ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Το ανέλεγκτο της εκτίμησης πραγματικών γεγονότων από τον Άρειο Πάγο.   

 

Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή, εφ όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη.

Ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007, ΑΠ 115/2012). 

 

Προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, ή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω αδικοπραξίας.

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, είναι, α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης, ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια  με τις διάφορες μορφές της.

Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ, δηλαδή μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλεια του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσά αυτά.

Δεν υφίσταται αμέλεια του παθόντος, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια περισσοτέρων υποχρέων προς ενέργεια της πράξης που παραλήφθηκε, από την οποία μπορούσε να αποτραπεί το αποτέλεσμα αυτό.

Εξ άλλου, η ζημιογόνος συμπεριφορά που συνίσταται σε αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημίωσης, ή χρηματικής ικανοποίησης, υφίσταται μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια της πράξης που παραλείφθηκε από τον νόμο, ή την δικαιοπραξία, ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία την προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομος και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 115/2012).

 

Ανεπάρκεια αιτιολογιών ως λόγος αναίρεσης πολιτικής απόφασης. 

 

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ. 861/1984).

Μόνο το τι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα, ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005). 

 

Στοιχεία αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από εργατικό ατύχημα.

 

Τα απαραίτητα στοιχεία της αγωγής του μισθωτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από εργατικό ατύχημα, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, είναι (ΑΠ 814/2011)

α. το συμβάν ατύχημα

β. οι συνθήκες της επέλευσής του , από τις οποίες προκύπτει ότι τούτο δεν οφείλεται σε πταίσμα του παθόντος, ή σε τυχαίο γεγονός

γ. η έκταση της ηθικής βλάβης, ή της ψυχικής οδύνης

δ.  βαθμός του πταίσματος του εργοδότη, ή του προστηθέντος και

ε. η κοινωνική θέση του ενάγοντος και του εναγομένου, από την εκτίμηση των οποίων το δικαστήριο θα προσδιορίσει την εύλογη χρηματική ικανοποίηση. 

 

Δικαστική ομολογία του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ.

 

Από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για αυτόν που ομολογεί γεγονότος (ΑΠ 814/2011).

 

Έξαρση μόνο μερικών αποδεικτικών μέσων στην πολιτική δίκη.  

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 261/2011). 

 

Υποχρέωση προστασίας εργαζομένου.

 

Παράνομη είναι κάθε προσβολή στα δικαιώματα, ή συμφέροντα άλλου, που προστατεύονται από το νόμο.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη, ή παράλειψη, εφ όσον στην τελευταία περίπτωση υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος, ή συμφέροντος, και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αυτό συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο, ή από δικαιοπραξία, ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου, υποχρέωση προστασίας, όπως όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου.

Τέτοια υποχρέωση προστασίας υπάρχει και για τον εργοδότη, τόσο από την γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ, όσο και κυρίως από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

 

Προσύμφωνο πώλησης ακινήτου, αρραβώνας.

 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, το προσύμφωνο είναι σύμβαση, με την οποία τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση. Το προσύμφωνο, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση.

Η σύναψη της οριστικής σύμβασης επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Η εκπλήρωση της ενοχής καθορίζεται από τον νόμο, ή από την δικαιοπραξία.

Η άπρακτη πάροδος της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης, εκ μέρους είτε του ενός είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, επιφέρει συνέπειες. Για τις συνέπειες προέχουσα σημασία έχει η βούληση των μερών.

Η πρακτική σημασία του καθορισμού του χρόνου σύναψης της οριστικής σύμβασης πώλησης συνίσταται, κατά την κρατούσα νομολογία, που δέχεται την εφαρμογή του άρθρου 249 ΑΚ, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή, η οποία είναι 20ετής και αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση (ΑΠ 242/1991, ΑΠ 891/1982, ΑΠ 1500/2008, ΕφΘεσ. 10/1989, ΕφΘεσ 472/1989, ΕφΛαρισ 680/2002)

Η εν λόγω προθεσμία, εφ όσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπλήρωσης της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου. Και μετά την πάροδο της προθεσμίας και μέχρι συμπλήρωσης της 20ετούς παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής σύμβασης.

Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να ορίσουν, ρητά ή σιωπηρά, ότι η άπρακτη πάροδος της ορισθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση κατάρτισης της οριστικής σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία λειτουργεί ως διαλυτική (ΑΠ 1500/2008).

Έχει κριθεί ότι αν έχει προκαταβληθεί εκ μέρους του αγοραστή αξιόλογο μέρος του τιμήματος (πολλώ δε μάλλον ολόκληρο το τίμημα), έχει δε παραδοθεί στον αγοραστή η κατοχή του πράγματος ήδη από την σύναψη του προσυμφώνου, τότε, κατά κανόνα, η ταχθείσα προθεσμία σύναψης της οριστικής σύμβασης δεν είναι διαλυτική, αλλά ορίστηκε ως προθεσμία εκπλήρωσης της παροχής των συμβληθέντων (ΑΠ 388/1970, ΑΠ 77/1971, ΑΠ 356/1976, ΑΠ 1755/1984, ΕφΠειρ 106/1998,  ΕφΑθ 9758/2002).

Το προσύμφωνο πώλησης ακινήτου, αποτελεί καταρτισμένη σύμβαση από την οποία γεννιέται υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών για σύναψη της κυρίας σύμβασης, σύμφωνα με τους όρους που έχουν καθοριστεί σε αυτό (ΑΠ 152/2001, ΑΠ 528/1988).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 383, 385 και 387 ΑΚ, εάν ο ένας από τους συμβαλλομένους βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την παροχή που οφείλει, ο έτερος έχει δικαίωμα να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι μετά την πάροδο της αποκρούει την παροχή.

Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη, ο τελευταίος έχει δικαίωμα, ή να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκπλήρωση, ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (άρθρ. 383 ΑΚ).

Αν επιλέξει και ασκήσει το δεύτερο δικαίωμα δεν μπορεί μετά να ανακαλέσει την επιλογή που έκανε  και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για την μη εκπλήρωση. Δεν απαιτείται όμως να ταχθεί στον υπερήμερο οφειλέτη προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής, εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 385 ΑΚ, όταν δηλαδή από την όλη στάση του προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης,  εξ αιτίας της υπερημερίας και στην περίπτωση που ρητώς συμφωνήθηκε ότι ο συμβαλλόμενος που έγινε υπερήμερος θεωρείται ότι εξέπεσε από τα δικαιώματα της σύμβασης (ΕφΛαρισ 680/2002)

Αν αυτός που υποσχέθηκε την πώληση του πράγματος και έλαβε ολόκληρο ή μέρος από το τίμημα, στη συνέχεια, αθετώντας την υποχρέωση του για κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, δεν προχωρήσει στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, έχει τις συνέπειες των διατάξεων των άρθρων 166, 330, 335, 336, 380, 382, και 904 AK και ο αντισυμβαλλόμενός του έχει δικαίωμα, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ, να αναζητήσει το τίμημα που προκατέβαλε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το οποίο και ζητεί με την αγωγή του αυτουσίως και όχι αποζημίωση του άρθρου 382 ΑΚ που έχει διαφορετικό περιεχόμενο (ΑΠ 528/1988, ΕφΠειρ 508/2008).

Κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου πώλησης,  κατά τις διατάξεις των άρθρων 402 και 403 ΑΚ, μπορεί να δοθεί αρραβώνας. Γενικά ο αρραβώνας, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, έχει τον χαρακτήρα ποινής προς κάλυψη της ζημίας για την περίπτωση μη εκπλήρωσης, ή,  μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης. Ειδικά στην περίπτωση του προσυμφώνου ο αρραβώνας δίνεται για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης αυτού και όχι της σκοπούμενης οριστικής σύμβασης  και εξομοιώνεται με ποινική ρήτρα, θεμελιώνεται δε με τη δόση περιουσιακού στοιχείου με σκοπό την έκπτωση, ή απόδοση του διπλάσιου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της κύριας σύμβασης.

Συνεπώς όταν ο ένας δεν συμπράττει στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης δικαιούται ο άλλος, είτε να αξιώσει την καταδίκη του στην τέλεση της δικαιοπραξίας, είτε να αρκεσθεί στον αρραβώνα, ή να ζητήσει την απόδοση του διπλού, εκτός αν από την σύμβαση προκύπτει διαφορετική ρύθμιση,  εν όψει του ενδοτικού χαρακτήρα των παραπάνω διατάξεων, δηλαδή, να θέλησαν τα μέρη να απαιτηθεί ο αρραβώνας αθροιστικά σε κάθε περίπτωση.

Εξ άλλου οι συμβαλλόμενοι μπορεί να συμφωνήσουν ότι ο αρραβώνας έχει το χαρακτήρα και την έννοια του επιτίμιου μεταμελείας (ΑΚ 398), δηλαδή ότι ο αρραβώνας δίνεται με την συμφωνία ότι αυτός που δίνειν ή αυτός που τον λαμβάνει, μπορούν να υπαναχωρήσουν από την σύμβαση, χάνοντας τον αρραβώνα, ή αποδίδοντάς τον διπλάσιο. Ο αρραβώνας ως επιτίμιο μεταμέλειας, επειδή δίνεται για την ανατροπή της σύμβασης, απαιτείται για να χαρακτηρισθεί με αυτήν την έννοια, να έχει συμφωνηθεί ρητά, ή να συνάγεται αναμφίβολα ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να έχουν το δικαίωμα υπαναχώρησης από την σύμβαση χάνοντας τον αρραβώνα, ή αποδίδοντας αυτόν διπλάσιο (ΑΠ 1256/1976, ΑΠ 849/76, ΑΠ 58/97, ΑΠ 1462/94, ΕφΠειρ 106/1998).

Η σύμβαση του αρραβώνα, ως παρεπόμενη της κυρίας σύμβασης, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση. Προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρέωσης προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, η περί αρραβώνος σύμβαση πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 164 και 166 ΑΚ διαφορετικά είναι άκυρη (ΑΠ 1500/2008). 

 

Κτήση κυριότητας ακινήτου με πλειστηριασμό. Ευθύνη του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό έναντι του υπερθεματιστή.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 199, 513 επ, 175 ΑΚ και 1005 παρ 1 εδ β ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση, που ολοκληρώνεται με την κατακύρωση και εξομειώνεται με πώληση.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1005 ΚΠολΔ και 1033 ΑΚ η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί τον νόμιμο τίτλο, δυνάμει του οποίου, από της μεταγραφής, μετατίθεται η κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπερθεματιστή.

Με τον πλειστηριασμό δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθερματιστή, αλλά αυτός, ως ειδικός διάδοχος, παραλαμβάνει το πράγμα με όσα δικαιώματα σε αυτό κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού είχε ο καθ ου η εκτέλεση (ΑΠ 657/2012). Προϋποτίθεται, δηλαδή, ότι ο οφειλέτης είναι δικαιούχος του δικαιώματος, που κατασχέθηκε και εκπλειστηριάστηκε, καθώς και ότι είχε την εξουσία για τη διάθεσή του. Η έλλειψη εξουσίας διάθεσης, όπως και η έλλειψη κυριότητας του οφειλέτη επί του κατασχεθέντος και πλειστηριασθέντος αντικειμένου καθιστά τον πλειστηριασμό απρόσφορο να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά του, που είναι η μεταβίβαση του αντικειμένου του πλειστηριασμού στον υπερθεματιστή (ΟλΑΠ 1688/83, ΑΠ 442/93, ΑΠ 265/2004) ακόμη και αν έχει μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης (ΟλΑΠ 1688/8,  ΑΠ 384/2002).

Για την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης από τον υπερθεματιστή ο νόμος δεν τάσσει προθεσμία, ούτε απαγγέλλει για την μη μεταγραφή ακυρότητα. 

Η μη μεταγραφή όμως αναστέλλει μόνον, έως ότου γίνει, την κτήση του υπερθεματιστή του δικαιώματος που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και την άσκηση από τον υπερθεματιστή, των, από την περίληψη ως εκτελεστού τίτλου, περαιτέρω δικαιωμάτων του (ΑΠ 314/2008).

Αφ ότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης (άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση. Ως εκ τούτου, ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παραγώγου τρόπου κτήσης της κυριότητας ακινήτου και ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ ου η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα, χωρίς ωστόσο να βαρύνεται και με τις ενοχικές υποχρεώσεις του καθ ου η εκτέλεση, με βάση τις οποίες τρίτος έχει δικαίωμα κατοχής και χρήσης, ή κάρπωσης του πλειστηριαζόμενου πράγματος, αφού αυτός ο ίδιος δεν συνδέεται ενοχικά με τον δικαιούχο (κατ αντιδιαστολή από το άρθρο 1009 ΚΠολΔ).

Κατ' εξαίρεση προστατεύεται το ενοχικό δικαίωμα του τρίτου μισθωτή, αν η μίσθωση αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας και αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο με τη ρύθμιση της παρ. 2 εδ. β του  άρθρου 1005 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι η κατακυρωτική έκθεση μπορεί να εκτελεσθεί και εναντίων αυτών, που κατέχουν το ακίνητο στο όνομα του καθ ου η εκτέλεση, ανεξάρτητα από το αν η κατοχή στηρίζεται σε εμπράγματη, ή ενοχική σχέση (ΑΠ 605/2007).

Σημειώνεται ότι το δικαίωμα του νομέα του ακινήτου για επίσχεση, έως ότου ικανοποιηθεί για τις δαπάνες που του οφείλονται (άρθρο 1106 εδ. α ΑΚ), ως ενοχικό δικαίωμα δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου υπερθεματιστή για δαπάνες που έγιναν πριν από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης και την κτήση από τον υπερθεματιστή του δικαιώματος της κυριότητας που είχε ο οφειλέτης, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση (ΑΠ 605/2007).

Σύμφωνα με το άρθρο 1017 παρ. 2 ΚΠολΔ επί υπάρξεως νομικών ελαττωμάτων επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού, υφίσταται ευθύνη μόνο του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό, κατ' αποκλεισμό του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη, και υπό την προϋπόθεση ότι ο επισπεύδων τον πλειστηριασμό κατά τον χρόνο της διενεργείας του γνώριζε την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος.

Η ευθύνη του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό έναντι του υπερθεματιστή, αποκλείεται για πραγματικά ελαττώματα κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 1017 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου αποκλείεται η ευθύνη του και για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων (ΑΠ 1036/2009).

Ως νομικό ελάττωμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1017 παρ.  εδ. β. ΚΠολΔ και εκείνης του άρθρου 514 ΑΚ, νοείται οποιοδήποτε δικαίωμα τρίτου στο πράγμα που εκπλειστηριάσθηκε, εφ όσον τούτο μπορεί να αντιταχθεί κατά του υπερθεματιστή και διακωλύει την ελεύθερη μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος σε αυτόν, ή την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από την κυριότητα, ανεξάρτητα αν το δικαίωμα αυτό έχει εμπράγματο, ή ενοχικό χαρακτήρα (ΟλΑΠ 1688/1983, ΑΠ 872/1973, ΑΠ 884/1974, ΑΠ 1036/2009).

Τέτοιο ελάττωμα υφίσταται και όταν ο κύριος του πράγματος που εκπλειστηριάσθηκε, ή του τμήματος αυτού, δεν είναι εκείνος κατά του οποίου επισπεύδεται ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, αλλά τρίτος.

Σημειώνεται ότι, εάν το εκπλειστηριασθέν ακίνητο δεν έχει την έκταση, που αναφέρεται στην έκθεση της κατάσχεσης και το πρόγραμμα του αναγκαστικού πλειστηριασμού, αλλά με βάση την περιγραφή του είναι μικρότερης έκτασης, τότε, δεν υφίσταται νομικό ελάττωμα, αλλά έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας (άρθρο 559 παρ. 1 ΑΚ) γιατί η επί πλέον έκταση, που μνημονεύεται στο πρόγραμμα του πλειστηριασμού, είναι ανύπαρκτη, με αποτέλεσμα να μην είναι αντικείμενο του πλειστηριασμού, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για έλλειψη κυριότητας  του καθ ου η εκτέλεση σε τμήμα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου (ΑΠ 1036/2009).

Στην περίπτωση νομικού ελαττώματος ο υπερθεματιστής έχει εναντίον του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό, τις, από τις διατάξεις των άρθρων 514 και 516 ΑΚ, προβλεπόμενες αξιώσεις για τον αγοραστή κατά του πωλητή σε περίπτωση υπερημερίας, ή υπαίτιας αδυναμίας προς εκπλήρωση της παροχής.

Σημειώνεται ότι η μεταβίβαση που επέρχεται, λόγω αναγκαστικού πλειστηριασμού  ακινήτου με αυθαίρετο κτίσμα, δεν νομιμοποιεί το αυθαίρετο κτίσμα, ο δε υπερθεματιστής που αποκτά την κυριότητά του με τον πλειστηριασμό υπόκειται στις δεσμεύσεις και τους περιορισμούς των διατάξεων για τα αυθαίρετα κτίσματα (ΑΠ 265/2004). 

 

Αναστολή πλειστηριασμών ακινήτων για το 2013.

 

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 5 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου  της 18 Δεκεμβρίου 2012 ( ΦΕΚ Α΄ 246) η προθεσμία της αναστολής των πλειστηριασμών, οι οποίοι επισπεύδονται για την ικανοποίηση απαιτήσεων που δεν υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, από πιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες παροχής πιστώσεων, καθώς και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 16ης Δεκεμβρίου 2011 ( Α΄ 262) και όπως η Πράξη αυτή κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 4047/2012 (Α΄ 31), παρατείνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2013, κατά δε την παρ.2 της ίδιας Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ν. 3869/2010 (Α΄ 130), όπως ισχύει, η φράση «μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012» αντικαθίσταται από τη φράση «μέχρι την 31η  Δεκεμβρίου 2013».

Κατά συνέπεια μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2013 προστατεύονται από πλειστηριασμούς, α) όλα τα ακίνητα, εφ όσον πρόκειται για οφειλές κάτω των 200.000 ευρώ προς πιστωτικά ιδρύματα και β) η κύρια ή μοναδική κατοικία ανεξάρτητα από ποσό οφειλής, ιδιότητα οφειλέτη και ιδιότητα δανειστή (ακόμα και ιδιώτης), αρκεί η αντικειμενική αξία του ακινήτου να μην υπερβαίνει το αφορολόγητο όριο πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%.

 

Διορισμός αντικλήτου. Επίδοση δικογράφου σε αντίκλητο. Επίδοση δικογράφου σε πληρεξούσιο δικηγόρο.

 

Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 142 παρ. 1 και 4, είτε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του πρωτοδικείου της κατοικίας του διαδίκου, είτε με ρήτρα σε σύμβαση.

Η επίδοση δικογράφου προς διάδικο μπορεί να γίνεται και προς τον νόμιμα διορισμένο αντίκλητό του, εφ όσον εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα (άρθρα 94, 96, 97, 142 και 143 ΚΠολΔ).

Την ιδιότητα του αντικλήτου έχει και ο νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος, στον οποίο μπορούν να γίνονται μόνον οι επιδόσεις που ανάγονται στη δίκη για την οποία είναι πληρεξούσιος, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης.

Μετά όμως την έκδοση της οριστικής απόφασης, σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει μεν επίδοση της σχετικής κλήσης προς τον υπογράψαντα το ένδικο μέσο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, όχι όμως και προς τον κατά τη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο του καθ ου το ένδικο μέσο, ο οποίος μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης παύει να έχει την ιδιότητα του αντικλήτου, αν δεν διορίσθηκε αντίκλητος κατά το άρθρ. 142 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ (ΑΠ 110/2012).

 

Εκχώρηση Ονομάτων Χώρου με κατάληξη .gr Διαγραφή Ονομάτων Χώρου με κατάληξη .gr

 

Με τον ν. 2867/2000 «Οργάνωση και λειτουργία των τηλεπικοινωνιών και άλλες διατάξεις» η αρμοδιότητα της εκχώρησης ονομάτων χώρου με κατάληξη .gr χορηγήθηκε στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε-ΕΤΤ), η οποία ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας (αρ. 3 παρ.2 ν. 2867/2000) έχει αρμοδιότητα να «εκδίδει κανονιστικές η ατομικές πράξεις, δημοσιευόμενες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με τις οποίες ρυθμίζεται κάθε διαδικασία και λεπτομέρεια σε σχέση με την ανωτέρω αρμοδιότητα της».

Σε ενάσκηση της παραπάνω αρμοδιότητας της η ΕΕΤΤ εξέδωσε την με αριθμό 268/73/31.12.2002 απόφαση της, με την οποία έθεσε σε εφαρμογή τον «Κανονισμό Διαχείρισης και Εκχώρησης Ονομάτων Χώρου (Domain Names) με κατάληξη .gr. Ο Κανονισμός αυτός σκοπεύει στη θέσπιση κανόνων σχετικά με την διαδικασία εκχώρησης και την χρήση ονομάτων χώρου (domain name) με κατάληξη .gr

Προβλέπει

Αρθρο 2 α...β.

Εκχώρηση Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr είναι η ατομική διοικητική πράξη με την οποία η ΕΕΤΤ χορηγεί σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης συγκεκριμένου Ονόματος Χώρου 2ου επιπέδου με κατάληξη .gr ή Ονόματος Χώρου 3ου επιπέδου με κατάληξη .gr. Η ΕΕΤΤ έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα εκχώρησης Ονομάτων Χώρου 2ου επιπέδου με κατάληξη .gr ή Ονομάτων Χώρου 3ου επιπέδου με κατάληξη .gr...

Αρθρο 3 παρ. 1 παρ. 2.

Το δικαίωμα το οποίο αποκτάται με την Εκχώρηση Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr συνίσταται αποκλειστικά και μόνο στην απόκτηση από το Φορέα του συγκεκριμένου Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης των συγκεκριμένων αλφαριθμητικών στοιχείων, με αποκλειστικό σκοπό την κατά μοναδικό τρόπο εξατομίκευση ενός υπολογιστή συνδεδεμένου σε δίκτυο ή μιας ομάδας υπολογιστών συνδεδεμένων σε δίκτυο, σύμφωνα με τις αρχές του Συστήματος Ονοματοδοσίας Διαδικτύου.

Αρθρο 3 παρ. 7.

Η Εκχώρηση των Ονομάτων Χώρου με κατάληξη .gr διέπεται από την αρχή της χρονικής προτεραιότητας. Το δικαίωμα επί του Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr αποκτάται από την Εκχώρηση του σύμφωνα με την παρούσα, ανατρέχει όμως στο χρόνο υποβολής της Αίτησης Εκχώρησης στον Καταχωρητή.

Αρθρο 5 παρ.1.

Η ΕΕΤΤ απορρίπτει Αίτηση Εκχώρησης στις εξής, περιοριστικά οριζόμενες περιπτώσεις, που αποτελούν απόλυτους λόγους απόρριψης:

«α... β. Αν κατά το χρόνο υποβολής της Αίτησης έχει ήδη εκχωρηθεί σε άλλο πρόσωπο, Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr όμοιο με αυτό που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης»...

Αρθρο 5 παρ. 2. Η ΕΕΤΤ απορρίπτει Αίτηση Εκχώρησης στις εξής περιοριστικά οριζόμενες περιπτώσεις που αποτελούν σχετικούς λόγους απόρριψης:

Αρθρο 6 παρ. 1.

Ένα Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr διαγράφεται οριστικά με Απόφαση της ΕΕΤΤ, η οποία κινείται αυτεπάγγελτα ή μετά από καταγγελία τρίτου, οσάκις συντρέχουν μια ή περισσότερες από ης εξής περιοριστικά οριζόμενες περιπτώσεις: «α. Αν το ζητήσει ο φορέας με αίτηση του στην ΕΕΤΤ. β. Μετά υπό αμετάκλητη απόφαση αρμόδιας δημόσιας αρχής ή δικαστηρίου, η οποία είναι εκτελεστή στην Ελλάδα ή αντίστοιχη απόφαση διαιτητικού οργάνου εκτελεστή στην Ελλάδα, με την οποία αναγνωρίζεται συμφωνά με το ελληνικό δίκαιο προγενέστερο δικαίωμα τρίτου στο Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr ή σε σημείο από το οποίο συντίθεται εν μέρει ή ολικά, το Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr. γ. Αν συντρέχει λόγος που δεν θα επέτρεπε την εκχώρηση του συγκεκριμένου Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr σύμφωνα με το αρ. 5 ανωτέρω... δ. Αν το Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr δεν χρησιμοποιείται στο Διαδίκτυο για δύο (2) συνεχή έτη», ε. Σε περίπτωση που ο φορέας έχει καταθέσει ψευδή ή ανακριβή στοιχεία ή δεν έχει μεριμνήσει εγκαίρως για την κοινοποίηση πιθανής επελθούσας τροποποίησης τους σύμφωνα με την παρούσα, στ. Σε περίπτωση που ο φορέας έχει προβεί σε χρήση του Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr, η οποία αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστης ή είναι κακόπιστη και ιδιαίτερα όταν έχει επιτρέψει ή ανεχθεί τη χρήση από τρίτο του ίδιου Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr ή Ονόματος Χώρου 3ου ή επόμενου επιπέδου με κατάληξη .gr το οποίο συντίθεται από το εκχωρηθέν στο φορέα Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr, κατά τρόπο ο οποίος θα συνιστούσε λόγο διαγραφής του Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr, σύμφωνα με το παρόν αρ.. ζ. Σε περίπτωση που ο φορέας είναι νομικό πρόσωπο και λυθεί, εφόσον το σχετικό Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr δεν μεταβιβασθεί, σύμφωνα με την παρούσα». 

 

Εμπρησμός από αμέλεια.

 

Μην ανάβετε φωτιές, προκειμένου να κάψετε απορρίμματα, όπως σκουπίδια, κλαδιά δέντρων και άλλα άχρηστα πράγματα, χωρίς προηγουμένως να λάβετε τα προβλεπόμενα από τους δασικούς κανονισμούς μέτρα, χωρίς δηλαδή, να επιτηρείτε την έκταση και την ένταση της φωτιάς και χωρίς να διαθέτετε, πλησίον του, τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη έκρηξης πυρκαγιάς και κατάσβεσης αυτής, ή πετάξετε κανένα τσιγάρο, ή άλλο εύφλεκτο υλικό, γιατί  θα θεωρηθείτε τουλάχιστον εμπρηστής από αμέλεια.

Εμπρησμός από αμέλεια θεωρείται η από τον δράστη πρόκληση πυρκαγιάς, δηλαδή έκρηξη πυρός με οπωσδήποτε σημαντική και ασυνήθη έκταση, που έχει τάση εξάπλωσης και δεν μπορεί εύκολα να κατασβησθεί, από την οποία είναι δυνατόν να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ένα ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο ξένων εννόμων αγαθών.

Αμέλεια δε υπάρχει, όταν δεν καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητα άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, την συνήθεια που επικρατεί στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και λογική, αλλά και τις δυνατότητές του, που προσδιορίζονται από τις προσωπικές του περιστάσεις και ικανότητες κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του, ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα.

Αν βάλετε επομένως φωτιά να κάψετε απορρίμματα, ή πετάξατε κανένα τσιγάρο, ή άλλο εύφλεκτο υλικό και προκαλέσετε πυρκαγιά και από την πράξη σας προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 264 εδ. α, 265 παρ. 1 και 266 παρ. 1 του ΠΚ,  θα τιμωρηθείτε με φυλάκιση, αν δε προξενηθεί πυρκαγιά σε δάσος, ή δασική έκταση κατά την έννοια της παρ. 5 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979, ή σε έκταση που έχει κηρυχθεί δασωτέα, ή αναδασωτέα κατά την έννοια της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, θα τιμωρηθείτε αυστηρότερα, δηλαδή με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή από 2.900 ευρώ μέχρι 29.000 ευρώ.

Να θυμάστε ότι, κατά τα άρθρα 23 παρ. 1 εδ. β και 69 παρ. 1 εδ. β του ν. 998/1979, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 117 ν. 1892/1990, απαγορεύεται να ανάβετε, ή να διατηρείτε, φωτιά για  οποιονδήποτε σκοπό, εντός οικιών, ξενοδοχείων, εργαστηρίων, καλυβών, ποιμνιοστασίων, σκηνών, αυλών και άλλων ενδιαιτημάτων ή περιφραγμένων ακαλύπτων χώρων ευρισκομένων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή σε τριακοσίων μέτρων απόσταση από των ορίων αυτών, χωρίς να λάβετε τα παρά των δασικών κανονισμών προβλεπόμενα μέτρα. Στην περίπτωση αυτή θα τιμωρηθείτε με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 586,88 ευρώ. 

 

Επίδοση σε πρόσωπο άγνωστης διαμονής. Δόλια κλήτευση διαδίκου ως άγνωστης διαμονής.

 

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 135 ΚΠολΔ, άγνωστος είναι ο τόπος της διαμονής ενός προσώπου, όταν δεν είναι κοινώς γνωστή η μόνιμη κατοικία ή διαμονή του, δεν κατέστη δε δυνατόν να βρεθεί, μολονότι καταβλήθηκε προς τούτο κάθε δυνατή προσπάθεια, υπαγορευόμενη και από τις αρχές της καλής πίστης, προς τις οποίες οφείλουν να συμμορφώνονται οι διάδικοι κατά την ενέργεια των σχετικών διαδικαστικών πράξεων.

Απαιτείται για το άγνωστο της διαμονής ευρεία αντικειμενική άγνοια εκ μέρους του προσώπου που παραγγέλλει την επίδοση, ή του οργάνου που την έκανε, ή κλήθηκε να την κάνει, και δεν αρκεί απλώς το γεγονός ότι ο παραγγέλλων την επίδοση δεν γνώριζε τον τόπο, ή την ακριβή διεύθυνση διαμονής, αλλά πρέπει να μην είναι δυνατή η εξακρίβωση με τα συνήθη μέσα επιμέλειας.

Έτσι, αν αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η επίδοση, ο προς ον αυτή κατοικούσε μονίμως σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση που θα μπορούσε να πληροφορηθεί, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προς τούτο, κατά το μέτρο επιμελούς ανθρώπου, προσπάθεια εκείνος που την παρήγγειλε, ή ο δικαστικός επιμελητής που την ενήργησε, η επίδοση είναι άκυρη, εφ όσον και η σχετική παράβαση επέφερε τέτοια βλάβη, μη θεραπευόμενη άλλως, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 1719/2007, ΕφΠειρ. 730/2008, ΕφΑθ 5477/2004).

Εφ όσον τηρηθεί η διαδικασία των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 135, προκειμένου ο επισπεύδων την επίδοση,  είτε να λάβει γνώση των στοιχείων της κατοικίας του αγνώστου διαμονής προσώπου, είτε να εξασφαλίσει το τεκμήριο ότι επρόκειτο για πρόσωπο άγνωστης πράγματι διαμονής, δημιουργείται αμάχητο τεκμήριο ότι το πρόσωπο αυτό είναι άγνωστης διαμονής, με συνέπεια να μην είναι επιτρεπτή ανταπόδειξη για το αντίθετο (ΑΠ 1369/1993, ΕφΠειρ. 72/2010).

Αν, όμως, το προς επίδοση του εγγράφου πρόσωπο εμφανίζεται εκ των προτέρων στον επισπεύδοντα ως γνωστής διαμονής και παρά ταύτα ο επισπεύδων επιχειρεί τη διαδικασία της πρόσκλησης, προκειμένου-κατά καταστρατήγηση της διάταξης-να επιτύχει και εξασφαλίσει το ως άνω αμάχητο τεκμήριο, η τελευταία (διαδικασία της πρόσκλησης) χωρεί μη νομίμως και απολύτως ακύρως, με συνέπεια να μην παράγεται εξ αυτής το ως άνω τεκμήριο (ΕφΠειρ. 72/2010).

Επί δόλιας κλήτευσης διαδίκου ως άγνωστης διαμονής, παρέχεται προστασία από τις διατάξεις των άρθρων 544 αριθ. 9 ΚΠολΔ και 281ΑΚ (Ν.Νίκα, Πολιτική Δικονομία, 2005, τόμος ΙΙ,σελ.75).

 

Επιχειρησιακή συνήθεια.

 

Επιχειρησιακή συνήθεια είναι η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στον χώρο της επιχείρησης.

Η επιχειρησιακή συνήθεια δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί ν' αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους την χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει την βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ανακλητής παροχής.

Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους χωρίς να έχει νομική δέσμευση.

Οι παροχές αυτές, και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά επί ορισμένο χρονικό διάστημα διατηρούν τον χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών και ιδίως αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους.

Στην περίπτωση αυτή από την δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί ν' ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των παροχών αυτών.

Κατά συνέπεια η από τον εργοδότη κατ' ενάσκηση του πηγάζοντος από τα άρθ. 648 και 652 ΑΚ διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και εντεύθεν δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθ. 7 ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου ούτε αξίωση για την συνέχιση της καταβολής μιας τέτοιας παροχής (ΑΠ 258/2012).

 

Ευθύνη εργολάβου έργου για τήρηση μέτρων ασφάλειας για προηγούμενα τμήματα του έργου.

 

Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε έναν εργολάβο (άρθρο 4 παρ. 1 ν. 1396/1983) ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου, ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφάλειας, που του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφ όσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι.

Ο εργολάβος και ο υπεργολάβος τμήματος του έργου (άρθρο 5 παρ. 1 ν. 1396/1983) είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφάλειας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους.

Συνεπώς ο εργολάβος τμήματος έργου δεν έχει μεν υποχρέωση να λαμβάνει και να τηρεί μέτρα ασφάλειας για προηγούμενα τμήματα του έργου, για τα οποία αντίστοιχη υποχρέωση έχουν οι εργολάβοι ή οι υπεργολάβοι των τμημάτων αυτών, ή αναλόγως ο κύριος του έργου, όμως αν τα μέτρα αυτά δεν έχουν ληφθεί, οφείλει να μην αρχίσει την εκτέλεση του δικού του τμήματος του έργου, γιατί διαφορετικά εκθέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του προσωπικού του.

Υποχρεούται συνεπώς σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας να αποζημιώσει τους παθόντες, αφού με την παράλειψή του και την ανοχή του στην έλλειψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας δημιούργησε και ο ίδιος κατάσταση επικινδυνότητας για το προσωπικό του (ΑΠ 1858/2011).

 

Η μερική αποζημίωση του νόμου 551/1915 και η πλήρης αποζημίωση του άρθρου 914 ΑΚ στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος.

 

Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας, ή εξ αφορμής αυτής, σε εργάτη, ή υπάλληλο των εργασιών, ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 του νόμου (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με την σύσταση του οργανισμού του παθόντος και την βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε με αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της, ή εξ αφορμής αυτής, δηλαδή πρέπει το αίτιο, στο οποίο οφείλεται το εργατικό ατύχημα, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική, ή παθολογική, προδιάθεση του παθόντος και το οποίο συνεπώς δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της.

Σε περίπτωση τέτοιου ατυχήματος (εργατικού) οφείλεται κατ' αρχήν η προβλεπόμενη από το άρθρο 3 του ως άνω νόμου αποζημίωση, για την οποία η ευθύνη του εργοδότη είναι αντικειμενική, δηλαδή αυτός ευθύνεται σε καταβολή της αποζημίωσης ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματός του, ή πταίσματος των προστηθέντων από αυτόν προσώπων.

Η αποζημίωση μπορεί κατ εφαρμογή του άρθρου 16 παρ. 4 του ν. 551/1915 να μειωθεί μέχρι το μισό της, μόνο, όταν ο παθών επέδειξε την ειδική αμέλεια που συνίσταται στην από μέρους του αδικαιολόγητη παράβαση των διατάξεων νόμων, διαταγμάτων, ή συναφών κανονισμών, που θέτουν τους όρους ασφάλειας στην εργασία και έχουν εκδοθεί από την αρμόδια αρχή, ή τον κύριο της επιχείρησης, εφ όσον στην τελευταία περίπτωση κυρώθηκαν από την αρχή.

Πλήρη αποζημίωση κατά το κοινό δίκαιο έχουν το δικαίωμα κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 να ζητήσουν, ο παθών από εργατικό ατύχημα και σε περίπτωση θανάτου του οι προσδιοριζόμενοι στο άρθρο 6 του ν. 551/1915 συγγενείς του, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, ή όταν έγινε σε εργασία, ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις για τους όρους ασφάλειας και σε αιτιώδη με αυτές συνάφεια.

Τέτοιες διατάξεις είναι ειδικότερα εκείνες που προβλέπουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους, προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων και όχι τρίτων, δηλαδή δεν αρκεί ότι το ατύχημα επήλθε από την παράβαση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνον από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς κατά τα λοιπά να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου

Σε περίπτωση, πάντως, που ο παθών από εργατικό ατύχημα υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ο εργοδότης, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του αν. 1846/1951 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 3 του ν. 551/1915, απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντος, είτε αυτή είναι η κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωση, είτε πρόκειται για την ειδική αποζημίωση του ν. 551/1915 και μόνον αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον παθόντα τη διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των χορηγούμενων σε αυτόν από το ΙΚΑ παροχών.

Η ως άνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη, ή του παθόντος, αλλά και όταν αυτό προκλήθηκε από ενέργεια, ή παράλειψη των προσώπων που προστήθηκαν από τον εργοδότη, τα οποία επίσης καλύπτονται από την απαλλαγή, ενώ καλύπτεται και η περίπτωση της ειδικής αμέλειας, που αφορά την παράβαση ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων.

Σε όλες όμως τις περιπτώσεις ο παθών από εργατικό ατύχημα, ασφαλισμένος, ή όχι, στο ΙΚΑ, και αναλόγως τα μέλη της οικογένειάς του, διατηρούν κατά του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, τις αξιώσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, εφ όσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τους, που συνιστά εν προκειμένω και η αμέλεια ως προς την τήρηση των προβλεπόμενων από γενικές ή ειδικές διατάξεις όρων ασφάλειας των εργαζομένων και όχι μόνον η ως άνω ειδική αμέλεια, αφού η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, κατά τα άρθρα 299 και 932 ΑΚ είναι διαφορετικής φύσης και δεν καλύπτεται από την απαλλαγή τους από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση, ή από την ειδική αποζημίωση κατά το ν. 551/1915, που αφορούν αξιώσεις καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα

Η υποχρέωση αποζημίωσης κατά το κοινό δίκαιο ρυθμίζεται κυρίως από το άρθρο 914 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ (ΟλΑΠ 1287/1986, (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 274/2000, ΟλΑΠ 1267/1976, ΑΠ 412/2008, ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 855/2010. 

 

Ευθύνη επιβλέποντος μηχανικού στις οικοδομικές εργασίες.  Απουσία του κατά την εκτέλεση των εργασιών στην οικοδομή.

 

Κατά το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 1396/1983, "επιβλέπων" είναι το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματος, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης.

Κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, οι υποχρεώσεις του επιβλέποντος συνίστανται, εκτός των άλλων, στο να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας και να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε ένα εργολάβο, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

Κατά το άρθρο 3 του ίδιου νόμου, οι εργολάβοι και υπεργολάβοι υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και να τηρούν τις οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι

α. ο μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου, έχει την νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον εργολάβο, ή τον κύριο του έργου (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για την λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, καθώς επίσης να επιβλέπει την εφαρμογή τους, ως εκ του επαγγέλματος του (άρθρο 315 παρ. 1 ΠΚ), αφού είναι ο επιστημονικά αρμόδιος του εκτελούμενου οικοδομικού έργου και

β. η αμέλεια του επιβλέποντος μηχανικού θεμελιώνεται κυρίως στην παράλειψη της υποχρέωσής του που απορρέει από την επαγγελματική του ιδιότητα, να υποδείξει προς τον εργολάβο του έργου, την λήψη των απαραιτήτων μέτρων, τα οποία θα απέτρεπαν τον κίνδυνο πρόκλησης βλάβης και στην γνώση ότι ο κύριος του έργου, ή κατά περίπτωση ο εργολάβος, δεν έλαβαν τα μέτρα αυτά, ή κάποιο άλλο, που θα απέτρεπε τον κίνδυνο ατυχήματος (ΑΠ 261/2011).

 αναφορά ότι ως επιβλέπων μηχανικός δεν παρευρίσκετο κατά την εκτέλεση των εργασιών στην οικοδομή, αν και γνώριζε την εκτέλεση αυτών, συνιστούν επάλληλη αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία η παρουσία του, κατά τον παραπάνω χρόνο στον ως άνω τόπο, θα απέτρεπε το ατύχημα, υπό την έννοια ότι θα ζητούσε από τον εργαζόμενο να μην πράξει την συγκεκριμένη ενέργεια λόγω του κινδύνου που διέτρεχε από την έλλειψη μέτρων ασφαλείας, ή τουλάχιστον θα τον ενημέρωνε για τον κίνδυνο που διατρέχει (ΑΠ 261/2011). 

 

Όνομα περιοχής, domain name. Προστασία domain name και  διακριτικού γνωρίσματος.

 

Βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο, όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών. Μέσο για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το domain name, ή όνομα περιοχής, το οποίο κατ' ουσίαν επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης ή «κυβερνοδιεύθυνσης», επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης.

To domain name αποτελείται από σειρά αλφαριθμητικών χαρακτήρων, τουλάχιστον τριών και όχι περισσότερων των είκοσι τεσσάρων, χωρίς ή με λογικό ειρμό, σε μια ή περισσότερες λέξεις, που χωρίζονται από διάφορα σημεία, διαιρείται δε σε τρία μέρη.

Τα πρώτο μέρος είναι κοινό για όλα τα domain names και αποτελείται από τα αρκτικόλεξα http://www (Hyper Text Transfer Protocol - World Wide Web) που δηλώνει το πρωτόκολλο επικοινωνίας και ότι η επικοινωνία διεξάγεται στο World Wide Web.

To δεύτερο μέρος, second level domain, αποτελείται από τα εκάστοτε ονόματα φυσικών και νομικών προσώπων. Πρόκειται για το κατ' εξοχήν όνομα, την κατ' εξοχήν διαδικτυακή διεύθυνση.

Το τρίτο μέρος αποτελεί το επονομαζόμενο top level domain, που δηλώνει το είδος της τοποθεσίας, ή την γεωγραφική προέλευση, όπως com για εταιρίες, org για οργανισμούς, net για παροχές υπηρεσιών, gr για την χώρα αρχειακής καταχώρισης του domain name (Ι. Καράκωστα, Δίκαιο & Internet, 2003, σ. 27).

Το domain name δεν ταυτίζεται με την εμπορική επωνυμία, τον διακριτικό τίτλο, ή το εμπορικό σήμα.

Ωστόσο αποδίδεται σε αυτό λειτουργία, τόσο διακριτικού τίτλου, όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, γιατί αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο. Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία.

Κατά συνέπεια απολαμβάνει προστασίας αντίστοιχης με εκείνη των διακριτικών γνωρισμάτων.

Η καταχώριση γνωστού ξένου διακριτικού γνωρίσματος ως domain name ενδέχεται να συνιστά αθέμιτο παρεμποδιστικό ανταγωνισμό (άρθρο 1 ν. 146/1914), ενώ δεν αποκλείεται να συντρέξουν και οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 13 ν. 146/1914, όταν αυτό χρησιμοποιείται στο διαδίκτυο.

Η σύγκρουση μεταξύ διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, επωνυμίας, σήματος κλπ. και domain name αίρεται με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας.

Ομοειδές του domain name προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα, προσβάλει το προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα.

Ο κίνδυνος σύγχυσης νοείται ευρέως, ώστε να μην αποκλείεται ακόμη και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση παράγει ή εμπορεύεται ανόμοια προϊόντα, ή προσφέρει ανόμοιες υπηρεσίες, αφού και στην περίπτωση αυτή ο καταναλωτής μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση, ή ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει σχέση συνεργασίας.

Απαιτείται, να υπάρχει εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων, στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις, και τούτο γιατί η έλλειψη κάθε σχέσης των οικονομικών κλάδων δραστηριότητας θα έχει κατά κανόνα ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα παραπλάνησης ενός αμελητέου τμήματος των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, το οποίο δεν θα επαρκούσε για την αποδοχή του κινδύνου σύγχυσης (Γ. Γεωργιάδη, Η προστασία των διακριτικών γνωρισμάτων στο διαδίκτυο, ΕφΑθ 6012/2005, ΕφΑθ 8247/2005, ΕφΑθ 6762/2007). 

 

Παραγραφή αξίωσης από αδικοπραξία, αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

 

Κατ άρθρο 904 παρ.1 εδ. α ΑΚ «όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Κατ άρθρο 938 ΑΚ «όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ότι περιήλθε σ` αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί".

Από τις διατάξεις συνάγεται ότι, αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία, ή με ζημία, του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ.

Ειδικότερα, αν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφ όσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, γιατί  απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 2 ΑΚ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφελείας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, γιατί η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια (ΑΠ 744/1977, ΕφΑθ. 1147/1992, ΕφΘεσ 777/2003, ΑΠ 547/2008).

Για να τύχουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών