ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Η περί κλήρου αγωγή, κατακράτηση αντικειμένων κληρονομίας, κατοχή από συγκοινωνό.

 

Η περί κλήρου αγωγή αποσκοπεί στην προστασία του καθολικού κληρονομικού δικαιώματος.

Βάση της αγωγής, την οποία εγείρει ο κληρονόμος και κατά συγκληρονόμου του, είναι

α) ο θάνατος του διαθέτη,

β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος,

γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στη νομή ή κατοχή του τα κληρονομιαία πράγματα και

δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί τα κληρονομιαία αντικείμενα ως κληρονόμος, αντιποιούμενος το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος.

Εκείνος που κατακρατεί αντικείμενα της κληρονομίας ως κληρονόμος και που νέμεται με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι για μια εικοσαετία, πράγμα ως ανήκον στην κληρονομία, εφ όσον ενάγεται από τον κληρονόμο του θανόντος με την περί κλήρου αγωγή, δηλαδή ενάγεται προς αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος και απόδοσης της κληρονομίας και άρα του ως άνω πράγματος, μπορεί ως ένσταση καταλυτική της αγωγής να επικαλεστεί και αποδείξει την ως ανωτέρω έκτακτη χρησικτησία, μόνο όμως αν επικαλεστεί και αποδείξει και την παραγραφή της περί κλήρου αγωγής.

Ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται, ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστό, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του, ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό. Με την ανωτέρω προϋπόθεση, δύναται ο κατέχων ολόκληρο το κοινό πράγμα να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκυρίων την κτήση με έκτακτη χρησικτησία, της οποίας αρχίζει τρέχουσα η προθεσμία από της ως άνω γνωστοποίησης.

Τέτοια γνωστοποίηση προς τους συγκυρίους μπορεί να γίνει, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, δια πράξεων εμφαινουσών την ως άνω απόφαση του κατέχοντος το πράγμα συγκυρίου. Η δε περί της αντιποιήσεως της νομής γνώση των λοιπών συγκυρίων μπορεί να προέλθει, είτε από τη δήλωση του αντιποιουμένου τη νομή του κοινού, είτε από οποιονδήποτε άλλον (αντιπρόσωπό του) και αρκεί η γνώση του συγκυρίου περί της αντιποιήσεως του κατέχοντος το κοινό από οπουδήποτε και αν προέρχεται (ΑΠ 2028/2009). 

 

Αποζημίωση κυρίου αυθαιρέτου κτίσματος σε περίπτωση βλάβης, ή καταστροφής του, από τρίτο.

 

Κατά τον ΓΟΚ κάθε κατασκευή, που εκτελείται χωρίς οικοδομική άδεια, ή καθ υπέρβαση της οικοδομικής αδείας, είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις διατάξεις του ν. 1333/83 για τα αυθαίρετα.

Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, ο οποίος συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση με το περιεχόμενο και τις σημειώσεις, που αναφέρονται στη σχετική διάταξη, η οποία έκθεση αυτοψίας υπόκειται σε ένσταση, που ασκείται από τον θιγόμενο και εξετάζεται από την αρμόδια επιτροπή μέσα στις πορβλεπόμενες προθεσμίες.

Μεταξύ άλλων τα αυθαίρετα κτίσματα κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους, ή συγκυρίους αυτών και επιπλέον επιβάλλεται πρόστιμο ανέγερσης και πρόστιμο διατήρησης αυθαίρετου κτίσματος σε βάρος τους, η δε αρμόδια πολεοδομική αρχή μπορεί και αυτεπάγγελτα να προβεί στην κατεδάφιση των αυθαιρέτων και οι σχετικές δαπάνες επιβάλλονται σε βάρος των κυρίων, ή συγκυρίων.

Η έκθεση αυτοψίας και διαπίστωση αυθαίρετου κατασκευάσματος αποτελεί διαπιστωτική ατομική διοικητική πράξη, η οποία ενέχει επίσημη πιστοποίηση δεδομένης πραγματικής κατάστασης, ή γεγονότος και από την οποία πιστοποίηση επέρχονται αυτομάτως οι έννομες συνέπειες που ορίζονται από τον νόμο.

Η πολεοδομική άδεια αποτελεί ατομική διοικητική πράξη δημιουργική δικαιωμάτων, η οποία παράγει δημοσίου δικαίου έννομες σχέσεις μεταξύ της αρχής που την εξέδωσε και του προσώπου υπέρ του οποίου εκδόθηκε. Οι θιγόμενοι τρίτοι όμως δεν αποκτούν δημοσίου δικαίου δικαιώματα από τη χορήγηση, ή, τη μη χορήγηση, πολεοδομικής αδείας, αλλά μπορούν να ασκήσουν μόνο όσα δικαιώματα παρέχονται σε αυτούς από το ιδιωτικό δίκαιο.

Οι κύριοι, ή νομείς ακινήτου ομόρου, ή συγκύριοι του ακινήτου που έλαβε οικοδομική άδεια νομιμοποιούνται να ασκήσουν αίτηση ακύρωσης και να ζητήσουν την ακύρωση της οικοδομικής αδείας για κάθε παράβαση της πολεοδομικής νομοθεσίας, ακόμη και όταν οι ίδιοι έχουν παραβιάσει τις ίδιες, ή άλλες, πολεοδομικές διατάξεις κατά την οικοδόμηση του ακινήτου τους (Κυριακόπουλος Διοικητικό Δίκαιο σελ. 348 επ., ΣτΕ 2189/94, ΑΠ 983/90).

Εάν ο κύριος οικοδομής κατασκευάσει κτίσμα καθ υπέρβαση της αδείας που έλαβε για την ανέγερση της οικοδομής του, χαρακτηριστεί δε κατά την προβλεπόμενη διαδικασία αυθαίρετο και κατεδαφιστέο και δεν ασκηθεί, ή ασκηθεί και απορριφθεί η ένσταση κατά της σχετικής έκθεσης, τότε δημιουργείται α) υποχρέωση του κυρίου, ή των συγκυρίων της οικοδομής να κατεδαφίσουν το αυθαίρετο και β) εξουσιαστική ευχέρεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής να προβεί σε κατεδάφιση αυτού και να επιβάλει τη σχετική δαπάνη σε βάρος του κυρίου, ή των συγκυρίων της οικοδομής.

Το καθεστώς αυτό περιορίζει, αλλά δεν καταλύει την δυνατότητα του κυρίου να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται το αυθαίρετο κατασκεύασμα, ούτε καταλύει την κυριότητά του σε αυτό, γεγονός που επέρχεται μόνο με την καταδάφιση από τον ίδιο ή την πολεοδομική αρχή, ή την καταστροφή του από άλλη αιτία, οπότε παύει να υπάρχει ως αυθύπαρκτη οντότητα.

Το εν λόγω περιοριστικό καθεστώς παύει να ισχύει, όταν εκλείψει το αυθαίρετο κτίσμα, όταν ανακληθεί η σχετική διοικητική πράξη,  νομιμοποιηθεί μεταγενέστερα με κάποιο νόμιμο τρόπο, κατά το χρονικό δε διάστημα, που αυτό διατηρεί την ιδιότητα του αυθαιρέτου, υπόκειται κατά τα λοιπά στο νομικό πλαίσιο που ισχύει και για τα νόμιμα κτίσματα, όπως λ. χ στη φορολόγηση των εισοδημάτων που αποφέρει στον κύριο του, ή στη φορολόγηση της αξίας του ( ΣτΕ 2285/93)

Επειδή επομένως οι πολεοδομικές διατάξεις προστατεύουν μόνο το δημόσιο συμφέρον και δεν αποσκοπούν σε παράλληλη προστασία και των ιδιωτικών συμφερόντων, η κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων κατασκευή αυθαίρετου κτίσματος δεν θεμελιώνει αυτή καθ αυτή αδικοπρακτική αξίωση αποζημίωσης υπέρ των τρίτων που ζημιώνονται (κύριοι του γειτονικού ακινήτου, ή άλλος τρίτος, ή συγκύριος).

Εάν η αυθαίρετη κατασκευή κατεδαφιστεί από την πολεοδομική αρχή,  οποία έχει τη σχετική εξουσία, η κατεδάφιση δεν είναι παράνομη και δεν γεννά υποχρέωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών.

Εάν όμως καταστραφεί από τον κύριο του γειτονικού ακινήτου, ή άλλον τρίτο, ή συγκύριο, χωρίς τη συναίνεση του κυρίου αυτής και χωρίς να συντρέχει κάποιος άλλος λόγος, που να αποκλείει, ή να αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της καταστροφικής πράξης, τότε, εφ όσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι της αδικοπρακτικής ευθύνης, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης υπέρ του κυρίου του αυθαίρετου κτίσματος, ή κατασκευάσματος, ο οποίος χάνει την κυριότητά του σ' αυτό και παθαίνει παράνομη ζημία.

Η ζημία του συνίσταται στη δαπάνη που απαιτείται για την ανακατασκευή του κτίσματος που καταστράφηκε από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τρίτου, ώστε να αποκατασταθεί η δυνατότητα αυτού για απόκτηση ομοίου πράγματος με εκείνο που διέθετε πριν από την καταστροφή, καθώς και για χρήση και εκμετάλλευσή του.

Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν πραγματοποιήθηκε ή πρόκειται να πραγματοποιηθεί η ανακατασκευή, ή η αντικατάσταση του πράγματος, αφού η ζημία έχει ήδη συντελεστεί κατά τον χρόνο της βλάβης ή της καταστροφής του και ο νόμος δεν απαιτεί προγενέστερη αποκατάσταση της ζημίας από τον παθόντα, για να γεννηθεί η αξίωση αποζημίωσης, ούτε επιβάλλει στον δικαιούχο της αποζημίωσης να διαθέσει το σχετικό ποσό για την αποκατάσταση της βλάβης του πράγματος ή για την αναπλήρωση της απώλειας αυτού.

Ο τρίτος δεν δικαιούται επομένως να επικαλεστεί την ιδιότητα του κτίσματος, που κατέστρεψε, ως αυθαιρέτου και κατεδαφιστέου, σαν λόγο για την άρση του παράνομου χαρακτήρα της πράξης του, αφού η εν λόγω ιδιότητα παρέχει εξουσία κατεδάφισης του αυθαιρέτου μόνο στην πολεοδομική αρχή, και όχι σε αυτόν, ο οποίος δεν νομιμοποιείται, με αφορμή την πολεοδομική παράβαση στο όμορο ακίνητο, να υποκαταστήσει τη δημόσια εξουσία στο έργο της.

Ο τρίτος, όταν ενάγεται για αποζημίωση από την αδικοπραξία που διέπραξε, καταστρέφοντας το αυθαίρετο κτίσμα, μπορεί να αντιτείνει την ένσταση συνευθύνης του παθόντος στη ζημία του κατά το άρθρο 300 ΑΚ και να επιτύχει τη μείωση, ή και την άρση της υποχρέωσής του προς αποζημίωση.

Η ευδοκίμηση της ένστασης αυτής όμως προϋποθέτει ότι η επικαλούμενη υπαίτια συμπεριφορά του παθόντος βρίσκεται σε αιτιώδη πρόσφορο σύνδεσμο τόσο με τη ζημία, όσο και με το γεγονός που προκάλεσε τη ζημία, δηλαδή την πράξη του ζημιώσαντος. Απαιτείται δηλαδή η συμπεριφορά του παθόντος να είναι καθ εαυτή ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά την κοινή πείρα, να συντελέσει στην πρόκληση, ή την έκταση της ζημίας, αλλά και να προκαλέσει τη ζημιογόνο πράξη του ζημιώσαντος.

Επομένως η παράβαση από τον κύριο του αυθαιρέτου των πολεοδομικών διατάξεων, οι οποίες προστατεύουν μόνο το δημόσιο συμφέρον, δεν θεμελιώνει καθ εαυτή ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου δικαιώματα του τρίτου, αλλά θεμελιώνει μόνο το έννομο συμφέρον αυτού να επιδιώξει την ακύρωση της άδειας οικοδομής, που χορηγήθηκε στον κύριο του αυθαιρέτου για παραβάσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (ΣτΕ 2198/94, ΕφΠειρ15/2008).

 

Αποζημίωση από αδικοπραξία σε περίπτωση βλάβης, ή καταστροφής, πράγματος.

 

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297,298 και 330 του ΑΚ προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται.

α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα, ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου.

β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια του δράστη.

γ) επέλευση ζημίας και.

δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Η μη τήρηση, ή η πλημμελής τήρηση, των προστατευτικών κανόνων δικαίου παρέχει αξίωση αποζημίωσης στους ιδιώτες που βλάπτονται, μόνο όταν οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην προστασία των ατομικών συμφερόντων αποκλειστικά, ή παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, ενώ δεν παρέχει τέτοια αξίωση η παράβαση δικαστικών κανόνων, που προστατεύουν μόνο το γενικό συμφέρον.

Η βλάβη, ή, η καταστροφή, ξένου πράγματος αποτελεί παράνομη πράξη, καθ όσον αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 973, 1094 επ του ΑΚ και 381 παρ. 1 του ΠΚ, οι οποίες, εκτός από το γενικό συμφέρον, αποσκοπούν κυρίως στην προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας.

Μία καταρχήν παράνομη συμπεριφορά παύει να είναι παράνομη, όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι που αποκλείουν, ή αίρουν τον παράνομο χαρακτήρα της. Τέτοιοι λόγοι είναι η συναίνεση του παθόντος, η νόμιμη άσκηση δικαιώματος, η νόμιμη αυτοδικία, η κατάσταση ανάγκης, η σύγκρουση καθηκόντων, η επιτρεπόμενη διοίκηση αλλότριων και άλλοι λόγοι προβλεπόμενοι από ειδικές διατάξεις νόμου, τους οποίους οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εναγόμενος για αποζημίωση (ΑΠ 683/95, ΑΠ 1110/96, Στε 1693/98, ΑΠ 211/94, ΑΠ 255/87, ΑΠ 1763/84).

Σύμφωνα με την θεωρία της διαφοράς, ως ζημία νοείται η διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του προσώπου που διαμόρφωσε η ζημιογόνος πράξη και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτή, ενώ δικαιούχος της αποζημίωσης από αδικοπραξία είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτή, δηλαδή ο φορέας του δικαιώματος, ή του προστατεόμενου συμφέροντος, που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 807/73, ΑΠ 768/85).

Με βάση την έννοια της ζημίας, αλλά και τον αποκαταστατικό σκοπό του δικαίου της αποζημίωσης, αποκαθίσταται όλη η πραγματική ζημία που παθαίνει ο φορέας του θιγόμενου δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος από τη βλάβη υλικού, ή άυλου αγαθού, ή από την απώλεια συγκεκριμένου πράγματος που έχει οικονομική αξία, και μάλιστα ανεξάρτητα από τον αν και σε πιο βαθμό το χρησιμοποιούσε.

Σε περίπτωση βλάβης ή καταστροφής (μερικής ή ολικής) πράγματος η πραγματική ζημία συνίσταται στην αναγκαία δαπάνη που πρέπει να γίνει για την επισκευή, ή την ανακατασκευή αυτού, ή την απόκτηση άλλου πράγματος στην κατάσταση που αυτό βρισκόταν κατά τον χρόνο της βλάβης, ή της καταστροφής του, ώστε να εξασφαλίζεται στον παθόντα η δυνατότητα να χρησιμοποιεί το πράγμα και να αντλεί από αυτό όλες τις ωφέλειες και χρησιμότητες που μπορούσε να αντλεί πριν από τη βλάβη, ή την καταστροφή του.

Σε περίπτωση καταστροφής ξένου πράγματος στην περιουσία του παθόντος δεν ανήκει πλέον το πράγμα που καταστράφηκε, αλλά ανήκει από τον χρόνο της καταστροφής η απαίτηση αποζημίωσης, δηλαδή καταβολής του αναγκαίου ποσού για την ανακατασκευή, ή την αντικατάστασή του.

Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν πραγματοποιήθηκε ή πρόκειται να πραγματοποιηθεί η ανακατασκευή, ή η αντικατάσταση του πράγματος, αφού η ζημία έχει ήδη συντελεστεί κατά τον χρόνο της βλάβης ή της καταστροφής του και ο νόμος δεν απαιτεί προγενέστερη αποκατάσταση της ζημίας από τον παθόντα, για να γεννηθεί η αξίωση αποζημίωσης, ούτε επιβάλλει στον δικαιούχο της αποζημίωσης να διαθέσει το σχετικό ποσό για την αποκατάσταση της βλάβης του πράγματος ή για την αναπλήρωση της απώλειας αυτού.

Σύμφωνα με την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας αποζημιώνεται η ζημία, εάν συνδέεται και στην έκταση που συνδέεται με πρόσφορη αιτιώδη σχέση προς τη ζημιογόνο συμπεριφορά του δράστη, πράγμα που υπάρχει, όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά κατά τον χρόνο και υπό τους όρους που αυτή έλαβε χώρα ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση εκτάκτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία.

Η υποθετική επέλευση από άλλη μεταγενέστερη αιτία της ζημίας που προκάλεσε ο ζημιώσας με τη ζημιογόνο πράξη του δεν αναιρεί εκ των υστέρων την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ζημιογόνου πράξης και ζημίας και δεν αίρει την ευθύνη του τελευταίου για αποζημίωση του παθόντος, η οποία οφείλεται ήδη από τον χρόνο πραγμάτωσης της ζημίας με τη συνδρομή και των λοιπών όρων της αδικοπραξίας

Επίσης δεν θίγεται η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου και η σχετική ευθύνη του ζημιώσαντος από το ότι στα επιζήμιο αποτέλεσμα συνέβαλαν και ιδιαίτερες περιστάσεις του παθόντος, ή ιδιότητες του πράγματος που έπαθε τη βλάβη, ή την καταστροφή (Μπαλή Γενικό Ε. Δίκαιο παρ. 27 σελ. 104, 106 και 108, ο.π. σελ. 83 και 85, Λιζερόπουλο ο.π.σελ. 96 και 107).

Ο εναγόμενος για αποζημίωση από αδικοπραξία μπορεί να αντιτείνει την ένσταση συνευθύνης του παθόντος στη ζημία του κατά το άρθρο 300 ΑΚ και να επιτύχει τη μείωση, ή και την άρση της υποχρέωσής του προς αποζημίωση.

Η ευδοκίμηση της ένστασης αυτής προϋποθέτει ότι η επικαλούμενη υπαίτια, ή και αναίτια, συμπεριφορά του παθόντος βρίσκεται σε αιτιώδη πρόσφορο σύνδεσμο τόσο με τη ζημία, όσο και με το γεγονός που προκάλεσε τη ζημία, δηλαδή την πράξη του ζημιώσαντος. Απαιτείται δηλαδή η συμπεριφορά του παθόντος να είναι καθ εαυτή ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά την κοινή πείρα, να συντελέσει στην πρόκληση, ή την έκταση της ζημίας, αλλά και να προκαλέσει τη ζημιογόνο πράξη του ζημιώσαντος (ΕφΠειρ15/2008).

 

Υποκατάσταση του ασφαλιστή στην θέση του ασφαλισμένου, το ορισμένο της αγωγής του ασφαλιστή.

 

Από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2496/1997, το οποίο ορίζει ότι «εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε», συνάγεται ότι ο ασφαλιστής από τότε που θα καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στη θέση εκείνου και μπορεί να ασκήσει κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου, τις αξιώσεις του τελευταίου.

Η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε και επομένως ο ασφαλιστής υποκαθίσταται στη θέση που ακριβώς βρισκόταν ο ασφαλισμένος έναντι του τρίτου, εναντίον του οποίου αυτός δικαιούται να στραφεί συνεπεία της από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ζημίας, δηλαδή, η αγωγή την οποία εγείρει ο ασφαλιστής κατά του τρίτου είναι εκείνη, την οποία θα ήγειρε ο ασφαλισμένος (ΑΠ 115/1998, ΕφΑθ 213/2008).

Στην υποκατάσταση αυτή, η οποία αποτελεί περίπτωση νόμιμης εκχώρησης, η απαίτηση μεταβιβάζεται με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της και έτσι ο τρίτος μπορεί να αντιτάξει κατά του ασφαλιστή όλες τις ενστάσεις που είχε κατά του ασφαλισμένου μέχρι την καταβολή του ασφαλίσματος και ειδικότερα αυτές που βάλλουν κατά της γέννησης και ύπαρξης της απαίτησης, κατά το χρόνο της υποκατάστασης, όπως και αυτές που του παρέχουν το δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή (ΕφΑθ 213/2008).

Ο ενάγων ασφαλιστής, ασκώντας την αγωγή, που θα ασκούσε ο ίδιος ο ασφαλισμένος κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου, αρκεί, για την πληρότητα του δικογράφου, να επικαλεστεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ασφαλιστικής υποκατάστασης και συγκεκριμένα, α) την σύναψη και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, β) την καταβολή του ασφαλίσματος στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και γ) τη ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε.

 

 

Γενικοί Όροι ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου όρου.

 

Οι «Γενικοί Όροι» των ασφαλιστηρίων συμβολαίων είναι διατυπωμένοι εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων.

Συνιστούν «γενικούς όρους» συναλλαγών, η εγκυρότητα των οποίων εξετάζεται στα πλαίσια του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτών», σύμφωνα με το οποίο οι όροι αυτοί απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, δηλαδή, στην συγκεκριμένη περίπτωση του ασφαλιζομένου.  

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου όρου, κρίνεται λαμβανομένων υπ όψιν της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, του συνόλου των ειδικών συνθηκών και των λοιπών όρων της σύμβασης.

Κατά την παρ. 7 του άρθρου 2 ν. 2251/1994 καταχρηστικοί, κατά την ενδεικτική απαρίθμηση της παραγράφου, είναι οι «γενικοί όροι» των συναλλαγών όταν, εκτός των άλλων, περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες των προμηθευτών, ή αποκλείουν και περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή, στην συγκεκριμένη περίπτωση του ασφαλιστή.

Για την κρίση της ακυρότητας ως καταχρηστικών ή μη των όρων αυτών, λαμβάνεται υπ όψιν κατά κύριο λόγο το συμφέρον του ασφαλιζομένου, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής, στα πλαίσια πάντα επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών, ενώ ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση (ΑΠ 11/2006, ΑΠ 1101/2004). 

 

Το δικαίωμα του εγγυητή για ασφάλεια από τον πρωτοφειλέτη (άρθρο 861 ΑΚ).

 

Ο εγγυητής κατά το άρθρο 861  ΑΚ έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον πρωτοφειλέτη ασφάλεια και πριν καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή, στην περίπτωση που χειροτερεύει η περιουσιακή κατάσταση του δεύτερου, ή που η δίωξη του γίνεται δυσχερής λόγω αλλαγής της κατοικίας ή της διαμονής του, που ακολούθησε την σύναψη της σύμβασης εγγύησης, ή επειδή έχει καταστεί υπερήμερος, ή έχει καταδικασθεί ο εγγυητής σε πληρωμή.

Το εν λόγω δικαίωμα αποκτά ο εγγυητής ευθύς μόλις συντρέξει μία από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις και πηγάζει από κάποια έννομη σχέση που τους συνδέει.

Η παραπάνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και, συνεπώς, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα να ζητήσει ασφάλεια, χωρίς να απαιτείται γι’ αυτό η τήρηση έγγραφου τύπου.

Το δικαίωμα της ΑΚ 861 μπορεί να ασκηθεί, εφ όσον συντρέχουν οι παραπάνω ουσιαστικές προϋποθέσεις, από τον εγγυητή, δικαστικώς ή και εξωδίκως,  είναι δε ανεξάρτητο της τυχόν παραίτησης του τελευταίου από το δικαίωμα προβολής της ένστασης διζήσεως του άρθρου 855 ΑΚ.

Η απαίτηση του εγγυητή για ασφάλεια προϋποθέτει ότι ο ανωτέρω έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη,  με βάση την μεταξύ τους σχέση και δεν αποτελεί προϋπόθεση της απόσβεσης της εγγύησης, κατ’ άρθρο 862 ΑΚ.   

Η ασφάλεια μπορεί να δοθεί από τρίτο πρόσωπο, ή να είναι προσωπική τρίτου προσώπου, ή εμπράγματη  (ενέχυρο,  υποθήκη και προσημείωση υποθήκης), μπορεί δε να διαταχθεί κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μόνο, εφ όσον συγχωρείται η λήψη ασφαλιστικού μέτρου, εν όψει του απαιτούμενου είδους της ασφάλειας (άρθρα 682 επ ΚΠολΔ)

Η χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης  του πρωτοφειλέτη πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα από την σύγκριση της περιουσίας του μεταξύ του χρόνου παροχής της εγγύησης αφ ενός και της προβολής του αιτήματος για λήψη ασφάλειας αφ ετέρου.

Η χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης του πρωτοφειλέτη δεν συνδέεται απαραίτητα με τυχόν υπαιτιότητα αυτού ή μη. Σε περίπτωση ύπαρξης ευθύνης του ίδιου του εγγυητή για το γεγονός δεν μπορεί να ζητηθεί από τον τελευταίο η ενεργοποίηση της σχετικής προστασίας (ΑΠ 262/96)

Η χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης του πρωτοφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της απόσβεσης της εγγύησης που προβλέπεται από το άρθρο 862 ΑΚ, που επέρχεται εφ όσον συντρέξουν οι όροι του παραπάνω άρθρου και χωρίς την απαίτηση ασφαλείας κατά το άρθρο 861 ΑΚ.

Η ασφάλεια του άρθρου 861 ΑΚ δεν μπορεί να συνιστάται σε συντηρητική,  γιατί με αυτή δεν εξασφαλίζεται η ικανοποίηση μέλλοντος δικαιώματος, αλλά η ικανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση των πραγμάτων του οφειλέτη προς τον σκοπό αναγκαστικού πλειστηριασμού αυτών μετά την απόκτηση τίτλου αναγκαστικής εκτέλεσης για τη γεννημένη χρηματική απαίτηση.

Είναι προφανές ότι η ενδεχόμενη ζημία του εγγυητή έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη δικαιώματος αναγωγής του έναντι του πρωτοφειλέτη και υποκατάστασής του στα δικαιώματα του δανειστή κατ’  άρθρο 858  ΑΚ. Νοείται ότι καμία ζημία κινδυνεύει να υποστεί ο εγγυητής εκείνος που δεν διαθέτει δικαίωμα αναγωγής και υποκατάστασης κατά του αφερέγγυου πρωτοφειλέτη,  αφού ούτως ή άλλως φέρει την ακέραιη και αποκλειστικά προσωπική εγγυητική ευθύνη, μέσω δε αυτής την υποχρέωση ενδεχομένως καταβολής ολόκληρης της κύριας οφειλής προς το δανειστή.

Συμπεραίνεται ότι η ενεργοποίηση της ΑΚ 861 δεν μπορεί παρά να αφορά μόνο τους εγγυητές αυτούς, που λόγω ύπαρξης ιδιαίτερης σχέσης «κάλυψης» με τον πρωτοφειλέτη, έχουν δικαίωμα αναγωγής και υποκατάστασης έναντι του τελευταίου.   

Σε  αυτό,  άλλωστε,  διαφέρει γενικότερα η διάταξη του άρθρου 861  ΑΚ από αυτής της ΑΚ 858, στο ότι δηλαδή στην πρώτη περίπτωση υπάρχει η εκ του νόμου ευχέρεια λήψης ορισμένων εξασφαλιστικής μορφής μέτρων από μέρος του εγγυητή κατά του πρωτοφειλέτη και πριν ακόμη καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή.

Αν την έλλειψη προσφυγής στην ΑΚ 861 προβάλλει ο δανειστής ως άμυνα στην ένσταση απελευθέρωσης του εγγυητή κατά το άρθρο 862,  το σχετικό βάρος απόδειξης αναφορικά με την ύπαρξη των δικαιωμάτων αναγωγής και υποκατάστασης στο πρόσωπο του εγγυητή έναντι του πρωτοφειλέτη φέρει ο δανειστής

Δυνατότητα λήψης οποιασδήποτε μορφής ασφάλειας έχει ο εγγυητής και εκτός πλαισίου προϋποθέσεων του άρθρου 861 ΑΚ,  εφ όσον υπάρξει σχετική ρητή συμφωνία του με τον πρωτοφειλέτη.

Η πτώχευση του πρωτοφειλέτη θεωρείται αυταπόδεικτο στοιχείο αφερεγγυότητάς του.

 

Υπόχρεοι σε αποζημίωση ναυτικού σε ναυτεργατικό ατύχημα, εργοδότης του ναυτικού.

 

Κατ αρχήν υπόχρεος προς αποζημίωση του παθόντος ναυτικού από εργατικό ατύχημα είναι ο κύριος της επιχείρησης (άρθρο 1 ν. 551/1915).

Στο πλαίσιο του ναυτεργατικού δικαίου κύριος της επιχείρησης είναι ο πλοιοκτήτης, ο εφοπλιστής και ο κύριος του πλοίου (που δεν έχει τον εφοπλισμό).

Γίνεται  δεκτό ότι ο αντιπρόσωπος του πλοιοκτήτη, που συνάπτει την σύμβαση με τον ναυτικό υπό τις προϋποθέσεις του ν. 762/1978, ευθύνεται όχι μόνο για τον καθορισμένη από την σύμβαση, ή τον υποχρεωτικό κανόνα δικαίου, βασικό μισθό, ή  άλλη πρόσθετη, ή συμπληρωματική του μισθού αντιπαροχή, αλλά και για οποιοδήποτε  ατύχημα στο πλοίο.

Επί πλέον υπόχρεοι σε ολόκληρο  προς αποζημίωση είναι.

α) το νομικό πρόσωπο, που σύναψε στην Ελλάδα την σύμβαση εργασίας με το ναυτικό, ως αντιπρόσωπος του εργοδότη, καθώς και

β) τα φυσικά πρόσωπα, που όχι μόνο εκπροσώπησαν το νομικό πρόσωπο, που συμβλήθηκε ως αντιπρόσωπος του εργοδότη κατά την σύναψη της σύμβασης εργασίας, αλλά και όλα εκείνα που, κατά τον νόμο και τις σχετικές διατάξεις του καταστατικού, εκπροσώπησαν, ή εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο, που κατάρτισε την σύμβαση ως εκπρόσωπος του εργοδότη από την σύναψη της σύμβασης μέχρι την άσκηση των σχετικών αξιώσεων από το ναυτικό (άρθρα 1 παρ.1 εδ. α και 2 ν. 762/1978, ΑΠ 424/95, ΑΠ 626/98, ΕφΠειρ 280/95, ΕφΠειρ 1290/1997, ΕφΠειρ 407/2010). 

 

Υπόσχεση τρίτου προς οφειλέτη περί καταβολής του χρέους, σύμβαση ελευθέρωσης χρέους.

 

Κατά το άρθρο 478 ΑΚ, αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο τρίτος δεν αποκτά δικαίωμα από την σύμβαση αυτή.

Από την διάταξη αυτή, που καθιερώνει ερμηνευτικό κανόνα, συνάγεται ότι η περί καταβολής του χρέους, υπαρκτού ή μελλοντικού, υπόσχεση του τρίτου προς τον οφειλέτη, αν δεν προκύπτει ειδικά το αντίθετο, αποτελεί απλή σύμβαση ελευθερώσεως χρέους, η ενέργεια της οποίας περιορίζεται αποκλειστικά μεταξύ των συμβληθέντων (ΕφΠατρ 89/2008).

Η σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, αιτιώδης, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθ ενός.

Η σύμβαση ελευθερώσεως είναι κατά κανόνα άτυπη, εκτός αν η τήρηση του τύπου επιβάλλεται από το αντικείμενό της.

Για να αποκτήσει ο δανειστής τρίτος άμεση αξίωση εναντίον εκείνου που υποσχέθηκε από μια τέτοια σύμβαση, πρέπει από την τελευταία να προκύπτει αυτό σαφώς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 411 ΑΚ, δηλαδή να προκύπτει τέτοια βούληση των μερών που έχουν συμβληθεί, ή αυτό να συνάγεται από την φύση και τον σκοπό της σύμβασης (ΑΠ 1791/2007).

Αν ο υποσχεθείς ήταν και οφειλέτης του προς ον η υπόσχεση, τότε η δοθείσα από εκείνον υπόσχεση διακανονισμού του χρέους και ελευθερώσεως του οφειλέτη από τις έναντι των δανειστών οφειλές, τους οποίους αναφέρει κατ' όνομα και απαίτηση, ερμηνεύεται ως ενέχουσα την βούληση των συμβληθέντων, όπως, με την καταβολή του υποσχεθέντος προς τους δανειστές του οφειλέτη, εκκαθαρισθεί η όλη κατάσταση και εξυπηρετηθούν έτσι σι συναλλακτικές ανάγκες και τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων με τη δημιουργία υπέρ του δανειστή αυτοτελούς και άμεσου δικαιώματος, να απαιτήσει την παροχή ευθέως από τον υποσχεθέντα (ΕφΑθ 182/2011, ΕφΘεσ 68/1982). 

 

Το Σάββατο δεν είναι εργάσιμη ημέρα.

 

Το Σάββατο, όπου απαιτείται για τον  υπολογισμό των προθεσμιών, δεν είναι εργάσιμη ημέρα. Τούτο ορίζεται ρητώς, μετά τον ν. 3994/2011, στην παρ. 3 άρθρου 144 ΚΠολΔ.

 

 

Διαφορές που υπάγονται στην μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ.

 

Σύμφωνα, με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 902 ΚΠολΔ, στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων, οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μπορούν, με προηγούμενη γνωμοδότηση του διοικητικού τους συμβουλίου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του υπουργού της δικαιοσύνης και του υπουργού που έχει την εποπτεία του επιμελητηρίου, του χρηματιστηρίου ή της ένωσης.

Με βάση την διάταξη αυτή εκδόθηκε το π.δ 723/1979 «περί συστάσεως παρά τω Τεχνικώ Επιμελητηρίω της Ελλάδος μονίμου διαιτησίας», δυνάμει του οποίου στην μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ υπάγονται προς επίλυση τεχνικές διαφορές.  

Ως τεχνικές διαφορές, νοούνται οι διαφορές, που ανακύπτουν από συμβάσεις, που έχουν ως άμεσο αντικείμενο τεχνικά έργα, κατασκευές, εγκαταστάσεις, ή θέματα εμπίπτοντα στις επιστημονικές γνώσεις, ή εμπειρίες των μελών του ΤΕΕ.

Δεν υπάγονται στην διαιτησία του ΤΕΕ διαφορές, που δεν είναι τεχνικές, αλλά έχουν έμμεση σχέση με τέτοια έργα, δηλαδή αυτές, που ανακύπτουν από αμφισβήτηση του περιεχομένου μιας σύμβασης έργου, ως προς τον τρόπο καθορισμού της αμοιβής του εργολάβου και το ύψος αυτής και ως προς την έκταση των συμφωνηθεισών εργασιών, έστω και αν το αντικείμενο της συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητας είναι τεχνικό έργο, κατασκευή, ή εγκατάσταση.

Στις άνω περιπτώσεις άμεσο αντικείμενο είναι η ερμηνεία και εφαρμογή των όρων της σύμβασης για την επίλυση των οποίων απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις νομικής επιστήμης και όχι, η μελέτη, η εκτέλεση, η συντήρηση, η λειτουργία τεχνικού έργου κατασκευής, ή εγκατάστασης, ή άλλη επέμβαση επί τέτοιου έργου κατασκευής, ή εγκατάστασης, που εμπίπτει στις επιστημονικές γνώσεις, ή εμπειρίες, των μελών του ΤΕΕ.

Επομένως δεν συνιστά τεχνική διαφορά, η διαφορά που προέρχεται από σύμβαση μελέτης, εκτέλεσης, συντήρησης, λειτουργίας, ή, επέμβασης, επί τεχνικών έργων κατασκευών και εγκαταστάσεων, ή, αμφισβήτηση του τρόπου καθορισμού της αμοιβής και το ύψος αυτής (ΕφΑθ 527/2011).

Αν με συμφωνία υπαχθεί στην μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ οποιαδήποτε διάφορα, που δεν είναι τεχνική, η σχετική διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη (ΑΠ 1610/2008, ΑΠ 536/2007, ΕφΑΘ 4953/2010). 

 

Παύση ισχύος συμφωνίας διαιτησίας.

 

Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας απαριθμεί στο άρθρο 885 μόνο τρεις λόγους, για τους οποίους παύει να ισχύει η συμφωνία για διαιτησία

Περίπτωση πρώτη (αριθμός 1 άρθρο 885 ΚΠολΔ), η συμφωνία για διαιτησία παύει να ισχύει, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την ίδια, αν οι διαιτητές, ή ο επιδιαιτητής, που ορίστηκαν με την συμφωνία, ή κατόπιν όρισαν από κοινού οι συμβαλλόμενοι, πεθάνουν, ή δεν αποδεχθούν τον ορισμό τους και δεν έχουν οριστεί αντικαταστάτες, ή ο τρόπος της αντικατάστασής των.

Δεν παύει, όμως, να ισχύει η συμφωνία για διαιτησία, εάν καθένας από τους συμβαλλομένους όρισε τον διαιτητή του και ο διαιτητής αυτός δεν αποδέχθηκε τον ορισμό του και για το λόγο αυτό έγινε νόμιμη αντικατάστασή του. Στην περίπτωση αυτή δεν δημιουργείται λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ως εκδοθείσας μετά την παύση της ισχύος της συμφωνίας για διαιτησία.

Δεν παύει επίσης να ισχύει η συμφωνία για διαιτησία, στην περίπτωση που ο διαιτητής (ή επιδιαιτητής) είχε, κατά το χρόνο του διορισμού του, την προβλεπόμενη από την συμφωνία διαιτησίας υπηρεσιακή ιδιότητα και μεταγενέστερα απώλεσε αυτήν. Η συμμετοχή του στην εκδοθείσα διαιτητική απόφαση, εφ όσον πριν από την έκδοσή της δεν έγινε δεκτή η ανάκληση, ή αντικατάστασή του γι αυτή την αιτία, δεν συνιστά λόγο  ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. Δεν θεωρείται ως περίπτωση απώλειας της υπηρεσιακής ιδιότητας η κατά βαθμό προαγωγή δημοσίου λειτουργού (ΑΠ 242/1990).

Περίπτωση δεύτερη (αριθμός 2  άρθρο 885 ΚΠολΔ), η συμφωνία για διαιτησία παύει να ισχύει, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την ίδια, αν περάσει η προθεσμία της ισχύος της συμφωνίας, που ορίσθηκε από την ίδια την συμφωνία, ή, η προθεσμία για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, ή, η προθεσμία που τάσσεται κατά το άρθρο 884 ΚΠολΔ.

Περίπτωση τρίτη (αριθμός 3 άρθρο 885 ΚΠολΔ), η συμφωνία για διαιτησία παύει να ισχύει, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την ίδια, αν οι συμβαλλόμενοι συνομολογήσουν έγγραφα την κατάργηση της συμφωνίας.

Κατά την άρχουσα (επικρατούσα) όμως γνώμη της επιστήμης και νομολογίας το εύρος του ανισχύρου της διαιτητικής συμφωνίας δεν εξαντλείται με την παραπάνω ρύθμιση, γιατί η περιορισμένη περιπτωσιολογία του εν λόγω άρθρου έχει συμπληρωματική μόνο αποστολή (ΕφΑθ 4468/1992). Η αντίθετη θέση (ΕφΠειρ 559/81), εκείνη δηλαδή που υποστηρίζει ότι οι λόγοι, για τους οποίους παύει η ισχύς της συμφωνίας περί διαιτησίας, απαριθμούνται αποκλειστικά στο άρθρο 885 ΚΠολΔ, θεωρείται οπωσδήποτε ανελαστική και αδιάλλακτη.

Κατά συνέπεια η διαιτητική συμφωνία παύει να ισχύει μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, ακόμη και αν ακυρωθεί η τελευταία, επειδή έχει ήδη εκπληρωθεί ο σκοπός της διαιτητικής συμφωνίας, που είναι η έκδοση απόφασης από τους διαιτητές, και δεν αναβιώνει, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμβατική πρόβλεψη.

Η διαιτητική συμφωνία δεν παύει, όμως, να ισχύει, αν η ακύρωση οφείλεται στην μη νόμιμη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου (άρθρο 897 αριθμός 3 ΚΠολΔ), ή στην μη νόμιμη εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου κατά τη διαιτητική δίκη (άρθρο 897 αριθμός 8 ΚΠολΔ, άρθρο 544 αριθμό 2 ΚΠολΔ), ή αν η ακύρωση οφείλεται στην μη κλήτευση και συνεπώς παντελή έλλειψη ακρόασης κάποιου από τα συμβληθέντα μέρη (άρθρο 897 αριθμός 5 ΚΠολΔ, άρθρο 886 παρ 2 ΚΠολΔ). Στις περιπτώσεις αυτές η διαιτητική συμφωνία επανέρχεται στη ζωή, με αποτέλεσμα η διαφορά, να εξακολουθεί, να υπάγεται στη διαιτησία και όχι στη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 1549/1979, ΕφΑθ 3521/1980, ΕφΠειρ 334/2007).

Γίνεται δεκτό (ΑΠ 1589/90, ΑΠ 1183/85) ότι, αν και η ισχύς της συμφωνίας διαιτησίας δεν παύει με σιωπηρή παραίτηση των συμβαλλομένων, αν ασκηθεί στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια αγωγή, για διαφορά που υπάγεται στην διαιτησία, μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση στον εναγόμενο για συμβατική κατάργηση της συμφωνίας περί διαιτησίας. Στην περίπτωση αυτή, η απάντηση του εναγομένου στην ουσία της αγωγής με δικόγραφο, ή με τις προτάσεις του και η παράλειψή του να επικαλεσθεί την ένσταση διαιτησίας, ισοδυναμούν με αποδοχή της πρότασης, με αποτέλεσμα να ολοκληρώνεται η έγγραφη κατάρτιση αντίθετης σύμβασης και να παύει έτσι να ισχύει η αρχική συμφωνία για διαιτησία (ΕφΑθ 4468/1992).

 

Ομαδική ασφάλιση εργαζομένων από εργοδότη. Γνήσια σύμβαση υπέρ εργαζομένου.

 

Δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση, ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία.

Με τις πρόσθετες παροχές δεν ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει την χορήγησή τους.

Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν μετατρέπονται σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου, ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν ο εργοδότης κατά την έναρξη της χορήγησής τους, ή, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε.

Έτσι στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας, που αποκτά ο εργαζόμενος, έως ότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την είσπραξη ενός εφ άπαξ χρηματικού ποσού.

Στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ εργαζομένου, μπορεί ο εργαζόμενος, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του εργοδότη, όταν με συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον ασφαλιστή και να αξιώσει αποζημίωση.

Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξης της ασφαλιστικής σύμβασης, ή εκείνη, κατά την οποία το εφ άπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο εργαζόμενος από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξ αιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης παροχής προς το μισθωτό από υπαιτιότητα του εργοδότη, οπότε ο εργαζόμενος δικαιούται, να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 338 και 336 ΑΚ (ΑΠ 1934/2008, ΕφΠειρ 82/2011).

Σε αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος εργαζόμενος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή, ή αποζημίωση, σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης, υπερημερίας κλπ., απ ευθείας από τον εργοδότη, στρεφόμενος κατ αυτού απ ευθείας κατ άρθρο 411 ΑΚ (ΕφΘεσ 426/2009, ΕφΑθ 5670/2007, ΕφΘεσ 435/2004, ΕφΠειρ82/2011).   

 

Λόγοι ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, άρθρο 897 ΚΠολΔ.   

 

Σύμφωνα με το άρθρο 897 ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά, ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό.

Οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και για αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 221/2004, ΑΠ 40/2010).

Κατ άρθρο 898 ΚΠολΔ αρμόδιο για την εκδίκαση της ακυρωτικής αγωγής είναι το Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση και εκδικάζεται κατά την διαδικασία των άρθρων 670 έως 673, 675 και 676 ΚΠολΔ.

Κατ  άρθρο 899 ΚΠολΔ η αγωγή για την ακύρωση ασκείται από εκείνους, που συνομολόγησαν τη συμφωνία για την διαιτησία και από καθένα που έχει έννομο συμφέρον. Απευθύνεται εναντίον όλων των διαδίκων μερών, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίηση της, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.

Το τακτικό δικαστήριο που δικάζει την ακυρωτική αγωγή δεν μπορεί να ερευνήσει κατ ουσία την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης, αλλά ερευνά μόνο το κύρος αυτής σε σχέση προς τους περιοριστικώς αναγραφομένους στο άρθρο 897 ΚΠολΔ λόγους ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης, που προβάλλονται σ' αυτό με την ακυρωτική αγωγή (ΕφΑθ 1688/1975). Σε περίπτωση που το δικαστήριο διαπιστώσει την συνδρομή προϋποθέσεων ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης υποχρεούται να ακυρώσει την διαιτητική απόφαση (ΕφΘεσ 2159/1983, ΕφΑθ 4113/2007

Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί για τους εξής μόνο λόγους.

1) αν η συμφωνία για την διαιτησία είναι άκυρη.

Η διάταξη προϋποθέτει άκυρη, αλλά υπαρκτή συμφωνία για διαιτησία.

Αν η διαιτητική συμφωνία δεν καταρτίσθηκε, η διαιτητική απόφαση είναι ανύπαρκτη. Αυτό συμβαίνει και όταν η απόφαση εκδόθηκε για αντικείμενο το οποίο δεν είναι επιδεκτικό υπαγωγής σε διαιτησία.

Ως διαιτητική συμφωνία νοείται, τόσο η οριστική διαιτητική σύμβαση, όσο και η διαιτητική ρήτρα.

Η έλλειψη των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος (άρθρα 867, 869 ΚΠολΔ) για την έγκυρη κατάρτιση της διαιτητικής συμφωνίας, θεμελιώνουν τον προκείμενο ακυρωτικό λόγο της διαιτητικής απόφασης.

Έτσι η μη τήρηση του εγγράφου συστατικού τύπου για την διαιτητική συμφωνία, ή διαιτητική ρήτρα, καθιστά άκυρες αυτές και δημιουργεί ακυρωτικό λόγο, εκτός αν η ακυρότητα από την έλλειψη αυτή καλυφθεί με την εμφάνιση των μερών ενώπιον των διαιτητών και την ανεπιφύλακτη συμμετοχή τους στην διαιτητική διαδικασία (άρθρο 869 ΚΠολΔ).

Η ακυρότητα της κυρίας κατά το ουσιαστικό δίκαιο σύμβασης δεν συμπαρασύρει αναγκαίως σε ακυρότητα και την διαιτητική συμφωνία, γιατί έναντι εκείνης έχει αυτοτέλεια, αυτονομία και αν ακόμη ενταχθεί στο ίδιο έγγραφο και συγχρόνως καταρτιστεί (ΕφΑθ 4113/2007).

2) αν εκδόθηκε, αφού η συμφωνία για την διαιτησία έπαψε να ισχύει.

Η συμφωνία διαιτησίας παύει να ισχύει, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μεταξύ των άλλων, αν περάσει η προθεσμία που ορίστηκε από την ίδια την συμφωνία για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης.

Αν η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο δεν έχει την ευχέρεια να μην την ακυρώσει (ΕφΑθ 9382/1986), επειδή έχει ήδη εκπληρωθεί ο σκοπός της διαιτητικής συμφωνίας, που είναι η έκδοση απόφασης από τους διαιτητές και δεν αναβιώνει, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμβατική πρόβλεψη (ΟλΑΠ 1549/1979).

3) αν εκείνοι, που την εξέδωσαν, ορίστηκαν κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας για την διαιτησία, ή των διατάξεων του νόμου, ή αν τα μέρη τους είχαν ανακαλέσει, ή αποφάνθηκαν αν και είχε γίνει δεκτή αίτηση εξαίρεσής τους.

Με την διάταξη αυτή προβλέπεται η δυνατότητα ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν παραβιαστούν οι όροι της διαιτητικής συμφωνίας και οι υπόλοιπες συναφείς με τον ορισμό των διαιτητών διατάξεις καθώς και όταν ανακληθούν οι διαιτητές, ή αποφανθούν παρ ότι έγινε δεκτή αίτηση εξαίρεσής τους.

Ο ορισμός, ή ο τρόπος επιλογής, των διαιτητών και του επιδιαιτητή μπορεί να γίνει με την διαιτητική συμφωνία, ή με ξεχωριστό έγγραφο, που στην ουσία αποτελεί συμπληρωματικό της διαιτητικής συμφωνίας έγγραφο. Αν παραλειφθεί η επιλογή αυτή από τα μέρη, τότε έχουν εφαρμογή τα άρθρα 872-879 και 883 ΚΠολΔ. Αν η επιλογή γίνεται κατά παράβαση όρου της διαιτητικής συμφωνίας τότε αυτή απολήγει σε παράνομη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου, η οποία στηρίζει ακυρωτικό λόγο της διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 242/90, ΕφΑθ 4113/2007).

Αν η ακύρωση οφείλεται σε παράνομη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου η διαιτητική συμφωνία επανέρχεται στη ζωή, με αποτέλεσμα η διαφορά να εξακολουθεί να υπάγεται στην διαιτησία και όχι στη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων (Ολομ. ΑΠ 1549/1979, ΕφΑθ 3521/1980).

4) αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενέργησαν, υπερβαίνοντας την εξουσία, που τους παρέχει η συμφωνία για την διαιτησία, ή ο νόμος.

Για την κρίση, αν πρόκειται για υπέρβαση, ή όχι, αποφασιστικά είναι τα όρια που θέτει η διαιτητική συμφωνία, σε συνδυασμό με τα αιτήματα των διαδίκων μερών.

Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν, οι διαιτητές δικάζουν αντικείμενο το οποίο δεν εμπίπτει στην διαιτητική συμφωνία, ή αποφαίνονται για ζητήματα για το οποίο δεν έχει υποβληθεί αίτηση από τα διάδικα μέρη (ΑΠ 1368/1986, ΟλΑΠ 13/1995), ή κείται πέραν αυτής (ΑΠ 537/2007).

Δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας, η εσφαλμένη ερμηνεία, ή εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους των διαιτητών, ή η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης, ή η εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους των διαιτητών, ή η εσφαλμένη ουσιαστική κρίση τους (ΑΠ 662/2011,  ΑΠ 537/2007, ΑΠ 1055/1972, ΑΠ 663/1974, ΕφΑθ 3837/1982).

Δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές την απόφασή τους για την παραδοχή, ή την απόρριψη του αιτήματος, που τους έχει υποβληθεί, την στηρίζουν, όχι στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά σε άλλα, που, μολονότι δεν προτάθηκαν, ωστόσο, προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό που τους υποβλήθηκε, χωρίς όμως να καταφύγουν στις ιδιωτικές γνώσεις τους, δηλαδή, όταν υποπίπτουν στην δικονομική πλημμέλεια της παρά τον νόμο λήψης υπ όψιν πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως συμβαίνει, όταν έλαβαν υπ όψιν τους ουσιώδες για την έκβαση της δίκης γεγονός, που δεν είχε προταθεί με την προσφυγή στην διαιτησία, προέκυπτε, όμως, από το αποδεικτικό υλικό, που τέθηκε υπ όψιν τους από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1634/2001).

5) αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ. 2, 891 και 892 ΚΠολΔ.

Η διάταξη του άρθρου 886 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι, κατά την διαιτητική διαδικασία τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται να παραστούν κατά τις συζητήσεις προκειμένου να αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών, προφορικώς ή εγγράφως, τους ισχυρισμούς και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται η τήρηση, κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας, των αρχών της ισότητας των διαδίκων και της ακρόασης και των δύο πλευρών.

Η αρχή της ισότητας των διαδίκων πραγματώνεται, όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά, σε σχέση με τους λοιπούς, ιδιαίτερα δικαιώματα, ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο. Η αρχή της ακρόασης επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας, αφ ενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και την υποβολή των ισχυρισμών τους και των αποδεικτικών τους μέσων, ύστερα από σχετική κλήτευσή τους από τους διαιτητές, αφ ετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1009/2002, ΑΠ 71/1995).

Αν η ακύρωση οφείλεται στη μη κλήτευση και συνεπώς παντελή έλλειψη ακρόασης κάποιου από τα συμβληθέντα μέρη η διαιτητική συμφωνία επανέρχεται στη ζωή, με αποτέλεσμα η διαφορά να εξακολουθεί να υπάγεται στην διαιτησία και όχι στην δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 1549/1979, ΕφΑθ 3521/1980, ΕφΠειρ 334/2007).

Κατ την διάταξη του άρθρου 891 ΚΠολΔ, αν οι διαιτητές είναι περισσότεροι και με την συμφωνία για διαιτησία δεν ορίζεται διαφορετικά αποφασίζουν όλοι από κοινού με τον επιδιαιτητή, κατά πλειοψηφία. Αν δεν σχηματισθεί πλειοψηφία υπερισχύει η γνώμη του επιδιαιτητή.

Με την διάταξη αυτή, λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης δημιουργείται και όταν η  έκδοση της διαιτητικής απόφασης έγινε χωρίς διάσκεψη και ψηφοφορία, ή με παρεμπόδιση, ή με την παράλειψη συμμετοχής μέλους του διαιτητικού δικαστηρίου.

Υποχρέωση προς διάσκεψη και ψηφοφορία ανακύπτει σε Πολυμελές διαιτητικό δικαστήριο. Για την διάσκεψη δεν καθιερώνονται ειδικοί κανόνες, όμως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει, να εφαρμοσθούν αναλόγως οι για την έκδοση των αποφάσεων των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων διατάξεις, αφού το διαιτητικό δικαστήριο λειτουργεί ως δικαιοδοτικό υποκατάστατο των τακτικών δικαστηρίων (ΑΠ 1490/1982, ΕφΑθ 7313/1987). Κάθε μέλος υποχρεούται, να ψηφίσει και αν ακόμη δεν προβλέπεται στην διαιτητική συμφωνία, γιατί αυτό θα αναιρούσε την ουσία του δικαιοδοτικού λειτουργήματος και του διαιτητή, θα ανέτρεπε τη σύνθεση του διαιτητικού δικαστηρίου και θα προσέκρουε στην σύμβαση παροχής διαιτητικών υπηρεσιών.

Κατά την διάταξη του άρθρου 892 ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση αν, α) αν το έγγραφο της απόφασης δεν φέρει τις υπογραφές όλων των μελών του διαιτητικού δικαστηρίου, χωρίς να γίνεται μνεία σ' αυτή ότι η έλλειψη υπογραφής οφείλεται σε άρνηση, ή κώλυμα μέλους του διαιτητικού δικαστηρίου, αν αυτό είχε κληθεί για την συμμετοχή του στην διαιτητική διαδικασία και την διάσκεψη. Αν η απόφαση δεν καταχωρήθηκε σε έγγραφο, ή δεν φέρει μία τουλάχιστον υπογραφή μέλους του διαιτητικού δικαστηρίου, β) αν δεν γίνεται μνεία του ονοματεπωνύμου μέλους του διαιτητικού δικαστηρίου, ή διαδίκου, ενώ αυτή είναι ελλειπής, ή ανακριβής τότε μόνο στηρίζει ακυρωτικό λόγο, αν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του, γ) αν έχει παραληφθεί η μνεία του τόπου και του χρόνου έκδοσης της απόφασης, στοιχεία, όμως, που αναπληρώνονται από την μνεία αυτών στην έκθεση κατάθεσης, που συντάσσεται από την γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, δ) αν δεν αναφέρεται η διαιτητική συμφωνία, εφ όσον ο προσδιορισμός της δεν προκύπτει από ερμηνεία αυτής κατά τους κανόνες της καλής πίστης. Δεν απαιτείται παράθεση του κειμένου της,  ε) αν δεν περιέχει διατακτικό και στ) αν η διαιτητική απόφαση, με την επιφύλαξη αντιθέτου όρου της διαιτητικής συμφωνίας, δεν περιέχει αιτιολογικό, δηλαδή τα γεγονότα που στηρίζουν το διατακτικό της διαιτητικής απόφασης. Αρκεί η παράθεση των σκέψεων της πλειοψηφίας για το κύρος της απόφασης (ΑΠ 1490/1982, ΕφΑθ 7313/1987, ΕφΑθ 10861/1981).

Δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης η μη κατάθεσή της, ή η πλημμελής κατάθεσή της, καθώς και η μη επίδοσή της στους διαδίκους, γιατί η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται και παράγει τις έννομες συνέπειες της από της υπογραφής της από τους διαιτητές.

Ο χρόνος έκδοσης της απόφασης μπορεί να προκύπτει από οποιοδήποτε σημείο του κειμένου της, ακόμη από την κάτω από αυτήν αναφερόμενη ημερομηνία κατάθεσής της. Η αναφορά του χρόνου έκδοσης αποσκοπεί στην δυνατότητα διαπίστωσης, αν η απόφαση εκδόθηκε εντός του χρόνου ισχύος της συμφωνίας περί διαιτησίας, γιατί διαφορετικά δημιουργείται λόγος ακύρωσής της από το άρθρο 897 αριθμός 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 662/2011). 

6) αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης, ή προς τα χρηστά ήθη.

Ο λόγος αυτός ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ιδρύεται, όταν η αντίθεση προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολο της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1273/2003).

Ως διατάξεις δημόσιας τάξης προς τις οποίες δεν μπορεί να αντίκειται η διαιτητική απόφαση νοούνται οι κανόνες του αναγκαστικού δικαίου. Η έννοια των διατάξεων δημόσιας τάξης συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 3 του ΑΚ, που επίσης ομιλεί για κανόνες δημόσιας τάξης (ΑΠ 537/2007, 434/2007).

Ως χρηστά ήθη νοούνται οι κανόνες, οι οποίοι εκφράζουν τις αντιλήψεις του μέσου εμφρόνως και χρηστώς σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου και κρατούν ως ρυθμιστικοί κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς.

Αντίθεση προς τα χρηστά ήθη υπάρχει, όταν, κατά αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του «χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου» η συμπεριφορά του δράστη, αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικαιϊκές αρχές, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο (ΑΠ 598/86, ΑΠ 211/80, ΕφΠατρ 36/2006).

Η ανεπαρκής όμως αιτιολογία, ή, η ενδεχόμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νομικών κανόνων, δεν αρκούν για να θεμελιώσουν λόγο ακύρωσης, εφ όσον από αυτά σε συνδυασμό προς το διατακτικό της απόφασης, δεν παράγεται κατάσταση αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης και προς θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές, ή ηθικές, αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης (ΑΠ 1273/2003, ΕφΑθ 2397/1989).

Η εσφαλμένη εκτίμηση της ουσίας από τους διαιτητές δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 1273/2003, ΑΠ 293/1999, ΑΠ 537/2007).

7) αν είναι ακατάληπτη, ή περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Ως ακατάληπτη θεωρείται η απόφαση, η οποία έχει διατυπωθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορεί να γίνει αντιληπτό το περιεχόμενό της.

Η έλλειψη αυτή πρέπει να είναι σοβαρή. Τούτο συμβαίνει, όταν, εξ αιτίας αυτής, η απόφαση καθίσταται ανεπίδεκτη εκτέλεσης.

Αντιθέτως, αν η παράλειψη δεν είναι σοβαρή, αλλά μπορεί να αρθεί με ερμηνεία της απόφασης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός ακύρωσης, καθ όσον η έλλειψη συμπληρώνεται με την ερμηνεία της απόφασης (ΟλΑΠ 13/95).

Διάφορο του ακαταλήπτου αιτιολογικού είναι το εσφαλμένο αιτιολογικό, το οποίο όμως δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης.

8) αν συντρέχει λόγος αναψηλάφησης κατά το άρθρο 544 ΚΠολΔ. 

 

Η διαιτητική συμφωνία και η αυτοτέλειά της έναντι της ουσιαστικής σύμβασης.

 

Η διαιτητική συμφωνία αποτελεί ιδιαίτερη δικονομικού δικαίου συμφωνία, η οποία σαφώς διακρίνεται από την ουσιαστική κυρία σύμβαση και είναι ανεξάρτητος και αυτοτελής, χωρίς να επηρεάζεται από την πρώτη (ΑΠ 816/1983).

Η αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας έχει ως συνέπεια το ανεπηρέαστο αυτής από την τύχη της κυρίας σύμβασης, ούτως ώστε η ακυρότητα της τελευταίας, να μην συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την διαιτητική συμφωνία.

Στην περί διαιτησίας συμφωνία υπάγονται όλες οι υφιστάμενες, ή μελλοντικές, διαφορές σε σχέση προς την ερμηνεία, ή την εκτέλεση της σύμβασης στην οποίαν αναφέρεται η διαιτητική συμφωνία, οι απαιτήσεις που απορρέουν από αυτήν, το κύρος, ή, η ακυρότητα της σύμβασης και οι συνέπειες της ακυρότητας, η λύση και οι συνέπειες αυτής και γενικώς κάθε διαφορά, η οποία αφορά απαιτήσεις, ή υποχρεώσεις, οι οποίες έχουν σχέση με την σύμβαση, ή σχέσεις που αναφέρονται σε αυτή, σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου και αν στηρίζονται, ως και απαιτήσεις αποζημίωσης από αδικοπραξία, οι οποίες συρρέουν με απαιτήσεις αποζημίωσης από την σύμβαση, καθ όσον και αυτές συνάπτονται με την σύμβαση (ΑΠ 825/77, ΑΠ 441/82).

Η συμφωνία διαιτησίας είναι επιτρεπτή μόνον όταν υπάρχει ρητή και σαφής δήλωση των μερών, να αποκλείσουν από την δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων συγκεκριμένη και ατομικώς καθοριζόμενη έννομη σχέση και συνεπώς η δήλωση των μερών για υπαγωγή σε διαιτησία είναι στενώς ερμηνευτέα, δηλαδή, η διαιτητική ρήτρα, για να είναι έγκυρη, πρέπει να ορίζει ρητώς τις διαφορές, που θα επιλυθούν με διαιτησία (ΑΠ 1733/2009).

Κατά την διάταξη του άρθρου 867 ΚΠολΔ, διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που την συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 663 δεν μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 869 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αντικείμενο της συμφωνίας περί διαιτησίας, δύναται, να αποτελέσει, ότι αποτελεί και αντικείμενο δίκης ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, δηλαδή κάθε διαφορά ιδιωτικού δικαίου, αναφυείσα ήδη, ή μέλλουσα να προκύψει από ορισμένη έννομη σχέση, εάν οι ενδιαφερόμενοι έχουν την εξουσία ελευθέρας διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς και δεν πρόκειται για τις διαφορές που διαλαμβάνονται στο άρθρο 663 ΚΠολΔ.

Συνεπώς αντικείμενο της περί διαιτησίας συμφωνίας δύναται να αποτελέσει και η διαφορά η οποία ανακύπτει από αδικοπραξία ενός των συμβαλλομένων, ή των προσώπων για τα οποία ευθύνεται αυτός (ΑΠ 550/1996, ΑΠ 448/69). Στην περίπτωση συρροής αξιώσεων, οι οποίες στηρίζονται στην σύμβαση, αλλά και στην αδικοπραξία, ή στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι εξωσυμβατικές αυτές αξιώσεις υπάγονται στην διαιτησία, εφ όσον αυτές, ανεξαρτήτως της νομικής των θεμελίωσης, συνδέονται με τις αξιώσεις από την σύμβαση, για τις οποίες υπάρχει διαιτητική ρήτρα (ΕφΑθ 5522/2002).

Η αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας, έναντι της ουσιαστικής σύμβασης στην οποίαν αφορά, την καθιστά ισχυρή ακόμη και μετά την κατάργηση, ή λήξη ισχύος της ουσιαστικής σύμβασης, και δεν παραμένει ισχυρά μόνο καθ ον χρόνο διαρκεί η ισχύς της τελευταίας, αντιθέτως μάλιστα, συνήθως δε, μετά την λήξη της ισχύος της ουσιαστικού δικαίου σύμβασης, η διαιτητική συμφωνία παράγει τα αποτελέσματά της. 

 

Αποζημίωση ναυτικού και των συγγενών  του σε ναυτεργατικό ατύχημα.

 

Ο ναυτικός που έπαθε από ναυτικό ατύχημα,  ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του, έχουν δικαίωμα να αξιώσουν αποζημίωση, είτε κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 922, 928, 932 ΑΚ, είτε  κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 επ. ν. 551/1915 (ΕφΠειρ 145/2010).

Με τις διατάξεις του κοινού δικαίου μπορεί, να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν, ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων (άρθρο 16 ν. 551/1915, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρο 38 εδ. α Εισαγωγικού  Νόμου του ΑΚ, και 66 του Κ. 3816/1958).

Οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων πρέπει να προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή να προσδιορίζουν τους όρους αυτούς, μνημονεύοντας και συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους για την επίτευξη της ασφαλείας των εργαζομένων (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 274/2000) και δεν αρκεί να επήλθε το ατύχημα από την μη τήρηση όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την γενική υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου οι όροι ασφαλείας ώστε η μη τήρηση αυτών, να μπορεί να συνδεθεί ουσιωδώς με το επισυμβάν  ατύχημα (ΑΠ 274/2000, ΑΠ 1357/2001, ΑΠ 289/2004).

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης ευθύνεται σε καταβολή και  χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 274/2000).

Αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο παθών ναυτικός μπορεί να αξιώσει αποζημίωση με τις διατάξεις των άρθρων 3 επ. ν. 551/1915 (ΑΠ 166/1996, ΕφΠειρ 145/2010).

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης δεν ευθύνεται σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, γιατί η υποχρέωση αυτή δεν επεκτείνεται στην βάση της αντικειμενικής ευθύνης προς αποζημίωση με βάση τον ν. 551/1915 (ΑΠ 274/2000).

Ο παθών ναυτικός μπορεί να επιλέξει την μια από τις δύο αποζημιώσεις, ανάλογα με την αιτία της ευθύνης του εργοδότη, χωρίς να αποκλείεται όμως να ζητήσει την επικουρική άσκηση της μιας σε σχέση με την άλλη που ασκείται κυρίως (ΕφΠειρ 407/2010).  

 

Τύχη της επικαρπίας ακινήτου μετά τον θάνατο του επικαρπωτή. Περίπτωση που ο ψιλός κύριος είναι κληρονόμος του επικαρπωτή.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1142-1144 και 1167-1168 ΑΚ προκύπτει ότι η επικαρπία παύει να υπάρχει με τον θάνατο του επικαρπωτή και έκτοτε ο ψιλός κύριος αποκτά την πλήρη κυριότητα του πράγματος, εφ όσον στην ουσιαστική πράξη της δικαιοπραξίας δεν έχει οριστεί διαφορετικά (ΑΠ 57/2006).

Δηλαδή, με τον θάνατο του επικαρπωτή η επικαρπία επιστρέφει  αυτομάτως στην κυριότητα από την οποία είχε αποσπασθεί, δηλαδή ενώνεται με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα και δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του επικαρπωτή, εκτός αν ορίστηκε διαφορετικά (ΑΠ 482/1993, ΕφΔωδ 356/2006, ΕφΑθ 4920/2004).

Στην περίπτωση που ο ψιλός κύριος είναι και κληρονόμος του επικαρπωτή, η μεταβίβαση της επικαρπίας στον ψιλό κύριο γίνεται λόγω της ιδιότητας του ως ψιλού κυρίου και όχι λόγω της ιδιότητας του ως κληρονόμου (ΑΠ 320/1980). Επομένως, εφ όσον στη συστατική δικαιοπραξία δεν έχει οριστεί διαφορετικά, οπότε η επικαρπία παύει να υπάρχει με τον θάνατο του επικαρπωτή και ο ψιλός κύριος αποκτά την πλήρη κυριότητα του πράγματος, ο τελευταίος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 999 και 1094 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 70 ΚΠολΔ, μπορεί να ζητήσει, αν η κυριότητα του αμφισβητείται, να αναγνωριστεί δικαστικά ότι είναι κύριος του πράγματος κατά πλήρη κυριότητα, εφ όσον το έννομο συμφέρον του, που δικαιολογεί την άσκηση της αναγνωριστικής αυτής αγωγής, είναι αυτονόητο.

Στην περίπτωση που το πράγμα κατακρατείται από τρίτον, εκτός από την αναγνώριση της κυριότητας του, μπορεί να ζητήσει την απόδοση του πράγματος.

 

Τύχη της επικαρπίας ακινήτου μετά τον θάνατο του επικαρπωτή. Περίπτωση πλειστηριασμού μόνο της ψιλής κυριότητας ακινήτου.

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση  και αφού μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

Κατά συνέπεια, ο υπερθεματιστής, αφού ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παραγώγου τρόπου κτήσης της κυριότητας, θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ ου η εκτέλεση (ΑΠ 605/2007, ΕφΑθ 3356/2006).  

Από τις διατάξεις των άρθρων 1142-1144 και 1167-1168 ΑΚ προκύπτει ότι η επικαρπία παύει να υπάρχει με τον θάνατο του επικαρπωτή και έκτοτε ο ψιλός κύριος αποκτά την πλήρη κυριότητα του πράγματος, εφ όσον στην ουσιαστική πράξη της δικαιοπραξίας δεν έχει οριστεί διαφορετικά (ΑΠ 57/2006).

Δηλαδή, με τον θάνατο του επικαρπωτή η επικαρπία επιστρέφει  αυτομάτως στην κυριότητα από την οποία είχε αποσπασθεί, δηλαδή ενώνεται με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα και δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του επικαρπωτή, εκτός αν ορίστηκε διαφορετικά (ΑΠ 482/1993, ΕφΔωδ 356/2006, ΕφΑθ 4920/2004).

Επομένως, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 992 παρ. 1, 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ και 1167 εδ. α ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που γίνει αναγκαστική κατάσχεση και στη συνέχεια πλειστηριασμός μόνο της ψιλής κυριότητας ακινήτου και ακολούθως, μετά τον πλειστηριασμό, επέλθει απόσβεση της επικαρπίας με τον θάνατο του επικαρπωτή, ο υπερθεματιστής αποκτά αυτοδικαίως και τις εξουσίας του επικαρπωτή, από και με μόνη την απόσβεση της επικαρπίας, ως δικαιούχος του δικαιώματος της κυριότητας (ΕφΑθ 9371/2001, ΕφΘεσ 418/2010).

Στην περίπτωση που το πράγμα κατακρατείται από τρίτον, εκτός από την αναγνώριση της κυριότητας του, μπορεί να ζητήσει την απόδοση του πράγματος.

 

Το ανέλεγκτο της εκτίμησης πραγματικών γεγονότων από τον Άρειο Πάγο.   

 

Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή, εφ όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη.

Ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007, ΑΠ 115/2012). 

 

Προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, ή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω αδικοπραξίας.

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, είναι, α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης, ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια  με τις διάφορες μορφές της.

Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ, δηλαδή μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλεια του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσά αυτά.

Δεν υφίσταται αμέλεια του παθόντος, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια περισσοτέρων υποχρέων προς ενέργεια της πράξης που παραλήφθηκε, από την οποία μπορούσε να αποτραπεί το αποτέλεσμα αυτό.

Εξ άλλου, η ζημιογόνος συμπεριφορά που συνίσταται σε αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημίωσης, ή χρηματικής ικανοποίησης, υφίσταται μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια της πράξης που παραλείφθηκε από τον νόμο, ή την δικαιοπραξία, ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία την προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομος και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 115/2012).

 

Ανεπάρκεια αιτιολογιών ως λόγος αναίρεσης πολιτικής απόφασης. 

 

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ. 861/1984).

Μόνο το τι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα, ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών