ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Υιοθεσία ανηλίκου ουκρανικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το ουκρανικό δίκαιο.

Στο Ουκρανικό δίκαιο η υιοθεσία ρυθμίζεται από το 18ο κεφάλαιο (άρθρα 207-242) του Οικογενειακού Κώδικα της Ουκρανίας της 10.01.2002 (Νόμος 38/2002), που τέθηκε σε ισχύ από την 01.01.2004.

Η υιοθεσία τελείται δυνάμει δικαστικής απόφασης, κατόπιν αίτησης του υιοθετούντος (άρθρο 223 Οικ. Κ.) και πρέπει να εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου και να του εξασφαλίζει ένα σταθερό και αρμονικό οικογενειακό περιβάλλον (άρθρο 207 Οικ. Κ.).

Επιτρέπεται μόνο η υιοθεσία ανηλίκου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υιοθεσία ενηλίκου, ο οποίος στερείται μητέρας, πατέρα, ή επιμέλειας (άρθρο 208 Οικ. Κ.).

Το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν του και την οικογενειακή κατάσταση του υιοθετούντος, την έλλειψη φυσικών του τέκνων, καθώς και άλλες περιστάσεις, όπως τη συμβίωση, την οικογενειακή θαλπωρή, την υγεία (άρθρο 208 Οικ. Κ.).

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται η συναίνεση των φυσικών γονέων του τέκνου, η οποία δίδεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο μετά την παρέλευση δύο μηνών από τη γέννηση του τέκνου.

Προβλέπεται η καταχώριση των προς υιοθεσία τέκνων και των υιοθετούντων από αρμόδιες αρχές σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Η καταχώριση των αλλοδαπών, που επιθυμούν να υιοθετήσουν τέκνο ουκρανικής ιθαγένειας, γίνεται από το Κέντρο Υιοθεσίας του Υπουργείου Παιδείας της Ουκρανίας (άρθρο 214-215 Οικ. Κ.). Μια τέτοια υιοθεσία είναι δυνατή, εφ όσον το προς υιοθεσία τέκνο έχει παραμείνει, τουλάχιστον ένα έτος, καταγραμμένο στο αρχείο της Κρατικής Διεύθυνσης της Υιοθεσίας και δεν έχει υπάρξει ενδιαφέρον υιοθεσίας από ουκρανό υπήκοο. Τόσο για την υιοθεσία ουκρανού υπηκόου από αλλοδαπό, όσο και για την υιοθεσία ουκρανού υπηκόου, που διαμένει εκτός Ουκρανίας, απαιτείται επιπλέον η άδεια του Κέντρου Υιοθεσίας του Υπουργού Παιδείας της Ουκρανίας (Κρατική Διεύθυνση Υιοθεσίας  και προστασίας των δικαιωμάτων του ανηλίκου, άρθρα 282-283 Ο.Κ.). Οι διατάξεις αυτές θέτουν διαδικαστικές και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικείμενες και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου.  

 

Υιοθεσία ανηλίκου ελληνικής ιθαγένειας

 

Η  υιοθεσία ανηλίκου απαγγέλλεται, εφ όσον συντρέχουν οι όροι του νόμου και αφού διαπιστωθεί  από την σχετική έκθεση κοινωνικής έρευνας, που συντάσσεται κατ' άρθρον 1557 ΑΚ, ότι λόγω της προσωπικότητας, της υγείας και της οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης εκείνου που υιοθετεί και του υιοθετουμένου, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητάς τους για προσαρμογή η υιοθεσία συμφέρει τον υιοθετούμενο.

Ως συμφέρον του υιοθετουμένου νοείται τόσο το περιουσιακό, όσο και αυτό που συναρτάται με την προσωπική του κατάσταση, δηλαδή το πνευματικό, ηθικό, κοινωνικό συμφέρον, το οποίο και προέχει έναντι του πρώτου.

Το συμφέρον του υιοθετούμενου δεν αρκεί να εξυπηρετείται μόνο κατά το χρόνο τέλεσης της υιοθεσίας, αλλά και μελλοντικά.

Με την υιοθεσία πρέπει να δημιουργούνται ευνοϊκότεροι όροι από τους πριν από αυτή υπάρχοντες για τη βιολογική και ψυχοπνευματική ανάπτυξη του υιοθετούμενου.

Οι υιοθετούντες πρέπει να έχουν αρμονική συζυγική ζωή με κίνητρα ανιδιοτελή και να κατέχονται από επιθυμία να αποκτήσουν δικό τους παιδί. Πρέπει να είναι άτομα συγκροτημένα, που λειτουργούν με υπευθυνότητα, έτοιμα να αναλάβουν τη φροντίδα ενός παιδιού συνειδητά. Πρέπει να είναι ευαισθητοποιημένοι, δοτικοί, να κατανοούν τις ανάγκες του ανηλίκου, ικανοί να χειρισθούν δυσκολίες και να μπορούν να προσφέρουν στον ανήλικο την ασφάλεια του οικογενειακού περιβάλλοντος και να μην έχουν ποινικό μητρώο.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1544 ΑΚ, προϋπόθεση της υιοθεσίας αποτελεί η διαφορά ηλικίας μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου, η οποία προσδιορίζεται μεταξύ ενός ελαχίστου ορίου 18 ετών και ενός μεγίστου 50 ετών.

Ωστόσο η άτεγκτη προσκόλληση στο ανώτατο αυτό όριο αποκρούεται σήμερα, γιατί ο σκοπός εξασφάλισης της διαβίωσης και ανάπτυξης του θετού τέκνου με νέους σε ηλικία γονείς καλύπτεται πρωτίστως και εξίσου αποτελεσματικά από τη ρύθμιση του άρθρου 1543 ΑΚ, που θέτει ανώτατο, απόλυτο όριο ηλικίας του υιοθετούντος το 60  έτος, ώστε να μη χρειάζεται και ένας επιπλέον φραγμός, το δε συμφέρον του υιοθετούμενου δεν εξαντλείται μόνο στην ανατροφή του τέκνου με νέους σε ηλικία γονείς, αλλά περιλαμβάνει και τις μελλοντικές ωφέλειες που αυτό θα αποκομίσει από την ίδρυση της συγγένειας με τον υιοθετούντα, άλλωστε σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 1542 εδ. β` ΑΚ, η σχετική διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της προστασίας του συμφέροντος του τέκνου.

Ως εκ τούτου, όταν το συμφέρον του ανηλίκου επιτάσσει επιμήκυνση του ανώτατου ορίου διαφοράς ηλικίας, αυτό πρέπει να επιμηκύνεται κατά την ίδια ποσοστιαία αναλογία που μειώνεται το ελάχιστο όριο διαφοράς ηλικίας.

Υπό το πνεύμα αυτό το ανώτατο όριο διαφοράς ηλικίας της διάταξης του άρθρου 1544 εδ. α` ΑΚ έχει σχετική και επιβοηθητική σημασία και δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αυστηρή προϋπόθεση της υιοθεσίας, ούτε να θεωρηθεί ότι καθιερώνει απαράβατο τυπικό κώλυμα υιοθεσίας, ιδίως δε όταν η τελευταία γίνεται με τήρηση του ανωτάτου ορίου ηλικίας των εξήντα ετών του υιοθετούντος, που επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 1543 ΑΚ και συντρέχει σπουδαίος λόγος για να πραγματοποιηθεί, που βέβαια δεν είναι άλλος από την όσο γίνεται πιο άρτια εξυπηρέτηση του συμφέροντος του υιοθετουμένου (ΕφΑΘ 489/2001, ΕφΘεσ 2020/1999).

Η διενέργεια κοινωνικής έρευνας με αντικείμενο τη διακρίβωση της συνδρομής της προϋπόθεσης της εξυπηρέτησης με την υιοθεσία του συμφέροντος του θετού τέκνου είναι αναγκαία.

Το δικαστήριο δέχεται την έκθεση κοινωνικής έρευνας, δεν αποκλείεται όμως διαφοροποίηση από το πόρισμά της, αλλά στην περίπτωση αυτή η απόφαση πρέπει να αιτιολογεί ειδικά το λόγο που διαφοροποιείται.

Η συναίνεση των φυσικών γονέων δεν επιτρέπεται να δοθεί προτού συμπληρωθούν τρεις μήνες από την γέννηση του τέκνου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1549, 1550, 1551, 1552 ΑΚ και 800 ΚΠολΔ για την υιοθεσία ανηλίκου απαιτείται να συναινέσουν αυτοπρόσωπα ενώπιον του δικαστηρίου οι φυσικοί γονείς του, ή ο ένας τους μόνον, αν ο άλλος έχει εκπέσει από τη γονική μέριμνα κατά το άρθρο 1537 ΑΚ, ή η συναίνεσή του είναι αδύνατη, γιατί έχει τεθεί σε στερητική δικαστική συμπαράσταση.

Η συναίνεση των φυσικών γονέων αναπληρώνεται από το δικαστήριο, μόνο εάν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1552 ΑΚ.

Η συναίνεση των φυσικών γονέων μπορεί να αναπληρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου, αν οι γονείς είναι αγνώστου διαμονής. Άγνωστης διαμονής είναι εκείνος του οποίου αγνοείται ο τόπος, ή η διεύθυνση της διαμονής του, η εξακρίβωση των οποίων δεν είναι δυνατή με τα συνήθη μέσα επιμέλειας. Η άγνοια αυτή πρέπει, όμως, να είναι αντικειμενική, δηλαδή ευρύτερου κύκλου προσώπων, με την έννοια της αδυναμίας διακρίβωσης παρά την επιμελή αναζήτηση πληροφοριών του τόπου ή της διεύθυνσης διαμονής του προσώπου που αφορούν. Σε κάθε περίπτωση, για να αναπληρωθεί η συναίνεση τους, πρέπει να έχουν εξαντληθεί όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης αυτών.

Η συναίνεση των φυσικών γονέων μπορεί να αναπληρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου, εάν το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση και έχει αφαιρεθεί από τους γονείς η άσκηση της γονικής μέριμνας, η της επιμέλειας αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1532 και 1533 ΑΚ και αυτοί αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν (ΠΠρΑΘ 2021/2000, ΠΠρΑΘ 761/2006).

Η καταχρηστικότητα κρίνεται με βάση το σύνολο των ειδικών συνθηκών με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού, αλλά και με συνεκτίμηση του συμφέροντος των φυσικών γονέων, που μπορεί να αρνούνται δικαιολογημένα να συναινέσουν στην υιοθεσία του τέκνου τους.

Η στείρα άρνηση του φυσικού γονέα όμως, δίχως να προβάλλονται βάσιμοι λόγοι για την άρνηση του, ή δίχως να παρέχει τα εχέγγυα ότι είναι ικανός να αναθρέψει το παιδί του, τουλάχιστον υπό καλές συνθήκες διαβίωσης, αρκούμενος στο γεγονός ότι κάπου - κάπου το επισκέπτεται, πρέπει να οδηγεί αναμφίβολα την κατάφαση της καταχρηστικότητας.

Το δικαστήριο για να αποφασίσει, ακούει και τους πλησιέστερους συγγενείς, αν η ακρόασή τους είναι εφικτή (ΑΚ 1553).

Ο έγγαμος δεν μπορεί να υιοθετήσει χωρίς την συναίνεση του συζύγου του, που παρέχεται αυτοπροσώπως με δήλωση στο δικαστήριο κατά τις διακρίσεις του άρθρου 1546 ΑΚ.

Επιτρέπεται η υιοθεσία από το ίδιο πρόσωπο περισσοτέρων ανηλίκων με την ίδια πράξη, ή διαδοχικά.   

Αν ο υιοθετών έχει τέκνα, το δικαστήριο ανάλογα με την ωριμότητά τους οφείλει να ακούσει και την γνώμη τους.

Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο ανάλογα με την ωριμότητα του ανηλίκου οφείλει να ακούσει και την δική του γνώμη. Όταν ο ανήλικος έχει συμπληρώσει το 12 έτος της ηλικίας του συναινεί αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου, εκτός αν βρίσκεται σε κατάσταση ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που περιορίζει αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.     

 

Με την υιοθεσία διακόπτεται κάθε δεσμός του ανήλικου με τη φυσική του οικογένεια (άρθρο 1561 ΑΚ) με εξαίρεση τις ρυθμίσεις περί κωλυμάτων γάμου των άρθρων 1356 και 1357 και ο ανήλικος εντάσσεται πλήρως στην οικογένεια του θετού γονέα του.

Το θετό τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα του, στο οποίο κατόπιν έχει το δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του. Η απόκτηση του επωνύμου του θετού γονέα επέρχεται αυτοδικαίως, στον δε υιοθετούμενο παρέχεται εκ του νόμου (άρθρο 1586 εδ. α΄ ΑΚ) το δικαίωμα να προσθέσει στο επώνυμο αυτό το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του. Τυχόν αίτημα διατήρησης του παλαιού επωνύμου είναι μη νόμιμο.

Η υιοθεσία συντελείται με την τελεσιδικία της απόφασης, που την απαγγέλει. Οταν προσβάλλεται με έφεση, η υιοθεσία δεν έχει τελεσθεί, δηλαδή δεν υφίσταται η έννομη σχέση της.

 

Η απόφαση υιοθεσίας προσβάλλεται μόνο για μη συνδρομή των όρων του νόμου προς τέλεση της υιοθεσίας, δηλαδή για την ίδρυση της γονικής σχέσης.

Προσβολή της υιοθεσίας, παρά την διάταξη του άρθρου 1569 ΑΚ, υπάρχει μόνο κατά ακριβή του όρου έννοια στην περίπτωση προσβολής της απόφασης που είναι τελεσίδικη με άλλα ένδικα μέσα, ή τριτανακοπή.

 

Η υιοθεσία δεν ανατρέπεται με αγωγή. Η υιοθεσία λύνεται.

Με την διάταξη του άρθρου 1573 ΑΚ εισάγεται ο θεσμός της συναινετικής λύσης της υιοθεσίας.

Για τη συναινετική λύση της υιοθεσίας  απαιτείται η συνδρομή ουσιαστικών και δικονομικών προϋποθέσεων.

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις είναι, η ενηλικίωση του θετού τέκνου, η συμφωνία θετού γονέα και ενηλίκου θετού τέκνου για τη λύση της υιοθεσίας,  διάρκεια της υιοθεσίας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους.

Οι δικονομικές προϋποθέσεις είναι, υποβολή κοινής αίτησης θετού γονέα και θετού τέκνου στο αρμόδιο δικαστήριο και η αυτοπρόσωπη δήλωση της συμφωνίας θετού γονέα και θετού τέκνου για τη λύση της υιοθεσίας στο αρμόδιο δικαστήριο.

Η υιοθεσία λύνεται με δικαστική απόφαση (άρθρο 1571 ΑΚ) αν ο θετός γονέας εκπέσει από την γονική μέριμνα, ή του αφαιρεθεί η άσκησή της, ή αν συντρέχει λόγος αποκλήρωσης του θετού τέκνου λόγω επιβουλής της ζωής του θετού γονέα, του συζύγου, ή άλλου κατιόντος του θετού γονέα, πρόκλησης με πρόθεση σωματικών κακώσεων στον θετό γονέα, ή στον σύζυγό του και αν έγινε από πρόθεση σε βάρος του θετού γονέα ή του του συζύγου του ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος και εφ όσον οι συνέπειες της αποκλήρωσης δεν είναι επαρκείς λόγω της βαρύτητας της περίπτωσης.      

Στην περίπτωση αυτή η αγωγή εγείρεται από τον θετό γονέα, ή το τέκνο που συμπλήρωσε το 12 έτος της ηλικίας του και αν δεν το συμπλήρωσε από τον ειδικό επίτροπο, ή τον εισαγγελέα, ή αυτεπαγγέλτως.

Αν ο θετός γονέας και το τέκνο τέλεσαν κατά παράβαση του νόμου γάμο, η υιοθεσία λύεται αυτοδικαίως και αίρεται αναδρομικά η γονική σχέση (άρθρο 1576 ΑΚ). Αν ο γάμος ακυρωθεί διατηρούνται μόνο από την σχέση υιοθεσίας τα περιουσιακά δικαιώματα του θετού τέκνου.   

Αρμόδιο καθ΄ ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης λύσης της υιοθεσίας, η οποία εκδικάζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 1573 ΑΚ κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι κατά την διάταξη του άρθρου 740 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το πολυμελές πρωτοδικείο (Β. Βαθρακοκοίλη, το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, Β΄ έκδοση 2000, υπό αρθρ. 1573, αριθ. 11, σελ. 1159).

Με την αμετάκλητη λύση της υιοθεσίας η υιοθεσία αίρεται για το μέλλον και παύει η σχέση συγγένειας του θετού τέκνου και των κατιόντων του με τον θετό γονέα και τους έωε τότε συγγενεςίς του. Αναβιώνουν οι δεσμοί του τέκνου με την φυσική οικογένεια. Αν το θετό τέκνο είναι ανήλικο το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας σε τρίτον, εφ όσον το επιβάλλει το συμφέρον του.      

 

Υιοθεσία ανηλίκου γεωργιανής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το γεωργιανό δίκαιο

Σύμφωνα με τον περί γεωργιανής ιθαγένειας νόμο τέκνο γεννημένο εκτός επικράτειας της Γεωργίας από μητέρα γεωργιανής ιθαγένειας αποκτά την γεωργιανή ιθαγένεια, εφ όσον ο άλλος γονέας είναι ανιθαγενής ή αγνώστου ιθαγενείας.

Ο αστικός κώδικας της Γεωργίας επιτρέπει την υιοθεσία ανηλίκων προσώπων μόνο αν είναι προς το συμφέρον τους και μόνο αν δημιουργούνται με την υιοθεσία μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου σχέσεις γονέων και τέκνων.

Τέκνο προς υιοθεσία θεωρείται εκείνο

Οι γονείς του οποίου έχουν κηρυχθεί δυνάμει δικαστικής απόφασης άφαντοι ή νεκροί.

Οι γονείς του οποίου έχουν αποβιώσει.

Το οποίο έχει κηρυχθεί εγκαταλελειμμένο.

Οι γονείς του οποίου συναινούν και είναι εγγεγραμμένο στο ενιαίο μητρώο των προς υιοθεσία τέκνων και των υποψήφιων θετών γονέων. Η υποχρέωση εγγραφής στο ενιαίο μητρώο της Γεωργίας δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την υιοθεσία, αλλά διαδικαστικής φύσεως θέμα και δεν εφαρμόζεται στην Ελλάδα.

Από γονείς των οποίων έχει αφαιρεθεί η γονική μέριμνα.

Σύμφωνα με το γεωργιανό δίκαιο

Η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση κατόπιν αίτησης του υιοθετούντος, ενώ η αρμόδια για τις υιοθεσίες κεντρική αρχή υποβάλλει σχετική έκθεση.

Δύο πρόσωπα δεν μπορούν να υιοθετήσουν από κοινού τέκνο, αν δεν είναι σύζυγοι. Ο ένας από τους συζύγους μπορεί να υιοθετήσει το εκτός γάμου τέκνο του ή το τέκνο του άλλου συζύγου. Σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου από τον ένα μόνο σύζυγο απαιτείται η συγκατάθεση του άλλου συζύγου, εκτός αν αυτός είναι ανίκανος προς δικαιοπραξία ή έχουν διακοπεί οι μεταξύ τους σχέσεις για διάστημα μεγαλύτερο του έτους ή είναι άγνωστος ο τόπος διαμονής του. Όταν ο υιοθετούμενος είναι έγγαμος απαιτείται η συγκατάθεση του συζύγου.

Η διαφορά μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου πρέπει να είναι τουλάχιστον δεκαέξι έτη, αυτή όμως μπορεί να μειωθεί από το Δικαστήριο για σοβαρούς λόγους. Η ως άνω διαφορά δεν απαιτείται σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου του συζύγου.

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαραίτητη είναι η συγκατάθεση των γονέων, η οποία δίδεται εγγράφως στην αρμόδια για τις υιοθεσίες κεντρική αρχή. Η διάταξη αυτή αντίκειται στο ελληνικό δίκαιο και δεν εφαρμόζεται, καθ όσον κατά το ελληνικό δίκαιο απαιτείται η συναίνεση να δίδεται αυτοπροσώπως προκειμένου να υπάρξει βεβαιότητα ότι η υιοθεσία τελείται με τη θέληση των φυσικών γονέων, γεγονός που δεν διασφαλίζεται με την παροχή συγκατάθεσης δι εγγράφου.

Η συγκατάθεση των γονέων δίδεται, είτε προς συγκεκριμένο πρόσωπο, είτε αορίστως. Στη δεύτερη περίπτωση η επιλογή του υιοθετούντος γίνεται από τους φορείς της επιμέλειας ή της επιτροπείας.

Σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου γεννημένου εκτός γάμου απαιτείται μόνο η συγκατάθεση της μητέρας, η υιοθεσία όμως δεν μπορεί να τελεσθεί, αν εκκρεμεί αίτηση αναγνώρισης πατρότητας ή αίτηση υιοθεσίας από τον πατέρα του τέκνου.

Για την υιοθεσία προσώπου που τελεί υπό επιμέλεια ή επιτροπεία είναι απαραίτητη,  εφ όσον δεν υπάρχουν γονείς, η έγγραφη συγκατάθεση του επιτρόπου του, ενώ για υιοθεσία προσώπου που βρίσκεται σε ίδρυμα απαιτείται η συγκατάθεση της διοικήσεως του ιδρύματος.

Η συγκατάθεση των γονέων δεν είναι απαραίτητη, όταν αυτοί είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία, ή έχουν κηρυχθεί σε αφάνεια, ή τους έχει αφαιρεθεί η γονική μέριμνα και έχει παρέλθει ένα έτος από τη σχετική απόφαση.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου.  

 

Υιοθεσία ανηλίκου γερμανικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το γερμανικό δίκαιο.

Σύμφωνα με το άρθρο 1741 παρ.2 εδ. β του γερμανικού ΑΚ ένα έγγαμο ζευγάρι μπορεί να προβεί σε μόνο από κοινού, ενώ στη περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1743 εδ. β, ο ένας σύζυγος πρέπει να έχει συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του και ο άλλος το 21ο έτος. Το τέκνο που θα υιοθετήσουν αποκτά τη νομική θέση κοινού τέκνου των συζύγων (άρθρο 1754 παρ.1). Για την συντέλεσή της συναινούν στο δικαστήριο οι γονείς του τέκνου (άρθρο 1747 παρ.1 εδ. α) το πρώτον όταν το παιδί είναι ηλικίας τουλάχιστον 8 εβδομάδων (άρθρο 1747 παρ. 2), το ίδιο το τέκνο, και εάν είναι ανίκανο για δικαιοπραξία ή κάτω των 14 ετών ο νόμιμος εκπρόσωπος του (άρθρο 1746 παρ.1 εδ. α, β), καθώς και ο σύζυγος όταν υιοθετείται τέκνο μόνο από τον άλλο σύζυγο, η δε συναίνεση δίνεται με αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου (άρθρο 1750 παρ.1 εδ. α, β, 3), σύμφωνα δε με το άρθρο 1744 η υιοθεσία θα πρέπει να απαγγέλλεται το πρώτον όταν ο υιοθετών έχει ένα τέκνο στη μέριμνα του για ένα εύλογο χρονικό διάστημα και θα πρέπει να εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου (ΠολΠρΘεσ 18014/2009).

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου.  

 

Υιοθεσία ανηλίκου γαλλικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το γαλλικό δίκαιο.

Κατά το γαλλικό δίκαιο προβλέπονται δύο είδη υιοθεσίας, η απλή και η πλήρης.

Στην πλήρη υιοθεσία, μεταξύ του υιοθετούμενου και του υιοθετούντος δημιουργείται πλήρης γονεϊκή σχέση, όμοια με εκείνη, που υφίσταται μεταξύ ενός τέκνου και των εξ αίματος γονέων του, η οποία υποκαθιστά τη σχέση του υιοθετούμενου με τους φυσικούς του γονείς.

Στην απλή υιοθεσία ο υιοθετούμενος παραμένει στους κόλπους της φυσικής του οικογένειας, διατηρώντας όλα τα κληρονομικά του δικαιώματα, ενώ από την άλλη πλευρά ο ίδιος και οι κατιόντες του αποκτούν δικαίωμα να κληρονομήσουν τόσο τους θετούς γονείς του, όσο και τους ανιόντες τους, χωρίς, ωστόσο, να έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας επί της κληρονομίας των τελευταίων.

Οι διατάξεις περί απλής υιοθεσίας, ως αντικείμενες και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Η υιοθεσία μπορεί να τελεστεί από δύο μη διαζευγμένους συζύγους, που είναι παντρεμένοι για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών, ή έχουν συμπληρώσει το 28ο έτος της ηλικίας τους.

Οι υιοθετούντες πρέπει να είναι 15 χρόνια μεγαλύτεροι από το τέκνο, που επιθυμούν να υιοθετήσουν.

Επιτρέπεται μόνον η υιοθεσία παιδιών, που δεν έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους.

Κανείς δεν μπορεί να υιοθετηθεί από διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν πρόκειται για συζύγους.

Μπορούν να υιοθετηθούν παιδιά των οποίων η μητέρα και ο πατέρας ή το οικογενειακό συμβούλιο έχουν εγκύρως συναινέσει και παιδιά εγκαταλελειμμένα.

Όταν την κηδεμονία του παιδιού έχουν ο πατέρας και η μητέρα πρέπει και οι δύο αυτοί να συναινέσουν στην υιοθεσία. Εάν ο ένας από αυτούς έχει πεθάνει ή αδυνατεί να εκφράσει τη συναίνεσή του ή έχει χάσει την κηδεμονία, αρκεί η συναίνεση του ενός γονέα. Αν ο πατέρας και η μητέρα του παιδιού έχουν πεθάνει ή είναι ανίκανοι να εκφράσουν την πρόθεσή τους ή έχουν στερηθεί την κηδεμονία, η συναίνεση μπορεί να δοθεί από το οικογενειακό συμβούλιο, μετά από τη συμβουλή του προσώπου, που πραγματικά φροντίζει το παιδί.Το ίδιο δε μπορεί να γίνει και εάν η κηδεμονία του παιδιού δεν έχει θεμελιωθεί.

Η συγκατάθεση στην υιοθεσία μπορεί να δοθεί, μεταξύ άλλων, και ενώπιον του ορισθέντος μέλους του Δικαστηρίου της κατοικίας ή διαμονής του προσώπου, που συναινεί. Η συναίνεση μπορεί επίσης να δοθεί και από την ειδική υπηρεσία για το Παιδί, εάν το παιδί το έχουν εμπιστευτεί σε αυτή.

Υιοθεσία που διατάχθηκε νομότυπα στην αλλοδαπή παράγει στη Γαλλία τα αποτελέσματα της πλήρους υιοθεσίας, κατά την οποία διαρρηγνύονται πλήρως οι δεσμοί με την προϋπάρχουσα φυσική οικογένεια. Σε αντίθετη περίπτωση, παράγονται τα αποτελέσματα της απλής υιοθεσίας, η οποία μπορεί να μετατραπεί σε πλήρη, όταν έχουν δοθεί ρητά οι απαιτούμενες συναινέσεις.

Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την υιοθεσία, εάν θεωρεί καταχρηστική την άρνηση συναίνεσης των γονέων, όταν δεν δείχνουν πλέον ενδιαφέρον για το παιδί, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία και την ηθική του. Το ίδιο δε μπορεί να συμβεί και σε περίπτωση καταχρηστικής άρνησης συναίνεσης του οικογενειακού συμβουλίου.

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται όπως το υιοθετούμενο έχει παραμείνει για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών στην οικία των υιοθετούντων. Ο όρος αυτός θέτει διαδικαστική και όχι ουσιαστική  προϋπόθεση τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικείμενος και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου.  

 

Υιοθεσία ανηλίκου βουλγαρικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το βουλγαρικό δίκαιο.

Η υιοθεσία κατά το βουλγαρικό δίκαιο ρυθμίζεται από τον Βουλγαρικό  Κώδικα περί Οικογενείας της 18ης Μαΐου 1985, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο της 3ης Φεβρουαρίου 1992 και τον νόμο της 13ης Ιουνίου/10ης Ιουλίου 2003.

Ο Κώδικας αυτός προβλέπει δύο είδη υιοθεσίας, την απλή και, εξαιρετικά, την πλήρη, στην περίπτωση που ο υιοθετούμενος είναι τέκνο αγνώστων γονέων, ή έχει δοθεί από αυτούς σε ίδρυμα για υιοθεσία, ή έχει εγκαταλειφθεί από αυτούς σε ίδρυμα για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους.

Η πλήρης υιοθεσία δημιουργεί μεταξύ του υιοθετούμενου και των κατιόντων του, αφ ενός, και του υιοθετούντος και των συγγενών του, αφ ετέρου, καθεστώς όμοιο με εκείνο που υφίσταται μεταξύ ενός τέκνου και των εξ αίματος συγγενών του (άρθρο 61 του κώδικα).

Η απλή υιοθεσία δημιουργεί σχέσεις συγγένειας μόνο μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετούμενου και των κατιόντων του τελευταίου (άρθρο 62 του κώδικα). Η διάταξη αυτή προσκρούει ευθέως στην ελληνική δημόσια τάξη και δεν ισχύει.

Επιτρέπεται μόνο η υιοθεσία ανηλίκων, δηλαδή προσώπων που δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 49 του κώδικα).

Μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου τέκνου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 15 ετών (άρθρο 51 του κώδικα).

Η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση και επιτρέπεται μόνο, αν είναι προς το συμφέρον του υιοθετούμενου (άρθρο 59 του κώδικα).

Για το κύρος της υιοθεσίας απαιτείται η συγκατάθεση των γονέων του υιοθετούμενου, καθώς και του ιδίου, αν έχει συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του, η οποία δίδεται με αυτοπρόσωπη παράσταση των γονέων στο δικαστήριο, ή εγγράφως ενώπιον συμβολαιογράφου που βεβαιώνει την υπογραφή του εγγράφου (άρθρο 56 του κώδικα).

Η συγκατάθεση της μητέρας δεν μπορεί να δοθεί πριν από την πάροδο σαράντα ημερών από τη γέννηση του τέκνου (άρθρο 54 του κώδικα).

Η συγκατάθεση των γονέων δεν είναι αναγκαία, αν είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία, ή αγνώστου διαμονής (άρθρο 54 του κώδικα).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 136 του κώδικα περί Οικογενείας για την υιοθεσία βούλγαρου υπηκόου από αλλοδαπό, αφ ενός μεν απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου κρατικού οργάνου και αφ ετέρου επιβάλλεται η τέλεση της υιοθεσίας να γίνει από βουλγαρικό δικαστήριο. Η διάταξη αυτή θέτει διαδικαστικές και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικειμένη και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά ισχύουν  οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου.  

 

Υιοθεσία ανηλίκου αλλοδαπής ιθαγένειας.

 

Στην περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη, ή στη δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΕΑ 2324/2005 ΕφΘεσσ 1438/2005, ΕΑ 489/2001, ΠΠρΑθ 954/2005).

Το δικαστήριο δηλαδή, ως έχον την απαιτούμενη διεθνή δικαιοδοσία, θα κρίνει εάν οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου που τυγχάνουν εφαρμογής ως προς τον αλλοδαπό υιοθετούμενο, παραβιάζουν ή όχι την ημεδαπή δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, και αν, κατ' επέκταση, θα εφαρμοσθούν ή όχι από αυτό, δεδομένου ότι η επιφύλαξη της δημόσιας τάξης που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ προκριματίζει την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης, και επομένως, όταν εφαρμοστέο δίκαιο είναι αλλοδαπό δίκαιο, ο δικαστής προκαταρκτικώς οφείλει να κρίνει αν αυτή προσαρμόζεται στην ημεδαπή δημόσια τάξη και συμβιβάζεται με αυτήν (βλ. ΟλΑΠ 6/1990, ΠΠρΘεσ 25358/2007).

Ο όρος δημόσια τάξη περιλαμβάνει και την έννοια των χρηστών ηθών, τα οποία είναι γενικές θεμελιώδεις αντιλήψεις περί ηθικής που επικρατούν σε ορισμένο τόπο και καθορισμένο χρόνο. Πρέπει να σημειωθεί ότι οσάκις το ημεδαπό δίκαιο περιέχει όμοια διάταξη με αυτήν του αλλοδαπού δικαίου, ή δεν αντίκειται στη δημόσια τάξη, δεν αποκλείει την πρόσκρουση της εφαρμογής της διάταξης εκείνης στην ημεδαπή δημόσια τάξη.

Εφ όσον, λοιπόν, διαπιστωθεί ότι η εφαρμογή της αλλοδαπής διάταξης προσκρούει στη συγκεκριμένη περίπτωση στην Ελληνική δημόσια τάξη, η αλλοδαπή διάταξη δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΑΚ για την υιοθεσία.

 

Υιοθεσία ανηλίκου αλβανικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το αλβανικό δίκαιο.

Κατά το αλβανικό δίκαιο

Είναι δυνατή μόνον η υιοθεσία ανηλίκου, δηλαδή τέκνου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του και μόνον αν αυτή εξυπηρετεί τα ύψιστα συμφέροντά του και αν εξασφαλίζει τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.

Μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον δεκαοκτώ.

Το τέκνο δεν μπορεί να υιοθετηθεί από περισσότερα πρόσωπα, εκτός αν αυτά είναι σύζυγοι.

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται η συναίνεση των γονέων του ανηλίκου. Αν ο ένας από τους γονείς έχει πεθάνει, ή δεν είναι σε θέση να εκφράσει τη συναίνεσή του, ή του έχει αφαιρεθεί η γονική μέριμνα, αρκεί η συναίνεση του άλλου γονέα. Αν έχουν πεθάνει αμφότεροι οι γονείς του τέκνου, ή τους έχει αφαιρεθεί η δικαιοπρακτική ικανότητα, ή είναι άγνωστοι, αποφασίζει το δικαστήριο για την τέλεση της υιοθεσίας.

Αν ο υιοθετών είναι έγγαμος, απαιτείται και η συναίνεση του συζύγου του.

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται, επιπλέον, η γνώμη του υιοθετουμένου, εφόσον έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του, ή η συναίνεσή του, εφόσον αυτός έχει συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας του.

Η συναίνεση για την υιοθεσία δίδεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Αν κάποιο από τα πρόσωπα που πρέπει να συναινέσουν έχει κατοικία ή συνήθη διαμονή στην αλλοδαπή, η συναίνεση μπορεί να δοθεί ενώπιον προξενικών ή διπλωματικών αρχών.

Οι γονείς του ανηλίκου μπορούν να ανακαλέσουν τη συναίνεσή τους εντός τριών μηνών από την ημερομηνία χορηγήσεώς της. Το διάστημα αυτό αποτελεί δοκιμαστική περίοδο για τις σχέσεις υιοθετούντος και υιοθετουμένου, με στόχο να αναπτυχθεί μεταξύ τους σχέση γονέα και τέκνου.

Οι γονείς του ανηλίκου μπορούν να ανακαλέσουν τη συναίνεση τους και μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας, έως την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου.

Το δικαστήριο οφείλει να βεβαιωθεί, προτού εκδώσει την απόφασή του, ότι έχει τηρηθεί η τρίμηνη προθεσμία, ότι έχει καταβληθεί κάθε προσπάθεια το τέκνο να παραμείνει με τους βιολογικούς του γονείς και ότι η συμβίωση μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου υπήρξε ομαλή.

Αν το πρόσωπο το οποίο έχει αναλάβει το τέκνο κατά τη διάρκεια της τρίμηνης δοκιμαστικής περιόδου, αρνείται την επιστροφή του στους φυσικούς γονείς του, το δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως των γονέων, μπορεί να διατάξει την επιστροφή του, εφόσον έτσι εξυπηρετείται το συμφέρον του παιδιού.

Το προς υιοθεσία τέκνο πρέπει να είναι εγγεγραμμένο σε κατάλογο που τηρεί η Επιτροπή Υιοθεσιών της Αλβανίας. Ο όρος αυτός θέτει διαδικαστική και όχι ουσιαστική  προϋπόθεση τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικείμενος και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Περαιτέρω κατά το αλβανικό δίκαιο η υιοθεσία στην αλλοδαπή δεν είναι δυνατή αν.

Η υιοθεσία δεν αναγνωρίζεται στο κράτος όπου κατοικεί ο υιοθετών.

Η υιοθεσία αποδεικνύεται ότι δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετουμένου.

Ο υιοθετούμενος δεν απολαμβάνει στη χώρα του υιοθετούντος τα ίδια δικαιώματα όπως στην Αλβανία.

Η υιοθεσία στην αλλοδαπή είναι δυνατή, εφ όσον ο υιοθετούμενος παρέμεινε εγγεγραμμένος για ένα εξάμηνο στον κατάλογο της Επιτροπής Υιοθεσιών και σ' αυτό το διάστημα εξαντλήθηκε κάθε πιθανότητα υιοθεσίας του στο εσωτερικό.

Οι όροι αυτοί θέτουν διαδικαστικές και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικείμενες και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζονται.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου. 

 

 

Το συμφέρον του τέκνου στην επικοινωνία με τον γονέα του.

 

Από τις διατάξεις του άρθρου 1520 παρ. 1-3 ΑΚ προκύπτει ότι ο γονέας, με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και ότι τα σχετικά με την επικοινωνία αυτή κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο.

Η επικοινωνία γονέα και τέκνου ρυθμίζεται από το δικαστήριο με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου, γιατί η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του άρθρου 1520 ΑΚ ρυθμίζεται και γίνεται μέσα στο γενικό πλαίσιο των διατάξεων, με τις οποίες προβλέπεται η άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων, να μεριμνούν για το ανήλικο τέκνο τους, ώστε να εξυπηρετείται, πρώτιστα, το συμφέρον του τέκνου.

Ο όρος «συμφέρον του τέκνου» αποτελεί αόριστη νομική έννοια και γενική ρήτρα, η οποία εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε υπόθεσης.

Για να κριθεί από το δικαστήριο, ποιο είναι το συμφέρον του τέκνου, θα εκτιμηθούν τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνονται, με βάση αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε σχέση με το πρόσωπο του τέκνου.

Θα ληφθούν ακόμη υπ όψιν και τα πορίσματα της επιστήμης, της ψυχολογίας και της παιδοψυχιατρικής, αν χρειασθεί.

Η σχετική με το συμφέρον του τέκνου κρίση του δικαστηρίου πρέπει να αιτιολογείται στην απόφαση του δικαστηρίου ειδικά και εμπεριστατωμένα. Η κρίση αυτή ελέγχεται αναιρετικά ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια του «συμφέροντος του τέκνου» ( ΑΠ 1516/2005, ΑΠ 952/2007). 

 

Προδικασία στις διαφορές ανάθεσης γονικής μέριμνας ανηλίκου τέκνου, επιμέλειας, ρύθμισης επικοινωνίας.

 

Στις διαφορές περί ανάθεσης της γονικής μέριμνας, ή της επιμέλειας ανηλίκου τέκνου, ή περί ρύθμισης της επικοινωνίας αυτού με τους γονείς του και τους λοιπούς ανιόντες, υπάρχει στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας.

Το στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας περιλαμβάνει την έρευνα από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, σχετικής αναλυτικής έκθεσης.

Επειδή για την τήρηση της υποχρεωτικής προδικασίας απαιτείται η ίδρυση των κατά πρωτοδικείο κοινωνικών υπηρεσιών, που θα λειτουργούν ως αυτοτελείς αποκεντρωμένες υπηρεσίες και μέχρι σήμερα (18-11-2010) δεν έχουν εκδοθεί τα σχετικά προεδρικά διατάγματα,  η τήρηση της υποχρεωτικής προδικασίας ατονεί και δεν δημιουργείται απαράδεκτο.

Το μονομελές, ή πολυμελές δικαστήριο, είναι υποχρεωμένο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση, να προσπαθήσει με την ποινή του απαράδεκτου να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους.

Ο συμβιβασμός πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου, αλλιώς δεν δεσμεύει το δικαστήριο.

Η απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς γίνεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικάζοντος δικαστηρίου και απαιτείται η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των αντιδίκων γονέων του τέκνου, προκειμένου να ακουσθούν.

Αν οι γονείς του τέκνου δεν εμφανισθούν αυτοπροσώπως στο δικαστήριο, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται χωρίς την τήρηση της προδικασίας της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και δεν δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης από την μη τήρηση αυτής.

 

Συνεισφορά συζύγων για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας διαρκούντος του γάμου.

 

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας.

Το μέτρο της συνεισφοράς προσδιορίζεται από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωση του γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία των συζύγων, ακόμη και αν αυτή είναι απρόσοδη.

Η εκτίμηση της περιουσίας θα γίνει με οποιαδήποτε πρόσφορη μέθοδο.

Αν είναι προσοδοφόρα και το εισόδημα που αποφέρει είναι ανάλογο, θα ληφθεί υπόψη αυτό.

Η υποχρέωση συνεισφοράς δεν έχει χαρακτήρα διατροφής. Στο μέτρο όμως που η οφειλόμενη συνεισφορά του κάθε συζύγου καλύπτει τη διατροφή του άλλου, η νομική της μεταχείριση είναι όμοια με της διατροφής, γιατί υπάρχει ταυτότητα νομικού λόγου.

Οι σύζυγοι για την εκπλήρωση της συνεισφοράς τους υποχρεούνται να αξιοποιούν τα περιουσιακά τους στοιχεία, καθιστώντας αυτά προσοδοφόρα. Ετσι οφείλουν να εκμισθώνουν τα ακίνητα τους, να επενδύουν τα χρηματικά τους κεφάλαια κλπ.

Στην περίπτωση όμως που η περιουσία τους είναι απρόσοδη, ή το εισόδημα που τους δίνει υπολείπεται, θα γίνει υποθετικός υπολογισμός με βάση το ανάλογο τίμημα, ή την ανάλογη απόδοση της ως κεφαλαίου.

Οι δυνάμεις του κάθε συζύγου (από την εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία τους) λειτουργούν, αφ ενός ως κριτήριο προσδιοριστικό του ύψους της συνεισφοράς που οφείλει, και αφ ετέρου ως μέσο εκπλήρωσης της οφειλόμενης συνεισφοράς.

Η υποχρέωση και το ύψος της συνεισφοράς κάθε συζύγου καθορίζεται κατά το λόγο των δικών του δυνάμεων προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο. Το κλάσμα που παριστάνει την ποσοστιαία επιβάρυνση εφαρμόζεται στις συνολικές οικογενειακές ανάγκες, για να δώσει το ποσό της συνεισφοράς που οφείλει ο κάθε σύζυγος.

Αν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση παύει η υποχρέωση συνεισφοράς, αλλά ο σύζυγος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία δικαιούται να απαιτήσει από τον άλλο σύζυγο διατροφή, σε χρήμα προκαταβαλλόμενη κάθε μήνα, με τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούνταν και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, με τη διαφορά ότι, ενώ όταν υπάρχει συμβίωση οι υποχρεώσεις συνεισφοράς, δεν συμψηφίζονται, αλλά εκπληρώνονται αθροιστικά, όταν διακόπτεται η συμβίωση, χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, με την έννοια ότι δικαιούχος είναι τελικά μόνον εκείνος ο σύζυγος, ο οποίος υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά και στον οποίο, εφ όσον διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, οφείλεται ως διατροφή η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής τους μικρότερης συνεισφοράς (ΕφΠειρ 1/2007).

 

Προσωπική κράτηση και χρηματική ποινή κατά γονέα, που παρεμποδίζει την επικοινωνία με ανήλικο τέκνο.

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 1520 ΑΚ ο γονέας μετά του οποίου δεν διαμένει για οποιοδήποτε λόγο το ανήλικο τέκνο, διατηρεί το δικαίωμα της επικοινωνίας μαζί του.

Το δικαίωμα αυτό του γονέα απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς το τέκνο του, συντελεί δε στην ανάπτυξη του ψυχικού κόσμου του τελευταίου και στην εν γένει προσωπικότητά του και, για το λόγο αυτό, αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου (ΑΠ 1516/2005, ΕφΘεσ 1715/2003).

Επομένως η δυνατότητα προσωπικής επικοινωνίας δεν μπορεί ν' αφαιρεθεί από το γονέα, που δεν έχει μαζί του το τέκνο, ούτε και να περιορισθεί, παρά μόνο στο μέτρο που, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τούτο επιβάλλεται από το δικαστήριο για σπουδαίο λόγο (ΕΑ 416/1999).

Η δικαστική απόφαση, που ρυθμίζει την επικοινωνία γονέα και τέκνου, μπορεί να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου: Αστικός Κώδιξ, υπ' άρθρα 1520 αριθ. 104 και 1518 αριθ. 131).

Είναι δυνατή η απειλή κατά του άλλου γονέα, για την περίπτωση που ήθελε παρεμποδίσει την επικοινωνία, ή παραβιάσει τους τεθέντες από το δικαστήριο όρους, προσωπική κράτηση και χρηματική ποινή, κατόπιν  υποβολής σχετικού αιτήματος (ΑΠ 422/1999, ΜονΠρΘεσ 6686/2008).

 

Παραβίαση υποχρέωσης για διατροφή.

 

Το κατά άρθρο 358 του Ποινικού Κώδικα έγκλημα της παραβίασης της υποχρέωσης για διατροφή ανήκει στα γνήσια εγκλήματα παράλειψης.

Προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβίασης της υποχρέωσης για διατροφή είναι.

α) Η υποχρέωση για διατροφή να επιβάλλεται από το νόμο.

β) η υποχρέωση για διατροφή να έχει  αναγνωρισθεί έστω και προσωρινά με δικαστική απόφαση. Η δικαστική απόφαση μπορεί να είναι, είτε απόφαση ημεδαπού δικαστηρίου, είτε απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου.

Στην περίπτωση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου πρέπει η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, να έχει κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα.

γ) να περιήλθε ο δικαιούχος σε στερήσεις, ή να αναγκάστηκε να δεχθεί τη βοήθεια άλλων.

δ) το αξιόποινο αποτέλεσμα πρέπει να οφείλεται στην παράλειψη του δράστη, να τηρήσει την υποχρέωσή του για διατροφή.

Η παράλειψη του δράστη αποκτά αξιόποινο χαρακτήρα μόνο μετά την δημοσίευση της απόφασης και όχι πριν από αυτήν. Αυτό ισχύει ακόμα και αν η απόφαση αναγνώρισε αναδρομικά αξίωση για διατροφή.

Ως τόπος τέλεσης του εγκλήματος θεωρείται ο τόπος στον οποίον ο δράστης όφειλε να καταβάλει τη διατροφή, ή ο τόπος στον οποίο κατοικεί, ή διαμένει ο δικαιούχος. 

 

Κατανομή κινητών πραγμάτων μεταξύ συζύγων σε  περίπτωση  διαζυγίου.

 

Η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης δημιουργεί μεταξύ άλλων πρόβλημα ως προς τη χρήση των κινητών πραγμάτων, τα οποία συγκροτούν το νοικοκυριό και ανήκουν, είτε στον ένα, είτε στον άλλο σύζυγο, αλλά χρησιμοποιούντο στη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης από αμφοτέρους τους συζύγους, ή, ενδεχομένως, από τον ένα μόνο.

Η κατανομή των κινητών πραγμάτων μεταξύ των συζύγων σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1394 και 1395 ΑΚ.

Το άρθρο 1394 ΑΚ αναφέρεται στα κινητά πράγματα, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα του ενός συζύγου.Τα πράγματα αυτά δικαιούται να παραλάβει ο σύζυγος, στον οποίο ανήκουν, έστω και αν χρησιμοποιούντο αυτά στη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης από αμφοτέρους τους συζύγους, ή ακόμη και μόνο από τον άλλο σύζυγο. Για να αποδειχθεί η κυριότητα στα πράγματα αυτά, θα εφαρμοστούν τα ειδικά τεκμήρια κυριότητας του άρθρου 1398 παρ. 2 και 3 ΑΚ.

Με τη διάταξη όμως του εδ. β του άρθρου 1394 ΑΚ θεσπίζεται ρητά υποχρέωση του κυρίου να παραχωρήσει στον μη κύριο σύζυγο τη χρήση ορισμένων κινητών πραγμάτων, τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα για τη χωριστή εγκατάσταση του μη κυρίου, αν αυτό επιβάλλουν οι περιστάσεις για λόγους επιείκειας.

Κινητά πράγματα, τα οποία δεν αποτελούν μέρος της οικοσκευής, δεν εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 1394 εδ. β ΑΚ.

Το άρθρο 1395 ΑΚ αναφέρεται στα κινητά πράγματα, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα αμφοτέρων των συζύγων. Η χρήση αυτών των πραγμάτων κατανέμεται με συμφωνία των συζύγων ανάλογα με τις προσωπικές ανάγκες τους.

Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ανάμεσα στους συζύγους ως προς την κατανομή των κοινών κινητών πραγμάτων τους, η χρήση τους κατανέμεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση για τη χρήση που παραχωρεί (ΕφΛαρ 3/2011).

 

Ένσταση συνεισφοράς στη διατροφή ανηλίκου τέκνου σε περίπτωση διαζυγίου.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ. 2, 1487, 1489 παρ. 2 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι τα ανήλικα τέκνα και αν έχουν περιουσία και εφ όσον τα εισοδήματα της περιουσίας τους ή το προϊόν της εργασίας τους δεν επαρκεί για την διατροφή τους, έχουν δικαίωμα διατροφής έναντι και των δύο γονέων τους, οι οποίοι έχουν υποχρέωση να τα διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Αν το ανήλικο τέκνο, που δικαιούται διατροφή, στραφεί μόνον κατά του ενός γονέα, αφού δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά των δύο γονέων, δικαιούται ο εναγόμενος γονέας, να επικαλεστεί κατ ένσταση, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε, με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγομένου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάσει αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 344/2001, ΑΠ 826/1994, ΕφΛαρ 84/2011).

 

Ένσταση διακινδύνευσης ιδίας διατροφής στην διατροφή ανηλίκου τέκνου σε περίπτωση διαζυγίου.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ. 2, 1487, 1489 παρ. 2 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι τα ανήλικα τέκνα και αν έχουν περιουσία και εφ όσον τα εισοδήματα της περιουσίας τους, ή το προϊόν της εργασίας τους, δεν επαρκεί για την διατροφή τους, έχουν δικαίωμα διατροφής έναντι και των δύο γονέων τους, οι οποίοι έχουν υποχρέωση να τα διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Κατ αρχήν δεν μπορούν να προβάλουν κατ αυτών την ένσταση διακινδύνευσης της ιδίας αυτών διατροφής (ΕφΛαρ 84/2011).

Ο γονέας όμως, που ενάγεται για διατροφή ανηλίκου τέκνου, δύναται να προβάλει την ένσταση διακινδύνευσης της δικής του διατροφής, αρκεί να επικαλεσθεί ότι το τέκνο μπορεί να στραφεί εναντίον άλλου υποχρέου, ή ότι μπορεί να διατραφεί από την περιουσία του, την οποία στην περίπτωση αυτή οφείλει να αναλώσει κατ εξαίρεση του κανόνα της ΑΚ 1486 παρ. 2 (ΑΠ 676/00, ΕφΘεσ.1439/2005).

Ως άλλος υπόχρεος νοείται και ο άλλος γονέας, προς τον οποίο μπορεί ο εναγόμενος να παραπέμψει το ανήλικο τέκνο, προκειμένου να αναζητηθεί από εκείνον το μέρος της διατροφής, που δεν μπορεί να πληρώνει ο εναγόμενος χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή (ΕφΠειρ 195/2010).

 

Διατροφή ενήλικου τέκνου.

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1486 ΑΚ δικαίωμα διατροφής, εκτός από το ανήλικο, έχει και το ενήλικο τέκνο, εφ όσον το τελευταίο, δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του, ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, εν όψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του (ΑΠ 884/2003).

Στην έννοια της «περιουσίας» την οποία το ενήλικο τέκνο οφείλει να διαθέτει για τις διατροφικές του ανάγκες και η ύπαρξη της οποίας αποκλείει, ή περιορίζει το δικαίωμα αυτού, να απαιτεί διατροφή από τους γονείς του, δεν περιλαμβάνεται κάθε παροχή, που τυχόν δικαιούται το τέκνο να λάβει και που έχει ειδικό προορισμό και συνιστά βοήθημα για τη δημιουργία οικογενειακής ή επαγγελματικής αυτοτέλειας του τέκνου, όπως είναι η παροχή, που δικαιούται το τέκνο να λάβει από το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας ως παιδί μετόχου ή μερισματούχου σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία (ΑΠ 155/2011).

 

Διατροφή συζύγων κατά την διάρκεια του γάμου.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση διατροφής, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, ανεξαρτήτως του αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος.

Το μέτρο της διατροφής του καθ ενός προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής.

Η υποχρέωση διατροφής παύει, ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Οι περιστάσεις αυτές αναφέρονται σε γεγονότα που επηρεάζουν τις οικονομικές δυνάμεις, ή τις ανάγκες, είτε του δικαιούχου, είτε του υπόχρεου και όχι σε άλλα γεγονότα, που δεν επηρεάζουν το συσχετισμό των δυνάμεων και των αναγκών των συζύγων.

Οι περιστάσεις αυτές προβάλλονται με ένσταση του υπόχρεου συζύγου, η οποία προτείνεται μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υπόθεσης συζήτηση, τόσο στο Πρωτοδικείο όσο και στο Εφετείο, εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269§2 και 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 271/01, ΕφΑθ 1723/03).

Οι προϋποθέσεις επιδίκασης διατροφής και ο καθορισμός της έκτασης και του ύψους αυτής κρίνονται από το χρόνο έγερσης αγωγής και με βάση το εκάστοτε επίδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 132/03).

 

Διατροφή συζύγου μετά το διαζύγιο.

 

Η διατροφή μετά το διαζύγιο έχει παύσει να λειτουργεί ως ποινή διαζυγίου για τον υπαίτιο της λύσης του γάμου σύζυγο και ως ισόβιος πρόσοδος και σύνταξη για τον αναίτιο σύζυγο. Συνεπώς η διατροφή  μετά το διαζύγιο έχει αποβάλλει εντελώς τον χαρακτήρα της ποινής και αποζημίωσης για το γαμικό παράπτωμα και θεμελιώνεται για λόγους κοινωνικής και ηθικής φύσεως (ΑΠ 22/2000).

Γενική προϋπόθεση για τη γένεση αξίωσης διατροφής πρώην συζύγου, όταν ο γάμος λύθηκε με διαζύγιο,  είναι η απορία του δικαιούχου πρώην συζύγου και η ευπορία του υποχρέου.

Επιπλέον από την πλευρά του δικαιούχου πρέπει να συντρέχει και μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις (άρθρο 1442 ΑΚ).

α) κατά την έκδοση του διαζυγίου, ή κατά το τέλος των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στις επόμενες περιπτώσεις, να βρίσκεται σε ηλικία, ή σε κατάσταση υγείας, που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει, ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίζει απ' αυτό τη διατροφή του.

β) να έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου και γι' αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος.

γ) να μη βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία, ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση. Και στις δύο περιπτώσεις μόνο για  διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου.

δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.

Ως απορία του δικαιούχου θεωρείται η αδυναμία του πρώην συζύγου να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα και την περιουσία του.

Ως ευπορία του υποχρέου, που δεν σημαίνει κάποιο ιδιαίτερο πλούτο, θεωρείται η δυνατότητα αυτού να παράσχει στο δικαιούχο διατροφή, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή.

Για να κριθεί αν υπάρχει ή όχι, απορία ή ευπορία, πρέπει να εξαντλούνται προηγουμένως όλες οι οικονομικές δυνατότητες, που παρέχουν στον δικαιούχο και στον υπόχρεο αντίστοιχα τα εισοδήματα και η περιουσία τους, ακόμη και αν η τελευταία αποτελείται από μη προσοδοφόρα στοιχεία, οπότε πρέπει αυτά να εκποιηθούν (ΑΠ 294/2010).

Έτσι είναι δυνατό, εν όψει όλων των συνθηκών, ηλικίας, υγείας, ικανότητας, ή δυνατότητας προς εργασία, εισοδημάτων, περιουσίας και γενικώς της ζωής του πρώην συζύγου, συγκριτικώς πάντοτε προς την ευπορία του υποχρέου, να γεννηθεί δικαίωμα πλήρους, ή συμπληρωματικής διατροφής και όταν ο πρώτος έχει μικρής έκτασης απρόσοδο περιουσία, της οποίας, είτε είναι δυσχερής η εκποίηση, είτε επιβάλλεται η διατήρηση για λόγους πρόνοιας προς εξασφάλισή του στο μέλλον για την αντιμετώπιση έκτακτης οικονομικής ανάγκης (ΑΠ 2142/2007).

Επειδή οι διατάξεις περί διατροφής μετά το διαζύγιο είναι ενδοτικού δικαίου χαρακτήρα επιτρέπεται ο συμβατικός καθορισμός, δεδομένου ότι με την καθιέρωση του συναινετικού διαζυγίου ο νόμος επιτρέπει το μείζον, που είναι η λύση του γάμου με συμφωνία, συναίνεση, των συζύγων και συνεπώς, τέτοιες παρεπόμενες συμφωνίες δεν αντίκεινται στα χρηστά ήθη και δεν είναι άκυρες.

Επίσης επιτρέπεται παραίτηση από το δικαίωμα διατροφής, είτε πρόκειται για το παρελθόν, είτε για το μέλλον, προκειμένου οι σύζυγοι, ή οι πρώην σύζυγοι, να μπορούν με συμφωνίες μεταξύ τους, να ρυθμίζουν, κατά τρόπο οριστικό, τις μεταξύ τους σχέσεις από το γάμο και έτσι να αποκοπεί η προέκταση του συζυγικού δεσμού και μετά το διαζύγιο. 

 

Διατροφή συζύγου κατά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης.

 

Εφ όσον κάποιος από τους συζύγους διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία του οφείλεται διατροφή από τον άλλο. Η διατροφή  αυτή πληρώνεται σε χρήμα κάθε μήνα προκαταβολικώς και προσδιορίζεται, αφού ληφθούν υπ όψιν οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης.

Εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης υπάρχει α) στην περίπτωση που συντρέχουν συνθήκες και περιστατικά με βάση τα οποία δύναται να ιδρυθεί, γι` αυτόν που διέκοψε τη συμβίωση, λόγος διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης και β) στην περίπτωση που συντρέχουν συνθήκες και περιστατικά, υπό τα οποία η αξίωση του άλλου συζύγου για συμβίωση, παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος.

Η υποχρέωση διατροφής υπάρχει και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου. Αν όμως το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ' αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή).

Η ύπαρξη οικονομικών δυνάμεων στο πρόσωπο του συζύγου, που του επιτρέπουν να συνεισφέρει στη διατροφή του άλλου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής περί διατροφής, αλλά θεμελιώνει ένσταση, αφού η σύγκριση των δυνάμεων και των δύο συζύγων, που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθ ενός από αυτούς στη διατροφή αυτή, οδηγεί στον περιορισμό του ποσού της ζητούμενης διατροφής, ή ακόμα και την ολοσχερή απόρριψη της αγωγής, αν από την λογιστική εισφορά της οικονομικής δύναμης του κάθε συζύγου, που γίνεται στα πλαίσια της εκατέρωθεν συμβολής, συνάγεται ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των εκατέρωθεν οφειλομένων χρηματικών ποσών λόγω διατροφής.

Η υποχρέωση διατροφής προς το σύζυγο που διέκοψε από εύλογη αιτία τη συμβίωση εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και αν θέτει σε κίνδυνο τη διατροφή του υποχρέου, εκτός αν υπάρχει άλλος υπόχρεος που θα μπορούσε να καταβάλει τη διατροφή (ΜονΠρΘεσ 2503/2009).

 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών