ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Παροχή εργασίας εννέα συνεχείς μήνες στον ίδιο εργοδότη με τον νόμο 3846/2010.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου 3846/2010 για την εργασιακή ασφάλεια, η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά, ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα συνεχείς μήνες.

 

Παρεμπίπτουσες αγωγές.

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 31 του ΚΠολΔ, δίκες που έχουν μεταξύ τους σχέση κύριου και παρεπόμενου, ιδίως οι παρεμπίπτουσες αγωγές, οι αγωγές για εγγύηση, οι παρεμβάσεις και άλλες όμοιες υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου της κύριας δίκης. 

 

Παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά ασφαλιστικής εταιρίας σε εργατικό ατύχημα.

 

Όταν η σωρευομένη αγωγή αποζημίωσης δεν αφορά διαφορά που υπάγεται στο άρθρο 663 ΚΠολΔ, δεν αποτελεί δηλαδή εργατική διαφορά, όπως είναι η  παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά ασφαλιστικής εταιρίας από την σύμβαση ασφάλισης, με την οποία η ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την αστική ευθύνη έναντι τρίτων για κάθε ζημία, που θα προκληθεί εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, γίνεται δεκτό ότι

είτε διατάσσεται ο χωρισμός της σωρευομένης αγωγής αποζημίωσης και η παραπομπή της στο αρμόδιο δικαστήριο, όταν το δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο (ΕφΘεσ 347/90).

είτε προχωρεί η εκδίκαση της κατά την τακτική διαδικασία, όταν η σύγχρονη εφαρμογή των δύο διαδικασιών δεν επιφέρει σύγχυση, ούτε επηρεάζει δυσμενώς τα διαδικαστικά δικαιώματα των διαδίκων (ΜονΠρΘεσ 14927/2010) 

 

Παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 εδ. δ και 2 του άρθρου 218 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις που δεν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, διατάσσεται (και αυτεπαγγέλτως)  ο χωρισμός τους.

Στην περίπτωση καθ ύλην αναρμοδιότητας τους εφαρμόζεται το άρθρο 46 ΚΠολΔ, κατά το οποίο παραπέμπεται η υπόθεση στο αρμόδιο καθ ύλην δικαστήριο. 

 

Οικιακοί μισθωτοί.

 

Οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι, που με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη  υπηρεσίες, που αφορούν κατά κύριο λόγο τις οικιακές του ανάγκες  και την προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί λόγω ηλικίας, ή ασθενείας, να επιμεληθεί του εαυτού του.

Όταν οι οικιακοί μισθωτοί διαμένουν και διατρέφονται στην κατοικία του εργοδότη χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί.

Αν δεν υπάρχει συμφωνία για το ύψος του μισθού, ή δεν προβλέπεται νόμιμος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τον ειθισμένο μισθό, δηλ. εκείνο που καταβάλλουν άλλοι εργοδότες υπηρεσιών για όμοιες εργασίες σε άλλους μισθωτούς της ίδιας ηλικίας, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες του ίδιου είδους, στον ίδιο τόπο και χρόνο και υπό τις ίδιες συνθήκες.

Η ασφάλιση στο ΙΚΑ είναι υποχρεωτική.

 

Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας εργαζομένου.

 

Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού υπάρχει όταν ο εργοδότης τροποποιεί τους όρους εργασίας κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής, ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.

Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας αποβλέπει στην πραγματοποίηση ιδιοτελών σκοπών του εργοδότη τότε υπάρχει κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτού.

Ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες.

Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη,

Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και ν' απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920.

Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας,

Εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία, να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. 

 

Μισθωτοί σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος.

 

Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 της Α1β/8577 /8-9-83 απόφασης του Υπουργού Υγείας και πρόνοιας, που έχει εκδοθεί με νομοθετική εξουσιοδότηση του α.ν. 2520/40, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, όσοι, πέραν των άλλων, ασκούν ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα (φυματίωση, τραχώματα, έκδηλες δερματοπάθειες, σύσφιξη κλπ.) και δεν είναι φορέας εντερικών παθολογικών μικροβίων, ιών και παρασίτων, επιβαλλόμενης υποχρέωσης ιατρικής επανεξέτασης και θεώρησης του βιβλιαρίου υγείας τους μία φορά το έτος.

Επομένως όσοι απασχολούνται με σύμβαση εργασίας για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε μία από τις παραπάνω επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένοι να εφοδιασθούν με βιβλιάριο υγείας, που πρέπει να το θεωρούν κάθε χρόνο.

Στην περίπτωση μη εφοδιασμού με βιβλιάριο υγείας, ή της μη θεώρησής του, η εργασιακή σύμβαση είναι άκυρη, ως αντίθετη σε απαγορευτική διάταξη νόμου, πράγμα που επισύρει αστικές και ποινικές ευθύνες στον εργοδότη.

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, μέσα στα πλαίσια του νόμου, μπορεί να απολύσει τον μισθωτό, καταγγέλοντας την σύμβαση εργασίας.

Αν συνεχίσει να τον απασχολεί ο μισθωτός, παρ ότι συνεχίζει να εργάζεται σε άκυρη σύμβαση εργασίας, δικαιούται  αμοιβής για την παροχή της εργασίας, η οποία είναι ίση με αυτή, που λαμβάνει μισθωτός για την ίδια εργασία με έγκυρη σύμβαση εργασίας.

 

Ευθύνη εμπλεκομένων σε εργατικό ατύχημα σε οικοδομικές εργασίες.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 681, 688 έως 691 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος που συνδέεται με τον εργοδότη με ενοχική σύμβαση δεν θεωρείται κατ' αρχήν ως προστηθείς από τον εργοδότη, αφού δεν θεωρείται κατά κανόνα ότι βρίσκεται σε σχέση υπηρεσιακής εξαρτήσεως και επομένως ο εργοδότης δεν ευθύνεται για στην ζημία που έγινε σε τρίτους από τον εργολάβο, ή από τα πρόσωπα που ο ίδιος χρησιμοποιεί.

Αν όμως ο εργοδότης, με την εργολαβική σύμβαση, διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και oδηγιών, τότε ο εργολάβος θεωρείται προστηθείς από τον εργοδότη ( ΑΠ 684/1999 Ελλ. Δνη 41.345, 1592/1998 Ελλ. Δνη 40.147).

Από τις διατάξεις του ν. 551/1915 προκύπτει ότι αυτός που κατέστη ανίκανος προς εργασία λόγω εργατικού ατυχήματος έχει το δικαίωμα να ασκήσει, είτε την παρεχόμενη από τον προαναφερθέντα νόμο αγωγή αποζημιώσεως, είτε την παρεχόμενη από τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου ( άρθρα 297, 298, 914 επ. ΑΚ). Στην τελευταία όμως περίπτωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του, ή όταν έλαβε χώρα σε εργασία ή επιχείρηση στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων σ' αυτές, τελεί δε σε αιτιώδη συνάφεια με την μη τήρηση των διατάξεων αυτών. Τέτοιες διατάξεις είναι όσες καθορίζουν και προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή αναφέρουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέσα, μέτρα και τρόπους για να επιτευχθεί η κατά τρόπο ασφαλή παροχή των υπηρεσιών από τους απασχολούμενους στην επιχείρηση ή εργασία, μη αρκούντος του γεγονότος ότι το ατύχημα προήλθε από τη μη τήρηση όρων που επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να πρoβλέπoνται από ειδική διάταξη ( Ολ. ΑΠ 26/1995 Ελλ. Δνη 37.38) ή από κανόνες που θεσπίζουν ένα γενικό πλαίσιο, ή περίγραμμα υποχρεώσεων καθηκόντων, χωρίς όμως να εξειδικεύονται και συγκεκριμενοποιούνται  μέσα και τρόποι παροχής της εργασίας κατά τρόπο ασφαλή και ακίνδυνο.

Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση  λόγω ηθικής βλάβης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 AΚ, δηλαδή αρκεί δηλαδή να συνυτρέχει οποιαδήποτε αμέλεια και όχι μόνο ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915.

Εξάλλου σύμφωνα με  τον νόμο 1396/1983 για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού α) τεχνικό έργο θεωρείται κάθε οικοδομή ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή χρονικής διάρκειας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επις καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση; β) μέτρα ασφαλείας όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια εργασίας γ) κύριος του έργου, ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο. δ)  εργολάβος το πρόσωπο συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού  έργου ή τμήματος τoυ, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό, ε) υπεργολάβος, το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου  τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. Υπεργολάβος θεωρείται επίσης και το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση τεχνικού έργου ή τμήματός του, στ) επιβλέπων, το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης. και της τέχνης.

Ο εργολάβος και ο υπεργολάβος ολόκληρου του  έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, να εφαρμόζουν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που συντάσσει ο μελετητής.

Ο επιβλέπων έχει και τις ακόλουθες υποχρεώσεις, να δίνει οδηγίες  κατασκευής σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης στην εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, να επιβλέπει την τήρηση των πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της  ΔΕ Η και να επιβλέπει την τήρησή τους,  να εφαρμόζει τη μελέτη μέτρων ασφαλείας και να δίνει σχετικές οδηγίες επί σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών που προβλέπονται, να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

Ειδικότερα με το άρθρο 3 του ΠΔ 780/1980 πρέπει  «κατά την εκτέλεσιν των  εις το άρθρον Ι του παρόντος αναφερομένων εργασιών δέον όπως χρησιμοποιούνται ικριώματα ή φορηταί κλίμακες υπό τoυ κάτωθι όρους και περιορισμούς, αναλόγως του ύψους αυτών από τη στάθμης του εδάφους ή του κατά περίπτωσιν δαπέδου ορόφου της οικοδομής. Α) Εις εξωτερικάς εργασίας ύψους άνω των τεσσάρων (4,00) μέτρων από του εδάφους χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα. Εις τας εν λόγω εργασίας είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και κινητά μεταλλικά ικριώματα εν είδει πύργων, εφ' όσον όμως το ύψος του δαπέδου εργασίας των δεν υπερβαίνει τα πέντε (5,00) μέτρα. Β) Εις εξωτερικάς (αποκλειομένων των εξωστών) και εσωτερικάς εργασίας ύψους κάτω των τριών μέτρων και πεντήκοντα εκατοστών (3,50) του μέτρου δύναται να χρησιμοποιώνται κινητά ικριώματα (καβαλέτα). Γ) Εις τας εσωτερικάς εργασίας άνω των τριών μέτρων και πενήκοντα εκατοστών (3,50) του μέτρου, χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα. Εις τας ως άνω εργασίας δύναται να χρησιμοποιώνται και κινητά μεταλλικά ικριώματα εν είδει πύργων, εφ' όσον το ύψος αυτών δεν υπερβαίνει τα δώδεκα (12,00) μέτρα. Τα μεταλλικά αυτά ικριώματα, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ιδίου ΠΔ πρέπει να χρησιμοποιώνται επί σταθερών, ανθεκτικών, επιπέδων και ομαλών δαπέδων, όταν μετατοπίζονται πρέπει να ωθώνται ή σύρωνται από την βάσιν των, οι τροχοί των πρέπει να συγκρατώνται ασφαλώς εις τους ορθοστάτας, και πρέπει να ασφαλίζωνται έναντι ανατροπής ή τυχαίας μετατοπίσεώς των».

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 του ΠΔ 78011980, «φωταγωγοί, φρέατα ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, δέον όπως προστατεύωνται είτε περιμετρικώς δι' ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός (1.00) μέτρου και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου, είτε διά της πλήρους καλύψεώς των δι' αμετακινήτου στερεού σανιδώματος πάχους δύο και ημίσεος εκατοστών, 0,025 του μέτρου, ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξυλίνων τακίων, είτε διά της τοποθετήσεως σιδηρού πλέγματος οπλισμού στερεουμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευήν της».

Εξάλλου κατά το ΠΔ 1073/1981 «επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων» αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται από τους κατά νόμο υπευθύνους, πέραν των διατάξεων του ΠΔ της 14-3-1934 «περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και υπαλλήλων των πάσης φύσεως βιομηχανικών και βιοτεχνικών εργοστασίων κλπ» και του ΠΔ « περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών», και οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 15 «αι παρειαί των φρεάτων πρέπει να επιθεωρούνται εις την αρχήν εκάστης φυλακής (βάρδιας) και να λαμβάνονται όλα τα μέτρα δια την πρόληψιν καταπτώσεων, ουδεμία εργασία επιτρέπεται να γίνη εις φρέαρ πριν ή βεβαιωθούν οι εργαζόμενοι ότι ουδείς ευρίσκεται εντός αυτού. Αι παρειαί των φρεάτων καλύπτονται ανεξαρτήτως της φύσεως του εδάφους, δι' ενός καταλλήλου προκατασκευασμένου κλωβού αντιστηρίξεως»  Κατά το άρθρο 40 «Καταπακταί δαπέδων, ανοίγματα κλιμάκων, υαλωταί  στέγαι, αγωγοί, εκσκαφαί, τάφροι, φρεάτια, αύλακες και άλλα επικίνδυνα χάσματα καθώς και δεξαμεναί ή τάφροι περιέχουσαι θερμάς καυστικάς ή δηλητηριώδεις ουσίας ως και τάφροι φυλάξεως ασβέστου πρέπει να εξασφαλίζωνται κατά πτώσεων περιμετρικώς δια στηθαίου μετά χειρολισθήρoς ελαχίστου ύψους ενός (1,00) μέτρου από του δαπέδου, μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί), ή δι' επικαλύψεως ικανής αντοχής. Όμοια στηθαία απαιτούνται και εις τας περιπτώσεις καταπακτών, ανοιγμάτων κλιμάκων κλπ, κλειστών δια κινητών καλυμμάτων ή θυρίδων. Εάν οι τοπικαί συνθήκαι δεν επιτρέπουν τούτο τα καλύμματα ή θυρίδες πρέπει να είναι ούτω διατεταγμέναι, ώστε όταν είναι  ανοικταί να παρέχουν και πάλιν ασφάλειαν. Εις καταπακτάς ελευθέρας επιφανείας μέχρι δέκα πέντε εκατοστά ( 0,15) του τετραγωνικού μέτρου αντί στηθαίου δύναται να τοποθετηθή ανθεκτικο δικτυωτόν κάλυμμα. Τα καλύμματα των καταπακτών και αι θυρίδες, πρέπει να είναι επίπεδα και εφ' όσον δεν απομακρύνωνται, να στηρίζωνται με σιδηράς ράβδους προσηρμοσμένας καταλλήλως, ώστε να εξασφαλίζωνται έναντι ακουσίου κλεισίματος».

Σχετικά με τα ατομικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων, κατά το άρθρο 102 «εις περιπτώσεις κατά τας οποίας η προστασία των εργαζομένων δεν δύνατα  να εξασφαλισθεί απόλυτα, είτε διά της εξαλείψεως του κινδύνου, είτε με τα ομαδικά μέτρα προστασίας διατίθενται από τον εκτελούντα το έργο στους εργαζομένους ατομικά μέσα προστασίας. Τα ανωτέρω μέσα προστασίας πρέπει να προστατεύουν αποτελεσματικά από τον συγκεκριμένο κίνδυνο, να βρίσκονται σε  αρίστη κατάσταση, να συντηρούνται περιοδικώς, να καθαρίζονται και να αποθηκεύονται με επιμέλεια. Οι  συσκευές και λοιπός εξοπλισμός πρέπει να είναι προσωπικός για κάθε εργαζόμενο, να ελέγχεται και καθαρίζεται με επιμέλεια πριν διατεθεί σε άλλο εργαζόμενο. Όλος ο αναγκαίος εξοπλισμός ατομικής προστασίας να τίθεται στην διάθεση όλων των εργαζομένων στο εργοτάξιο και να είναι σε κατάσταση άμεσης χρησιμοποίησης. Οι εκτελούντες το έργον πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωσιν ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται από τους εργαζομένους. Οι εργαζόμενοι οφείλουν να χρησιμοποιούν τα ατομικά μέσα προστασίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται τέτοια χρήση. Τα ατομικά μέσα προστασία πρέπει να προσαρμόζονται στα ανθρωπομετρικά στοιχεία και ανατομικές αναλογίες κάθε εργαζομένου.

Τέλος κατά το άρθρο 103 οι εργαζόμενοι στα εργοτάξια, ασχέτως απασχόλησης, πρέπει να φέρουν κράνη προστασίας της κεφαλής, χορηγούμενα από τον  εκτελούντα το έργο, ενώ κατά το άρθρο 107 ο εκτελών το έργο πρέπει να εξασφαλίζει την δυνατότητα χρήσης ζωνών ασφαλείας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χρήση είναι αναγκαία. Οι ζώνες ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπουν την ελεύθερη πτώση πλέον του ενός (1) μέτρου. Απαγορεύεται να εργάζονται μεμονωμένα οι εργαζόμενοι, που χρησιμοποιούν για την προστασία των ζώνες ασφαλείας. 

 

Μερική Απασχόληση, Εκ Περιτροπής Απασχόληση μισθωτών με τον νόμο 3846/2010.

 

1. Σύμφωνα με τον νόμο 3846/2010 για την εργασιακή ασφάλεια, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν,

α) ημερήσια, ή εβδομαδιαία, ή δεκαπενθήμερη, ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική, θεσπίζεται δηλαδή ο θεσμός του εργαζόμενου μερικής απασχόλησης.

β) απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα, ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα, ή κατά λιγότερους μήνες το έτος, ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας, θεσπίζεται δηλαδή ο θεσμός της  εκ περιτροπής απασχόλησης.

2. Εργαζόμενος μερικής απασχόλησης θεωρείται κάθε εργαζόμενος με σύμβαση, ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση.

Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση θεωρείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση, ή σχέση εξαρτημένης εργασίας και εκτελεί ίδια, ή παρόμοια καθήκοντα, με τις  αυτές συνθήκες.

Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση.

3. Σε εποχικές ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις οι ατομικές συμβάσεις μερικής απασχόλησης γίνονται για ημερήσια, ή εβδομαδιαία περίοδο εργασίας.

4. Αν η μερική απασχόληση έχει καθοριστεί με ημερήσιο ωράριο μικρότερης διάρκειας από το κανονικό, η παροχή της συμφωνημένης εργασίας των μερικώς απασχολούμενων πρέπει να είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μία φορά την ημέρα.

Αυτό δεν εφαρμόζεται στους οδηγούς αυτοκινήτων μεταφοράς μαθητών, νηπίων και βρεφών και στους συνοδούς αυτών που εργάζονται στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία, καθώς και στους καθηγητές που εργάζονται στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και μέσης εκπαίδευσης.

5. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του εργοδότη,  ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους 6 μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 240/2006  και του ν. 1767/1988.

Οι συμφωνίες, ή οι αποφάσεις, γνωστοποιούνται μέσα σε 8 ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας.

 Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων ορίζονται κατά σειρά προτεραιότητας, α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητά τους, β) οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) το συμβούλιο εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων.

Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης.

6. Η συμφωνία μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής απασχόλησης πρέπει μέσα σε 8 ημέρες από την κατάρτισή της να γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας. Διαφορετικά τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.

7. Οι ατομικές συμβάσεις πρέπει να περιλαμβάνουν, α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης.

8. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης, ή εκ περιτροπής απασχόλησης, δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας.

9. Σε κάθε περίπτωση εργαζομένου με εργασία μερικής απασχόλησης, ή εκ περιτροπής απασχόλησης, η απασχόληση κατά την Κυριακή, ή άλλη ημέρα αργίας, ως και η νυκτερινή εργασία, συνεπάγεται την καταβολή της νόμιμης προσαύξησης.

10. Οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης.

Εφόσον το ωράριο απασχόλησής τους είναι μικρότερο των τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως, οι αποδοχές των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών προσαυξάνονται κατά επτάμισι τοις εκατό (7,5%).

11. Οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του α.ν.539/1945, όπως ισχύει.

12. Καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη.

13. Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέρα από τη συμφωνηθείσα ο μερικώς απασχολούμενος έχει υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του θα ήταν αντίθετη με την καλή πίστη. Αν παρασχεθεί εργασία πέραν της συμφωνημένης, ο μερικώς απασχολούμενος δικαιούται αντίστοιχης αμοιβής με προσαύξηση 10%.

14. Ο μερικώς απασχολούμενος μπορεί να αρνηθεί την παροχή εργασίας πέραν της συμφωνημένης, όταν αυτή η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο.

15. Ο μερικώς απασχολούμενος, επί προσφοράς εργασίας με ίσους όρους από μισθωτούς της ίδιας κατηγορίας, έχει δικαίωμα προτεραιότητας για πρόσληψη σε θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης στην ίδια επιχείρηση. Ο χρόνος της μερικής απασχόλησης λαμβάνεται υπόψη ως χρόνος προϋπηρεσίας όπως και για τον συγκρίσιμο εργαζόμενο. Για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας αυτής, μερική απασχόληση που αντιστοιχεί στον κανονικό (νόμιμο ή συμβατικό) ημερήσιο χρόνο του συγκρίσιμου εργαζόμενου αντιστοιχεί σε μία ημέρα προϋπηρεσίας.

16. Ο πλήρως απασχολούμενος σε επιχειρήσεις πλέον των είκοσι (20) ατόμων, έχει δικαίωμα μετά τη συμπλήρωση ενός ημερολογιακού έτους εργασίας να ζητήσει τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του από πλήρη σε μερική απασχόληση, με δικαίωμα επανόδου σε πλήρη απασχόληση, εκτός αν η άρνηση του εργοδότη δικαιολογείται από τις επιχειρησιακές ανάγκες. Ο εργαζόμενος στην αίτησή του πρέπει να προσδιορίζει τη διάρκεια της μερικής απασχόλησης και το είδος της. Αν ο εργοδότης δεν απαντήσει εγγράφως μέσα σε ένα μήνα θεωρείται ότι το αίτημα του εργαζόμενου έχει γίνει δεκτό.

17. Στους εργαζόμενους που καλύπτονται από σύμβαση ή σχέση εργασίας με μερική απασχόληση παρέχονται

α) δυνατότητες συμμετοχής στις δραστηριότητες της επαγγελματικής κατάρτισης που εφαρμόζει η επιχείρηση υπό συνθήκες ανάλογες με εκείνες που αφορούν τους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης και αορίστου χρόνου,

β) οι ίδιες κοινωνικές υπηρεσίες που υπάρχουν στη διάθεση των άλλων εργαζόμενων στην επιχείρηση.

18. Ο εργοδότης ενημερώνει τους εκπροσώπους των εργαζόμενων για τον αριθμό των απασχολούμενων με μερική απασχόληση σε σχέση με την εξέλιξη του συνόλου των εργαζόμενων, καθώς και για τις προοπτικές πρόσληψης εργαζόμενων με πλήρη απασχόληση.

19. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται για τους μερικώς απασχολούμενους όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

 

Μερική απασχόληση μισθωτών με τον νόμο 3846/2010.

 

Με τον νόμο 3846/2010 «Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις» ρυθμίσθηκε το θέμα της μερικής εργασίας (απασχόλησης), ως εξής.  

Μερικής απασχόλησης μισθωτός, είναι κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, ή μηνιαία βάση, είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση.

Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, θεωρείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες.

Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος, αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση.

Η ρύθμιση της σχέσης εργασίας για μερική απασχόληση γίνεται με  έγγραφη ατομική σύμβαση, κατόπιν πρότασης του εργοδότη για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, ή κατά τη διάρκειά της.

Οι ατομικές συμβάσεις πρέπει να περιλαμβάνουν: α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης.

Σε εποχικές ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις οι ατομικές συμβάσεις γίνονται για ημερήσια ή εβδομαδιαία περίοδο εργασίας.

Η συμφωνία πρέπει μέσα σε 8 ημέρες από την κατάρτισή της να γνωστοποιηθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας. Αν δεν  γνωστοποιηθεί μέσα στον χρόνο αυτό τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.

Ο μισθωτός μπορεί να αρνηθεί την πρόταση του εργοδότη για μερική απασχόληση. Αν λόγω της άρνησης ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, η καταγγελία είναι άκυρη.

Αν η μερική απασχόληση έχει καθοριστεί με ημερήσιο ωράριο μικρότερης διάρκειας από το κανονικό, η παροχή της συμφωνημένης εργασίας των μερικώς απασχολούμενων πρέπει να είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μία φορά την ημέρα.

Τα αμέσως παραπάνω δεν εφαρμόζεται στους οδηγούς αυτοκινήτων μεταφοράς μαθητών, νηπίων και βρεφών και στους συνοδούς αυτών που εργάζονται στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία, καθώς και στους καθηγητές που εργάζονται στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και μέσης εκπαίδευσης.

Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας.

Οι αποδοχές των υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης. Εφ όσον το ωράριο απασχόλησής τους είναι μικρότερο των 4 ωρών ημερησίως, οι αποδοχές των προσαυξάνονται κατά 7,5%.

Οι μερικώς απασχολούμενοι έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι προυπάρχουσες διατάξεις.

Ο χρόνος της μερικής απασχόλησης λαμβάνεται υπ όψιν ως χρόνος προϋπηρεσίας όπως και για τον συγκρίσιμο εργαζόμενο. Για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας, μερική απασχόληση που αντιστοιχεί στον νόμιμο ή συμβατικό ημερήσιο χρόνο του συγκρίσιμου εργαζόμενου αντιστοιχεί σε μία ημέρα προϋπηρεσίας.

Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέρα από τη συμφωνηθείσα ο μερικώς απασχολούμενοι έχει υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του θα ήταν αντίθετη με την καλή πίστη. Μπορεί να την αρνηθεί, εάν η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο.

Αν παρασχεθεί εργασία πέραν της συμφωνημένης, ο μερικώς απασχολούμενος δικαιούται αντίστοιχης αμοιβής με προσαύξηση 10%.

Ο πλήρως απασχολούμενος σε επιχειρήσεις πλέον των 20 ατόμων έχει δικαίωμα μετά τη συμπλήρωση ενός ημερολογιακού έτους εργασίας να ζητήσει τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας από πλήρη σε μερική απασχόληση, με δικαίωμα επανόδου σε πλήρη απασχόληση, εκτός αν η άρνηση του εργοδότη δικαιολογείται από τις επιχειρησιακές ανάγκες.

Σε προσφορά εργασίας με ίσους όρους από μισθωτούς της ίδιας κατηγορίας,  ο  μερικώς απασχολούμενος  έχει δικαίωμα προτεραιότητας για πρόσληψη σε θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης στην ίδια επιχείρηση.

Με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιτρέπεται η συμπλήρωση ή τροποποίηση των παραπάνω ρυθμίσεων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Η μερική απασχόληση με σχέση ιδιωτικού δικαίου επιτρέπεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με εξαίρεση το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα ΝΠΔΔ, καθώς και στους φορείς για τους οποίους η μερική απασχόληση προβλέπεται από ειδικούς νόμους ή από διατάξεις κανονισμών που έχουν κυρωθεί με νόμο ή έχουν ισχύ νόμου.

Για τη μερική απασχόληση στις επιχειρήσεις, οργανισμούς και φορείς της αμέσως προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2190/1994, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή επειγουσών αναγκών συμφωνείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι 6 μηνών μερική απασχόληση που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις 4 ώρες ημερησίως.

Η σχετική προκήρυξη αποστέλλεται πριν από τη δημοσίευσή της στο ΑΣΕΠ, το οποίο οφείλει να ελέγξει αυτήν από άποψη νομιμότητας μέσα σε 10 ημέρες. Οι συμβάσεις αυτές, που καταρτίζονται για την κάλυψη έκτακτων ή επειγουσών αναγκών, λήγουν αυτοδικαίως με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειάς τους, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καμία άλλη διατύπωση, η δε για οποιονδήποτε λόγο ανανέωσή τους, ή μετατροπή τους σε σύμβαση, ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη.

 

Κατάτμηση άδειας εργαζομένων με τον νόμο 3846/2010.

 

Σύμφωνα με τον νόμο 3846/2010 «Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις» επήλθε τροποποίηση της νομοθεσίας αναφορικά με το θέμα της κατάτμησης της άδειας των μισθωτών.

Πλέον το θέμα ρυθμίζεται ως εξής.  

Κατ εξαίρεση επιτρέπεται η κατάτμηση του χρόνου αδείας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους σε δύο περιόδους, εξ αιτίας ιδιαίτερα σοβαρής, ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης και μετά από έγκριση της οικείας Επιθεώρησης Εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση η πρώτη περίοδος της αδείας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες των 6 εργασίμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των 5 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων των 12 εργασίμων ημερών.

Η κατάτμηση του χρόνου αδείας επιτρέπεται και σε περισσότερες των δύο περιόδων, από τις οποίες η μια πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον 12 εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 10 εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων 12 εργάσιμες ημέρες, μετά από έγγραφη αίτηση του μισθωτού προς τον εργοδότη.

Η αίτηση αυτή για την οποία δεν απαιτείται έγκριση από την αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ, διατηρείται στην επιχείρηση για 5 χρόνια και πρέπει να είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας.

 

Καταγγελία σύμβασης εργολαβίας από τον κύριο του έργου.

 

Από την διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ προβλέπεται η λύση της μίσθωσης έργου με καταγγελία από μέρους του εργοδότη.

Με τη διάταξη αυτή, η ρύθμιση της οποίας συνιστά ισχυρή παρέκκλιση από τις γενικές ρυθμιστικές των ενοχικών συμβάσεων διατάξεις, κατά τις οποίες η, με μονομερή δήλωση, κατάλυση της συμβατικής σχέσης (υπαναχώρηση, καταγγελία, ανάκληση), προϋπόθεση έχει τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, παρέχεται το δικαίωμα στον εργοδότη καταγγελίας της μίσθωσης έργου σε οποιοδήποτε χρόνο, έως την αποπεράτωση του έργου, δηλαδή ενώ ακόμη αυτό βρίσκεται υπό εκτέλεση, χωρίς την ανάγκη επίκλησης οποιουδήποτε λόγου, αρκεί μόνο να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή για την εκτέλεση του έργου.

Συνεπώς, η καταγγελία και η συνακόλουθη ανατροπή της συμβατικής σχέσης για το μέλλον, αφού δεν έχει ανάγκη αιτιολογίας, απόκειται στην απόλυτη ελευθερία βούλησης του εργοδότη, ο οποίος δεν έχει ανάγκη να εξηγήσει, ή να δικαιολογήσει την απόφαση του για την καταγγελία της σύμβασης, ενώ η τυχόν αλήθεια, ή αναλήθεια των λόγων, οι οποίοι τον οδήγησαν στην καταγγελία της σύμβασης, δεν επηρεάζει το κύρος της καταγγελίας.

Ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση την υπαιτιότητα του εργολάβου, ή των προσώπων για τα οποία αυτός υπέχει ευθύνη, ούτε άλλη αντισυμβατική συμπεριφορά του εργολάβου.

Επομένως η καταγγελία της σύμβασης εργολαβίας συνιστά δικαιοπραξία μονομερή, απευθυντέα, αμετάκλητη, αναιτιώδη, δηλαδή δεν συναρτάται με ορισμένη δικαιολογία, ή προϋπόθεση και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο.

Είναι άτυπη και μπορεί να γίνει και σιωπηρά, αρκεί η βούληση του κυρίου του έργου για έλλειψη δέσμευσης στο μέλλον, να συνάγεται αναμφίβολα από τις περιστάσεις.

Η κύρια συνέπεια της καταγγελίας είναι η λύση της σύμβασης για το μέλλον και η από αυτήν υποχρέωση του εργολάβου να παραδώσει το μέρος του έργου που εκτελέστηκε στον εργοδότη (ΑΠ 762/2006, ΑΠ 168/2005, ΑΠ 147/2003, ΕφΑΘ 1488/2007).

Από τις διατάξεις των άρθρων 681 και 700 ΑΚ προκύπτει ότι, αν καταγγελθεί από τον κύριο του έργου η εργολαβική σύμβαση, ο κύριος του έργου οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο, την αμοιβή, που είχαν συμφωνήσει, δηλαδή όλες τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο εργολάβος, μέχρι το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης για την έως τότε εκτέλεση του έργου και το εργολαβικό κέρδος.

Άλλη περαιτέρω αξίωση προς αποζημίωση δεν έχει ο εργολάβος κατά του κυρίου του έργου, όπως για διαφυγόν κέρδος που θα αποκέρδαινε, γιατί οποιαδήποτε ζημία περιλαμβάνεται στην αμοιβή που οφείλεται για ολόκληρο το έργο, σαν να ήταν περατωμένο (ΑΠ 1500/1992, ΠολΠρΑθ 6562/2009). 

 

Η αρχή της ισότητας στην διαφορά εξόδων κίνησης μισθωτών.

 

Η αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της συνθήκης ΕΟΚ, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους εργαζόμενους, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους μισθωτούς, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.

Βάσει της αρχής αυτής ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζόμενους που παρέχουν ουσιωδώς όμοια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και έχουν τα ίδια προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές, είτε για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων μόνο εργαζομένων.

Εάν από την παράθεση της απασχόλησης του εργαζόμενου είναι φανερό ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες εκάστου είναι διαφορετικές κατά επίπεδο, είδος, ποιότητα και εξυπηρετούμενες επιχειρησιακές ανάγκες δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας στην διαφορά των εξόδων κίνησης, εν όψει της διαφοράς των παρεχομένων από τον καθένα υπηρεσιών (ΑΠ 16/2007).

 

 

Έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο.

Προκειμένου περί έφεσης του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν.2408/1996, η έφεση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Η αιτιολογία της ασκουμένης από τον εισαγγελέα έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του. Πρέπει να εκτίθεται σε αυτό με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες νομικές, ή πραγματικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση.

Όταν η έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την απαιτουμένη αιτιολογία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη για έλλειψη αιτιολογίας, χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1030/2010).

 

Εργασία έκτη ημέρα της εβδομάδος με τον νόμο 3846/2010.

 

Σύμφωνα με τον νόμο 3846/2010 «Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις» εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος κατά παράβαση του πενθημέρου, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%.

Στην ρύθμιση δεν υπάγονται οι απασχολούμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις.

 

Επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας με τον νόμο 3899/2010.

 

Α.   Ο νόμος 3899/2010, για τις επιχειρησιακές συμβάσεις στον ιδιωτικό τομέα, με σκοπό, σύμφωνα με τον νόμο, την ανάγκη προσαρμογής των επιχειρήσεων στις συνθήκες της αγοράς, με στόχο τη δημιουργία, ή τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, καθώς και τη βελτίωση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, που η ισχύς του άρχισε την 17-12-2010, προβλέπει, στο άρθρο 13, τα εξής.

1) Η ειδική επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα ρυθμίζει, τον αριθμό των θέσεων εργασίας, τους όρους και προϋποθέσεις της μερικής απασχόλησης, εκ περιτροπής εργασίας και διαθεσιμότητας, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο όρο εφαρμογής της.

2) Η ειδική επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας έχει συγκεκριμένη διάρκεια, που   μπορεί να ανανεώνεται.

3) Η ειδική επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας υπερισχύει από την αντίστοιχη  κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας, χωρίς περιορισμούς.

4) Με την ειδική επιχειρησιακή σύμβαση, οι αποδοχές και οι συνθήκες εργασίας των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, είναι δυνατόν να αποκλίνουν από αυτές της αντίστοιχης κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, μέχρι του κατωτέρου επιπέδου της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας.

5) Η ειδική επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας μπορεί να καταρτιστεί και από εργοδότη που απασχολεί λιγότερους από πενήντα (50) εργαζόμενους με το αντίστοιχο επιχειρησιακό σωματείο και αν δεν υπάρχει με το αντίστοιχο κλαδικό σωματείο, ή με την αντίστοιχη ομοσπονδία.

6) Ο εργοδότης και οι εργαζόμενοι, όπως εκπροσωπούνται παραπάνω, υποβάλλουν από κοινού αιτιολογική έκθεση των λόγων που δικαιολογούν την πρόθεσή τους για κατάρτιση ειδικής επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας προς το Συμβούλιο Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.), το οποίο και γνωμοδοτεί για τη σκοπιμότητα της κατάρτισής της, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των 20 ημερών τεκμαίρεται η χορήγησή της.

7) Η ειδική επιχειρησιακή σύμβαση αρχίζει να ισχύει από την υπογραφή της.

8) Σε περίπτωση παραβίασης των όρων της, η ειδική επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας είναι άκυρη.

9) Σε περίπτωση καταγγελίας της ειδικής επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, η αποζημίωση απόλυσης υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές της αντίστοιχης κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας.

10) Οποιαδήποτε μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, κατά παράβαση των όρων της ειδικής επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, συνιστά μη εμπρόθεσμη καταβολή νομίμων αποδοχών με όλες τις νόμιμες συνέπειες της εργατικής νομοθεσίας.

Β.  Επειδή η ειδική επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας υπεισέρχεται στα θέματα της μερικής απασχόλησης, εκ περιτροπής εργασίας και διαθεσιμότητας, ο νόμος 3899/2010, στο άρθρο 17, επαναρυθμίζει τα θέματα αυτά ως εξής. 

1. Οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση, ή σχέση εργασίας, μερικής απασχόλησης υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζομένου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης.

2. Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέρα από τη συμφωνηθείσα, ο μερικώς απασχολούμενος εργαζόμενος έχει υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του θα ήταν αντίθετη με την καλή πίστη.

3. Ο μερικώς απασχολούμενος μπορεί να αρνηθεί την παροχή εργασίας πέραν της συμφωνημένης, όταν αυτή η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο.

4. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του εργοδότη, ο εργοδότης μπορεί, αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο εφ όσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων.

5. Η διάρκεια της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενδεχόμενες ανανεώσεις που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από τους τριάντα έξι (36) μήνες. Σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών αυτών ορίων επέρχεται μετατροπή της σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη.

6. Η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός κι αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη.

7.  Σύμβαση μισθωτού με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δύναται να καταγγελθεί, κατόπιν προηγούμενης έγγραφης προειδοποίησης του εργοδότη, για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δώδεκα (12) μήνες έως δύο (2) χρόνια με προειδοποίηση ενός (1) μηνός πριν την απόλυση.

 

Έννοια προστηθέντος, άρθρο 922 ΑΚ.

 

Κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ «προστηθείς» για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται κατά τους όρους της διάταξης αυτής το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του τελευταίου ως «προστήσαντος» απασχολείται διαρκώς, ή παροδικώς στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού υπό τις οδηγίες και τις εντολές τούτου, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, εντασσόμενος στον κύκλο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του.

Δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης, αλλά η πρόστηση μπορεί να στηρίζεται και σε πραγματικό γεγονός, ή να γίνεται ευκαιριακά για μία μόνο συγκεκριμένη πράξη.

Έτσι δεν έχει σημασία ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος, ούτε αν η πρόσληψή του έγινε από άλλον και όχι από τον προστήσαντα, αρκεί ότι ο προστηθείς ενεργούσε υπό τον έλεγχο, ή τις οδηγίες και εντολές του τελευταίου, ακόμα και υπό γενικές οδηγίες, ή γενική εποπτεία, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του (ΑΠ 121/2002, ΑΠ 1270/89).

 

Εκ περιτροπής εργασία μισθωτών με τον νόμο 3846/2010.

 

Με τον νόμο 3846/2010 «Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις» ρυθμίσθηκε το θέμα της εκ περιτροπής εργασίας (απασχόλησης), ως εξής.  

Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα, ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα, ή κατά λιγότερους μήνες το έτος, ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας.

Η εκ περιτροπής απασχόληση συμφωνείται με έγγραφη ατομική σύμβαση εργασίας, είτε κατά την κατάρτιση της σύμβασης, είτε κατά τη διάρκειά της, μεταξύ εργοδότη και μισθωτού.

Με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιτρέπεται η συμπλήρωση, ή τροποποίησή των όρων της εκ περιτροπής απασχόλησης.

Η σύμβαση εργασίας πρέπει να περιλαμβάνει, α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης.

Σε εποχικές ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις οι έγγραφες ατομικές συμβάσεις γίνονται για ημερήσια ή εβδομαδιαία περίοδο εργασίας.

Η συμφωνία πρέπει να γνωστοποιηθεί μέσα σε 8 ημέρες από την κατάρτιση, στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του εργοδότη, ο εργοδότης μπορεί, αντί να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους 6 μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος.

Αυτό μπορεί να γίνει μόνο, εφ όσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 240/2006 και του ν. 1767/1988. Οι αποφάσεις  των γνωστοποιούνται μέσα σε 8 ημέρες από την λήψη τους, στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων ορίζονται κατά σειρά προτεραιότητας, α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητά τους, β) οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) το συμβούλιο εργαζομένων. Εάν λείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων, η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης.

Καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για εκ περιτροπής εργασία είναι άκυρη.

Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέρα από τη συμφωνηθείσα ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του θα ήταν αντίθετη με την καλή πίστη. Μπορεί να την αρνηθεί, όταν η  πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο.

Οι αποδοχές υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ημέρες εργασίας. Οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

 

Δικαίωμα επίσχεσης εργασίας εργαζομένου.

 

Το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας συνίσταται στο δικαίωμα του μισθωτού να απέχει από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει, πχ καταβολή καθυστερούμενων αποδοχών.

Η άσκηση πρέπει να αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Αν η άσκησή του είναι καταχρηστική δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή να καταστήσει υπερήμερο τον εργοδότη.

Καταχρηστικώς ασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης όταν δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη, όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών, ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του, ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη, ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη. 

 

Διευθέτηση χρόνου εργασίας εργαζομένων, αυξημένη-επιπλέον- απασχόληση, περίοδος αυξημένης απασχόλησης, περίοδος μειωμένης απασχόλησης.

 

Το άρθρο 41 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 2639/1998, τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2874/2000 και  αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3385/2005, αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 7 του νόμου 3846/2010 για την εργασιακή ασφάλεια, και με τίτλο «Διευθέτηση του χρόνου εργασίας» έχει ως εξής.

1) άρθρο 7, παρ. 1.

Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, επιτρέπεται για μία χρονική περίοδο (περίοδος αυξημένης απασχόλησης) ο εργαζόμενος να απασχολείται δύο (2) ώρες την ημέρα επιπλέον των οκτώ (8) ωρών, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιπλέον των σαράντα (40) (ή του μικρότερου συμβατικού ωραρίου) ώρες εργασίας την εβδομάδα αφαιρούνται από τις ώρες εργασίας μιας άλλης χρονικής περιόδου (περίοδος μειωμένης απασχόλησης).

Αντί της παραπάνω μειώσεως των ωρών εργασίας, επιτρέπεται να χορηγείται στον εργαζόμενο ανάλογη ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) ή συνδυασμός μειωμένων ωρών και ημερών αναπαύσεως. Το χρονικό διάστημα των περιόδων αυξημένης και μειωμένης απασχόλησης δεν υπερβαίνει συνολικά τους τέσσερις (4) μήνες κατά ημερολογιακό έτος (περίοδος αναφοράς).

Η επιπλέον απασχόληση παρέχεται από τον εργαζόμενο υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6, εφόσον η επιχείρηση εμφανίζει σώρευση εργασίας που οφείλεται είτε στη φύση, στο είδος ή στο αντικείμενο των εργασιών της είτε σε ασυνήθεις ή απρόβλεπτους λόγους.

Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή της επιπλέον αυτής εργασίας, αν δεν είναι σε θέση να την εκτελέσει και η άρνησή του δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη. Αυτή η άρνηση του εργαζομένου να παράσχει την επιπλέον εργασία δεν συνιστά λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.

Οι κείμενες προστατευτικές διατάξεις για το χρόνο υποχρεωτικής ανάπαυσης των εργαζομένων έχουν πλήρη εφαρμογή και κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης.

Κατά τη διευθέτηση ο μέσος όρος των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας κατά την περίοδο του τετραμήνου (περίοδος αναφοράς), στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι ώρες της υπερεργασίας και των νόμιμων υπερωριών της περιόδου μειωμένης απασχόλησης, παραμένει στις σαράντα (40) ώρες ή, εάν εφαρμόζεται μικρότερο συμβατικό ωράριο, παραμένει στον αριθμό ωρών του μικρότερου αυτού ωραρίου, ενώ, με συνυπολογισμό των ανωτέρω ωρών υπερεργασίας και νόμιμων υπερωριών, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ (48) ώρες.

2) άρθρο 7, παρ. 2.

Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, εφόσον η επιχείρηση εμφανίζει σώρευση εργασίας που οφείλεται είτε στη φύση, στο είδος ή στο αντικείμενο των εργασιών της είτε σε ασυνήθεις ή απρόβλεπτους λόγους, επιτρέπεται, αντί της κατά την προηγούμενη παράγραφο διευθέτησης, να συμφωνείται, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6, ότι μέχρι διακόσιες πενήντα έξι (256) ώρες εργασίας από το συνολικό χρόνο απασχόλησης εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους, κατανέμονται με αυξημένο αριθμό ωρών σε ορισμένες χρονικές περιόδους, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις τριάντα δύο (32) εβδομάδες ετησίως και με αντιστοίχως μειωμένο αριθμό ωρών κατά το λοιπό διάστημα του ημερολογιακού έτους.

Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή της επιπλέον αυτής εργασίας, αν δεν είναι σε θέση να την εκτελέσει και η άρνησή του δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη. Αυτή η άρνηση του εργαζομένου να παράσχει την επιπλέον εργασία δεν συνιστά λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.

Οι κείμενες προστατευτικές διατάξεις για το χρόνο υποχρεωτικής ανάπαυσης των εργαζομένων πρέπει να τηρούνται και κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης.

Κατά τη διευθέτηση ο μέσος όρος των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας ετησίως (περίοδος αναφοράς), στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι ώρες της υπερεργασίας και των νόμιμων υπερωριών της περιόδου μειωμένης απασχόλησης, παραμένει στις σαράντα (40) ώρες ή, εάν εφαρμόζεται μικρότερο συμβατικό ωράριο, παραμένει στον αριθμό ωρών του μικρότερου αυτού ωραρίου, ενώ με συνυπολογισμό των ανωτέρω ωρών υπερεργασίας και νόμιμων υπερωριών, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ (48) ώρες.

3) άρθρο 7, παρ. 3.  

Κατά τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας της προηγούμενης παραγράφου επιτρέπεται να χορηγείται στον εργαζόμενο, αντί μειώσεως των ωρών εργασίας, προς αντιστάθμιση των πρόσθετων ωρών που εργάσθηκε κατά την περίοδο αυξημένου ωραρίου, ανάλογη ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) ή ανάλογη προσαύξηση της ετήσιας άδειας με αποδοχές ή συνδυασμός μειωμένων ωρών και ημερών αναπαύσεως ή ημερών αδείας.

4) άρθρο 7, παρ. 4.

Η καταβαλλόμενη αμοιβή κατά το χρονικό διάστημα της διευθέτησης των παραγράφων 1 και 2 είναι ίση με την αμοιβή για εργασία σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, εφόσον στην επιχείρηση ισχύει εβδομαδιαίο ωράριο σαράντα (40) ωρών. Αν στην επιχείρηση ισχύει εβδομαδιαίο ωράριο μικρότερο των σαράντα (40) ωρών, η καταβαλλόμενη κατά το χρονικό διάστημα της διευθέτησης αμοιβή είναι ίση με την αμοιβή που προβλέπεται για το εβδομαδιαίο αυτό ωράριο.

5) άρθρο 7, παρ. 5.  

α. Κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης των παραγράφων 1 και 2 η ημερήσια απασχόληση του εργαζομένου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις δέκα (10) ώρες. Στις υπερβάσεις του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου μέχρι το ανώτατο όριο των δέκα (10) ωρών, καθώς και στις υπερβάσεις των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3385/2005 (ΦΕΚ 210 Α').

β. Κατά την περίοδο της μειωμένης απασχόλησης των παραγράφων 1 και 2, η υπέρβαση του συμφωνηθέντος μειωμένου εβδομαδιαίου ωραρίου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, αντιμετωπίζεται ως εξής:

Οι πρώτες πέντε (5) ώρες υπέρβασης για τους απασχολουμένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και οι πρώτες οκτώ (8) ώρες υπέρβασης για τους απασχολουμένους με το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας θεωρούνται υπερεργασία και αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%.

Οι ώρες πέραν των πέντε (5) πρώτων ή των οκτώ (8) πρώτων, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, θεωρούνται ώρες υπερωρίας. Εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις νομιμότητας των υπερωριών, κάθε ώρα υπέρβασης πέραν των πέντε (5) ή οκτώ (8) πρώτων ωρών αποτελεί νόμιμη υπερωρία και αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%, άλλως αποτελεί κατ' εξαίρεση υπερωρία και αποζημιώνεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%.

6) άρθρο 7, παρ.  6.

Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας των παραγράφων 1 και 2 καθορίζεται, κατά σειρά προτεραιότητας, με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή με συμφωνίες του εργοδότη και του επιχειρησιακού σωματείου ή του εργοδότη και του συμβουλίου των εργαζομένων ή του εργοδότη και των ενώσεων προσώπων της επόμενης παραγράφου.

7) άρθρο 7, παρ.7.

Η ένωση προσώπων που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο μπορεί να συσταθεί και από πέντε (5) τουλάχιστον εργαζόμενους, εφόσον ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρηση ανέρχεται τουλάχιστον σε είκοσι (20). Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 1264/1982 (ΦΕΚ 79 Α').

Σε επιχειρήσεις που δεν υπάρχει επιχειρησιακό σωματείο ή συμβούλιο εργαζομένων ή ένωση προσώπων της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 1264/1982 (ΦΕΚ 79 Α'), ή απασχολούν λιγότερους από είκοσι (20) εργαζόμενους, η συμφωνία διευθέτησης του χρόνου εργασίας γίνεται μεταξύ του εργοδότη και του αντίστοιχου κλαδικού σωματείου ή της αντίστοιχης ομοσπονδίας.

Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του αντίστοιχου κλαδικού σωματείου ή της αντίστοιχης ομοσπονδίας, το θέμα μπορεί να παραπέμπεται από τον ενδιαφερόμενο στις υπηρεσίες μεσολάβησης και διαιτησίας του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ.) κατά τις διατάξεις του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ 27 Α'), όπως ισχύει και των προεδρικών διαταγμάτων 198/1990 (ΦΕΚ 76 Α'), 147/1990 (ΦΕΚ 60 Α'), 438/1993 (ΦΕΚ 184 Α'), που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του.

8) άρθρο 7, παρ. 8.

Με επιχειρησιακές και κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας μπορεί να καθορίζεται άλλο σύστημα διευθέτησης χρόνου εργασίας, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του κλάδου ή της επιχείρησης.

 9) άρθρο 7, παρ. 9. Αν για οποιονδήποτε λόγο, ιδίως εξαιτίας παραίτησης ή απόλυσης του εργαζομένου, δεν εφαρμόζεται ή δεν ολοκληρώνεται η διευθέτηση του χρόνου εργασίας σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, έχουν πλήρη εφαρμογή όλες οι προστατευτικές διατάξεις που καθορίζουν τις συνέπειες της υπέρβασης του ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας.

10) άρθρο 7, παρ.   10.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και για: α) εποχιακές επιχειρήσεις και β) εργαζομένους με σύμβαση εργασίας διάρκειας μικρότερης του ενός (1) έτους.

11) άρθρο 7, παρ.   11.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται ο τρόπος κατάθεσης των συμφωνιών, η επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση μη τήρησης αυτών, η τηρούμενη διαδικασία, καθώς και κάθε λεπτομέρεια, που αφορά την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

12) άρθρο 7, παρ.   12.

Με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγονται οι σχετικές ρυθμίσεις του ν. 2602/1998, ή άλλων ειδικών νόμων, που αποσκοπούν στην εξυγίανση φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών