που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.

Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό τη ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης, δεν απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΟλΑΠ 22/2003, ΟλΑΠ 23/2003).

Η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τόσο από ουσιαστική, όσο και από δικονομική άποψη, έχει επιβοηθητικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί, αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση, ή αδικοπραξία. Έτσι αν η αγωγή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο εργαζόμενος δύναται να αξιώσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του πλουτισμού (ΑΠ 2019/2007).

Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών, που τυχόν καταβλήθηκαν, μπορεί να ασκηθεί, αν η σύμβαση είναι άκυρη, ή ανίσχυρη, ή εάν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα για οποιαδήποτε λόγο.

Τα πραγματικά όμως περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα, το ανίσχυρο, ή την ανατροπή της σύμβασης, τα οποία συνιστούν τη βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να τα επικαλείται ο εργαζόμενος με την αγωγή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη ένεκα της αοριστίας της (ΑΠ 1056/2002, ΑΠ 1457/2001). 

 

Χρονικά όρια ασθένειας μισθωτού βραχείας διάρκειας.

 

Η ασθένεια θεωρείται σαν «βραχείας διάρκειας» χωρίς να συνεπάγεται τη λύση της σύμβασης εργασίας όταν διαρκεί

Ένα μήνα για μισθωτούς που εργάζονται μέχρι 4 έτη

Τρεις μήνες για μισθωτούς που εργάζονται μέχρι 10 έτη

Τέσσερις μήνες για μισθωτούς που εργάζονται μέχρι 15 έτη

Έξι μήνες για μισθωτούς που εργάζονται περισσότερο από 15 έτη

 

 

Υποχρέωση εργοδότη γνωστοποίησης στον εργαζόμενο των ουσιωδών όρων της σύμβασης εργασίας.

 

Κατά το άρθρο 2 παρ.1-2 του Π.Δ. 156/1994, που εκδόθηκε προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας με την οδηγία 91/553/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14-10-1991, ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στον εργαζόμενο τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας.

Η πληροφόρηση περιλαμβάνει τουλάχιστον α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχειρήσεως ή τη διεύθυνση της κατοικίας του εργοδότη, γ) τη θέση, ή την ειδικότητα του εργαζομένου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχολήσεώς του, καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του, δ) την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο, ε) τη διάρκεια της άδειας με αποδοχές, που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορηγήσεώς της, στ) το ύψος της αποζημίωσης, που οφείλεται και τις προθεσμίες, που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα με τη ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας, ή της σχέσης εργασίας με καταγγελία, ζ) τις πάσης φύσης αποδοχές, που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα της καταβολής τους, η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζομένου, θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης, που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας του εργαζομένου.

Η υποχρέωση πληροφόρησης του εργοδότη αφορά την υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία.

Χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή σε κανονιστικούς όρους συγκεκριμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του μισθωτού για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η συγκεκριμένη ΣΣΕ, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της εν λόγω ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας του μισθωτού.

Όμως δεν αποκλείεται με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις να συνάγεται βούληση των μερών για ενσωμάτωση των όρων της συγκεκριμένης ΣΣΕ στην ατομική σύμβαση του εργαζομένου. 

 

Τηλεργασία με τον νόμο 3846/2010.

 

Η τηλεργασία, που ρυθμίστηκε νομοθετικά με το άρθρο 5 του νόμου 3846/2010 για την εργασιακή ασφάλεια, είναι η σύμβαση ή σχέση εργασίας με την οποία ο εργαζόμενος παρέχει τις υπηρεσίες του από απόσταση, μακριά από τις εγκαταστάσεις του εργοδότη, μέσω της χρήσης υπολογιστών και τηλεπικοινωνιών.

Η τηλεργασία έχει λάβει μεγάλη διάδοση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και με το άρθρο 5 του νόμου 3846/2010 θεσπίζονται τα εξής.

1) Αρθρο 5, παρ. 1.

Ο εργοδότης όταν καταρτίζει σύμβαση εργασίας για τηλεργασία, υποχρεούται να παραδίδει γραπτώς στον εργαζόμενο, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες, το σύνολο των πληροφοριών που αναφέρονται στην εκτέλεση της εργασίας και ειδικότερα ως προς την ιεραρχική σύνδεση με τους προϊσταμένους του στην επιχείρηση, τα λεπτομερή καθήκοντά του, τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, τον τρόπο μέτρησης του χρόνου εργασίας, την αποκατάσταση του κόστους που προκαλείται από την παροχή της (τηλεπικοινωνίες, εξοπλισμός, βλάβες συσκευών κ.λπ.).

Αν στη σύμβαση περιέχεται συμφωνία για τηλεετοιμότητα ορίζονται τα χρονικά της όρια και οι προθεσμίες ανταπόκρισης του μισθωτού.

2) Αρθρο 5, παρ. 2.

Αν κανονική εργασία μετατρέπεται σε τηλεργασία, καθορίζεται στη συμφωνία αυτή μια περίοδος προσαρμογής τριών (3) μηνών, κατά την οποία οποιοδήποτε από τα μέρη, μετά από τήρηση προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, μπορεί να θέσει τέλος στην τηλεργασία και ο μισθωτός να επιστρέψει στην εργασία του σε αντίστοιχη θέση με αυτήν που κατείχε.

3) Αρθρο 5, παρ. 3.

Ο εργοδότης αναλαμβάνει σε κάθε περίπτωση το κόστος που προκαλείται στον μισθωτό από τη μορφή αυτή εργασίας και ειδικότερα των τηλεπικοινωνιών.

Παρέχει στον μισθωτό τεχνική υποστήριξη για την παροχή της εργασίας του και αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις δαπάνες επισκευής των συσκευών που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεσή της ή να τις αντικαταστήσει σε περίπτωση βλάβης. Η υποχρέωση αυτή αφορά και στις συσκευές που ανήκουν στον μισθωτό, εκτός εάν στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται διαφορετικά.

Στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται ο τρόπος χρηματικής αποκατάστασης εκ μέρους του εργοδότη της χρησιμοποίησης του οικιακού χώρου εργασίας του μισθωτού. Με συλλογικές συμβάσεις προσδιορίζονται επίσης ειδικότερα πλαίσια για τη ρύθμιση του ίδιου ζητήματος.

4) Αρθρο 5, παρ. 4.

Ο εργοδότης, το αργότερο μέσα σε δύο (2) μήνες από την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, πληροφορεί γραπτώς τον τηλεργαζόμενο για το πρόσωπο και για τα στοιχεία επικοινωνίας των εκπροσώπων του προσωπικού στην επιχείρηση.

5) Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ιδίου νόμου σχέση τηλεργασίας, που παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά, ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα συνεχείς μήνες τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

 

Ευθύνη για σωματική βλάβη, ή ανθρωποκτονία, από αμέλεια στις οικοδομικές εργασίες. Εγκυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος.

 

Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδάφ. α του ΠΚ «όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών».

Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ «όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών».

Κατά το άρθρο 28 του ΠΚ «από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν».

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί.

α. ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και

β. ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφ όσον το είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη.

Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης, ή ανθρωποκτονίας, από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ.

Κατά το άρθρο αυτό «όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος».

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, όχι γενικής, υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή.

Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου, ή από σύμβαση, ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της σωματικής βλάβης, ή ανθρωποκτονίας, από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, στις οικοδομικές εργασίες, εκτός των άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει και σε περίπτωση, που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός.

Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης, ή ανθρωποκτονίας, από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρα.

Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και  αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφ όσον η σχετική ένστασή του απορριφθεί, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη.

Αν το κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο είναι άκυρο και κηρυχθεί τέτοιο, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής.

Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη (ΑΠ 84/2008).

Η σχετική καταδικαστική απόφαση πρέπει να έχει κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ.

Έχει την απαιτούμενη όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα στην περίπτωση συνδρομής των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, πρέπει να αιτιολογείται η νομική υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια, με την οποία θα αποτρεπόταν το αξιόποινο αποτέλεσμα και να αναφέρεται από πού απορρέει η υποχρέωση αυτή και αν απορρέει από τον νόμο, πρέπει να παρατίθεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει.

Υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν δεν αναφέρεται στην απόφαση από που απορρέει η νομική υποχρέωση του υπαιτίου, να λάβει μέτρα ασφαλείας και αν είναι ο νόμος, όταν δεν παρατίθεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση αυτή (ΑΠ  986/2010, ΑΠ 794/2009, ΑΠ  1037/2009).

 

Έννοια της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας.

 

Σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του με μισθό και υποβάλλεται στη νομική εξάρτηση του εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος, δίδοντας οδηγίες ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο της παρεχόμενης υπηρεσίας, άσχετα με το αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό, ή αφήνει περιθώρια πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφ όσον η ευχέρεια αυτή δεν φθάνει να καταλύσει την υποχρέωση υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος ελεύθερης υπηρεσιακής δράσης από τον εργαζόμενο.

Η παροχή όμως υπηρεσιών σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς από κοινού συμφωνούμενους όρους, δεν αποτελούν χωρίς άλλο κριτήρια παροχής εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες της παροχής της. 

 

Έννοια της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

 

Σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού την εργασία του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη, ο οποίος (μισθός) μπορεί να συνίσταται, είτε σε πάγιο κατά μήνα ποσό, είτε σε ορισμένο ποσοστό, είτε σε συνδυασμό και των δύο αυτών τρόπων αμοιβής.

 

Έννοια της σύμβασης έργου.

 

Στην σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή.

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύμβασης έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ' αυτή καθαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της σύμβασης.

Αντικείμενο της σύμβασης έργου μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια.

Σε κάθε περίπτωση την μίσθωση έργου την χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του.

 

 

Προσωρινή απασχόληση εργαζομένου σε εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης του νόμου 3846/2010.

 

1. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου 3846/2010 για την εργασιακή ασφάλεια, ως προσωρινή απασχόληση νοείται η εργασία, η οποία παρέχεται σε άλλον εργοδότη (έμμεσος εργοδότης) για περιορισμένο χρονικό διάστημα από μισθωτό, ο οποίος συνδέεται με τον εργοδότη του (άμεσος εργοδότης) με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου.

Η παραχώρηση μισθωτού σε έμμεσο εργοδότη επιτρέπεται μόνο για συγκεκριμένους λόγους, που δικαιολογούνται από έκτακτες, πρόσκαιρες ή εποχιακές ανάγκες.

Για την παροχή εργασίας με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης απαιτείται προηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου, ή αορίστου χρόνου.

2. Η σύμβαση καταρτίζεται μεταξύ Εταιρείας Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ) (άμεσος εργοδότης) και του μισθωτού. Σε αυτήν πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται οι όροι εργασίας και η διάρκειά της, οι όροι παροχής της εργασίας στον ή στους έμμεσους εργοδότες, οι όροι αμοιβής και ασφάλισης του μισθωτού, οι λόγοι της παραχώρησης του εργαζομένου, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο, κατά την καλή πίστη και τις περιστάσεις, πρέπει να γνωρίζει ο μισθωτός αναφορικά με την παροχή της εργασίας του.

3. Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ) είναι οι εταιρείες, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή εργασίας από μισθωτούς τους σε άλλον εργοδότη (έμμεσο εργοδότη) με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης. Οι ΕΠΑ έχουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του εργοδότη  και δεν επιτρέπεται να ασκούν άλλη δραστηριότητα εκτός από, α) μεσολάβηση για εξεύρεση θέσεως εργασίας, για την οποία απαιτείται ειδική άδεια, που χορηγείται κατά τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις του π.δ. 160/1999 και β) αξιολόγηση ανθρώπινου δυναμικού, εφόσον πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις.

4. Οι αποδοχές του μισθωτού δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις προβλεπόμενες στην εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

5. Εάν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης αυτής δεν είναι δυνατή η μνεία του συγκεκριμένου έμμεσου εργοδότη, ή ο προσδιορισμός του χρόνου, που θα προσφέρει σε αυτόν την εργασία του ο μισθωτός, θα πρέπει να αναφέρεται στη σύμβαση το πλαίσιο των όρων και συνθηκών για την παροχή εργασίας σε έμμεσο εργοδότη. Για την απασχόληση του μισθωτού σε έμμεσο εργοδότη απαγορεύεται οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση του μισθωτού.

Οι όροι εργασίας των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας προσωρινής απασχόλησης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αποδοχές, κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής τους στον έμμεσο εργοδότη είναι τουλάχιστον αυτοί που θα εφαρμόζονταν αν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον εν λόγω εργοδότη για να καταλάβουν την ίδια θέση.

6. Οι προσωρινά απασχολούμενοι ενημερώνονται για τις κενές θέσεις εργασίας στον έμμεσο εργοδότη προκειμένου να έχουν τις ίδιες δυνατότητες με τους άλλους εργαζόμενους της επιχείρησης για να προσληφθούν σε μόνιμες θέσεις εργασίας. Η ενημέρωση αυτή μπορεί να πραγματοποιείται με γενική ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης στην οποία παρέχουν τις υπηρεσίες τους (έμμεσο εργοδότη).

Ο έμμεσος εργοδότης υποχρεούται κατά την ενημέρωση των εκπροσώπων των εργαζομένων του, να παρέχει πληροφορίες για τον αριθμό των προσωρινά απασχολούμενων, το σχέδιο χρήσης προσωρινά απασχολούμενων, καθώς και για τις προοπτικές πρόσληψής τους απευθείας από αυτόν.

7. Η διάρκεια της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενδεχόμενες ανανεώσεις που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από δώδεκα μήνες.

Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η υπέρβαση της διάρκειας αυτής με μέγιστο όριο τους δεκαοκτώ (18) μήνες, αν ο προσωρινά απασχολούμενος αναπληρώνει μισθωτό του οποίου η σύμβαση για οποιονδήποτε λόγο είναι σε αναστολή. Σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων που τίθενται από την παρούσα παράγραφο, επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη.

Αν συνεχίζεται η απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της αρχικής παραχώρησης και των τυχόν νόμιμων ανανεώσεών της ακόμη και με νέα παραχώρηση, χωρίς να μεσολαβεί χρονικό διάστημα 45 ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη.

Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή εργαζόμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις, όταν απασχολούνται σε ολιγοήμερες κοινωνικές εκδηλώσεις.

8. Άκυρη θεωρείται οποιαδήποτε ρήτρα όταν με αυτήν άμεσα ή έμμεσα, α) απαγορεύεται ή παρεμποδίζεται η μόνιμη απασχόληση του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού και β) παρεμποδίζονται τα συνδικαλιστικά δικαιώματα του μισθωτού ή παραβλάπτονται τα ασφαλιστικά του δικαιώματα.

9. Η ΕΠΑ και ο έμμεσος εργοδότης είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος υπεύθυνοι έναντι του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού με σύμβαση ή σχέση εργασίας για την ικανοποίηση των μισθολογικών δικαιωμάτων του και για την καταβολή των ασφαλιστικών του εισφορών.

Η ευθύνη αυτή του έμμεσου εργοδότη αναστέλλεται, εφόσον με τη σύμβαση προβλέπεται ότι υπόχρεος για την καταβολή των αποδοχών και των ασφαλιστικών εισφορών είναι ο άμεσος εργοδότης και τα μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού μπορούν να ικανοποιηθούν από την κατάπτωση των κατά το άρθρο 23 εγγυητικών επιστολών (επικουρική ευθύνη έμμεσου εργοδότη).

10. Οι μισθωτοί με σύμβαση ή σχέση προσωρινής απασχόλησης απολαμβάνουν όσον αφορά την ασφάλεια και την υγεία κατά την εργασία το ίδιο επίπεδο προστασίας με αυτό που παρέχεται στους άλλους εργαζόμενους του έμμεσου εργοδότη. Ο έμμεσος εργοδότης, με την επιφύλαξη συμβατικής πρόβλεψης για συνευθύνη σωρευτικά και της ΕΠΑ, είναι υπεύθυνος για τις συνθήκες υπό τις οποίες εκτελείται η εργασία του μισθωτού και για το εργατικό ατύχημα.

11. Οι προσωρινά απασχολούμενοι μισθωτοί, για όσο χρόνο παραμένουν στη διάθεση της εταιρείας προσωρινής απασχόλησης, καθώς και κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους σε έμμεσο εργοδότη υπάγονται στον κλάδο παροχών ασθενείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στον επικουρικό φορέα ΕΤΕΑΜ, με εξαίρεση τα πρόσωπα που λόγω της ιδιότητάς τους ασφαλίζονται σε κλάδους άλλου κύριου ή επικουρικού φορέα.

12. Η απασχόληση μισθωτού σε έμμεσο εργοδότη με σύμβαση προσωρινής απασχόλησης δεν επιτρέπεται,

α) όταν με αυτήν αντικαθίστανται εργαζόμενοι που ασκούν το δικαίωμα της απεργίας,

β) όταν ο έμμεσος εργοδότης το προηγούμενο εξάμηνο είχε πραγματοποιήσει απολύσεις εργαζομένων της ίδιας ειδικότητας για οικονομοτεχνικούς λόγους ή το προηγούμενο δωδεκάμηνο ομαδικές απολύσεις,

γ) όταν ο έμμεσος εργοδότης υπάγεται στις διατάξεις του ν. 2190/1994, ή στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997.

δ) όταν η εργασία, λόγω της φύσης της, εγκυμονεί ιδιαίτερους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων. Οι εργασίες αυτές καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου Υγιεινής και ασφάλειας της Εργασίας (ΣΥΑΕ) που ορίζεται στο άρθρο 15 του ν. 1568/1985.

ε) όταν ο απασχολούμενος υπάγεται στις ειδικές διατάξεις περί ασφαλίσεων εργατοτεχνιτών οικοδόμων.

 

Προθεσμία, Παραγραφή, αξίωσης για άκυρη απόλυση, καταβολή αποζημίωσης.  

 

Αξιώσεις από άκυρη απόλυση

Η αξίωση του μισθωτού που προέρχεται από ακυρότητα της απόλυσής του, πρέπει να κοινοποιηθεί με αγωγή μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την επομένη της καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Η 3μηνη προθεσμία δεν εφαρμόζεται όταν πρόκειται για απλή υπερημερία του εργοδότη, πού προέρχεται από άρνησή του να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, χωρίς να μεσολαβήσει άκυρη απόλυσή του.  

Αξιώσεις για συμπλήρωση, καταβολή αποζημίωσης

Κάθε αξίωση του μισθωτού για καταβολή, ή συμπλήρωση της οφειλόμενης αποζημίωσης από απόλυσή του, είναι απαράδεκτη εάν η σχετική αγωγή δεν  κοινοποιηθεί στον εργοδότη μέσα σε προθεσμία 6 μηνών, από τότε που η αξίωση κατέστη απαιτητή. 

 

Παροχή εργασίας εννέα συνεχείς μήνες στον ίδιο εργοδότη με τον νόμο 3846/2010.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου 3846/2010 για την εργασιακή ασφάλεια, η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά, ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα συνεχείς μήνες.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών