ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Υπόδειγμα δήλωσης για μη παράσταση σε υπόθεση κατά την εκφώνηση.

ΔΗΛΩΣΗ

………………Δικηγόρου Αθηνών (Α.Μ. Δ.Σ.Α.       )


ΔΗΛΩΝΩ ΟΤΙ:

Προκειμένου να συζητηθεί ενώπιον του…………………………

κατά τη δικάσιμο της   ……….….. ……Τμήμα ……….…πιν…

η από …………      …….…………          

ΤΩΝ

…………………………………………………………………

………………………………………………………………

ΚΑΤΑ

……..……………………………………………………….

……………………………………………………………

συμφωνώ ως πληρεξούσιος δικηγόρος τ ….

……………………………………………………………

……………………………………………………………

……………………………………………………………

να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παραστώ κατά την εκφώνησή της.

Αθήνα …………..

…ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙ…. ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Υπόδειγμα δήλωσης για μη παράσταση σε υπόθεση κατά την εκφώνηση.

ΔΗΛΩΣΗ

………………Δικηγόρου Αθηνών (Α.Μ. Δ.Σ.Α.       )


ΔΗΛΩΝΩ ΟΤΙ:

Προκειμένου να συζητηθεί ενώπιον του…………………………

κατά τη δικάσιμο της   ……….….. ……Τμήμα ……….…πιν…

η από …………      …….…………          

ΤΩΝ

…………………………………………………………………

………………………………………………………………

ΚΑΤΑ

……..……………………………………………………….

……………………………………………………………

συμφωνώ ως πληρεξούσιος δικηγόρος τ ….

……………………………………………………………

……………………………………………………………

……………………………………………………………

να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παραστώ κατά την εκφώνησή της.

Αθήνα …………..

…ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙ…. ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

 

Χρόνος καταβολής επιδομάτων εορτών, αδείας και επιδόματος αδείας.

 

 

 

 

 

Τα δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα, εφ όσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε χωρίς διακοπή καθ' όλη τη χρονική περίοδο που ορίζεται για κάθε περίπτωση που είναι, για το δώρο Πάσχα από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων από 1η Μαΐου μέχρι 30 Δεκεμβρίου κάθε έτους.

 

 

Εάν η εργασιακή σχέση διήρκεσε μικρότερο χρονικό διάστημα τότε καταβάλλεται, σαν δώρο Χριστουγέννων ποσό ίσο με τα 2/5 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 19ημερο χρονικό διάστημα διαρκείας της εργασιακής σχέσεως και σαν δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/5 του μισού μηνιαίου μισθού ή 1 ημερομίσθιο, ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως.

 

 

Για κάθε χρονικό διάστημα μικρότερο του 19ημέρου ή του 8ημέρου αντίστοιχα δικαιούνται ανάλογο κλάσμα.

Προϋπόθεση για χορήγηση αδείας και επιδόματος αδείας στους μισθωτούς είναι να έχουν συμπληρώσει συνεχή απασχόληση στον ίδιο εργοδότη επί ένα έτος τουλάχιστον, το οποίο αρχίζει από την ημερομηνία που ανέλαβε ο μισθωτός εργασία και συμπληρώνεται την αντίστοιχη προς αυτήν ημερομηνία του επόμενου έτους (ΑΠ 1425/2008).

 

Χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη νηπίου.

 

Αναγνωρίζεται η δυνατότητα χρηματικής ικανοποίησης για μελλοντική ψυχική οδύνη νηπίου, το οποίο κατά το χρόνο θανάτωσης του μέλους της οικογένειας του, λόγω της συναισθηματικής του ανωριμότητας και της ατελούς ανάπτυξής του, δεν μπορεί να αισθανθεί ψυχικό πόνο, πλην όμως είναι βέβαιο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα την υποστεί αργότερα, όταν θα φθάσει σε ηλικία που θα αισθάνεται ψυχικό πόνο από την έλλειψη του οικείου του (ΑΠ 598/2005, ΑΠ 260/2011).

 

Υπόχρεος να αναγγείλει στις αρμόδιες αρχές εργατικό ατύχημα, παράλειψη αναγγελίας εργατικού ατυχήματος.

 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 στοιχ. β' του πδ. 17/1996 "Μέτρα ασφάλειας - υγείας εργαζομένων" ο εργοδότης οφείλει να αναγγέλλει στις αρμόδιες επιθεωρήσεις εργασίας και στις αρμόδιες υπηρεσίες "στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές" του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος εντός 24 ωρών όλα τα εργατικά ατυχήματα και εφόσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτιών του ατυχήματος".

Την έννοια του εργοδότη ορίζει το άρθρο 2 παρ. 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, που ορίζει ότι "Για την εφαρμογή του παρόντος νοείται: 1. ... 2. Εργοδότης: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή και την εγκατάσταση".

Το άρθρο 16 παρ. 2 του ίδιου πδ. ορίζει ότι "σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή, παρασκευαστή, εισαγωγέα ή προμηθευτή, που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 25 του ν. 2224/94", το οποίο ορίζει ότι "κάθε εργοδότης, κατασκευαστής ή παρασκευαστής, εισαγωγέας ή προμηθευτής, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας του νόμου αυτού και των κανονιστικών πράξεων, που εκδίδονται με εξουσιοδότησή της τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών ή και με τις δύο αυτές ποινές".

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι την ιδιότητα του εργοδότη έναντι του εργαζομένου ως εργάτη έχει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει την ευθύνη για την επιχείρηση των εργασιών, υποχρεούμενο, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος να αναγγείλει τούτο στην αρμόδια αρχή (ΑΠ 1107/2011). 

 

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και σύμβαση ετοιμότητας προς εργασία.

 

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές.

Η υποχρέωση του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη, διακρινόμενη από άλλες συμβάσεις, όπως της μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, της μίσθωσης έργου, της εταιρείας και της εντολής.

Σύμβαση ετοιμότητας προς εργασία είναι η σύμβαση, με την οποία ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς όμως να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις του, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή.

Εχει τον χαρακτήρα σύμβασης εργασίας, αλλά, εξ αιτίας της ιδιομορφίας της, δεν υπόκειται στις διατάξεις των ειδικών νόμων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που ορίζουν ελάχιστο όριο αμοιβής και προσαυξήσεις για παροχή νυχτερινής ή υπερωριακής εργασίας, ή άλλης εργασίας σε ημέρες εορτής ή αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο.

Στην σύμβαση ετοιμότητας προς εργασία οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε. Αν δεν έχει συμφωνηθεί οφείλεται ο συνηθισμένος μισθός, δηλαδή ο μισθός που καταβάλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή, για όμοιες εργασίες, σε εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ 1102/2009).

Τα παραπάνω δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του ΠΔ 88/1999, το οποίο εκδόθηκε προς εναρμόνιση της Ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες 89/361/ΕΚ, 93/104/ΕΚ και 2000/34/ΕΚ και το οποίο τροποποιήθηκε με το ΠΔ 76/2005. 

 

Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, μακροχρόνια αδράνεια δικαιούχου, μελλοντική άσκηση από τρίτους παρόμοιας αξίωσης.

 

Το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες, ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.

Η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.

Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει, ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, την περαιτέρω επιδίωξη των οποίων εξαρτούν από την έκβαση της επίδικης αξιώσεως, μπορούν να ληφθούν υπ όψιν για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών, που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξίωσης δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.

Οταν η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η δε ανεπάρκεια, ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 67/2010).

 

Η δημόσια τάξη ως ανασχετικός παράγων εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου, Άρθρο 33 ΑΚ.

 

Σύμφωνα με το άρ0ρο 33 ΑΚ «διάταξη αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζεται, αν η εφαρμογή της προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικά στη δημόσια τάξη».

Δημόσια τάξη με την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ είναι το σύνολο των θεμελιωδών κανόνων και αρχών, που κρατούν κατά ορισμένο χρόνο στην χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό, ο οποίος κυριαρχεί στη χώρα και διέπεται από τις εν λόγω αρχές (ΟλΑΠ 6/90).

Η δημόσια τάξη, ως ανασχετικός παράγων εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου, λειτουργεί περιπτωσιολογικά, και μόνη η άγνοια, ή η απαγόρευση αυτή καθ' εαυτή, ενός γνωστού σε εμάς θεσμού από το αλλοδαπό δίκαιο δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση, ότι η εφαρμογή του δικαίου αυτού κατ' ανάγκη προσκρούει στην ελληνική δημόσια τάξη, δηλαδή αυτό που προσκρούει ή όχι στη δημόσια τάξη δεν είναι ο κανόνας του αλλοδαπού δικαίου, αλλά η συγκεκριμένη εκάστοτε εφαρμογή του.

Ο δικαστής δεν πρέπει να αξιολογεί το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο, ούτε τον ειδικότερο εφαρμοστέο αλλοδαπό κανόνα δικαίου κατά τρόπο απόλυτο, γενικό και αφηρημένο. Πρέπει να εξετάζει μόνο κατά πόσο οι έννομες συνέπειες, οι οποίες θα παραχθούν στην ημεδαπή από την εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου επί των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της κάθε ειδικότερης περίπτωσης, γίνονται ή όχι ανεκτές από τον κρατούντα στη χώρα μας βιοτικό κοινωνικό ρυθμό (ΑΠ 2084/2009). 

 

Ευθύνη του νέου εργοδότη σε αποζημίωση του εργαζόμενου από εργατικό ατύχημα σε περίπτωση δανεισμού του εργαζομένου.

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 648 και 651 ΑΚ προκύπτει ότι είναι νόμιμη η συμφωνία, με την οποία ο εργοδότης, που έχει στην διάθεση του τις υπηρεσίες του μισθωτού, παραχωρεί με την συναίνεση του τελευταίου τις υπηρεσίες αυτού σε άλλο πρόσωπο (δανεισμός μισθωτού), στον οποίο παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του, καθ όσον η σχέση αυτή στηρίζεται στην βούληση και των τριών μερών.

Στην περίπτωση του δανεισμού δεν λύεται η σύμβαση εργασίας και ο παλαιός εργοδότης δεν αποβάλλει την ιδιότητα του εργοδότη, ενώ και ο τρίτος που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του δανειζομένου μισθωτού αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη.

Για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια, ή μακροχρόνια, παραχώρηση του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός και ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας και δη, εκτός από αντίθετη συμφωνία, για την καταβολή του μισθού και των άλλων παροχών που τον βαρύνουν, ενώ ο εργοδότης που δανείζεται τον μισθωτό ασκεί κατά την διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα με τους περιορισμούς και το περιεχόμενο που θα το ασκούσε ο αρχικός εργοδότης.

Τον κατά δανεισμό εργοδότη βαρύνουν οι υποχρεώσεις σεβασμού των όρων δημόσιας τάξης που ισχύουν κατά την εκτέλεση της εργασίας και η τήρηση της υποχρέωσης προνοίας για την εξασφάλιση όρων και συνθηκών κατ' αυτήν για την προστασία της ζωής και της υγείας του κατά παραχώρηση μισθωτού.

Συνεπώς, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος και τραυματισμού του, ο εργαζόμενος μπορεί να στραφεί κατά του νέου εργοδότη, καθ όσον έννομη σημασία και επιρροή έχει η ιδιότητα του εργοδότη κατά την επέλευση του ατυχήματος (ΑΠ 1116/2011).

 

Δανεισμός εργαζομένου σε τρίτο εργοδότη.

 

Είναι επιτρεπτή η συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, βάσει της οποίας ο εργοδότης θα παραχωρήσει με τη μορφή δανεισμού τον μισθωτό σε τρίτον προς τον οποίο αυτός θα παρέχει την εργασία του.

Εργοδότης παραμένει, με όλες τις συναφείς υποχρεώσεις, ο αρχικός, ενώ είναι δυνατή συμφωνία ότι ο τρίτος θα καταβάλει τον μισθό ή μέρος του χωρίς όρους ή υπό ορισμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς. Η συμφωνία είναι επιτρεπτή μόνο εφ όσον συναινεί ο μισθωτός.

Η συναίνεση του εργαζομένου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του, π.χ. όταν ο εργαζόμενος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του στον τρίτο.

Η σύμβαση δανεισμού δεν επηρεάζει τη σύμβαση εργασίας.

Το διευθυντικό δικαίωμα που ανήκει στον τρίτο δεν επιτρέπεται να προσκρούει στη σύμβαση εργασίας που έχει συναφθεί με τον αρχικό εργοδότη.

Ο αρχικός εργοδότης βαρύνεται κατά βάση με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας π.χ. καταβολή μισθού, αδείας, επιδόματος, ασφαλιστικές εισφορές κ.λ.π.

Υπόχρεος στην καταβολή του μισθού παραμένει ο αρχικός εργοδότης, αφού η σύμβαση δεν μεταβάλλεται ως προς την υποχρέωση αυτή, εκτός αν προκύψει διάφορη ειδική συμφωνία.

Οι όροι της σύμβασης εργασίας, που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη, δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή.

Καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης.

Υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση, αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά τη διάρκεια του δανεισμού, δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία.

Η καταβολή του μισθού, και αν ακόμη έχει συμφωνηθεί να τον καταβάλει  ο τρίτος, βαρύνει σε ολόκληρον, κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας στον τρίτο, τον αρχικό εργοδότη και τον τρίτο, εκτός αν υφίσταται ειδική και ρητή συμφωνία περί της απαλλαγής του αρχικού εργοδότη.

Ο αρχικός εργοδότης δεν υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης του μισθωτού από παροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης στο νέο εργοδότη , γιατί η παροχή της παράνομης αυτής εργασίας δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του μισθωτού που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας έναντι του εργοδότη του, αλλά στις ιδιαίτερες σχέσεις του εργαζομένου με τον δανεισθέντα, εκτός αν ειδικώς προβλέφθηκε με συμφωνία για την περίπτωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησης και η υποχρέωση του αρχικού εργοδότη.

Η προαναφερθείσα σύμβαση δανεισμού εργασίας είναι γνήσια σύμβαση δανεισμού και διαφοροποιείται από τη μη γνήσια σύμβαση δανεισμού που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 20 επ. του Ν. 2956/2001, κατά τις οποίες συνιστώνται Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης, στις οποίες οι εργαζόμενοί τους δεν προσφέρουν την εργασία τους σ' αυτές, αλλά σε τρίτους, που θα υποδεικνύει εκάστοτε η εταιρεία αρχικός εργοδότης (ΑΠ 1009/2010).

 

Χρήση οχήματος διαφορετική από την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο

 

Σε χρήση οχήματος διαφορετική από την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται  από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως το δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλισμένο ότι κατέβαλε στο ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη (ΑΠ 760/2006). 

 

Παραγραφή αξιώσεων αποζημίωσης παθόντος από εργατικό ατύχημα.

 

Οι αξιώσεις αποζημίωσης από εργατικό ατύχημα υπόκεινται σε πενταετή  παραγραφή από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου.

Θεωρείται ότι ο παθών, ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημίωσης, γνωρίζει τον υπόχρεο, όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου αγωγή με ελπίδες επιτυχίας.

Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υποχρέου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υποχρέου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί (ΑΠ 141/2007).

 

Ευθύνη εργολάβου και επιβλέποντος μηχανικού στις οικοδομικές εργασίες από μη τήρηση των διατάξεων του πδ. 778/1980 και ν.1396/1983.

 

Για να δικαιούται ο παθών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή, η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος, ή του κυρίου του έργου, ή των προστηθέντων απ' αυτούς με την έννοια της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης, ή παράλειψης.

Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εργασιών θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ.778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου.

Εξάλλου, ο ν.1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει:

α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου,

β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο και

γ) στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι:

1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους.

2. Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους.

3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

Περαιτέρω, με τα άρθρα 1,78,79 και 111 του π.δ.1073/1981"περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμων υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του π.δ.778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων (αρ.1). Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον:

α) Να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεώς των.

β) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικώς ή μη, σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.ά. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών αναβατορίων, πυραύλων κ.ά., ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς, ασχέτως τάσεως.

γ) Εις περιοχάς όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα-μηχανήματα, γερανοί, εκσκαφείς κλπ, να λαμβάνονται πέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον και μετά έγγραφην έγκρισιν της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας. Αντιπροσωπευτικά των σχετικών μέτρων αναφέρονται η καταβίβασις του ιστού, η κατασκευή ειδικών ξυλίνων πλαισίων-περιθωρίων ασφαλείας εις σημεία συνήθων διελεύσεων κάτωθεν γραμμών.

δ)οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κλπ)να πραγματοποιείται υπό ταύτης, μετά έγγραφον αίτησιν του ενδιαφερομένου... (αρ.78). Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργο και του επιβλέποντος τούτο μηχανικού. Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ, λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων (αρ.79).

Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του π.δ.778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών"εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων...

Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (αρ.111).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι

1) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι και

2) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο)για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων-περιθωρίων ασφαλείας κάτω από ηλεκτροφόρους αγωγούς, και για τη λήψη μέτρων, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση και η επαφή εργαζομένων πλησίον διερχομένου ηλεκτροφόρου αγωγού (ΑΠ 855/2010). 

 

Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, προσδιορισμός καταβλητέου χρηματικού ποσού.

 

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής, ή της αγνείας του, ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Το δικαστήριο της ουσίας κρίνει αν ο αιτών υπέστη ηθική βλάβη και ποίο είναι το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση αυτής με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος και την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών.

Συνεπώς, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποιήσεως επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η δε περί αυτού κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου. 

 

Παράπτωμα ναυτικού στην σύμβαση ναυτικής εργασίας.

 

Αν η σύμβαση ναυτολόγησης καταγγελθεί από τον πλοίαρχο εξ αιτίας παραπτώματος του ναυτικού, ο ναυτικός δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση.

Παράπτωμα του ναυτικού θεωρείται κάθε υπαίτια και βαριά παράβαση των καθηκόντων του, που τελείται με πράξη ή παράλειψη αντίθετη προς τον νόμο, την σύμβαση ναυτολόγησης, τους κανονισμούς, τις ναυτικές συνήθειες που επικρατούν, τις νόμιμες διαταγές των προϊσταμένων του και την επιβαλλόμενη πειθαρχία.

Η απόδειξη του παραπτώματος γίνεται με κάθε αποδεικτικό μέσο και δεν είναι απαραίτητο να σημειωθούν τα περιστατικά, που συνιστούν το λόγο της καταγγελίας, στο ναυτικό φυλλάδιο του ναυτικού, ούτε η καταχώριση στο ημερολόγιο γέφυρας, ούτε στον τελικό λογαριασμό μισθοδοσίας, ούτε η καταχώριση στο ποινολόγιο, ούτε η επιβολή πειθαρχικής ποινής.

Αν η σύμβαση ναυτολόγησης καταγγελθεί από τον πλοίαρχο εξ αιτίας παραπτώματος του ναυτικού, ο ναυτικός δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση (ΕφΠειρ 743/2008).

 

Χαρακτηριστικά της σύμβασης ναυτολόγησης, αποβολή του χαρακτήρα της ως ναυτικής, εφαρμοστέο δίκαιο.

 

Στη σύμβαση ναυτικής εργασίας (σύμβαση ναυτολόγησης) ο ναυτικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμμετέχει ως μέλος συγκροτημένου οργανικά πληρώματος στους πλόες του πλοίου, αδιαφόρως του είδους της παρεχομένης εργασίας, είτε δηλαδή πρόκειται για καθαρά ναυτική, ή άλλη εργασία.

Η πραγματική εκτέλεση του πλου και η αντιμετώπιση θαλασσίων κινδύνων δεν είναι απαραίτητη.

Έτσι η σύμβαση ναυτικής εργασίας δεν αποβάλλει το χαρακτήρα της ως ναυτικής, ούτε μεταλλάσσεται σε σύμβαση χερσαίας εργασίας, αν για οποιοδήποτε λόγο, όπως για συντήρηση ή επισκευή, παραμένει το πλοίο αργό στο λιμάνι, έχει όμως συγκροτημένο πλήρωμα και βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα προς πλου, μόλις περατωθεί η συντήρηση, ή η επισκευή του.

Στην περίπτωση αυτή ο προσλαμβανόμενος για να εργαστεί στο πλοίο ως μέλος συγκροτημένου πληρώματος, έστω και αν δεν παρέχει αμιγή ναυτική εργασία, θεωρείται ναυτικός και η σύμβασή του έχει ως αντικείμενο την παροχή ναυτικής εργασίας και όχι χερσαίας.

Η σύμβαση με πρόσωπο που δεν είναι ναυτικός με την πιο πάνω έννοια θεωρείται ως σύμβαση χερσαίας εργασίας, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του κοινού εργατικού δικαίου.

Η σύμβαση ναυτικής εργασίας διέπεται από το δίκαιο στο οποίο υποβλήθηκαν τα μέρη. Αν δεν ορίστηκε τέτοιο δίκαιο εφαρμόζονται διαζευκτικά ένα από τα ακόλουθα δίκαια.

α) Το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης. Στη ναυτική εργασία τόπος παροχής εργασίας είναι το πλοίο στο οποίο εργάζεται ο ναυτικός. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το δίκαιο της σημαίας του πλοίου, εκτός αν αυτή είναι σημαία ευκαιρίας με την οποία το πλοίο δεν έχει γνήσιο, αλλά χαλαρό και τεχνητό σύνδεσμο.

β) το δίκαιο άλλης χώρας, εκτός από το δίκαιο της χώρας που συμφωνήθηκε, εφ όσον από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση ναυτολόγησης συνδέεται στενότερα με την άλλη χώρα.

γ) το δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση που προσέλαβε τον ναυτικό, αν αυτός δεν παρέχει την εργασία του σε μια μόνο χώρα και

δ) το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή, κατ' άρθρο 7§2 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης. Πρόκειται για τους λεγόμενους «κανόνες αμέσου εφαρμογής» του δικαίου του δικάζοντος δικαστή, που ρυθμίζουν αναγκαστικά την περίπτωση, ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο. Οι κανόνες αυτοί είναι εκείνοι από τους οποίους δεν είναι δυνατόν να παρεκκλίνουν οι συμβαλλόμενοι με ιδιωτική συμφωνία. Τέτοιοι κανόνες είναι εκείνοι, που η πολιτεία θεσπίζει για λόγους κοινωνικοοικονομικούς.

Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο.

Η σύμβαση ναυτολόγησης συνάπτεται είτε για ορισμένο είτε για αόριστο χρόνο, είτε κατά πλουν, έναν ή περισσότερους.

Σύμβαση ορισμένου χρόνου θεωρείται εκείνη από την οποία προκύπτει ορισμένη διάρκεια της ναυτολόγησης, λήγει δε αυτοδικαίως με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, δηλαδή την τελευταία ημέρα του χρόνου αυτού. Η σύμβαση πάντως αυτή, εάν έληξε και παρόλα αυτά τα μέρη συνεχίζουν σιωπηρά την εκτέλεσή της, μετατρέπεται σε αόριστου χρόνου κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 671 ΑΚ.

Σε περίπτωση σύναψης αλλεπάλληλων συμβάσεων ναυτολόγησης ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση και το σκοπό της εργασίας, ή από τις ιδιαίτερες ανάγκες του πλοιοκτήτη, ή του εφοπλιστή, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων για την υποχρεωτική καταγγελία της σύμβασης είναι άκυρη η σύμβαση ως προς τον καθορισμό της διάρκειας της και θεωρείται ότι καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, στην οποία η απόλυση του ναυτικού δεν είναι δυνατόν να λάβει χώρα χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης

Εάν ο μισθός του ναυτικού συνομολογήθηκε  κατά μήνα δικαιούται τον μισθό  των μηνών και των ημερών, που διήρκεσε η ναυτολόγηση. Εάν όμως η ναυτολόγηση διήρκεσε λιγότερο του μηνός ο ναυτικός δικαιούται πλήρη τον  μηνιαίο μισθό. Ως πλήρης ημέρα θεωρείται και η απλώς αρξαμένη.

Ο ναυτικός που ασθένησε δικαιούται μισθό και νοσηλεύεται με δαπάνες του πλοίου. Εάν η σύμβαση ναυτολόγησης λυθεί λόγω της ασθενείας και νοσηλεύεται εκτός του πλοίου δικαιούται τα νοσήλια και τον μισθό, εφ όσον διαρκεί η ασθένεια, όχι όμως πέραν των τεσσάρων μηνών.

Ο μισθός ασθενείας έχει χαρακτήρα αποδοχών και δεν είναι αποζημιωτικός. Συνίσταται σε ότι ο ναυτικός θα αποκόμιζε στο πλοίο από την εργασία του πριν από την ασθένεια, δηλαδή στο βασικό μισθό, στα επιδόματα, στο αντίτιμο τροφής, στα δώρα εορτών, ακόμη και στα φιλοδωρήματα, που τυχόν του κατέβαλε ο πλοιοκτήτης, εκτός αν υπάρχει κλειστός μισθός, που ισχύει αυτός.

Σε περίπτωση άσκησης της αξίωσης για καταβολή του βασικού μισθού και της αξίωσης για καταβολή μισθών ασθενείας, που αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, πρόκειται για συρροή αξιώσεων, που  επενεργούν η μία στην άλλη, έτσι ώστε η άσκηση και ικανοποίηση της μίας να επιφέρει απόσβεση της άλλης κατά το μέρος που την επικαλύπτει.

Ο Πλοίαρχος που καταρτίζει το πλήρωμα έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση ναυτολόγησης κάθε μέλους αυτού, για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, οποτεδήποτε, είτε η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, είτε ορισμένου χρόνου, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, ούτε να επικαλεστεί λόγο που να δικαιολογεί στην ορισμένου χρόνου σύμβαση την πρόωρη απόλυση μέλους του πληρώματος.

Ο ναυτικός δικαιούται να λάβει την προβλεπόμενη αποζημίωση, εκτός αν η καταγγελία δικαιολογείται από παράπτωμά του.

Εάν η λύση της σύμβασης οφείλεται σε υπαιτιότητα του ναυτικού, ή αποκλειστικά στη βούληση του ναυτικού, ο ναυτικός δεν δικαιούται της αποδοχές ενός πλήρους μηνός, αλλά το μισθό των ημερών που εργάστηκε.

Ο ναυτικός λόγω της ιδιαίτερης φύσης του επαγγέλματός του θεωρείται ότι βρίσκεται διαρκώς σε ετοιμότητα για να παράσχει την εργασία του όταν του ζητηθεί, χωρίς βέβαια η ετοιμότητα αυτή να έχει την έννοια της υπερωριακής απασχόλησης.

Αν ο εργοδότης του ναυτικού είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία, ο αντιπρόσωπος αυτής, που συνήψε στην Ελλάδα με ναυτικό σύμβαση παροχής εργασίας σε πλοίο του εργοδότη, ευθύνεται σε ολόκληρο με αυτόν για κάθε υποχρέωση, που απορρέει από τη σχέση ναυτικής εργασίας. Η σύμβαση αυτή δεν είναι αναγκαίο να γίνει εγγράφως. 

 

Δίκαιο που διέπει την σύμβαση ναυτολόγησης ναυτικού.

 

Η σύμβαση ναυτικής εργασίας (ναυτολόγηση) διέπεται από το δίκαιο στο οποίο υποβλήθηκαν τα μέρη.

Αν δεν ορίστηκε τέτοιο δίκαιο εφαρμόζονται διαζευκτικά ένα από τα ακόλουθα δίκαια.

α) Το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης. Στη ναυτική εργασία τόπος παροχής εργασίας είναι το πλοίο στο οποίο εργάζεται ο ναυτικός. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το δίκαιο της σημαίας του πλοίου. εκτός αν αυτή είναι σημαία ευκαιρίας με την οποία το πλοίο δεν έχει γνήσιο, αλλά χαλαρό και τεχνητό σύνδεσμο.

β) το δίκαιο άλλης χώρας, εκτός από το δίκαιο της χώρας που συμφωνήθηκε, εφ όσον από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση ναυτολόγησης συνδέεται στενότερα με την άλλη χώρα.

γ) το δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση που προσέλαβε τον ναυτικό, αν αυτός δεν παρέχει την εργασία του σε μια μόνο χώρα και.

δ) το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή, κατ' άρθρο 7 παρ. 2 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης. Πρόκειται για τους λεγόμενους «κανόνες αμέσου εφαρμογής» του δικαίου του δικάζοντος δικαστή, που ρυθμίζουν αναγκαστικά την περίπτωση, ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο. Οι κανόνες αυτοί είναι εκείνοι από τους οποίους δεν είναι δυνατόν να παρεκκλίνουν οι συμβαλλόμενοι με ιδιωτική συμφωνία. Τέτοιοι κανόνες είναι εκείνοι, που η πολιτεία θεσπίζει για λόγους κοινωνικοοικονομικούς (ΕφΠειρ 1015/2007).

 

Μισθός ασθένειας ναυτικού και λύση της ναυτολόγησης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 66 ΚΙΝΔ «ο ναυτικός ασθενήσας, δικαιούται εις μισθόν και νοσηλεύεται δαπάναις του πλοίου, εάν δε η σύμβασις ναυτολογήσεως λυθή λόγω της ασθενείας και νοσηλεύεται ούτος εκτός του πλοίου, δικαιούται εις τα νοσήλεια και εις μισθόν εφ΄ όσον διαρκεί η ασθένεια, ουχί όμως πέραν των τεσσάρων μηνών...».

Η προστασία αυτή, που παρέχεται με τη διάταξη του άρθρου 66 ΚΙΝΔ στον ναυτικό, καλύπτει ολόκληρο τον χρόνο της σχέσης ναυτικής εργασίας από την κατάρτισή της μέχρι τη λήξη της, αφορά δε ασθένεια οποιασδήποτε μορφής και οφειλόμενη σε οποιαδήποτε αιτία, με εξαίρεση τις με ειδικές διατάξεις ρυθμιζόμενες περιπτώσεις.

Ασθένεια, δηλαδή, ασθένεια, που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του ναυτικού στο πλοίο, θεωρείται ως απότοκος της εργασίας του σε αυτό.

Για την προστασία του ναυτικού που ασθένησε κατά την διάρκεια της ναυτολόγησής του δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ εργασίας και ασθένειας, σε αντίθεση με την θεμελίωση της αξίωσης που απορρέει από εργατικό ατύχημα ((ΕφΠειρ 678/2004, ΕφΠειρ 400/2008).

 

Εκτέλεση νέων αυτοτελών εργασιών στο πλοίο μέσα στα νόμιμα όρια απασχόλησης του ναυτικού.

 

Ο ναυτικός έγκυρα αναλαμβάνει με την σύμβαση ναυτολόγησης, ή κατόπιν νεότερης και τροποποιητικής συμφωνίας με τον πλοίαρχο, την παράλληλη εκτέλεση, είτε εν όλω, είτε εν μέρει, περισσότερων και αυτοτελών εργασιών στο πλοίο μέσα στα νόμιμα όρια απασχόλησής του.

Με την εν λόγω συμφωνία δικαιούται ολικά ή μερικά σε απόληψη του αθροίσματος των αποδοχών όλων των εργασιών (ΕφΠειρ 429/2008).

 

 

Αξιώσεις από σχέση ναυτικού πράκτορα με πλοιοκτήτη, ή εφοπλιστή.

 

Ναυτικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που με σύμβαση με τον πλοιοκτήτη, ή τον εφοπλιστή, αναλαμβάνει τη διεξαγωγή ναυτικών υποθέσεων για λογαριασμό του τελευταίου με αμοιβή (πράκτορας πλοίου).

Η σχέση που συνδέει το ναυτικό πράκτορα με τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή είναι μικτή και μάλιστα είναι η σχέση του καθολικού εντολοδόχου, όσον αφορά τη διαχείριση των υποθέσεων του πλοιοκτήτη, ή του εφοπλιστή, και του εκμισθωτή ανεξάρτητων υπηρεσιών, όσον αφορά την αμοιβή του, την οποία μπορεί να ζητήσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 648 και 649 ΑΚ, που εφαρμόζονται αναλογικώς στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Η μικτή αυτή σύμβαση δεν ενέχει κύρια και δευτερεύουσα παροχή ώστε να απορροφάται η τελευταία από την πρώτη, αλλά κάθε μία από τις επιμέρους συμβάσεις διατηρεί την αυτοτέλειά της.

Ο ναυτικός πράκτορας δικαιούται να αξιώσει από τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, αφ ενός μεν οτιδήποτε δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής, αφ ετέρου δε την αμοιβή του, η οποία μπορεί να καθορίζεται από τη σύμβαση, το νόμο, τις συλλογικές συμβάσεις, ή την επιτόπια εμπορική συνήθεια.

Ο πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής δικαιούται να ζητήσει από τη σύμβαση εντολής να του αποδώσει ο ναυτικός πράκτορας καθετί που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής (ΕφΠειρ 134/2008).  

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών