ΧΡΗΣΙΜΑ

Προθεσμία άσκησης ανακοπής σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου χρηματικής απαίτησης.

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933 παρ. 1 και 934 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ανακοπή, εάν αφορά την εγκυρότητα πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, που έλαβαν χώρα μετά την επιταγή, ή αντιρρήσεις κατά της απαίτησης, πρέπει να ασκηθεί μέχρι την ημέρα της διενέργειας της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης.

Στην περίπτωση, που γίνει κατάσχεση εις χείρας τρίτου χρηματικής απαίτησης και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση, προβλέπεται διαδικασία εξοφλήσεως του κατασχόντος απ ευθείας από τον τρίτο, ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει, σύμφωνα την από το άρθρο 934 παρ. 1 β ΚΠολΔ ανακοπή, προβάλλοντας λόγους ακυρότητας της κατάσχεσης, το απώτερο όμως χρονικό σημείο μέχρι του οποίου μπορεί να ασκηθεί η ανακοπή αυτή, είναι η εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των οκτώ ημερών από την κοινοποίηση της κατάσχεσης στον καθ ου η εκτέλεση, γιατί τότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατά το άρθρο 989 ΚΠολΔ εκτελεστό τίτλο σε βάρος του τρίτου (ΜονΠρΘεσ/3420/2013).

 

Μια ανακοπή ασκούμενη εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1α ΚΠολΔ δεν πρόκειται να επηρεάσει την δεσμευτικότητα και το κύρος της κατασχεθείσας χρηματικής απαίτησης, αφού αυτή ήδη έχει ολοκληρωθεί κατά το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΜονΠρΑθ 9690/2011).

Κατάσχεση λογαριασμού καταθέσεων, που τηρούν οι δήμοι στις Τράπεζες.

 

Τα χρήματα, που τηρούν οι δήμοι σε λογαριασμό καταθέσεων στις Τράπεζες για την κάλυψη πληρωμών, που αφορούν στην μισθοδοσία του προσωπικού, την απόδοση κρατήσεων προς τα ασφαλιστικά ταμεία και τις πάγιες λειτουργικές δαπάνες των υπηρεσιών του Δήμου, επειδή τα χρήματα αυτά δεν εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό, δεν είναι ακατάσχετα.

 

Τα χρήματα, που προορίζονται για την μισθοδοσία του προσωπικού των  Δήμων, επειδή, μέχρις ότου περιέλθουν στους υπαλλήλους, δεν συνιστούν μισθό κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 882 παρ. 2 περ. δ ΚΠολΔ, κατάσχονται (ΜονΠρΘεσ/3420/2013).

Η έκθεση επίδοσης δικογράφου και τα βεβαιούμενα σε αυτή.

 

Η έκθεση επίδοσης δικογράφου είναι δημόσιο έγγραφο, γιατί συντάσσεται από δημόσιο όργανο, τον δικαστικό επιμελητή, και ως τέτοιο έχει την αποδεικτική δύναμη δημόσιου εγγράφου κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 438 επ. ΚΠολΔ.

Τα βεβαιούμενα σε αυτήν αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, στην οποία υποχρεούται όποιος προβάλλει αμφισβήτηση (ΑΠ 1005/2005, ΑΠ 532/1999).

 

Η αμφισβήτηση της εγκυρότητας της γενομένης επίδοσης και η τυχόν βασιμότητά της καθιστούν άκυρη την επίδοση, δεν εξομοιώνεται, όμως,  με έλλειψη επίδοσης  (ΑΠ 1232/2012).

Ιδιωτικού δικαίου η διαφορά της ΔΕΗ με τους καταναλωτές.

 

Η διαφορά της ΔΕΗ με τους καταναλωτές, που  αφορά την μονομερή από την ΔΕΗ παράβαση της συμβατικής υποχρέωσής της για συνεχή και ακώλυτη παροχή ηλεκτρικής ενέργειας είναι ιδιωτικού δικαίου και κατά συνέπεια υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, εκδικαζόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 και 9 ν. 2251/1994, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (ΑΠ 293/2014).

Παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής.

 

Ο ενάγων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, πριν αρχίσει η συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ανεξάρτητα αν ο εναγόμενος συναινεί, με αποτέλεσμα η αγωγή να θεωρείται ότι δεν έχει ασκηθεί και η δίκη καταργείται.

Ο ενάγων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 296 και 297 ΚΠολΔ, μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την αγωγή, με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του, εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς, κατά κανόνα, συναίνεση του εναγομένου.

Η παραίτηση αυτή είναι αμιγώς διαδικαστική πράξη, ρυθμίζεται αποκλειστικά από το δικονομικό δίκαιο και έχει δικονομικά μόνον αποτελέσματα, επιφέρει δηλαδή την κατάργηση της δίκης, που ανοίχτηκε με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1032/2004, ΕφΙωαν 503/2007).  

 

Η παραίτηση από το ασκηθέν δικαίωμα δεν παράγει έννομες συνέπειες, αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος δεν επικαλείται την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας προκειμένου να δηλώσει την εν λόγω παραίτηση, δεν προσκομίζεται ειδικό πληρεξούσιο, ή δεν παρίσταται στο Δικαστήριο μετά του διαδίκου (ΜονΠρΑθ 290/2014).  

Χαράτσι ΔΕΗ, αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 53 ν. 4021/2011.

 

Κρίθηκε κατά πλειοψηφία από τον Άρειο Πάγο με την με αριθμό 293/2014 απόφαση, ότι ο επιβληθείς με το άρθρο 53 ν. 4021/2011 φόρος ακίνητης περιουσίας επί των ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ, χαράτσι ΔΕΗ) αντίκειται στο Σύνταγμα και συγκεκριμένα στα άρθρα 2 παρ. 1 και 4, 4 παρ.1 και 5, 20 παρ.1, 21 παρ.1 και 78 παρ.1 και 4 του Συντάγματος, ως και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ).

 

Δύο, όμως, μέλη του Δικαστηρίου είχαν την γνώμη ότι επιβολή του ΕΕΤΗΔΕ δεν αντίκειται στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ.

Αναβολή έκδοσης οριστικής απόφασης μέχρι να προσκομισθεί βεβαίωση αρμόδιας αρχής ΙΚΑ.

 

Όταν ανακύψει ανάγκη αποσαφήνισης του θέματος της θεμελίωσης και του ύψους της απαίτησης του παθόντος, να αξιώσει ασφαλιστικές παροχές από το ΙΚΑ, οπότε, σε καταφατική περίπτωση, θα γίνει συσχετισμός των παροχών του ΙΚΑ με την απαίτηση αποζημιώσεως του ενάγοντος κατά του υπόχρεου, τότε, κατ εφαρμογή  της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως, ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι να προσκομισθεί βεβαίωση, ή απόφαση, αρμόδιας αρχής του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει, ότι ο παθών συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος δικαιούται να απαιτήσει παροχές από το ΙΚΑ, σε ποια έκταση, για ποιο λόγο και ποιο χρηματικό ποσό τυχόν εισέπραξε.

 

Η διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ εφαρμόζεται για πρώτη φορά και στην ενώπιον του εφετείου δίκη.

Επίδειξη εγγράφων, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη.

 

Η επίδειξη εγγράφων, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 902-903 ΑΚ (ΕφΘεσ 1150/2001, ΜονΠρΘεσ 303/2010).

Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη, ή και αντίγραφό του, αν, εκτός των άλλων, το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί, ή πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και αυτόν.

Η επίδειξη εγγράφου με βάση το άρθρο 902 μπορεί να ζητηθεί με αγωγή, ή και με ανταγωγή, εφ όσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραδεκτού της τελευταίας, που καθορίζονται στο άρθρο 268 ΚΠολΔ.

Οι περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος για επίδειξη εγγράφου, ή την χορήγηση αντιγράφου, εξειδικεύονται στην διάταξη 902 AK και αναφέρονται σε αυτή περιοριστικά, είναι δε οι εξής (ΕφΑθ 673/2009)

α) όταν το έγγραφο συνετάγει προς το συμφέρον του αιτούντος, εάν δηλαδή συνετάγει προς σύσταση, απόδειξη, ή γενικά διατήρηση των δικαιωμάτων του αιτούντος. Απαιτείται κατά την σύνταξη του εγγράφου, να υπήρχε ο ως άνω σκοπός. Το έγγραφο δεν απαιτείται να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη. Αν όμως δεν έχει συνταχθεί έστω και προς το συμφέρον του, δεν θεμελιώνεται αξίωση επιδείξεως, επειδή έχει απλώς αντικειμενική γι αυτόν αξία λόγω του περιεχομένου του. Έτσι έννομο συμφέρον δεν υπάρχει, αν το έγγραφο έχει συνταχθεί αποκλειστικά προς το συμφέρον του κατόχου του.

β) όταν το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και τον αιτούντα, εάν δηλαδή πρόκειται για έγγραφο συστατικό, ή αποδεικτικό δικαιοπραξίας, αφορά δηλαδή κυρίως διμερείς δικαιοπραξίες, στις οποίες ο αιτών είναι ένας από τους δικαιοπρακτούντες και

γ) όταν το έγγραφο σχετίζεται με διαπραγματεύσεις, που διεξήχθησαν και έχουν σχέση με τον αιτούντα, είτε προς το συμφέρον αυτού δια άλλου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έγγραφα εκείνα, που δεν πιστοποιούν μεν μια έννομη σχέση, αφορούν όμως τις σχετικές με αυτή διαπραγματεύσεις. Δεν έχει δε σημασία, αν οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν, ή όχι, σε κατάρτιση συμβάσεως. Τέτοια έγγραφα είναι τα σχέδια της συμβάσεως, τα τηλεγραφήματα, τα σχεδιαγράμματα, οι επιστολές, οι πρόχειρες σημειώσεις, η αλληλογραφία που έχει διαμειφθεί κλπ.

Για το ορισμένο της αγωγής ο αιτών πρέπει να προσδιορίζει ειδικώς και να περιγράφει επακριβώς τα έγγραφα των οποίων ζητά την επίδειξη και να αναφέρει το περιεχόμενό τους.

Όταν η απαίτηση αυτή αφορά τα εμπορικά βιβλία του αντιδίκου του αιτούντος, πρέπει να αναφέρει ο αιτών ειδικώς, το ή τα βιβλία που αφορά, να προσδιορίζει, με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο, όπως με αναφορά της σελίδας ή της ημερομηνίας εγγραφής, το σημείο τους το οποίο του είναι χρήσιμο για την απόδειξη των ισχυρισμών του και να εκθέτει το περιεχόμενο του τμήματός του.

Ο προσδιορισμός του επιδεικτέου εγγράφου με την ανωτέρω έννοια, είναι αναγκαίος

α) για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν το έγγραφο αυτό είναι ουσιώδες με την έννοια ότι μπορεί, να χρησιμεύει για την απόδειξη των ισχυρισμών του αιτούντος την επίδειξη

β) γιατί μόνο έτσι παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια να δώσει εξηγήσεις για την κατοχή του εγγράφου και να αμυνθεί

γ) γιατί σε περίπτωση αμφισβητήσεως της κατοχής εκ μέρους του εναγομένου, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει σχετικές αποδείξεις και

δ) γιατί έτσι γίνεται εφικτός ο προσδιορισμός του εγγράφου στο διατακτικό της αποφάσεως, πράγμα απαραίτητο και για την ενδεχόμενη εκτέλεσή της.

Ως περιγραφή του εγγράφου ικανή για το ορισμένο της αιτήσεως επιδείξεως πρέπει να θεωρηθεί εκείνη με την οποία εξατομικεύεται το έγγραφο, χωρίς να είναι απαραίτητος και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου του, γιατί διαφορετικά η άσκηση της σχετικής αξιώσεως πολλές φορές θα δυσχεραίνεται υπερβολικά (ΑΠ 209/1994, ΕφΑθ11203/1986, ΕφΘΕσ 1150/2001).

Σε κάθε περίπτωση είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα η αγωγή με την οποία ζητείται να επιδειχθούν

α) όσα και όποια έγγραφα κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση

β) βιβλία με τις αναγραφόμενες σε αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό

γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σε αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων

 

δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων, που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο.

Επίδειξη εγγράφων κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης.

 

Η επίδειξη εγγράφων κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450 - 452 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 450 παρ. 2 ΚΠολΔ κάθε διάδικος, ή τρίτος, έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την μη επίδειξή τους (ΕφΘεσ 1150/2001, ΜονΠρΘεσ 303/2010).

Οι διατάξεις των άρθρων 450 επ ΚΠολΔ ρυθμίζουν την υποχρέωση των διαδίκων, ή τρίτων, προς επίδειξη εγγράφου κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, κατ απόκλιση από εκείνες των άρθρων 902-903 ΑΚ, οι οποίες έχουν εφαρμογή, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, στην οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ειδικά το ζητούμενο έγγραφο και συνεπώς στην περίπτωση κατά την οποία η ανάγκη της επιδείξεως εγγράφου ανακύπτει στην διάρκεια εκκρεμούς δίκης αποκλειστικώς εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 450 επ. ΚΠολΔ.

 

Για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη αίτηση για επίδειξη εγγράφων από τον αντίδικο πρέπει, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, εκτός άλλων, να περιγράφει επακριβώς το επιδεικτέο έγγραφο και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του, δηλαδή να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου, έτσι ώστε να μπορεί, να κριθεί το έννομο συμφέρον του αιτούντος προς επίδειξη σε σχέση με την συγκεκριμένη διαφορά και να καθορίζει ότι το έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή του αντιδίκου, γιατί το γεγονός αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεώς του για επίδειξη ( ΑΠ 953/2002, ΑΠ 1613/2000, ΜονΠρΘεσ 35124/2008).

Επίδειξη εγγράφων με ασφαλιστικά μέτρα.

 

Σε επείγουσες περιπτώσεις, ή προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου, αυτός που έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ζητήσει, ως ασφαλιστικό μέτρο, να διαταχθεί, κατ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 682 παρ. 1, 683, 686 επ. 731 και 732 ΚΠολΔ, η επίδειξη εγγράφων λόγω του κατεπείγοντος, ενώ μπορεί, ακόμη, εκτός από την διατασσόμενη επίδειξη του εγγράφου, να διαταχθεί και η χορήγηση αντιγράφου στον αιτούντα με δαπάνες του.

Για να είναι ορισμένη η προς το δικαστήριο υποβαλλόμενη αίτηση για επίδειξη εγγράφων από τον αντίδικο πρέπει, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, εκτός άλλων, να περιγράφει επακριβώς το επιδεικτέο έγγραφο και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του, δηλαδή να μην δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί και το έννομο συμφέρον του αιτούντος προς επίδειξη σε σχέση με τη συγκεκριμένη διαφορά και να καθορίζει ότι το έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή του αντιδίκου, γιατί το γεγονός αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεώς του για επίδειξη (ΑΠ 953/2002, ΑΠ 1613/2000, ΑΠ 1341/2000 ΜονΠρΘεσ 303/2010).

Αν στη σχετική αίτηση δεν περιλαμβάνεται συνοπτική αναφορά των περιστατικών, που πιθανολογούν την ύπαρξη του επικείμενου κινδύνου, ή της επείγουσας περίπτωσης, αυτή απορρίπτεται λόγω αοριστίας (ΜονΠρΑθ 7533/2000).

Στη σχετική αίτηση πρέπει, να αναφέρεται ότι ο διάδικος από τον οποίο ζητείται η επίδειξη του εγγράφου κατέχει τούτο κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Αν δεν γίνεται μνεία περί της κατοχής αυτής, που εξακολουθεί κατά το χρόνο της σχετικής δίκης, η αίτηση απορρίπτεται ως αόριστη, η δε αοριστία αυτή δεν μπορεί να αναπληρωθεί από τον λόγο ότι κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ο διάδικος μπορεί, ή πρέπει, να κατέχει το έγγραφο αυτό (ΑΠ 1071/2000, ΑΠ 1341/2000).

Η κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων προσωρινή ρύθμιση της διαφοράς δεν εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 692 παρ. 4 ΚΠολΔ, που απαγορεύει την πλήρη ικανοποίηση του ασφαλιστέου δικαιώματος.

Στην υποβολή της αίτησης νομιμοποιείται παθητικώς ο κάτοχος αυτού, έστω και αν δεν υπάρχει εναντίον του αξίωση σχετική με το έγγραφο, ο οποίος μπορεί να είναι και τρίτος. Δεν επιβάλλεται κοινοποίηση της αιτήσεως στον καθ` ου η αξίωση (ΜονΠρΠειρ 5768/2005).

 

Κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της αιτήσεως είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου όπου βρίσκεται το επιδεικτέο έγγραφο, καθώς και εκείνο της κατοικίας, ή της έδρας του καθ ου απευθύνεται η αξίωση, φυσικού ή νομικού προσώπου. 

Έδρα που δωσιδικούν τα νομικά πρόσωπα.

 

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως έδρα, που δωσιδικούν τα νομικά πρόσωπα, νοείται ο τόπος όπου πράγματι ασκείται η διοίκησή τους.

Χορήγηση αντιγράφων δημοσίων εγγράφων από ΝΠΔΔ.

 

Κατ` αρχήν υπάρχει υποχρέωση των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου να χορηγούν αντίγραφα των δημοσίων εγγράφων, που φυλάσσονται στις υπηρεσίες τους. Η υποχρέωση αυτή κάμπτεται, όταν τα δημόσια έγγραφα αφορούν την ιδιωτική, ή οικογενειακή ζωή, τρίτου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις ν. 2472/1997, κάθε επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων απαγορεύεται κατ` αρχήν και επιτρέπεται μόνο μετά από σχετική άδεια της Αρχής και εφ όσον συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις, που τάσσει περιοριστικά ο ν. 2472/1997.

Συνεπώς η δημόσια αρχή, που φυλάσσει τα προσωπικά δεδομένα ιδιωτών, δεν έχει δικαίωμα επεξεργασίας τους, πόσο μάλλον χορήγησης αντιγράφων σε τρίτο, χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του υποκειμένου και χωρίς την προηγούμενη άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.

 

Έχει κριθεί με την με αριθμό 63/2008 απόφαση της Ολομελείας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ότι, εφ όσον τα στοιχεία που περιέχονται σε δημόσια έγγραφα αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, χορηγούνται αντίγραφα μόνο μετά από άδεια της αρμόδιας Αρχής και εφ όσον αυτά είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος (ΕφΑθ 673/2009).

Αγωγή λογοδοσίας. Στοιχεία αυτής.

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 303 ΑΚ, όποιος έχει την διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφ όσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει και προς τούτο οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, καθώς και ότι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται. 

Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται γενική υποχρέωση για εξώδικη, ή δικαστική, λογοδοσία εκείνου στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο θα εκπληρωθεί στην πράξη η υποχρέωση λογοδοσίας.

Ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στον δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις και για το χρόνο για τον οποίο ζητείται η λογοδοσία, όπου πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς τα έσοδα και τα έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, ακόμη δε να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα, εφ όσον η έκθεση τους συνταυτίζεται.

Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς τον δεξίλογο λογαριασμού, ή εάν ο λογαριασμός που ανακοίνωσε ο δοσίλογος δεν είναι κανονικός κατά τους όρους και τον τύπο που αναφέρθηκαν, δεν εκπληρώνεται η παραπάνω υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου περί ανακοίνωσης του λογαριασμού, με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ. 

Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικά ή μερικά του δεξίλογου, με βάση οποιαδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση.

 

Η έγερση της αγωγής αυτής αποκλείεται, εάν ο δοσίλογος είχε προβεί σε εξώδικη λογοδοσία, σύμφωνα με τους παραπάνω όρους και τύπο, ή αν ο δεξίλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει τον λογαριασμό που έδωσε ο δοσίλογος (ΕφΑθ 5224/2008).

Άρνηση πληρωμής κοινοχρήστων δαπανών πολυκατοικίας. Ένσταση επίσχεσης.

 

Ο διαχειριστής πολυκατοικίας δεν είναι υποχρεωμένος να παρέχει πληροφορίες για την πορεία της διαχειρίσεώς του, ούτε να λογοδοτεί σε καθένα συνιδιοκτήτη χωριστά.

Ο κάθε συνιδιοκτήτης δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή της δαπάνης κοινοχρήστων, επικαλούμενος την άρνηση του διαχειριστή να του δώσει πληροφορίες (ΕφΑθ 5784/2001, ΕφΛαρ 156/2013), ούτε το δικαίωμα να αξιώσει δικαστικά την παροχή λογοδοσίας από τον διαχειριστή (ΕφΑθ 7426/2005, ΕφΑθ 5784/2001)

 

Σε περίπτωση που ο διαχειριστής αρνείται, να θέσει στην διάθεση καθένα συνιδιοκτήτη χωριστά τα παραστατικά των κοινοχρήστων δαπανών, ο συνιδιοκτήτης αυτός δεν μπορεί να αρνηθεί την πληρωμή κοινόχρηστης δαπάνης, προβάλλοντας την ένσταση επισχέσεως των κοινοχρήστων δαπανών έως ότου ο διαχειριστής θέσει υπ όψιν του οποιοδήποτε λογαριασμό και δικαιολογητικό εισπράξεων και εξόδων σχετικό με τις εν λόγω δαπάνες που ζήτησε, γιατί εντολέας του διαχειριστή είναι η ένωση των συνιδιοκτητών και όχι τα πρόσωπα που την απαρτίζουν, όπως επίσης δεν μπορεί να αρνηθεί την πληρωμή κοινόχρηστης δαπάνης υπό τον όρο επίδειξης εγγράφων, όπως αντίγραφα των πρακτικών γενικής συνέλευσης, της αλληλογραφίας,  των πάσης φύσεως λογαριασμών, των αποδείξεων πληρωμών κλπ. (ΕφΑθ 6388/2007, ΕφΛαρ 156/2013).

Διορισμός διαχειριστή πολυκατοικίας. Εξουσίες διαχειριστή πολυκατοικίας.

 

Με τον κανονισμό της πολυκατοικίας, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1, 2 και 3 ν. 3741/1929, κανονίζεται ο τρόπος διορισμού, τα καθήκοντα, εξουσίες και υποχρεώσεις του διαχειριστή κατά τρόπο δεσμευτικό για όλους τους συνιδιοκτήτες.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1, 5 και 13 ν. 3741/1929 ο κανονισμός της πολυκατοικίας δεσμεύει τους συμβληθέντες και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους και εκείνους που προσχώρησαν σ` αυτόν. 
Αν δεν ορίζεται αμοιβή, ο διαχειριστής
 θεωρείται εντολοδόχος των συνιδιοκτητών, όχι ατομικά του καθ ενός, αλλά του συνόλου των συνιδιοκτητών ως ομάδας, αφού αυτή είναι η εντολέας και όχι τα πρόσωπα που την απαρτίζουν. Στην παραπάνω εντολή ισχύουν συμπληρωματικά οι διατάξεις των άρθρων 718 και 303 ΑΚ, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον κανονισμό. 

Όταν με τον κανονισμό της πολυκατοικίας ορίζεται ότι διαχειριστής εκλέγεται πρόσωπο μεταξύ των συνιδιοκτητών, αποκλείεται να ορισθεί τρίτο πρόσωπο στη θέση αυτή. Η απόφαση της γενικής συνέλευσης για διορισμό τρίτου προσώπου πάσχει ακυρότητας, δυνάμενη να προσβληθεί με αγωγή, εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των έξι από την λήψη της, κατ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 101 ΑΚ (ΑΠ 1489/1999, ΕφΑθ 6216/2008

Στην περίπτωση, που στον κανονισμό της πολυκατοικίας δεν ρυθμίζεται το θέμα διορισμού διαχειριστή, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 790 ΑΚ μπορεί να γίνει διορισμός διαχειριστή από το δικαστήριο.

Στην περίπτωση αυτή δεν είναι απαραίτητο, πριν από την άσκηση της αγωγής, ο αιτών τον διορισμό να κινήσει την διαδικασία σύγκλησης προς τούτο γενικής συνέλευσης σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο (ΕφΑθ 580/2004).

Το δικαστήριο καθορίζει την εξουσία του διαχειριστή και περιλαμβάνει κάθε πράξη διοικήσεως και διαχειρίσεως των κοινοχρήστων μερών της πολυκατοικίας, που τείνει προς το συμφέρον των συνιδιοκτητών, ορίζει το πρόσωπο του διαχειριστή, την εναλλαγή αυτού, τα καθήκοντα του, την τήρηση των βιβλίων της πολυκατοικίας, την δημιουργία αποθεματικού κλπ. (ΑΠ 131/1972, ΕφΑθ 5562/1992, ΕφΑθ 580/2004).

Ο διαχειριστής δεν είναι υποχρεωμένος να παρέχει πληροφορίες για την πορεία της διαχείρισής του, ούτε να λογοδοτεί, σε καθένα συνιδιοκτήτη χωριστά (ΕφΑθ 7426/2005, ΕφΑθ 5784/2001. ΕφΑθ 5224/2008 ).

Μόνο στο τέλος της θητείας του και μόνο στην γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών λογοδοτεί, αν ο κανονισμός δεν ορίζει διαφορετικά, τηρώντας τις διατυπώσεις του άρθρου 303 ΑΚ, δηλαδή ανακοινώνει λογαριασμό εσόδων και εξόδων, επισυνάπτοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά, εφ όσον συνηθίζεται.

Ο κάθε συνιδιοκτήτης δεν έχει ατομικά το δικαίωμα να αξιώσει δικαστικά την παροχή λογοδοσίας από το διαχειριστή (ΕφΑθ 7426/2005, ΕφΑθ 5784/2001)

Αν μετά την λήξη της θητείας του διαχειριστή δεν συνέλθει η γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών και δεν εξελέγη νέος διαχειριστής, ο παλαιός διαχειριστής εξακολουθεί να ασκεί την διαχείριση με την ανοχή και σιωπηρή συναίνεση των συνιδιοκτητών, οι οποίοι δεν αντιλέγουν. Στην περίπτωση αυτή έχουμε διαχειριστή «εν τοις πράγμασι», ο οποίος νόμιμα εκπροσωπεί τη συνιδιοκτησία (ΕφΑΘ 4329/2005, ΕφΑθ 5224/2008).

 

Ο διαχειριστής «εν τοις πράγμασι», όπως και ο διορισθείς διαχειριστής,  δεν υποχρεούται σε παροχή πληροφοριών για την πορεία της διαχείρισής του, ή  λογοδοσίας, έναντι καθ ενός μεμονωμένου συνιδιοκτήτη χωριστά, αλλά μόνο έναντι της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών. 

Λογοδοσία διαχειριστή πολυκατοικίας.

 

Με τον κανονισμό της πολυκατοικίας, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1, 2 και 3 ν. 3741/1929, κανονίζεται ο τρόπος διορισμού, τα καθήκοντα, εξουσίες και υποχρεώσεις του διαχειριστή, ενός ή περισσοτέρων, κατά τρόπο δεσμευτικό για όλους τους συνιδιοκτήτες.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1, 5 και 13 ν. 3741/1929 ο κανονισμός της πολυκατοικίας δεσμεύει τους συμβληθέντες και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους και εκείνους που προσχώρησαν σ` αυτόν. 
Ο διαχειριστής
 δεν είναι υποχρεωμένος, να παρέχει πληροφορίες για την πορεία της διαχείρισής του σε καθένα συνιδιοκτήτη χωριστά, παρά μόνο στην γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών, ούτε να λογοδοτεί σε καθένα συνιδιοκτήτη χωριστά.  

Ο διαχειριστής λογοδοτεί μόνο με το πέρας της θητείας του κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 303 ΑΚ και μόνο στην γενική συνέλευση των ιδιοκτητών, αν ο κανονισμός δεν ορίζει διαφορετικά, δηλαδή ανακοινώνει λογαριασμό εσόδων και εξόδων, επισυνάπτοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά, εφ όσον συνηθίζεται  (ΕφΑθ 7426/2005, ΕφΑθ 5784/2001. ΕφΑθ 5224/2008 ).

Ο κάθε συνιδιοκτήτης δεν έχει ατομικά το δικαίωμα να αξιώσει δικαστικά την παροχή λογοδοσίας από το διαχειριστή (ΕφΑθ 7426/2005, ΕφΑθ 5784/2001)

 

Και ο διαχειριστής «εν τοις πράγμασι» δεν υποχρεούται στην παροχή πληροφοριών για την πορεία της διαχείρισής του  και λογοδοσίας έναντι καθ ενός μεμονωμένου συνιδιοκτήτη χωριστά, αλλά μόνο έναντι της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών.

Ακύρωση απόφασης γενικής συνέλευσης συνιδιοκτητών πολυκατοικίας.

 

Η πολυκατοικία στερείται νομικής προσωπικότητας και έτσι οι συνιδιοκτήτες πολυκατοικίας αποτελούν ένωση προσώπων κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 107 ΑΚ (ΑΠ 523/1987).

Σύμφωνα με το άρθρο 4 ν. 3741/1929 οι συνιδιοκτήτες πολυκατοικίας μπορούν να ορίσουν ένα πρόσωπο ως διαχειριστή της οικοδομής, να κανονίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, να καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και να δώσουν σε καθορισμένη πλειοψηφία το δικαίωμα να λαμβάνει κάθε απόφαση σχετική με τη συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών της οικίας.

Η ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης προσβάλλεται μόνο με αγωγή μέσα στην αποσβεστική προθεσμία των έξι μηνών, που ορίζει το άρθρο 101 ΑΚ κατά ανάλογη εφαρμογή του. Αποκλείεται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 273 ΑΚ, με την οποία καθιερώνεται το απαράγραπτο των ενστάσεων (ΑΠ 1489/1999, ΕφΑθ 696/2008).

Κατ` εξαίρεση, η ακυρότητα απόφασης της γενικής συνέλευσης μπορεί να προταθεί και κατ` ένσταση, οπότε και η αγωγή ή ανταγωγή ακυρότητας αυτής δεν υπόκειται στην κατά το άνω άρθρο 101 ΑΚ εξάμηνη προθεσμία, μόνο εάν δεν φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα μιας τέτοιας απόφασης (ΑΠ 1489/1999, ΑΠ 668/1999, ΕφΑθ 696/2008), αν το ελάττωμα αφορά το απαιτούμενο από τον κανονισμό, για την λήψη της, ποσοστό απαρτίας και πλειοψηφίας, ή συνδέεται με την συμμετοχή στην ψηφοφορία προσώπου που δεν είχε δικαίωμα, όταν η ψήφος επηρέασε βάσιμα, ή ήταν δυνατόν να επηρεάσει το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας (ΕφΑθ 228/2005).

Στην εξαίρεση αυτή  δεν υπόκειται η απόφαση της γενικής συνέλευσης της οποίας το ελάττωμα αφορά την μη συμφωνία της με όρο του κανονισμού της πολυκατοικίας.

Η ελαττωματική αυτή απόφαση προσβάλλεται κατά το άρθρο 101 ΑΚ μέσα στην ορισμένη αποσβεστική προθεσμία και όχι με τη γενική αναγνωριστική αγωγή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή αγωγή μπορεί να ασκηθεί, αν η προσβαλλόμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης, λόγω της βαρύτητας του ελαττώματος, δεν είναι απλώς ακυρώσιμη, αλλά ανυπόστατη ή απολύτως άκυρη (180 ΑΚ). Τέτοιες αποφάσεις είναι εκείνες οι οποίες δεν περιβλήθηκαν τα εξωτερικά γνωρίσματα απόφασης, ή αποφάσεις που εκδόθηκαν πέρα από την ανήκουσα στην συνέλευση εξουσία, ή εμφανίζουν αντίθεση με απαγορευτικό νόμο, ή γενικά νόμο δημόσιας τάξης (όπως 281 ΑΚ) ή τα χρηστά ήθη από την άποψη του περιεχομένου της εκφρασθείσας με αυτές δικαιοπρακτικής βούλησης κατά τα άρθρα 174 και 178 ΑΚ, οπότε στις περιπτώσεις αυτές είναι αυτοδικαίως άκυρες και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 101 ΑΚ (ΑΠ 819/2007, ΕφΑθ 696/2008).

 

Η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ κατά την οποία «κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή", δεν έχει ανάλογη εφαρμογή στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 101 ΑΚ και έτσι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 261 εδ. β, 270 παρ. 1 και 263 ΑΚ για την διακοπή της παραγραφής (ΑΠ 902/1999, ΕφΑθ 696/2008).

Απαράδεκτη η συζήτηση εμπράγματης αγωγής από υπόχρεο στον ΕΝΦΙΑ, αν δεν προσκομιστεί μέχρι την συζήτησή της το πιστοποιητικό.

Σύμφωνα με το άρθρο 54 Α παρ. 5 ν. 4174/2013 που προστέθηκε με το άρθρο 9 ν.4223/2013 είναι απαράδεκτη η συζήτηση εμπράγματης αγωγής, ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, ενώπιον Δικαστηρίου ή Δημόσιας Αρχής από υπόχρεο στον ΕΝ.Φ.Ι.Α. επί ακινήτου, εάν δεν προσκομιστεί μέχρι τη συζήτησή της κατά περίπτωση το πιστοποιητικό των παραγράφων 1 ή 3 του άρθρου αυτού.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 και 3 του άρθρου αυτού η υποχρέωση προσκόμισης του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. υφίσταται για τα πέντε προηγούμενα χρόνια.

Εάν είναι αδύνατη η επισύναψη του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα πέντε προηγούμενα έτη, επισυνάπτεται για τα υπόλοιπα έτη το πιστοποιητικό του άρθρου 48 ν.3842/2010, με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο με τα ίδια στοιχεία περιλαμβάνεται στη δήλωση ΦΑΠ, καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει τον ΦΑΠ για το συγκεκριμένο ακίνητο και ότι έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του ΦΑΠ, ή έχει ρυθμίσει τον ΦΑΠ για τα υπόλοιπα ακίνητα για τα οποία είναι υπόχρεος για τα προηγούμενα έτη. 

 

Η έναρξη ισχύος του άρθρου 48 ν. 3842/2010, σύμφωνα με το άρθρο 92 του νόμου αυτού, είναι η 1/1/2010.

Παράλειψη, ή ακυρότητα, επίδοσης αγωγής.

Η παράλειψη, ή, η ακυρότητα, επίδοσης της αγωγής συνεπάγεται απαράδεκτο της κλήτευσης και περαιτέρω της συζήτησης της αγωγής μόνο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν δηλαδή η παράβαση αυτή επέφερε στον διάδικο, που την επικαλείται, βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλο τρόπο.

Ως βλάβη νοείται η αδυναμία, ή δυσχέρεια, του διαδίκου, που την επικαλείται, να αντιτάξει πλήρη υπεράσπιση κατά της αγωγής, προβάλλοντας τους κατά αυτής ισχυρισμούς του.

Έτσι, θεωρείται ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση, κατά την οποία παραβιάστηκαν διατάξεις, που ρυθμίζουν την διαδικασία, όταν από την σημειωθείσα παράβαση δεν επηρεάζεται η δυνατότητα και η προϋπόθεση της άμυνας του διαδίκου, ή της άσκησης του ενδίκου μέσου.

Επίσης, δεν υπάρχει δικονομική βλάβη, από την μην επίδοση, ή μη προσήκουσα επίδοση του δικογράφου στον διάδικο, όταν αυτός παρέστη στη συζήτηση.

Σε σχέση με την επέλευση, ή μη, των ουσιαστικών συνεπειών της αγωγής, γίνεται δεκτό ότι η παράλειψη της επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο, αναπληρώνεται, εάν ο τελευταίος επισπεύσει αυτός την συζήτηση, ή συμμετάσχει στην συζήτηση χωρίς να εναντιωθεί, ή αν η εναντίωση του απορριφθεί από το δικαστήριο λόγω της μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, οπότε τα παραπάνω ουσιαστικά αποτελέσματα της αγωγής επέρχονται αντίστοιχα από το χρόνο της επίσπευσης της συζήτησης της αγωγής από τον εναγόμενο, ή της συζήτησης της αγωγής.

Η θέση αυτή δεν ανατρέπεται από την διατύπωση του άρθρου 221 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι «Με την άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 215, η κατάθεσή της έχει ως συνέπεια α) εκκρεμοδικία, β) το αμετάβλητο της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του δικαστηρίου, γ) την προτίμηση ανάμεσα σε περισσότερα αρμόδια δικαστήρια, και η επίδοση της έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής».

Αυτό γιατί ο νομοθέτης με την διάταξη αυτή θέλησε, λαμβάνοντας υπ όψιν την περίπτωση της ολοκλήρωσης της διαδικασίας της άσκησης της αγωγής, να καθορίσει τα αποτελέσματα της κάθε μιας από τις επί μέρους πράξεις της κατάθεσης και επίδοσης και όχι να εξαρτήσει τα αποτελέσματα της πρώτης και μάλιστα αναδρομικώς από την συντέλεση της δεύτερης.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι και αν δεν έχει καθόλου επιδοθεί, ή δεν επιδόθηκε νόμιμα η αγωγή, στον εναγόμενο, το δικαστήριο, στη μεν αντιμωλία συζήτηση δικάζει την υπόθεση, στη δε ερήμην οφείλει να κηρύξει απλώς απαράδεκτη την συζήτηση έναντι του ενάγοντα, ή του εναγομένου, ανάλογα με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 271 ή 272 ΚΠολΔ.

 

Την ακυρότητα αυτή απαγγέλλει πάντοτε το δικαστήριο μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία αυτό, χωρίς να διατάξει αποδείξεις, αλλά ακολουθώντας τους κανόνες της ελεύθερης απόδειξης, κρίνει, ότι η παράβαση προκάλεσε βλάβη (αδυναμία ή δυσχέρεια του διαδίκου, που την επικαλείται, να αντιτάξει πλήρη υπεράσπιση κατά της αγωγής προβάλλοντας τους κατά αυτής ισχυρισμούς του), στον προτείνοντα διάδικο (άρθρα 106 και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ), που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 περ. γ ΚΠολΔ), (ΑΠ 1521/2013).

Διατροφή ανηλίκoυ, ένσταση συνεισφοράς.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμα και εάν τούτο έχει περιουσία, εφ όσον τα εισοδήματα, ή το προϊόν της εργασίας του, δεν αρκούν για τη διατροφή του.

Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για την εν γένει συντήρησή του έξοδα.

Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαιδεύσεως και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου (ανάλογη διατροφή) (ΑΠ 823/2000).

Η κατά τα ανωτέρω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου βαρύνει αυτούς ανάλογα με τις δυνάμεις τους (ΑΚ 1489 εδ. β).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1489 παρ 2 προκύπτει ότι ο γονέας, που ενάγεται ως υπόχρεος χρηματικής διατροφής τέκνου, έχει την δυνατότητα να προβάλει, αμυνόμενος, για μερική κατάλυση της αγωγής, ότι υπάρχει και άλλος γονέας, ο οποίος έχει οικονομικές δυνάμεις, κατά τις οποίες, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις του εναγομένου, αν η έγγαμη συμβίωση εξακολουθούσε, θα υπείχε και εκείνος υποχρέωση συνεισφοράς στην διατροφή του ανηλίκου τέκνου, με συνέπεια τον αντίστοιχο περιορισμό της υποχρέωσης του εναγομένου (ΑΠ 804/1994, ΑΠ 1268/84).

Εφ όσον με την αγωγή δεν ζητείται το σύνολο του ποσού, στο οποίο αποτιμώνται οι διατροφικές ανάγκες του δικαιούχου, αλλά μόνον το μέρος, κατά το οποίο,  κατά την άποψη του ενάγοντος, πρέπει να βαρύνει τον εναγόμενο γονέα, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις αυτού και του άλλου (μη εναγόμενου) γονέα, ο αμυντικός ισχυρισμός ότι η αναλογία αυτή είναι διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή λειτουργεί ως άρνηση.

Ο συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δυο γονέων μπορεί να γίνει από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα προς τα πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύονται εκατέρωθεν και ανεξάρτητα από την πληρότητα της σχετικής καταχώρισης του ισχυρισμού στα πρακτικά, ή στις προτάσεις του εναγομένου (ΕφΘεσ. 2944, ΕφΘεσ. 1101/2002,  ΕφΛαρ 6/2013).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών