ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Διατροφή ενήλικου τέκνου.

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1486 ΑΚ δικαίωμα διατροφής, εκτός από το ανήλικο, έχει και το ενήλικο τέκνο, εφ όσον το τελευταίο, δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του, ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, εν όψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του (ΑΠ 884/2003).

Στην έννοια της «περιουσίας» την οποία το ενήλικο τέκνο οφείλει να διαθέτει για τις διατροφικές του ανάγκες και η ύπαρξη της οποίας αποκλείει, ή περιορίζει το δικαίωμα αυτού, να απαιτεί διατροφή από τους γονείς του, δεν περιλαμβάνεται κάθε παροχή, που τυχόν δικαιούται το τέκνο να λάβει και που έχει ειδικό προορισμό και συνιστά βοήθημα για τη δημιουργία οικογενειακής ή επαγγελματικής αυτοτέλειας του τέκνου, όπως είναι η παροχή, που δικαιούται το τέκνο να λάβει από το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας ως παιδί μετόχου ή μερισματούχου σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία (ΑΠ 155/2011).

 

Διατροφή συζύγων κατά την διάρκεια του γάμου.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση διατροφής, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, ανεξαρτήτως του αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος.

Το μέτρο της διατροφής του καθ ενός προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής.

Η υποχρέωση διατροφής παύει, ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Οι περιστάσεις αυτές αναφέρονται σε γεγονότα που επηρεάζουν τις οικονομικές δυνάμεις, ή τις ανάγκες, είτε του δικαιούχου, είτε του υπόχρεου και όχι σε άλλα γεγονότα, που δεν επηρεάζουν το συσχετισμό των δυνάμεων και των αναγκών των συζύγων.

Οι περιστάσεις αυτές προβάλλονται με ένσταση του υπόχρεου συζύγου, η οποία προτείνεται μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υπόθεσης συζήτηση, τόσο στο Πρωτοδικείο όσο και στο Εφετείο, εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269§2 και 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 271/01, ΕφΑθ 1723/03).

Οι προϋποθέσεις επιδίκασης διατροφής και ο καθορισμός της έκτασης και του ύψους αυτής κρίνονται από το χρόνο έγερσης αγωγής και με βάση το εκάστοτε επίδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 132/03).

 

Διατροφή συζύγου μετά το διαζύγιο.

 

Η διατροφή μετά το διαζύγιο έχει παύσει να λειτουργεί ως ποινή διαζυγίου για τον υπαίτιο της λύσης του γάμου σύζυγο και ως ισόβιος πρόσοδος και σύνταξη για τον αναίτιο σύζυγο. Συνεπώς η διατροφή  μετά το διαζύγιο έχει αποβάλλει εντελώς τον χαρακτήρα της ποινής και αποζημίωσης για το γαμικό παράπτωμα και θεμελιώνεται για λόγους κοινωνικής και ηθικής φύσεως (ΑΠ 22/2000).

Γενική προϋπόθεση για τη γένεση αξίωσης διατροφής πρώην συζύγου, όταν ο γάμος λύθηκε με διαζύγιο,  είναι η απορία του δικαιούχου πρώην συζύγου και η ευπορία του υποχρέου.

Επιπλέον από την πλευρά του δικαιούχου πρέπει να συντρέχει και μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις (άρθρο 1442 ΑΚ).

α) κατά την έκδοση του διαζυγίου, ή κατά το τέλος των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στις επόμενες περιπτώσεις, να βρίσκεται σε ηλικία, ή σε κατάσταση υγείας, που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει, ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίζει απ' αυτό τη διατροφή του.

β) να έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου και γι' αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος.

γ) να μη βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία, ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση. Και στις δύο περιπτώσεις μόνο για  διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου.

δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.

Ως απορία του δικαιούχου θεωρείται η αδυναμία του πρώην συζύγου να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα και την περιουσία του.

Ως ευπορία του υποχρέου, που δεν σημαίνει κάποιο ιδιαίτερο πλούτο, θεωρείται η δυνατότητα αυτού να παράσχει στο δικαιούχο διατροφή, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή.

Για να κριθεί αν υπάρχει ή όχι, απορία ή ευπορία, πρέπει να εξαντλούνται προηγουμένως όλες οι οικονομικές δυνατότητες, που παρέχουν στον δικαιούχο και στον υπόχρεο αντίστοιχα τα εισοδήματα και η περιουσία τους, ακόμη και αν η τελευταία αποτελείται από μη προσοδοφόρα στοιχεία, οπότε πρέπει αυτά να εκποιηθούν (ΑΠ 294/2010).

Έτσι είναι δυνατό, εν όψει όλων των συνθηκών, ηλικίας, υγείας, ικανότητας, ή δυνατότητας προς εργασία, εισοδημάτων, περιουσίας και γενικώς της ζωής του πρώην συζύγου, συγκριτικώς πάντοτε προς την ευπορία του υποχρέου, να γεννηθεί δικαίωμα πλήρους, ή συμπληρωματικής διατροφής και όταν ο πρώτος έχει μικρής έκτασης απρόσοδο περιουσία, της οποίας, είτε είναι δυσχερής η εκποίηση, είτε επιβάλλεται η διατήρηση για λόγους πρόνοιας προς εξασφάλισή του στο μέλλον για την αντιμετώπιση έκτακτης οικονομικής ανάγκης (ΑΠ 2142/2007).

Επειδή οι διατάξεις περί διατροφής μετά το διαζύγιο είναι ενδοτικού δικαίου χαρακτήρα επιτρέπεται ο συμβατικός καθορισμός, δεδομένου ότι με την καθιέρωση του συναινετικού διαζυγίου ο νόμος επιτρέπει το μείζον, που είναι η λύση του γάμου με συμφωνία, συναίνεση, των συζύγων και συνεπώς, τέτοιες παρεπόμενες συμφωνίες δεν αντίκεινται στα χρηστά ήθη και δεν είναι άκυρες.

Επίσης επιτρέπεται παραίτηση από το δικαίωμα διατροφής, είτε πρόκειται για το παρελθόν, είτε για το μέλλον, προκειμένου οι σύζυγοι, ή οι πρώην σύζυγοι, να μπορούν με συμφωνίες μεταξύ τους, να ρυθμίζουν, κατά τρόπο οριστικό, τις μεταξύ τους σχέσεις από το γάμο και έτσι να αποκοπεί η προέκταση του συζυγικού δεσμού και μετά το διαζύγιο. 

 

Διατροφή συζύγου κατά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης.

 

Εφ όσον κάποιος από τους συζύγους διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία του οφείλεται διατροφή από τον άλλο. Η διατροφή  αυτή πληρώνεται σε χρήμα κάθε μήνα προκαταβολικώς και προσδιορίζεται, αφού ληφθούν υπ όψιν οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης.

Εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης υπάρχει α) στην περίπτωση που συντρέχουν συνθήκες και περιστατικά με βάση τα οποία δύναται να ιδρυθεί, γι` αυτόν που διέκοψε τη συμβίωση, λόγος διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης και β) στην περίπτωση που συντρέχουν συνθήκες και περιστατικά, υπό τα οποία η αξίωση του άλλου συζύγου για συμβίωση, παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος.

Η υποχρέωση διατροφής υπάρχει και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου. Αν όμως το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ' αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή).

Η ύπαρξη οικονομικών δυνάμεων στο πρόσωπο του συζύγου, που του επιτρέπουν να συνεισφέρει στη διατροφή του άλλου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής περί διατροφής, αλλά θεμελιώνει ένσταση, αφού η σύγκριση των δυνάμεων και των δύο συζύγων, που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθ ενός από αυτούς στη διατροφή αυτή, οδηγεί στον περιορισμό του ποσού της ζητούμενης διατροφής, ή ακόμα και την ολοσχερή απόρριψη της αγωγής, αν από την λογιστική εισφορά της οικονομικής δύναμης του κάθε συζύγου, που γίνεται στα πλαίσια της εκατέρωθεν συμβολής, συνάγεται ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των εκατέρωθεν οφειλομένων χρηματικών ποσών λόγω διατροφής.

Η υποχρέωση διατροφής προς το σύζυγο που διέκοψε από εύλογη αιτία τη συμβίωση εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και αν θέτει σε κίνδυνο τη διατροφή του υποχρέου, εκτός αν υπάρχει άλλος υπόχρεος που θα μπορούσε να καταβάλει τη διατροφή (ΜονΠρΘεσ 2503/2009).

 

 

Διατροφή μεταξύ αδελφών.

 

Από την διάταξη του άρθρου 1504 εδ. α ΑΚ προκύπτει ότι δικαίωμα και αντίστοιχη υποχρέωση διατροφής υφίσταται και μεταξύ αδελφών.

Για να στοιχειοθετηθεί η αξίωση και η αντίστοιχη υποχρέωση για παροχή διατροφής μεταξύ αδελφών, δεν αρκεί μόνο η απορία του δικαιούχου, αλλά απαιτείται αυτός που την ζητεί, να αδυνατεί να διατρέφει τον εαυτό του για ιδιαίτερους λόγους.

Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η ηλικία, η βαριά ασθένεια (σωματική ή πνευματική) και η αναπηρία (σωματική ή πνευματική).

Στον νόμο δεν υπάρχει διάταξη, που να καθορίζει την θέση του αδελφού στην σειρά των υποχρέων.

Επειδή, όμως, η υποχρέωση αδελφού αποτελεί εξαίρεση στο σύστημα διατροφής ανιόντων και κατιόντων, ή συζύγων, συνάγεται ότι, τόσο ο σύζυγος, όσο και οι ανιόντες, ή κατιόντες, προηγούνται στην σειρά υποχρέων από τον αδελφό (ΑΠ 583/1967, ΕφΑθ 80/2011).

 

Διατροφή ανηλίκου τέκνου και η συνεισφορά  του γονέα στην διατροφή του.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ, προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα, ή το προϊόν της εργασίας του, ή άλλα τυχόν εισοδήματά του, δεν αρκούν για τη διατροφή του.

Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα.

Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου γονέα ( ΑΠ 416/2007, ΑΠ 823/2000).

Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται καταρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις.

Εκείνος από τους γονείς, που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου, μπορεί να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, καθώς και την προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για την περιποίηση και φροντίδα του, που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος, που συνδέονται με τη συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογισθεί στην υποχρέωσή του για τη διατροφή του τέκνου.

Αν το ανήλικο τέκνο, που δικαιούται διατροφής, στραφεί μόνο κατά του ενός γονέα, αφού δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά των δύο γονέων, δικαιούται ο άλλος γονέας να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, εφ όσον ζητείται η καταβολή ολοκλήρου του αιτούμενου ποσού της διατροφής, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε με την απόδειξη της ένστασης αυτής περιορίζεται η υποχρέωση του εναγομένου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στην υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 884/2003, ΜονΠρΘεσ 6686/2008) .

Αν ζητείται η συνεισφορά του άλλου γονέα στην ανάλογη διατροφή του τέκνου ο παραπάνω ισχυρισμός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 804/1994, ΕφΘεσ 1101/2002).

 

Υπόδειγμα δικογράφου αγωγής διαζυγίου με διετή διάσταση. 

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ……

ΑΓΩΓΗ

…………

ΚΑΤΑ

………….

Την ….ήλθα μετά του εναγομένου στο …..σε νομίμου γάμου κοινωνία, κατά τους ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, του μυστηρίου τελεσθέντος στον Ιερό Ναό …..Ο γάμος μας ήταν ο πρώτος δια αμφότερους. Εκ του γάμου μας αποκτήσαμε την ..

Στην αρχή η συμβίωσή μας ήταν σχεδόν αρμονική αλλά με την πάροδο του χρόνου ο αντίδικος άρχισε να μου φέρεται αδιάφορα και μετά περιφρονήσεως.

Υπέμενα με την ελπίδα ότι θα άλλαζε συμπεριφορά, αλλά ματαίως. Από τις αρχές του ….έγινε πλέον εριστικός και καθημερινώς δημιουργούσε επεισόδια και σκηνές. Με αφορμή άλλοτε γιατί αργούσα να επιστρέψω στο σπίτι, καίτοι γνώριζε που ευρισκόμουν, άλλοτε γιατί έκανα λουτρό, άλλοτε γιατί άλλαζα ρούχα δημιουργούσε σκηνές και με εξύβριζε με τις φράσεις " παλιοπουτάνα, βρωμιάρα, έχεις γκόμενο κλπ."

Ενδεικτικό της προκλητικότητάς του και της αδίστακτης συμπεριφοράς του, η οποία αποδεικνύει την πλήρη έλλειψη σεβασμού προς εμένα, αλλά και αυτοσεβασμού προς εαυτόν αποτελεί η καθημερινή μείωση της προσωπικότητάς μου με φράσεις όπως "είσαι πουτάνα, καριόλα" και άλλα συναφή, ενδεικτικά του επιπέδου του και οι απειλές ότι θα με "μαχαιρώσει".

Ήταν τόσο πειστικός, που πίστεψα ότι απειλείτο η ζωή μου, αφού την απειλή του περί μαχαιρώματος όχι μόνο την επαναλάμβανε συνεχώς σ εμένα, αλλά την είχε ανακοινώσει και σε τρίτους, και έτσι διαπιστώνοντας ότι η έγγαμος συμβίωσή μας δεν μπορούσε να συνεχιστεί και μέσα από καυγάδες και έντονους διαπληκτισμούς την ……απεχώρησα από την συζυγική στέγη  και έκτοτε διαμένω στην……

Επειδή κατ άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ εφ όσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς επί δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα.

Επειδή η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές, που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεως ανάμεσα μας.

Επειδή με βάση τα παραπάνω υπάρχει οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσής μας, οι οποίοι παύσαμε να έχουμε φυσική και ψυχική επαφή από τον …..του έτους ….και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής με πρόθεση να μην έχουμε κοινωνία βίου.

Επειδή για την πληρότητα της αγωγής αρκεί να αναφέρεται σ' αυτή ότι οι διάδικοι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση, η οποία διήρκησε συναπτώς επί μία διετία υπολογιζόμενη αναδρομικώς από το χρόνο της πρώτης συζήτησης, χωρίς άλλη περαιτέρω εξειδίκευση του όρου διάσταση, δεν είναι δηλαδή απαραίτητη η ειδική αναφορά του ψυχικού στοιχείου, ότι δηλαδή υφίσταται βούληση των διϊσταμένων συζύγων να αποστούν της έννομης σχέσης, αφού υπό το όρο αυτό (διάσταση) νοείται τόσο η φυσική όσο και η ψυχική αποξένωση των συζύγων με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ούτε είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην αγωγή ότι συνεπεία της διαστάσεως κλονίσθηκε τόσο ισχυρώς η έγγαμη σχέση, ώστε αυτή κατέστη αφόρητη, αφού επί διετούς διάστάσης ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, που συνιστά λόγο διαζυγίου, τεκμαίρεται αμαχήτως.

Επειδή κατά τα ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η παρούσα και να λυθεί ο γάμος μας.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμος, βάσιμος και αληθής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και όσους θέλω προσθέσει κατά την συζήτηση της παρούσας και με ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μου

ΖΗΤΩ

Να γίνει δεκτή η παρούσα

Να κηρυχθεί λυμένος για τους στο ιστορικό λόγους ο μεταξύ εμού και του εναγομένου από ….υφιστάμενος γάμος ………και Να καταδικαστεί αυτός στην εν γένει δικαστική μου δαπάνη.

Αθήνα ….

 

Γονική μέριμνα ανηλίκου. Θρησκευτικές πεποιθήσεις γονέων.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1511, 1512, 1513 και 1514 ΑΚ συνάγεται ότι, η γονική μέριμνα ανηλίκου τέκνου, όπως αυτή προσδιορίζεται από τα άρθρα 1510 και 1518 του ίδιου Κώδικα,  περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του, ασκείται δε από τους γονείς του από κοινού.

Στις περιπτώσεις διαζυγίου, εφ όσον ζουν και οι δύο γονείς, ή σε περίπτωση διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, η άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου ρυθμίζεται από το δικαστήριο, το οποίο δύναται να την αναθέσει σ' ένα μόνο των γονέων του, ή και σε αμφοτέρους από κοινού, εάν οι ίδιοι συμφωνούν στη λύση αυτή και συγχρόνως να καθορίζει τον τόπο διαμονής του ανηλίκου, ή και να την κατανείμει μεταξύ των γονέων του (ΑΠ 634/1996, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, κάτω από τα άρθρα 1513-1514, αριθ. 43 επ., 65 επ., 77 επ.).

Το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του, σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1511 ΑΚ κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου (ΑΠ 1728/1999).

Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου όταν το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας, ή στον τρόπο της άσκησής της.

Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξ αιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης και της περιουσίας, αλλά να στηρίζεται στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας και της ισονομίας των φύλων και της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης.

Ο δικαστής δεν πρέπει κατ αρχήν να κάνει διακρίσεις με βάση τη θρησκεία των γονέων, με την έννοια  ότι δεν δικαιούται να κρίνει ποια θρησκεία είναι «σωστή» (Χ. Κούσουλα, ό.π., σελ. 151).

Στα πλαίσια όμως της αναζήτησης του συμφέροντος του παιδιού θα πρέπει να συνεκτιμώνται οι επιπτώσεις των θρησκευτικών πεποιθήσεων των γονέων στη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας.

Το δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί την ανάθεση της γονικής μέριμνας στο γονέα εκείνον που, λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεών του, εκθέτει το παιδί σε άμεσους κινδύνους για την ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη, ανεξαρτήτως του αν η θρησκεία του είναι ή όχι «γνωστή» (ΜονΠρΘεσ 6686/2008).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει π.χ. όταν γίνεται προσπάθεια προσηλυτισμού του τέκνου, ή όταν ο γονέας απαιτεί από το παιδί να μένει πολλές ώρες στη βροχή, για να μοιράζει στους περαστικούς φυλλάδια, θρησκευτικού περιεχομένου, ή όταν, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του απέναντι στη θρησκεία του, αρνείται τη μετάγγιση αίματος στο παιδί του, καίτοι το απαιτεί η κατάσταση της υγείας του (Α. Μαρίνου: «Η θρησκευτική ελευθερία», έκδ. 1972, σελ. 129, 172 επ., Χ. Κούσουλα, ό.π., σελ. 152, Π. Αγαλλοπούλου στο έργο των Γεωργιάδη-Σταθόπουλου: «Αστικός Κώδιξ», VIII, στο άρθρο 1511, σελ. 139, αριθ. 31, σχόλιο Γ. Κρίππα, κάτω από τη ΜονΠρΗρακλ 245/1986 ΑρχΝ ΛΖ' (1986) 125).

Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική του μέριμνα, αφού η απόφαση αφορά τα συμφέροντά του (ΑΠ 1424/1998, ΑΠ 824/1996, ΕφΘεσ 1433/2003). 

 

Γάμος από αναρμόδιο όργανο.

 

Ανυπόστατος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1372 παρ. 2 ΑΚ, είναι ο γάμος, που έγινε χωρίς να τηρηθεί καθ όλου ένας από τους συστατικούς τύπους που προβλέπονται στο άρθρο 1367 ΑΚ, δηλαδή, όταν λείπει εντελώς κάποιο ουσιώδες στοιχείο του «πραγματικού» του, δηλαδή κάποιο από τα στοιχεία της συστατικής του πράξης, που είναι η συμφωνία των μελλονύμφων και ο συστατικός τύπος του γάμου.

Έλλειψη συστατικού τύπου υπάρχει και όταν ο γάμος έγινε από εντελώς αναρμόδιο όργανο ( ΑΠ  608/2011).

 

Αποζημίωση γονέα για ανικανότητα ανηλίκου τέκνου προς εργασία από αδικοπραξία τρίτου.

 

Κατά το άρθρο 1508 ΑΚ το τέκνο, εφ όσον αποτελεί μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρέφεται, ή διατρέφεται, απ' αυτούς, υποχρεούται να παρέχει στους γονείς του για τη διοίκηση του οίκου, ή την άσκηση του επαγγέλματος τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειας του. Εξ άλλου κατά το άρθρο 929 ΑΚ σε περίπτωση βλάβης του σώματος, ή της υγείας, προσώπου υποχρέωση αποζημίωσης υπάρχει και προς τον τρίτο, ο οποίος είχε κατά το νόμο δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή υπηρεσιών από τον παθόντα και τις στερείται.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, σε περίπτωση τραυματισμού τέκνου που αποτελεί μέλος του οίκου των γονέων και ανατρέφεται ή διατρέφεται από αυτούς, ο υπαίτιος για τον τραυματισμό και την ανικανότητα του ανηλίκου για εργασία έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τους γονείς του, οι οποίοι έχουν δικαίωμα κατά το άρθρο 1508 ΑΚ, να απαιτούν από το καταστάν ανίκανο τέκνο τους για την άσκηση του επαγγέλματος τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειας του.

Για την εφαρμογή του άρθρου 1508 ΑΚ, εκτός από την ιδιότητα του μέλους του γονικού οίκου, η διάταξη επιβάλλει και δύο άλλες, διαζευκτικά διατυπωμένες, προϋποθέσεις, καθ όσον το παιδί υπέχει την υποχρέωση παροχής υπηρεσιών στους γονείς, εφ όσον ανατρέφεται ή διατρέφεται από αυτούς. Η πρώτη αφορά μόνο τα ανήλικα, η δεύτερη καταλαμβάνει και τα ενήλικα (ΑΠ 505/1999).

Περαιτέρω εν όψει του ότι αντικειμενική δυνατότητα παροχής υπηρεσιών έχουν τα παιδιά, που υπερβαίνουν το 14ο έτος της ηλικίας τους, η κατά το άρθρο αυτό υποχρέωση του τέκνου έχει περιθώρια εφαρμογής στην πράξη για παιδιά άνω της ηλικίας των 14 ετών.

Ο τραυματισμός και εντεύθεν η ανικανότητα προς εργασία, επομένως, τέκνου ηλικίας δωδεκάμισι ετών το οποίο αποτελούσε μέλος του οίκου του γονέα του, δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης του τελευταίου κατά τρίτου με βάση το άρθρο 929 ΑΚ, εφ όσον δεν υφίσταται ζημία, λόγω της αντικειμενικής και πραγματικής αδυναμίας τούτου, συνεπεία της ηλικίας του, να προσφέρει υπηρεσίες υποκείμενες σε χρηματική αποτίμηση.

Και είναι αλήθεια ότι κατά την ορθότερη άποψη δεν είναι απαραίτητο κατά το χρόνο του τραυματισμού (ή θανάτωσης) το τέκνο να παρείχε πράγματι υπηρεσίες στον γονέα του, αλλά αρκεί ότι η υποχρέωση του τέκνου για παροχή υπηρεσιών στο γονέα του θα γεννιόταν στο κοντινό μέλλον, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο δικόγραφο όμως της αγωγής αποζημίωσης κατά τρίτου πρέπει να εκτίθεται, εκτός από το ότι ανατρέφεται στον γονικό οίκο, το είδος και η έκταση των υπηρεσιών που θα προσέφερε τούτο, ώστε να κριθεί αν αυτές θα ήταν ανάλογες με τις δυνάμεις και τις βιοτικές του συνθήκες ώστε να αποτιμηθεί η αξία τους (ΕφΑθ 308/2000).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης των γονέων του ακρωτηριασθέντος ανηλίκου κατά το χρόνο του ατυχήματος για στέρηση παροχής υπηρεσιών σ' αυτούς από τον ανήλικο επί τριάντα έτη μετά το ατύχημα, εφ όσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο ανήλικος κατά το χρόνο του τραυματισμού του ήταν μόνο δώδεκα ετών και εννέα μηνών.

Στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να εκτίθεται, αφ ενός ότι ανατρέφετε στον γονικό οίκο και αφ ετέρου το είδος και η έκταση των υπηρεσιών, που αντικειμενικά, αν ήταν αρτιμελής, θα μπορούσε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προσφέρει ο ανήλικος στο εγγύς μέλλον (για το μετά την ενηλικίωση του χρονικό διάστημα πρέπει να εκτίθεται και ότι θα συνέχιζε να διατρέφεται απ' αυτούς), οπότε θα υφίστατο νόμιμη υποχρέωση αυτού προς παροχή τούτων για τη διατήρηση του οίκου, ή την άσκηση επαγγέλματος τους,  ανάλογα με τις τότε βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειας του. 

 

Συμμετοχή στα αποκτήματα του συζύγου.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1400 παρ. 1 και 2 και 1401 εδ. γ' ΑΚ, συνάγεται ότι η αξίωση  συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλον κατά τη διάρκεια του γάμου  (αποκτήματα) γεννιέται όταν ο γάμος λυθεί, ή ακυρωθεί, ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων.

Ο άλλος σύζυγος, εφ όσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη, ή μικρότερη, ή καμία συμβολή (ΑΠ 489/2009).

Αντικείμενο της αξίωσης είναι η απόδοση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου.

Ως περιουσιακή αύξηση νοείται η διαφορά της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου που υπάρχει τον χρόνο λύσης, ή ακύρωσης του γάμου (τελική περιουσία), από την περιουσία του που υπήρχε το χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία).

Όταν η αξίωση απόδοσης της συμβολής στηρίζεται στη λύση, ή ακύρωση του γάμου, κρίσιμος χρόνος για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας του υποχρέου και εντεύθεν του προσδιορισμού της περιουσιακής του αύξησης, με την έννοια του καθορισμού των στοιχείων που την αποτελούν, είναι ο από το νόμο τασσόμενος χρόνος γέννησης της αξίωσης, δηλαδή της λύσης, ή ακύρωσης του γάμου.

Παρά το ότι η αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα είναι κατ΄ αρχήν χρηματική ενοχή, με το νόμο δεν ορίζεται το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να γίνεται η αναγωγή σε χρήμα της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν την αύξηση (απόκτημα).

Επειδή κατά γενικό κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, συναγόμενο εκ του δικαίου της αποζημίωσης των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, αλλά και εκ του δικονομικού δικαίου των άρθρων 69, 216 πρ. 2 α΄, 221 παρ. 1β΄, 223 εδ΄φ. τελευταίο ΚΠολΔ), η αξία κάθε παροχής κρίνεται το χρόνο της παροχής έννομης προστασίας, εφ όσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, η αναγωγή σε χρηματική αξία της εκ της συμβολής αποδοτέας περιουσιακής αύξησης πρέπει να γίνεται στο χρόνο άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1653/2003).  Η αξία αυτή επιδικάζεται και σε περίπτωση που το δικαστήριο διατάσσει την αυτούσια απόδοση, ενοχικώς πάντοτε, της συμβολής (ΑΠ 1500/2006)

Όταν ο υπόχρεος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου, το σύνολο της περιουσίας που υπάρχει κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) αποτελεί απόκτημα, ώστε ο ενάγων αξιώνει απ ευθείας από αυτό το ποσοστό κατά το οποίο συνέβαλε με τις παροχές του, στην απόκτηση από τον υπόχρεο. Εάν το αξιούμενο ποσοστό είναι μείζον του 1/3, το τελευταίο εμπεριέχεται σε αυτό και αν δεν ζητείται ρητώς, αφού η συμβολή κατά το ποσοστό αυτό τεκμαίρεται από το νόμο.

Είναι ισχυρή ρύθμιση για τα αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου, πριν από τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, όταν έχει περιεχόμενο ένα γενικότερο διακανονισμό των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων.

Αν η ρύθμιση γίνεται εν όψει ενός συναινετικού διαζυγίου, τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της εκ του λόγου τούτου λύσης του γάμου. Εφ όσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση (ΑΠ 336/2010).

Είναι έγκυρη η συμφωνία για ολική, ή μερική παραίτηση των συζύγων από τις εκατέρωθεν αξιώσεις τους για συμμετοχή του ενός στα αποκτήματα του άλλου, όταν καταρτισθεί, αφού έχει ήδη λυθεί ο γάμος (ΑΠ 7821/2006).

Με τη διάταξη  του άρθρου 1400 ΑΚ δεν επιβάλλεται, ούτε συνάγεται απαγόρευση διάθεσης σε βάρος του υπόχρεου συζύγου, ώστε τυχόν γενόμενη διάθεση πριν από τη γέννηση της σε βάρος του αξίωσης των περιουσιακών του στοιχείων, τα οποία ενδέχεται να συστήσουν το απόκτημα, δεν αντιβαίνει στην διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ και δεν είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ (ΑΠ 602 / 2005)

Η αξίωση παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση, ή την ακύρωση του γάμου.

Στην περίπτωση της τριετούς διάστασης, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΚ 251), δηλαδή από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων.

Εφ' όσον, όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τη λύση, ή την ακύρωση αυτού (ΑΚ 256 αρ. 1, 1381, 1438).

Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (ΑΚ 257). Μετά τη λύση, ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης.

Η παραγραφή διακόπτεται με την επίδοση της αγωγής, αλλά αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου (ΑΚ 261 και ΚΠολΔ 221 § 1).

Εφ' όσον οι διάδικοι παραμείνουν αδρανείς, η διακοπείσα παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί εν επιδικία, αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων περάσουν τα δύο χρόνια μετά τη λύση, ή την ακύρωση του γάμου (ΑΠ 1502/2009).

 

Ανάλογη διατροφή τέκνου σε περίπτωση διαζυγίου.

 

Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1493 ΑΚ προκειμένου, να καθοριστεί το ποσό διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων, λαμβάνονται υπ όψιν οι ανάγκες του δικαιούχου, όπως προκύπτουν αυτές από τις συνθήκες της ζωής του (ανάλογη διατροφή), αλλά και η περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου.

Έτσι η ανάλογη διατροφή του τέκνου, σε περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου, ή διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των γονέων  του, συναρτάται και με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, με συνέπεια να μειώνεται η διατροφή ακόμη και κάτω από το επίπεδο διαβίωσης του τέκνου, αν τυχόν είναι περιορισμένες οι οικονομικές δυνατότητες του υπόχρεου και δεν επαρκούν (ΑΠ 520/1995, ΕφΑθ 7362/2002, ΕφΛαρ 3/2011).

 

Ανάκληση δωρεάς λόγω αχαριστίας δωρεοδόχου.

 

Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωση του να διατρέφει το δωρητή.

Ως αχαριστία, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά, ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου, ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητα του και μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν.

Αχαριστία μπορεί να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη για περίθαλψη, στην οποία περιλαμβάνεται και η διατροφή του.

Η αδιαφορία αυτή είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση.

Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός του δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς, η αξία του αντικειμένου της, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, που δείχνει έλλειψη ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή.

Σημειωτέον ότι κατά το άρθρο 512 ΑΚ οι δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ή από λόγους ευπρέπειας, δεν μπορούν να ανακληθούν.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, άσχετα προς τα ελατήρια τα οποία τον ώθησαν.

Δωρεά από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνη που ανταποκρίνεται στις κοινωνικές συνήθειες, ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης, ή γίνεται από κοινωνική υποχρέωση.

Η φύση της δωρεάς δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι, αλλά ο χαρακτηρισμός της είναι έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για το χαρακτήρα της σύμβασης, τόσο από το περιεχόμενο των συμφωνηθέντων, το οποίο καθορίζει τους νομικούς κανόνες που προσιδιάζουν στην περίπτωση και πρέπει να εφαρμοστούν, όσο και από στοιχεία που βρίσκονται έξω από το περιεχόμενο της σύμβασης και επηρεάζουν τους παραπάνω κανόνες.

Αν η δωρεά δεν έχει συναφθεί από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και για λόγους ευπρέπειας, παρά το χαρακτηρισμό που έδωσαν στη σύμβαση οι διάδικοι, η ρήτρα περί παραίτησης του δωρητή από το δικαίωμα ανάκλησης είναι άκυρη.

Η ανάκληση της δωρεάς, εάν αποδειχθεί αχαριστία του δωρεοδόχου προς το πρόσωπο του δωρητή, η οποία συνιστά βαρύ παράπτωμα έναντι αυτού,  δηλωτικό της έλλειψης συναισθημάτων στην αφιλοκερδή χειρονομία του, αποτελεί παράβαση των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας και είναι έγκυρη (ΑΠ 109/2010).

 

Αμφισβήτηση πατρότητας τέκνου με σπέρμα συντρόφου, ή τρίτου δότη.

 

ΜΕ ΣΠΕΡΜΑ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ

Στην περίπτωση που μία άγαμη γυναίκα, η οποία συζεί με έναν άνδρα, αποκτά παιδί με μία από τις μεθόδους τεχνητής γονιμοποίησης, το παιδί αυτό έχει αναμφίβολα, από νομική άποψη, τη θέση παιδιού γεννημένου εκτός γάμου.

Σχετικά με τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας, αν η τεχνητή γονιμοποίηση έγινε με σπέρμα του ίδιου του εξώγαμου συντρόφου της, η πατρότητα αυτού τεκμαίρεται με την αυτονόητη προϋπόθεση βέβαια ότι θα αποδειχθεί όχι απλώς ότι υπήρχε συμβίωση κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης, αλλά και ότι το σπέρμα χορηγήθηκε από το σύντροφο της μητέρας, κατά το ίδιο διάστημα, κατ αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1481 του ΑΚ, η οποία, ναι μεν προϋποθέτει σαρκική συνάφεια με τη μητέρα, πλην όμως κατά διασταλτική ερμηνεία, επιβαλλόμενη από την εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης, περιλαμβάνει και την τεχνητή γονιμοποίηση, γιατί εφ όσον το σπέρμα προέρχεται από τον ίδιο το σύντροφο της μητέρας, δεν ενδιαφέρει για την εφαρμογή του τεκμηρίου αν η σύλληψη του παιδιού υπήρξε αποτέλεσμα σαρκικής συνάφειας ή τεχνητής γονιμοποίησης.

 

ΜΕ ΣΠΕΡΜΑ ΤΡΙΤΟΥ ΔΟΤΗ

Ζήτημα γεννάται όμως όταν η τεχνητή γονιμοποίηση γίνεται με σπέρμα τρίτου δότη με τη συγκατάθεση του συντρόφου της μητέρας, ο οποίος όμως, στη συνέχεια, αρνείται να αναγνωρίσει το παιδί. Στην περίπτωση αυτή κρίνεται ως  ορθότερο, η συγκατάθεση του συντρόφου της μητέρας στην τεχνητή γονιμοποίηση με σπέρμα τρίτου δότη, να εξομοιώνεται με άτυπη εκ των προτέρων αναγνώριση του παιδιού, οπότε ο εξώγαμος σύντροφος της μητέρας χάνει το δικαίωμα να επικαλεστεί στη δίκη για αναγνώριση που κινείται εναντίον του ότι το τέκνο δεν προέρχεται από αυτόν, αφού μία τέτοια συμπεριφορά του θα συνιστούσε κατάχρηση δικαιώματος και η σχετική για τη δικαστική αναγνώριση του τέκνου αγωγή γίνεται δεκτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1479 του ΑΚ, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του τεκμηρίου του άρθρου 1481 του ΑΚ.

Η λύση αυτή κρίνεται προσφορότερη και προκύπτει από την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 1471 παρ. 2 αριθ. 2 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η προσβολή της πατρότητας ειδικά από το σύζυγο της μητέρας αποκλείεται αν αυτός συγκατατέθηκε στη σύλληψη του παιδιού από τη σύζυγό του με τεχνητή γονιμοποίηση.

Ο δικαιολογητικός λόγος που επέβαλε τον αποκλεισμό της αμφισβήτησης της πατρότητας στο σύζυγο της μητέρας, που ενώ συγκατατέθηκε στην τεχνητή γονιμοποίηση με ξένο γεννητικό υλικό ύστερα αρνείται τη πατρότητα του παιδιού που γεννήθηκε με αυτόν τον τρόπο ισχύει, με τις ίδιες κατά τα λοιπά προϋποθέσεις και για τον εξώγαμο σύντροφο της μητέρας και συνίσταται στο να μην καθίσταται αγνώστου πατρός το παιδί το οποίο οι συμβιούντες, είτε εν γάμω είτε και ελευθέρως, εξαρχής ήθελαν ως δικό τους (βλ. Ιωάννη Γ. Δεληγιάννη, Η επίδραση των νέων μεθόδων τεχνητής αναπαραγωγής του ανθρώπου στη διαμόρφωση του ελληνικού δικαίου της συγγένειας, Αρμ. 49 (1995). 277 επ. και ιδίως 283, Ισμήνη Ανδρουλιδάκη - Δημητριάδη, Νομικά προβλήματα από την τεχνητή γονιμοποίηση, ΝοΒ 34 (1986). 10 επ. και ιδίως 12-13).

 

Υπόδειγμα δικογράφου αγωγής ρύθμισης επιμέλειας ανηλίκου τέκνου.

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ….

ΑΓΩΓΗ

…………

ΚΑΤΑ

……………

Την ……ήλθα μετά του εναγομένου στο Κερατσίνι Αττικής σε νομίμου γάμου κοινωνία, κατά τους ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, του μυστηρίου τελεσθέντος στον Ιερό Ναό …... Ο γάμος μας ήταν ο πρώτος δια αμφότερους. Εκ του γάμου μας αποκτήσαμε την …..την ….

Στην αρχή η συμβίωσή μας ήταν σχεδόν αρμονική αλλά με την πάροδο του χρόνου ο αντίδικος άρχισε να μου φέρεται αδιάφορα και μετά περιφρονήσεως. Υπέμενα με την ελπίδα ότι θα άλλαζε συμπεριφορά, αλλά ματαίως. Από τις αρχές του ….Έγινε πλέον εριστικός και καθημερινώς δημιουργούσε επεισόδια και σκηνές. Με αφορμή διάφορα γεγονότα χωρίς σημασία δημιουργούσε σκηνές και με εξύβριζε με ακατονόμαστες φράσεις. Ενδεικτικό της προκλητικότητάς του και της αδίστακτης συμπεριφοράς του, η οποία αποδεικνύει την πλήρη έλλειψη σεβασμού προς εμένα, αλλά και αυτοσεβασμού προς εαυτόν αποτελεί η καθημερινή μείωση της προσωπικότητάς μου με φράσεις όπως "είσαι πουτάνα,

καριόλα" και άλλα συναφή, ενδεικτικά του επιπέδου του και οι απειλές ότι θα με "μαχαιρώσει". Ήταν τόσο πειστικός που πλέον από τον ….του έτους πίστεψα ότι απειλείτο η ζωή μου, αφού την απειλή του περί μαχαιρώματος όχι μόνο την επαναλάμβανε συνεχώς σε εμένα, αλλά την είχε ανακοινώσει και σε τρίτους.

Η οικτρή αυτή κατάσταση που βίωνα καθημερινά επιδεινώνετο με το χρόνο και παραμονές ….του ….η έγγαμος συμβίωσή μας, μέσα από καυγάδες και έντονους  διαπληκτισμούς, διεκόπη οριστικά, έκτοτε διαμένουσα στο … έχοντας κοντά μου την ανήλικη κόρη μας ….της οποίας εν τοις πράγμασι την επιμέλεια ασκώ.

Εν όψει της παγιωθείσας πλέον πραγματικής κατάστασης συντρέχει περίπτωση να ρυθμισθεί η επιμέλεια της ανήλικης, η επιμέλεια της οποίας πρέπει να ανατεθεί σε μένα, γιατί αφ ότου γεννήθηκε ζει κοντά μου, δεν την έχω αποχωρισθεί ποτέ, λόγω του φύλου της πρέπει να ζήσει μαζί μου για να αναπτύξει προσωπικότητα γυναίκας και να έχει προς τούτο γυναικείο πρόσωπο, λόγω δε της ηλικίας της έχει μεγαλύτερη ανάγκη εμένα, η οποία μπορώ να της συμπαρασταθώ σε οποιοδήποτε πρόβλημα άμεσης καθημερινής φροντίδας μαγείρεμα, καθαριότητα, ντύσιμο, ανατροφή - έχουσα όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη σωστή ψυχοσωματική ανάπτυξή της, ενώ ο εναγόμενος, για λόγους που αφορούν το πρόσωπό του, δεν μπορεί να τους προσφέρει τίποτα από όλα αυτά. Αποδεικνύεται επομένως ότι το πραγματικό συμφέρον της ανήλικης επιβάλει να ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειάς της σε εμένα, μητέρας χωρίς κανένα κοινωνικό ψόγο.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής και προς απόδειξή της επικαλούμαι μάρτυρες και έγγραφα.

ΓIΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και όσους θέλω προσθέσει κατά τη συζήτηση της παρούσας και με τη ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μου.

ΖΗΤΩ

Να γίνει δεκτή η παρούσα. Να ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου της ανήλικης κόρης μου σε εμένα.

Αθήνα

Ο ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

 

Υπόδειγμα δικογράφου αγωγής ρύθμισης επικοινωνίας με ανήλικο τέκνο.

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ MOΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ …..

ΑΓΩΓΗ

………….

ΚΑΤΑ

………..

Την …..τέλεσα μετά της εναγομένης ….γάμο στο …. Από τον γάμο μας αποκτήσαμε ένα κορίτσι, την ….., γεννήθηκε στις …., Την  εναγόμενη παντρεύτηκα με την ελπίδα και την διαβεβαίωση εκ μέρους της στο πρόσωπό της θα έβρισκα συζυγική θαλπωρή, σεβασμό, εκτίμηση, αγάπη και θα δημιουργούσαμε μία οικογένεια συγκροτημένη με υγιείς αρχές και συνήθειες. Οι ελπίδες και οι προσδοκίες μου όμως διαψεύστηκαν, διότι με την τακτική που ακολούθησε, τις αντιλήψεις του, την υβριστική, σκαιά και βάναυση συμπεριφορά της, υπέσκαψε τα θεμέλια του συζυγικού μας οίκου και τον οδήγησε στην διάλυση. Ζήσαμε μαζί μέχρι το ….,  οπότε και …. η άσκηση της επιμέλειας της οποίας μου ανατέθηκε οριστικά με την …. απόφαση του αυτού Δικαστηρίου.

Η επικοινωνία μου με την κόρη μου, μέχρι σήμερα, γίνεται άτυπα, χωρίς έκδοση δικαστικής απόφασης, της μητέρας αποκλειστικά αποφασίζουσας πότε, που, και για πόσο χρόνο, θα επικοινωνήσω μαζί της.

Πρέπει επομένως να ρυθμισθεί δικαστικώς ως εξής.  

α) Κάθε εβδομάδα θα παραλαμβάνω το παιδί το  Σάββατο  στις 17.00 ώρα,  από την  κατοικία  του και θα το παραδίδω την Κυριακή στις 17.00 ώρα στην  κατοικία του.

β) Κατά τις εορτές των Χριστουγέννων θα παραλαμβάνω το παιδί, αρχής γενομένης από φέτος, την 22 Δεκεμβρίου στις 17.00 ώρα  από την  κατοικία του και θα το παραδίδω στις 28 Δεκεμβρίου  στις 17.00 ώρα στην  κατοικία  του.  Τον επόμενο χρόνο θα το παραλαμβάνω από 28 Δεκεμβρίου έως 3 Ιανουαρίου και ούτω καθεξής, εναλλάξ ανά έτος.   

γ) Κατά τις εορτές του Πάσχα  θα παραλαμβάνω το παιδί,  αρχής γενομένης από φέτος, την Μεγάλη Παρασκευή στις 17.00  από την  κατοικία  του και θα το παραδίδω την Τρίτη του Πάσχα στις 17.00 στην  κατοικία  του. Τον επόμενο χρόνο από Μεγάλη Δευτέρα έως Μεγάλη Πέμπτη και ούτω καθεξής, εναλλάξ ανά έτος.

δ) Κατά τις θερινές διακοπές η επικοινωνία θα γίνεται είκοσι (20) συνεχείς ημέρες κατά τον μήνα Ιούλιο, ή Αύγουστο κατόπιν εκλογής των ημερών αυτών από κοινού με την μητέρα, σύμφωνα με τις ανάγκες της εργασίας μας και προς όφελος του παιδιού. Η γνωστοποίηση των ημερών αυτών προς την μητέρα θα γίνεται προ μηνός. Η παραλαβή θα γίνεται στις 17.00 ώρα της συμφωνηθείσας ημέρας από την  κατοικία του και η παράδοση την 17.00 της συμφωνηθείσας ημέρας παράδοσής του στην  κατοικία του.

Επειδή ως κατοικία του παιδιού εννοείται η εκάστοτε κατοικία της μητέρας του, πρέπει να υποχρεωθεί η μητέρα του, ευθύς αμέσως με την αλλαγή διεύθυνσης κατοικίας της, προ πάσης επικοινωνίας μου με την κόρη μου, να μου την γνωστοποιήσει.

Επειδή η ζητούμενη επικοινωνία γίνεται προς όφελος της κόρης μου, για να αναπτύξει προσωπικότητα γυναίκας και να έχει συνεχές το πρότυπο του πατέρα. 

Επειδή  σκοπός του δικαιώματος της επικοινωνίας είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού με την κόρη μου, η διαμόρφωση υγιών συγγενικών σχέσεων  μεταξύ μας, που θα συντελέσει στην ικανοποίηση της αναπόφευκτης  φυσικής ανάγκης για αμοιβαία στοργή και αγάπη μεταξύ μας και στην αποφυγή της αποξένωσης μας.

Επειδή η ζητούμενη επικοινωνία θα μου παράσχει τη δυνατότητα να παρακολουθώ την ανατροφή, τη διαπαιδαγώγηση και την εν γένει ανάπτυξη και εξέλιξη της προσωπικότητας του παιδιού μου.

Επειδή μπορώ να συμπαρασταθώ στο παιδί μου σε οποιοδήποτε πρόβλημα άμεσης φροντίδας, υγείας, καθαριότητας, ντυσίματος και ανατροφής, έχων όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη σωστή ψυχοσωματική ανάπτυξή της.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής και προς απόδειξή της επικαλούμαι μάρτυρες και έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και όσους θέλω προσθέσει κατά τη συζήτηση της παρούσας και με τη ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μου.

ΖΗΤΩ

Να γίνει δεκτή η παρούσα.

Να ρυθμισθεί η επικοινωνία μετά της ανήλικης κόρης μου ως παραπάνω.

Να συμψηφισθεί η εν γένει δικαστική δαπάνη.

Αθήνα 

Ο ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

 

Υπόδειγμα δικογράφου αγωγής λογοδοσίας.

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΓΩΓΗ

…………….

ΚΑΤΑ

1. ……………

2……………..

Δυνάμει της …..απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εκουσίας δικαιοδοσίας) διορίσθηκα οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης της υπό δικαστικής συμπαράστασης τελούσας αδελφής μου …., θυγατέρας ….. Ήδη η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη.

Η αδελφή μου …., πάσχουσα ολοσχερώς από παντελή και διαρκή αδυναμία όπως επιμελείται εαυτής και της περιουσίας της και νοσηλευόμενη συνεχώς και μέχρι σήμερα στο ψυχιατρικό τμήμα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, δυνάμει της ….απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήδη τελεσίδικη και ισχύουσα μέχρι σήμερα, τέθηκε, κατά το τότε ισχύον δίκαιον, σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης, επίτροπος διορίστηκε η μητέρα μας …..και παρεπίτροπος ο ……. Η επίτροπος μητέρα μας απεβίωσε την …. Με τον θάνατο της επιτρόπου, σύμφωνα με το προγενέστερο δίκαιο έπαυσε και το έργο του παρεπιτρόπου (άρθρο 1610 ΑΚ ως ίσχυε πριν την τροποποίηση με τον ν. 2447\96). Η υπό δικαστική συμπαράσταση τελούσα ….έχει ως μόνους γνωστούς πόρους ζωής μία σύνταξη από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ως κόρη συνταξιούχου δημοτικού υπαλλήλου, και μία δεύτερη από το Ταμείο Ασφάλισης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων. Παρ ότι με τον θάνατο της επιτρόπου έπρεπε να διορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης προς διαχείριση της περιουσίας της, εν τούτοις οι εναγόμενοι από ….. αυθαίρετα και παντελώς παράνομα άρχισαν να διαχειρίζονται την περιουσία της ενεργούντες εισπράξεις και δαπάνες, εισπράξεις των δύο συντάξεών της και δαπάνες για λογαριασμό της.  Μάλιστα άγνωστο πως και κατά πάσα πιθανότητα παράνομα, αφού η …. στερείται της ικανότητας εκπροσώπησης και επομένως υπογραφής, άνοιξαν λογαριασμό ταμιευτηρίου στην …..Τράπεζα με αριθμό λογαριασμού …….με πρώτο όνομα το δικό της και δεύτερο-τρίτο αυτών αντιστοίχως και άρχισαν, από κοινού και ο καθένας χωριστά, να διαχειρίζονται τα χρήματά της τοποθετώντας στον λογαριασμό αυτόν τις εισπράξεις των συντάξεών της και λοιπά έσοδα της.

Από …..και εντεύθεν που δημοσιεύθηκε η ….. απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία διορίσθηκα δικαστικός συμπαραστάτης, ζητώ συνεχώς από τους εναγομένους  να λογοδοτήσουν για την γενομένη από αυτούς διαχείριση και μου ανακοινώσουν λογαριασμό περιέχοντα αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων και μου αποδώσουν το κατάλοιπο του λογαριασμού, αυτοί όμως συνεχώς, αδικαιολόγητα και παράνομα αρνούνται. Στην διαδρομή του χρόνου πληροφορήθηκα ότι στον παραπάνω λογαριασμό ταμιευτηρίου της …την 15-3-  υφίστατο υπόλοιπο ……. ευρώ, που αποτελεί τμήμα των εισπραχθέντων από αυτούς συντάξεών της.

Επειδή οι εναγόμενοι, από κοινού και ο καθένας χωριστά, DE FACTO, διαχειρίσθηκαν ξένη περιουσία, η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, δέον όπως, εμού νομιμοποιουμένης ως δικαστικός συμπαραστάτης της …., υποχρεωθούν σε λογοδοσία από … μέχρι έγερσης της παρούσας και μου ανακοινώσουν λογαριασμό περιέχοντα αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων και το από την αντιπαράθεση προκύπτον κατάλοιπο, συγχρόνως δε να επισυνάψουν τα δικαιολογητικά έγγραφα και υποχρεωθούν σε καταβολή, σε ολόκληρον έκαστος, του καταλοίπου του λογαριασμού και δη του ποσού για το οποίο μετά την απόδοση και εκκαθάριση του λογαριασμού θα κριθούν οφειλέτες νομιμοτόκως μέχρι την εξόφληση και σε απείθεια να απειληθεί σε έκαστο χρηματική ποινή ….και προσωπική κράτηση 12 μηνών.

Επειδή από ανάληψης της DE FACTO διαχείρισης μέχρι σήμερα είναι άγνωστες οι κατ ιδίαν εισπράξεις και δαπάνες, εικάζεται όμως μετά βεβαιότητας ότι υφίσταται έλλειμμα εκ ….. αφού στον παραπάνω λογαριασμό ταμιευτηρίου της ….Τραπέζης την 15-3-  υφίστατο εγγραφή ……. ευρώ, χρηματικό ποσό στο οποίο με την διαδρομή του χρόνου θα έχουν προστεθεί και άλλα χρήματα, τόσο λόγω εισόδου των τόκων ταμιευτηρίου, όσο και λόγω εισόδου των συντάξεων και άλλων εσόδων της …., δέον όπως οι εναγόμενοι, στην περίπτωση μη εμπρόθεσμης κατάθεσης του λογαριασμού μετά των δικαιολογητικών, υποχρεωθούν σε ολόκληρον έκαστος σε καταβολή ….. νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επειδή πρέπει η υπό έκδοση απόφαση να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, αφού απειλείται η κάλυψη των αναγκών της υπό δικαστικής συμπαράστασης τελούσας.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής, παραδεκτώς καθ ύλην και τόπον εισαγόμενη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και όσους προσθέσω κατά τη συζήτηση της παρούσας και με τη ρητή επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματός μου.

ΖΗΤΩ

Να γίνει δεκτή η παρούσα.

Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε λογοδοσία. Να υποχρεωθούν να μου ανακοινώσουν λογαριασμό περιέχοντα αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων και το από την αντιπαράθεση προκύπτον κατάλοιπο, συγχρόνως δε να επισυνάψουν τα δικαιολογητικά έγγραφα. Σε απείθεια να απειληθεί σε έκαστο χρηματική ποινή ….και προσωπική κράτηση 12 μηνών.

Να υποχρεωθούν σε καταβολή, σε ολόκληρον έκαστος, του καταλοίπου του λογαριασμού και δη του ποσού για το οποίο μετά την απόδοση και εκκαθάριση του λογαριασμού θα κριθούν οφειλέτες νομιμοτόκως μέχρι την εξόφληση με απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και στην περίπτωση μη εμπρόθεσμης κατάθεσης του λογαριασμού μετά των δικαιολογητικών σε καταβολή του ελλείμματος …..νομιμοτόκως μέχρι την εξόφληση με απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και Να καταδικασθούν δε στην εν γένει δικαστική δαπάνη.

Αθήνα

Ο ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

 

Υπόδειγμα δικογράφου αγωγής διατροφής ανηλίκου.

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΓΩΓΗ

…..

ΚΑΤΑ

….

Την …..τέλεσα μετά του εναγομένου ….γάμο στο …. Από τον γάμο μας αποκτήσαμε τρία παιδιά, την ….., γεννήθηκε στις …., την Κυριακή, γεννήθηκε την …. και την Μαρία, γεννήθηκε την ….. Τον εναγόμενο σύζυγό μου παντρεύτηκα με την ελπίδα και την διαβεβαίωση εκ μέρους του ότι στο πρόσωπό του θα έβρισκα συζυγική θαλπωρή, σεβασμό, εκτίμηση, αγάπη και θα δημιουργούσαμε μία οικογένεια συγκροτημένη με υγιείς αρχές και συνήθειες. Οι ελπίδες και οι προσδοκίες μου όμως διαψεύστηκαν, διότι με την τακτική που ακολούθησε, τις αντιλήψεις του, την υβριστική, σκαιά και βάναυση συμπεριφορά του, υπέσκαψε τα θεμέλια του συζυγικού μας  οίκου και τον οδήγησε στην διάλυση. Ζήσαμε μαζί μέχρι το …. οπότε από αποκλειστική υπαιτιότητά του διεκόπη οριστικά η έγγαμη συμβίωση μας, διαμένουσα έκτοτε σε μισθωμένη οικία στον ……Αττικής, έχοντας κοντά μου τα άνω ανήλικα τέκνα μου, η άσκηση της επιμέλειας των οποίων μου ανατέθηκε προσωρινά με την…. απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών και οριστικά με την …. απόφαση του αυτού Δικαστηρίου.

Επειδή ο εναγόμενος αδιαφορεί για την διατροφή των και δεν συμμετέχει καθόλου σε αυτή εύλογο και σύννομο καθίσταται το αίτημά μου, με την ιδιότητα που παρίσταμαι, ως ασκούσα την επιμέλεια αυτών, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να συμμετέχει ανάλογα με τις δυνάμεις του στην διατροφή των, όπως ορίζουν οι σχετικές διατάξεις.

Ο εναγόμενος τυγχάνει εργάτης - εργάζεται στην αποθήκη του …. με μηνιαίες αποδοχές ….. Εγώ έχω αποφοιτήσει από τη Σχολή ….. και εργάζομαι ως νοσηλεύτρια σε …..με μηνιαίες αποδοχές …… Πέραν αυτών εγώ ήδη εν τοις πράγμασι φροντίζω και μεριμνώ για την ανατροφή των παιδιών μας, εργασία η οποία αποτιμάται σε ……τον μήνα

Το συνολικό άθροισμα επομένως των εισοδημάτων εμού και  του εναγομένου κατά μήνα είναι …... Οι ελάχιστες μηνιαίες οικογενειακές μας ανάγκες αν υπήρχε συμβίωση θα ήταν …...

Η συνεισφορά μου στα έξοδα της διαβίωσης αυτής  θα ήταν …..δια … = …..Χ…= ….. Αντίστοιχα του αντιδίκου η συνεισφορά θα ήταν … δια … =. … Χ ….= ….

Η ανάλογη διατροφή των παιδιών μας με βάση την ηλικία, η …..6 ετών, η ….. ετών και η …. 4 ετών, τον τόπο κατοικίας και τις ανάγκες επιτήρησης, μόρφωσης και ανάπτυξης η οποία περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την συντήρηση, ανατροφή και εκπαίδευσή των, ανέρχεται κατά μήνα για κάθε παιδί στα … και συγκεκριμένα για φαγητό με σωστή διατροφή ανάλογη της ηλικίας των …., ρούχα ….., υποδήματα ….., παιδικός σταθμός ….., μικροδιασκεδάσεις ….

Επομένως η συνεισφορά του αντιδίκου στη διατροφή κάθε παιδιού μας ανέρχεται στα ….

Πρέπει επομένως ο αντίδικος να υποχρεωθεί να καταβάλει ως συμμετοχή στη διατροφή του κάθε παιδιού μας μηνιαίως από επιδόσεως της παρούσας και για ένα έτος και δη την πρώτη ημέρα κάθε μήνα ….. και συνολικά για τα τρία παιδιά ……. μηνιαίως, ποσό που μπορεί να καταβάλει εν όψει των εισοδημάτων του και μάλιστα νομιμοτόκως από την επομένη κάθε καθυστέρησης μέχρι την καταβολή.

Επειδή η εκδοθησομένη απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή ως αφορώσα διατροφή, απειλούμενης άλλως της διατροφής μας σε περίπτωση καθυστέρησης.

Επειδή ο εναγόμενος πρέπει να υποχρεωθεί να προκαταβάλει μέρος της δικαστικής δαπάνης της παρούσας.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής και προς απόδειξή της επικαλούμαι μάρτυρες και έγγραφα.

ΓIΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και όσους θέλω προσθέσει κατά τη συζήτηση της παρούσας και με τη ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μου.

ΖΗΤΩ

Να γίνει δεκτή η παρούσα. Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να μου καταβάλει, με την ιδιότητα που παρίσταμαι, λόγω συμμετοχής του στη διατροφή των τέκνων μας, ……, ……και …., κάθε μήνα και την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, από επιδόσεως της παρούσας και για ένα έτος, ….. για το καθένα και συνολικά ….., νομιμοτόκως από την επομένη κάθε καθυστέρησης μέχρι την καταβολή. Να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή. Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με πράξη Σας παρά πόδας της παρούσας να προκαταβάλει μέρος της δικαστικής δαπάνης της συγκεκριμένης δίκης εκ ……τ δε υπόλοιπο κατά την έκδοση της οριστικής απόφασης.

Αθήνα

Ο ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

 

 

Υπόδειγμα δικογράφου αγωγής αξίωσης αποκτημάτων κατά την διάρκεια του γάμου.

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ …..

ΑΓΩΓΗ

………

ΚΑΤΑ

……………

Με τον αντίδικο παντρευτήκαμε στις ….με θρησκευτικό γάμο στον ιερό Ναό της …..στην ….. Από τον γάμο μας αποκτήσαμε ένα παιδί, τον …., σήμερα …. ετών. Ο γάμος μας αυτός τελικά δεν είχε ευτυχή εξέλιξη για λόγους πού αφορούν  κυρίως το πρόσωπο του εναγομένου, ο οποίος με τον χρόνο άρχισε να αδιαφορεί για όλα και να εκφράζεται με περιφρόνηση για τη συζυγική ζωή και προς εμένα, δημιουργώντας συνεχώς επεισόδια, χωρίς να διστάζει να με βρίζει και να με απειλεί. Αποτέλεσμα ήταν τον …να εγκαταλείψει την συζυγική στέγη επί της οδού ….και έκτοτε να πάψουμε την έγγαμη συμβίωση μας και να ζούμε χωριστά. Από τότε εγώ μένω, μαζί με τον γιό μας ….και μοναδικό παιδί μου, στην παραπάνω στέγη της οδού …. αυτός δε στην οδό …..

Προ και κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ο εναγόμενος εργαζόταν ως οικοδόμος. Μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο πριν τον γάμο ήταν το διαμέρισμα στο οποίο τώρα ζει στην οδό …. στην Αθήνα αποτελούμενο από δύο κύρια δωμάτια, χωλ, κουζίνα, λουτρό, αξίας κατά τον χρόνο τέλεσης  του γάμου …. ευρώ και σήμερα …..ευρώ.

Εγώ κατά την έναρξη της έγγαμης συμβίωσης εργαζόμουν ως εργάτρια σε κυτιοποιείο-λιθογραφείο αντί συνολικού μηνιαίου μισθού ….. ευρώ, εργασία την οποία και συνέχισα μετά τον γάμο μου. Ηδη από τον ……του 1970 είχα τραπεζικό λογαριασμό στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, λογαριασμό που συνέχισα να έχω μέχρι και το ….. Το συνολικό χρηματικό ποσό κατά τον μήνα …του έτους …ανήρχετο σε ….ευρώ.

Κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, παράλληλα, ασχολούμην με τις οικιακές εργασίες, χωρίς μάλιστα να έχω καμία βοήθεια, αφού ο σύζυγός μου, ως οικοδόμος, έλειπε όλη την ημέρα, φρόντιζα το παιδί μας, επιμελούμην της ανατροφής του, το βοηθούσα στην μελέτη του και προσέφερα στοργή και συμπαράσταση στο σύζυγό μου. Συνεισέφερα δηλαδή στις οικογενειακές ανάγκες τόσο υλικά και ηθικά, όσο και με προσωπική μου εργασία, κατά τρόπο ώστε η συμβολή μου να ξεπερνά την από το άρθρο 1389 ΑΚ προβλεπόμενη υποχρέωσή μου. Ετσι οι παρεχόμενες υπηρεσίες μου ως συζύγου και μητέρας, αποτελούμενες από μη επιβαλλόμενη από το νόμο συνεισφορά μου στα βάρη του γάμου αποτιμάτο  μηνιαίως τουλάχιστον μέχρι το ….   σε ….ευρώ.

Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και δη την …ο εναγόμενος απέκτησε με δική μου συμβολή κατά κυριότητα, νομή και κατοχή το διαμέρισμα του ισογείου ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού …..στη θέση …..του δήμου ……Αττικής, επιφανείας …..τετραγωνικών μέτρων, αποτελούμενο από δύο (2) κύρια δωμάτια, χωλ, κουζίνα, λουτρό, οφφίς και εξώστη επί του ακαλύπτου χώρου, που συνορεύει ανατολικώς με φωταγωγό Ι-3 διαμέρισμα και κοινόχρηστο διάδρομο, δυτικώς με αυλή πολυκατοικίας, αρκτικώς με χώρο ανελκυστήρος και κεντρικό κλιμακοστάσιο και μεσημβρινώς με μεσημβρινό όριο πολυκατοικίας, αντί συνολικού τιμήματος …..ευρώ. Σήμερα η αξία του προαναφερθέντος διαμερίσματος ανέρχεται κατά την αντικειμενική και αγοραία αξία του σε …. ευρώ.

Στην απόκτηση του προαναφερθέντος περιουσιακού στοιχείου από τον εναγόμενο σύζυγό μου συνέβαλα στον εξής βαθμό. Διέθεσα …… ευρώ από τις καταθέσεις μου στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Επιπλέον διέθεσα εργασία, πέραν της άμεσης, με την έννοια της παροχής χρημάτων από εξωοικιακή εργασία και της έμμεσης, από εξοικονόμηση πόρων από την παροχή οικιακής εργασίας, (ανατροφή του παιδιού μας, συμπαράσταση του συζύγου μου), που ξεπερνά τα όρια της προβλεπόμενης από το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσής μου από τον γάμο η οποία ανήρχετο μηνιαίως μέχρι της αγοράς του διαμερίσματος σε … ευρώ και συνολικά επί 5,5 έτη σε ….ευρώ.

Συνεπώς δικαιούμαι να ζητήσω την απόδοση του μέρους της αύξησης της περιουσίας του συζύγου μου, που οφείλεται στη δική μου συμβολή, κατά ποσοστό 50 %, αφού εγώ συνεισέφερα …..ευρώ και αυτός ….ευρώ.

Επειδή κατά την τέλεση του γάμου δεν είχα κανένα ακίνητο περιουσιακό στοιχείο και κατά τη διάρκεια αυτού στο μόνο ακίνητο περιουσιακό στοιχείο που συνέσεφερα ήταν το παραπάνω, και επομένως συνέβαλα στην επαύξηση της χρηματικής περιουσίας του εναγομένου.

Επειδή κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Επειδή τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.

Επειδή η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια.

Επειδή στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.

Επειδή κατά το άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 1329/1983, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 12 του ν. 1649/1986, οι διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ αφορούν και περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983, εφόσον ο γάμος δεν είχε λυθεί ή ακυρωθεί μέχρι τότε.

Επειδή κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου. Ο κανόνας, όμως, αυτός, δεν αποκλείει, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, την εξουσία του δικαστή να διατάξει δεχόμενος σχετικό αίτημα του ενός ή του άλλου συζύγου, ενοχικώς δε πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου με αυτούσια απόδοση, είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων, είτε ορισμένου, ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (ΟλΑΠ 28/1996).

Επειδή ο εναγόμενος κατά την έναρξη της έγγαμης συμβίωσης είχε στην κυριότητά του το παραπάνω ακίνητο, κατά δε τον χρόνο συμπλήρωσης τριετίας από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης είχε στην κυριότητά του το παραπάνω προσδιοριζόμενο οικόπεδο το οποίο απέκτησε με δική μου εξ ολοκλήρου χρηματική συμβολή.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ συνάγεται ότι η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου προκύπτει από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεώς του σε δύο χρονικά σημεία, δηλαδή τη στιγμή της τελέσεως του γάμου αφενός, και τη στιγμή που γεννάται η αξίωση αφετέρου. Για την ορθή αποτίμηση της τυχόν αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, πρέπει να υπολογισθεί η πραγματική αύξηση της περιουσίας, με αποτίμηση και της αρχικής περιουσίας στις τιμές του χρόνου υπολογισμού της τελικής περιουσίας (ήτοι του χρόνου γέννήσης της άνω αξίωσης).

Επειδή κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας θεωρείται στην περίπτωση λύσης του γάμου με διαζύγιο ή ακύρωσης ο χρόνος του αμετακλήτου της σχετικής απόφασης, στην περίπτωση δε της τριετούς διαστάσεως,  εν όψει του ότι η άσκηση της αξίωσης με βάση τη συμπλήρωση τριετίας από τη συζυγική διάσταση έχει ως προϋπόθεση, ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί, η περιουσιακή αύξηση του υπόχρεου συζύγου στην περίπτωση αυτή, πρέπει να ανάγεται στο χρόνο άσκησης της αγωγής του άρθρου 1400 του ΑΚ, καθόσον για τη γέννηση της αξίωσης αυτής δεν ορίζεται από το νόμο συγκεκριμένη χρονική αφετηρία, αφού αρκεί να έχει διαρκέσει η διάσταση των συζύγων περισσότερο από τρία χρόνια (ΑΠ 94/2001) .

Επειδή για την αποτίμηση της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου, λαμβάνεται υπ όψιν η υποχρέωση του επικαλούμενου την αξίωση συμμετοχής συζύγου, να συνεισφέρει στις ανάγκες της οικογένειας ανάλογα με τις δυνάμεις του (ΑΚ 1389).

Επειδή πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου προς αυτούσια απόδοση του 1\3 του ακινήτου αυτού, καταδικαζομένου σε δήλωση βουλήσεως, άλλως να υποχρεωθεί να μου καταβάλει το ποσό των                ευρώ, που είναι η αξία του οικοπέδου κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής.

Επειδή το αίτημα αυτούσια απόδοση ακινήτου, ως "αποκτήματος" κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αγωγών που πρέπει να εγγράφονται υποχρεωτικώς κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ στα βιβλία διεκδικήσεων.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής και προς απόδειξή της επικαλούμαι μάρτυρες και έγγραφα.

ΓIΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και όσους θέλω προσθέσει κατά τη συζήτηση της παρούσας και με τη ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μου.

ΖΗΤΩ

Να γίνει δεκτή η παρούσα κλπ

 

 

Τριτανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης.

 

Το ένδικο βοήθημα της ανακοπής τρίτου του άρθρου 936 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ο τρίτος αμύνεται κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, στην οποία δεν μετέσχε, ούτε προσκλήθηκε, αποτελεί είδος της ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 936 ΚΠολΔ ο τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως,

α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει, ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση,

β) απαγόρευση διάθεσης, που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμο την ακυρότητα της διάθεσης.

Είναι ένδικο βοήθημα του δικονομικού δικαίου με την ειδικότερη μορφή της δικονομικής διαπλαστικής αγωγής, που αποβλέπει τελικά στην ακύρωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 1151/1981).

Ως εκ τούτου η ανακοπή αυτή αποτελεί στην ουσία αγωγή, με την οποία δεν εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του δικαστηρίου η εκτέλεση, αλλά το δικαίωμα του τρίτου (ΕφΠειρ 776/1994).

Στο δικόγραφο της ανακοπής μπορούν να σωρευθούν αντικειμενικά δύο αιτήματα, η αναγνώριση, ή καταψήφιση του ουσιαστικού δικαιώματος του τρίτου, που απευθύνεται εναντίον του δανειστή και του οφειλέτη και η διάπλαση της ανενέργειας της εκτέλεσης, που στρέφεται εναντίον του δανειστή (ΑΠ 434/1995, ΕφΑθ 4839/2001, ΕφΑθ 90/2011).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών