ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Μισθός ασθένειας ναυτικού και λύση της ναυτολόγησης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 66 ΚΙΝΔ «ο ναυτικός ασθενήσας, δικαιούται εις μισθόν και νοσηλεύεται δαπάναις του πλοίου, εάν δε η σύμβασις ναυτολογήσεως λυθή λόγω της ασθενείας και νοσηλεύεται ούτος εκτός του πλοίου, δικαιούται εις τα νοσήλεια και εις μισθόν εφ΄ όσον διαρκεί η ασθένεια, ουχί όμως πέραν των τεσσάρων μηνών...».

Η προστασία αυτή, που παρέχεται με τη διάταξη του άρθρου 66 ΚΙΝΔ στον ναυτικό, καλύπτει ολόκληρο τον χρόνο της σχέσης ναυτικής εργασίας από την κατάρτισή της μέχρι τη λήξη της, αφορά δε ασθένεια οποιασδήποτε μορφής και οφειλόμενη σε οποιαδήποτε αιτία, με εξαίρεση τις με ειδικές διατάξεις ρυθμιζόμενες περιπτώσεις.

Ασθένεια, δηλαδή, ασθένεια, που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του ναυτικού στο πλοίο, θεωρείται ως απότοκος της εργασίας του σε αυτό.

Για την προστασία του ναυτικού που ασθένησε κατά την διάρκεια της ναυτολόγησής του δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ εργασίας και ασθένειας, σε αντίθεση με την θεμελίωση της αξίωσης που απορρέει από εργατικό ατύχημα ((ΕφΠειρ 678/2004, ΕφΠειρ 400/2008).

 

Εκτέλεση νέων αυτοτελών εργασιών στο πλοίο μέσα στα νόμιμα όρια απασχόλησης του ναυτικού.

 

Ο ναυτικός έγκυρα αναλαμβάνει με την σύμβαση ναυτολόγησης, ή κατόπιν νεότερης και τροποποιητικής συμφωνίας με τον πλοίαρχο, την παράλληλη εκτέλεση, είτε εν όλω, είτε εν μέρει, περισσότερων και αυτοτελών εργασιών στο πλοίο μέσα στα νόμιμα όρια απασχόλησής του.

Με την εν λόγω συμφωνία δικαιούται ολικά ή μερικά σε απόληψη του αθροίσματος των αποδοχών όλων των εργασιών (ΕφΠειρ 429/2008).

 

 

Αξιώσεις από σχέση ναυτικού πράκτορα με πλοιοκτήτη, ή εφοπλιστή.

 

Ναυτικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που με σύμβαση με τον πλοιοκτήτη, ή τον εφοπλιστή, αναλαμβάνει τη διεξαγωγή ναυτικών υποθέσεων για λογαριασμό του τελευταίου με αμοιβή (πράκτορας πλοίου).

Η σχέση που συνδέει το ναυτικό πράκτορα με τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή είναι μικτή και μάλιστα είναι η σχέση του καθολικού εντολοδόχου, όσον αφορά τη διαχείριση των υποθέσεων του πλοιοκτήτη, ή του εφοπλιστή, και του εκμισθωτή ανεξάρτητων υπηρεσιών, όσον αφορά την αμοιβή του, την οποία μπορεί να ζητήσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 648 και 649 ΑΚ, που εφαρμόζονται αναλογικώς στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Η μικτή αυτή σύμβαση δεν ενέχει κύρια και δευτερεύουσα παροχή ώστε να απορροφάται η τελευταία από την πρώτη, αλλά κάθε μία από τις επιμέρους συμβάσεις διατηρεί την αυτοτέλειά της.

Ο ναυτικός πράκτορας δικαιούται να αξιώσει από τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, αφ ενός μεν οτιδήποτε δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής, αφ ετέρου δε την αμοιβή του, η οποία μπορεί να καθορίζεται από τη σύμβαση, το νόμο, τις συλλογικές συμβάσεις, ή την επιτόπια εμπορική συνήθεια.

Ο πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής δικαιούται να ζητήσει από τη σύμβαση εντολής να του αποδώσει ο ναυτικός πράκτορας καθετί που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής (ΕφΠειρ 134/2008).  

 

Εγγραφή από τον πλοίαρχο στο ναυτικό φυλλάδιο, ότι ο ναυτικός αποναυτολογείται με κοινή συναίνεση.

 

Οι απογεγραμμένοι ναυτικοί εφοδιάζονται με ναυτικό φυλλάδιο σε κάθε σελίδα του οποίου αναγράφεται η πράξη ναυτολόγησης και η αντίστοιχη της απόλυσης με την αιτία.

Το ναυτικό φυλλάδιο είναι δημόσιο έγγραφο με ιδιάζουσα φύση και έχει την αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου μόνο αναφορικά με όσα γεγονότα συντάχθηκαν από τη δημόσια αρχή (λιμενική, ή προξενική) ή έγιναν ενώπιόν της, όπως οι δικαιοπρακτικές δηλώσεις των μερών, η κατάρτιση και λύση της σύμβασης ναυτολόγησης, τα στοιχεία ταυτότητας κλπ.

Το ναυτικό φυλλάδιο έχει την αποδεικτική ισχύ του δημοσίου εγγράφου ως προς τις καταχωρίσεις του πλοιάρχου μόνον όταν αυτός ενεργεί ως δημόσιος λειτουργός, όχι δε όταν λειτουργεί ως αντιπρόσωπος του πλοιοκτήτη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης ναυτολόγησης ναυτικού  «με αμοιβαία συναίνεση», εφ όσον η εγγραφή αυτή έγινε από τον πλοίαρχο και ο απολυόμενος δεν παρουσιάστηκε στη λιμενική ή προξενική αρχή.

Εάν εις τον λιμένα απόλυσης δεν υφίσταται λιμενική, ή προξενική αρχή, ο πλοίαρχος μπορεί να προβεί στην απόλυση μελών του πληρώματος, προβαίνων σε σχετική εγγραφή στο ημερολόγιο γέφυρας και στο ναυτικό φυλλάδιο του ναυτικού, υποχρεούμενος, όμως, να ζητήσει την βεβαίωση της πράξης απόλυσης και την εγγραφή της απόλυσης στο ναυτολόγιο στον πρώτο λιμένα κατάπλου, όπου  εδρεύει λιμενική, ή προξενική αρχή.

Η εγγραφή από τον πλοίαρχο στο ναυτικό φυλλάδιο, ότι ο ναυτικός αποναυτολογείται «με κοινή συναίνεση», εφ όσον δεν έγινε ενώπιον της λιμενικής, ή προξενικής αρχής, παρουσία του ναυτικού, είναι δεκτική ανταπόδειξης με κοινά ανταποδεικτικά μέσα και όχι μόνο με προσβολή του εγγράφου αυτού ως πλαστού.

 

Η αποζημίωση με τον νόμο 551/1915 ναυτεργατικού ατυχήματος.

 

Στην περίπτωση ναυτεργατικού ατυχήματος αναγνωρίζονται πέντε διακεκριμένες περιπτώσεις αποζημίωσης, η οποία χορηγείται στον παθόντα, ή στους κληρονόμους του.

α) θανάτου του παθόντος.

β) πλήρους και διαρκούς ανικανότητας προς εργασία.

γ) πλήρους, αλλά πρόσκαιρης ανικανότητας.

δ) μερικής διαρκούς ανικανότητας και

ε) μερικής, αλλά πρόσκαιρης ανικανότητας.

Για κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις αποζημίωσης ο νόμος αναγράφει ιδιαίτερο συνδυασμό, με βάση τον οποίο υπολογίζεται η εφ άπαξ και όχι σε περιοδικές παροχές αποζημίωση.

Δεν προβλέπεται περίπτωση μικτής αποζημίωσης, αποτελούμενης δηλαδή από αποζημιώσεις περισσοτέρων της μίας, που δυνατόν να συντρέχουν.  

Ετσι όταν η μερική ή ολική ανικανότητα, που εμφανίστηκε στην αρχή ως πρόσκαιρη, αποδείχθηκε στη συνέχεια διαρκής, η αποζημίωση που καταβλήθηκε για πρόσκαιρη (ολική ή μερική) ανικανότητα, εκπίπτεται από το οφειλόμενο ποσό αποζημίωσης για τη διαρκή ανικανότητα (μερική ή ολική).

Δεν επιτρέπεται η αθροιστική επιδίκαση αποζημίωσης για ολική και μερική ανικανότητα και συνεπώς ο ναυτικός, ο οποίος συνεπεία ατυχήματος κατέστη προσκαίρως ολικά ανίκανος και στη συνέχεια μερικά αλλά διαρκώς, θα πάρει μόνο μία αποζημίωση, δηλαδή εκείνη που αντιστοιχεί στην τελική μερική διαρκή ανικανότητα για εργασία, όχι δε και αυτή που αντιστοιχεί στην πρόσκαιρη ολική ανικανότητα.

 

Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και ο νόμος 2472/1997, βασικές έννοιες, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση.

 

«Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», νοείται κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων.

"Υποκείμενο των δεδομένων", είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική.

"Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), νοείται κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή.

"Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο.

"Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. 'Οταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο.

"Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

"Τρίτος", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

"Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι.

"Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα.

"Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει:

α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών

β) Να είναι συναφή, προσφορά, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας.

γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση,

Η Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.

Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης.

Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς.

Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως.

Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή) έχει αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής των παραπάνω και όσων άλλων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων, που της ανατίθενται κάθε φορά.

Κάθε φυσικό πρόσωπο, ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον.

Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του ν. 2472/1997 ρίζεται κατ΄ ελάχιστο στο ποσό των 2.000.000 δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό, ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια.

Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη.

Η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων,

α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων,

β) την εκ μέρους του υπευθύνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και

γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου.

Η ακρίβεια και ενημέρωση (επικαιροποίηση) των δεδομένων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος κατά τη συλλογή ή (και) την εν συνεχεία επεξεργασία των δεδομένων, οφείλει, με μέτρο την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του εν λόγω κύκλου δραστηριότητας, να ελέγχει την ακρίβεια των δεδομένων.

Η ενημέρωση των υποκειμένων, εφόσον ο αριθμός τους είναι μεγάλος (ίσος ή υπέρτερος των χιλίων), μπορεί να γίνει δια του τύπου, με την τήρηση των ειδικότερων όρων και προϋποθέσεων που προβλέπονται από τις κανονιστικές αποφάσεις της Αρχής.

Η συγκατάθεση του υποκειμένου δεν είναι απαραίτητη για το επιτρεπτό της επεξεργασίας, μεταξύ άλλων εξαιρέσεων, και όταν η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος του υπευθύνου επεξεργασίας ή του τρίτου, προς τον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα, και υπό τον όρο ότι το συμφέρον αυτό υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του υποκειμένου και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες του.

Η ανωτέρω εξαίρεση μπορεί να συντρέχει εφόσον η επεξεργασία γίνεται για ορισμένες κατηγορίες δεδομένων και για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος ορισμένων αποδεκτών.

'Ετσι, όταν πρόκειται για δυσμενή δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς (όπως είναι οι διαταγές πληρωμής) και για αποδέκτες που έχουν έννομο συμφέρον να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων (όπως είναι οι τράπεζες), η επεξεργασία, η οποία αποσκοπεί στην εκ μέρους του αποδέκτη αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των πιστοληπτών και γίνεται από εταιρίες ή άλλους υπευθύνους επεξεργασίας που έχουν εκπληρώσει τις προβλεπόμενες στον ν. 2472/1997 υποχρεώσεις (γνωστοποίηση του αρχείου, ακρίβεια των δεδομένων, ενημέρωση του υποκειμένου κλπ), είναι επιτρεπτή και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου.

Και τούτο, γιατί α) η επεξεργασία αυτή είναι πράγματι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος των συγκεκριμένων αποδεκτών, για την άσκηση δηλαδή από αυτούς του δικαιώματος οικονομικής ελευθερίας βάσει ορθών και επίκαιρων πληροφοριών σχετικών με την οικονομική φερεγγυότητα των πιστοληπτών και- για την ταυτότητα του λόγου των εγγυητών τους και β) το έννομο τούτο συμφέρον υπερέχει προδήλως του εννόμου συμφέροντος του πιστολήπτη για πληροφοριακό αυτοκαθαρισμό, του, η δε ικανοποίησή του δεν θίγει και πάντως "θίγει" κατά τρόπο ανεκτό τις θεμελιώδεις ελευθερίες του υποκειμένου.

Σε περίπτωση, που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1977 ή (και) των κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη.

Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 1923/2006).

 

Επέμβαση, λήψη, γνώση, αφαίρεση, αλλοίωση, βλάβη, καταστροφή, επεξεργασία,  μετάδοση, ανακοίνωση, αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

 

Ο νόμος 2472/1997 "προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", θεσπίστηκε σε εκπλήρωση υποχρέωσης του κοινού νομοθέτη, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 και 19 του Συντάγματος και της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24 Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

Κατά το άρθρο 1 του νόμου αντικείμενο αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.

Στο άρθρο 2 ορίζεται ότι για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (αρχείο), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια.

Στο άρθρο 3 παρ. 1, ορίζεται ότι οι διατάξεις του νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.

Το άρθρο 22 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για τις αναφερόμενες σ' αυτό κατηγορίες συμπεριφορών που κρίνονται αξιόποινες.

Ειδικότερα, όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις.

Για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται

α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "Αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται, κατ' άρθρο 2 περ. ε, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται ή από το Δημόσιο ή από ενώσεις προσώπων ή φυσικά πρόσωπα,

β) υποκείμενο των δεδομένων είναι το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ενώ ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θεωρούνται κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων και ευαίσθητα δεδομένα είναι αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο, ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, δηλαδή στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης (ΑΠ 2515/2009).

 

Ο αναγκαίος στην ανθρώπινη προσωπικότητα ζωτικός χώρος.

 

Η προσωπικότητα του ανθρώπου γεννάται και αναπτύσσεται ακώλυτα μέσα σε ένα ζωτικό χώρο, που αποτελείται κατ' αρχήν από τα εκτός συναλλαγής πράγματα, δηλαδή κατά τα άρθρα 966 και 967 ΑΚ από τα κοινόχρηστα.

Στην έννοια του αναγκαίου στην ανθρώπινη προσωπικότητα ζωτικού χώρου εντάσσονται περιβαλλοντικά αγαθά μη υπαγόμενα εκ πρώτης όψεως στην  ανωτέρω κατηγορία, όπως είναι η αισθητική του τοπίου, η προσήκουσα πολεοδομική ανάπτυξη με σεβασμό στο φωτισμό, τον αερισμό και την παραδοσιακή αισθητική των οικισμών κλπ.

Η ακώλυτη απόλαυση της χρήσης και της ωφέλειας των αγαθών που συναποτελούν τον ζωτικό περιβαλλοντικό χώρο για την ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας συνιστά αυτοτελή έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητας, που προστατεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ.

Προσβολή της ειδικότερης αυτής πλευράς του δικαιώματος επί της προσωπικότητας επέρχεται όταν διαταράσσεται στοιχείο του ζωτικού χώρου από τα ανωτέρω αναφερόμενα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε, είτε α) καταργείται εξολοκλήρου ή αλλοιώνεται η κοινή ωφέλεια που πηγάζει από τη χρήση του συγκεκριμένου αγαθού, είτε β) καθίσταται αδύνατη η χρήση του στοιχείου αυτού ή άλλου συνδεομένου προς αυτό, (βλ. ΑΠ 286/87).

 

Τέτοια προσβολή είναι απαγορευμένη κατά το άρθρο 57 ΑΚ και αναδίδει τις εκεί καθοριζόμενες αξιώσεις, εφ όσον είναι παράνομη και τούτο συμβαίνει σε οποιαδήποτε κοινωνικά απρόσφορη επέμβαση στη σφαίρα του συγκεκριμένου κάθε φορά αγαθού, η οποία λαμβάνει χώρα χωρίς προς τούτο δικαίωμα, ή με την άσκηση μεν δικαιώματος, που όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας από το προσβαλλόμενο, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος (ΕφΑθ 1688/98).

Δηλαδή, δεν απαιτείται να είναι η προσβάλλουσα το αγαθό συμπεριφορά απαγορευμένη από ειδική διάταξη νόμου, αλλά αρκεί το ότι είναι βλαπτική και κοινωνικά απρόσφορη και μόνο (ΠολΠρΑθ 29/2007). 

 

Διατάξεις που διέπουν την σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης (Leasing). 

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 4 ν. 1665/1986, με τον οποίο δημιουργήθηκε και στην Ελλάδα το νομοθετικό πλαίσιο για την εισαγωγή και ανάπτυξη του θεσμού της χρηματοδοτικής μίσθωσης (Leasing), προκύπτει ότι συνιστά ουσιαστικά ένα χρηματοδοτικό μηχανισμό, ο οποίος αποσκοπεί στο να αποκτήσει ο μισθωτής την χρήση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού μεγάλης αξίας για το επάγγελμα, ή την επιχείρηση του, επιλογής του ιδίου, χωρίς να προβεί στην εκταμίευση σημαντικών κεφαλαίων για την απόκτηση του, με την βοήθεια της εκμισθώτριας εταιρίας, η οποία, συνήθως, αγοράζει χάριν του μισθωτή, το πράγμα, όπως το έχει επιλέξει ο αντισυμβαλλόμενος μισθωτής, καθιστάμενη ουσιαστικά οικονομική κυρία αυτού, χωρίς όμως να έχει το πράγμα στην κατοχή της, ή να ενδιαφέρεται να το αποκτήσει, εν όψει του ότι ενδιαφέρεται μόνο για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου πλέον του κέρδους της, που λαμβάνει χώρα με το συμφωνηθέν μίσθωμα, κατ' αντίθεση προς την μίσθωση πράγματος, όπου το μίσθιο προϋπάρχει στην κυριότητα του εκμισθωτή, ο οποίος το απέκτησε, το χρησιμοποιεί και το διαθέτει, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του.

Έτσι η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης αποτελεί γενική μικτή σύμβαση, η οποία διαθέτει τα στοιχεία

α) της σύμβασης μίσθωσης πράγματος, παραλλαγμένης όμως σε πολλά σημεία από τον τύπο, που καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 574 επ ΑΚ,

β) σύμβασης εντολής και

γ) σύμβασης εκχώρησης (ΑΚ455 επ), με την οποία η εταιρία "Leasing" εκχωρεί τις απαιτήσεις που έχει κατά του προμηθευτή από την σύμβαση πώλησης στον μισθωτή, ώστε να μπορεί αυτός, ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις σαν δικαιούχος να εξαναγκάζει τον προμηθευτή σε τήρηση των υποχρεώσεων του (ΕφΠειρ 1133/2000).

 

Κύριες υποχρεώσεις συμβαλλομένων στην σύμβαση δικαιόχρησης (franchising).

 

Ως σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) νοείται η σύμβαση συνεργασίας μεταξύ δύο προσώπων, το πρώτο, ο δικαιοπάροχος ή δότης, παραχωρεί στο δεύτερο, τον δικαιοδόχο ή λήπτη, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του franchising, δηλαδή ενός συνόλου δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, που αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα (πινακίδες) καταστημάτων, πρότυπα χρήσεως, σχέδια, υποδείγματα, δικαιώματα αντιγραφής, τεχνογνωσίες ή διπλώματα ευρεσιτεχνίας προς εκμετάλλευση, με σκοπό την εμπορία συγκεκριμένων τύπων προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες.

Κύριες υποχρεώσεις των συμβαλλομένων είναι η εκ μέρους του δικαιοπαρόχου (δότη) υποχρέωση οργανωτικής και τεχνολογικής εντάξεως του δικαιοδόχου (λήπτη) στο υπάρχον σύστημα (δίκτυο) διανομής, η παραχώρηση στον λήπτη της χρήσεως και εκμεταλλεύσεως του franchising, η συνεχής παροχή στον λήπτη εμπορικής και τεχνικής υποστηρίξεως (εκπαίδευση προσωπικού, επεξεργασία διαφημιστικών μηνυμάτων, νομικές υπηρεσίες κλπ.) κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, εκ μέρους του λήπτη η υποχρέωση καταβολής στον δότη του συμφωνημένου τιμήματος, η καταβολή ενός εφάπαξ ποσού ως «δικαίωμα εισόδου» («entry fee») στο δίκτυο και επιπλέον περιοδικών καταβολών ως αντάλλαγμα για την ένταξή του στο σύστημα και τη διαρκή του υποστήριξη, η συμμόρφωση με τις οργανωτικές αρχές, πρότυπα και τις εμπορικές μεθόδους του δότη και εν γένει του συστήματος και αξιοποίηση της προσωπικής του εργασίας με στόχο την ενεργό υποστήριξη και προώθηση των πωλήσεων στο πλαίσιο συμβατικά προσδιορισμένης γεωγραφικής περιοχής.

Η σύμβαση δεν ρυθμίζεται ειδικώς από τον νόμο, περιέχει δε τα στοιχεία περισσοτέρων επώνυμων συμβάσεων, όπως μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου, συμβάσεως παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και εντολής, χωρίς να αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων, που ρυθμίζουν το συγκεκριμένο είδος (μίσθωση έργου, πώληση)

Αν η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται, είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, είτε με την έκτακτη καταγγελία της από τον συμβαλλόμενο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Στην περίπτωση αυτή, εκείνος που προέβη στην καταγγελία καθίσταται υπερήμερος δανειστής ως προς την προσφερόμενη παροχή του άλλου και οφείλει τη δική του παροχή (ΕφΑθ 2817/2007). 

 

Παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων δικαιοπραξιών από το δικαστήριο.

 

To δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Για την διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.

Κάθε δήλωση βούλησης πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο.

Το δικαστήριο (της ουσίας) όταν ερμηνεύει κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.

Το δικαστήριο (της ουσίας) προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση δεν αρκεί να περιοριστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης, που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 1746/2009). 

 

Έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τιμολόγιο πώλησης.

 

Για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο, πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη.

Εκδότης θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις με το εκδιδόμενο έγγραφο, γιατί κρίσιμο στοιχείο είναι το αν το έγγραφο υπογράφηκε από εκείνον που αναλαμβάνει με αυτό υποχρεώσεις και όχι μόνον αν το έγγραφο εκδόθηκε από κάποιον.

Τα τιμολόγια που εκδίδονται δεν μπορούν να έχουν αποδεικτική δύναμη για εκείνον, στο όνομα του οποίου εκδόθηκαν από τον πωλητή, αν δεν φέρουν την υπογραφή του φερόμενου ως αγοραστή για το νόμιμο της έκδοσής τους για την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης, γιατί έτσι αυτά δεν έχουν εκδοθεί από τον αγοραστή, ούτε φέρουν την υπογραφή του φερόμενου ως αγοραστή.

Το ίδιο ισχύει και για τα δελτία αποστολής εμπορευμάτων, εφ όσον αυτά δεν φέρουν την υπογραφή του φερόμενου ως αγοραστή για την απόδειξη της παραλαβής των αναφερομένων σε αυτά εμπορευμάτων.

Τα ιδιωτικά έγγραφα αποτελούν κατά το άρθρο 447 ΚΠολΔ απόδειξη και υπέρ του εκδότη τους, μόνον αν τα προσκόμισε ο αντίδικος, ή αν πρόκειται για βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολΔ.

Κατά διαταγής πληρωμής, επομένως, που εκδόθηκε με βάση τιμολόγιο πώλησης, εφ όσον η ανακοπή στηρίζεται στην αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής του αγοραστή, ο καθ ου η ανακοπή πωλητής φέρει το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας, γιατί η αμφισβήτηση της υπογραφής του εκδότη στα ιδιωτικά έγγραφα αποτελεί απάντηση στους ισχυρισμούς του αντιδίκου ΕφΘεσ 1479/2007).

 

Διαταγή πληρωμής από μεταχρονολογημένη επιταγή.

 

Η μεταχρονολογημένη επιταγή είναι έγκυρη και μπορεί να εμφανισθεί προς πληρωμή και πριν από την ημερομηνία, που αναγράφεται σε αυτήν ότι εκδόθηκε, αφού είναι πάντοτε πληρωτέα «εν όψει».

Δεν απαιτείται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής να αναγράφεται ότι πρόκειται για μεταχρονολογημένη επιταγή και ο χρόνος της πραγματικής έκδοσης της επιταγής, αφού η εμφάνιση της επιταγής από την πραγματική ημερομηνία της έκδοσής της έως τη λήξη της οκταήμερης προθεσμίας προς εμφάνισή της από την πλασματική ημερομηνία έκδοσής της, αρκεί για τη θεμελίωση της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής και για το κύρος της τελευταίας (ΑΠ 1512/2006).

 

Στοιχεία εγκυρότητας τραπεζικής επιταγής

 

Η τραπεζική επιταγή δεν εξαρτάται από την σύμβαση επιταγής, που καταρτίζεται μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη της, σύμφωνα με την οποία ο πελάτης έχει δικαίωμα διάθεσης των προς τούτο διαθέσιμων κεφαλαίων του στην Τράπεζα και η τελευταία υποχρεούται να πληρώσει την επιταγή κατά τους όρους της σύμβασης και τις τραπεζικές συνήθειες. Η ανυπαρξία, ή ελαττωματικότητα, της σύμβασης επιταγής, όπως και η ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων, δεν επιδρούν στο κύρος της επιταγής και δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του κομιστή να στραφεί κατά του εκδότη και των υπόλοιπων υποχρέων.

Χωρίς σημασία είναι η σημείωση στην επιταγή του αριθμού του λογαριασμού του εκδότη και δεν επιδρά στο κύρος της επιταγής η αναγραφή αριθμού λογαριασμού τρίτου προσώπου.

Σε κάθε περίπτωση ο κομιστής μπορεί να ασκήσει την αγωγή από την επιταγή κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υποχρέων, μόνο εάν η επιταγή εμφανίσθηκε εγκαίρως και δεν πληρώθηκε και η άρνηση της πληρωμής βεβαιώνεται, εκτός των άλλων διαζευτικώς οριζομένων τρόπων, με δήλωση του πληρωτή που χρονολογείται και γράφεται πάνω στην επιταγή, με σημείωση της ημέρας εμφάνισής της.

Για το κύρος της βεβαίωσης αυτής του πληρωτή, αρκεί η μνεία της ημερομηνίας της εμφάνισης της επιταγής και η μη πληρωμή της, καθώς και η χρονολόγηση της βεβαίωσης και δεν είναι αναγκαία και η μνεία της αιτίας για τη μη πληρωμή της επιταγής, όπως π.χ. έλλειψη πρόβλεψης, έλλειψη επαρκών διαθέσιμων κεφαλαίων, ανάκληση της εντολής προς πληρωμή, ανυπαρξία λογαριασμού στο όνομα του εκδότη, ή αναγραφή στην επιταγή αριθμού λογαριασμού άλλου προσώπου (ΑΠ 1512/2006).

 

 

Τοπική αρμοδιότητα για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Έκδοση από αναρμόδιο τοπικά δικαστήριο.

 

Για την έκδοση διαταγής πληρωμής, κατά τόπον αρμόδιος είναι ο δικαστής του Δικαστηρίου της γενικής δωσιδικίας του καθ ου η αίτηση οφειλέτου.

Αν υπάρχουν περισσότεροι καθ ων, αρμόδιος καθίσταται κατά άρθρο 37 ΚΠολΔ ο δικαστής της γενικής δωσιδικίας οποιουδήποτε των καθων η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, ή άλλης ειδικής δωσιδικίας, αλλά και του τόπου έκδοσης της συναλλαγματικής, ή του γραμματίου εις διαταγή, ή επιταγής, ως και του τόπου πληρωμής, ή της αποδοχής των δύο πρώτων τίτλων, ή και του τόπου που δικαιούται να εισπράξει την απαίτηση ο δανειστής και αιτών την έκδοση της
διαταγής πληρωμής, κατά το άρθρον 321 ΑΚ και βάσει των ειδικών για την επιταγή διατάξεων (άρθρο 1, 2, 8 ν. 5960/1933).

Συνεπώς το αρμόδιο δικαστήριο προσδιορίζεται από τον δανειστή, ο οποίος μεταξύ των ενδεχομένως πολλών τοπικών αρμοδίων δικαστηρίων επιλέγει το ένα εξ αυτών.

Το επιλεγέν καθίσταται αποκλειστικώς κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση της κατ αυτής ανακοπής των άρθρων 632 ή 633 ΚΠολΔ, γιατί ο αιτών την έκδοση διαταγής πληρωμής μ την υποβολή της αίτησης σε έναν από τους περισσότερους αρμοδίους κατά τόπον δικαστές, ασκεί συγχρόνως και το δικαίωμα επιλογής, που έχει ως ενάγων δανειστής για την τυχόν μετέπειτα διαδικασία επί της ανακοπής, κατά την οποία οι διάδικοι έχουν την ίδια δικονομική θέση, δηλαδή ο μεν καθ ου η ανακοπή τηνθέση του ενάγοντος, ο δε ανακόπτων την θέση εναγομένου.

Η έλλειψη τοπικής αρμοδιότητος του δικαστή που εκδίδει την διαταγή πληρωμής, δύναται να επιφέρει, μετά από ανακοπή,την ακύρωση της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής (ΑΠ 497/1993, ΕφΑθ 4490/2002) 

 

Ακυρότητα της διαταγής πληρωμής από τραπεζική επιταγή.

 

Στα στοιχεία της διαταγής πληρωμής πρέπει να περιλαμβάνονται τα θεμελωτικά της αρμοδιότητας του δικαστή.

Η έλλειψη των στοιχείων αυτών επιφέρει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής.

Επιπλέον απαιτείται η αναφορά της αιτίας πληρωμής, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ο αιτών έγινε δικαιούχος, ότι η επιταγή εμφανίστηκε στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκε.

Η έλλειψη κάποιου από τα στοιχεία αυτά επάγεται ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, μόνον αν επέφερε σε αυτόν που προτείνει την ακυρότητα βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με άλλο τρόπο, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Οι κατά το άρθρο 78 παρ. 2 του ν. 5960/1933 ενστάσεις προτείνονται κατά του πρώτου δικαιούχου από την επιταγή.

Κατά του τρίτου κομιστή προτείνονται μόνον αν αυτός ενήργησε σε γνώση προς βλάβη του οφειλέτη, εκτός των ενστάσεων πλαστότητας, βίας ή απειλής, ανικανότητας ή έλλειψης πληρεξουσιότητας, οι οποίες προτείνονται κατά παντός κομιστή έστω και καλόπιστου (ΜονΠρΑθ 4309/2005).

 

Τραπεζική επιταγή, που έχει ανύπαρκτη χρονολογία έκδοσης και έχει εκδοθεί από έμπορο.

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 873 ΑΚ, 76 εδ. β, 77 και 78 νδ. της 17/7-13/8/1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» προκύπτει, ότι η τυπικά άκυρη επιταγή σε διαταγή, όπως  είναι η έχουσα ανύπαρκτη χρονολογία έκδοσης, όταν εκδίδεται από έμπορο περί παροχής χρημάτων, μπορεί να ισχύει, κατά μετατροπή, ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, μεταβιβάζεται με οπισθογράφηση και με την τελευταία μεταβιβάζονται όλα τα εκ του δικαιογράφου δικαιώματα στον υπέρ ου η οπισθογράφηση, αφού, έτσι, τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή, ανεξάρτητα από την αιτία, με την επιλογή του τύπου της έκδοσης επιταγής, η οποία ιδρύει αναιτιώδη ενοχή.

Συνεπώς, επιταγή σε διαταγή, που δεν ισχύει ως τέτοια, λόγω ανυπαρξίας της χρονολογίας έκδοσης (άρθρα 1 παρ. 5 και 2 ν.5960/1933), μπορεί, κατά μετατροπή, να ισχύσει ως χρεωστικό ομόλογο εις διαταγή, αρκεί να φέρει όλα τα κατά νόμο στοιχεία που το συγκροτούν, δηλαδή, ρήτρα σε διαταγή, υπόσχεση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού σε οποιονδήποτε χρόνο και αν ζητηθεί αυτό από τον κομιστή, καθώς και την υπογραφή του εκδότη, ο οποίος πρέπει να έχει την ιδιότητα του εμπόρου, οπότε και ακολουθεί, ότι δεν απαιτείται, ως αναγκαίο στοιχείο από τον νόμο, για την εγκυρότητά του, ο χρόνος έκδοσής του, ο κομιστής του δε από οπισθογράφηση μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής, με βάση την άκυρη, κατά τα προεκτεθέντα, επιταγή, αρκεί στην αίτησή του να διαλαμβάνει, ότι η άκυρη αυτή επιταγή εις διαταγή ισχύει, κατά μετατροπή, ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, γιατί περιέχει όλα τα παραπάνω εκ του νόμου στοιχεία του τελευταίου (ΟλΑΠ 2088/1986, ΑΠ 392/2001).

 

Εμφάνιση μεταχρονολογημένης επιταγής στην τράπεζα εντός του οκταημέρου από την μεταγενέστερη ημερομηνία που διαλαμβάνεται στο σώμα της επιταγής.

 

Η έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής καλύπτει χορήγηση πίστωσης από τον λήπτη προς τον εκδότη.

Ο δανειστής και λήπτης της επιταγής, αποδεχόμενος την μεταχρονολόγηση της επιταγής, δεσμεύεται έναντι του εκδότου, προς οικονομική αυτού διευκόλυνση, να μην εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή στη τράπεζα, παρά μόνο εντός του οκταημέρου από την στο σώμα της επιταγής αναγραφόμενη μεταγενέστερη ημερομηνία.

Αν ο λήπτης παρά την ύπαρξη της άνω συμβατικής δέσμευσης εμφανίσει την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα ενωρίτερα απ' ότι συμφωνήθηκε και η επιταγή δεν πληρωθεί, τότε έχει μεν την εκ της αδικοπραξίας αξίωση κατά του εκδότου.

Μπορεί όμως να αντιταχθεί κατ' αυτού ο ισχυρισμός ότι αν και εγνώριζε την έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής, στη συνέχεια κατά παράβαση των συμφωνηθέντων την εμφάνισε για πληρωμή πριν από την ημερομηνία που αναγράφεται στο σώμα της επιταγής.

Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, δεν θεμελιώνεται, όταν ο λήπτης γνώριζε μεν την έλλειψη αντικρύσματος κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής, πλην όμως, συμμορφούμενος προς την ανωτέρω συμβατική δέσμευση, εμφάνισε την επιταγή στη τράπεζα εντός του οκταημέρου από την μεταγενέστερη ημερομηνία που διαλαμβάνεται στο σώμα της επιταγής. Στην περίπτωση αυτή η γνώση του λήπτου περί της έλλειψης διαθεσίμων κατά την πραγματική ημερομηνία έκδοσης της επιταγής, που είναι αυτονόητη επί έκδοσης μεταχρονολογημένης επιταγής, καμία νομική σημασία δεν έχει προς θεμελίωση του παραπάνω ισχυρισμού (ΑΠ 705/2007). 

 

Ατελής (λευκή)  επιταγή, που φέρει υπογραφή του εκδότη.

 

Τραπεζική επιταγή, εφ όσον φέρει απλή υπογραφή του εκδότη με την πρόθεση να δημιουργηθεί θεληματικά ατελής επιταγή, μπορεί να συμπληρωθεί με βάση τη συμφωνία που έγινε με τον λήπτη.

Η συμπλήρωση των στοιχείων που ελλείπουν, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, μπορεί να γίνει και από περαιτέρω κομιστή.

Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής.

Τέτοια υπάρχει, εάν συμπληρωθεί ατελής επιταγή για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της.

Κατά του περαιτέρω κομιστή μπορεί να αντιταχθεί από τον εκδότη, η ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων του τίτλου με την προβολή της ένστασης αυτής στην περίπτωση συμπλήρωσης των στοιχείων της κατά παράβαση των συμφωνιών και υπό την προϋπόθεση ότι ο περαιτέρω κομιστής απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη, ή διέπραξε βαρύ πταίσμα κατά την κτήση της (ΕφΠατρ 682/2001).

 

Προσωπική κράτηση εκδότη ακάλυπτης επιταγής.

 

Ο δικαιούχος κομιστής έχει την ευχέρεια να ζητήσει με την τακτική διαδικασία την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του εκδότη της επιταγής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία ισχύει,  γιατί δεν υφίσταται περίπτωση εφαρμογής του κανόνα της μη εξόφλησης συμβατικής υποχρέωσης, οφειλόμενης αποκλειστικά σε οικονομική αδυναμία του εκδότη επιταγής

Εξάλλου, η προσωπική κράτηση λόγω αδικοπραξίας, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, απαγγέλλεται χωρίς να απαιτείται η αναφορά στην εκκαλούμενη απόφαση των οικονομικών δυνατοτήτων, της αφερεγγυότητας και της δυνατότητας εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου, δεδομένου ότι η απαγγελία προσωπικής κράτησης λόγω αδικοπραξίας είναι δυνητική και απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, αρκεί δε στην αιτιολογία της απόφασης να αναφέρεται το αποδεδειγμένο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου οφειλέτη και των επίδικων αξιώσεων του ενάγοντος δανειστή, χωρίς να απαιτείται να γίνει επιπλέον αναφορά στην αφερεγγυότητα ή την απόκρυψη τυχόν περιουσίας του οφειλέτη και σε άλλες ειδικές συνθήκες ή περιστάσεις (ΑΠ 60/2001, ΟλΑΠ 23/2005, ΑΠ 1010/2005, ΕφΠειρ 29/2007).

 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών