ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Προσωπικά δεδομένα, άρθρο 12 νόμου 2472/1997, δικαίωμα πρόσβασης.

 

Αρθρο 12, νόμου 2472/1997

 

1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως.

2. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) Ολα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους.

β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών.

γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του.

δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.

Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού.

ε) κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων, και

στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε', εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατον ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες.

3. Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας και ταυτόχρονη καταβολή χρηματικού ποσού, το ύψος του οποίου, ο τρόπος καταβολής του και κάθε άλλο συναφές ζήτημα ρυθμίζονται με απόφαση της Αρχής. Το ποσό αυτό επιστρέφεται στον αιτούντα εάν το αίτημα διόρθωσης ή διαγραφής των δεδομένων κριθεί βάσιμο είτε από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας είτε από την Αρχή, σε περίπτωση προσφυγής του σε αυτήν. Ο υπεύθυνος έχει υποχρέωση στην περίπτωση αυτή να χορηγήσει στον αιτούντα, χωρίς καθυστέρηση δωρεάν και σε γλώσσα κατανοητή, αντίγραφο του διορθωμένου μέρους της επεξεργασίας που τον αφορά.

4. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν απαντήσει εντός δεκαπέντε (15) ημερών ή εάν η απάντησή του δεν είναι ικανοποιητική, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή. Στην περίπτωση κατά την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας αρνηθεί να ικανοποιήσει το αίτημα του ενδιαφερομένου, κοινοποιεί την απάντησή του στην Αρχή και ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο ότι μπορεί να προσφύγει σε αυτήν.

5. Με απόφαση της Αρχής, ύστερα από αίτηση του υπεύθυνου επεξεργασίας, η υποχρέωση πληροφόρησης, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, μπορεί να αρθεί, εν όλω ή εν μέρει, εφόσον η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα γίνεται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Στην περίπτωση αυτή ο Πρόεδρος της Αρχής ή ο αναπληρωτής του προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες και έχει ελεύθερη πρόσβαση στο αρχείο.

6. Δεδομένα που αφορούν την υγεία γνωστοποιούνται στο υποκείμενο μέσω ιατρού.

 

Προσωπικά δεδομένα, άρθρο 7Α νόμου 2472/1997, απαλλαγή υποχρέωσης γνωστοποίησης και λήψης άδειας.

 

 

 

 

 

Αρθρο 7Α, νόμου 2472/1997

 

 

1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου στις ακόλουθες περιπτώσεις:

 

 

α) Οταν η επεξεργασία πραγματοποιείται αποκλειστικό για σκοπούς που συνδέονται άμεσα με σχέση εργασίας ή έργου ή με παροχή υπηρεσιών στο δημόσιο τομέα και είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρέωσης που επιβάλλει ο νόμος ή για την εκτέλεση των υποχρεώσεων από τις παραπάνω σχέσεις και το υποκείμενο έχει προηγουμένως ενημερωθεί.

 

 

β) Οταν η επεξεργασία αφορά πελάτες ή προμηθευτές, εφόσον τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης τα δικαστήρια και οι δημόσιες αρχές δεν λογίζονται ως τρίτοι, εφόσον τη διαβίβαση ή κοινοποίηση επιβάλλει νόμος ή δικαστική απόφαση. Δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση γνωστοποίησης οι ασφαλιστικές εταιρίες για όλους τους κλάδους ασφάλισης, οι φαρμακευτικές εταιρίες, οι εταιρίες εμπορίας πληροφοριών και τα χρηματοπιστωτικά νομικά πρόσωπα, όπως οι τράπεζες και οι εταιρίες έκδοσης πιστωτικών καρτών.

 

 

γ) Οταν η επεξεργασία γίνεται από σωματεία, εταιρείες, ενώσεις προσώπων και πολιτικά κόμματα και αφορά δεδομένα των μελών ή εταιρειών τους, εφόσον αυτοί έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους. Δεν λογίζονται τρίτοι τα μέλη ή εταίροι, εφόσον η διαβίβαση γίνεταί προς αυτούς για τους σκοπούς των ως άνω νομικών προσώπων ή ενώσεων, ούτε τα δικαστήρια και οι δημόσιες αρχές, εφόσον τη διαβίβαση επιβάλλει νόμος ή δικαστική απόφαση.

 

 

δ) Όταν η επεξεργασία αφορά δεδομένα υγείας και γίνεται από ιατρούς ή άλλα πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες υγείας, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεσμεύεται από το ιατρικό απόρρητο ή άλλο απόρρητο που προβλέπει νόμος ή κώδικας δεοντολογίας, και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης τα δικαστήρια και οι δημόσιες αρχές δεν λογίζονται ως τρίτοι, εφόσον τη διαβίβαση ή κοινοποίηση επιβάλλει νόμος ή δικαστική απόφαση. Δεν εμπίπτουν στην απαλλαγή της παρούσας διάταξης τα νομικά πρόσωπα ή οργανισμοί που παρέχουν υπηρεσίες υγείας, όπως κλινικές, νοσοκομεία, κέντρα υγείας, κέντρα αποθεραπείας και αποτοξίνωσης, ασφαλιστικά ταμεία και ασφαλιστικές εταιρίες, καθώς και οι υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όταν η επεξεργασία διεξάγεται στο πλαίσιο προγραμμάτων τηλεϊατρικής ή παροχής ιατρικών υπηρεσιών μέσω δικτύου.

 

 

ε) Όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος, και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη.

 

 

στ) Οταν η επεξεργασία γίνεται από δικαστικές αρχές ή υπηρεσίες εκτός από τις λοιπές αρχές του εδαφίοιυ β της παραγράφου 2 του άρθρου 3 στο πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της λειτουργίας τους.

2. Σε όλες τις περιπτώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας υπόκειται σε όλες τις υποχρεώσεις που προβλέπει ο παρών νόμος και υποχρεούται να συμμορφώνεται με ειδικούς κανόνες επεξεργασίας που η Αρχή εκδίδει σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου.

 

Προσωπικά δεδομένα, άρθρο 7 νόμου 2472/1997, απαγόρευση συλλογής και επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, εξαιρέσεις απαγόρευσης.

 

Αρθρο 7, νόμου 2472/1997.

1. Απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων.

2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Το υποκείμενο έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του, εκτός εάν η συγκατάθεση έχει αποσπασθεί με τρόπο που αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη ή νόμος ορίζει ότι η συγκατάθεση δεν αίρει την απαγόρευση.

β. Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου ή προβλεπομένου από το νόμο συμφέροντος τρίτου, εάν το υποκείμενο τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεση του.

γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου.

δ) Η επεξεργασία αφορά θέματα υγείας και εκτελείται από πρόσωπο που ασχολείται κατ' επάγγελμα με την παροχή υπηρεσιών υγείας και υπόκειται σε καθήκον εχεμύθειας ή σε συναφείς κώδικες δεοντολογίας, υπό τον όρο ότι η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ιατρική πρόληψη, διάγνωση, περίθαλψη ή τη διαχείριση υπηρεσιών υγείας.

ε) Η επεξεργασία εκτελείται από Δημόσια Αρχή και είναι αναγκαία είτε αα) για λόγους εθνικής ασφάλειας είτε ββ) για την εξυπηρέτηση των αναγκών εγκληματολογικής ή σωφρονιστικής πολιτικής και αφορά τη διακρίβωση εγκλημάτων, ποινικές καταδίκες ή μέτρα ασφαλείας είτε γγ) για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, είτε δδ) για την άσκηση δημόσιου φορολογικού ελέγχου ή δημόσιου ελέγχου κοινωνικών παροχών.

στ) Η επεξεργασία πραγματοποιείται για ερευνητικούς και επιστημονικούς αποκλειστικά σκοπούς και υπό τον όρο ότι τηρείται η ανωνυμία και λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων των προσώπων στα οποία αναφέρονται.

ζ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα δημοσίων προσώπων, εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος ή τη διαχείριση συμφερόντων τρίτων, και πραγματοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Η άδεια της αρχής χορηγείται μόνο εφόσον η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος καθώς και στο πλαίσιο καλλιτεχνικής έκφρασης και εφόσον δεν παραβιάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.

3. Η Αρχή χορηγεί άδεια συλλογής και επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας σχετικού αρχείου, ύστερα από αίτηση του υπεύθυνου επεξεργασίας. Εφόσον η Αρχή, διαπιστώσει ότι πραγματοποιείται επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, η γνωστοποίηση αρχείου, σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος νόμου, επέχει θέση αιτήσεως για επιχορήγηση άδειας. Η Αρχή μπορεί να επιβάλλει όρους και προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότερη προστασία του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής των υποκειμένων ή τρίτων. Πριν χορηγήσει την άδεια, η Αρχή καλεί σε ακρόαση τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον εκπρόσωπό του και τον εκτελούντα την επεξεργασία.

4. Η άδεια εκδίδεται για ορισμένο χρόνο, ανάλογα με το σκοπό της επεξεργασίας. Μπορεί να ανανεωθεί ύστερα από αίτηση του υπεύθυνου επεξεργασίας.

5. Η άδεια περιέχει απαραιτήτως:

α) Το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία ή τον τίτλο, καθώς και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

β) Τη διεύθυνση όπου είναι εγκατεστημένο το αρχείο.

γ) Το είδος των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που επιτρέπεται να περιληφθούν στο αρχείο.

δ) Το χρονικό διάστημα για το οποίο χορηγείται η άδεια.

ε) Τους τυχόν όρους και προϋποθέσεις που έχει επιβάλει η Αρχή για την ίδρυση και λειτουργία του αρχείου.

στ) Την υποχρέωση γνωστοποίησής του ή των αποδεκτών ευθύς ως εξατομικευθούν.

6. Αντίγραφο της άδειας καταχωρίζεται στο Μητρώο Αδειών που διατηρεί η Αρχή.

7. Κάθε μεταβολή των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 γνωστοποιείται χωρίς καθυστέρηση στην Αρχή. 

 

Προσωπικά δεδομένα, άρθρο 5 νόμου 2472/1997, προϋποθέσεις επεξεργασίας.

 

Αρθρο 5, νόμου 2472/1997

1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.

2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν:

α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων ή για τη λήψη μέτρων κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου κατά το προσυμβατικό στάδιο.

β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο.

γ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου, εάν αυτό τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του.

δ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και εκτελείται από δημόσια αρχή ή έχει ανατεθεί από αυτή είτε στον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε σε τρίτο, στον οποίο γνωστοποιούνται τα δεδομένα.

ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.

3. Η Αρχή μπορεί να εκδίδει ειδικούς κανόνες επεξεργασίας για τις πλέον συνήθεις κατηγορίες επεξεργασιών και αρχείων, οι οποίες προφανώς δεν θίγουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα. Οι κατηγορίες αυτές προσδιορίζονται με κανονισμούς που καταρτίζει η Αρχή και κυρώνονται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

 

Προσωπικά δεδομένα, άρθρο 4 νόμου 2472/1997, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

 

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Άρθρο 4, νόμου 2472/1997

1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει:

α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών.

β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας.

γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση.

δ) Να διατηρούνται σε μορφή που να επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των υποκειμένων τους μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου που απαιτείται, κατά την κρίση της Αρχής, για την πραγματοποίηση των σκοπών της συλλογής τους και της επεξεργασίας τους. Μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής, η Αρχή μπορεί, με αιτιολογημένη απόφασή της, να επιτρέπει τη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για ιστορικούς, επιστημονικούς ή στατιστικούς σκοπούς, εφόσον κρίνει ότι δεν θίγονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τα δικαιώματα των υποκειμένων τους ή και τρίτων.

2. Η τήρηση των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν συλλεχθεί ή υφίστανται επεξεργασία κατά παράβαση της προηγούμενης παραγράφου, καταστρέφονται με ευθύνη του υπεύθυνου επεξεργασίας. Η Αρχή, εάν εξακριβώσει αυτεπαγγέλτως ή μετά από σχετική καταγγελία παράβαση των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, επιβάλλει τη διακοπή της συλλογής ή της επεξεργασίας και την καταστροφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που έχουν ήδη συλλεγεί ή τύχει επεξεργασίας.

 

Χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητας.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ προκύπτει ότι επί προσβολής της προσωπικότητας, εφ όσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια.

Κατά το άρθρο 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής, ή της αγνείας του, ή στερήθηκε της ελευθερίας του.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 ΠΚ όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης, προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο, ή με έργο, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται,  με δε τη διάταξη του άρθρου 362 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται, ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή, ή την υπόληψη του, τιμωρείται και με τη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ, αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης  απαιτείται α) ισχυρισμός, ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή, ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, γ) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές καθώς επίσης και δ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο, ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο, να βλάψει την τιμή, ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί, ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη, ή από ιδία πεποίθηση, ή γνώμη, ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός, ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται προς την ηθική και ευπρέπεια.

Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Στην έννοια του γεγονότος δεν αποκλείεται να υπαχθούν, η έκφραση γνώμης, ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Σημειωτέον ότι κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α - δ ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις, που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας, ή για τη διαφύλαξη  δικαιώματος, ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ή σε ανάλογες περιπτώσεις.

Όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Ο άδικος όμως χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές, ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωση του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363 - 362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 1729/2008, ΑΠ 408/2007).

Τέλος, με βάση τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, καθιερώνεται γενική ευθύνη από αδικοπραξία, η οποία υποχρεώνει τον υπαίτιο μίας ζημιογόνου πράξης, να αποκαταστήσει τη ζημία, που προξένησε σε άλλον παρά το νόμο.

Πότε συμβαίνει αυτό, ήτοι πότε η πράξη είναι παράνομη, συνάγεται όχι από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά κρίνεται από την αντίθεση της πράξης σε άλλες διατάξεις, εκτός αυτής, στις οποίες παραπέμπει. Ως εκ τούτου, η εν λόγω διάταξη δεν είναι καθοριστική του επιτρεπτού και του απαγορευτέου, αλλά είναι προσδιοριστική της κύρωσης για την πράξη, που είναι παράνομη λόγω της αντίθεσης της σε κάποιο άλλο κανόνα δικαίου.

Το παράνομο της πράξης κρίνεται από το αποτέλεσμά της, καθ όσον δεν αρκεί μόνο συμπεριφορά αντίθετη σε οποιαδήποτε διάταξη, αλλά απαιτείται πρόσθετα και προσβολή από τον νόμο αναγνωριζόμενου δικαιώματος, ή προστατευόμενου έννομου συμφέροντος, χωρίς όμως να εξοπλίζεται συγχρόνως και ο φορέας του συμφέροντος με δικαίωμα κατά την τεχνική του νόμου έννοια (Γεωργιάδη - Σταθόπουλου υπό το άρθρο 914 ΑΚ, αριθμός 6, Βασιλείου Βαθρακοκοίλη Ερμηνεία - Νομολογία Αστικού Κώδικα τόμος Γ', ημίτομος Γ', έκδοση 2006, υπό το άρθρο 914, παρ. 4, σελίδα 856).

Κατά συνέπεια, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του προσβάλλοντος την τιμή και την υπόληψη τα απαιτούμενα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση των αξιοποίνων πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμησης, της δυσφήμησης, ή της εξύβρισης, αποκλείεται το στοιχείο του παρανόμου της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ και η θεμελίωση της αδικοπραξίας, η οποία παρέχει δυνατότητα διεκδίκησης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Περαιτέρω, ανεξάρτητα από την ποινική πλευρά της προσβολής της τιμής και της υπόληψης, ως γενεσιουργού λόγου της υποχρέωσης προς χρηματική ικανοποίηση, για να θεμελιωθεί ευθύνη κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ πρέπει ως προς μεν τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ να αποδειχθεί παράνομη συμπεριφορά  και υπαιτιότητα με τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας, ή πρόθεση προς πρόκληση ζημίας, παράνομα, ως προς δε την διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη.

Τέλος όσον αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προϋπόθεση της οποίας αποτελεί ο παράνομος χαρακτήρας της προσβολής της προσωπικότητας και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του δράστη, πρέπει να προκύπτει η συνδρομή περιστατικών που να θεμελιώνουν τις ως άνω προϋποθέσεις για τον σχηματισμό της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. 

 

Ηλεκτρονικό εμπόριο, πδ.131/2003.

 

Προσαρμογή στην Οδηγία 2000/31 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά. (Οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο).

Αρθρο1. Ορισμοί

Ι. ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Για τους σκοπούς του παρόντος Π.Δ. νοούνται ως:

(α) «Υπηρεσίες της Κοινωνίας της Πληροφορίας»: οποιαδήποτε υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, ήτοι κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αμοιβής, με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν προσωπικής επιλογής ενός αποδέκτη υπηρεσιών κατά την έννοιαν της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Π.Δ. 39/2001 (Α' 28) «για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας σε συμμόρφωση προς τις Οδηγίες 98/34/ΕΟΚ και 98/48/ΕΚ».

(β) «Φορέας παροχής υπηρεσιών»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας.

(γ) «Εγκατεστημένος φορέας παροχής υπηρεσιών»: φορέας ο οποίος ασκεί ουσιαστικώς μια οικονομική δραστηριότητα μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης για αόριστη χρονική διάρκεια. Η απλή παρουσία και η χρήση των τεχνικών μέσων και των τεχνολογιών που απαιτούνται για την παροχή της υπηρεσίας δεν συνιστούν εγκατάσταση του φορέα.

(δ) «Αποδέκτης της υπηρεσίας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί, επαγγελματικώς ή άλλως, μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως για να αναζητήσει πληροφορίες ή για να προσφέρει πρόσβαση σε αυτές.

(ε) «Καταναλωτής»: κάθε φυσικό πρόσωπο που επιδιώκει στόχους μη εντασσόμενους στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας.

(στ) «Εμπορικές επικοινωνίες»: όλες οι μορφές επικοινωνίας που αποσκοπούν να προωθήσουν, άμεσα ή έμμεσα, αγαθά, υπηρεσίες ή την εικόνα μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού ή ενός προσώπου που ασκεί εμπορική, βιομηχανική ή βιοτεχνική δραστηριότητα ή νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα. Δεν συνιστούν καθ' αυτό εμπορική επικοινωνία:

- τα στοιχεία που επιτρέπουν την άμεση πρόσβαση στη δραστηριότητα της εν λόγω επιχείρησης, του οργανισμού ή του προσώπου, ιδίως το όνομα του τομέα ή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου,

- οι επικοινωνίες που αφορούν αγαθά, υπηρεσίες ή την εικόνα της εν λόγω επιχείρησης, του οργανισμού ή του προσώπου οι οποίες πραγματοποιούνται κατά τρόπο ανεξάρτητο από τη θέληση τους, ιδίως χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα,

(ζ) «Νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα»: κάθε επάγγελμα κατά την έννοια είτε του άρθρου 2 παράγραφος 3 του Π.Δ. 165/2000 (Α 149) ως έχει τροποποιηθεί και ισχύει «προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών σύμφωνα με την οδηγία 89/48/ΕΟΚ» ή του άρθρου 2 παράγραφος 5 του Π.Δ. 231/1998 (Α' 178) ως έχει τροποποιηθεί και ισχύει "Δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης προς συμπλήρωση της Οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, σύμφωνα με τις Οδηγίες 92/51/ ΕΟΚ, 94/38/ΕΚ και 95/43/ΕΚ των Ευρωπαϊκών κοινοτήτων».

(η) «Συντονισμένος τομέας»: οι κανόνες που ισχύουν στα νομικά συστήματα των κρατών μελών και εφαρμόζονται σε φορείς παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ή σε υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για γενικές διατάξεις ή για διατάξεις που τέθηκαν ειδικά για τους φορείς ή τις υπηρεσίες αυτές.

(ι) Ο συντονισμένος τομέας αφορά κανόνες που πρέπει να τηρεί ο φορέας παροχής υπηρεσιών σχετικά με:

την ανάληψη δραστηριότητας παροχής υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως κανόνες σχετικά με τα προσόντα, την έγκριση ή την κοινοποίηση,

την άσκηση δραστηριότητας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως κανόνες σχετικά με τη συμπεριφορά του φορέα παροχής υπηρεσιών, σχετικά με την ποιότητα ή το περιεχόμενο της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για τη διαφήμιση και τη σύναψη συμβάσεων, ή κανόνες σχετικά με την ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών.

(ιι) Ο συντονισμένος τομέας δεν καλύπτει κανόνες σχετικούς με:

τα αγαθά, αυτά καθαυτά,

την παράδοση αγαθών,

τις υπηρεσίες που δεν παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα.

Αρθρο 2. Εσωτερική Αγορά

1. Κατά την παροχή στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - μέλος των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας από φορέα εγκατεστημένο στην Ελλάδα, πρέπει να τηρούνται οι σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου, που εμπίπτουν στο συντονισμένο τομέα.

2. Δεν επιτρέπεται να περιορίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, για λόγους που αφορούν το συντονισμένο τομέα.

3. Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στους τομείς που αναφέρονται παρακάτω:

στα συγγραφικά δικαιώματα, τα συγγενικά δικαιώματα, τα δικαιώματα που προβλέπει η οδηγία 87/54/ΕΟΚ σχετικά με τη νομική προστασία των τοπογραφικών προϊόντων ημιαγωγών και η οδηγία 96/9/ΕΚ σχετικά με την νομική προστασία των βάσεων δεδομένων καθώς και τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας - στη διαφήμιση κινητών αξιών σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ για το συντονισμό των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ)

στο άρθρο 30 και στον τίτλο IV της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής και στον τίτλο IV της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ τρίτη οδηγία για την ασφάλεια ζωής, στα άρθρα 7 και 8 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ δεύτερη οδηγία σχετικά με την πρωτασφάλιση εκτός τις ασφάλειας ζωής και στο άρθρο 4 της οδηγίας 90/619/ΕΟΚ δεύτερη οδηγία σχετικά με την πρωτασφάλιση για την ασφάλεια ζωής

στην ελευθερία των μερών να επιλέξουν την εφαρμοστέα στις συμβάσεις τους νομοθεσία

στις συμβατικές υποχρεώσεις που αφορούν τις συμβάσεις που συνάπτουν οι καταναλωτές

στην τυπική ισχύ συμβάσεων που γεννούν ή μεταβιβάζουν δικαιώματα επί ακινήτου, εφόσον οι συμβάσεις αυτές υπόκεινται στις υποχρεωτικές τυπικές προϋποθέσεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο κείται το ακίνητο - στη νομιμότητα μη ζητηθείσας εμπορικής επικοινωνίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

4. Κατά παρέκκλιση από την παρ. 2 του άρθρου 2 η πολιτεία μπορεί να λαμβάνει περιοριστικά μέτρα για συγκεκριμένη υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, που προέρχεται από άλλο κράτος μέλος, υπό τις εξής προϋποθέσεις:

α) Τα μέτρα πρέπει:

Ι. Να είναι αναγκαία για λόγους που αφορούν -τη δημόσια τάξη, ιδίως πρόληψη, έρευνα, διαπίστωση και δίωξη εγκλημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται η προστασία των ανηλίκων και η καταπολέμηση της πρόκλησης μίσους λόγω φυλής, φύλλου, θρησκείας ή εθνικότητας, καθώς και οι παραβιάσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μεμονωμένων προσώπων,

την προστασία της δημόσιας υγείας,

τη δημόσια ασφάλεια, περιλαμβανομένης της προάσπισης της εθνικής ασφάλειας και άμυνας,

την προστασία του καταναλωτή, περιλαμβανομένου και του επενδυτή.

II. Να στρέφονται κατά μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, η οποία βλάπτει ή προκαλεί σοβαρό κίνδυνο βλάβης των στόχων που αναφέρονται στο σημείο (Ι).

III. Να είναι ανάλογα προς τους παραπάνω αναφερόμενους στόχους.

β) Πριν από τη λήψη των εν λόγω μέτρων και χωρίς να θίγονται διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων συμπεριλαμβανομένων των προκαταρκτικών εξετάσεων και ενεργειών που πραγματοποιούνται στα πλαίσια διερεύνησης ποινικών υποθέσεων, οι αρμόδιες αρχές πρέπει:

να έχουν ζητήσει από το παραπάνω κράτος μέλος να λάβει τα κατάλληλα μέτρα και αυτό να αδράνησε ή τα μέτρα που έλαβε να είναι ανεπαρκή.

να έχουν κοινοποιήσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο άλλο κράτος μέλος την πρόθεση τους να λάβουν τα μέτρα αυτά.

5. Σε έκτακτες περιπτώσεις μπορούν οι αρμόδιες αρχές να παρεκκλίνουν από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρ. 4(β) του παρόντος άρθρου και να λάβουν περιοριστικά μέτρα χωρίς να έχουν τηρηθεί οι εν λόγω προϋποθέσεις.

Στις περιπτώσεις αυτές τα μέτρα πρέπει να κοινοποιηθούν το συντομότερο, δυνατό, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο άλλο κράτος μέλος, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους έκριναν ότι επρόκειτο για κατεπείγουσα περίπτωση.

Αρθρο 3. Ελευθερία ανάληψης και άσκησης δραστηριότητας υπηρεσίας της Κοινωνίας της Πληροφορίας

1. Εγκατάσταση και πληροφόρηση

Η ανάληψη και η άσκηση δραστηριότητας φορέα παροχής υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας είναι ελεύθερη με την επιφύλαξη των καθεστώτων έγκρισης που δεν αφορούν ειδικά και αποκλειστικά τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας ή των καθεστώτων έγκρισης που προβλέπονται στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, σύμφωνα με το Ν. 2867/2000 (Α' 273) και το Π.Δ. 157/1999 (Α' 153), ως ισχύουν.

Αρθρο 4. Υποχρεωτικά παρεχόμενες γενικές πληροφορίες.

1. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών οφείλει εκτός από τα στοιχεία που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 9του άρθρου 4του Ν. 2251/1994 (Α' 191) να προσφέρει στους αποδέκτες του και στις αρμόδιες αρχές εύκολη, άμεση και συνεχή πρόσβαση στις ακόλουθες τουλάχιστον πληροφορίες:

(α) επωνυμία του φορέα παροχής της υπηρεσίας,

(β) γεωγραφική διεύθυνση στην οποία ο φορέας είναι εγκατεστημένος, (γ) στοιχεία που να επιτρέπουν την ταχεία επαφή και την άμεση και ουσιαστική επικοινωνία με το φορέα παροχής της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής του διεύθυνσης,

(δ) εφόσον ο φορέας είναι εγγεγραμμένος σε εμπορικό μητρώο, ή παρόμοιο δημόσιο μητρώο, το οικείο μητρώο και τον αριθμό εγγραφής του σε αυτό, ή ισοδύναμο τρόπο αναγνώρισης στο μητρώο αυτό,

(ε) εφόσον η δραστηριότητα υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, τα στοιχεία της σχετικής εποπτικής αρχής,

(στ) όσον αφορά τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα, επαγγελματική ένωση ή παρόμοιο όργανο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος ο φορέας παροχής υπηρεσιών, επαγγελματικό τίτλο και το κράτος μέλος που τον έχει χορηγήσει, - μνεία των επαγγελματικών κανόνων που ισχύουν στο κράτος μέλος εγκατάστασης, καθώς και του τρόπου πρόσβασης σ' αυτούς.

(ζ) εφόσον η δραστηριότητα που ασκεί ο φορέας υπόκειται σε ΦΠΑ, τον αριθμό αναγνώρισης που προβλέπεται από το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας κύκλου εργασιών σύμφωνα με το άρθρο 36 του Ν. 2859/ 2000 (Α' 248) «κύρωση του κώδικα φόρου προστιθέμενης αξίας».

2. Όταν οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας αναφέρονται σε τιμές, αυτές πρέπει να αναγράφονται σαφώς και επακριβώς και, ειδικότερα να διευκρινίζεται αν περιλαμβάνουν φόρο και έξοδα αποστολής.

Αρθρο 5. Υποχρεωτικά παρεχόμενες πληροφορίες. Εμπορικές επικοινωνίες

Οι εμπορικές επικοινωνίες που συνιστούν υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας ή αποτελούν μέρος της οφείλουν να πληρούν τους ακόλουθους όρους:

(α) η εμπορική επικοινωνία πρέπει να είναι σαφώς αναγνωρίσιμη,

(β) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου γίνεται η εμπορική επικοινωνία πρέπει να είναι σαφώς αναγνωρίσιμο,

(γ) οι προσφορές όπως είναι οι εκπτώσεις, τα πριμ και τα δώρα, στο μέτρο που επιτρέπονται, πρέπει να είναι σαφώς αναγνωρίσιμες, η πρόσβαση στους όρους υπό τους οποίους μπορεί κανείς να επωφεληθεί από τις προσφορές πρέπει να είναι εύκολη, οι δε όροι να παρουσιάζονται σαφώς και επακριβώς,

(δ) οι διαφημιστικοί διαγωνισμοί ή παιχνίδια, στο μέτρο που επιτρέπονται, οφείλουν να είναι σαφώς αναγνωρίσιμα, η πρόσβαση στους όρους συμμετοχής πρέπει να είναι εύκολη, οι δε όροι να παρουσιάζονται σαφώς και επακριβώς.

Αρθρο 6. Μη ζητηθείσα εμπορική επικοινωνία

1. Εμπορική επικοινωνία με παραλήπτη που δεν την έχει ζητήσει, αν γίνεται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και εφόσον δεν απαγορεύεται, πρέπει να αναγνωρίζεται σαφώς και επακριβώς ευθύς ως περιέλθει σ' αυτόν.

2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της ΚΥΑ Ζ1-496/2000(Β' 1545) για τη ν προστασία των καταναλωτών για τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, του Ν. 2472/97 (Α' 50) για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των διατάξεων του Ν. 2774/99 (Α' 287) για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον επικοινωνιακό τομέα οι φορείς παροχής υπηρεσιών που αναλαμβάνουν δραστηριότητες μη ζητηθείσας εμπορικής επικοινωνίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οφείλουν να τηρούν και να συμβουλεύονται τακτικά μητρώα «επιλογών», όπου μπορούν να εγγράφονται τα φυσικά πρόσωπα που επιλέγουν να μη λαμβάνουν τέτοιες εμπορικές επικοινωνίες.

Αρθρο 7. Νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα.

1. Η χρήση εμπορικών επικοινωνιών που συνιστούν υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας ή αποτελούν μέρος της, η οποία παρέχεται από μέλος νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, επιτρέπεται εφόσον το μέλος αυτό τηρεί τους επαγγελματικούς κανόνες οι οποίοι διέπουν την ανεξαρτησία, την αξιοπρέπεια και το ήθος του επαγγέλματος, καθώς και το επαγγελματικό απόρρητο και την εντιμότητα προς τους πελάτες και τους συναδέλφους.

2. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται επιπλέον των διατάξεων που είναι σχετικές με την πρόσβαση σε νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα καθώς και την άσκηση τους.

Αρθρο 8. Ηλεκτρονικές συμβάσεις.

Συμβάσεις καταρτιζόμενες με ηλεκτρονικά μέσα

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Προεδρικού Διατάγματος 150/2001 (Α' 125) για τις «ηλεκτρονικές υπογραφές» επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα.

2. Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται

(α) στις συμβάσεις που θεμελιώνουν ή μεταβιβάζουν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων,

(β) στις συμβάσεις οι οποίες απαιτούν έκτου νόμου την προσφυγή σε δικαστήρια, δημόσιες αρχές ή επαγγέλματα που ασκούν δημόσια εξουσία,

(γ) στις συμβάσεις οι οποίες εμπίπτουν στο οικογενειακό ή κληρονομικό δίκαιο

Αρθρο 9. Παρεχόμενες πληροφορίες

1. Εκτός από άλλες απαιτήσεις παροχής πληροφοριών προβλεπόμενες από τις κείμενες διατάξεις και εφόσον δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά τα συμβαλλόμενα μέρη που δεν είναι καταναλωτές, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πρέπει να παρέχει τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες κατά τρόπο σαφή, κατανοητό και αδιαφιλονίκητο, πριν από την ανάθεση της παραγγελίας από τον αποδέκτη της υπηρεσίας:

(α) τα διάφορα τεχνικά στάδια έως τη σύναψη της σύμβασης,

(β) εάν ο φορέας παροχής υπηρεσιών θα αρχειοθετήσει ή όχι τη σύμβαση μετά τη σύναψη της καθώς και εάν προβλέπεται δυνατότητα πρόσβασης σε αυτήν,

(γ) τα τεχνικά μέσα που θα επιτρέπουν τον εντοπισμό και τη διόρθωση σφαλμάτων ηλεκτρονικού χειρισμού πριν από την ανάθεση της παραγγελίας,

(δ) τις γλώσσες στις οποίες μπορεί να συναφθεί η σύμβαση,

(ε) τους σχετικούς κώδικες δεοντολογίας στους οποίους υπόκειται, καθώς και τα στοιχεία που επιτρέπουν την πρόσβαση στους εν λόγω κώδικες με ηλεκτρονικά μέσα.

2. Ατομικοί όροι της σύμβασης και γενικοί όροι συναλλαγών που παρέχονται στον αποδέκτη πρέπει να διατίθενται κατά τρόπο επιτρέποντα την αποθήκευση και την αναπαραγωγή τους.

3. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις που συνάπτονται αποκλειστικά μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή άλλων ισοδύναμων ατομικών μέσων επικοινωνίας.

Αρθρο 10. Παραγγελία.

1. Εφόσον δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά τα συμβαλλόμενα μέρη που δεν είναι καταναλωτές, όταν ένας αποδέκτης υπηρεσίας προβαίνει σε παραγγελία με τεχνολογικά μέσα, ισχύουν οι ακόλουθες αρχές:

ο φορέας παροχής υπηρεσιών οφείλει να αποστείλει αποδεικτικό παραλαβής της παραγγελίας του αποδέκτη χωρίς περιττή καθυστέρηση και με ηλεκτρονικά μέσα, - η παραγγελία και το αποδεικτικό παραλαβής θεωρείται ότι έχουν παραληφθεί όταν τα μέρη στα οποία απευθύνονται έχουν πρόσβαση σ' αυτά,

ο φορέας παροχής οφείλει να θέτει στη διάθεση του αποδέκτη της υπηρεσίας κατάλληλα, αποτελεσματικά και προσιτά μέσα που θα επιτρέψουν να επισημάνει και να διορθώσει τα λάθη του κατά τον ηλεκτρονικό χειρισμό πριν από την ανάθεση της παραγγελίας.

2. Η παράγραφος 1, πρώτη και τρίτη περίπτωση δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις που συνάπτονται αποκλειστικά μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή μέσω άλλων ισοδύναμων ατομικών μέσων επικοινωνίας.

Αρθρο 11. Απλή μετάδοση.

Ευθύνη των μεσαζόντων παροχής υπηρεσιών

1. Σε περίπτωση παροχής μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας συνισταμένης στη μετάδοση πληροφοριών που παρέχει ο αποδέκτης της υπηρεσίας σε ένα δίκτυο επικοινωνιών ή στην παροχή πρόσβασης στο δίκτυο επικοινωνιών, δεν υφίσταται ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών όσον αφορά τις μεταδιδόμενες πληροφορίες, υπό τους όρους ότι ο φορέας παροχής υπηρεσιών:

α) δεν αποτελεί την αφετηρία της μετάδοσης των πληροφοριών,

β) δεν επιλέγει τον αποδέκτη της μετάδοσης και

γ) δεν επιλέγει και δεν τροποποιεί τις μεταδιδόμενες πληροφορίες.

2. Οι δραστηριότητες μετάδοσης και παροχής πρόσβασης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν την αυτόματη, ενδιάμεση και προσωρινή αποθήκευση των μεταδιδομένων πληροφοριών, στο βαθμό που η αποθήκευση εξυπηρετεί αποκλειστικά την πραγματοποίηση της μετάδοσης στο δίκτυο επικοινωνιών και η διάρκεια της δεν υπερβαίνει το χρόνο που είναι ευλόγως απαραίτητος για τη μετάδοση.

3. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τη δυνατότητα να επιβληθεί δικαστικά ή διοικητικά στον φορέα παροχής υπηρεσιών η παύση ή η πρόληψη της παράβασης.

Αρθρο 12. Αποθήκευση σε κρυφή μνήμη.

1. Σε περίπτωση παροχής μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, η οποία συνίσταται στη μετάδοση πληροφοριών που παρέχει ένας αποδέκτης υπηρεσίας σε ένα δίκτυο επικοινωνιών, δεν υφίσταται ευθύνη του φορέα παροχής της υπηρεσίας, όσον αφορά την αυτόματη, ενδιάμεση και προσωρινή αποθήκευση των πληροφοριών, η οποία γίνεται με αποκλειστικό σκοπό να καταστεί αποτελεσματικότερη η μεταγενέστερη μετάδοση των πληροφοριών προς άλλους αποδέκτες της υπηρεσίας, κατ' αίτηση τους, υπό τους όρους ότι ο φορέας παροχής υπηρεσιών:

(α) δεν τροποποιεί τις πληροφορίες,

(β) τηρεί τους όρους πρόσβασης στις πληροφορίες,

(γ) τηρεί τους κανόνες που αφορούν την ενημέρωση των πληροφοριών, οι οποίοι καθορίζονται κατά ευρέως αναγνωρισμένο τρόπο και χρησιμοποιούνται από τον κλάδο,

(δ) δεν παρεμποδίζει τη νόμιμη χρήση της τεχνολογίας, η οποία αναγνωρίζεται και χρησιμοποιείται ευρέως από τον κλάδο, προκειμένου να αποκτήσει δεδομένα σχετικά με τη χρησιμοποίηση των πληροφοριών, και

(ε) ενεργεί άμεσα προκειμένου να αποσύρει τις πληροφορίες που αποθήκευσε ή να καταστήσει την πρόσβαση σε αυτές αδύνατη, μόλις αντιληφθεί ότι οι πληροφορίες έχουν αποσυρθεί από το σημείο του δικτύου στο οποίο βρίσκονταν αρχικά ή η πρόσβαση στις πληροφορίες κατέστη αδύνατη ή μια δικαστική ή διοικητική αρχή διέταξε την απόσυρση των πληροφοριών ή απαγόρευσε την πρόσβαση σε αυτές.

2. Το παρόν άρθρο δεν θίγει την δυνατότητα να επιβληθεί δικαστικά ή διοικητικά στο φορέα παροχής υπηρεσιών η παύση ή η πρόληψη της παράβασης.

Αρθρο 13. Φιλοξενία.

1. Σε περίπτωση παροχής μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας συνισταμένης στην αποθήκευση πληροφοριών παρεχομένων από ένα αποδέκτη υπηρεσίας, δεν υφίσταται ευθύνη του φορέα παροχής της υπηρεσίας για τις πληροφορίες που αποθηκεύονται μετά από αίτηση αποδέκτη της υπηρεσίας, υπό τους όρους ότι:

(α) ο φορέας παροχής της υπηρεσίας δεν γνωρίζει πραγματικά ότι πρόκειται για παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία και ότι, σε ό,τι αφορά αξιώσεις αποζημιώσεως, δεν γνωρίζει τα γεγονότα ή τις περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει η παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία, ή

(β) ο φορέας παροχής της υπηρεσίας, μόλις αντιληφθεί τα προαναφερθέντα, αποσύρει ταχέως τις πληροφορίες ή καθιστά την πρόσβαση σε αυτές αδύνατη.

2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν ο αποδέκτης της υπηρεσίας ενεργεί υπό την εξουσία ή υπό τον έλεγχο του φορέα παροχής της υπηρεσίας.

3. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τη δυνατότητα να επιβληθεί δικαστικά ή διοικητικά στο φορέα παροχής υπηρεσιών η παύση ή η πρόληψη της παράβασης.

Αρθρο 14. Απουσία γενικής υποχρέωσης ελέγχου.

1. Οι φορείς παροχής υπηρεσιών δεν έχουν, για την παροχή υπηρεσιών που αναφέρονται στα άρθρα 10, 11 και 12 του παρόντος γενική υποχρέωση ελέγχου των πληροφοριών που μεταδίδουν ή αποθηκεύουν ούτε γενική υποχρέωση δραστήριας αναζήτησης γεγονότων ή περιστάσεων που δείχνουν ότι πρόκειται για παράνομες δραστηριότητες.

2. Χωρίς να παραβιάζονται οι διατάξεις περί προστασίας του απορρήτου και των προσωπικών δεδομένων, οι φορείς παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας είναι υποχρεωμένοι να ενημερώνουν πάραυτα τις αρμόδιες κρατικές αρχές για τυχόν υπόνοιες περί χορηγουμένων παράνομων πληροφοριών ή δραστηριοτήτων που επιχειρούν αποδέκτες των υπηρεσιών τους, και να ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές κατ' αίτηση τους πληροφορίες που διευκολύνουν την εντόπιση αποδεκτών των υπηρεσιών τους με τους οποίους έχουν συμφωνίες αποθήκευσης.

Αρθρο 15. Κώδικες δεοντολογίας.

III. ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Κώδικες Δεοντολογίας συντασσόμενοι από τις ενδιαφερόμενες ενώσεις επαγγελματιών και καταναλωτών εγκρίνονται από τον Υπουργό Ανάπτυξης και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στους παραπάνω κώδικες λαμβάνονται ιδίως υπόψη τα συμφέροντα ατόμων με προβλήματα όρασης και εν γένει με ειδικές ανάγκες.

Αρθρο 16. Εξώδικος διακανονισμός διαφορών.

Οι διαφορές που ανακύπτουν στο ηλεκτρονικό εμπόριο επιλύονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 2251/94 (Α 191), ως ισχύει, για την προστασία των καταναλωτών.

Αρθρο 17. Μέσα έννομης προστασίας.

Εφόσον πιθανολογείται προσβολή δικαιωμάτων προερχομένων από τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, το Μονομελές Πρωτοδικείο διατάσσει ως ασφαλιστικό μέτρο οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο, ιδίως τη συντηρητική κατάσχεση των αντικειμένων που κατέχονται από τον καθ' ου ή από τρίτον και αποτελούν μέσο τέλεσης ή προϊόν ή απόδειξη της προσβολής. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται υποχρεωτικά το άρθρο 687 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και χορηγείται υποχρεωτικώς προσωρινή διαταγή κατά το άρθρο 691 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Αρθρο 18. Συνεργασία.

1. Το Υπουργείο Ανάπτυξης είναι αρμόδιο για τον έλεγχο και την έρευνα της αποτελεσματικής εφαρμογής του παρόντος. Στο πλαίσιο αυτό και με την επιφύλαξη της νομοθεσίας για την προστασία του απορρήτου και των προσωπικών δεδομένων, έχει δικαίωμα να ζητεί κάθε απαραίτητη πληροφορία από τους φορείς παροχής υπηρεσιών.

2. Το Υπουργείο Ανάπτυξης παρέχει, με τα κατάλληλα ηλεκτρονικά μέσα, τη συνδρομή και τις πληροφορίες που ζητούνται από τις αρμόδιες αρχές και φορείς άλλου κράτους - μέλους ή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

3. Για τον ίδιο σκοπό, το Υπουργείο Ανάπτυξης είναι αρμόδιο να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να ορίζει προς τούτο ένα ή περισσότερα σημεία επαφής των οποίων τα στοιχεία κοινοποιεί στα άλλα κράτη - μέλη και την Επιτροπή.

4. Στα σημεία επαφής μπορούν να απευθύνονται με ηλεκτρονικά μέσα, τόσο οι αποδέκτες, όσο και οι φορείς παροχής υπηρεσιών, προκειμένου:

(α) να λαμβάνουν γενικές πληροφορίες όσον αφορά το ισχύον δίκαιον πάνω σε θέματα σχετικά με το ηλεκτρονικό εμπόριο.

(β) να λαμβάνουν τα στοιχεία των ελληνικών αρχών, οργανισμών ή ενώσεων στις οποίες οι αποδέκτες των υπηρεσιών μπορούν να απευθύνονται για περισσότερες πληροφορίες ή πρακτική βοήθεια.

5. Το Υπουργείο Ανάπτυξης μεριμνά για την κοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή των σημαντικών ελληνικών διοικητικών ή δικαστικών αποφάσεων για την επίλυση διαφορών στο πλαίσιο των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, καθώς και πληροφοριών σχετικά με τις πρακτικές, τα συναλλακτικά ήθη και τα έθιμα που αφορούν το ηλεκτρονικό εμπόριο στην Ελλάδα.

Αρθρο 19. Κυρώσεις.

Οι παραβάτες των διατάξεων του παρόντος Π.Δ. τιμωρούνται με τις προβλεπόμενες στην παραγρ. 3 του άρθρου 14 του Ν. 2251/94 (ΦΕΚ Α/191) κυρώσεις, καθώς και με τις κυρώσεις που προβλέπονται στον Αγορανομικό Κώδικα όπως αυτός ισχύει.

Αρθρο 20. Πεδίο εφαρμογής.

1. Το παρόν Π.Δ. δεν εφαρμόζεται:

(α) στο φορολογικό τομέα,

(β) σε θέματα σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας που καλύπτονται ήδη από τις διατάξεις του Ν. 2472/97 (Α' 50) για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και από τις διατάξεις του Ν. 2774/99 (Α'287) περί επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα,

(γ) σε θέματα που αφορούν συμφωνίες ή πρακτικές διεπόμενες από τη νομοθεσία περί καρτέλ,

(δ) στις εξής δραστηριότητες των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας:

τις δραστηριότητες συμβολαιογράφων ή αντίστοιχων επαγγελμάτων εφόσον συνεπάγονται άμεση και ειδική σύνδεση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας,

την εκπροσώπηση πελάτη και υπεράσπιση των συμφερόντων του ενώπιον των δικαστηρίων,

τη συμμετοχή σε τυχερά παιγνίδια στα οποία ο παίκτης στοιχηματίζει χρηματική αξία, συμπεριλαμβανομένων των λαχείων και των στοιχημάτων.

2. Η εφαρμογή του παρόντος Π.Δ. δεν μπορεί να θίξει μέτρα που λαμβάνονται σε κοινοτικό ή εθνικό επίπεδο, τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου , με σκοπό την προώθηση της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας και την προάσπιση του πλουραλισμού.

3. Καμιά διάταξη του παρόντος Π.Δ. δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να θίγει το επίπεδο προστασίας ιδίως της δημόσιας υγείας και των συμφερόντων του καταναλωτή όπως θεσπίζεται σε κοινοτικές πράξεις και στις εθνικές νομοθεσίες που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή τους στο μέτρο που δεν περιορίζεται έτσι η ελευθερία παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.

Αρθρο 21.

Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από 17.1.2002.

 

Αρχές του δικαίου για το Διαδίκτυο, δικαιοδοσία δικαστηρίων, εφαρμοστέο δίκαιο.   

 

Α. Η πρόσβαση στο Διαδίκτυο είναι ελεύθερη.

Η έναρξη παροχής υπηρεσιών πρόσβασης στο Διαδίκτυο υπόκειται σε ειδική άδεια, η οποία εκδίδεται από την Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) για της τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες (εκχώρηση ονόματος χώρου).

Τις κατευθυντήριες γραμμές χαράσσει το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, μαζί με την ΕΕΤΤ, ώστε η άσκηση των τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων να γίνεται με βάση τις αρχές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης και της αποφυγής διακρίσεων μεταξύ τηλεπικοινωνιακών φορέων, επιχειρήσεων και προσώπων.

Β. Δικαιώματα χρήστη.

Κάθε χρήστης έχει δικαίωμα σύνδεσης με το Διαδίκτυο, ακώλυτης χρήσης των παρεχομένων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, δικαίωμα να διατηρεί εμπιστευτικό και απόρρητο τον χαρακτήρα των επικοινωνιών του και δικαίωμα ίσης μεταχείρισης από τους παροχείς πρόσβασης, για οποιαδήποτε παρεχόμενη υπηρεσία.

Γ. Υποχρεώσεις χρήστη.

Κατά την χρήση του διαδικτύου πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ όψιν, ο δημιουργός, ο καταναλωτής, ο ελεύθερος ανταγωνισμός, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών.

Δ. Νομικές διατάξεις ρύθμισης της συμπεριφοράς των χρηστών.

Δεν υπάρχει ενιαία νομική ρύθμιση, που να αναφέρεται αποκλειστικά σε θέματα του Διαδικτύου και να ρυθμίζει τη συμπεριφορά των χρηστών, τόσο από την πλευρά του αστικού και διοικητικού δικαίου, όσο και από την πλευρά του ποινικού δικαίου.

1) Το πρώτο θέμα, που γεννάται από τις παρεχόμενες υπηρεσίες, είναι το θέμα της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων.  

α) Στο θέμα αυτό εφαρμογή έχει ο Κανονισμός 44/2001 ΕΚ, σύμφωνα με τον οποίον στις διεθνείς ηλεκτρονικές συμβάσεις ισχύει η συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων περί της δικαιοδοσίας συγκεκριμένου δικαστηρίου, εφ όσον η συμφωνία έγινε γραπτώς.

Οποιαδήποτε ηλεκτρονική συμφωνία, που εμφανίζει κάποια διάρκεια, θεωρείται έγγραφη. Συμφωνίες με ηλεκτρονικό τρόπο, που καθορίζουν την δικαστική δικαιοδοσία, θεωρούνται επίσης και εκείνες που μπορούν να μεταβιβαστούν με ένα μέσο, όπως CD, DVD, γιατί αυτές γίνονται αποδεκτές με το πάτημα ενός πλήκτρου, ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

β) Εάν δεν υπάρχει γραπτή, με την παραπάνω έννοια, συμφωνία, τότε η δικαστική δικαιοδοσία ρυθμίζεται, ή από τον τόπο κατοικίας του εναγόμενου,  ή από τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε η διαφορά.

Επομένως αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των μερών, τότε ο ενάγων μπορεί να επιλέξει το αρμόδιο δικαστήριο μεταξύ του δικαστηρίου της κατοικίας του εναγόμενου και του δικαστηρίου του τόπου που βρίσκεται η συμβατική υποχρέωση στην οποία βασίζεται η αγωγή.

Η οδηγία 2000/31/ΕΚ, υποχρεώνει τους παροχείς υπηρεσιών να προσφέρουν στους πελάτες τους εύκολη πρόσβαση στα στοιχεία τους, όπως όνομα και γεωγραφική διεύθυνση.

γ) Υπάρχει και μία άλλη δυνατότητα. Να ασκηθεί η αγωγή στο δικαστήριο του τόπου από όπου το αγαθό, ή υπηρεσία, προμηθεύεται. Η δυνατότητα αυτή έχει την αδυναμία ότι ο  τόπος που βρίσκεται εγκατεστημένος ο server μπορεί να είναι τρίτη χώρα.

2) Το δεύτερο θέμα, που γεννάται, είναι το θέμα του εφαρμοστέου δικαίου.

α) Κατά το ελληνικό δίκαιο στην δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου.  

β) Αν υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διαφορές ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο υποβλήθηκαν τα μέρη. Ισχύει δηλαδή η αρχή της αυτονομίας των συμβαλλομένων, να επιλέξουν το δίκαιο, που αυτοί θέλουν να εφαρμοστεί, για να λυθούν οι διαφορές των.

γ) Αν οι συμβαλλόμενοι δεν υποβάλουν τους εαυτούς τους σε συγκεκριμένο δίκαιο, τότε εν αμφιβολία, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση. Εναπόκειται δηλαδή στον δικαστή να εκτιμήσει την υπό κρίση σύμβαση και να προσδιορίσει το εφαρμοστέο δίκαιο.

3)  Το επόμενο θέμα, που γεννάται, είναι ποιες διατάξεις του ελληνικού δικαίου θα εφαρμόσει ο δικαστής.

Επί του θέματος δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση.

α) Η μόνη ειδική νομοθετική ρύθμιση είναι η ρύθμιση περί του ηλεκτρονικού εμπορίου (πδ. 131/2003)

Σύμφωνα με το πδ. 131/2003 «για την προσαρμογή στην Οδηγία 2000/31 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου στην εσωτερική αγορά», ως «Εμπορικές επικοινωνίες» ορίζονται οι μορφές επικοινωνίας, που αποσκοπούν να προωθήσουν, άμεσα ή έμμεσα, αγαθά, ή υπηρεσίες ή την εικόνα μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού, ή ενός προσώπου, που ασκεί εμπορική, βιομηχανική ή βιοτεχνική δραστηριότητα, ή νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα.

Δεν συνιστούν «εμπορική επικοινωνία», α) τα στοιχεία που επιτρέπουν την άμεση πρόσβαση στη δραστηριότητα της εν λόγω επιχείρησης, του οργανισμού, ή του προσώπου, ιδίως το όνομα του τομέα, ή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και β) οι επικοινωνίες που αφορούν αγαθά, υπηρεσίες, ή την εικόνα της εν λόγω επιχείρησης, του οργανισμού, ή του προσώπου, οι οποίες πραγματοποιούνται κατά τρόπο ανεξάρτητο από τη θέληση τους, ιδίως χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.

Η ρύθμιση δεν καλύπτει κανόνες σχετικούς με τα αγαθά, αυτά καθαυτά, την παράδοση των αγαθών και τις υπηρεσίες που δεν παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα.

Πέραν αυτού του νομοθετήματος οι ανακύπτουσες αστικές, διοικητικές και ποινικές κυρώσεις της συμπεριφοράς του χρήστη ρυθμίζονται από το κοινό δίκαιο.

Στο θέμα των αστικών και διοικητικών κυρώσεων.

β) Νόμος 2123/1993, περί πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα.

γ) Νόμος 2246/1994, για την οργάνωση και λειτουργία του τομέα των τηλεπικοινωνιών.

δ) Νόμος 2251/1994, για την προστασία των καταναλωτών.

ε) Νόμος 2774/99, για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τηλεπικοινωνιακό τομέα.

στ) Νόμος 2472/1997, για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

ζ) ΚΥΑ Ζ1-496/2000, για την προστασία των καταναλωτών για τις εξ αποστάσεως συμβάσεις.

η) Οι διατάξεις νόμων για τα συγγραφικά δικαιώματα, τα συγγενικά δικαιώματα, τα δικαιώματα που προβλέπει η οδηγία 87/54/ΕΟΚ σχετικά με τη νομική προστασία των τοπογραφικών προϊόντων ημιαγωγών και η οδηγία 96/9/ΕΚ σχετικά με την νομική προστασία των βάσεων δεδομένων καθώς και τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας στη διαφήμιση κινητών αξιών σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ για το συντονισμό των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ)

Στο θέμα της ποινικής τιμωρίας του χρήστη.

θ) Το άρθρο 370 Β του Ποινικού Κώδικα. Προβλέπει.   

«1. Όποιος αθέμιτα αντιγράφει, αποτυπώνει, χρησιμοποιεί, αποκαλύπτει σε τρίτον ή οπωσδήποτε παραβιάζει στοιχεία ή προγράμματα υπολογιστών, τα οποία συνιστούν κρατικά, επιστημονικά ή επαγγελματικά απόρρητα ή απόρρητα επιχείρησης του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ως απόρρητα θεωρούνται και εκείνα που ο νόμιμος κάτοχός τους, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον τα μεταχειρίζεται ως απόρρητα, ιδίως όταν έχει λάβει μέτρα για να παρεμποδίζονται τρίτοι να λάβουν γνώση τους.

2. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του κατόχου των στοιχείων, καθώς και αν το απόρρητο είναι ιδιαίτερα μεγάλης οικονομικής σημασίας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

3. Αν πρόκειται για στρατιωτικό ή διπλωματικό απόρρητο ή για απόρρητο που αναφέρεται στην ασφάλεια του κράτους, η κατά την παράγραφο 1 πράξη τιμωρείται κατά τα άρθρα 146 και 147.

4. Οι πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 διώκονται ύστερα από έγκληση.»

ι) Το άρθρο 370 Γ του Ποινικού Κώδικα. Προβλέπει.

«1. Όποιος χωρίς δικαίωμα αντιγράφει ή χρησιμοποιεί προγράμματα υπολογιστών, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες και με χρηματική ποινή διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ έως πέντε χιλιάδων εννιακοσίων (5.900) ευρώ.

2. Όποιος αποκτά πρόσβαση σε στοιχεία που έχουν εισαχθεί σε υπολογιστή ή σε περιφερειακή μνήμη υπολογιστή ή μεταδίδονται με συστήματα τηλεπικοινωνιών, εφόσον οι πράξεις αυτές έγιναν χωρίς δικαίωμα, ιδίως με παραβίαση απαγορεύσεων ή μέτρων ασφάλειας που είχε λάβει ο νόμιμος κάτοχός τους, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις μήνες ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον "είκοσι εννέα (29) ΕΥΡΩ". Αν η πράξη αναφέρεται στις διεθνείς σχέσεις ή στην ασφάλεια του κράτους, τιμωρείται κατά το άρθρο 148.

3. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του νόμιμου κατόχου των στοιχείων, η πράξη της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται μόνο αν απαγορεύεται ρητά από εσωτερικό κανονισμό ή από έγγραφη απόφαση του κατόχου ή αρμόδιου υπαλλήλου του.

4. Οι πράξεις των παραγράφων 1 έως 3 διώκονται ύστερα από έγκληση.»

ια) Το άρθρο 386 Α του Ποινικού Κώδικα. Προβλέπει.

« Οποιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, επηρεάζοντας τα στοιχεία υπολογιστή είτε με μη ορθή διαμόρφωση του προγράμματος είτε με επέμβαση κατά την εφαρμογή του είτε με χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με τις ποινές του προηγούμενου 686 άρθρου. Περιουσιακή βλάβη υφίσταται και αν τα πρόσωπα που την υπέστησαν είναι άδηλα. Για την εκτίμηση του ύψους της ζημίας είναι αδιάφορο αν οι παθόντες είναι ένα ή περισσότερα πρόσωπα.».

 

Υπολογισμός διατροφής ανηλίκου τέκνου σε περίπτωση διαζυγίου.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ. 2, 1487, 1489 παρ. 2 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι τα ανήλικα τέκνα και αν έχουν περιουσία και εφ όσον τα εισοδήματα της περιουσίας τους ή το προϊόν της εργασίας τους δεν επαρκεί για την διατροφή τους, έχουν δικαίωμα διατροφής έναντι και των δύο γονέων τους, οι οποίοι έχουν υποχρέωση να τα διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Η εν λόγω διατροφή προσδιορίζεται στο προσήκον μέτρο, με βάση τις ανάγκες των τέκνων, όπως προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής τους και περιλαμβάνει όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου τέκνου (τροφή, στέγαση, ενδυμασία, ψυχαγωγία και κάθε άλλο απαραίτητο για τη διαβίωσή του) και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή και την εν γένει εκπαίδευσή του (ΑΠ 482/1995, ΕφΠειρ 951/2004, ΕφΛαρ 84/2011).

Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου.Καθοριστικό στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του τέκνου, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις.

Εκείνος από τους γονείς, που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου, μπορεί να συνυπολογίσει ότι συνδέεται με την πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, καθώς και την προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για την περιποίηση και την φροντίδα του, που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος που συνδέονται με την συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογιστεί στην υποχρέωσή του για διατροφή του τέκνου (ΕφΑθ 5017/1999). 

 

Υιοθεσία ενηλίκου ελληνικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1579 ΑΚ η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνο όταν ο υιοθετούμενος είναι συγγενής ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί.

Για την υιοθεσία ενηλίκου έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις που ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου, εφ όσον δεν υφίσταται αντίθετη ειδικότερη διάταξη για την υιοθεσία ενηλίκου (ΕφΑθ 1138/2001).

Η υιοθεσία ενηλίκου διαφοροποιείται από αυτή του ανηλίκου, ως προς το ότι ο υιοθετούμενος είναι πλήρως δικαιοπρακτικά ικανός, καθ ότι έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, ως προς το ότι η γονική μέριμνα του φυσικού γονέα έχει παύσει στο σύνολο της για τους φυσικούς γονείς από την ενηλικίωση του τέκνου και τέλος ως προς τα αποτελέσματα της, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1584 εδ. β ΑΚ μετά την τέλεση της υιοθεσίας του ενηλίκου παραμένει αμετάβλητος ο βιολογικός και ηθικός δεσμός μεταξύ του υιοθετούντος και του άλλου φυσικού γονέα του και των συγγενών του ως προς το είδος, τη γραμμή και το βαθμό της συγγένειας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1580, 1581, 1582 και 1542 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι απαιτούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις για την υιοθεσία ενηλίκου.

- υποβάλλεται κοινή αίτηση μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου,

- ο θετός γονέας πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του,

- ο θετός γονέας να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά δεκαοχτώ χρόνια,

- η υιοθεσία να είναι προς το συμφέρον του υιοθετουμένου,

-  η δήλωση των συναινέσεων του υιoθετoύvτoς και του υιοθετούμενου να δίνονται αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου.

- απαραίτητη είναι και η συναίνεση του συζύγου του θετού γονέα και του συζύγου του υιοθετουμένου.

- μόνες εξαιρέσεις στην αυτοπρόσωπη συναίνεση ενώπιον του Δικαστηρίου εισάγονται με συναίνεση ενώπιον συμβολαιογράφου εκ μέρους έγγαμου συζύγου του υιοθετούντος, ή του υιοθετούμενου, οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην αλλοδαπή (ΑΚ 1546, 1583 εδ.β, ΠΠρΑθ 105/2010). 

Δεν είναι εφαρμοστέα στην υιοθεσία ενηλίκου η διάταξη του άρθρου 1550 παρ. 1 ΑΚ, που προβλέπει τη συναίνεση των φυσικών γονέων του υιοθετουμένου ως προϋπόθεση για τη συντέλεση της υιοθεσίας.

Δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1557 ΑΚ, που θέτει ως προϋπόθεση τη διεξαγωγή κοινωνικής έρευνας από κοινωνική υπηρεσία, καθ ότι ο ενήλικος υιοθετούμενος διαθέτει πνευματική και ψυχολογική ωριμότητα, προκειμένου να κρίνει το συμφέρον, ή μη της τελούμενης υιοθεσίας.

Εφαρμόζεται και στην υιοθεσία ενηλίκων η διάταξη του άρθρου 1556 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 1580 ΑΚ, κατά την οποία το δικαστήριο οφείλει να ακούει και τη γνώμη των άλλων τέκνων του υιοθετούντος, ανάλογα με την ωριμότητα τους.

Το θετό τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα του, στο οποίο έχει δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του.

Η υιοθεσία ενηλίκου λύεται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή του θετού γονέα, ή του θετού τέκνου, αν συντρέχει παράπτωμα που δικαιολογεί την αποκλήρωση, ή που συνιστά λόγο αχαριστίας του θετού τέκνου απέναντι σε αυτόν που το υιοθέτησε.

 

Υιοθεσία ανηλίκου πολωνικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το πολωνικό δίκαιο.

Ο πολωνικός κώδικας προβλέπει τρία είδη υιοθεσίας, την πλήρη, την απλή, που έχει ασθενή αποτελέσματα και την ανώνυμη, υποπερίπτωση της πλήρους υιοθεσίας κατά την οποία οι φυσικοί γονείς του τέκνου συναινούν στην υιοθεσία, χωρίς να προσδιορίζουν το πρόσωπο του υιοθετούντος. Η διάταξη περί διακρίσεων της υιοθεσίας,  ως αντικείμενη στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Κατά το πολωνικό δίκαιο

Επιτρέπεται μόνον η υιοθεσία προσώπων που δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους.

Μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου πρέπει να υπάρχει εύλογη διαφορά ηλικίας, ήτοι τουλάχιστον 18 ετών.

Η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου.

Για το κύρος της υιοθεσίας απαιτείται η συγκατάθεση των γονέων του υιοθετούμενου, καθώς και του ίδιου, αν έχει συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας του. Η συγκατάθεση των γονέων δεν μπορεί να δοθεί πριν από την πάροδο τριάντα ημερών από την γέννηση του τέκνου.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου.  

 

Υιοθεσία ανηλίκου ουκρανικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το ουκρανικό δίκαιο.

Στο Ουκρανικό δίκαιο η υιοθεσία ρυθμίζεται από το 18ο κεφάλαιο (άρθρα 207-242) του Οικογενειακού Κώδικα της Ουκρανίας της 10.01.2002 (Νόμος 38/2002), που τέθηκε σε ισχύ από την 01.01.2004.

Η υιοθεσία τελείται δυνάμει δικαστικής απόφασης, κατόπιν αίτησης του υιοθετούντος (άρθρο 223 Οικ. Κ.) και πρέπει να εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου και να του εξασφαλίζει ένα σταθερό και αρμονικό οικογενειακό περιβάλλον (άρθρο 207 Οικ. Κ.).

Επιτρέπεται μόνο η υιοθεσία ανηλίκου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υιοθεσία ενηλίκου, ο οποίος στερείται μητέρας, πατέρα, ή επιμέλειας (άρθρο 208 Οικ. Κ.).

Το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν του και την οικογενειακή κατάσταση του υιοθετούντος, την έλλειψη φυσικών του τέκνων, καθώς και άλλες περιστάσεις, όπως τη συμβίωση, την οικογενειακή θαλπωρή, την υγεία (άρθρο 208 Οικ. Κ.).

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται η συναίνεση των φυσικών γονέων του τέκνου, η οποία δίδεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο μετά την παρέλευση δύο μηνών από τη γέννηση του τέκνου.

Προβλέπεται η καταχώριση των προς υιοθεσία τέκνων και των υιοθετούντων από αρμόδιες αρχές σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Η καταχώριση των αλλοδαπών, που επιθυμούν να υιοθετήσουν τέκνο ουκρανικής ιθαγένειας, γίνεται από το Κέντρο Υιοθεσίας του Υπουργείου Παιδείας της Ουκρανίας (άρθρο 214-215 Οικ. Κ.). Μια τέτοια υιοθεσία είναι δυνατή, εφ όσον το προς υιοθεσία τέκνο έχει παραμείνει, τουλάχιστον ένα έτος, καταγραμμένο στο αρχείο της Κρατικής Διεύθυνσης της Υιοθεσίας και δεν έχει υπάρξει ενδιαφέρον υιοθεσίας από ουκρανό υπήκοο. Τόσο για την υιοθεσία ουκρανού υπηκόου από αλλοδαπό, όσο και για την υιοθεσία ουκρανού υπηκόου, που διαμένει εκτός Ουκρανίας, απαιτείται επιπλέον η άδεια του Κέντρου Υιοθεσίας του Υπουργού Παιδείας της Ουκρανίας (Κρατική Διεύθυνση Υιοθεσίας  και προστασίας των δικαιωμάτων του ανηλίκου, άρθρα 282-283 Ο.Κ.). Οι διατάξεις αυτές θέτουν διαδικαστικές και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικείμενες και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου.  

 

Υιοθεσία ανηλίκου ελληνικής ιθαγένειας

 

Η  υιοθεσία ανηλίκου απαγγέλλεται, εφ όσον συντρέχουν οι όροι του νόμου και αφού διαπιστωθεί  από την σχετική έκθεση κοινωνικής έρευνας, που συντάσσεται κατ' άρθρον 1557 ΑΚ, ότι λόγω της προσωπικότητας, της υγείας και της οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης εκείνου που υιοθετεί και του υιοθετουμένου, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητάς τους για προσαρμογή η υιοθεσία συμφέρει τον υιοθετούμενο.

Ως συμφέρον του υιοθετουμένου νοείται τόσο το περιουσιακό, όσο και αυτό που συναρτάται με την προσωπική του κατάσταση, δηλαδή το πνευματικό, ηθικό, κοινωνικό συμφέρον, το οποίο και προέχει έναντι του πρώτου.

Το συμφέρον του υιοθετούμενου δεν αρκεί να εξυπηρετείται μόνο κατά το χρόνο τέλεσης της υιοθεσίας, αλλά και μελλοντικά.

Με την υιοθεσία πρέπει να δημιουργούνται ευνοϊκότεροι όροι από τους πριν από αυτή υπάρχοντες για τη βιολογική και ψυχοπνευματική ανάπτυξη του υιοθετούμενου.

Οι υιοθετούντες πρέπει να έχουν αρμονική συζυγική ζωή με κίνητρα ανιδιοτελή και να κατέχονται από επιθυμία να αποκτήσουν δικό τους παιδί. Πρέπει να είναι άτομα συγκροτημένα, που λειτουργούν με υπευθυνότητα, έτοιμα να αναλάβουν τη φροντίδα ενός παιδιού συνειδητά. Πρέπει να είναι ευαισθητοποιημένοι, δοτικοί, να κατανοούν τις ανάγκες του ανηλίκου, ικανοί να χειρισθούν δυσκολίες και να μπορούν να προσφέρουν στον ανήλικο την ασφάλεια του οικογενειακού περιβάλλοντος και να μην έχουν ποινικό μητρώο.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1544 ΑΚ, προϋπόθεση της υιοθεσίας αποτελεί η διαφορά ηλικίας μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου, η οποία προσδιορίζεται μεταξύ ενός ελαχίστου ορίου 18 ετών και ενός μεγίστου 50 ετών.

Ωστόσο η άτεγκτη προσκόλληση στο ανώτατο αυτό όριο αποκρούεται σήμερα, γιατί ο σκοπός εξασφάλισης της διαβίωσης και ανάπτυξης του θετού τέκνου με νέους σε ηλικία γονείς καλύπτεται πρωτίστως και εξίσου αποτελεσματικά από τη ρύθμιση του άρθρου 1543 ΑΚ, που θέτει ανώτατο, απόλυτο όριο ηλικίας του υιοθετούντος το 60  έτος, ώστε να μη χρειάζεται και ένας επιπλέον φραγμός, το δε συμφέρον του υιοθετούμενου δεν εξαντλείται μόνο στην ανατροφή του τέκνου με νέους σε ηλικία γονείς, αλλά περιλαμβάνει και τις μελλοντικές ωφέλειες που αυτό θα αποκομίσει από την ίδρυση της συγγένειας με τον υιοθετούντα, άλλωστε σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 1542 εδ. β` ΑΚ, η σχετική διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της προστασίας του συμφέροντος του τέκνου.

Ως εκ τούτου, όταν το συμφέρον του ανηλίκου επιτάσσει επιμήκυνση του ανώτατου ορίου διαφοράς ηλικίας, αυτό πρέπει να επιμηκύνεται κατά την ίδια ποσοστιαία αναλογία που μειώνεται το ελάχιστο όριο διαφοράς ηλικίας.

Υπό το πνεύμα αυτό το ανώτατο όριο διαφοράς ηλικίας της διάταξης του άρθρου 1544 εδ. α` ΑΚ έχει σχετική και επιβοηθητική σημασία και δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αυστηρή προϋπόθεση της υιοθεσίας, ούτε να θεωρηθεί ότι καθιερώνει απαράβατο τυπικό κώλυμα υιοθεσίας, ιδίως δε όταν η τελευταία γίνεται με τήρηση του ανωτάτου ορίου ηλικίας των εξήντα ετών του υιοθετούντος, που επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 1543 ΑΚ και συντρέχει σπουδαίος λόγος για να πραγματοποιηθεί, που βέβαια δεν είναι άλλος από την όσο γίνεται πιο άρτια εξυπηρέτηση του συμφέροντος του υιοθετουμένου (ΕφΑΘ 489/2001, ΕφΘεσ 2020/1999).

Η διενέργεια κοινωνικής έρευνας με αντικείμενο τη διακρίβωση της συνδρομής της προϋπόθεσης της εξυπηρέτησης με την υιοθεσία του συμφέροντος του θετού τέκνου είναι αναγκαία.

Το δικαστήριο δέχεται την έκθεση κοινωνικής έρευνας, δεν αποκλείεται όμως διαφοροποίηση από το πόρισμά της, αλλά στην περίπτωση αυτή η απόφαση πρέπει να αιτιολογεί ειδικά το λόγο που διαφοροποιείται.

Η συναίνεση των φυσικών γονέων δεν επιτρέπεται να δοθεί προτού συμπληρωθούν τρεις μήνες από την γέννηση του τέκνου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1549, 1550, 1551, 1552 ΑΚ και 800 ΚΠολΔ για την υιοθεσία ανηλίκου απαιτείται να συναινέσουν αυτοπρόσωπα ενώπιον του δικαστηρίου οι φυσικοί γονείς του, ή ο ένας τους μόνον, αν ο άλλος έχει εκπέσει από τη γονική μέριμνα κατά το άρθρο 1537 ΑΚ, ή η συναίνεσή του είναι αδύνατη, γιατί έχει τεθεί σε στερητική δικαστική συμπαράσταση.

Η συναίνεση των φυσικών γονέων αναπληρώνεται από το δικαστήριο, μόνο εάν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1552 ΑΚ.

Η συναίνεση των φυσικών γονέων μπορεί να αναπληρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου, αν οι γονείς είναι αγνώστου διαμονής. Άγνωστης διαμονής είναι εκείνος του οποίου αγνοείται ο τόπος, ή η διεύθυνση της διαμονής του, η εξακρίβωση των οποίων δεν είναι δυνατή με τα συνήθη μέσα επιμέλειας. Η άγνοια αυτή πρέπει, όμως, να είναι αντικειμενική, δηλαδή ευρύτερου κύκλου προσώπων, με την έννοια της αδυναμίας διακρίβωσης παρά την επιμελή αναζήτηση πληροφοριών του τόπου ή της διεύθυνσης διαμονής του προσώπου που αφορούν. Σε κάθε περίπτωση, για να αναπληρωθεί η συναίνεση τους, πρέπει να έχουν εξαντληθεί όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης αυτών.

Η συναίνεση των φυσικών γονέων μπορεί να αναπληρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου, εάν το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση και έχει αφαιρεθεί από τους γονείς η άσκηση της γονικής μέριμνας, η της επιμέλειας αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1532 και 1533 ΑΚ και αυτοί αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν (ΠΠρΑΘ 2021/2000, ΠΠρΑΘ 761/2006).

Η καταχρηστικότητα κρίνεται με βάση το σύνολο των ειδικών συνθηκών με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού, αλλά και με συνεκτίμηση του συμφέροντος των φυσικών γονέων, που μπορεί να αρνούνται δικαιολογημένα να συναινέσουν στην υιοθεσία του τέκνου τους.

Η στείρα άρνηση του φυσικού γονέα όμως, δίχως να προβάλλονται βάσιμοι λόγοι για την άρνηση του, ή δίχως να παρέχει τα εχέγγυα ότι είναι ικανός να αναθρέψει το παιδί του, τουλάχιστον υπό καλές συνθήκες διαβίωσης, αρκούμενος στο γεγονός ότι κάπου - κάπου το επισκέπτεται, πρέπει να οδηγεί αναμφίβολα την κατάφαση της καταχρηστικότητας.

Το δικαστήριο για να αποφασίσει, ακούει και τους πλησιέστερους συγγενείς, αν η ακρόασή τους είναι εφικτή (ΑΚ 1553).

Ο έγγαμος δεν μπορεί να υιοθετήσει χωρίς την συναίνεση του συζύγου του, που παρέχεται αυτοπροσώπως με δήλωση στο δικαστήριο κατά τις διακρίσεις του άρθρου 1546 ΑΚ.

Επιτρέπεται η υιοθεσία από το ίδιο πρόσωπο περισσοτέρων ανηλίκων με την ίδια πράξη, ή διαδοχικά.   

Αν ο υιοθετών έχει τέκνα, το δικαστήριο ανάλογα με την ωριμότητά τους οφείλει να ακούσει και την γνώμη τους.

Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο ανάλογα με την ωριμότητα του ανηλίκου οφείλει να ακούσει και την δική του γνώμη. Όταν ο ανήλικος έχει συμπληρώσει το 12 έτος της ηλικίας του συναινεί αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου, εκτός αν βρίσκεται σε κατάσταση ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που περιορίζει αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.     

 

Με την υιοθεσία διακόπτεται κάθε δεσμός του ανήλικου με τη φυσική του οικογένεια (άρθρο 1561 ΑΚ) με εξαίρεση τις ρυθμίσεις περί κωλυμάτων γάμου των άρθρων 1356 και 1357 και ο ανήλικος εντάσσεται πλήρως στην οικογένεια του θετού γονέα του.

Το θετό τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα του, στο οποίο κατόπιν έχει το δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του. Η απόκτηση του επωνύμου του θετού γονέα επέρχεται αυτοδικαίως, στον δε υιοθετούμενο παρέχεται εκ του νόμου (άρθρο 1586 εδ. α΄ ΑΚ) το δικαίωμα να προσθέσει στο επώνυμο αυτό το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του. Τυχόν αίτημα διατήρησης του παλαιού επωνύμου είναι μη νόμιμο.

Η υιοθεσία συντελείται με την τελεσιδικία της απόφασης, που την απαγγέλει. Οταν προσβάλλεται με έφεση, η υιοθεσία δεν έχει τελεσθεί, δηλαδή δεν υφίσταται η έννομη σχέση της.

 

Η απόφαση υιοθεσίας προσβάλλεται μόνο για μη συνδρομή των όρων του νόμου προς τέλεση της υιοθεσίας, δηλαδή για την ίδρυση της γονικής σχέσης.

Προσβολή της υιοθεσίας, παρά την διάταξη του άρθρου 1569 ΑΚ, υπάρχει μόνο κατά ακριβή του όρου έννοια στην περίπτωση προσβολής της απόφασης που είναι τελεσίδικη με άλλα ένδικα μέσα, ή τριτανακοπή.

 

Η υιοθεσία δεν ανατρέπεται με αγωγή. Η υιοθεσία λύνεται.

Με την διάταξη του άρθρου 1573 ΑΚ εισάγεται ο θεσμός της συναινετικής λύσης της υιοθεσίας.

Για τη συναινετική λύση της υιοθεσίας  απαιτείται η συνδρομή ουσιαστικών και δικονομικών προϋποθέσεων.

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις είναι, η ενηλικίωση του θετού τέκνου, η συμφωνία θετού γονέα και ενηλίκου θετού τέκνου για τη λύση της υιοθεσίας,  διάρκεια της υιοθεσίας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους.

Οι δικονομικές προϋποθέσεις είναι, υποβολή κοινής αίτησης θετού γονέα και θετού τέκνου στο αρμόδιο δικαστήριο και η αυτοπρόσωπη δήλωση της συμφωνίας θετού γονέα και θετού τέκνου για τη λύση της υιοθεσίας στο αρμόδιο δικαστήριο.

Η υιοθεσία λύνεται με δικαστική απόφαση (άρθρο 1571 ΑΚ) αν ο θετός γονέας εκπέσει από την γονική μέριμνα, ή του αφαιρεθεί η άσκησή της, ή αν συντρέχει λόγος αποκλήρωσης του θετού τέκνου λόγω επιβουλής της ζωής του θετού γονέα, του συζύγου, ή άλλου κατιόντος του θετού γονέα, πρόκλησης με πρόθεση σωματικών κακώσεων στον θετό γονέα, ή στον σύζυγό του και αν έγινε από πρόθεση σε βάρος του θετού γονέα ή του του συζύγου του ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος και εφ όσον οι συνέπειες της αποκλήρωσης δεν είναι επαρκείς λόγω της βαρύτητας της περίπτωσης.      

Στην περίπτωση αυτή η αγωγή εγείρεται από τον θετό γονέα, ή το τέκνο που συμπλήρωσε το 12 έτος της ηλικίας του και αν δεν το συμπλήρωσε από τον ειδικό επίτροπο, ή τον εισαγγελέα, ή αυτεπαγγέλτως.

Αν ο θετός γονέας και το τέκνο τέλεσαν κατά παράβαση του νόμου γάμο, η υιοθεσία λύεται αυτοδικαίως και αίρεται αναδρομικά η γονική σχέση (άρθρο 1576 ΑΚ). Αν ο γάμος ακυρωθεί διατηρούνται μόνο από την σχέση υιοθεσίας τα περιουσιακά δικαιώματα του θετού τέκνου.   

Αρμόδιο καθ΄ ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης λύσης της υιοθεσίας, η οποία εκδικάζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 1573 ΑΚ κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι κατά την διάταξη του άρθρου 740 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το πολυμελές πρωτοδικείο (Β. Βαθρακοκοίλη, το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, Β΄ έκδοση 2000, υπό αρθρ. 1573, αριθ. 11, σελ. 1159).

Με την αμετάκλητη λύση της υιοθεσίας η υιοθεσία αίρεται για το μέλλον και παύει η σχέση συγγένειας του θετού τέκνου και των κατιόντων του με τον θετό γονέα και τους έωε τότε συγγενεςίς του. Αναβιώνουν οι δεσμοί του τέκνου με την φυσική οικογένεια. Αν το θετό τέκνο είναι ανήλικο το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας σε τρίτον, εφ όσον το επιβάλλει το συμφέρον του.      

 

Υιοθεσία ανηλίκου γεωργιανής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το γεωργιανό δίκαιο

Σύμφωνα με τον περί γεωργιανής ιθαγένειας νόμο τέκνο γεννημένο εκτός επικράτειας της Γεωργίας από μητέρα γεωργιανής ιθαγένειας αποκτά την γεωργιανή ιθαγένεια, εφ όσον ο άλλος γονέας είναι ανιθαγενής ή αγνώστου ιθαγενείας.

Ο αστικός κώδικας της Γεωργίας επιτρέπει την υιοθεσία ανηλίκων προσώπων μόνο αν είναι προς το συμφέρον τους και μόνο αν δημιουργούνται με την υιοθεσία μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου σχέσεις γονέων και τέκνων.

Τέκνο προς υιοθεσία θεωρείται εκείνο

Οι γονείς του οποίου έχουν κηρυχθεί δυνάμει δικαστικής απόφασης άφαντοι ή νεκροί.

Οι γονείς του οποίου έχουν αποβιώσει.

Το οποίο έχει κηρυχθεί εγκαταλελειμμένο.

Οι γονείς του οποίου συναινούν και είναι εγγεγραμμένο στο ενιαίο μητρώο των προς υιοθεσία τέκνων και των υποψήφιων θετών γονέων. Η υποχρέωση εγγραφής στο ενιαίο μητρώο της Γεωργίας δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την υιοθεσία, αλλά διαδικαστικής φύσεως θέμα και δεν εφαρμόζεται στην Ελλάδα.

Από γονείς των οποίων έχει αφαιρεθεί η γονική μέριμνα.

Σύμφωνα με το γεωργιανό δίκαιο

Η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση κατόπιν αίτησης του υιοθετούντος, ενώ η αρμόδια για τις υιοθεσίες κεντρική αρχή υποβάλλει σχετική έκθεση.

Δύο πρόσωπα δεν μπορούν να υιοθετήσουν από κοινού τέκνο, αν δεν είναι σύζυγοι. Ο ένας από τους συζύγους μπορεί να υιοθετήσει το εκτός γάμου τέκνο του ή το τέκνο του άλλου συζύγου. Σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου από τον ένα μόνο σύζυγο απαιτείται η συγκατάθεση του άλλου συζύγου, εκτός αν αυτός είναι ανίκανος προς δικαιοπραξία ή έχουν διακοπεί οι μεταξύ τους σχέσεις για διάστημα μεγαλύτερο του έτους ή είναι άγνωστος ο τόπος διαμονής του. Όταν ο υιοθετούμενος είναι έγγαμος απαιτείται η συγκατάθεση του συζύγου.

Η διαφορά μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου πρέπει να είναι τουλάχιστον δεκαέξι έτη, αυτή όμως μπορεί να μειωθεί από το Δικαστήριο για σοβαρούς λόγους. Η ως άνω διαφορά δεν απαιτείται σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου του συζύγου.

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαραίτητη είναι η συγκατάθεση των γονέων, η οποία δίδεται εγγράφως στην αρμόδια για τις υιοθεσίες κεντρική αρχή. Η διάταξη αυτή αντίκειται στο ελληνικό δίκαιο και δεν εφαρμόζεται, καθ όσον κατά το ελληνικό δίκαιο απαιτείται η συναίνεση να δίδεται αυτοπροσώπως προκειμένου να υπάρξει βεβαιότητα ότι η υιοθεσία τελείται με τη θέληση των φυσικών γονέων, γεγονός που δεν διασφαλίζεται με την παροχή συγκατάθεσης δι εγγράφου.

Η συγκατάθεση των γονέων δίδεται, είτε προς συγκεκριμένο πρόσωπο, είτε αορίστως. Στη δεύτερη περίπτωση η επιλογή του υιοθετούντος γίνεται από τους φορείς της επιμέλειας ή της επιτροπείας.

Σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου γεννημένου εκτός γάμου απαιτείται μόνο η συγκατάθεση της μητέρας, η υιοθεσία όμως δεν μπορεί να τελεσθεί, αν εκκρεμεί αίτηση αναγνώρισης πατρότητας ή αίτηση υιοθεσίας από τον πατέρα του τέκνου.

Για την υιοθεσία προσώπου που τελεί υπό επιμέλεια ή επιτροπεία είναι απαραίτητη,  εφ όσον δεν υπάρχουν γονείς, η έγγραφη συγκατάθεση του επιτρόπου του, ενώ για υιοθεσία προσώπου που βρίσκεται σε ίδρυμα απαιτείται η συγκατάθεση της διοικήσεως του ιδρύματος.

Η συγκατάθεση των γονέων δεν είναι απαραίτητη, όταν αυτοί είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία, ή έχουν κηρυχθεί σε αφάνεια, ή τους έχει αφαιρεθεί η γονική μέριμνα και έχει παρέλθει ένα έτος από τη σχετική απόφαση.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου.  

 

Υιοθεσία ανηλίκου γερμανικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το γερμανικό δίκαιο.

Σύμφωνα με το άρθρο 1741 παρ.2 εδ. β του γερμανικού ΑΚ ένα έγγαμο ζευγάρι μπορεί να προβεί σε μόνο από κοινού, ενώ στη περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1743 εδ. β, ο ένας σύζυγος πρέπει να έχει συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του και ο άλλος το 21ο έτος. Το τέκνο που θα υιοθετήσουν αποκτά τη νομική θέση κοινού τέκνου των συζύγων (άρθρο 1754 παρ.1). Για την συντέλεσή της συναινούν στο δικαστήριο οι γονείς του τέκνου (άρθρο 1747 παρ.1 εδ. α) το πρώτον όταν το παιδί είναι ηλικίας τουλάχιστον 8 εβδομάδων (άρθρο 1747 παρ. 2), το ίδιο το τέκνο, και εάν είναι ανίκανο για δικαιοπραξία ή κάτω των 14 ετών ο νόμιμος εκπρόσωπος του (άρθρο 1746 παρ.1 εδ. α, β), καθώς και ο σύζυγος όταν υιοθετείται τέκνο μόνο από τον άλλο σύζυγο, η δε συναίνεση δίνεται με αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου (άρθρο 1750 παρ.1 εδ. α, β, 3), σύμφωνα δε με το άρθρο 1744 η υιοθεσία θα πρέπει να απαγγέλλεται το πρώτον όταν ο υιοθετών έχει ένα τέκνο στη μέριμνα του για ένα εύλογο χρονικό διάστημα και θα πρέπει να εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου (ΠολΠρΘεσ 18014/2009).

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου.  

 

Υιοθεσία ανηλίκου γαλλικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το γαλλικό δίκαιο.

Κατά το γαλλικό δίκαιο προβλέπονται δύο είδη υιοθεσίας, η απλή και η πλήρης.

Στην πλήρη υιοθεσία, μεταξύ του υιοθετούμενου και του υιοθετούντος δημιουργείται πλήρης γονεϊκή σχέση, όμοια με εκείνη, που υφίσταται μεταξύ ενός τέκνου και των εξ αίματος γονέων του, η οποία υποκαθιστά τη σχέση του υιοθετούμενου με τους φυσικούς του γονείς.

Στην απλή υιοθεσία ο υιοθετούμενος παραμένει στους κόλπους της φυσικής του οικογένειας, διατηρώντας όλα τα κληρονομικά του δικαιώματα, ενώ από την άλλη πλευρά ο ίδιος και οι κατιόντες του αποκτούν δικαίωμα να κληρονομήσουν τόσο τους θετούς γονείς του, όσο και τους ανιόντες τους, χωρίς, ωστόσο, να έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας επί της κληρονομίας των τελευταίων.

Οι διατάξεις περί απλής υιοθεσίας, ως αντικείμενες και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Η υιοθεσία μπορεί να τελεστεί από δύο μη διαζευγμένους συζύγους, που είναι παντρεμένοι για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών, ή έχουν συμπληρώσει το 28ο έτος της ηλικίας τους.

Οι υιοθετούντες πρέπει να είναι 15 χρόνια μεγαλύτεροι από το τέκνο, που επιθυμούν να υιοθετήσουν.

Επιτρέπεται μόνον η υιοθεσία παιδιών, που δεν έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους.

Κανείς δεν μπορεί να υιοθετηθεί από διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν πρόκειται για συζύγους.

Μπορούν να υιοθετηθούν παιδιά των οποίων η μητέρα και ο πατέρας ή το οικογενειακό συμβούλιο έχουν εγκύρως συναινέσει και παιδιά εγκαταλελειμμένα.

Όταν την κηδεμονία του παιδιού έχουν ο πατέρας και η μητέρα πρέπει και οι δύο αυτοί να συναινέσουν στην υιοθεσία. Εάν ο ένας από αυτούς έχει πεθάνει ή αδυνατεί να εκφράσει τη συναίνεσή του ή έχει χάσει την κηδεμονία, αρκεί η συναίνεση του ενός γονέα. Αν ο πατέρας και η μητέρα του παιδιού έχουν πεθάνει ή είναι ανίκανοι να εκφράσουν την πρόθεσή τους ή έχουν στερηθεί την κηδεμονία, η συναίνεση μπορεί να δοθεί από το οικογενειακό συμβούλιο, μετά από τη συμβουλή του προσώπου, που πραγματικά φροντίζει το παιδί.Το ίδιο δε μπορεί να γίνει και εάν η κηδεμονία του παιδιού δεν έχει θεμελιωθεί.

Η συγκατάθεση στην υιοθεσία μπορεί να δοθεί, μεταξύ άλλων, και ενώπιον του ορισθέντος μέλους του Δικαστηρίου της κατοικίας ή διαμονής του προσώπου, που συναινεί. Η συναίνεση μπορεί επίσης να δοθεί και από την ειδική υπηρεσία για το Παιδί, εάν το παιδί το έχουν εμπιστευτεί σε αυτή.

Υιοθεσία που διατάχθηκε νομότυπα στην αλλοδαπή παράγει στη Γαλλία τα αποτελέσματα της πλήρους υιοθεσίας, κατά την οποία διαρρηγνύονται πλήρως οι δεσμοί με την προϋπάρχουσα φυσική οικογένεια. Σε αντίθετη περίπτωση, παράγονται τα αποτελέσματα της απλής υιοθεσίας, η οποία μπορεί να μετατραπεί σε πλήρη, όταν έχουν δοθεί ρητά οι απαιτούμενες συναινέσεις.

Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την υιοθεσία, εάν θεωρεί καταχρηστική την άρνηση συναίνεσης των γονέων, όταν δεν δείχνουν πλέον ενδιαφέρον για το παιδί, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία και την ηθική του. Το ίδιο δε μπορεί να συμβεί και σε περίπτωση καταχρηστικής άρνησης συναίνεσης του οικογενειακού συμβουλίου.

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται όπως το υιοθετούμενο έχει παραμείνει για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών στην οικία των υιοθετούντων. Ο όρος αυτός θέτει διαδικαστική και όχι ουσιαστική  προϋπόθεση τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικείμενος και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου.  

 

Υιοθεσία ανηλίκου βουλγαρικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το βουλγαρικό δίκαιο.

Η υιοθεσία κατά το βουλγαρικό δίκαιο ρυθμίζεται από τον Βουλγαρικό  Κώδικα περί Οικογενείας της 18ης Μαΐου 1985, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο της 3ης Φεβρουαρίου 1992 και τον νόμο της 13ης Ιουνίου/10ης Ιουλίου 2003.

Ο Κώδικας αυτός προβλέπει δύο είδη υιοθεσίας, την απλή και, εξαιρετικά, την πλήρη, στην περίπτωση που ο υιοθετούμενος είναι τέκνο αγνώστων γονέων, ή έχει δοθεί από αυτούς σε ίδρυμα για υιοθεσία, ή έχει εγκαταλειφθεί από αυτούς σε ίδρυμα για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους.

Η πλήρης υιοθεσία δημιουργεί μεταξύ του υιοθετούμενου και των κατιόντων του, αφ ενός, και του υιοθετούντος και των συγγενών του, αφ ετέρου, καθεστώς όμοιο με εκείνο που υφίσταται μεταξύ ενός τέκνου και των εξ αίματος συγγενών του (άρθρο 61 του κώδικα).

Η απλή υιοθεσία δημιουργεί σχέσεις συγγένειας μόνο μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετούμενου και των κατιόντων του τελευταίου (άρθρο 62 του κώδικα). Η διάταξη αυτή προσκρούει ευθέως στην ελληνική δημόσια τάξη και δεν ισχύει.

Επιτρέπεται μόνο η υιοθεσία ανηλίκων, δηλαδή προσώπων που δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 49 του κώδικα).

Μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου τέκνου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 15 ετών (άρθρο 51 του κώδικα).

Η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση και επιτρέπεται μόνο, αν είναι προς το συμφέρον του υιοθετούμενου (άρθρο 59 του κώδικα).

Για το κύρος της υιοθεσίας απαιτείται η συγκατάθεση των γονέων του υιοθετούμενου, καθώς και του ιδίου, αν έχει συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του, η οποία δίδεται με αυτοπρόσωπη παράσταση των γονέων στο δικαστήριο, ή εγγράφως ενώπιον συμβολαιογράφου που βεβαιώνει την υπογραφή του εγγράφου (άρθρο 56 του κώδικα).

Η συγκατάθεση της μητέρας δεν μπορεί να δοθεί πριν από την πάροδο σαράντα ημερών από τη γέννηση του τέκνου (άρθρο 54 του κώδικα).

Η συγκατάθεση των γονέων δεν είναι αναγκαία, αν είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία, ή αγνώστου διαμονής (άρθρο 54 του κώδικα).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 136 του κώδικα περί Οικογενείας για την υιοθεσία βούλγαρου υπηκόου από αλλοδαπό, αφ ενός μεν απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου κρατικού οργάνου και αφ ετέρου επιβάλλεται η τέλεση της υιοθεσίας να γίνει από βουλγαρικό δικαστήριο. Η διάταξη αυτή θέτει διαδικαστικές και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικειμένη και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά ισχύουν  οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου.  

 

Υιοθεσία ανηλίκου αλλοδαπής ιθαγένειας.

 

Στην περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη, ή στη δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΕΑ 2324/2005 ΕφΘεσσ 1438/2005, ΕΑ 489/2001, ΠΠρΑθ 954/2005).

Το δικαστήριο δηλαδή, ως έχον την απαιτούμενη διεθνή δικαιοδοσία, θα κρίνει εάν οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου που τυγχάνουν εφαρμογής ως προς τον αλλοδαπό υιοθετούμενο, παραβιάζουν ή όχι την ημεδαπή δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, και αν, κατ' επέκταση, θα εφαρμοσθούν ή όχι από αυτό, δεδομένου ότι η επιφύλαξη της δημόσιας τάξης που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ προκριματίζει την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης, και επομένως, όταν εφαρμοστέο δίκαιο είναι αλλοδαπό δίκαιο, ο δικαστής προκαταρκτικώς οφείλει να κρίνει αν αυτή προσαρμόζεται στην ημεδαπή δημόσια τάξη και συμβιβάζεται με αυτήν (βλ. ΟλΑΠ 6/1990, ΠΠρΘεσ 25358/2007).

Ο όρος δημόσια τάξη περιλαμβάνει και την έννοια των χρηστών ηθών, τα οποία είναι γενικές θεμελιώδεις αντιλήψεις περί ηθικής που επικρατούν σε ορισμένο τόπο και καθορισμένο χρόνο. Πρέπει να σημειωθεί ότι οσάκις το ημεδαπό δίκαιο περιέχει όμοια διάταξη με αυτήν του αλλοδαπού δικαίου, ή δεν αντίκειται στη δημόσια τάξη, δεν αποκλείει την πρόσκρουση της εφαρμογής της διάταξης εκείνης στην ημεδαπή δημόσια τάξη.

Εφ όσον, λοιπόν, διαπιστωθεί ότι η εφαρμογή της αλλοδαπής διάταξης προσκρούει στη συγκεκριμένη περίπτωση στην Ελληνική δημόσια τάξη, η αλλοδαπή διάταξη δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΑΚ για την υιοθεσία.

 

Υιοθεσία ανηλίκου αλβανικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το αλβανικό δίκαιο.

Κατά το αλβανικό δίκαιο

Είναι δυνατή μόνον η υιοθεσία ανηλίκου, δηλαδή τέκνου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του και μόνον αν αυτή εξυπηρετεί τα ύψιστα συμφέροντά του και αν εξασφαλίζει τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.

Μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον δεκαοκτώ.

Το τέκνο δεν μπορεί να υιοθετηθεί από περισσότερα πρόσωπα, εκτός αν αυτά είναι σύζυγοι.

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται η συναίνεση των γονέων του ανηλίκου. Αν ο ένας από τους γονείς έχει πεθάνει, ή δεν είναι σε θέση να εκφράσει τη συναίνεσή του, ή του έχει αφαιρεθεί η γονική μέριμνα, αρκεί η συναίνεση του άλλου γονέα. Αν έχουν πεθάνει αμφότεροι οι γονείς του τέκνου, ή τους έχει αφαιρεθεί η δικαιοπρακτική ικανότητα, ή είναι άγνωστοι, αποφασίζει το δικαστήριο για την τέλεση της υιοθεσίας.

Αν ο υιοθετών είναι έγγαμος, απαιτείται και η συναίνεση του συζύγου του.

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται, επιπλέον, η γνώμη του υιοθετουμένου, εφόσον έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του, ή η συναίνεσή του, εφόσον αυτός έχει συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας του.

Η συναίνεση για την υιοθεσία δίδεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Αν κάποιο από τα πρόσωπα που πρέπει να συναινέσουν έχει κατοικία ή συνήθη διαμονή στην αλλοδαπή, η συναίνεση μπορεί να δοθεί ενώπιον προξενικών ή διπλωματικών αρχών.

Οι γονείς του ανηλίκου μπορούν να ανακαλέσουν τη συναίνεσή τους εντός τριών μηνών από την ημερομηνία χορηγήσεώς της. Το διάστημα αυτό αποτελεί δοκιμαστική περίοδο για τις σχέσεις υιοθετούντος και υιοθετουμένου, με στόχο να αναπτυχθεί μεταξύ τους σχέση γονέα και τέκνου.

Οι γονείς του ανηλίκου μπορούν να ανακαλέσουν τη συναίνεση τους και μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας, έως την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου.

Το δικαστήριο οφείλει να βεβαιωθεί, προτού εκδώσει την απόφασή του, ότι έχει τηρηθεί η τρίμηνη προθεσμία, ότι έχει καταβληθεί κάθε προσπάθεια το τέκνο να παραμείνει με τους βιολογικούς του γονείς και ότι η συμβίωση μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου υπήρξε ομαλή.

Αν το πρόσωπο το οποίο έχει αναλάβει το τέκνο κατά τη διάρκεια της τρίμηνης δοκιμαστικής περιόδου, αρνείται την επιστροφή του στους φυσικούς γονείς του, το δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως των γονέων, μπορεί να διατάξει την επιστροφή του, εφόσον έτσι εξυπηρετείται το συμφέρον του παιδιού.

Το προς υιοθεσία τέκνο πρέπει να είναι εγγεγραμμένο σε κατάλογο που τηρεί η Επιτροπή Υιοθεσιών της Αλβανίας. Ο όρος αυτός θέτει διαδικαστική και όχι ουσιαστική  προϋπόθεση τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικείμενος και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Περαιτέρω κατά το αλβανικό δίκαιο η υιοθεσία στην αλλοδαπή δεν είναι δυνατή αν.

Η υιοθεσία δεν αναγνωρίζεται στο κράτος όπου κατοικεί ο υιοθετών.

Η υιοθεσία αποδεικνύεται ότι δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετουμένου.

Ο υιοθετούμενος δεν απολαμβάνει στη χώρα του υιοθετούντος τα ίδια δικαιώματα όπως στην Αλβανία.

Η υιοθεσία στην αλλοδαπή είναι δυνατή, εφ όσον ο υιοθετούμενος παρέμεινε εγγεγραμμένος για ένα εξάμηνο στον κατάλογο της Επιτροπής Υιοθεσιών και σ' αυτό το διάστημα εξαντλήθηκε κάθε πιθανότητα υιοθεσίας του στο εσωτερικό.

Οι όροι αυτοί θέτουν διαδικαστικές και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικείμενες και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζονται.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου. 

 

 

Το συμφέρον του τέκνου στην επικοινωνία με τον γονέα του.

 

Από τις διατάξεις του άρθρου 1520 παρ. 1-3 ΑΚ προκύπτει ότι ο γονέας, με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και ότι τα σχετικά με την επικοινωνία αυτή κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο.

Η επικοινωνία γονέα και τέκνου ρυθμίζεται από το δικαστήριο με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου, γιατί η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του άρθρου 1520 ΑΚ ρυθμίζεται και γίνεται μέσα στο γενικό πλαίσιο των διατάξεων, με τις οποίες προβλέπεται η άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων, να μεριμνούν για το ανήλικο τέκνο τους, ώστε να εξυπηρετείται, πρώτιστα, το συμφέρον του τέκνου.

Ο όρος «συμφέρον του τέκνου» αποτελεί αόριστη νομική έννοια και γενική ρήτρα, η οποία εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε υπόθεσης.

Για να κριθεί από το δικαστήριο, ποιο είναι το συμφέρον του τέκνου, θα εκτιμηθούν τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνονται, με βάση αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε σχέση με το πρόσωπο του τέκνου.

Θα ληφθούν ακόμη υπ όψιν και τα πορίσματα της επιστήμης, της ψυχολογίας και της παιδοψυχιατρικής, αν χρειασθεί.

Η σχετική με το συμφέρον του τέκνου κρίση του δικαστηρίου πρέπει να αιτιολογείται στην απόφαση του δικαστηρίου ειδικά και εμπεριστατωμένα. Η κρίση αυτή ελέγχεται αναιρετικά ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια του «συμφέροντος του τέκνου» ( ΑΠ 1516/2005, ΑΠ 952/2007). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών