ΧΡΗΣΙΜΑ

 

Υιοθεσία ανηλίκου βουλγαρικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το βουλγαρικό δίκαιο.

Η υιοθεσία κατά το βουλγαρικό δίκαιο ρυθμίζεται από τον Βουλγαρικό  Κώδικα περί Οικογενείας της 18ης Μαΐου 1985, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο της 3ης Φεβρουαρίου 1992 και τον νόμο της 13ης Ιουνίου/10ης Ιουλίου 2003.

Ο Κώδικας αυτός προβλέπει δύο είδη υιοθεσίας, την απλή και, εξαιρετικά, την πλήρη, στην περίπτωση που ο υιοθετούμενος είναι τέκνο αγνώστων γονέων, ή έχει δοθεί από αυτούς σε ίδρυμα για υιοθεσία, ή έχει εγκαταλειφθεί από αυτούς σε ίδρυμα για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους.

Η πλήρης υιοθεσία δημιουργεί μεταξύ του υιοθετούμενου και των κατιόντων του, αφ ενός, και του υιοθετούντος και των συγγενών του, αφ ετέρου, καθεστώς όμοιο με εκείνο που υφίσταται μεταξύ ενός τέκνου και των εξ αίματος συγγενών του (άρθρο 61 του κώδικα).

Η απλή υιοθεσία δημιουργεί σχέσεις συγγένειας μόνο μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετούμενου και των κατιόντων του τελευταίου (άρθρο 62 του κώδικα). Η διάταξη αυτή προσκρούει ευθέως στην ελληνική δημόσια τάξη και δεν ισχύει.

Επιτρέπεται μόνο η υιοθεσία ανηλίκων, δηλαδή προσώπων που δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 49 του κώδικα).

Μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου τέκνου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 15 ετών (άρθρο 51 του κώδικα).

Η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση και επιτρέπεται μόνο, αν είναι προς το συμφέρον του υιοθετούμενου (άρθρο 59 του κώδικα).

Για το κύρος της υιοθεσίας απαιτείται η συγκατάθεση των γονέων του υιοθετούμενου, καθώς και του ιδίου, αν έχει συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του, η οποία δίδεται με αυτοπρόσωπη παράσταση των γονέων στο δικαστήριο, ή εγγράφως ενώπιον συμβολαιογράφου που βεβαιώνει την υπογραφή του εγγράφου (άρθρο 56 του κώδικα).

Η συγκατάθεση της μητέρας δεν μπορεί να δοθεί πριν από την πάροδο σαράντα ημερών από τη γέννηση του τέκνου (άρθρο 54 του κώδικα).

Η συγκατάθεση των γονέων δεν είναι αναγκαία, αν είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία, ή αγνώστου διαμονής (άρθρο 54 του κώδικα).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 136 του κώδικα περί Οικογενείας για την υιοθεσία βούλγαρου υπηκόου από αλλοδαπό, αφ ενός μεν απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου κρατικού οργάνου και αφ ετέρου επιβάλλεται η τέλεση της υιοθεσίας να γίνει από βουλγαρικό δικαστήριο. Η διάταξη αυτή θέτει διαδικαστικές και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικειμένη και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά ισχύουν  οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου.  

 

Υιοθεσία ανηλίκου αλλοδαπής ιθαγένειας.

 

Στην περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη, ή στη δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΕΑ 2324/2005 ΕφΘεσσ 1438/2005, ΕΑ 489/2001, ΠΠρΑθ 954/2005).

Το δικαστήριο δηλαδή, ως έχον την απαιτούμενη διεθνή δικαιοδοσία, θα κρίνει εάν οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου που τυγχάνουν εφαρμογής ως προς τον αλλοδαπό υιοθετούμενο, παραβιάζουν ή όχι την ημεδαπή δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, και αν, κατ' επέκταση, θα εφαρμοσθούν ή όχι από αυτό, δεδομένου ότι η επιφύλαξη της δημόσιας τάξης που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ προκριματίζει την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης, και επομένως, όταν εφαρμοστέο δίκαιο είναι αλλοδαπό δίκαιο, ο δικαστής προκαταρκτικώς οφείλει να κρίνει αν αυτή προσαρμόζεται στην ημεδαπή δημόσια τάξη και συμβιβάζεται με αυτήν (βλ. ΟλΑΠ 6/1990, ΠΠρΘεσ 25358/2007).

Ο όρος δημόσια τάξη περιλαμβάνει και την έννοια των χρηστών ηθών, τα οποία είναι γενικές θεμελιώδεις αντιλήψεις περί ηθικής που επικρατούν σε ορισμένο τόπο και καθορισμένο χρόνο. Πρέπει να σημειωθεί ότι οσάκις το ημεδαπό δίκαιο περιέχει όμοια διάταξη με αυτήν του αλλοδαπού δικαίου, ή δεν αντίκειται στη δημόσια τάξη, δεν αποκλείει την πρόσκρουση της εφαρμογής της διάταξης εκείνης στην ημεδαπή δημόσια τάξη.

Εφ όσον, λοιπόν, διαπιστωθεί ότι η εφαρμογή της αλλοδαπής διάταξης προσκρούει στη συγκεκριμένη περίπτωση στην Ελληνική δημόσια τάξη, η αλλοδαπή διάταξη δεν εφαρμόζεται.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΑΚ για την υιοθεσία.

 

Υιοθεσία ανηλίκου αλβανικής ιθαγένειας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας, η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή ως προς μεν τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ενώ ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν στα χρηστά ήθη ή στην δημόσια τάξη, τα οποία προκριματίζουν την εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης (ΑΠ 2084/2009, ΠολΠρΑθ 106/2010, ΠολΠρΑθ 954/2005).

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το υιοθετούμενο ανήλικο κρίνονται με το αλβανικό δίκαιο.

Κατά το αλβανικό δίκαιο

Είναι δυνατή μόνον η υιοθεσία ανηλίκου, δηλαδή τέκνου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του και μόνον αν αυτή εξυπηρετεί τα ύψιστα συμφέροντά του και αν εξασφαλίζει τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.

Μεταξύ του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον δεκαοκτώ.

Το τέκνο δεν μπορεί να υιοθετηθεί από περισσότερα πρόσωπα, εκτός αν αυτά είναι σύζυγοι.

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται η συναίνεση των γονέων του ανηλίκου. Αν ο ένας από τους γονείς έχει πεθάνει, ή δεν είναι σε θέση να εκφράσει τη συναίνεσή του, ή του έχει αφαιρεθεί η γονική μέριμνα, αρκεί η συναίνεση του άλλου γονέα. Αν έχουν πεθάνει αμφότεροι οι γονείς του τέκνου, ή τους έχει αφαιρεθεί η δικαιοπρακτική ικανότητα, ή είναι άγνωστοι, αποφασίζει το δικαστήριο για την τέλεση της υιοθεσίας.

Αν ο υιοθετών είναι έγγαμος, απαιτείται και η συναίνεση του συζύγου του.

Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται, επιπλέον, η γνώμη του υιοθετουμένου, εφόσον έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του, ή η συναίνεσή του, εφόσον αυτός έχει συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας του.

Η συναίνεση για την υιοθεσία δίδεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Αν κάποιο από τα πρόσωπα που πρέπει να συναινέσουν έχει κατοικία ή συνήθη διαμονή στην αλλοδαπή, η συναίνεση μπορεί να δοθεί ενώπιον προξενικών ή διπλωματικών αρχών.

Οι γονείς του ανηλίκου μπορούν να ανακαλέσουν τη συναίνεσή τους εντός τριών μηνών από την ημερομηνία χορηγήσεώς της. Το διάστημα αυτό αποτελεί δοκιμαστική περίοδο για τις σχέσεις υιοθετούντος και υιοθετουμένου, με στόχο να αναπτυχθεί μεταξύ τους σχέση γονέα και τέκνου.

Οι γονείς του ανηλίκου μπορούν να ανακαλέσουν τη συναίνεση τους και μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας, έως την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου.

Το δικαστήριο οφείλει να βεβαιωθεί, προτού εκδώσει την απόφασή του, ότι έχει τηρηθεί η τρίμηνη προθεσμία, ότι έχει καταβληθεί κάθε προσπάθεια το τέκνο να παραμείνει με τους βιολογικούς του γονείς και ότι η συμβίωση μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου υπήρξε ομαλή.

Αν το πρόσωπο το οποίο έχει αναλάβει το τέκνο κατά τη διάρκεια της τρίμηνης δοκιμαστικής περιόδου, αρνείται την επιστροφή του στους φυσικούς γονείς του, το δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως των γονέων, μπορεί να διατάξει την επιστροφή του, εφόσον έτσι εξυπηρετείται το συμφέρον του παιδιού.

Το προς υιοθεσία τέκνο πρέπει να είναι εγγεγραμμένο σε κατάλογο που τηρεί η Επιτροπή Υιοθεσιών της Αλβανίας. Ο όρος αυτός θέτει διαδικαστική και όχι ουσιαστική  προϋπόθεση τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικείμενος και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζεται.

Περαιτέρω κατά το αλβανικό δίκαιο η υιοθεσία στην αλλοδαπή δεν είναι δυνατή αν.

Η υιοθεσία δεν αναγνωρίζεται στο κράτος όπου κατοικεί ο υιοθετών.

Η υιοθεσία αποδεικνύεται ότι δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετουμένου.

Ο υιοθετούμενος δεν απολαμβάνει στη χώρα του υιοθετούντος τα ίδια δικαιώματα όπως στην Αλβανία.

Η υιοθεσία στην αλλοδαπή είναι δυνατή, εφ όσον ο υιοθετούμενος παρέμεινε εγγεγραμμένος για ένα εξάμηνο στον κατάλογο της Επιτροπής Υιοθεσιών και σ' αυτό το διάστημα εξαντλήθηκε κάθε πιθανότητα υιοθεσίας του στο εσωτερικό.

Οι όροι αυτοί θέτουν διαδικαστικές και όχι ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας και, ως αντικείμενες και στην ελληνική δημόσια τάξη, δεν εφαρμόζονται.

Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου. 

 

 

Το συμφέρον του τέκνου στην επικοινωνία με τον γονέα του.

 

Από τις διατάξεις του άρθρου 1520 παρ. 1-3 ΑΚ προκύπτει ότι ο γονέας, με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και ότι τα σχετικά με την επικοινωνία αυτή κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο.

Η επικοινωνία γονέα και τέκνου ρυθμίζεται από το δικαστήριο με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου, γιατί η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του άρθρου 1520 ΑΚ ρυθμίζεται και γίνεται μέσα στο γενικό πλαίσιο των διατάξεων, με τις οποίες προβλέπεται η άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων, να μεριμνούν για το ανήλικο τέκνο τους, ώστε να εξυπηρετείται, πρώτιστα, το συμφέρον του τέκνου.

Ο όρος «συμφέρον του τέκνου» αποτελεί αόριστη νομική έννοια και γενική ρήτρα, η οποία εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε υπόθεσης.

Για να κριθεί από το δικαστήριο, ποιο είναι το συμφέρον του τέκνου, θα εκτιμηθούν τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνονται, με βάση αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε σχέση με το πρόσωπο του τέκνου.

Θα ληφθούν ακόμη υπ όψιν και τα πορίσματα της επιστήμης, της ψυχολογίας και της παιδοψυχιατρικής, αν χρειασθεί.

Η σχετική με το συμφέρον του τέκνου κρίση του δικαστηρίου πρέπει να αιτιολογείται στην απόφαση του δικαστηρίου ειδικά και εμπεριστατωμένα. Η κρίση αυτή ελέγχεται αναιρετικά ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια του «συμφέροντος του τέκνου» ( ΑΠ 1516/2005, ΑΠ 952/2007). 

 

Προδικασία στις διαφορές ανάθεσης γονικής μέριμνας ανηλίκου τέκνου, επιμέλειας, ρύθμισης επικοινωνίας.

 

Στις διαφορές περί ανάθεσης της γονικής μέριμνας, ή της επιμέλειας ανηλίκου τέκνου, ή περί ρύθμισης της επικοινωνίας αυτού με τους γονείς του και τους λοιπούς ανιόντες, υπάρχει στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας.

Το στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας περιλαμβάνει την έρευνα από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, σχετικής αναλυτικής έκθεσης.

Επειδή για την τήρηση της υποχρεωτικής προδικασίας απαιτείται η ίδρυση των κατά πρωτοδικείο κοινωνικών υπηρεσιών, που θα λειτουργούν ως αυτοτελείς αποκεντρωμένες υπηρεσίες και μέχρι σήμερα (18-11-2010) δεν έχουν εκδοθεί τα σχετικά προεδρικά διατάγματα,  η τήρηση της υποχρεωτικής προδικασίας ατονεί και δεν δημιουργείται απαράδεκτο.

Το μονομελές, ή πολυμελές δικαστήριο, είναι υποχρεωμένο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση, να προσπαθήσει με την ποινή του απαράδεκτου να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους.

Ο συμβιβασμός πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου, αλλιώς δεν δεσμεύει το δικαστήριο.

Η απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς γίνεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικάζοντος δικαστηρίου και απαιτείται η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των αντιδίκων γονέων του τέκνου, προκειμένου να ακουσθούν.

Αν οι γονείς του τέκνου δεν εμφανισθούν αυτοπροσώπως στο δικαστήριο, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται χωρίς την τήρηση της προδικασίας της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και δεν δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης από την μη τήρηση αυτής.

 

Συνεισφορά συζύγων για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας διαρκούντος του γάμου.

 

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας.

Το μέτρο της συνεισφοράς προσδιορίζεται από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωση του γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία των συζύγων, ακόμη και αν αυτή είναι απρόσοδη.

Η εκτίμηση της περιουσίας θα γίνει με οποιαδήποτε πρόσφορη μέθοδο.

Αν είναι προσοδοφόρα και το εισόδημα που αποφέρει είναι ανάλογο, θα ληφθεί υπόψη αυτό.

Η υποχρέωση συνεισφοράς δεν έχει χαρακτήρα διατροφής. Στο μέτρο όμως που η οφειλόμενη συνεισφορά του κάθε συζύγου καλύπτει τη διατροφή του άλλου, η νομική της μεταχείριση είναι όμοια με της διατροφής, γιατί υπάρχει ταυτότητα νομικού λόγου.

Οι σύζυγοι για την εκπλήρωση της συνεισφοράς τους υποχρεούνται να αξιοποιούν τα περιουσιακά τους στοιχεία, καθιστώντας αυτά προσοδοφόρα. Ετσι οφείλουν να εκμισθώνουν τα ακίνητα τους, να επενδύουν τα χρηματικά τους κεφάλαια κλπ.

Στην περίπτωση όμως που η περιουσία τους είναι απρόσοδη, ή το εισόδημα που τους δίνει υπολείπεται, θα γίνει υποθετικός υπολογισμός με βάση το ανάλογο τίμημα, ή την ανάλογη απόδοση της ως κεφαλαίου.

Οι δυνάμεις του κάθε συζύγου (από την εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία τους) λειτουργούν, αφ ενός ως κριτήριο προσδιοριστικό του ύψους της συνεισφοράς που οφείλει, και αφ ετέρου ως μέσο εκπλήρωσης της οφειλόμενης συνεισφοράς.

Η υποχρέωση και το ύψος της συνεισφοράς κάθε συζύγου καθορίζεται κατά το λόγο των δικών του δυνάμεων προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο. Το κλάσμα που παριστάνει την ποσοστιαία επιβάρυνση εφαρμόζεται στις συνολικές οικογενειακές ανάγκες, για να δώσει το ποσό της συνεισφοράς που οφείλει ο κάθε σύζυγος.

Αν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση παύει η υποχρέωση συνεισφοράς, αλλά ο σύζυγος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία δικαιούται να απαιτήσει από τον άλλο σύζυγο διατροφή, σε χρήμα προκαταβαλλόμενη κάθε μήνα, με τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούνταν και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, με τη διαφορά ότι, ενώ όταν υπάρχει συμβίωση οι υποχρεώσεις συνεισφοράς, δεν συμψηφίζονται, αλλά εκπληρώνονται αθροιστικά, όταν διακόπτεται η συμβίωση, χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, με την έννοια ότι δικαιούχος είναι τελικά μόνον εκείνος ο σύζυγος, ο οποίος υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά και στον οποίο, εφ όσον διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, οφείλεται ως διατροφή η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής τους μικρότερης συνεισφοράς (ΕφΠειρ 1/2007).

 

Προσωπική κράτηση και χρηματική ποινή κατά γονέα, που παρεμποδίζει την επικοινωνία με ανήλικο τέκνο.

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 1520 ΑΚ ο γονέας μετά του οποίου δεν διαμένει για οποιοδήποτε λόγο το ανήλικο τέκνο, διατηρεί το δικαίωμα της επικοινωνίας μαζί του.

Το δικαίωμα αυτό του γονέα απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς το τέκνο του, συντελεί δε στην ανάπτυξη του ψυχικού κόσμου του τελευταίου και στην εν γένει προσωπικότητά του και, για το λόγο αυτό, αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου (ΑΠ 1516/2005, ΕφΘεσ 1715/2003).

Επομένως η δυνατότητα προσωπικής επικοινωνίας δεν μπορεί ν' αφαιρεθεί από το γονέα, που δεν έχει μαζί του το τέκνο, ούτε και να περιορισθεί, παρά μόνο στο μέτρο που, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τούτο επιβάλλεται από το δικαστήριο για σπουδαίο λόγο (ΕΑ 416/1999).

Η δικαστική απόφαση, που ρυθμίζει την επικοινωνία γονέα και τέκνου, μπορεί να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου: Αστικός Κώδιξ, υπ' άρθρα 1520 αριθ. 104 και 1518 αριθ. 131).

Είναι δυνατή η απειλή κατά του άλλου γονέα, για την περίπτωση που ήθελε παρεμποδίσει την επικοινωνία, ή παραβιάσει τους τεθέντες από το δικαστήριο όρους, προσωπική κράτηση και χρηματική ποινή, κατόπιν  υποβολής σχετικού αιτήματος (ΑΠ 422/1999, ΜονΠρΘεσ 6686/2008).

 

Παραβίαση υποχρέωσης για διατροφή.

 

Το κατά άρθρο 358 του Ποινικού Κώδικα έγκλημα της παραβίασης της υποχρέωσης για διατροφή ανήκει στα γνήσια εγκλήματα παράλειψης.

Προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβίασης της υποχρέωσης για διατροφή είναι.

α) Η υποχρέωση για διατροφή να επιβάλλεται από το νόμο.

β) η υποχρέωση για διατροφή να έχει  αναγνωρισθεί έστω και προσωρινά με δικαστική απόφαση. Η δικαστική απόφαση μπορεί να είναι, είτε απόφαση ημεδαπού δικαστηρίου, είτε απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου.

Στην περίπτωση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου πρέπει η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, να έχει κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα.

γ) να περιήλθε ο δικαιούχος σε στερήσεις, ή να αναγκάστηκε να δεχθεί τη βοήθεια άλλων.

δ) το αξιόποινο αποτέλεσμα πρέπει να οφείλεται στην παράλειψη του δράστη, να τηρήσει την υποχρέωσή του για διατροφή.

Η παράλειψη του δράστη αποκτά αξιόποινο χαρακτήρα μόνο μετά την δημοσίευση της απόφασης και όχι πριν από αυτήν. Αυτό ισχύει ακόμα και αν η απόφαση αναγνώρισε αναδρομικά αξίωση για διατροφή.

Ως τόπος τέλεσης του εγκλήματος θεωρείται ο τόπος στον οποίον ο δράστης όφειλε να καταβάλει τη διατροφή, ή ο τόπος στον οποίο κατοικεί, ή διαμένει ο δικαιούχος. 

 

Κατανομή κινητών πραγμάτων μεταξύ συζύγων σε  περίπτωση  διαζυγίου.

 

Η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης δημιουργεί μεταξύ άλλων πρόβλημα ως προς τη χρήση των κινητών πραγμάτων, τα οποία συγκροτούν το νοικοκυριό και ανήκουν, είτε στον ένα, είτε στον άλλο σύζυγο, αλλά χρησιμοποιούντο στη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης από αμφοτέρους τους συζύγους, ή, ενδεχομένως, από τον ένα μόνο.

Η κατανομή των κινητών πραγμάτων μεταξύ των συζύγων σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1394 και 1395 ΑΚ.

Το άρθρο 1394 ΑΚ αναφέρεται στα κινητά πράγματα, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα του ενός συζύγου.Τα πράγματα αυτά δικαιούται να παραλάβει ο σύζυγος, στον οποίο ανήκουν, έστω και αν χρησιμοποιούντο αυτά στη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης από αμφοτέρους τους συζύγους, ή ακόμη και μόνο από τον άλλο σύζυγο. Για να αποδειχθεί η κυριότητα στα πράγματα αυτά, θα εφαρμοστούν τα ειδικά τεκμήρια κυριότητας του άρθρου 1398 παρ. 2 και 3 ΑΚ.

Με τη διάταξη όμως του εδ. β του άρθρου 1394 ΑΚ θεσπίζεται ρητά υποχρέωση του κυρίου να παραχωρήσει στον μη κύριο σύζυγο τη χρήση ορισμένων κινητών πραγμάτων, τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα για τη χωριστή εγκατάσταση του μη κυρίου, αν αυτό επιβάλλουν οι περιστάσεις για λόγους επιείκειας.

Κινητά πράγματα, τα οποία δεν αποτελούν μέρος της οικοσκευής, δεν εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 1394 εδ. β ΑΚ.

Το άρθρο 1395 ΑΚ αναφέρεται στα κινητά πράγματα, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα αμφοτέρων των συζύγων. Η χρήση αυτών των πραγμάτων κατανέμεται με συμφωνία των συζύγων ανάλογα με τις προσωπικές ανάγκες τους.

Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ανάμεσα στους συζύγους ως προς την κατανομή των κοινών κινητών πραγμάτων τους, η χρήση τους κατανέμεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση για τη χρήση που παραχωρεί (ΕφΛαρ 3/2011).

 

Ένσταση συνεισφοράς στη διατροφή ανηλίκου τέκνου σε περίπτωση διαζυγίου.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ. 2, 1487, 1489 παρ. 2 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι τα ανήλικα τέκνα και αν έχουν περιουσία και εφ όσον τα εισοδήματα της περιουσίας τους ή το προϊόν της εργασίας τους δεν επαρκεί για την διατροφή τους, έχουν δικαίωμα διατροφής έναντι και των δύο γονέων τους, οι οποίοι έχουν υποχρέωση να τα διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Αν το ανήλικο τέκνο, που δικαιούται διατροφή, στραφεί μόνον κατά του ενός γονέα, αφού δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά των δύο γονέων, δικαιούται ο εναγόμενος γονέας, να επικαλεστεί κατ ένσταση, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε, με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγομένου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάσει αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 344/2001, ΑΠ 826/1994, ΕφΛαρ 84/2011).

 

Ένσταση διακινδύνευσης ιδίας διατροφής στην διατροφή ανηλίκου τέκνου σε περίπτωση διαζυγίου.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ. 2, 1487, 1489 παρ. 2 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι τα ανήλικα τέκνα και αν έχουν περιουσία και εφ όσον τα εισοδήματα της περιουσίας τους, ή το προϊόν της εργασίας τους, δεν επαρκεί για την διατροφή τους, έχουν δικαίωμα διατροφής έναντι και των δύο γονέων τους, οι οποίοι έχουν υποχρέωση να τα διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Κατ αρχήν δεν μπορούν να προβάλουν κατ αυτών την ένσταση διακινδύνευσης της ιδίας αυτών διατροφής (ΕφΛαρ 84/2011).

Ο γονέας όμως, που ενάγεται για διατροφή ανηλίκου τέκνου, δύναται να προβάλει την ένσταση διακινδύνευσης της δικής του διατροφής, αρκεί να επικαλεσθεί ότι το τέκνο μπορεί να στραφεί εναντίον άλλου υποχρέου, ή ότι μπορεί να διατραφεί από την περιουσία του, την οποία στην περίπτωση αυτή οφείλει να αναλώσει κατ εξαίρεση του κανόνα της ΑΚ 1486 παρ. 2 (ΑΠ 676/00, ΕφΘεσ.1439/2005).

Ως άλλος υπόχρεος νοείται και ο άλλος γονέας, προς τον οποίο μπορεί ο εναγόμενος να παραπέμψει το ανήλικο τέκνο, προκειμένου να αναζητηθεί από εκείνον το μέρος της διατροφής, που δεν μπορεί να πληρώνει ο εναγόμενος χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή (ΕφΠειρ 195/2010).

 

Διατροφή ενήλικου τέκνου.

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1486 ΑΚ δικαίωμα διατροφής, εκτός από το ανήλικο, έχει και το ενήλικο τέκνο, εφ όσον το τελευταίο, δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του, ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, εν όψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του (ΑΠ 884/2003).

Στην έννοια της «περιουσίας» την οποία το ενήλικο τέκνο οφείλει να διαθέτει για τις διατροφικές του ανάγκες και η ύπαρξη της οποίας αποκλείει, ή περιορίζει το δικαίωμα αυτού, να απαιτεί διατροφή από τους γονείς του, δεν περιλαμβάνεται κάθε παροχή, που τυχόν δικαιούται το τέκνο να λάβει και που έχει ειδικό προορισμό και συνιστά βοήθημα για τη δημιουργία οικογενειακής ή επαγγελματικής αυτοτέλειας του τέκνου, όπως είναι η παροχή, που δικαιούται το τέκνο να λάβει από το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας ως παιδί μετόχου ή μερισματούχου σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία (ΑΠ 155/2011).

 

Διατροφή συζύγων κατά την διάρκεια του γάμου.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση διατροφής, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, ανεξαρτήτως του αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος.

Το μέτρο της διατροφής του καθ ενός προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής.

Η υποχρέωση διατροφής παύει, ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Οι περιστάσεις αυτές αναφέρονται σε γεγονότα που επηρεάζουν τις οικονομικές δυνάμεις, ή τις ανάγκες, είτε του δικαιούχου, είτε του υπόχρεου και όχι σε άλλα γεγονότα, που δεν επηρεάζουν το συσχετισμό των δυνάμεων και των αναγκών των συζύγων.

Οι περιστάσεις αυτές προβάλλονται με ένσταση του υπόχρεου συζύγου, η οποία προτείνεται μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υπόθεσης συζήτηση, τόσο στο Πρωτοδικείο όσο και στο Εφετείο, εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269§2 και 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 271/01, ΕφΑθ 1723/03).

Οι προϋποθέσεις επιδίκασης διατροφής και ο καθορισμός της έκτασης και του ύψους αυτής κρίνονται από το χρόνο έγερσης αγωγής και με βάση το εκάστοτε επίδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 132/03).

 

Διατροφή συζύγου μετά το διαζύγιο.

 

Η διατροφή μετά το διαζύγιο έχει παύσει να λειτουργεί ως ποινή διαζυγίου για τον υπαίτιο της λύσης του γάμου σύζυγο και ως ισόβιος πρόσοδος και σύνταξη για τον αναίτιο σύζυγο. Συνεπώς η διατροφή  μετά το διαζύγιο έχει αποβάλλει εντελώς τον χαρακτήρα της ποινής και αποζημίωσης για το γαμικό παράπτωμα και θεμελιώνεται για λόγους κοινωνικής και ηθικής φύσεως (ΑΠ 22/2000).

Γενική προϋπόθεση για τη γένεση αξίωσης διατροφής πρώην συζύγου, όταν ο γάμος λύθηκε με διαζύγιο,  είναι η απορία του δικαιούχου πρώην συζύγου και η ευπορία του υποχρέου.

Επιπλέον από την πλευρά του δικαιούχου πρέπει να συντρέχει και μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις (άρθρο 1442 ΑΚ).

α) κατά την έκδοση του διαζυγίου, ή κατά το τέλος των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στις επόμενες περιπτώσεις, να βρίσκεται σε ηλικία, ή σε κατάσταση υγείας, που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει, ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίζει απ' αυτό τη διατροφή του.

β) να έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου και γι' αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος.

γ) να μη βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία, ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση. Και στις δύο περιπτώσεις μόνο για  διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου.

δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.

Ως απορία του δικαιούχου θεωρείται η αδυναμία του πρώην συζύγου να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα και την περιουσία του.

Ως ευπορία του υποχρέου, που δεν σημαίνει κάποιο ιδιαίτερο πλούτο, θεωρείται η δυνατότητα αυτού να παράσχει στο δικαιούχο διατροφή, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή.

Για να κριθεί αν υπάρχει ή όχι, απορία ή ευπορία, πρέπει να εξαντλούνται προηγουμένως όλες οι οικονομικές δυνατότητες, που παρέχουν στον δικαιούχο και στον υπόχρεο αντίστοιχα τα εισοδήματα και η περιουσία τους, ακόμη και αν η τελευταία αποτελείται από μη προσοδοφόρα στοιχεία, οπότε πρέπει αυτά να εκποιηθούν (ΑΠ 294/2010).

Έτσι είναι δυνατό, εν όψει όλων των συνθηκών, ηλικίας, υγείας, ικανότητας, ή δυνατότητας προς εργασία, εισοδημάτων, περιουσίας και γενικώς της ζωής του πρώην συζύγου, συγκριτικώς πάντοτε προς την ευπορία του υποχρέου, να γεννηθεί δικαίωμα πλήρους, ή συμπληρωματικής διατροφής και όταν ο πρώτος έχει μικρής έκτασης απρόσοδο περιουσία, της οποίας, είτε είναι δυσχερής η εκποίηση, είτε επιβάλλεται η διατήρηση για λόγους πρόνοιας προς εξασφάλισή του στο μέλλον για την αντιμετώπιση έκτακτης οικονομικής ανάγκης (ΑΠ 2142/2007).

Επειδή οι διατάξεις περί διατροφής μετά το διαζύγιο είναι ενδοτικού δικαίου χαρακτήρα επιτρέπεται ο συμβατικός καθορισμός, δεδομένου ότι με την καθιέρωση του συναινετικού διαζυγίου ο νόμος επιτρέπει το μείζον, που είναι η λύση του γάμου με συμφωνία, συναίνεση, των συζύγων και συνεπώς, τέτοιες παρεπόμενες συμφωνίες δεν αντίκεινται στα χρηστά ήθη και δεν είναι άκυρες.

Επίσης επιτρέπεται παραίτηση από το δικαίωμα διατροφής, είτε πρόκειται για το παρελθόν, είτε για το μέλλον, προκειμένου οι σύζυγοι, ή οι πρώην σύζυγοι, να μπορούν με συμφωνίες μεταξύ τους, να ρυθμίζουν, κατά τρόπο οριστικό, τις μεταξύ τους σχέσεις από το γάμο και έτσι να αποκοπεί η προέκταση του συζυγικού δεσμού και μετά το διαζύγιο. 

 

Διατροφή συζύγου κατά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης.

 

Εφ όσον κάποιος από τους συζύγους διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία του οφείλεται διατροφή από τον άλλο. Η διατροφή  αυτή πληρώνεται σε χρήμα κάθε μήνα προκαταβολικώς και προσδιορίζεται, αφού ληφθούν υπ όψιν οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης.

Εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης υπάρχει α) στην περίπτωση που συντρέχουν συνθήκες και περιστατικά με βάση τα οποία δύναται να ιδρυθεί, γι` αυτόν που διέκοψε τη συμβίωση, λόγος διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης και β) στην περίπτωση που συντρέχουν συνθήκες και περιστατικά, υπό τα οποία η αξίωση του άλλου συζύγου για συμβίωση, παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος.

Η υποχρέωση διατροφής υπάρχει και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου. Αν όμως το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ' αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή).

Η ύπαρξη οικονομικών δυνάμεων στο πρόσωπο του συζύγου, που του επιτρέπουν να συνεισφέρει στη διατροφή του άλλου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής περί διατροφής, αλλά θεμελιώνει ένσταση, αφού η σύγκριση των δυνάμεων και των δύο συζύγων, που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθ ενός από αυτούς στη διατροφή αυτή, οδηγεί στον περιορισμό του ποσού της ζητούμενης διατροφής, ή ακόμα και την ολοσχερή απόρριψη της αγωγής, αν από την λογιστική εισφορά της οικονομικής δύναμης του κάθε συζύγου, που γίνεται στα πλαίσια της εκατέρωθεν συμβολής, συνάγεται ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των εκατέρωθεν οφειλομένων χρηματικών ποσών λόγω διατροφής.

Η υποχρέωση διατροφής προς το σύζυγο που διέκοψε από εύλογη αιτία τη συμβίωση εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και αν θέτει σε κίνδυνο τη διατροφή του υποχρέου, εκτός αν υπάρχει άλλος υπόχρεος που θα μπορούσε να καταβάλει τη διατροφή (ΜονΠρΘεσ 2503/2009).

 

 

Διατροφή μεταξύ αδελφών.

 

Από την διάταξη του άρθρου 1504 εδ. α ΑΚ προκύπτει ότι δικαίωμα και αντίστοιχη υποχρέωση διατροφής υφίσταται και μεταξύ αδελφών.

Για να στοιχειοθετηθεί η αξίωση και η αντίστοιχη υποχρέωση για παροχή διατροφής μεταξύ αδελφών, δεν αρκεί μόνο η απορία του δικαιούχου, αλλά απαιτείται αυτός που την ζητεί, να αδυνατεί να διατρέφει τον εαυτό του για ιδιαίτερους λόγους.

Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η ηλικία, η βαριά ασθένεια (σωματική ή πνευματική) και η αναπηρία (σωματική ή πνευματική).

Στον νόμο δεν υπάρχει διάταξη, που να καθορίζει την θέση του αδελφού στην σειρά των υποχρέων.

Επειδή, όμως, η υποχρέωση αδελφού αποτελεί εξαίρεση στο σύστημα διατροφής ανιόντων και κατιόντων, ή συζύγων, συνάγεται ότι, τόσο ο σύζυγος, όσο και οι ανιόντες, ή κατιόντες, προηγούνται στην σειρά υποχρέων από τον αδελφό (ΑΠ 583/1967, ΕφΑθ 80/2011).

 

Διατροφή ανηλίκου τέκνου και η συνεισφορά  του γονέα στην διατροφή του.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ, προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα, ή το προϊόν της εργασίας του, ή άλλα τυχόν εισοδήματά του, δεν αρκούν για τη διατροφή του.

Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα.

Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου γονέα ( ΑΠ 416/2007, ΑΠ 823/2000).

Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται καταρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις.

Εκείνος από τους γονείς, που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου, μπορεί να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, καθώς και την προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για την περιποίηση και φροντίδα του, που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος, που συνδέονται με τη συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογισθεί στην υποχρέωσή του για τη διατροφή του τέκνου.

Αν το ανήλικο τέκνο, που δικαιούται διατροφής, στραφεί μόνο κατά του ενός γονέα, αφού δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά των δύο γονέων, δικαιούται ο άλλος γονέας να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, εφ όσον ζητείται η καταβολή ολοκλήρου του αιτούμενου ποσού της διατροφής, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε με την απόδειξη της ένστασης αυτής περιορίζεται η υποχρέωση του εναγομένου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στην υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 884/2003, ΜονΠρΘεσ 6686/2008) .

Αν ζητείται η συνεισφορά του άλλου γονέα στην ανάλογη διατροφή του τέκνου ο παραπάνω ισχυρισμός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 804/1994, ΕφΘεσ 1101/2002).

 

Υπόδειγμα δικογράφου αγωγής διαζυγίου με διετή διάσταση. 

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ……

ΑΓΩΓΗ

…………

ΚΑΤΑ

………….

Την ….ήλθα μετά του εναγομένου στο …..σε νομίμου γάμου κοινωνία, κατά τους ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, του μυστηρίου τελεσθέντος στον Ιερό Ναό …..Ο γάμος μας ήταν ο πρώτος δια αμφότερους. Εκ του γάμου μας αποκτήσαμε την ..

Στην αρχή η συμβίωσή μας ήταν σχεδόν αρμονική αλλά με την πάροδο του χρόνου ο αντίδικος άρχισε να μου φέρεται αδιάφορα και μετά περιφρονήσεως.

Υπέμενα με την ελπίδα ότι θα άλλαζε συμπεριφορά, αλλά ματαίως. Από τις αρχές του ….έγινε πλέον εριστικός και καθημερινώς δημιουργούσε επεισόδια και σκηνές. Με αφορμή άλλοτε γιατί αργούσα να επιστρέψω στο σπίτι, καίτοι γνώριζε που ευρισκόμουν, άλλοτε γιατί έκανα λουτρό, άλλοτε γιατί άλλαζα ρούχα δημιουργούσε σκηνές και με εξύβριζε με τις φράσεις " παλιοπουτάνα, βρωμιάρα, έχεις γκόμενο κλπ."

Ενδεικτικό της προκλητικότητάς του και της αδίστακτης συμπεριφοράς του, η οποία αποδεικνύει την πλήρη έλλειψη σεβασμού προς εμένα, αλλά και αυτοσεβασμού προς εαυτόν αποτελεί η καθημερινή μείωση της προσωπικότητάς μου με φράσεις όπως "είσαι πουτάνα, καριόλα" και άλλα συναφή, ενδεικτικά του επιπέδου του και οι απειλές ότι θα με "μαχαιρώσει".

Ήταν τόσο πειστικός, που πίστεψα ότι απειλείτο η ζωή μου, αφού την απειλή του περί μαχαιρώματος όχι μόνο την επαναλάμβανε συνεχώς σ εμένα, αλλά την είχε ανακοινώσει και σε τρίτους, και έτσι διαπιστώνοντας ότι η έγγαμος συμβίωσή μας δεν μπορούσε να συνεχιστεί και μέσα από καυγάδες και έντονους διαπληκτισμούς την ……απεχώρησα από την συζυγική στέγη  και έκτοτε διαμένω στην……

Επειδή κατ άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ εφ όσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς επί δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα.

Επειδή η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές, που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεως ανάμεσα μας.

Επειδή με βάση τα παραπάνω υπάρχει οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσής μας, οι οποίοι παύσαμε να έχουμε φυσική και ψυχική επαφή από τον …..του έτους ….και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής με πρόθεση να μην έχουμε κοινωνία βίου.

Επειδή για την πληρότητα της αγωγής αρκεί να αναφέρεται σ' αυτή ότι οι διάδικοι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση, η οποία διήρκησε συναπτώς επί μία διετία υπολογιζόμενη αναδρομικώς από το χρόνο της πρώτης συζήτησης, χωρίς άλλη περαιτέρω εξειδίκευση του όρου διάσταση, δεν είναι δηλαδή απαραίτητη η ειδική αναφορά του ψυχικού στοιχείου, ότι δηλαδή υφίσταται βούληση των διϊσταμένων συζύγων να αποστούν της έννομης σχέσης, αφού υπό το όρο αυτό (διάσταση) νοείται τόσο η φυσική όσο και η ψυχική αποξένωση των συζύγων με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ούτε είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην αγωγή ότι συνεπεία της διαστάσεως κλονίσθηκε τόσο ισχυρώς η έγγαμη σχέση, ώστε αυτή κατέστη αφόρητη, αφού επί διετούς διάστάσης ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, που συνιστά λόγο διαζυγίου, τεκμαίρεται αμαχήτως.

Επειδή κατά τα ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η παρούσα και να λυθεί ο γάμος μας.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμος, βάσιμος και αληθής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και όσους θέλω προσθέσει κατά την συζήτηση της παρούσας και με ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μου

ΖΗΤΩ

Να γίνει δεκτή η παρούσα

Να κηρυχθεί λυμένος για τους στο ιστορικό λόγους ο μεταξύ εμού και του εναγομένου από ….υφιστάμενος γάμος ………και Να καταδικαστεί αυτός στην εν γένει δικαστική μου δαπάνη.

Αθήνα ….

 

Γονική μέριμνα ανηλίκου. Θρησκευτικές πεποιθήσεις γονέων.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1511, 1512, 1513 και 1514 ΑΚ συνάγεται ότι, η γονική μέριμνα ανηλίκου τέκνου, όπως αυτή προσδιορίζεται από τα άρθρα 1510 και 1518 του ίδιου Κώδικα,  περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του, ασκείται δε από τους γονείς του από κοινού.

Στις περιπτώσεις διαζυγίου, εφ όσον ζουν και οι δύο γονείς, ή σε περίπτωση διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, η άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου ρυθμίζεται από το δικαστήριο, το οποίο δύναται να την αναθέσει σ' ένα μόνο των γονέων του, ή και σε αμφοτέρους από κοινού, εάν οι ίδιοι συμφωνούν στη λύση αυτή και συγχρόνως να καθορίζει τον τόπο διαμονής του ανηλίκου, ή και να την κατανείμει μεταξύ των γονέων του (ΑΠ 634/1996, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, κάτω από τα άρθρα 1513-1514, αριθ. 43 επ., 65 επ., 77 επ.).

Το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του, σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1511 ΑΚ κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου (ΑΠ 1728/1999).

Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου όταν το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας, ή στον τρόπο της άσκησής της.

Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξ αιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης και της περιουσίας, αλλά να στηρίζεται στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας και της ισονομίας των φύλων και της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης.

Ο δικαστής δεν πρέπει κατ αρχήν να κάνει διακρίσεις με βάση τη θρησκεία των γονέων, με την έννοια  ότι δεν δικαιούται να κρίνει ποια θρησκεία είναι «σωστή» (Χ. Κούσουλα, ό.π., σελ. 151).

Στα πλαίσια όμως της αναζήτησης του συμφέροντος του παιδιού θα πρέπει να συνεκτιμώνται οι επιπτώσεις των θρησκευτικών πεποιθήσεων των γονέων στη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας.

Το δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί την ανάθεση της γονικής μέριμνας στο γονέα εκείνον που, λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεών του, εκθέτει το παιδί σε άμεσους κινδύνους για την ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη, ανεξαρτήτως του αν η θρησκεία του είναι ή όχι «γνωστή» (ΜονΠρΘεσ 6686/2008).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει π.χ. όταν γίνεται προσπάθεια προσηλυτισμού του τέκνου, ή όταν ο γονέας απαιτεί από το παιδί να μένει πολλές ώρες στη βροχή, για να μοιράζει στους περαστικούς φυλλάδια, θρησκευτικού περιεχομένου, ή όταν, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του απέναντι στη θρησκεία του, αρνείται τη μετάγγιση αίματος στο παιδί του, καίτοι το απαιτεί η κατάσταση της υγείας του (Α. Μαρίνου: «Η θρησκευτική ελευθερία», έκδ. 1972, σελ. 129, 172 επ., Χ. Κούσουλα, ό.π., σελ. 152, Π. Αγαλλοπούλου στο έργο των Γεωργιάδη-Σταθόπουλου: «Αστικός Κώδιξ», VIII, στο άρθρο 1511, σελ. 139, αριθ. 31, σχόλιο Γ. Κρίππα, κάτω από τη ΜονΠρΗρακλ 245/1986 ΑρχΝ ΛΖ' (1986) 125).

Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική του μέριμνα, αφού η απόφαση αφορά τα συμφέροντά του (ΑΠ 1424/1998, ΑΠ 824/1996, ΕφΘεσ 1433/2003). 

 

Γάμος από αναρμόδιο όργανο.

 

Ανυπόστατος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1372 παρ. 2 ΑΚ, είναι ο γάμος, που έγινε χωρίς να τηρηθεί καθ όλου ένας από τους συστατικούς τύπους που προβλέπονται στο άρθρο 1367 ΑΚ, δηλαδή, όταν λείπει εντελώς κάποιο ουσιώδες στοιχείο του «πραγματικού» του, δηλαδή κάποιο από τα στοιχεία της συστατικής του πράξης, που είναι η συμφωνία των μελλονύμφων και ο συστατικός τύπος του γάμου.

Έλλειψη συστατικού τύπου υπάρχει και όταν ο γάμος έγινε από εντελώς αναρμόδιο όργανο ( ΑΠ  608/2011).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών