ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Σώρευση αγωγής διαζευκτικά ή επικουρικά.

 

Επειδή από την διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 και 2 ΠολΔ, που ορίζει ότι αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση η αίτηση της αγωγής να την στηρίξει σε άλλη βάση και ότι αυτή η επιβοηθητική άσκηση της αγωγής μπορεί να γίνει με το άλλο δικόγραφο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 216, 218, 68, 79 και 75 ΠολΔ, συνάγεται ότι δεν δύναται να χωρήσει υποκειμενική σώρευση αγωγής διαζευκτικά ή επικουρικά, δηλαδή να ασκείται αγωγή στρεφόμενη κατά πλειόνων του ενός εναγομένων και κατά τρόπο ώστε να ισχύει αυτή κατά τινός τούτων, υπό την προϋπόθεση της απόρριψης τούτης κατά του άλλου (διαζευκτική εναγωγή), γιατί στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει απλώς επικουρικότητα πολλών αιτημάτων, ή βάσεων εντός της αυτής δίκης, αλλά έγερση αγωγής στρεφομένης κατά ετέρου προσώπου, και κατ' ακολουθία δημιουργία της έννομης σχέσης της δίκης υπό αίρεση.

Αν ασκηθεί τέτοια αγωγή είναι δικονομικώς αβάσιμη και ως τοιαύτη απορριπτέα (ΕφΠειρ 546/1981, ΕφΑθ 7603/1993).

 

Προσωρινή ασφαλιστική κάλυψη αυτοκινήτου. Προσωρινή απόδειξη καταβολής ασφαλίστρων.

 

Η προσωρινή απόδειξη καταβολής ασφαλίστρων επέχει θέση σημειώματος προσωρινής κάλυψης της αστικής ευθύνης του αυτοκινήτου.

Η σύμβαση προσωρινής κάλυψης της αστικής ευθύνης του αυτοκινήτου αρχίζει με την πρόταση της ασφάλισης και την στην συνεχεία έκδοση προσωρινής απόδειξης είσπραξης ασφαλίστρων από την ασφαλιστική εταιρεία, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, η προσωρινή απόδειξη καταβολής ασφαλίστρων χορηγήθηκε μετά το ατύχημα, οπότε και έγινε η καταβολή των ασφαλίστρων (ΑΠ 938/2008).

Αποδεικνύεται από το σημείωμα προσωρινής κάλυψης (ειδικό σήμα) και την έγγραφη βεβαίωση, τα οποία η ασφαλιστική επιχείρηση, είτε απευθείας, είτε μέσω του ασφαλιστικού της πράκτορα, χορηγεί στον ενδιαφερόμενο να ασφαλισθεί.

Η σύμβαση προσωρινής ασφαλιστικής κάλυψης, η οποία καταρτίσθηκε μετά τη λήξη της πρακτοριακής σύμβασης, είναι έγκυρη και δεσμεύει την ασφαλιστική επιχείρηση.

Για την απαλλαγή από την ευθύνη της έναντι του ασφαλισμένου, η ασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να καταγγείλει την προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση, ή σε περίπτωση εναγωγής της, να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο ενάγων ασφαλισμένος γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει τη λήξη της πρακτοριακής συμβάσεως (202/2006). 

 

Αυτοκίνητο με πινακίδες  Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχουν αποσυρθεί από την κυκλοφορία.

 

Η πινακίδα κυκλοφορίας του οχήματος, πρέπει, κατά την ημεροχρονολογία του ατυχήματος, να είναι νόμιμη και μη αποδηλωμένη, ή διαγραμμένη, από την αρμόδια αλλοδαπή αρχή, που την είχε αρχικά εκδώσει.

Στην περίπτωση, που το ζημιογόνο όχημα, το οποίο προξενεί ατύχημα στην Ελλάδα, φέρει κατά το χρόνο του ατυχήματος αλλοδαπές πινακίδες κυκλοφορίας κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες σύμφωνα με διαβεβαίωση της αρμόδιας αρχής του Κράτους αυτού έχουν αποσυρθεί από την κυκλοφορία και έχουν προσαρτηθεί σε άλλο όχημα, την έναντι των ζημιωθέντων τρίτων ευθύνη φέρει το Επικουρικό Κεφάλαιο και όχι το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης.

Αυτό συμβαίνει γιατί το όχημα αυτό δεν θεωρείται ότι έχει τόπο συνήθους στάθμευσης το κράτος, του οποίου οι αρμόδιες αρχές είχαν αρχικά εκδώσει τις πινακίδες κυκλοφορίας και κατά συνέπεια δεν προκύπτει η εθνικότητα του οχήματος αυτού και γενικώς δεν προκύπτει η αλλοδαπότητα αυτού (ΑΠ 2159/2009). 

 

Παράλειψη χρήσης προστατευτικού κράνους από οδηγό δικύκλου.

 

Η παράλειψη χρήσης προστατευτικού κράνους θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα του οδηγού, εφ όσον η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές (ΑΠ 163/2007). 

 

Οι τρίτοι σε περίπτωση σωματικών βλαβών, ή θανάτου, στην ασφάλιση του αυτοκινήτου.

 

Η ασφαλιστική κάλυψη περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αστική ευθύνη, λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών, έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου οδηγού, ή κάθε άλλου προσώπου, του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται, ανεξάρτητα από βαθμό συγγένειας.

Ο οδηγός, ιδιοκτήτης και κάτοχος του ζημιογόνου ασφαλισμένου αυτοκινήτου δεν είναι τρίτος και δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής του εταιρείας για ζημίες που υπέστη, σε περίπτωση δε θανάτωσής του αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη τα μέλη της οικογένειας του (ΑΠ 327/2005).

Δεν θεωρούνται επίσης τρίτοι, οι νόμιμοι εκπρόσωποι του νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο το όχημα, ή εταιρείας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ή ο δήμαρχος επιβαίνοντος σε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δήμου του (ΑΠ 1395/2007).

Οι συγγενείς, όμως των παραπάνω θεωρούνται τρίτοι, με αποτέλεσμα να έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά για τη ζημία που οι ίδιοι έχουν υποστεί και μόνο σε περίπτωση θανάτωσης αυτών συνεπεία του ατυχήματος δικαιούται η οικογένειά τους να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (ΑΠ 876/2007).

 

Οδήγηση οχήματος  υπό την επήρεια οινοπνεύματος. 

 

Ο οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος και συνεπώς είναι ανίκανος προς ασφαλή οδήγηση, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας, ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.

Στην δικαστική απόφαση πρέπει να εκτίθενται επαρκώς οι περιστάσεις που η κατανάλωση οινοπνεύματος επηρέασε την ικανότητα του οδηγού προς οδήγηση.

Η ανίχνευση στο αίμα του οδηγού οινοπνεύματος κάτω από το παραπάνω  όριο δεν καθιστά τον οδηγό ανίκανο προς οδήγηση, γιατί αυτός δεν τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος.

Όμως, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες καίτοι το ποσοστό οινοπνεύματος είναι κάτω του ως άνω ορίου, εν τούτοις κατά το αποτέλεσμα ο οδηγός είναι ανίκανος προς οδήγηση.

Τούτο συμβαίνει όταν το ποσοστό οινοπνεύματος είναι π.χ. 0,40ο/οο (δηλαδή κάτω του νομίμου ορίου), όμως συνυπάρχει και άλλη κρίσιμη περίσταση π.χ. υπερκόπωση, υπνηλία, συνεπεία αναλώσεως φαρμάκων, επηρεαζόντων, κατά τις οδηγίες χρήσεως, την οδηγητική ικανότητα, αϋπνία, οργισμένη ψυχική διάθεση του οδηγού κλπ, η οποία μαζί με την άνω ποσότητα οινοπνεύματος φέρουν τον οδηγό σε κατάσταση ανικανότητας προς οδήγηση, δηλαδή σε κατάσταση ανάλογη προς εκείνη που βρίσκεται ο οδηγός με οινόπνευμα στο αίμα άνω του ορίου 0,50ο/οο.

Ανάλογη κατάσταση εμφανίζεται στην περίπτωση συνδρομής οινοπνεύματος και φαρμάκων. Δηλαδή επί συρροής οινοπνεύματος και φαρμάκων, που κατά τις οδηγίες χρήσεώς τους δύναται να επηρεάζουν την ικανότητα προς οδήγηση του προσώπου, δεν αυξάνεται συνεπεία της συρροής αυτής το ανιχνευόμενο στο αίμα ποσοστό οινοπνεύματος, αλλά ενισχύεται η δράση του οινοπνεύματος (ΑΠ 1071/2008). 

 

Συμπροσβολή του κεφαλαίου της αποζημίωσης με την ένσταση συνυπαιτιότητας στην έφεση.

 

Αν ο εναγόμενος διατυπώσει με την έφεσή του παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης, ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση της σωματικής του βλάβης, ζητώντας την παραδοχή της ένστασης συνυπαιτιότητας, συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της αποζημίωσης, με την έννοια ότι σε περίπτωση παραδοχής της έφεσης κατά το  κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας, θα μειωθεί αναλόγως και το ποσό της αποζημίωσης υπέρ του ενάγοντος (ΑΠ 632/2010).

Η συμπροσβολή του κεφαλαίου της αποζημίωσης είναι αυτονοήτως αναγκαία, παρά την ενίοτε μη ειδική επισήμανσή της.

 

Η ευθύνη προς αποζημίωση του οδηγού αυτοκινήτου και η παραβίαση διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης, ή παράλειψης, του οδηγού, από τις οποίες προκλήθηκε η ζημία.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα της βλάβης που προκλήθηκε, συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφ όσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας, ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός, ότι το ένα από τα πρόσωπα αυτά παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αφού μόνη η παράβαση των διατάξεων αυτού δεν θεμελιώνει αυτή καθ εαυτή υπαιτιότητα, στην επέλευση των συνεπειών οπό αυτοκινητικό ατύχημα. Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου, από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Από την διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 εδ. α ΑΚ, με την οποίο ορίζεται, ότι, αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε, από δικό του πταίσμα, στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό της, προκύπτει, ότι όταν υπάρχει ζημιογόνο γεγονός, οπό το οποίο πηγάζει ευθύνη του ζημιώσαντος για αποζημίωση και στην επέλευση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, απόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας να καθορίσει ανάλογα το ύψος της αποζημίωσης, αλλά και της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, που θα επιδικάσει.

Για να διαμορφώσει την κρίση του αυτή, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερο τα περιστατικό της εκάστοτε περίπτωσης.

 

Ευθύνη συνεπιβάτη οχήματος του οδηγού του τελούντος σε μέθη.

 

Η επιβίβαση σε όχημα, του επιβαίνοντος γνωρίζοντας ότι ο οδηγός αυτού έχει καταναλώσει αμέσως προηγούμενα ποσότητα οινοπνεύματος, ή άλλες ουσίες, γεγονός που δημιούργησε στον οδηγό δυσχέρεια στον έλεγχο του οχήματος και μείωσαν αισθητά την ικανότητα αντίδρασής του στον κίνδυνο, υποδηλώνει ότι ο επιβαίνων παραμέλησε την προσοχή, που καταβάλει κάθε μέσος συνετός άνθρωπος,  προκειμένου να αποφύγει τον κίνδυνο και συνεπώς να αποτρέψει τον τραυματισμό του.

Εφ όσον τραυματιστεί, η ενέργειά του αυτή  ισοδυναμεί με αυτοδιακινδύνευση και υφίσταται συντρέχων πταίσμα του (ΑΠ 1541/2009).  

 

Κανονισμός προσωπικού ΚΤΕΛ.

 

Από την 1-1-2007 ισχύει ο νέος Γενικός Κανονισμός προσωπικού των ΚΤΕΛ ΑΕ και των ΚΤΕΛ του ν. 2963/2001, που θεσπίσθηκε με το π.δ 246/2006.

1. Ο νέος κανονισμός εφαρμόζεται σε όλο το προσωπικό, γενικό και έκτακτο (αρθ. 2) καθώς και στους οδηγούς των λεωφορείων, που είναι μισθωμένα, ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ ΑΕ ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους – ιδιοκτήτες, ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ ΑΕ, ή ΚΤΕΛ, όταν απασχολούνται ως οδηγοί στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους, μόνο ως προς τα προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 3 το προσωπικό των ΚΤΕΛ διακρίνεται σε έκτακτο και τακτικό.

Έκτακτο είναι το προσωπικό, που προσλαμβάνεται για εκτέλεση εποχικής, ή έκτακτης εργασίας, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 8 μήνες και συνδέεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Τακτικό είναι το προσωπικό, που κατέχει οργανικές θέσεις και εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες και συνδέεται με το ΚΤΕΛ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

3. Σύμφωνα με το άρθρο 5, όπου ορίζονται τα γενικά και ειδικά προσόντα πρόσληψης του προσωπικού, το προσωπικό κίνησης (οδηγοί, σταθμάρχες, ελεγκτές, εισπράκτορες) πρέπει να πληρεί τις προϋποθέσεις υγείας για την θέση που προορίζεται, προσκομίζοντας κατά την πρόσληψή του το κατά περίπτωση αναγκαίο ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο θα πρέπει να έχει εκδοθεί προ 6 μηνών το μέγιστο. Η σχετική καταλληλότητα πρέπει να πιστοποιείται από ιατρούς του ΙΚΑ, ή από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με τις υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Ν.Α, σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση.

4. Σύμφωνα με το άρθρο 6, όπου ορίζεται η διαδικασία προσλήψεων, θεσπίζεται δοκιμαστική περίοδος. Οι προσλήψεις του τακτικού, ή του έκτακτου προσωπικού διενεργούνται με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό. Κάθε προσλαμβανόμενος από το ΚΤΕΛ για κάλυψη θέσης τακτικού προσωπικού προσλαμβάνεται ως δόκιμος, τοποθετείται στη θέση εργασίας για την οποία έγινε η πρόσληψη και διανύει 12μηνη δοκιμαστική περίοδο εργασίας, για να διαπιστωθεί η καταλληλότητά του. Μετά τη συμπλήρωση 12 μηνών από την πρόσληψη, που αποτελεί την δοκιμαστική περίοδο εργασίας, και εντός 3 μηνών από την συμπλήρωση αυτών, εκδίδεται απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου για την ένταξη, ή μη του δόκιμου, στο τακτικό προσωπικό.

Σε περίπτωση που ο δόκιμος κριθεί ακατάλληλος, η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν ανανεώνεται και η συμβατική σχέση παύει να υφίσταται. Η λήξη της συμβατικής σχέσης δόκιμου προσωπικού δύναται να γίνει και προ της συμπληρώσεως της 8μηνης δοκιμαστικής περιόδου, εφόσον τεκμηριωμένα κριθεί, με απόφαση του ΔΣ του ΚΤΕΛ η ακαταλληλότητά του (ΜΠρΘεσ 11681/2008).

5. Πρόσληψη οδηγών λεωφορείων.

Οι οδηγοί των μισθωμένων, ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων, προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες, ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών.

6. Απόλυση προσωπικού ΚΤΕΛ.

Το προσωπικό του ΚΤΕΛ απολύεται από την Υπηρεσία για τους εξής λόγους.

α) εξ αιτίας κατάργησης οργανικής θέσης εργασίας, ή Υπηρεσίας μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ως προς το ποσοστό απολύσεων, κλπ. ).

β) εξ αιτίας καταδίκης για κακούργημα ή κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, απιστία εν γένει και εγκλήματα κατά των ηθών βαθμό πλημμελήματος.

γ) εξ αιτίας ανεπάρκειας, ή ακαταλληλότητας, ή επαγγελματικής ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σ' αυτό.

δ) εξ αιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου, που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου, να εκτελέσει τα καθήκοντα της ειδικότητάς του και διαπιστώνεται από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του ΙΚΑ.

ε) εξ αιτίας επιβολής της ποινής της οριστικής απόλυσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του κανονισμού.

7. Απόλυση οδηγών λεωφορείων.

Οι παραπάνω λόγοι απόλυσης ισχύουν και για τους οδηγούς των λεωφορείων, που είναι μισθωμένα, ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, στα οποία εργάζονται οι οδηγοί αυτοί.

Οι λόγοι των περιπτώσεων β, γ, δ και ε ισχύουν και για τους ιδιοκτήτες- οδηγούς, που απασχολούνται στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους.

Ιδιοκτήτης λεωφορείου που ειδοποιείται εγγράφως από το ΚΤΕΛ ότι συντρέχει λόγος απόλυσης του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε 10 ημέρες από την ειδοποίησή του να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Ομοίως και ο ιδιοκτήτης οδηγός που απασχολείται στο λεωφορείο ιδιοκτησίας του παύει μέσα στο διάστημα αυτό να εκτελεί τα καθήκοντά του.

Δεν είναι έγκυρη η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής σύμβασης των οδηγών λεωφορείων κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αδιάφορα αν αυτή γίνεται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου που τους προσέλαβε, ή από το ΚΤΕΛ, όταν το τελευταίο συμβαίνει να είναι και εργοδότης τους.

Οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων που έχουν ενταχθεί στο ΚΤΕΛ δεν μπορούν να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεων των οδηγών με μόνη την τήρηση των διατυπώσεων του ν. 3198/1955, εφ όσον δεν συντρέχει και λόγος από εκείνους που περιοριστικά προβλέπονται στον Κανονισμό (Ολ.ΑΠ 15/2002, ΑΠ 428/2007, που εκδόθηκαν υπό την ισχύ του προηγούμενου κανονισμού, ΑΠ 1499/2010, που εκδόθηκε υπό την ισχύοντα κανονισμό).  

 

Τροχαίο ατύχημα λόγω τοποθέτησης διαφημιστικής πινακίδας σε πεζοδρόμιο.

 

Την κύρια, όχι όμως αποκλειστική, υπαιτιότητα φέρει η διαφημιστική εταιρία, η οποία τοποθέτησε παράνομα και χωρίς άδεια αρμόδιας αρχής διαφημιστική πινακίδα στο δεξιό πεζοδρόμιο σε ολόκληρο το πλάτος του, μεγάλων διαστάσεων σε μεταλλικό πλαίσιο, πακτωμένη σταθερά και επικίνδυνα σε τσιμεντένια βάση, η οποία λειτουργούσε καθ όλη τη διάρκεια της νύχτας με εναλλασσόμενες φωτεινές εικόνες, που ηλεκτροδοτείτο από τσιμεντένια κολώνα της ΔΕΗ, που είχε τοποθετηθεί δίπλα στην διαφημιστική πινακίδα, η οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος λόγω του νεφελώδους καιρού και της ανεπάρκειας φωτισμού επέφερε μερική θάμβωση στον οδηγό του αυτοκινήτου, αφού προηγουμένως απόσπασε την προσοχή του (ΜονΠρΑθ 4018/2003). 

 

Ευθύνη του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης.

 

Η ευθύνη του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης υπάρχει έστω και αν το ζημιογόνο αλλοδαπό αυτοκίνητο δεν είναι ασφαλισμένο, ή δεν είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα), αρκεί ο συνήθης τόπος στάθμευσής του να είναι χώρα της Ε.Ε, ή η Αυστρία, Φιλανδία, Νορβηγία, Σουηδία και Ελβετία, αδιαφόρως προς την εθνικότητα του οδηγού του αυτοκινήτου.

Ο τόπος συνήθους στάθμευσης αυτοκινήτου είναι το έδαφος του κράτους του οποίου το όχημα φέρει πινακίδα κυκλοφορίας.

Στην περίπτωση που δεν προβλέπεται καταχώρηση σε μητρώο για ορισμένα αυτοκίνητα, τα οποία όμως φέρουν πιστοποιητικό ασφάλισης ή διακριτικό σήμα ανάλογο με την πινακίδα κυκλοφορίας, τόπος συνήθους στάθμευσης θεωρείται το έδαφος του Κράτους στο οποίο εκδόθηκε το ανωτέρω σήμα ή πιστοποιητικό.

Στην περίπτωση που δεν προβλέπεται για ορισμένα αυτοκίνητα. ούτε καταχώρηση σε μητρώα, ούτε πιστοποιητικό ασφάλισης, ούτε διακριτικό σήμα, τόπος συνήθους στάθμευσης θεωρείται το έδαφος του Κράτους της κατοικίας του κατόχου αυτών.

Αν δεν προκύπτει η εθνικότητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου την ευθύνη από το ατύχημα, που προκάλεσε μετά την είσοδό του στην Ελληνική Επικράτεια, δεν την έχει το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης (ΑΠ 994/2009).

 

Εφαρμοστέο δίκαιο σε αυτοκινητικό ατύχημα, που προκαλείται σε τρίτο στο έδαφος ξένου κράτους, που θα καταλάβει τις αξιώσεις του θύματος κατά του ασφαλιστή.

 

Σύμφωνα με το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την θεμελίωση αντικειμενικής ευθύνης από ατύχημα, που προκλήθηκε από αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του, ποια η έννοια του αυτοκινήτου και πότε το ατύχημα συμβαίνει κατά τη λειτουργία του.

Το ίδιο εφαρμοστέο δίκαιο κρίνει αν και με ποιες προϋποθέσεις αποκαθίσταται  η εμπορική αξία και η τεχνική υπαξία του αυτοκινήτου.

Σε περίπτωση ζημίας όμως από αυτοκινητικό ατύχημα, που προκαλείται σε τρίτο στο έδαφος ξένου κράτους, ανακύπτει πρόβλημα καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου, που θα καταλάβει την σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης και τις ενδεχόμενες αξιώσεις του θύματος κατά του ασφαλιστή.

Ως ορθότερη έχει κριθεί η άποψη ότι εφαρμόζεται το δίκαιο που διέπει την σύμβαση ασφάλισης, οποιοδήποτε και αν είναι αυτό, και όχι το δίκαιο της πολιτείας που συνέβη το ατύχημα, καθ όσον ο τόπος του ατυχήματος είναι τυχαίο περιστατικό και δεν επιτρέπεται να βαρύνει αποφασιστικά.

Αυτό επιβάλλεται ιδιαίτερα στην περίπτωση που υπάρχουν άλλα στοιχεία που τοποθετούν την σχέση στο πλαίσιο διαφορετικού δικαίου. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν το θύμα, ο υπόχρεος σε αποζημίωση και προκαλέσας το ατύχημα και η ασφαλιστική του εταιρία έχουν την ίδια ιθαγένεια τρίτης πολιτείας διαφορετικής από αυτή που σημειώθηκε το ατύχημα, όλοι διαμένουν μόνιμα, ή κατοικούν, ή έχουν την έδρα τους, προκειμένου για νομικό πρόσωπο στην ίδια τρίτη πολιτεία και το ασφαλισμένο ζημιογόνο αυτοκίνητο έχει αριθμό κυκλοφορίας της ίδιας παραπάνω τρίτης πολιτείας (ΕφΑθ 1152/1985, ΕφΑθ 132/94, ΕφΑθ 1654/97, ΕφΑθ 8390/2004).

 

Διαφυγόντα εισοδήματα παθόντος από τροχαίο μετά την λήξη καταβολής προσωρινής αναπηρικής σύνταξης από το ΙΚΑ.

 

Η αξίωση του παθόντος για διαφυγόντα εισοδήματα συνεπεία ολικής ισόβιας ανικανότητας για εργασία, από παράνομη και υπαίτια πράξη τρίτου (τροχαίο) για το χρονικό διάστημα μετά την λήξη του χρόνου που καταβάλλεται η προσωρινή αναπηρική σύνταξη από το ΙΚΑ, είναι απορριπτέα ως πρόωρη, γιατί εμφανίζεται να αντιστοιχεί σε ζημία απλά ενδεχόμενη και όχι πιθανή, αφού το ύψος της εξαρτάται από την πλήρωση, ή όχι, της αίρεσης υπό την οποίαν τελεί η συνέχιση της παροχής και η αντίστοιχη αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ΙΚΑ σε μέρος της.

Με την οριστικοποίηση της παρεχόμενης στον παθόντα αναπηρικής σύνταξης από το ΙΚΑ καθίσταται το αίτημα ώριμο (ΑΠ 601/2010).

 

Κυκλοφορία οχήματος επί γηπέδου.

 

Η κυκλοφορία οχήματος επί γηπέδου προσιτού στο κοινό, ή σε κάποιο αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σε αυτό, εξομοιώνεται με κυκλοφορία σε οδό (1529/2007).

 

Απαλλακτικές ρήτρες ασφαλιστή από την ευθύνη, δέσμευση ασφαλισμένου.

 

Οι ρήτρες απαλλαγής του ασφαλιστή από την ευθύνη, όπως π.χ. όταν ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, ή μετέφερε επιβάτες περισσότερους από όσους η άδεια κυκλοφορίας επέτρεπε,  για να είναι δεσμευτικοί πρέπει να έχουν καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης.

Αν στην πρόταση, που απευθύνει ο αντισυμβαλλόμενος στον ασφαλιστή, περιέχονται απαλλακτικές ρήτρες ευθύνης του ασφαλιστή, για να καταστούν αυτές περιεχόμενο της καταρτιζομένης ασφαλιστικής σύμβασης απαιτείται και αρκεί αποδοχή τους από τον ασφαλιστή, χωρίς αποστολή νέας πρότασης με το ίδιο περιεχόμενο από τον τελευταίον στον αντισυμβαλλόμενο.

Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο από αυτόν, αλλά αρκεί να καταβάλει τα ασφάλιστρα και να παραλάβει το ασφαλιστήριο.

Οι περιεχόμενοι στο ασφαλιστήριο γενικοί και ειδικοί όροι, από τους οποίους οι ειδικοί επικρατούν των γενικών, δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενο και όταν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφ όσον σε αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο δικαστήριο.

Δεν δικαιολογείται άγνοια των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τα συμβαλλόμενα μέρη και δεν επιτρέπεται τροποποίησή τους μονομερώς από τον ασφαλιστή (ΑΠ 1063/2007).

 

Έναρξη ασφαλιστικής κάλυψης οχήματος για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη. Ασφάλιση κατά κινδύνου  κλοπής.  

 

Για να αρχίσει να ισχύει η ασφαλιστική κάλυψη, πρέπει να γίνει η καταβολή του ασφαλίστρου, είτε εφ' άπαξ, είτε, αν συμφωνηθεί σε τμηματικές καταβολές, η καταβολή της πρώτης δόσης.

Σε περίπτωση, που όρος του ασφαλίστρου εξαρτά την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης από την πληρωμή του ασφαλίστρου, η κάλυψη δεν αρχίζει αν δεν καταβληθεί ολόκληρο το ασφάλιστρο, ενώ η καθυστέρηση ληξιπροθέσμου τμηματικής καταβολής δίδει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει την σύμβαση.

Στην προαιρετική ασφάλιση κατά του κινδύνου της κλοπής η ασφαλιστική εταιρεία δικαιούται να αρνηθεί να καταβάλει το ασφάλισμα, εφ όσον το αυτοκίνητο εκλάπη πριν την καταβολή των ασφαλίστρων και στο ασφαλιστήριο υπήρχε όρος ότι η καταβολή των ασφαλίστρων γίνεται μόνον προκαταβολικά εφ' άπαξ και ότι προ της καταβολής των εν λόγω ασφαλίστρων δεν αρχίζει η κάλυψη των κινδύνων (ΑΠ 1173/2009).

 

Ανανέωση σύμβασης ασφάλισης αυτοκινήτου.

 

Η σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου ανανεώνεται αυτόματα με τους ίδιους όρους, αν δεν διατυπωθεί το αντίθετο με συστημένη επιστολή, που πρέπει να απευθυνθεί στο μέρος στο οποίο απευθύνεται πριν από 30 ημέρες.

Δικαίωμα άρνησης συνέχισης της σύμβασης έχει κάθε συμβαλλόμενο μέρος. Η έκδοση νέου ασφαλιστηρίου ή βεβαίωσης δεν τίθεται ως προϋπόθεση του κύρους της ανανέωσης, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά αποτελεί πρόσθετη υποχρέωση στο πλαίσιο της ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων (ΑΠ 1116/2010). 

 

Ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων. Γένεση αξίωσης ασφαλισμένου κατά ασφαλιστή. Διακοπή παραγραφής.

 

Στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης έναντι των τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση κατά του ασφαλιστή γεννιέται, όταν ο τρίτος, που υπέστη τη ζημία και έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει προς τον τελευταίο τη σχετική με την αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή.

Η εν λόγω αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή παραγράφεται με την παρέλευση τεσσάρων ετών, σε περίπτωση ασφαλίσεως ζημιών, αρχόμενων από το τέλος του έτους εντός του οποίου επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου, και όχι από του τέλους του έτους εντός του οποίου επήλθε η ζημία.

Λόγος διακοπής της παραγραφής είναι και η με οποιαδήποτε τρόπο αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο. Αρκεί για το αποτέλεσμα αυτό οποιαδήποτε ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία να προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει, ώστε να μην είναι αναγκαία η έγερση σχετικής αγωγής.

Η έχουσα τα παραπάνω στοιχεία συμπεριφορά πρέπει να επιδεικνύεται πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής έναντι του δανειστή και όχι έναντι τρίτου προσώπου (ΑΠ 232/2010).

 

Παρέκκλιση από την αίτηση ασφάλισης. Δικαίωμα εναντίωσης ασφαλισμένου. Ρήτρα αναγωγής κατά ασφαλισμένου.

 

Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ισχύει με τους όρους που έθεσε ο ασφαλιστής,  εφ όσον ο ασφαλισμένος δεν αντιλέξει μέσα σε 14 ημέρες από την παράδοση του ασφαλιστηρίου.

Η παραπάνω προθεσμία δεν αρχίζει αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά η με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και να του χορηγήσει σχετική δήλωση εναντίωσης.

Το δικαίωμα εναντίωσης αποσβένεται μετά πάροδο 10 μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου.

Αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφ όσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφ όσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης, γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου στοιχειοθετούμενη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης.

Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης.

Επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου-αντισυμβαλλόμενου, ότι ο ασφαλιστής δικαιούται να στραφεί κατά του αντισυμβαλλομένου και του ασφαλισμένου του και να αξιώσει από αυτούς να του καταβάλουν κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο.

Η έγκυρη συνομολόγηση τέτοιου όρου παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του αντισυμβαλλομένου-ασφαλισμένου, αξιώνοντας από αυτόν να του καταβάλει όσα πλήρωσε στον παθόντα τρίτο.

Το δικαίωμα αναγωγής ο ασφαλιστής δεν το στερείται και όταν κατέβαλε στο ζημιωθέντα αποζημίωση ύστερα από εξώδικο συμβιβασμό.

Ο ασφαλιστής, αξιώνοντας τα καταβληθέντα στον τρίτο ποσά, οφείλει για την πληρότητα  της αγωγής του να διαλάβει σε αυτή τις συνθήκες του ατυχήματος τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ευθύνη για το ατύχημα στο πρόσωπο του αντισυμβαλλόμενου ή ασφαλισμένου, τη ζημία του τρίτου και τα καταβληθέντα στον τρίτο χρηματικά ποσά. Πρέπει επίσης να αναφέρεται επαρκώς η συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης των άνω προσώπων σχετικά με συγκεκριμένο αυτοκίνητο, όπως και ότι ο σχετικός για απαλλαγή του ασφαλιστή όρος έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης κατά νόμιμο τρόπο.

 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών