ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Επιθαλάσσια αρωγή και η αμοιβή του αρωγού.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12 και 13 της ισχύουσας από τον Ιούνιο 1997 και στην Ελλάδα Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου του 1989 για την επιθαλάσσια αρωγή, η οποία διέπει και τις εσωτερικές θαλάσσιες αρωγές, δηλαδή τις παρεχόμενες σε εσωτερικά ύδατα, ακόμα και από  πλοία εσωτερικής ναυσιπλοίας, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για τη γέννηση του δικαιώματος της εκ του νόμου αμοιβής του αρωγού είναι,

α) η πράξη, ή δραστηριότητα, παροχής βοήθειας σε πλοίο, που βρίσκεται σε οποιαδήποτε πλεύσιμα ή μη ύδατα,

β) κίνδυνος απώλειας, ή βλάβης του, και

γ) ωφέλιμο αποτέλεσμα.

Όσον αφορά τον κίνδυνο απώλειας, ή βλάβης, του βοηθούμενου πλοίου, αυτός πρέπει να είναι πραγματικός, έστω και μη άμεσος, αλλά αναμενόμενος με πιθανότητα, που προϋπάρχει των σωστικών υπηρεσιών και δεν προκαλείται απ' αυτές, χωρίς να απαιτείται και αδυναμία ελικτικής ικανότητας, ή αυτοδύναμης πρόωσης, του κινδυνεύοντος πλοίου.

Ο κίνδυνος πρέπει ακόμη να είναι σοβαρός. Η ύπαρξη και ο βαθμός του κινδύνου εκτιμάται με τη συνολική εξέταση των συντρεχουσών στη συγκεκριμένη περίπτωση περιστάσεων.

Τέτοιες υποδηλωτικές κινδύνου περιστάσεις είναι ενδεικτικώς (ΕφΠειρ. 830/2008, ΕφΠειρ 24/2011).

α) η εγκατάλειψη του ταξιδιού,

β) η χρήση των σημάτων κινδύνου, εφ όσον με αυτά ζητείται βοήθεια εξ αιτίας π.χ βλαβών του πλοίου, και

γ) η ολική, ή ουσιώδης, απώλεια των μέσων προώθησης, με την ενεστώσα και παρούσα μείωση της ικανότητας του πλοίου να αντιπαρέλθει δυσκολίες.

Κριτήρια για τον καθορισμό από το Δικαστήριο της από την επιθαλάσσια αρωγή αμοιβής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την αξία του σωθέντος πλοίου, αποτελούν, περιοριστικώς (άρθρο 247 επ. ΚΙΝΔ, ΕφΠειρ 24/2011),

α) η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες, που κατέβαλε ο αρωγός, για να σώσει το πλοίο,

β) η διασωθείσα αξία του πλοίου και των άλλων περιουσιακών αγαθών,

γ)το μέγεθος της επιτυχίας, που επιτεύχθηκε από τον αρωγό,

δ) η φύση και η έκταση του κινδύνου,

ε) ο χρόνος που διατέθηκε, οι δαπάνες και οι απώλειες που είχε ο αρωγός,

στ) ο κίνδυνος ευθύνης και άλλοι κίνδυνοι, τους οποίους διέτρεξε (αρωγός), ή ο εξοπλισμός του,

ζ) το έγκαιρο των παρασχεθεισών υπηρεσιών,

η) η δυνατότητα διάθεσης και χρησιμοποίησης πλοίων, ή άλλου εξοπλισμού, που προορίζονται για επιχειρήσεις αρωγής,

θ) ο βαθμός ετοιμότητας και επάρκειας του εξοπλισμού του αρωγού πλοίου και η αξία αυτού, και

ι) η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες, που κατέβαλε ο αρωγός, για να αποτρέψει, ή ελαχιστοποιήσει, βλάβη του περιβάλλοντος (ΕφΠειρ. 830/2008, ΕφΠειρ 24/2011).

Το ήμισυ της αμοιβής δικαιούται ο πλοιοκτήτης, το 1/4 ο πλοίαρχος και το υπόλοιπο 1/4 το πλήρωμα του αρωγού σκάφους (άρθρο 251 ΚΙΝΔ).

Οι αξιώσεις από την επιθαλάσσια αρωγή, στρεφόμενες κατά του πλοιοκτήτη, ή του εφοπλιστή, για την πληρωμή της αμοιβής και των εξόδων υπόκεινται σε διετή παραγραφή (άρθρο 290 περιπτ. 3 ΚΙΝΔ).

Στην βραχυχρόνια αυτή παραγραφή δεν υπάγονται οι αξιώσεις για αμοιβή, που συμφωνήθηκε μεταξύ του παρέχοντος επιθαλάσσια αρωγή και τρίτου, ο οποίος με σύμβαση έργου ανέλαβε έναντι αυτού την εκτέλεση επιμέρους εργασιών εντασσομένων στην σωστική του πλοίου προσπάθεια (ΑΠ 685/2008).

 

Επίδοση ενδίκου μέσου σε πληρεξούσιο δικηγόρο.

 

Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 142 παρ. 1 και 4, είτε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του πρωτοδικείου της κατοικίας του διαδίκου, είτε με ρήτρα σε σύμβαση.

Την ιδιότητα του αντικλήτου έχει και ο νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος, στον οποίο μπορούν να γίνονται μόνον οι επιδόσεις, που ανάγονται στη δίκη για την οποία είναι πληρεξούσιος, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης.

Μετά όμως την έκδοση της οριστικής απόφασης, σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει μεν επίδοση της σχετικής κλήσης προς τον υπογράψαντα το ένδικο μέσο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, όχι όμως και προς τον κατά τη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση πληρεξούσιο δικηγόρο του καθ ου το ένδικο μέσο, ο οποίος μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης παύει να έχει την ιδιότητα του αντικλήτου, αν δεν διορίσθηκε αντίκλητος κατά το άρθρο 142 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ (ΑΠ 301/2011). 

 

Επίδοση αίτησης αναίρεσης και κλήσης προς συζήτηση. Επίδοση σε άγνωστης διαμονής διάδικο.

 

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 576 ΚΠολΔ, εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί, ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Κατά το άρθρο 135 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος, ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο εφημερίδες από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.

Κατά το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, η επίδοση της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης για συζήτηση, για άγνωστης διαμονής διάδικο γίνεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 53/2011). 

 

Επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την μη τήρηση προθεσμίας.

 

Ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, κατά άρθρα 152 έως 158 ΚΠολΔ, αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο.

Παρέχει με δικαστική παρέμβαση τη δυνατότητα της άρσης νομικής και επιβλαβούς για τον διάδικο κατάστασης, που δημιουργήθηκε από την μη τήρηση ορισμένης προθεσμίας για δύο μόνο λόγους, δηλαδή την ανωτέρα βία, ή τον δόλο του αντιδίκου.

Η αίτηση επαναφοράς απευθύνεται στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο και έχει ως περιεχόμενο τη διενέργεια ήδη της παραληφθείσας πράξης.

Ασκείται με τα διαμειβόμενα στη δίκη δικόγραφα, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται κατά τις διατάξεις για την αγωγή και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην κατ άρθρο 153 του ΚΠολΔ οριζόμενη 30ήμερη προθεσμία από την άρση του κωλύματος, που συνιστά την ανωτέρα βία, ή τη γνώση του δόλου του αντιδίκου.

Με τη διάταξη του άρθρου 158 ΚΠολΔ τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνιστάται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αποκατάστασης των πραγμάτων, αν για οποιοδήποτε λόγο ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος χάθηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της.

Ως ανωτέρα βία νοείται το παρακωλυτικό γεγονός της τήρησης της προθεσμίας, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργεια άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 1911/1999, ΑΠ 141/2005).

 

Προσωπική δουλεία επικαρπίας.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1142, 1144, 1166 και 1259 ΑΚ συνάγεται ότι, η προσωπική δουλεία της επικαρπίας συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή, να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα, διατηρώντας όμως ακέραιη την ουσία του.

Η επικαρπία συνιστάται με δικαιοπραξία, ή με χρησικτησία. Οι αντίστοιχες περί κτήσης κυριότητας διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως.

Ο κύριος ακινήτου, που μεταβιβάζει το ακίνητό του για νόμιμη αιτία σε άλλον με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφεται, μπορεί να παρακρατήσει την επ' αυτού επικαρπία, είτε υπέρ του εαυτού του, είτε υπέρ τρίτου, ή υπέρ του εαυτού του και τρίτου (Εφ Αθ 7567/91, Εφ Πατρ 44/2002).

Κατά τα άρθρα 1167, 1168, 1169 και 1170  ΑΚ  η απόσβεση της επικαρπίας για κάποιον από τους λόγους, που αναφέρεται στον νόμο, έχει ως συνέπεια, ότι, η επικαρπία επιστρέφει αυτοδικαίως στην κυριότητα από την οποία αποσπάσθηκε, χωρίς να απαιτείται να ορισθεί αυτό κατά τη σύσταση, δηλαδή επιστρέφει σε εκείνον στον οποίον ευρίσκεται ήδη η κυριότητα, αφού η επιστροφή αναφέρεται στην κυριότητα, που υπάρχει κατά τον χρόνο της απόσβεσης της επικαρπίας (ΑΠ 409/ 93, Εφ Πατρ 44/2002).

 

Δουλεία οδού (διόδου προς δρόμο).

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ προκύπτει ότι, επί ακινήτου μπορεί, να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, εξ αιτίας της οποίας ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου φέρει το βάρος, να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση αυτού από τον κύριο του δεσπόζοντος.

Τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα είναι και η δουλεία οδού.

Η δουλεία οδού  συνιστάται με δικαιοπραξία, ή με χρησικτησία.

Ως δικαιοπραξία ικανή να συστήσει δουλεία οδού νοείται όχι μόνο η σύμβαση, αλλά και η μονομερής δικαιοπραξία και ιδίως η διαθήκη (πρβ ΕφΑθ 5486/1990).

Οι διατάξεις για την μεταβίβαση ακινήτων με συμφωνία και για την χρησικτησία ακινήτων εφαρμόζονται αναλόγως και στη σύσταση της δουλείας οδού ( πρβ ΕφΑθ 5486/1990).

Για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία (άρθρα 1045, 974 και 975 ΑΚ ) απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία, η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρος του δουλεύοντος, θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος και κατεύθυνση της θέλησης αυτής σε ξένο πράγμα. Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται κατ άρθρο 1051 ΑΚ, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου (ΑΠ 575/1989, Εφ Αθ 5486/1990).

Η δουλεία οδού αποσβήνεται, πέραν των άλλων, αν η άσκησή της έχει καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς, ή νομικούς (άρθρα 1118, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ).

Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας, ή χρησιμότητας, από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου, ή εξέλιπε η ανάγκη του τελευταίου, γιατί τούτο απέκτησε αυτάρκεια, αφού η ύπαρξη της ωφέλειας, χρησιμότητας, ή ανάγκης αποτελεί απαραίτητο όρο της δουλείας.

Η αδυναμία άσκησης της δουλείας πρέπει να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματός της και ως εκ τούτου, αν η ωφέλεια, χρησιμότητα, ή ανάγκη, άσκησής της μειώθηκε, χωρίς να εκλείψει εντελώς, η δουλεία διατηρείται έστω και με περιορισμένη έκταση, κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου αυτής.

Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό, παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί αυτή δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος ακινήτου, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.

Η εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, που εξασφαλίζεται με την ύπαρξη πρόσοψης αυτού και την άμεση πρόσβαση και εξυπηρέτησή του από κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, γιατί υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφ όσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς (ΑΠ 1796/2009).

Δεν είναι δυνατή σύσταση δουλείας διόδου σε κοινόχρηστα (άρθρο 967 ΑΚ), καθώς και σε ακίνητα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών, ή θρησκευτικών, σκοπών ( άρθρο 966 ΑΚ).

Η περιστασιακή δίοδος από εδαφική λωρίδα, ώστε η χρήση της να είναι περιορισμένη και κατ' ανοχή των ιδιοκτητών των ακινήτων, δεν προσπορίζει δικαίωμα δουλείας διέλευσης (ΑΠ 1574/2006).

 

 

Διοίκηση αλλοτρίων από εγγυητή γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, ή μη γνήσιας διοίκησης. Εφαρμογή διατάξεων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   668/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο εγγυητής ο οποίος ικανοποίησε το δανειστή δικαιούται να στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη και να ζητήσει να του πληρώσει το ποσό που κατέβαλε στο δανειστή, μόνο αν έχει δικαίωμα αναγωγής κατ΄αυτού, δηλαδή εφόσον μεταξύ αυτού και του πρωτοφειλέτη υφίσταται έννομη σχέση η οποία παρέχει σ'αυτόν σχετικό δικαίωμα.

Τέτοια έννομη σχέση μπορεί να είναι η σύμβαση της εντολής που παρέχει στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει από τον εντολέα ο,τιδήποτε δαπάνησε για την κανονική εκτέλεσή της, ή ακόμη η διοίκηση αλλοτρίων.

Ως προς την διοίκηση αλλοτρίων, αν ο εγγυητής, ως διοικητής αλλοτρίων, ανέλαβε τη διοίκηση (χειρισμό) της ξένης υπόθεσης προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου (πρωτοφειλέτη), έχει δικαίωμα να ζητήσει απ'αυτόν τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή των άρθρων 713 επ.ΑΚ που εφαρμόζονται αναλόγως. Αν, όμως, δεν συντρέχουν οι όροι των ΑΚ 730 και 736, ήτοι της γνήσιας θεμιτής διοίκησης αλλοτρίων, ο διοικητής-εγγυητής δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον πρωτοφειλέτη-κύριο της υπόθεσης την ανόρθωση των ζημιών. Απόδοση των δαπανών δικαιούται να ζητήσει μόνο κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 737, που οριοθετεί, κατά τρόπο αρνητικό, τη γνήσια αθέμιτη διοίκηση αλλοτρίων).

Ο εγγυητής, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση τη διοικεί σαν δική του, με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία, έχει τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων.

Μη γνήσια ή νόθος, επομένως, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, είναι η διαχείριση ξένης υπόθεσης από κάποιον (διοικητή) με τη γνώση, ότι είναι ξένη σαν δική του, όχι προς το συμφέρον του κυρίου, αλλά προς το συμφέρον του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την ΑΚ 739 εδ.β', ο διοικητής, που μπορεί να είναι και ο εγγυητής, έχει δικαίωμα να απαιτήσει δαπάνες μόνο κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως και εκείνος της γνήσιας πλην αθέμιτης διοίκησης αλλοτρίων κατά την ΑΚ 737 εδ.β'

'Ετσι, μόνο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αθέμιτης ή μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, πρέπει να ερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γέννηση της αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού, σύμφωνα με την ΑΚ 904 παρ.1 εδ.α', που ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια".

Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, για να γεννηθεί η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πρέπει να επέλθει μία περιουσιακή μεταβολή στις σχέσεις δικαιούχου και υποχρέου σε "βάρος" της περιουσίας του δικαιούχου χωρίς νόμιμη αιτία, αρκεί ο πλουτισμός του λήπτη να είναι πραγματικός και συγκεκριμένος, ιδιότητες που έχουν ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του πλουτισμού που "επιβάλλεται" στο λήπτη χωρίς τη θέλησή του.

Επιβαλλόμενος, εντεύθεν, πλουτισμός υπάρχει, όταν έχει υλοποιηθεί συγκεκριμένη πραγματική, κατ΄ αντικειμενική κρίση, αύξηση της περιουσίας ενός προσώπου (πλουτισμός), η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη θέλησή του ή τα ενδιαφέροντά του.

Κάτι τέτοιο, δηλαδή επιβαλλόμενος (ανεπιθύμητος) πλουτισμός μπορεί να συμβεί ειδικά στη διοίκηση αλλοτρίων μόνο στις περιπτώσεις της αθέμιτης (γνήσιας) διοίκησης (ΑΚ 737 εδ.β') ή της μη γνήσιας (ΑΚ 739 εδ.β'), διότι στη γνήσια θεμιτή ο διοικητής ενεργεί προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, στοιχείο αντίθετο προς το εννοιολογικό περιεχόμενο του επιβαλλόμενου πλουτισμού (ΑΠ 668/2007). 

 

Αναζήτηση δαπανών διοίκησης από τον διοικητή αλλοτρίων, που επελήφθη της διοίκησης προς το συμφέρον του κυρίου.

 

Ο διοικητής αλλοτρίων, που επελήφθη της διοίκησης προς το συμφέρον και κατά την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του κυρίου, δικαιούται να ζητήσει από τούτον τις δαπάνες της διοικήσεως και ανόρθωση των ζημιών του κατά τις περί εντολής διατάξεις εφαρμοζόμενες αναλόγως, κατά δε την ΑΚ 737, αν δεν υφίστανται οι όροι του προηγούμενου άρθρου ο διοικητής δεν έχει δικαίωμα ανόρθωσης των ζημιών του, ενώ απόδοση δαπανών δικαιούται να ζητήσει μόνον κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή σύμφωνα με την ΑΚ 904 παρ. 1 εδ. α.

Στοιχεία της αγωγής (ή ανταγωγής) αδικαιολόγητου πλουτισμού για δαπάνες από την κατ άρθρο 737 ΑΚ διοίκηση αλλοτρίων (που πρέπει να εκθέτει και αποδεικνύει ο ενάγων ή αντενάγων διοικητής αλλοτρίων) αποτελούν, μεταξύ άλλων, ο πλουτισμός του εναγομένου κυρίου της υπόθεσης, η επέλευσή του σε βάρος του ενάγοντος (άρα και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον πλουτισμό του πρώτου και την επιβάρυνση του δευτέρου) και η έλλειψη νόμιμης αιτίας (ΑΠ 326/2006).

 

Δίκη περί λογοδοσίας.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 303 ΑΚ και 473 ΚΠολΔ στην δίκη περί λογοδοσίας το δικαστήριο ερευνά, αν ο εναγόμενος έχει υποχρέωση προς λογοδοσία και αν αυτό πιστοποιείται εκδίδει μη οριστική απόφαση, που τον υποχρεώνει μέσα σε ορισμένη προθεσμία, να καταθέσει γραπτό λογαριασμό με αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, που έγιναν στο πλαίσιο της διαχειριστικής του εξουσίας, καθώς και όλες τις δικαιολογητικές αποδείξεις, ενώ συγχρόνως με την ίδια απόφαση καταδικάζεται σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, σύμφωνα με το άρθρο 946 ΚΠολΔ.

Αν ο δοσίλογος δεν καταθέσει λογαριασμό μέσα στην προθεσμία, που ορίζει η απόφαση, η απόφαση γίνεται οριστική, όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία προς κατάθεση του λογαριασμού (ΑΠ 565/1999, ΑΠ 246/1995).

Όταν τελεσιδικήσει μπορεί να εκτελεστεί ως προς τις διατάξεις της για τη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση.

Αν ο δοσίλογος συμμορφωθεί προς την μη οριστική απόφαση και καταθέσει λογαριασμό, ή κατάλοιπο με όλα τα σχετικά έγγραφα, η δίκη προχωρεί σε δεύτερο στάδιο ερευνώντας τα κονδύλια, διεξάγονται αποδείξεις για τα αμφισβητούμενα κονδύλια και εκδίδεται οριστική απόφαση για το τυχόν κατάλοιπο και έτσι περατώνεται η διαφορά (ΑΠ 1122/2006).

Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατά απόφασης, που διέταξε την λογοδοσία και έταξε προθεσμία, αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης μετά την πάροδο της προθεσμίας προς λογοδοσία. (ΕφΘ 186/1998). 

 

Σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας.

 

Με την σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον, ότι, εάν δεν εκπληρώσει, ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλόμενη σε αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό, ή κάτι άλλο.

Η σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία, που αμέσως στοχεύει ως μέσον πίεσης στην εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κύριας ενοχής, συνιστά δε τρόπο αποζημίωσης, την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος, αποκαθιστώντας την προξενούμενη από την εν λόγω συμπεριφορά του ζημία στον άλλο, χωρίς ο τελευταίος να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη, ή την έκταση της ζημίας του.

Γνήσια σύμβαση ποινικής ρήτρας αποτελεί και η ποινική ρήτρα που συμφωνήθηκε με την αίρεση της ενέργειας, ή της παράλειψης, η οποία δεν αποτελεί παροχή άλλης ενοχής.

Έτσι, αν δεν έχει καταρτισθεί ακόμη η κύρια ενοχή και συμφωνηθεί ποινική ρήτρα, τόσο για την μη εκπλήρωση, ή την μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής στην περίπτωση κατάρτισής της, όσο και για τις ενέργειες, που απαιτούνται προκειμένου να καταρτισθεί η κύρια ενοχή, η παράλειψη των ενεργειών αυτών, από τον υπόχρεο προς τούτο, που έχει ως συνέπεια να μη καταρτισθεί η κύρια ενοχή, στην οποία απέβλεπαν τα συμβαλλόμενα μέρη, συνιστά περίπτωση κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας (ΑΠ 17/2011).

Το δικαίωμα του δικαιούχου να ζητήσει την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, υπόκειται κατά την άσκησή του, όπως άλλωστε κάθε ιδιωτικό δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.

Για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, ή από πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε, ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση, ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 17/1995).

 

Άρση του άδικου χαρακτήρα της εξύβρισης και απλής δυσφήμησης

 

Αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης και απλής δυσφήμησης, κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 367 ΠΚ, όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος, ή για την διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη, ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την εκτέλεση του καθήκοντος, τη διαφύλαξη του δικαιώματος, ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, μέτρο, χωρίς την χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίησή τους με άλλον τρόπο και εφ όσον δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις τέλεσής της (ΑΠ 533/2010).

 

 

Αρμοδιότητα εκδίκασης ναυτικών υποθέσεων.

 

Με βάση το άρθρο 51 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2172/1993 συστάθηκαν στο Πρωτοδικείο και Εφετείο Πειραιά ειδικά τμήματα ναυτικών διαφορών, η δικαιοδοσία των οποίων εκτείνεται σε ολόκληρο το νομό Αττικής, για την εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών που πηγάζουν από πράξεις του θαλασσίου εμπορίου, τη χρησιμοποίηση, λειτουργία, ή ναυσιπλοΐα πλοίου, ή την παροχή εργασίας σε αυτό.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδίου άρθρου, οι πιο πάνω διαφορές και υποθέσεις, αν εισαχθούν σε άλλο Πρωτοδικείο του νομού Αττικής, ή σε άλλο τμήμα του Πρωτοδικείου, ή Εφετείου Πειραιά, παραπέμπονται στο τμήμα ναυτικών διαφορών του Πρωτοδικείου, ή Εφετείου Πειραιά.

Οι διαφορές και υποθέσεις που δεν υπάγονται στο τμήμα ναυτικών διαφορών και εισάγονται σε αυτά, μπορούν να δικαστούν από αυτά, ή να παραπεμφθούν στο αρμόδιο τμήμα, εφαρμοζομένης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 46 ΚΠολΔ (ΕφΠειρ 988/2005, ΕφΠειρ 1/2011). 

 

Αποφάσεις που υπόκεινται σε έφεση.

 

Σε έφεση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις (513 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ).

Οριστική είναι η απόφαση με την οποία περατώνεται η δίκη ύστερα από παραδοχή, ή απόρριψη της αγωγής, ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και απεκδύεται ο δικαστής από οποιαδήποτε εξουσία στη δικαζόμενη υπόθεση.

Ο χαρακτήρας της απόφασης ως οριστικής, ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης, δηλαδή τον χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 18/2001).

Δεν υπόκεινται σε έφεση οι εν μέρει οριστικές αποφάσεις, με τις οποίες περατώνεται η δίκη ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαια της αγωγής, ή βάσεις αυτής, ή ως προς ορισμένους διαδίκους, δηλαδή πριν εκδικασθεί και περατωθεί όλη η διαφορά (άρθρ. 513 παρ.1 εδ. γ ΚΠολΔ) προς αποφυγή κατάτμησης της διαφοράς, έκδοσης διαφορετικών αποφάσεων και εξοικονόμηση δαπανών

 

Έλεγχος της νομιμότητας της δικαστικής απόφασης από τον Άρειο Πάγο.

 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας,

β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και

γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς, που τέθηκαν υπ όψιν του δικαστηρίου από τους διαδίκους (ΑΠ 190/2011).

 

Εκβίαση και απόπειρα εκβίασης.

 

Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος του ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδ. α και β και σε βαθμό πλημμελήματος σε κάθε άλλη περίπτωση, απαιτείται, αντικειμενικώς,

α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου, ή άλλου και

β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή, ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της λαμβανομένης απόφασης, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των ανωτέρω στοιχείων συγκρότησης της αντικειμενικής υπόστασης και τη θέληση ή αποδοχή πραγμάτωσης αυτής και επιπρόσθετα, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος από την εξαναγκαζόμενη ως άνω συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο πρέπει να τελεί σε σχέση υλικής αντιστοιχίας με την επελθούσα περιουσιακή ζημία, έτσι ώστε, να αποτελεί αυτό την ανάστροφη όψη της ζημίας, ανεξαρτήτως αν το όφελος αυτό επιτεύχθηκε τελικώς.

Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δεν επέλθει η ζημία και εφ όσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα (ΑΠ 928/2010). 

 

 

Δουλεία παραθύρων. Δουλεία του μη εμποδίζειν το φως και του μη εμποδίζειν την θέα.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ προκύπτει ότι, αρνητική πραγματική δουλεία είναι η δουλεία,  η παρέχουσα εξουσία στο δικαιούχο, να απαγορεύει στον κύριο του δουλεύοντος ακινήτου, να προβεί σε κάποια πράξη επ' αυτού.

Αρνητικές δουλείες είναι, μεταξύ άλλων, η δουλεία του μη εμποδίζειν το φως και του μη εμποδίζειν την θέα.

Με την πρώτη, ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου υποχρεώνεται, να μην οικοδομεί, ή να μην έχει δέντρα, ή κάποιο προστατευτικό κατασκεύασμα στο δουλεύον ακίνητο από τα οποία, να εμποδίζεται το φως στο δεσπόζον ακίνητο.

Με τη δεύτερη, ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου οφείλει να μην πράττει, ή να μην έχει κάτι στο δουλεύον ακίνητο, ώστε να εμποδίζει τον ορίζοντα, ή τη θέα και άποψη του δεσπόζοντος ακινήτου, ή να μειώνει τη θέα αυτή, ή την ωφελιμότητα της.

Με την δουλεία παραθύρων νοούνται δύο πράγματα.

Πρώτον, το δικαίωμα του δεσπόζοντος ακινήτου, να έχει από τα παράθυρα της οικοδομής του θέα, ή άποψη, ή φωτισμό, ή ηλιακό φως, προς το δουλεύον ακίνητο. Η δουλεία αυτή είναι αρνητική και ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αρνητική δουλεία του μη εμποδίζειν το φως, ή την θέα.

Δεύτερον, το δικαίωμα να έχει κάποιος παράθυρα επί του τοίχου της οικοδομής του, δεδομένου ότι τέτοιο δικαίωμα ενυπάρχει στην κυριότητα του.

Η κτήση της δουλείας αυτής είναι δυνατή, όταν, κατά την πολεοδομική νομοθεσία,  πρέπει ο τοίχος επί του οποίου βρίσκονται τα παράθυρα, να απέχει από το όριο του γείτονα ορισμένη απόσταση. Στην περίπτωση αυτή η κτήση δουλείας παραθύρων εξουδετερώνει τον από το νόμο περιορισμό της απόστασης. Ο αποκτήσας την δουλεία παραθύρων δύναται να έχει παράθυρα, χωρίς να τηρεί την απόσταση.

Η δουλεία αυτή είναι θετική και παρέχει το δικαίωμα να έχει παράθυρα στον ίδιο αυτού τοίχο. Δεν δημιουργεί όμως υποχρέωση στον κύριο του δουλεύοντος ακινήτου, να μην εμποδίζει το φως, η, την θέα, γιατί τούτο αποτελεί περιεχόμενο άλλης δουλείας.

Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του γειτονικού ακινήτου δεν εμποδίζεται, να ανεγείρει και αυτός ισοϋψή τοίχο στο ακίνητο του, προς το μέρος των παραθύρων και να αποφράξει την θέα, ή, το φως, εφ όσον βεβαίως δεν αποκτήθηκε κάποια από τις παραπάνω αρνητικές δουλείες.

 

Για την κτήση πραγματικών δουλειών βλέπε στα ΧΡΗΣΙΜΑ «Πραγματικές δουλείες. Κτήση, απόσβεση και προστασία».

 

Αναψηλάφηση δίκης λόγω νέων κρισίμων εγγράφων.  

 

Κατά το άρθρο 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ αναψηλάφηση συγχωρείται,  όταν ο ζητών αυτή διάδικος βρήκε, ή πήρε στην κατοχή του, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίζει εγκαίρως από ανωτέρα βία, ή τα οποία κατακρατήθηκαν από τον αντίδικό του, ή τρίτο ευρισκόμενο σε συνεννόηση με τον αντίδικο και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε διαρκούσας της δίκης.

Το νέο έγγραφο πρέπει να υπήρχε κατά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης.

Δεν είναι νέο το έγγραφο, αν ο αιτών την αναψηλάφηση το είχε επικαλεσθεί και το είχε προσκομίσει στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

Το έγγραφο πρέπει να είναι κρίσιμο, δηλαδή να αφορά ουσιώδη περιστατικά της δίκης, που έχει διεξαχθεί και η προσαγωγή του να μπορούσε να ασκήσει από αποδεικτική άποψη αποφασιστική επιρροή σε  αυτή, με την έννοια ότι αν αυτό είχε τεθεί υπ όψιν του Δικαστηρίου θα μπορούσε να εκδοθεί από αυτό διαφορετική απόφαση.

Η μη έγκαιρη προσκόμιση του νέου κρισίμου εγγράφου πρέπει να οφείλεται σε ανωτέρα βία, δηλαδή σε απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός, που να μη μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ή να κατακρατήθηκε αυτό από τον αντίδικο (ΑΠ 762/2000, ΑΠ 284/2001, ΕφΛαρ 22/2011).

Ανωτέρα βία υπάρχει και όταν προκειμένου περί εγγράφου φυλασσομένου σε πρωτότυπο στο αρχείο του εκδότη του, ή άλλου προσώπου και μη καταχωριθέντος σε κοινής χρήσης δημόσιο βιβλίο, ο αιτών την αναψηλάφηση απεκλείετο να λάβει γνώση της ύπαρξής του οποιαδήποτε προσπάθεια και αν κατέβαλε (ΕφΠατρ 68/04, ΕφΛαρ 22/2011).

 

Ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142 και 143 ΑΚ προκύπτει ότι, αν κάποιος καταρτίσει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία

Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία (ΑΠ 1570/2010).

Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί την μεταξύ βούλησης και δήλωσης διάσταση, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια, ή εσφαλμένη γνώση, νομικών διατάξεων (ΑΠ 470/1996).

 Από τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ προκύπτει ότι, μετά την πάροδο διετίας από τη δικαιοπραξία (αν η πλάνη εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που αρχίζει η κατάσταση αυτή) και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από την δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω πλάνης, τόσο με αγωγή, όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας.

Το αντίθετο δεν προκύπτει από το άρθρο 273 ΑΚ, που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, γιατί η διάταξη αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 279 ΑΚ, αφού δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1408/1980, ΑΠ 1447/2010).

 

 

Ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω απειλής.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150 και 151 ΑΚ προκύπτει ότι για την ακύρωση της δικαιοπραξίας, λόγω απειλής απαιτείται,

α) να απειλείται κακό για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία του απειλουμένου, ή των προσώπων, που συνδέονται στενότατα με αυτόν.

β) ο κίνδυνος επέλευσης του κακού να είναι άμεσος, δηλαδή επικείμενος και σπουδαίος, δηλαδή πραγματικός και να είναι ικανός να προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο.

γ) η απειλή να είναι παράνομη, ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.

δ) Η απειλή να έγινε προς το σκοπό να οδηγηθεί ο απειλούμενος, μέσω της ψυχολογικής πίεσης που του ασκείται, σε δήλωση βούλησης ορισμένου περιεχομένου (ΕφΛαρ 47/2011).

Από τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ προκύπτει ότι, μετά την πάροδο διετίας από τη δικαιοπραξία (αν η απειλή εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που αρχίζει η κατάσταση αυτή) και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από την δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω απειλής, τόσο με αγωγή, όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας.

Το αντίθετο δεν προκύπτει από το άρθρο 273 ΑΚ, που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, γιατί η διάταξη αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 279 ΑΚ, αφού δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1408/1980, ΑΠ 1447/2010). 

 

Ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω απάτης.

 

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 147 και 149 ΑΚ, απάτη  αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση, που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει, ή, διατηρήσει, πεπλανημένη αντίληψη, ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε σε απόκρυψη, ή αποσιώπηση, ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο, που τα αγνοούσε, ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη, ή, από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δήλωσης βούλησης του απατηθέντος, η οποία και προκλήθηκε πράγματι από την απάτη (ΑΠ 325/2009, ΑΠ 491/2008).

Όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει α) την ακύρωση της δικαιοπραξίας, β) παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ. ΑΚ), εφ όσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας και γ) να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία (ΑΠ 282/2010).

Δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βούλησης αίτια, αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος (ΑΠ 373/2008, ΑΠ 441/2004, ΑΠ 1225/2010).

Από τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ προκύπτει ότι, μετά την πάροδο διετίας από τη δικαιοπραξία (αν η απάτη εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που αρχίζει η κατάσταση αυτή) και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από την δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω απάτης, τόσο με αγωγή, όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας.

Το αντίθετο δεν προκύπτει από το άρθρο 273 ΑΚ, που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, γιατί η διάταξη αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 279 ΑΚ, αφού δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1408/1980, ΑΠ 1447/2010). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών