ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Προσύμφωνο πώλησης ακινήτου, αρραβώνας.

 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, το προσύμφωνο είναι σύμβαση, με την οποία τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση. Το προσύμφωνο, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση.

Η σύναψη της οριστικής σύμβασης επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Η εκπλήρωση της ενοχής καθορίζεται από τον νόμο, ή από την δικαιοπραξία.

Η άπρακτη πάροδος της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής σύμβασης πώλησης, εκ μέρους είτε του ενός είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, επιφέρει συνέπειες. Για τις συνέπειες προέχουσα σημασία έχει η βούληση των μερών.

Η πρακτική σημασία του καθορισμού του χρόνου σύναψης της οριστικής σύμβασης πώλησης συνίσταται, κατά την κρατούσα νομολογία, που δέχεται την εφαρμογή του άρθρου 249 ΑΚ, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή, η οποία είναι 20ετής και αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση (ΑΠ 242/1991, ΑΠ 891/1982, ΑΠ 1500/2008, ΕφΘεσ. 10/1989, ΕφΘεσ 472/1989, ΕφΛαρισ 680/2002)

Η εν λόγω προθεσμία, εφ όσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπλήρωσης της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου. Και μετά την πάροδο της προθεσμίας και μέχρι συμπλήρωσης της 20ετούς παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής σύμβασης.

Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να ορίσουν, ρητά ή σιωπηρά, ότι η άπρακτη πάροδος της ορισθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση κατάρτισης της οριστικής σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία λειτουργεί ως διαλυτική (ΑΠ 1500/2008).

Έχει κριθεί ότι αν έχει προκαταβληθεί εκ μέρους του αγοραστή αξιόλογο μέρος του τιμήματος (πολλώ δε μάλλον ολόκληρο το τίμημα), έχει δε παραδοθεί στον αγοραστή η κατοχή του πράγματος ήδη από την σύναψη του προσυμφώνου, τότε, κατά κανόνα, η ταχθείσα προθεσμία σύναψης της οριστικής σύμβασης δεν είναι διαλυτική, αλλά ορίστηκε ως προθεσμία εκπλήρωσης της παροχής των συμβληθέντων (ΑΠ 388/1970, ΑΠ 77/1971, ΑΠ 356/1976, ΑΠ 1755/1984, ΕφΠειρ 106/1998,  ΕφΑθ 9758/2002).

Το προσύμφωνο πώλησης ακινήτου, αποτελεί καταρτισμένη σύμβαση από την οποία γεννιέται υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών για σύναψη της κυρίας σύμβασης, σύμφωνα με τους όρους που έχουν καθοριστεί σε αυτό (ΑΠ 152/2001, ΑΠ 528/1988).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 383, 385 και 387 ΑΚ, εάν ο ένας από τους συμβαλλομένους βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την παροχή που οφείλει, ο έτερος έχει δικαίωμα να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι μετά την πάροδο της αποκρούει την παροχή.

Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη, ο τελευταίος έχει δικαίωμα, ή να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκπλήρωση, ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (άρθρ. 383 ΑΚ).

Αν επιλέξει και ασκήσει το δεύτερο δικαίωμα δεν μπορεί μετά να ανακαλέσει την επιλογή που έκανε  και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για την μη εκπλήρωση. Δεν απαιτείται όμως να ταχθεί στον υπερήμερο οφειλέτη προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής, εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 385 ΑΚ, όταν δηλαδή από την όλη στάση του προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης,  εξ αιτίας της υπερημερίας και στην περίπτωση που ρητώς συμφωνήθηκε ότι ο συμβαλλόμενος που έγινε υπερήμερος θεωρείται ότι εξέπεσε από τα δικαιώματα της σύμβασης (ΕφΛαρισ 680/2002)

Αν αυτός που υποσχέθηκε την πώληση του πράγματος και έλαβε ολόκληρο ή μέρος από το τίμημα, στη συνέχεια, αθετώντας την υποχρέωση του για κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, δεν προχωρήσει στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, έχει τις συνέπειες των διατάξεων των άρθρων 166, 330, 335, 336, 380, 382, και 904 AK και ο αντισυμβαλλόμενός του έχει δικαίωμα, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ, να αναζητήσει το τίμημα που προκατέβαλε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το οποίο και ζητεί με την αγωγή του αυτουσίως και όχι αποζημίωση του άρθρου 382 ΑΚ που έχει διαφορετικό περιεχόμενο (ΑΠ 528/1988, ΕφΠειρ 508/2008).

Κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου πώλησης,  κατά τις διατάξεις των άρθρων 402 και 403 ΑΚ, μπορεί να δοθεί αρραβώνας. Γενικά ο αρραβώνας, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, έχει τον χαρακτήρα ποινής προς κάλυψη της ζημίας για την περίπτωση μη εκπλήρωσης, ή,  μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης. Ειδικά στην περίπτωση του προσυμφώνου ο αρραβώνας δίνεται για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης αυτού και όχι της σκοπούμενης οριστικής σύμβασης  και εξομοιώνεται με ποινική ρήτρα, θεμελιώνεται δε με τη δόση περιουσιακού στοιχείου με σκοπό την έκπτωση, ή απόδοση του διπλάσιου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της κύριας σύμβασης.

Συνεπώς όταν ο ένας δεν συμπράττει στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης δικαιούται ο άλλος, είτε να αξιώσει την καταδίκη του στην τέλεση της δικαιοπραξίας, είτε να αρκεσθεί στον αρραβώνα, ή να ζητήσει την απόδοση του διπλού, εκτός αν από την σύμβαση προκύπτει διαφορετική ρύθμιση,  εν όψει του ενδοτικού χαρακτήρα των παραπάνω διατάξεων, δηλαδή, να θέλησαν τα μέρη να απαιτηθεί ο αρραβώνας αθροιστικά σε κάθε περίπτωση.

Εξ άλλου οι συμβαλλόμενοι μπορεί να συμφωνήσουν ότι ο αρραβώνας έχει το χαρακτήρα και την έννοια του επιτίμιου μεταμελείας (ΑΚ 398), δηλαδή ότι ο αρραβώνας δίνεται με την συμφωνία ότι αυτός που δίνειν ή αυτός που τον λαμβάνει, μπορούν να υπαναχωρήσουν από την σύμβαση, χάνοντας τον αρραβώνα, ή αποδίδοντάς τον διπλάσιο. Ο αρραβώνας ως επιτίμιο μεταμέλειας, επειδή δίνεται για την ανατροπή της σύμβασης, απαιτείται για να χαρακτηρισθεί με αυτήν την έννοια, να έχει συμφωνηθεί ρητά, ή να συνάγεται αναμφίβολα ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να έχουν το δικαίωμα υπαναχώρησης από την σύμβαση χάνοντας τον αρραβώνα, ή αποδίδοντας αυτόν διπλάσιο (ΑΠ 1256/1976, ΑΠ 849/76, ΑΠ 58/97, ΑΠ 1462/94, ΕφΠειρ 106/1998).

Η σύμβαση του αρραβώνα, ως παρεπόμενη της κυρίας σύμβασης, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση. Προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρέωσης προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, η περί αρραβώνος σύμβαση πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 164 και 166 ΑΚ διαφορετικά είναι άκυρη (ΑΠ 1500/2008). 

 

Κτήση κυριότητας ακινήτου με πλειστηριασμό. Ευθύνη του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό έναντι του υπερθεματιστή.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 199, 513 επ, 175 ΑΚ και 1005 παρ 1 εδ β ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση, που ολοκληρώνεται με την κατακύρωση και εξομειώνεται με πώληση.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1005 ΚΠολΔ και 1033 ΑΚ η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί τον νόμιμο τίτλο, δυνάμει του οποίου, από της μεταγραφής, μετατίθεται η κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπερθεματιστή.

Με τον πλειστηριασμό δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθερματιστή, αλλά αυτός, ως ειδικός διάδοχος, παραλαμβάνει το πράγμα με όσα δικαιώματα σε αυτό κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού είχε ο καθ ου η εκτέλεση (ΑΠ 657/2012). Προϋποτίθεται, δηλαδή, ότι ο οφειλέτης είναι δικαιούχος του δικαιώματος, που κατασχέθηκε και εκπλειστηριάστηκε, καθώς και ότι είχε την εξουσία για τη διάθεσή του. Η έλλειψη εξουσίας διάθεσης, όπως και η έλλειψη κυριότητας του οφειλέτη επί του κατασχεθέντος και πλειστηριασθέντος αντικειμένου καθιστά τον πλειστηριασμό απρόσφορο να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά του, που είναι η μεταβίβαση του αντικειμένου του πλειστηριασμού στον υπερθεματιστή (ΟλΑΠ 1688/83, ΑΠ 442/93, ΑΠ 265/2004) ακόμη και αν έχει μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης (ΟλΑΠ 1688/8,  ΑΠ 384/2002).

Για την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης από τον υπερθεματιστή ο νόμος δεν τάσσει προθεσμία, ούτε απαγγέλλει για την μη μεταγραφή ακυρότητα. 

Η μη μεταγραφή όμως αναστέλλει μόνον, έως ότου γίνει, την κτήση του υπερθεματιστή του δικαιώματος που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και την άσκηση από τον υπερθεματιστή, των, από την περίληψη ως εκτελεστού τίτλου, περαιτέρω δικαιωμάτων του (ΑΠ 314/2008).

Αφ ότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης (άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση. Ως εκ τούτου, ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παραγώγου τρόπου κτήσης της κυριότητας ακινήτου και ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ ου η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα, χωρίς ωστόσο να βαρύνεται και με τις ενοχικές υποχρεώσεις του καθ ου η εκτέλεση, με βάση τις οποίες τρίτος έχει δικαίωμα κατοχής και χρήσης, ή κάρπωσης του πλειστηριαζόμενου πράγματος, αφού αυτός ο ίδιος δεν συνδέεται ενοχικά με τον δικαιούχο (κατ αντιδιαστολή από το άρθρο 1009 ΚΠολΔ).

Κατ' εξαίρεση προστατεύεται το ενοχικό δικαίωμα του τρίτου μισθωτή, αν η μίσθωση αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας και αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο με τη ρύθμιση της παρ. 2 εδ. β του  άρθρου 1005 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι η κατακυρωτική έκθεση μπορεί να εκτελεσθεί και εναντίων αυτών, που κατέχουν το ακίνητο στο όνομα του καθ ου η εκτέλεση, ανεξάρτητα από το αν η κατοχή στηρίζεται σε εμπράγματη, ή ενοχική σχέση (ΑΠ 605/2007).

Σημειώνεται ότι το δικαίωμα του νομέα του ακινήτου για επίσχεση, έως ότου ικανοποιηθεί για τις δαπάνες που του οφείλονται (άρθρο 1106 εδ. α ΑΚ), ως ενοχικό δικαίωμα δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου υπερθεματιστή για δαπάνες που έγιναν πριν από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης και την κτήση από τον υπερθεματιστή του δικαιώματος της κυριότητας που είχε ο οφειλέτης, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση (ΑΠ 605/2007).

Σύμφωνα με το άρθρο 1017 παρ. 2 ΚΠολΔ επί υπάρξεως νομικών ελαττωμάτων επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού, υφίσταται ευθύνη μόνο του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό, κατ' αποκλεισμό του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη, και υπό την προϋπόθεση ότι ο επισπεύδων τον πλειστηριασμό κατά τον χρόνο της διενεργείας του γνώριζε την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος.

Η ευθύνη του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό έναντι του υπερθεματιστή, αποκλείεται για πραγματικά ελαττώματα κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 1017 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου αποκλείεται η ευθύνη του και για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων (ΑΠ 1036/2009).

Ως νομικό ελάττωμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1017 παρ.  εδ. β. ΚΠολΔ και εκείνης του άρθρου 514 ΑΚ, νοείται οποιοδήποτε δικαίωμα τρίτου στο πράγμα που εκπλειστηριάσθηκε, εφ όσον τούτο μπορεί να αντιταχθεί κατά του υπερθεματιστή και διακωλύει την ελεύθερη μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος σε αυτόν, ή την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από την κυριότητα, ανεξάρτητα αν το δικαίωμα αυτό έχει εμπράγματο, ή ενοχικό χαρακτήρα (ΟλΑΠ 1688/1983, ΑΠ 872/1973, ΑΠ 884/1974, ΑΠ 1036/2009).

Τέτοιο ελάττωμα υφίσταται και όταν ο κύριος του πράγματος που εκπλειστηριάσθηκε, ή του τμήματος αυτού, δεν είναι εκείνος κατά του οποίου επισπεύδεται ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, αλλά τρίτος.

Σημειώνεται ότι, εάν το εκπλειστηριασθέν ακίνητο δεν έχει την έκταση, που αναφέρεται στην έκθεση της κατάσχεσης και το πρόγραμμα του αναγκαστικού πλειστηριασμού, αλλά με βάση την περιγραφή του είναι μικρότερης έκτασης, τότε, δεν υφίσταται νομικό ελάττωμα, αλλά έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας (άρθρο 559 παρ. 1 ΑΚ) γιατί η επί πλέον έκταση, που μνημονεύεται στο πρόγραμμα του πλειστηριασμού, είναι ανύπαρκτη, με αποτέλεσμα να μην είναι αντικείμενο του πλειστηριασμού, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για έλλειψη κυριότητας  του καθ ου η εκτέλεση σε τμήμα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου (ΑΠ 1036/2009).

Στην περίπτωση νομικού ελαττώματος ο υπερθεματιστής έχει εναντίον του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό, τις, από τις διατάξεις των άρθρων 514 και 516 ΑΚ, προβλεπόμενες αξιώσεις για τον αγοραστή κατά του πωλητή σε περίπτωση υπερημερίας, ή υπαίτιας αδυναμίας προς εκπλήρωση της παροχής.

Σημειώνεται ότι η μεταβίβαση που επέρχεται, λόγω αναγκαστικού πλειστηριασμού  ακινήτου με αυθαίρετο κτίσμα, δεν νομιμοποιεί το αυθαίρετο κτίσμα, ο δε υπερθεματιστής που αποκτά την κυριότητά του με τον πλειστηριασμό υπόκειται στις δεσμεύσεις και τους περιορισμούς των διατάξεων για τα αυθαίρετα κτίσματα (ΑΠ 265/2004). 

 

Αναστολή πλειστηριασμών ακινήτων για το 2013.

 

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 5 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου  της 18 Δεκεμβρίου 2012 ( ΦΕΚ Α΄ 246) η προθεσμία της αναστολής των πλειστηριασμών, οι οποίοι επισπεύδονται για την ικανοποίηση απαιτήσεων που δεν υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, από πιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες παροχής πιστώσεων, καθώς και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 16ης Δεκεμβρίου 2011 ( Α΄ 262) και όπως η Πράξη αυτή κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 4047/2012 (Α΄ 31), παρατείνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2013, κατά δε την παρ.2 της ίδιας Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ν. 3869/2010 (Α΄ 130), όπως ισχύει, η φράση «μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012» αντικαθίσταται από τη φράση «μέχρι την 31η  Δεκεμβρίου 2013».

Κατά συνέπεια μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2013 προστατεύονται από πλειστηριασμούς, α) όλα τα ακίνητα, εφ όσον πρόκειται για οφειλές κάτω των 200.000 ευρώ προς πιστωτικά ιδρύματα και β) η κύρια ή μοναδική κατοικία ανεξάρτητα από ποσό οφειλής, ιδιότητα οφειλέτη και ιδιότητα δανειστή (ακόμα και ιδιώτης), αρκεί η αντικειμενική αξία του ακινήτου να μην υπερβαίνει το αφορολόγητο όριο πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%.

 

Διορισμός αντικλήτου. Επίδοση δικογράφου σε αντίκλητο. Επίδοση δικογράφου σε πληρεξούσιο δικηγόρο.

 

Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 142 παρ. 1 και 4, είτε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του πρωτοδικείου της κατοικίας του διαδίκου, είτε με ρήτρα σε σύμβαση.

Η επίδοση δικογράφου προς διάδικο μπορεί να γίνεται και προς τον νόμιμα διορισμένο αντίκλητό του, εφ όσον εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα (άρθρα 94, 96, 97, 142 και 143 ΚΠολΔ).

Την ιδιότητα του αντικλήτου έχει και ο νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος, στον οποίο μπορούν να γίνονται μόνον οι επιδόσεις που ανάγονται στη δίκη για την οποία είναι πληρεξούσιος, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης.

Μετά όμως την έκδοση της οριστικής απόφασης, σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει μεν επίδοση της σχετικής κλήσης προς τον υπογράψαντα το ένδικο μέσο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, όχι όμως και προς τον κατά τη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο του καθ ου το ένδικο μέσο, ο οποίος μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης παύει να έχει την ιδιότητα του αντικλήτου, αν δεν διορίσθηκε αντίκλητος κατά το άρθρ. 142 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ (ΑΠ 110/2012).

 

Εκχώρηση Ονομάτων Χώρου με κατάληξη .gr Διαγραφή Ονομάτων Χώρου με κατάληξη .gr

 

Με τον ν. 2867/2000 «Οργάνωση και λειτουργία των τηλεπικοινωνιών και άλλες διατάξεις» η αρμοδιότητα της εκχώρησης ονομάτων χώρου με κατάληξη .gr χορηγήθηκε στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε-ΕΤΤ), η οποία ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας (αρ. 3 παρ.2 ν. 2867/2000) έχει αρμοδιότητα να «εκδίδει κανονιστικές η ατομικές πράξεις, δημοσιευόμενες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με τις οποίες ρυθμίζεται κάθε διαδικασία και λεπτομέρεια σε σχέση με την ανωτέρω αρμοδιότητα της».

Σε ενάσκηση της παραπάνω αρμοδιότητας της η ΕΕΤΤ εξέδωσε την με αριθμό 268/73/31.12.2002 απόφαση της, με την οποία έθεσε σε εφαρμογή τον «Κανονισμό Διαχείρισης και Εκχώρησης Ονομάτων Χώρου (Domain Names) με κατάληξη .gr. Ο Κανονισμός αυτός σκοπεύει στη θέσπιση κανόνων σχετικά με την διαδικασία εκχώρησης και την χρήση ονομάτων χώρου (domain name) με κατάληξη .gr

Προβλέπει

Αρθρο 2 α...β.

Εκχώρηση Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr είναι η ατομική διοικητική πράξη με την οποία η ΕΕΤΤ χορηγεί σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης συγκεκριμένου Ονόματος Χώρου 2ου επιπέδου με κατάληξη .gr ή Ονόματος Χώρου 3ου επιπέδου με κατάληξη .gr. Η ΕΕΤΤ έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα εκχώρησης Ονομάτων Χώρου 2ου επιπέδου με κατάληξη .gr ή Ονομάτων Χώρου 3ου επιπέδου με κατάληξη .gr...

Αρθρο 3 παρ. 1 παρ. 2.

Το δικαίωμα το οποίο αποκτάται με την Εκχώρηση Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr συνίσταται αποκλειστικά και μόνο στην απόκτηση από το Φορέα του συγκεκριμένου Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης των συγκεκριμένων αλφαριθμητικών στοιχείων, με αποκλειστικό σκοπό την κατά μοναδικό τρόπο εξατομίκευση ενός υπολογιστή συνδεδεμένου σε δίκτυο ή μιας ομάδας υπολογιστών συνδεδεμένων σε δίκτυο, σύμφωνα με τις αρχές του Συστήματος Ονοματοδοσίας Διαδικτύου.

Αρθρο 3 παρ. 7.

Η Εκχώρηση των Ονομάτων Χώρου με κατάληξη .gr διέπεται από την αρχή της χρονικής προτεραιότητας. Το δικαίωμα επί του Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr αποκτάται από την Εκχώρηση του σύμφωνα με την παρούσα, ανατρέχει όμως στο χρόνο υποβολής της Αίτησης Εκχώρησης στον Καταχωρητή.

Αρθρο 5 παρ.1.

Η ΕΕΤΤ απορρίπτει Αίτηση Εκχώρησης στις εξής, περιοριστικά οριζόμενες περιπτώσεις, που αποτελούν απόλυτους λόγους απόρριψης:

«α... β. Αν κατά το χρόνο υποβολής της Αίτησης έχει ήδη εκχωρηθεί σε άλλο πρόσωπο, Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr όμοιο με αυτό που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης»...

Αρθρο 5 παρ. 2. Η ΕΕΤΤ απορρίπτει Αίτηση Εκχώρησης στις εξής περιοριστικά οριζόμενες περιπτώσεις που αποτελούν σχετικούς λόγους απόρριψης:

Αρθρο 6 παρ. 1.

Ένα Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr διαγράφεται οριστικά με Απόφαση της ΕΕΤΤ, η οποία κινείται αυτεπάγγελτα ή μετά από καταγγελία τρίτου, οσάκις συντρέχουν μια ή περισσότερες από ης εξής περιοριστικά οριζόμενες περιπτώσεις: «α. Αν το ζητήσει ο φορέας με αίτηση του στην ΕΕΤΤ. β. Μετά υπό αμετάκλητη απόφαση αρμόδιας δημόσιας αρχής ή δικαστηρίου, η οποία είναι εκτελεστή στην Ελλάδα ή αντίστοιχη απόφαση διαιτητικού οργάνου εκτελεστή στην Ελλάδα, με την οποία αναγνωρίζεται συμφωνά με το ελληνικό δίκαιο προγενέστερο δικαίωμα τρίτου στο Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr ή σε σημείο από το οποίο συντίθεται εν μέρει ή ολικά, το Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr. γ. Αν συντρέχει λόγος που δεν θα επέτρεπε την εκχώρηση του συγκεκριμένου Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr σύμφωνα με το αρ. 5 ανωτέρω... δ. Αν το Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr δεν χρησιμοποιείται στο Διαδίκτυο για δύο (2) συνεχή έτη», ε. Σε περίπτωση που ο φορέας έχει καταθέσει ψευδή ή ανακριβή στοιχεία ή δεν έχει μεριμνήσει εγκαίρως για την κοινοποίηση πιθανής επελθούσας τροποποίησης τους σύμφωνα με την παρούσα, στ. Σε περίπτωση που ο φορέας έχει προβεί σε χρήση του Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr, η οποία αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστης ή είναι κακόπιστη και ιδιαίτερα όταν έχει επιτρέψει ή ανεχθεί τη χρήση από τρίτο του ίδιου Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr ή Ονόματος Χώρου 3ου ή επόμενου επιπέδου με κατάληξη .gr το οποίο συντίθεται από το εκχωρηθέν στο φορέα Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr, κατά τρόπο ο οποίος θα συνιστούσε λόγο διαγραφής του Ονόματος Χώρου με κατάληξη .gr, σύμφωνα με το παρόν αρ.. ζ. Σε περίπτωση που ο φορέας είναι νομικό πρόσωπο και λυθεί, εφόσον το σχετικό Όνομα Χώρου με κατάληξη .gr δεν μεταβιβασθεί, σύμφωνα με την παρούσα». 

 

Εμπρησμός από αμέλεια.

 

Μην ανάβετε φωτιές, προκειμένου να κάψετε απορρίμματα, όπως σκουπίδια, κλαδιά δέντρων και άλλα άχρηστα πράγματα, χωρίς προηγουμένως να λάβετε τα προβλεπόμενα από τους δασικούς κανονισμούς μέτρα, χωρίς δηλαδή, να επιτηρείτε την έκταση και την ένταση της φωτιάς και χωρίς να διαθέτετε, πλησίον του, τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη έκρηξης πυρκαγιάς και κατάσβεσης αυτής, ή πετάξετε κανένα τσιγάρο, ή άλλο εύφλεκτο υλικό, γιατί  θα θεωρηθείτε τουλάχιστον εμπρηστής από αμέλεια.

Εμπρησμός από αμέλεια θεωρείται η από τον δράστη πρόκληση πυρκαγιάς, δηλαδή έκρηξη πυρός με οπωσδήποτε σημαντική και ασυνήθη έκταση, που έχει τάση εξάπλωσης και δεν μπορεί εύκολα να κατασβησθεί, από την οποία είναι δυνατόν να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ένα ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο ξένων εννόμων αγαθών.

Αμέλεια δε υπάρχει, όταν δεν καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητα άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, την συνήθεια που επικρατεί στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και λογική, αλλά και τις δυνατότητές του, που προσδιορίζονται από τις προσωπικές του περιστάσεις και ικανότητες κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του, ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα.

Αν βάλετε επομένως φωτιά να κάψετε απορρίμματα, ή πετάξατε κανένα τσιγάρο, ή άλλο εύφλεκτο υλικό και προκαλέσετε πυρκαγιά και από την πράξη σας προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 264 εδ. α, 265 παρ. 1 και 266 παρ. 1 του ΠΚ,  θα τιμωρηθείτε με φυλάκιση, αν δε προξενηθεί πυρκαγιά σε δάσος, ή δασική έκταση κατά την έννοια της παρ. 5 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979, ή σε έκταση που έχει κηρυχθεί δασωτέα, ή αναδασωτέα κατά την έννοια της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, θα τιμωρηθείτε αυστηρότερα, δηλαδή με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή από 2.900 ευρώ μέχρι 29.000 ευρώ.

Να θυμάστε ότι, κατά τα άρθρα 23 παρ. 1 εδ. β και 69 παρ. 1 εδ. β του ν. 998/1979, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 117 ν. 1892/1990, απαγορεύεται να ανάβετε, ή να διατηρείτε, φωτιά για  οποιονδήποτε σκοπό, εντός οικιών, ξενοδοχείων, εργαστηρίων, καλυβών, ποιμνιοστασίων, σκηνών, αυλών και άλλων ενδιαιτημάτων ή περιφραγμένων ακαλύπτων χώρων ευρισκομένων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή σε τριακοσίων μέτρων απόσταση από των ορίων αυτών, χωρίς να λάβετε τα παρά των δασικών κανονισμών προβλεπόμενα μέτρα. Στην περίπτωση αυτή θα τιμωρηθείτε με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 586,88 ευρώ. 

 

Επίδοση σε πρόσωπο άγνωστης διαμονής. Δόλια κλήτευση διαδίκου ως άγνωστης διαμονής.

 

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 135 ΚΠολΔ, άγνωστος είναι ο τόπος της διαμονής ενός προσώπου, όταν δεν είναι κοινώς γνωστή η μόνιμη κατοικία ή διαμονή του, δεν κατέστη δε δυνατόν να βρεθεί, μολονότι καταβλήθηκε προς τούτο κάθε δυνατή προσπάθεια, υπαγορευόμενη και από τις αρχές της καλής πίστης, προς τις οποίες οφείλουν να συμμορφώνονται οι διάδικοι κατά την ενέργεια των σχετικών διαδικαστικών πράξεων.

Απαιτείται για το άγνωστο της διαμονής ευρεία αντικειμενική άγνοια εκ μέρους του προσώπου που παραγγέλλει την επίδοση, ή του οργάνου που την έκανε, ή κλήθηκε να την κάνει, και δεν αρκεί απλώς το γεγονός ότι ο παραγγέλλων την επίδοση δεν γνώριζε τον τόπο, ή την ακριβή διεύθυνση διαμονής, αλλά πρέπει να μην είναι δυνατή η εξακρίβωση με τα συνήθη μέσα επιμέλειας.

Έτσι, αν αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η επίδοση, ο προς ον αυτή κατοικούσε μονίμως σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση που θα μπορούσε να πληροφορηθεί, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προς τούτο, κατά το μέτρο επιμελούς ανθρώπου, προσπάθεια εκείνος που την παρήγγειλε, ή ο δικαστικός επιμελητής που την ενήργησε, η επίδοση είναι άκυρη, εφ όσον και η σχετική παράβαση επέφερε τέτοια βλάβη, μη θεραπευόμενη άλλως, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 1719/2007, ΕφΠειρ. 730/2008, ΕφΑθ 5477/2004).

Εφ όσον τηρηθεί η διαδικασία των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 135, προκειμένου ο επισπεύδων την επίδοση,  είτε να λάβει γνώση των στοιχείων της κατοικίας του αγνώστου διαμονής προσώπου, είτε να εξασφαλίσει το τεκμήριο ότι επρόκειτο για πρόσωπο άγνωστης πράγματι διαμονής, δημιουργείται αμάχητο τεκμήριο ότι το πρόσωπο αυτό είναι άγνωστης διαμονής, με συνέπεια να μην είναι επιτρεπτή ανταπόδειξη για το αντίθετο (ΑΠ 1369/1993, ΕφΠειρ. 72/2010).

Αν, όμως, το προς επίδοση του εγγράφου πρόσωπο εμφανίζεται εκ των προτέρων στον επισπεύδοντα ως γνωστής διαμονής και παρά ταύτα ο επισπεύδων επιχειρεί τη διαδικασία της πρόσκλησης, προκειμένου-κατά καταστρατήγηση της διάταξης-να επιτύχει και εξασφαλίσει το ως άνω αμάχητο τεκμήριο, η τελευταία (διαδικασία της πρόσκλησης) χωρεί μη νομίμως και απολύτως ακύρως, με συνέπεια να μην παράγεται εξ αυτής το ως άνω τεκμήριο (ΕφΠειρ. 72/2010).

Επί δόλιας κλήτευσης διαδίκου ως άγνωστης διαμονής, παρέχεται προστασία από τις διατάξεις των άρθρων 544 αριθ. 9 ΚΠολΔ και 281ΑΚ (Ν.Νίκα, Πολιτική Δικονομία, 2005, τόμος ΙΙ,σελ.75).

 

Επιχειρησιακή συνήθεια.

 

Επιχειρησιακή συνήθεια είναι η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στον χώρο της επιχείρησης.

Η επιχειρησιακή συνήθεια δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί ν' αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους την χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει την βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ανακλητής παροχής.

Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους χωρίς να έχει νομική δέσμευση.

Οι παροχές αυτές, και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά επί ορισμένο χρονικό διάστημα διατηρούν τον χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών και ιδίως αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους.

Στην περίπτωση αυτή από την δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί ν' ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των παροχών αυτών.

Κατά συνέπεια η από τον εργοδότη κατ' ενάσκηση του πηγάζοντος από τα άρθ. 648 και 652 ΑΚ διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και εντεύθεν δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθ. 7 ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου ούτε αξίωση για την συνέχιση της καταβολής μιας τέτοιας παροχής (ΑΠ 258/2012).

 

Ευθύνη εργολάβου έργου για τήρηση μέτρων ασφάλειας για προηγούμενα τμήματα του έργου.

 

Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε έναν εργολάβο (άρθρο 4 παρ. 1 ν. 1396/1983) ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου, ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφάλειας, που του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφ όσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι.

Ο εργολάβος και ο υπεργολάβος τμήματος του έργου (άρθρο 5 παρ. 1 ν. 1396/1983) είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφάλειας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους.

Συνεπώς ο εργολάβος τμήματος έργου δεν έχει μεν υποχρέωση να λαμβάνει και να τηρεί μέτρα ασφάλειας για προηγούμενα τμήματα του έργου, για τα οποία αντίστοιχη υποχρέωση έχουν οι εργολάβοι ή οι υπεργολάβοι των τμημάτων αυτών, ή αναλόγως ο κύριος του έργου, όμως αν τα μέτρα αυτά δεν έχουν ληφθεί, οφείλει να μην αρχίσει την εκτέλεση του δικού του τμήματος του έργου, γιατί διαφορετικά εκθέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του προσωπικού του.

Υποχρεούται συνεπώς σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας να αποζημιώσει τους παθόντες, αφού με την παράλειψή του και την ανοχή του στην έλλειψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας δημιούργησε και ο ίδιος κατάσταση επικινδυνότητας για το προσωπικό του (ΑΠ 1858/2011).

 

Η μερική αποζημίωση του νόμου 551/1915 και η πλήρης αποζημίωση του άρθρου 914 ΑΚ στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος.

 

Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας, ή εξ αφορμής αυτής, σε εργάτη, ή υπάλληλο των εργασιών, ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 του νόμου (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με την σύσταση του οργανισμού του παθόντος και την βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε με αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της, ή εξ αφορμής αυτής, δηλαδή πρέπει το αίτιο, στο οποίο οφείλεται το εργατικό ατύχημα, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική, ή παθολογική, προδιάθεση του παθόντος και το οποίο συνεπώς δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της.

Σε περίπτωση τέτοιου ατυχήματος (εργατικού) οφείλεται κατ' αρχήν η προβλεπόμενη από το άρθρο 3 του ως άνω νόμου αποζημίωση, για την οποία η ευθύνη του εργοδότη είναι αντικειμενική, δηλαδή αυτός ευθύνεται σε καταβολή της αποζημίωσης ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματός του, ή πταίσματος των προστηθέντων από αυτόν προσώπων.

Η αποζημίωση μπορεί κατ εφαρμογή του άρθρου 16 παρ. 4 του ν. 551/1915 να μειωθεί μέχρι το μισό της, μόνο, όταν ο παθών επέδειξε την ειδική αμέλεια που συνίσταται στην από μέρους του αδικαιολόγητη παράβαση των διατάξεων νόμων, διαταγμάτων, ή συναφών κανονισμών, που θέτουν τους όρους ασφάλειας στην εργασία και έχουν εκδοθεί από την αρμόδια αρχή, ή τον κύριο της επιχείρησης, εφ όσον στην τελευταία περίπτωση κυρώθηκαν από την αρχή.

Πλήρη αποζημίωση κατά το κοινό δίκαιο έχουν το δικαίωμα κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 να ζητήσουν, ο παθών από εργατικό ατύχημα και σε περίπτωση θανάτου του οι προσδιοριζόμενοι στο άρθρο 6 του ν. 551/1915 συγγενείς του, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, ή όταν έγινε σε εργασία, ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις για τους όρους ασφάλειας και σε αιτιώδη με αυτές συνάφεια.

Τέτοιες διατάξεις είναι ειδικότερα εκείνες που προβλέπουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους, προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων και όχι τρίτων, δηλαδή δεν αρκεί ότι το ατύχημα επήλθε από την παράβαση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνον από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς κατά τα λοιπά να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου

Σε περίπτωση, πάντως, που ο παθών από εργατικό ατύχημα υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ο εργοδότης, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του αν. 1846/1951 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 3 του ν. 551/1915, απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντος, είτε αυτή είναι η κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωση, είτε πρόκειται για την ειδική αποζημίωση του ν. 551/1915 και μόνον αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον παθόντα τη διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των χορηγούμενων σε αυτόν από το ΙΚΑ παροχών.

Η ως άνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη, ή του παθόντος, αλλά και όταν αυτό προκλήθηκε από ενέργεια, ή παράλειψη των προσώπων που προστήθηκαν από τον εργοδότη, τα οποία επίσης καλύπτονται από την απαλλαγή, ενώ καλύπτεται και η περίπτωση της ειδικής αμέλειας, που αφορά την παράβαση ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων.

Σε όλες όμως τις περιπτώσεις ο παθών από εργατικό ατύχημα, ασφαλισμένος, ή όχι, στο ΙΚΑ, και αναλόγως τα μέλη της οικογένειάς του, διατηρούν κατά του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, τις αξιώσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, εφ όσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τους, που συνιστά εν προκειμένω και η αμέλεια ως προς την τήρηση των προβλεπόμενων από γενικές ή ειδικές διατάξεις όρων ασφάλειας των εργαζομένων και όχι μόνον η ως άνω ειδική αμέλεια, αφού η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, κατά τα άρθρα 299 και 932 ΑΚ είναι διαφορετικής φύσης και δεν καλύπτεται από την απαλλαγή τους από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση, ή από την ειδική αποζημίωση κατά το ν. 551/1915, που αφορούν αξιώσεις καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα

Η υποχρέωση αποζημίωσης κατά το κοινό δίκαιο ρυθμίζεται κυρίως από το άρθρο 914 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ (ΟλΑΠ 1287/1986, (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 274/2000, ΟλΑΠ 1267/1976, ΑΠ 412/2008, ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 855/2010. 

 

Ευθύνη επιβλέποντος μηχανικού στις οικοδομικές εργασίες.  Απουσία του κατά την εκτέλεση των εργασιών στην οικοδομή.

 

Κατά το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 1396/1983, "επιβλέπων" είναι το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματος, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης.

Κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, οι υποχρεώσεις του επιβλέποντος συνίστανται, εκτός των άλλων, στο να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας και να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε ένα εργολάβο, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

Κατά το άρθρο 3 του ίδιου νόμου, οι εργολάβοι και υπεργολάβοι υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και να τηρούν τις οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι

α. ο μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου, έχει την νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον εργολάβο, ή τον κύριο του έργου (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για την λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, καθώς επίσης να επιβλέπει την εφαρμογή τους, ως εκ του επαγγέλματος του (άρθρο 315 παρ. 1 ΠΚ), αφού είναι ο επιστημονικά αρμόδιος του εκτελούμενου οικοδομικού έργου και

β. η αμέλεια του επιβλέποντος μηχανικού θεμελιώνεται κυρίως στην παράλειψη της υποχρέωσής του που απορρέει από την επαγγελματική του ιδιότητα, να υποδείξει προς τον εργολάβο του έργου, την λήψη των απαραιτήτων μέτρων, τα οποία θα απέτρεπαν τον κίνδυνο πρόκλησης βλάβης και στην γνώση ότι ο κύριος του έργου, ή κατά περίπτωση ο εργολάβος, δεν έλαβαν τα μέτρα αυτά, ή κάποιο άλλο, που θα απέτρεπε τον κίνδυνο ατυχήματος (ΑΠ 261/2011).

 αναφορά ότι ως επιβλέπων μηχανικός δεν παρευρίσκετο κατά την εκτέλεση των εργασιών στην οικοδομή, αν και γνώριζε την εκτέλεση αυτών, συνιστούν επάλληλη αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία η παρουσία του, κατά τον παραπάνω χρόνο στον ως άνω τόπο, θα απέτρεπε το ατύχημα, υπό την έννοια ότι θα ζητούσε από τον εργαζόμενο να μην πράξει την συγκεκριμένη ενέργεια λόγω του κινδύνου που διέτρεχε από την έλλειψη μέτρων ασφαλείας, ή τουλάχιστον θα τον ενημέρωνε για τον κίνδυνο που διατρέχει (ΑΠ 261/2011). 

 

Όνομα περιοχής, domain name. Προστασία domain name και  διακριτικού γνωρίσματος.

 

Βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο, όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών. Μέσο για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το domain name, ή όνομα περιοχής, το οποίο κατ' ουσίαν επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης ή «κυβερνοδιεύθυνσης», επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης.

To domain name αποτελείται από σειρά αλφαριθμητικών χαρακτήρων, τουλάχιστον τριών και όχι περισσότερων των είκοσι τεσσάρων, χωρίς ή με λογικό ειρμό, σε μια ή περισσότερες λέξεις, που χωρίζονται από διάφορα σημεία, διαιρείται δε σε τρία μέρη.

Τα πρώτο μέρος είναι κοινό για όλα τα domain names και αποτελείται από τα αρκτικόλεξα http://www (Hyper Text Transfer Protocol - World Wide Web) που δηλώνει το πρωτόκολλο επικοινωνίας και ότι η επικοινωνία διεξάγεται στο World Wide Web.

To δεύτερο μέρος, second level domain, αποτελείται από τα εκάστοτε ονόματα φυσικών και νομικών προσώπων. Πρόκειται για το κατ' εξοχήν όνομα, την κατ' εξοχήν διαδικτυακή διεύθυνση.

Το τρίτο μέρος αποτελεί το επονομαζόμενο top level domain, που δηλώνει το είδος της τοποθεσίας, ή την γεωγραφική προέλευση, όπως com για εταιρίες, org για οργανισμούς, net για παροχές υπηρεσιών, gr για την χώρα αρχειακής καταχώρισης του domain name (Ι. Καράκωστα, Δίκαιο & Internet, 2003, σ. 27).

Το domain name δεν ταυτίζεται με την εμπορική επωνυμία, τον διακριτικό τίτλο, ή το εμπορικό σήμα.

Ωστόσο αποδίδεται σε αυτό λειτουργία, τόσο διακριτικού τίτλου, όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, γιατί αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο. Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία.

Κατά συνέπεια απολαμβάνει προστασίας αντίστοιχης με εκείνη των διακριτικών γνωρισμάτων.

Η καταχώριση γνωστού ξένου διακριτικού γνωρίσματος ως domain name ενδέχεται να συνιστά αθέμιτο παρεμποδιστικό ανταγωνισμό (άρθρο 1 ν. 146/1914), ενώ δεν αποκλείεται να συντρέξουν και οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 13 ν. 146/1914, όταν αυτό χρησιμοποιείται στο διαδίκτυο.

Η σύγκρουση μεταξύ διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, επωνυμίας, σήματος κλπ. και domain name αίρεται με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας.

Ομοειδές του domain name προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα, προσβάλει το προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα.

Ο κίνδυνος σύγχυσης νοείται ευρέως, ώστε να μην αποκλείεται ακόμη και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση παράγει ή εμπορεύεται ανόμοια προϊόντα, ή προσφέρει ανόμοιες υπηρεσίες, αφού και στην περίπτωση αυτή ο καταναλωτής μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση, ή ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει σχέση συνεργασίας.

Απαιτείται, να υπάρχει εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων, στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις, και τούτο γιατί η έλλειψη κάθε σχέσης των οικονομικών κλάδων δραστηριότητας θα έχει κατά κανόνα ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα παραπλάνησης ενός αμελητέου τμήματος των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, το οποίο δεν θα επαρκούσε για την αποδοχή του κινδύνου σύγχυσης (Γ. Γεωργιάδη, Η προστασία των διακριτικών γνωρισμάτων στο διαδίκτυο, ΕφΑθ 6012/2005, ΕφΑθ 8247/2005, ΕφΑθ 6762/2007). 

 

Παραγραφή αξίωσης από αδικοπραξία, αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

 

Κατ άρθρο 904 παρ.1 εδ. α ΑΚ «όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Κατ άρθρο 938 ΑΚ «όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ότι περιήλθε σ` αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί".

Από τις διατάξεις συνάγεται ότι, αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία, ή με ζημία, του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. ΑΚ.

Ειδικότερα, αν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφ όσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, γιατί  απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 2 ΑΚ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφελείας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, γιατί η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια (ΑΠ 744/1977, ΕφΑθ. 1147/1992, ΕφΘεσ 777/2003, ΑΠ 547/2008).

Για να τύχουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

 

 

Σύνδεσμοι, links, στο διαδίκτυο και η ευθύνη φορέων παροχής υπηρεσιών από την χρήση των συνδέσμων.

 

To διαδίκτυο δεν μπορεί να λειτουργήσει  χωρίς τους συνδέσμους (links), που επιτρέπουν την μετάβαση του χρήστη στις πληροφορίες, που φιλοξενούνται σε αυτό. Οι φορείς, όμως, παροχής υπηρεσιών πρέπει να είναι προσεκτικοί, ώστε να μην θεωρηθούν ότι υπέχουν ευθύνη για τους συνδέσμους, που εισαγάγουν στον ιστοχώρο τους.

Οι σύνδεσμοι διακρίνονται σε α) απλούς συνδέσμους (surface links), β) απώτερους συνδέσμους (deep links),  γ) ενσωματωμένους συνδέσμους (inline links) και δ) πλαίσια (frames).

Με τους απλούς συνδέσμους (surface links)πραγματοποιείται η παραπομπή σε δεδομένα, που είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο, στην ίδια, ή σε διαφορετική τοποθεσία. Όταν ο σύνδεσμος παραπέμπει σε μια ιστοσελίδα στον ίδιο ιστοχώρο έχουμε εσωτερικό σύνδεσμο, ενώ όταν παραπέμπει σε μια ιστοσελίδα μιας άλλης τοποθεσίας του διαδικτύου, έχουμε εξωτερικό σύνδεσμο. Με τους απλούς συνδέσμους είναι εμφανής η διεύθυνση URL του παροχέα διαδικτυακού περιεχομένου. Εμφανίζεται η διεύθυνση της παραπεμπόμενης σελίδας στη γραμμή διευθύνσεων (browser).

Με τους απώτερους συνδέσμους (deep links) συνδέονται ιστοσελίδες διαφορετικών παροχέων διαδικτυακού  περιεχομένου, που παρακάμπτουν και δεν παραπέμπουν στην αρχική σελίδα (home page), αλλά σε ιστοσελίδες ιεραρχικά κατώτερες. Και στην περίπτωση αυτή η διεύθυνση της παραπεμπόμενης ιστοσελίδας εμφανίζεται στην γραμμή διευθύνσεων.

Οι ενσωματωμένοι σύνδεσμοι (inline links) εισάγουν δεδομένα από μια άλλη τοποθεσία στην ιστοσελίδα που περιέχει τον σύνδεσμο, χωρίς  να γίνεται παραπομπή στην σελίδα που αφορά ο σύνδεσμος.

Με τα πλαίσια (frames) το περιεχόμενο των ιστοσελίδων, στις οποίες γίνεται παραπομπή, παρουσιάζεται μέσα στην ίδια την ιστοσελίδα, που περιέχει τον σύνδεσμο, μέσα σε ένα πλαίσιο. Στην περίπτωση αυτή ο χρήστης δεν εγκαταλείπει την ιστοσελίδα που περιέχει τον σύνδεσμο και δεν εμφανίζεται η διεύθυνση της παραπεμπόμενης σελίδας στη γραμμή διευθύνσεων.

Κατ αρχήν, από την παραπομπή και μόνο από μια ιστοσελίδα σε μια άλλη, μέσω ενός συνδέσμου, δεν θεμελιώνεται αιτιώδης συνάφεια με αθέμιτη, ή παράνομη, πράξη, γιατί η λειτουργία του συνδέσμου είναι να καθιστά δυνατή την εύρεση μιας σελίδας στο διαδίκτυο και επομένως δεν διαφέρει από την αναφορά μιας διεύθυνσης σε έναν τηλεφωνικό κατάλογο. Βρίσκεις την διεύθυνση στον τηλεφωνικό κατάλογο και αν θέλεις επισκέπτεσαι τον φορέα της, δεν είσαι υποχρεωμένος να επισκεφθείς την διεύθυνση.

Σε όλους τους συνδέσμους, εκτός από την περίπτωση των  πλαισίων (frames), δεν υπάρχει κίνδυνος παραπλάνησης των χρηστών αναφορικά με την ταυτότητα του δημιουργού του περιεχομένου της ιστοσελίδας.

Στην περίπτωση  των  πλαισίων υπάρχει πάντα ο κίνδυνος παραπλάνησης των χρηστών αναφορικά με την ταυτότητα του δημιουργού του περιεχομένου της ιστοσελίδας, αφού ο χρήστης δεν εγκαταλείπει την ιστοσελίδα, που περιέχει τον σύνδεσμο και δεν εμφανίζεται η διεύθυνση της παραπεμπόμενης σελίδας στην γραμμή διευθύνσεων.

Για να θεμελιωθεί, επομένως, ευθύνη του δημιουργού συνδέσμου για άρση και παράλειψη της προσβολής, θα πρέπει αυτός, να έχει παραβιάσει την «υποχρέωση ελέγχου του συνδέσμου», ιδιαίτερα, όταν είναι ασαφές το νομικό καθεστώς που διέπει την λειτουργία της παραπεμπόμενης σελίδας, ή έχει ειδοποιηθεί σχετικά με την απαγόρευση και έχει αδιαφορήσει, οπότε  ο δημιουργός του συνδέσμου μπορεί να εναχθεί για άρση και παράλειψη της προσβολής, με βάση τις διατάξεις του ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού. Προϋπόθεση για αυτό είναι, η δημιουργία του συνδέσμου να συνιστά πράξη τελούμενη με σκοπό ανταγωνισμού, δηλαδή, πρέπει να υφίσταται θετική ενέργεια, ή παράλειψη, που διενεργείται στις συναλλαγές με σκοπό ανταγωνισμού, ενίσχυσης ιδίου, ή ξένου, συμφέροντος και επιδίωξης επηρεασμού της απόφασης κατάρτισης συναλλαγών.

Ειδικότερα

Με τους απλούς εσωτερικούς συνδέσμους τα πράγματα είναι απλά. Ο σύνδεσμος παραπέμπει σε μια ιστοσελίδα στον ίδιο ιστοχώρο. Με τους απλούς εξωτερικούς συνδέσμους, η διεύθυνση της παραπεμπόμενης ιστοσελίδας εμφανίζεται στην γραμμή διευθύνσεων. Στην περίπτωση αυτή ισχύει «η αρχή της σιωπηρής συναίνεσης», δηλαδή, η σιωπηρή συναίνεση του παροχέα πληροφοριών στο διαδίκτυο στην δημιουργία απλών συνδέσμων, καθ όσον κάθε ένας που παρέχει πληροφορίες στο διαδίκτυο αναμένει ότι οι πληροφορίες, που παρουσιάζει, θα διαδοθούν και επομένως θα γίνουν αντικείμενο παραπομπής από άλλους παροχείς πληροφοριών, εκτός εάν έχει ειδοποιήσει για την απαγόρευση δημιουργίας συνδέσμων προς τον δικτυακό του τόπο. Στην περίπτωση αυτή η εισαγωγή ενός απλού συνδέσμου δεν αποτελεί αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη, ούτε παράνομη αναπαραγωγή.

Με τους απώτερους συνδέσμους τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Και εδώ η διεύθυνση της παραπεμπόμενης ιστοσελίδας εμφανίζεται στην γραμμή διευθύνσεων. Επειδή με τους απώτερους συνδέσμους συνδέονται ιστοσελίδες, που παρακάμπτουν και δεν παραπέμπουν στην αρχική σελίδα, αλλά σε ιστοσελίδα ιεραρχικά κατώτερη, δημιουργείται θέμα, όταν ο  κάτοχος της ιστοσελίδας χάνει προσδοκώμενα έσοδα από την διαφήμιση της ιστοσελίδας του. Η εισαγωγή, όμως, ενός απώτερου συνδέσμου δεν παραβιάζει το δικαίωμα της αναπαραγωγής, ούτε και το δικαίωμα της ψηφιακής διάδοσης του έργου, ή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, όταν το έργο καθίσταται δημόσια προσβάσιμο και δεν υπάρχουν τεχνικά μέσα, που να προστατεύουν την είσοδο στον διαδικτυακό τόπο που το φιλοξενεί, αφού ο σύνδεσμος στην περίπτωση αυτή διευκολύνει την πρόσβαση στις πληροφορίες που δημοσιεύονται και επομένως υφίσταται «σιωπηρή συναίνεση» του παροχέα πληροφοριών, εκτός αν έχει ειδοποιήσει για την απαγόρευση δημιουργίας συνδέσμων προς τον δικτυακό του τόπο.

Στην περίπτωση των ενσωματωμένων συνδέσμων και πλαισίων η κατάσταση είναι διαφορετική. Η παραπομπή σε προστατευόμενα έργα συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων του δημιουργού, ή του δικαιούχου, όταν δεν υφίσταται ρητή συναίνεση αυτού.

Στις περιπτώσεις αυτές θέμα γεννάται ποιο δίκαιο θα εφαρμοστεί. Κατά το ελληνικό δίκαιο στην δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφ όσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Αν δεν υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου οι διαφορές ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο υποβλήθηκαν τα μέρη. Ισχύει δηλαδή η αρχή της αυτονομίας των συμβαλλομένων να επιλέξουν το δίκαιο, που αυτοί θέλουν να εφαρμοστεί για να λυθούν οι διαφορές των. Αν οι συμβαλλόμενοι δεν υποβάλουν τους εαυτούς τους σε συγκεκριμένο δίκαιο, τότε εν αμφιβολία, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση. Εναπόκειται δηλαδή στον δικαστή να εκτιμήσει την υπό κρίση διαφορά και να προσδιορίσει το εφαρμοστέο δίκαιο.

Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, ο δημιουργός του συνδέσμου μπορεί να εναχθεί, κυρίως, για άρση και παράλειψη της προσβολής, με βάση τις διατάξεις του ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού. Μπορεί, όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση να ισχύουν και οι διατάξεις, α) του  νόμου 2123/1993, περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα, β) του νόμου 2246/1994, για την οργάνωση και λειτουργία του τομέα των τηλεπικοινωνιών, γ) του νόμου 2251/1994, για την προστασία των καταναλωτών, δ) του νόμου 2774/99, για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τηλεπικοινωνιακό τομέα, ε) του νόμου 2472/1997, για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και στ) των διατάξεων νόμων για τα συγγραφικά δικαιώματα, τα συγγενικά δικαιώματα, τα δικαιώματα που προβλέπει η οδηγία 87/54/ΕΟΚ σχετικά με τη νομική προστασία των τοπογραφικών προϊόντων ημιαγωγών και η οδηγία 96/9/ΕΚ σχετικά με την νομική προστασία των βάσεων δεδομένων καθώς και τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας στην διαφήμιση κινητών αξιών σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ για το συντονισμό των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ).

Δεν πρέπει να παραγνωριστεί, ότι η παραπομπή και μόνο από μια ιστοσελίδα σε μια άλλη, μέσω ενός συνδέσμου, μπορεί να έχει και ποινική διάσταση, αν η δημιουργία του συνδέσμου μπορεί να οδηγήσει σε τέλεση αξιοποίνων πράξεων.

Ακροθιγώς θίγουμε το θέμα, γιατί είναι πολυδιάστατο και η ελληνική νομοθεσία αρκετά επαρκής.

Όταν διαπιστωθεί η τέλεση αξιόποινης πράξης και η εφαρμογή του ελληνικού δικαίου, ως ελέχθη εναπόκειται στον δικάζοντα δικαστή να εκτιμήσει την υπό κρίση διαφορά και να προσδιορίσει το εφαρμοστέο δίκαιο, τότε εφαρμογής τυγχάνουν και οι διατάξεις των παρακάτω άρθρων της ποινικής μας νομοθεσίας.

α) άρθρο 370 Β του ΠΚ «1. Όποιος αθέμιτα αντιγράφει, αποτυπώνει, χρησιμοποιεί, αποκαλύπτει σε τρίτον ή οπωσδήποτε παραβιάζει στοιχεία ή προγράμματα υπολογιστών, τα οποία συνιστούν κρατικά, επιστημονικά ή επαγγελματικά απόρρητα ή απόρρητα επιχείρησης του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ως απόρρητα θεωρούνται και εκείνα που ο νόμιμος κάτοχός τους, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον τα μεταχειρίζεται ως απόρρητα, ιδίως όταν έχει λάβει μέτρα για να παρεμποδίζονται τρίτοι να λάβουν γνώση τους. 2. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του κατόχου των στοιχείων, καθώς και αν το απόρρητο είναι ιδιαίτερα μεγάλης οικονομικής σημασίας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 3. Αν πρόκειται για στρατιωτικό ή διπλωματικό απόρρητο ή για απόρρητο που αναφέρεται στην ασφάλεια του κράτους, η κατά την παράγραφο 1 πράξη τιμωρείται κατά τα άρθρα 146 και 147.4. Οι πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 διώκονται ύστερα από έγκληση.»

β) άρθρο 370 Γ του ΠΚ «1. Όποιος χωρίς δικαίωμα αντιγράφει ή χρησιμοποιεί προγράμματα υπολογιστών, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες και με χρηματική ποινή "διακοσίων ενενήντα (290) ΕΥΡΩ έως πέντε χιλιάδων εννιακοσίων (5.900) ΕΥΡΩ". 2. Όποιος αποκτά πρόσβαση σε στοιχεία που έχουν εισαχθεί σε υπολογιστή ή σε περιφερειακή μνήμη υπολογιστή ή μεταδίδονται με συστήματα τηλεπικοινωνιών, εφόσον οι πράξεις αυτές έγιναν χωρίς δικαίωμα, ιδίως με παραβίαση απαγορεύσεων ή μέτρων ασφάλειας που είχε λάβει ο νόμιμος κάτοχός τους, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις μήνες ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον "είκοσι εννέα (29) ΕΥΡΩ". Αν η πράξη αναφέρεται στις διεθνείς σχέσεις ή στην ασφάλεια του κράτους, τιμωρείται κατά το άρθρο 148. 3. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του νόμιμου κατόχου των στοιχείων, η πράξη της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται μόνο αν απαγορεύεται ρητά από εσωτερικό κανονισμό ή από έγγραφη απόφαση του κατόχου ή αρμόδιου υπαλλήλου του. 4. Οι πράξεις των παραγράφων 1 έως 3 διώκονται ύστερα από έγκληση.»

γ) άρθρο 386 Α του ΠΚ « Οποιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, επηρεάζοντας τα στοιχεία υπολογιστή είτε με μη ορθή διαμόρφωση του προγράμματος είτε με επέμβαση κατά την εφαρμογή του είτε με χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με τις ποινές του προηγούμενου 686 άρθρου. Περιουσιακή βλάβη υφίσταται και αν τα πρόσωπα που την υπέστησαν είναι άδηλα. Για την εκτίμηση του ύψους της ζημίας είναι αδιάφορο αν οι παθόντες είναι ένα ή περισσότερα πρόσωπα.».

 

 

Σχέση εγγυητή και πρωτοφειλέτη. Δικαίωμα αναγωγής του εγγυητή. Δικαίωμα του εγγυητή για ασφάλεια. Συνεγγυητής που ικανοποιεί τον δανειστή.

 

Η έννομη σχέση που συνδέει τον εγγυητή με τον πρωτοφειλέτη ονομάζεται εσωτερική σχέση και δεν επηρεάζει τις σχέσεις του εγγυητή με τον δανειστή. Αυτή η σχέση μπορεί να είναι εντολή, σύμβαση έργου, διοίκηση αλλοτρίων, δωρεά κλπ.

Στην περίπτωση που ο εγγυητής ικανοποιήσει το δανειστή έχοντας εξοφλήσει την οφειλή, έχει δικαίωμα αναγωγής, εκπορευόμενο από την μεταξύ τους έννομη σχέση και υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.

Ο εγγυητής δεν έχει πάντα το δικαίωμα αναγωγής,  αλλά μόνο εφ όσον αυτός συνδέεται με τον πρωτοφειλέτη με κάποια έννομη σχέση που το δικαιολογεί.

Η κήρυξη του πρωτοφειλέτη σε κατάσταση πτώχευσης δεν επάγεται μεταβολή στην ευθύνη του εγγυητή.

Μετά την ικανοποίηση του δανειστή γεννιέται το δικαίωμα υποκατάστασης στη θέση του εγγυητή,  ο οποίος μπορεί να αξιώσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση της ικανοποίησής του από τον πρωτοφειλέτη. Η ύπαρξη του δικαιώματος αναγωγής προτείνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και αποδεικνύεται από τον εγγυητή.  

Επί εγγύησης με ορισμένη διάρκεια,  η ικανοποίηση του δανειστή από τον εγγυητή ακόμα και μετά την παρέλευση μηνός από την λήξη του χρόνου ευθύνης του τελευταίου, του παρέχει το δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη, υπό την προϋπόθεση ότι η εγγύηση είχε δοθεί δυνάμει σύμβασης, που προέβλεπε την υποχρέωση του εγγυητή να πληρώσει  το ποσό της εγγύησης, καίτοι κατ άρθρο 866 ΑΚ θα είχε ελευθερωθεί από την εγγυητική του ευθύνη. 

Κατά το άρθρο 859 ΑΚ ο εγγυητής, που ικανοποιεί το δανειστή, στερείται του δικαιώματος αναγωγής, εάν έχει παραλείψει να αντιτάξει κατά του τελευταίου ενστάσεις του πρωτοφειλέτη τα στοιχεία των οποίων γνώριζε, ή έπρεπε να γνωρίζει.

Ο εγγυητής δεν στερείται του δικαιώματος της αναγωγής, αν έχει παραλείψει να προβάλει προσωπικές του ενστάσεις κατά του δανειστή. 

Ο εγγυητής κατά το άρθρο 861  ΑΚ έχει το δικαίωμα, να  απαιτήσει από τον πρωτοφειλέτη ασφάλεια και πριν καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή στην περίπτωση που χειροτερεύει η περιουσιακή κατάσταση του πρωτοφειλέτη, ή που η δίωξή του γίνεται δυσχερής λόγω αλλαγής της κατοικίας, ή της διαμονής του, ή επειδή έχει καταστεί υπερήμερος, ή έχει καταδικασθεί ο εγγυητής σε πληρωμή κλπ. Το εν λόγω δικαίωμα αποκτά ο εγγυητής αμέσως μόλις συντρέξει μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, που πηγάζουν, όμως, από κάποια έννομη σχέση, που τους συνδέει.

Η απαίτηση του εγγυητή για ασφάλεια προϋποθέτει ότι έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη,  με βάση την μεταξύ τους σχέση και δεν αποτελεί προϋπόθεση της απόσβεσης της εγγύησης, κατ’ άρθρο 862 ΑΚ.   

Η διάταξη του άρθρου 861  ΑΚ διαφέρει από αυτή της 858 ΑΚ κατά το ότι στην πρώτη περίπτωση υπάρχει εκ του νόμου η ευχέρεια λήψης ορισμένων εξασφαλιστικής μορφής μέτρων από μέρος του εγγυητή κατά του πρωτοφειλέτη πριν ακόμη καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή.

Η 861 ΑΚ μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα της τυχόν παραίτησης του εγγυητή από το δικαίωμα προβολής της ένστασης διζήσεως του άρθρου 855 ΑΚ.

Η διάταξη του άρθρου 861  ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου και, συνεπώς, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα να ζητήσει ασφάλεια, χωρίς να απαιτείται για αυτό τήρηση έγγραφου τύπου.

Η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι συντηρητική, γιατί με αυτή δεν εξασφαλίζεται η ικανοποίηση μέλλοντος δικαιώματος, αλλά η ικανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση των πραγμάτων του οφειλέτη προς το σκοπό αναγκαστικού πλειστηριασμού αυτών μετά την απόκτηση τίτλου αναγκαστικής εκτελέσεως για γεννημένη χρηματική απαίτηση.

Η ασφάλεια μπορεί να δοθεί από τρίτο πρόσωπο, ή να είναι προσωπική τρίτου προσώπου, ή εμπράγματη  (ενέχυρο,  υποθήκη και προσημείωση υποθήκης),

Η ασφάλεια μπορεί να διαταχθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μόνο εφ όσον συγχωρείται η λήψη ασφαλιστικού μέτρου.

Κατά το άρθρο 860  ΑΚ ο συνεγγυητής που ικανοποιεί το δανειστή έχει το δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών συνεγγυητών στην έκταση που, σύμφωνα με το άρθρο 847 ΑΚ,  ευθύνονται μεταξύ τους οι συνοφειλέτες σε ολόκληρο.

Αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη συγκεκριμένη σχέση οι συνεγγυητές ευθύνονται κατά ίσα μέρη, ενώ από το ποσό που θα καταβληθεί στον δανειστή θα αφαιρεθεί η μερίδα που βάρυνε τον καταβάλλοντα συνεγγυητή. 

 

Παράταση ρυθμίσεων εμπορικών μισθώσεων και μισθώσεων διατηρητέων κτιρίων μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2013.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου  της 18 Δεκεμβρίου 2012 ( ΦΕΚ Α΄ 246), η προθεσμία της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 3853/10 (Α 90) παρατείνεται μέχρι τη 31.12.2013.  

Επομένως για τις καταγγελίες μισθώσεων που θα γίνουν μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2013 ο μισθωτής μπορεί, μετά την πάροδο ενός έτους από την έναρξη της σύμβασης, να καταγγείλει την εμπορική μίσθωση, ακόμη και αν είχε παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε αποτελέσµατά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της.

Στην περίπτωση αυτή οφείλει να καταβάλει ως αποζημίωση στον ιδιοκτήτη ποσό ίσο με ένα μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί τρεις μήνες πριν από την καταγγελία της σύμβασης.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση καταγγελίας μίσθωσης για ακίνητο που έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο.

 

Ακριβής διεύθυνση κατοικίας στο δικόγραφο του ενάγοντος

 

Η μη ακριβής διεύθυνση κατοικίας στο δικόγραφο του ενάγοντος (αιτούντος, ανακόπτοντος) δεν επιφέρει οποιαδήποτε δικονομική ακυρότητα κατ’ άρθρα 118 επ. και 505 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 135/1987, ΕφΠειρ. 72/2010).

 

Γενική υποχρέωση πρόνοιας εργοδότη. Υποχρέωση εργοδότη να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και τον χώρο της. Εργατικό ατύχημα (άρθρο 662 ΑΚ).

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 16 του ν. 551/1915 και των άρθρων 297, 298, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι επί εργατικού ατυχήματος, όπως είναι και ο τραυματισμός του μισθωτού κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτήν οφείλεται σε κάθε περίπτωση χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, ή ψυχική οδύνη, κατά τις κοινές διατάξεις, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας και επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή οι συγγενείς του λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα του εργοδότη, ή του κυρίου του έργου, ή των προστηθέντων τους, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αρκεί δηλαδή να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915 περί την τήρηση των μέτρων ασφαλείας (ΑΠ 1678/2010, ΕφΑθ 1008/2012).

Τέτοιο πταίσμα κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από την μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι «ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου», καθ όσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερουμένης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος, ή της υγείας, του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη αδικοπραξία (ΑΠ 1116/2011).

 

Διάκριση εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943 συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται στη νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου, να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η

υποχρέωση του εργαζομένου, να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν, ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη, ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει πάντα δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και για αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο, ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη, να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 296/2012). 

 

Ανεπάρκεια αιτιολογιών, ως λόγος αναίρεσης πολιτικής απόφασης. 

 

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).

Μόνο το τι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα, ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005).

Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφ όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ όσον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών