ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

 

Σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (FACTORING) με προμηθευτή υλικού σε νπδδ.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   699/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για τον χαρακτηρισμό σύμβασης ως διοικητικής δεν αρκεί ότι αυτή συνήφθη από το Δημόσιο, ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και εξυπηρετεί τους επιδιωκόμενους απ' αυτά σκοπούς, αλλά πρέπει να περιέχει και ρήτρες αποκλίνουσες του κοινού δικαίου, που προσδίδουν έτσι υπερέχουσα θέση στο κράτος ή το οικείο ν.π.δ.δ. Κατηγορία διοικητικών συμβάσεων αποτελούν και οι συμβάσεις, που διέπονται από τις περί προμηθειών διατάξεις του Π.Δ. 173/1990.

Οι διοικητικές συμβάσεις υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Σε σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) με επιχείρηση που, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, αναδείχθηκε προμηθευτής υλικού σε νπδδ, η εκχώρηση στον πράκτορα από τον ανάδοχο προμηθευτή των απαιτήσεών του από τις πωλήσεις νοσοκομειακού υλικού με πίστωση του τιμήματος και αναγγελία της εκχώρησης υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   699/2004

Απόσπασμα……..ΙΙ. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 2 και 4 εδ. α΄ του ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, την έλλειψη δε της δικαιοδοσίας τους ερευνούν και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης και ενώπιον του Εφετείου (Εφ.Αθ. 9477/1992, Δ. 1993 714), κατά προτεραιότητα μάλιστα όλων των άλλων διαδικαστικών προϋποθέσεων, έστω και αν η αντίστοιχη ένσταση (ελλείψεως δικαιοδοσίας) δεν είχε προταθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι δημοσίας τάξεως, ώστε όχι μόνον να μη παραμερίζονται με συμφωνία των ενδιαφερομένων (πρβλ. όμως 867 ΚΠολΔ) αλλά και η παραβίασή τους να θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως (άρθρ. 559 αρ. 4 ΚΠολΔ), έστω και αν η αντίστοιχη ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας δεν είχε προταθεί ενώπιον των δικαστηρίων ουσίας (ΑΠ 83/1978 ΝοΒ 1978 1355). Η έλλειψη δικαιοδοσίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής (άρθρο 4 εδαφ. τελευτ. του ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, όπως και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας που ανατίθενται σ' αυτά με νόμο. Κατά την έννοια της ανωτέρω παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, μεταξύ των διοικητικών διαφορών ουσίας, η εκδίκαση των οποίων ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, είναι και οι αναφερόμενες εκ των διοικητικών συμβάσεων. Την υπαγωγή των διαφορών αυτών στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων προέβλεπε ήδη ρητώς η παρ. 2 περ. 1 του άρθρου 1 του ν.1406/1983, σε συνδυασμό προς το άρθρο 7 αυτού. Περαιτέρω, για το χαρακτηρισμό σύμβασης ως διοικητικής δεν αρκεί ότι αυτή συνήφθη από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και εξυπηρετεί τους επιδιωκόμενους απ' αυτά σκοπούς, αλλά πρέπει να περιέχει και ρήτρες αποκλίνουσες του κοινού δικαίου, που προσδίδουν έτσι υπερέχουσα θέση στο κράτος ή το οικείο ν.π.δ.δ. (βλ. ΑΕΔ 110/1992). Έτσι, κατηγορία διοικητικών συμβάσεων αποτελούν και οι συμβάσεις εκείνες που διέπονται εκ των περί προμηθειών διατάξεων του Π.Δ. 173/1990 (ΦΕΚ Α 62). Με τις εν λόγω διατάξεις θεσπίζεται εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς, που αποκλίνει του κοινού δικαίου και προσδίδει στο συμβαλλόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου και επιτρέπει σε αυτό και την μονομερή ακόμα επέμβαση στο συμβατικό δεσμό, ιδίως με τη δυνατότητα μονομερούς κηρύξεως εκπτώτου του προμηθευτή, καταπτώσεως της κατατεθείσας εγγυήσεως, επιβολής κυρώσεων, προμήθεια του υλικού σε βάρος του εκπτώτου, καταλογισμούς κλπ (βλ. ιδίως άρθρο 34 του Π.Δ.).

 

Εννοια αλληλόχρεου λογαριασμού, αξίωση πληρωμής καταλοίπου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1022/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση, δυνάμει της οποίας δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν να μην επιδιώκουν, ούτε να διαθέτουν μεμονομένα τις απαιτήσεις, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να τις φέρουν σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να τις εκκαθαρίσουν κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, που γίνεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, ή οριστικώς με καταγγελία ενός από τα μέρη, η οποία μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, έτσι ώστε το τυχόν κατάλοιπο να αποτελέσει πλέον τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση.

Το δικόγραφο της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η πληρωμή του καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού μετά το κλείσιμό του, πρέπει να αναφέρει, όχι μόνον όλες τις πιστοχρεώσεις κατά χρόνο και ποσό, αλλά και όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη σχετική απαίτηση, ή συνιστούν τη σχετική καταβολή.

Την ύπαρξη και άλλων, μη αναγραφομένων στην αγωγή, απαιτήσεων ή καταβολών, που μειώνουν ή μηδενίζουν το κατάλοιπο πρέπει να επικαλεσθεί προς απόκρουση της αγωγής ο εναγόμενος.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1022/2008

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13.07.1995 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6822/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1271/1998 προδικαστική, 4796/2003 αναβλητική και 2105/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 29.06.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 16.02.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 Εισ.Ν ΑΚ, 669 Εμπ.Ν. και 47 και 64-67 του ΝΠ "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" της 17-7-/14-8-1929, αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν να μην επιδιώκουν ούτε να διαθέτουν μεμονομένα τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να τις φέρουν σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να τις εκκαθαρίσουν κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, που γίνεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, ή οριστικώς με καταγγελία ενός από τα μέρη, η οποία μπορεί να γίνει οποτεδήποτε (άρθρ. 112 παρ.2 Εισ. ΝΑΚ), έτσι ώστε το τυχόν κατάλοιπο να αποτελέσει πλέον τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση. Στη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού μπορεί να υπαχθεί κάθε συναλλακτική σχέση ανάμεσα στους συμβαλλόμενους, που άγει στην πραγματοποίηση αμοιβαίων παροχών. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφώς και ορισμένως τα περιστατικά που θεμελιώνουν κατά νόμο το αξιούμενο δικαίωμα, διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επομένως, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η πληρωμή του καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού μετά το κλείσιμό του, πρέπει να αναφέρει, αν η αγωγή δεν στηρίζεται σε σύμβαση αναγνωρίσεως του καταλοίπου, εκτός από την κατάρτιση της συμβάσεως, και καθένα από τα κονδύλια του λογαριασμού χωριστά με τα στοιχεία του, ήτοι πρέπει να αναφέρει με πληρότητα όχι μόνον όλες τις πιστοχρεώσεις κατά χρόνο και ποσό αλλά και όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη σχετική απαίτηση ή συνιστούν τη σχετική καταβολή. Αντιθέτως την ύπαρξη και άλλων, μη αναγραφομένων στην αγωγή, απαιτήσεων ή καταβολών, που μειώνουν ή μηδενίζουν το κατάλοιπο πρέπει να επικαλεσθεί προς απόκρουση της αγωγής ο εναγόμενος. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει συμβάσεως με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα στις 17-3-1994, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει στην αντισυμβαλλομένη του υπηρεσίες ασφαλιστικού συμβούλου. 'Ότι ειδικότερα έργο του θα ήταν η παραγωγή ασφαλίσεων, ήτοι η διαμεσολάβηση μεταξύ αυτής, ως ασφαλιστικής εταιρίας, και τρίτων στη σύναψη συμβάσεων ασφαλίσεως στους κλάδους που αυτή ασκεί. 'Ότι η σύμβαση συμφωνήθηκε να είναι αορίστου χρόνου, η δε αμοιβή του εναγομένου συμφωνήθηκε σε προμήθεια (ποσοστό) επί των πράγματι εισπραττομένων καθαρών ασφαλίστρων των ασφαλιστηρίων της παραγωγής του καθώς και σε άλλες παροχές, σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας όπως αυτή θα ίσχυε κάθε χρόνο. 'Ότι συμφωνήθηκε η τήρηση αλληλοχρέου λογαριασμού, στον οποίο θα πιστώνονταν οι προμήθειες και πρόσθετες παροχές του εναγομένου και θα χρεώνονταν οι αναλήψεις έναντι ή σε εξόφληση των ανωτέρω προμηθειών και προσθέτων παροχών, και ότι σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως θα έκλεινε οριστικώς ο λογαριασμός. 'Ότι σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο εναγόμενος παρέσχε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 19/12/1994, οπότε λύθηκε η σύμβαση και έκλεισε ο αλληλόχρεος λογαριασμός οριστικώς με καταγγελία εκ μέρους του. 'Οτι πριν κλείσει οριστικώς ο λογαριασμός, στις 30/4/1994, ο εναγόμενος αναγνώρισε ενδιάμεσο κατάλοιπο εις βάρος του εκ δραχμών 500.000 . 'Ότι ο λογαριασμός συνέχισε να κινείται κατά το από 30-4-1994 και μέχρι το οριστικό κλείσιμό του χρονικό διάστημα, κατά το διάστημα δε αυτό η ενάγουσα χρέωσε τον αντισυμβαλλόμενο της με τα κατωτέρω ποσά που τα κατέβαλε έναντι προμηθειών, ήτοι στις 26-5-1994 δραχμές 500.000, στις 24-6-1994 δραχμές 500.000, στις 12-7-1994 δραχμές 500.000, στις 18-8-1994 δραχμές 500.000, στις 23-9-1994 δραχμές 500.000. στις 26-10-1994 δραχμές 250.000 και στις 22-11-1994 δραχμές 250.000, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα πίστωσε το λογαριασμό του με προμήθειες συνολικού ποσού 289.614 δραχμών και ειδικότερα στις 15-7-1994 δραχμές 37.138, στις 14-9-1994 δραχμές 72.038, στις 13-10-1994 δραχμές 55.332, στις 21-11-1994 δραχμές, 6.478, στις 10-12-1994 δραχμές 96.942 και στις 23-1-1995 δραχμές 21686 και επομένως κατά το οριστικό κλείσιμο του εμφάνισε κατάλοιπο εις βάρος του εναγομένου εκ δραχμών 2.710.386 Με βάση δε το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 3.210.386 δραχμών. Η αγωγή με το περιεχόμενο αυτό είναι, κατά το μέρος με το οποίο ζητείται κατάλοιπο αλληλοχρέου λογαριασμού μη αναγνωρισθέν, αόριστη, Διότι δεν αναφέρονται με πληρότητα τα περιστατικά που θεμελιώνουν τις καταχωριζόμενες στον αλληλόχρεο λογαριασμό απαιτήσεις προμηθειών του εναγομένου, αφού αναφέρεται μόνον ο χρόνος καταχωρίσεως των σχετικών κονδυλίων και το ποσό τους, ενώ παραλείπεται η αναφορά του συμφωνηθέντος ποσοστού επί των εισπραττομένων ασφαλίστρων καθώς και των εισπραχθέντων κατά περίπτωση ασφαλίστρων, ήτοι παραλείπεται η αναφορά στοιχείων που, κατά την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, αποτελούν τη βάση του υπολογισμού των προμηθειών αυτών. Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και παραδεκτή και στη συνέχεια την έκανε δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσίαν, παρά το νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων, που είχε προτείνει το απαράδεκτο στην κατ' έφεση δίκη, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατ' ορθήν υπαγωγή με βάση το άρθρο 559 αριθ.14, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. 

 

Δωρεά που καλύπτεται από εικονική πώληση.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   164/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν μεταξύ των όρων, που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας, είναι ο συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο, αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας.

Από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση.

Επί ανακλήσεως της συμφωνηθείσης δωρεάς υπό τρόπο και ειδικότερα υπό τον όρο διατροφής, φροντίδας, περιποιήσεως και περιθάλψεως του δωρητή, απόκειται στον δωρεοδόχο να επικαλεσθεί και αποδείξει, προς απαλλαγή του, είτε ότι εξεπλήρωσε τον τρόπο, είτε ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός δια το οποίο δεν υπέχει αυτός ευθύνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   164/2009

Απόσπασμα…….Κατά το άρθρο 138 § 1 δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξία είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 §1, 369 και 498 § 1 ΑΚ), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας αλλά αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση. Η λύση αυτή προκύπτει αυτονοήτως από την ίδια την έννοια της εικονικότητας, όπως την αναγνωρίζει ο νόμος. Διότι υπό την αντίθετη εκδοχή, ούτε εικονικότητα, ούτε κάλυψη υπό την εικονική άλλης δικαιοπραξίας θα υπήρχαν. Ό,τι ισχύει δε για το είδος της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας προδήλως ισχύει και για το υπόλοιπο περιεχόμενό της, όπως είναι και η πρόσθετη υποχρέωση (όρος) που υπό την μορφή του τρόπου βαρύνει τον δωρεοδόχο. Πράγματι, θα ήταν λογικά ανακόλουθο να μην υποβάλλεται στο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου η ίδια η καλυπτόμενη δικαιοπραξία κατά τη βασική περί αυτής δήλωση και να υποβάλλεται σε αυτόν ένας όρος μόνο της δικαιοπραξίας αυτής, όπως είναι επί δωρεάς ο τρόπος. Αλλώστε η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου και μόνο έστω για τον τρόπο, τον οποίο τυχόν θέλησαν τα μέρη για την καλυπτόμενη δικαιοπραξία, θα μπορούσε κατά περίπτωση να ενέχει και αποκάλυψη της εικονικότητας με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα αναιρούσε την έννοια της εικονοκότητας, όπως κατά τα ανωτέρω την προβλέπει και την αναγνωρίζει ο νόμος (Ολ. ΑΠ. 36/1998). Εξ άλλου επί ανακλήσεως της συμφωνηθείσης δωρεάς υπό τρόπο και ειδικότερα υπό τον όρο διατροφής, φροντίδας, περιποιήσεως και περιθάλψεως του δωρητή, απόκειται στον δωρεοδόχο να επικαλεσθεί και αποδείξει, προς απαλλαγή του, είτε ότι εξεπλήρωσε τον τρόπο, είτε ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός δια το οποίο δεν υπέχει αυτός (δωρεοδόχος) ευθύνη. Τούτο δε διότι σύμφωνα με τα άρθρα 336 και 342 του ΑΚ τεκμαίρεται το πταίσμα της μη εκπληρώσεως λόγω του συμβατικού χαρακτήρος της εκ του τρόπου ενοχής και γιαυτό το βάρος της αποδείξεως της ανυπαιτίου μη εκπληρώσεως φέρει ο δωρεοδόχος. Περαιτέρω η κατά παράβαση των ορισμών του νόμου επιβολή του βάρους της αποδείξεως στο διάδικο που δεν υποχρεούται σε αυτό, υπέρ αυτού μόνο παρέχει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔικ, αφού αυτόν ζημιώνει αν δε φέρει την απόδειξη η οποία τον βαρύνει, όχι δε υπέρ του αντιδίκου του, ο οποίος δεν υφίσταται καμία βλάβη, αφού έχει, κατ' άρθρο 345 του αυτού κώδικα, το δικαίωμα να ανταποδείξει, χωρίς ίδιο προς τούτο θέμα. 

 

Σύμβαση εγγύησης, εγγυητής, ευεργέτημα ελευθέρωσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1568/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφ όσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.

Πταίσμα του δανειστή συνιστά όχι μόλο ο δόλος και η βαριά αμέλεια του περί την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά και η ελαφρά αμέλεια, εκδηλώνεται δε είτε με ενέργειες είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.

Το ευεργέτημα ελευθερώσεως δεν αποκλείεται από τυχόν εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή από το δικαίωμα δίζησης.

Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του ευεργετήματος ελευθερώσεως, όχι όμως για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο, ή βαριά αμέλεια του τελευταίου.

Ο ορισμός της βαριάς αμέλειας εναπόκειται στον δικαστή. Βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η απόκλιση από το μέτρο της συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη, όταν δηλαδή φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα επιζήμια σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1568/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου και ……του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-7-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 19-12-208 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 862 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Πταίσμα του δανειστή συνιστά όχι μόλο ο δόλος και η βαριά αμέλεια του περί την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά και η ελαφρά αμέλεια, εκδηλώνεται δε είτε με ενέργειες είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρώτοφειλέτη. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αποκλείεται από τυχόν εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή εκ του κατ' άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος δίζησης. Εξάλλου, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζόμενου με αυτή ευεργετήματος (ένστασης ελευθερώσεως), όχι όμως για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, καθ' όσον σύμφωνα με το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ είναι άκυρη κάθε προηγούμενη συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια. Τέλος, εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν περιελήφθη ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστή της ουσίας εναπόκειται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει πότε η αμέλεια φέρει βαριά μορφή, η τυχόν δε υπ' αυτού εσφαλμένη υπαγωγή των γενόμενων δεκτών περιστατικών στη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας ελέγχεται αναιρετικώς. Βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η απόκλιση από το μέτρο της συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη, όταν δηλαδή φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα επιζήμια σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με τον λόγο ανακοπής του αναιρεσείοντος - εγγυητή της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, τον αφορώντα την ελευθέρωσή του κατ' άρθρο 862 ΑΚ, ερεύνησε την ύπαρξη ή μη βαριάς και όχι ελαφράς αμέλειας στη συμπεριφορά της δανείστριας (αναιρεσίβλητης), διότι είχε προβληθεί ισχυρισμός της τελευταίας, περί παραιτήσεως του ανακόπτοντος από την ένσταση ελευθερώσεως, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις της, τον ισχυρισμό δε αυτόν επανέφερε παραδεκτώς και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το εφετήριο ως εκκαλούσα. Επιπλέον και ο αναιρεσείων στηρίζει την ελευθέρωσή του από την εκ της εγγυήσεως υποχρέωσή του στη βαριά αμέλεια των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, ενόψει της παραιτήσεώς του από την ένσταση ελευθερώσεως, ως τούτο προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής του (5η σελίδα). Άλλωστε, η διαπίστωση που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή "την τήρηση των όρων της άνω σύμβασης και την εξόφληση εγγυήθηκε, μεταξύ άλλων, ως πρωτοφειλέτης, με την από 15/6/95 πρόσθετη πράξη εγγυήσεως, ο ανακόπτων, ήδη εφεσίβλητος, παραιτηθείς από την ένσταση διζήσεως και τα υπόλοιπα δικαιώματα των εγγυητών που παρέχονται από τον Αστικό Κώδικα", σημαίνει κατ'εκτίμηση παραδοχή του Εφετείου παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από το προβλεπόμενο στο άρθρο 862 ΑΚ ευεργέτημα. Επομένως το Εφετείο με την παράλειψή του να ερευνήσει την ύπαρξη ελαφράς αμέλειας στους εκπροσώπους της δανείστριας - αναιρεσίβλητης, δεν παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : Μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας ….και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία….καταρτίσθηκε η...σύμβαση πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μέχρι του ποσού των 240.000.000 δραχμών, με βάση δε αυτή ανοίχθηκε ο υπ' αριθμ.... λογαριασμός. Την τήρηση των όρων της άνω σύμβασης και την εξόφληση εγγυήθηκε, μεταξύ άλλων, ως πρωτοφειλέτης, με την από 15/6/1995 πρόσθετη πράξη εγγυήσεως, ο ανακόπτων ήδη εφεσίβλητος, παραιτηθείς από την ένσταση διζήσεως και τα υπόλοιπα δικαιώματα των εγγυητών που παρέχονται από τον Αστικό Κώδικα. Στις 8/9/1997 η καθ' ης, ασκώντας συμβατικό της δικαίωμα, έκλεισε οριστικά τον παραπάνω λογαριασμό, με τελικό υπέρ αυτής κατάλοιπο 89.035.206 δραχμών, το οποίο μεταφέρθηκε σε λογαριασμό καθυστερήσεων, μετά δε γενόμενες χρεωπιστώσεις στις 22/10/1998 είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 56.970.879 δραχμών. Στη συνέχεια, με την από 30/11/1998 αίτηση της, η καθ' ης πέτυχε την έκδοση της επίμαχης…..διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της άνω πρωτοφειλέτριας και του ανακόπτοντος, με την οποία ο τελευταίος, ως εγγυητής, διατάχθηκε να καταβάλει στην καθ' ης το ανωτέρω ποσό, πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων. Τη διαταγή πληρωμής η ανωτέρω επέδωσε στις 29/1/1999 και στον ανακόπτοντα, οπότε αυτός άσκησε την ένδικη ανακοπή του. Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι στις 15/11/1996, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού, η πρωτοφειλέτρια εταιρία……συνήψε με την καθ' ης σύμβαση ενεχύρου για την εξασφάλιση της απαίτησης της τελευταίας από τη σύμβαση πίστωσης, με την οποία της εκχώρησε κατά τα άρθ. 35, 36, 39, 44, 47 του ν.δ/τος 17-7/13.8.1923 ("περί ειδικών διατάξεων περί ανωνύμων εταιριών"), τις απαιτήσεις της κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Γενικού Νοσοκομείου…..από τον υπ' αριθμ. πρωτ . ....τέταρτο λογαριασμό (πιστοποίηση) του έργου "επέκταση Γενικού Νοσοκομείου....- Οικοδομικές εργασίες και ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις", καθώς και τις απαιτήσεις της λόγω αποζημίωσης, οι οποίες βεβαιώθηκαν με τις υπ' αριθ. 267/1995, 268/1995 και 269/1995 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. Οι απαιτήσεις αυτές, κατά τον χρόνο της εκχώρησης, ήταν ελεύθερες από βάρη, διεκδικήσεις και κατασχέσεις, δεν ήταν όμως εκκαθαρισμένες. Στη συνέχεια η καθ' ης, μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1996, είχε προβεί σε αναγγελία της εν λόγω σύμβασης ενεχύρου - εκχώρησης, επιδίδοντας αυτήν στις οριζόμενες στα άρθρα 53 του ν.δ/τος 496/1974 και 95 του ν. 2362/1995 αρμόδιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων στις 19/12/1996 και στο Γενικό Νοσοκομείο…. ενώ για την ολοκλήρωση αυτής (αναγγελίας), την ίδια ημέρα, επέδωσε αυτήν και στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα ΑΕ, που ήταν διαχειρίστρια του τακτικού προϋπολογισμού του Νοσοκομείου. Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο ότι, πριν την ολοκλήρωση της αναγγελίας με τον παραπάνω τρόπο, η με έδρα τη Θεσσαλονίκη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία….έχοντας απαίτηση κατά της πρωτοφειλέτριας …..προερχόμενη από δυο από 31/1.2/1996 μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως της τελευταίας, ποσών 24.140.000 και 6.852.000 δραχμών αντίστοιχα, πέτυχε την έκδοση των 30364 και 30365/1996 διαταγών πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και βάσει αυτών, στις 25/11/1996, προέβη σε κατάσχεση της εκχωρηθείσας απαίτησης, στα χέρια του παραπάνω Νοσοκομείου, μέχρι το ποσό των 35.000.000 δραχμών. Την ύπαρξη της εν λόγω απαίτησης της άνω τρίτης δανείστριας της πρωτοφειλέτριας, η καθής γνώριζε ήδη από τις 15/11/1996, αφού εκείνη την είχε ενημερώσει προς τούτο εγγράφως κατά την ημέρα υπογραφής της σύμβασης ενεχύρου. Μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου 1997 δεν είχε οριστικοποιηθεί η εκχωρηθείσα απαίτηση, που μετά από εκκαθάριση της ανήλθε στο ποσό των 137.205.126 δραχμών. Για τον λόγο αυτόν η πρωτοφειλέτρια, με το από 9/9/1997 έγγραφο προς την καθ' ης, ζήτησε να παραταθεί η προθεσμία αποπληρωμής της οφειλής της από τη σύμβαση μέχρι τις 15/10/1997, προκειμένου να προηγηθεί η πληρωμή της από το Υπουργείο. Τελικά, στις αρχές του 1998, το Γενικό Νοσοκομείο…..εξέδωσε το 233/1998 χρηματικό ένταλμα ποσού 137.205.126 δραχμών υπέρ της καθ' ης ως εκδοχέα της απαίτησης αυτής της πρωτοφειλέτριας, το οποίο όμως δεν θεωρήθηκε από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου……Ο τελευταίος, διατηρώντας αμφιβολίες σχετικά με την εγκυρότητα της διαδικασίας της εκχώρησης της άνω απαίτησης, με την από 18/3/1998 έκθεση αμφιβολιών, ζήτησε τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο, με τα από 12/5/1998 πρακτικά διάσκεψης, αποφάνθηκε υπέρ της μη θεώρησης του ελεγχόμενου εντάλματος, την έκδοση του οποίου έκρινε παράνομη, επειδή δεν υφίστατο έγκυρη, κατά το άρθρο 53 του ν.δ/τος 496/1974, εκχώρηση της απαίτησης. Γι' αυτήν απαιτείτο αναγγελία στην Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια για την πληρωμή της απαίτησης και όχι στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα, στην οποία, όπως αναφέρθηκε, την είχε επιδώσει η πρωτοφειλέτρια. Μετά την έκδοση της άνω απόφασης, την οποία η καθ' ής πληροφορήθηκε στις αρχές Ιουλίου του 1998, προέβη εγκύρως πλέον στις 29-7-98 σε επίδοση της ένδικης σύμβασης εκχώρησης στην Τράπεζα της Ελλάδος στην Αθήνα, ενώ στις 30/7/1998 επέδωσε αυτή και στο Πρακτορείο της Τράπεζας Ελλάδος στην…..αρμόδιο για την πληρωμή της απαίτησης. Παράλληλα, η δανείστρια της πρωτοφειλέτριας……η προαναφερόμενη απαίτηση της οποίας από το 1996 παρέμενε ανεξόφλητη, στις 27/7/1998 προέβη σε νέα έγκυρη κατάσχεση της εκχωρηθείσας απαίτησης, στα χέρια του ανωτέρω Νοσοκομείου μέχρι το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια επέδωσε το κατασχετήριο στο Πρακτορείο της Τράπεζας Ελλάδος στην …..αφού η κατάσχεση που είχε επιβληθεί στις 25/11/1996 ήταν άκυρη, λόγω μη επίδοσης αυτού (κατασχετηρίου) στην άνω αρμόδια Τράπεζα. Η ολοκλήρωση όμως των προβλεπόμενων από τη διάταξη του άρθρου 53 του ν.δ/τος 496/1974 κοινοποιήσεων του κατασχετηρίου της…..μια μόνον ημέρα πριν της χρονικά τελευταίας (30/7/1998) των αναγγελιών της εκχώρησης της (ήδη κατασχεθείσας) απαίτησης, είχε ως επακόλουθο να εκδοθεί το 14440/2000 χρηματικό ένταλμα του Νοσοκομείου για την πληρωμή στην παραπάνω εταιρία ποσού 40.000.000 δραχμών, που θεωρήθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο στις 13/2/2001. Έτσι όμως κατέστη αδύνατη η πλήρης ικανοποίηση της απαίτησης της καθ' ης κατά της πιστούχου, αφού τελικά η ανωτέρω εισέπραξε μόνο 67.349,196 δραχμές που πιστώθηκαν στο λογαριασμό της πιστούχου. Ακολούθως, τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, κατά τον οποίο από βαριά αμέλεια των οργάνων και υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης κατέστη αδύνατη η πλήρης ικανοποίησή της από την πρωτοφειλέτρια, αφού, αν και εγνώριζε ότι αρμόδια για την πληρωμή της εκχωρηθείσας απαίτησης ήταν η Τράπεζα της Ελλάδος, επέδωσε άκυρα την σύμβαση εκχώρησης στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα με συνέπεια α) αυξηθούν οι υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτριας, καθόσον σε περίπτωση έγκυρης αναγγελίας η καθής θα εισέπραττε το σύνολο της απαίτησης και ο λογαριασμός της ανωτέρω θα ήταν πιστωτικός και όχι χρεωστικός και β) η πρωτοφειλέτρια να καταστεί αναξιόχρεη, το Εφετείο τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, κρίναν ότι η συμπεριφορά των οργάνων και υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης δεν συνιστά βαριά αμέλεια, αφού α) δεν αποδείχθηκε γνώση αυτών ότι για την πληρωμή της εκχωρηθείσας απαίτησης ήταν αρμόδια η Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ εξάλλου η αναιρεσίβλητη είχε συμφέρον να εισπράξει την απαίτηση, η οποία πάντως δεν ήταν άμεσα εισπρακτέα, ως μη εκκαθαρισμένη, ώστε να πιστωθεί στο λογαριασμό της πιστούχου, αλλά η αποπληρωμή της από το ανωτέρω νοσοκομείο θα γινόταν από τον ισολογισμό του 1998, χρόνο κατά τον οποίο εκδόθηκε και το σχετικό ένταλμα πληρωμής, β) μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις 12-5-1998, η εκχωρηθείσα απαίτηση δεν απειλήθηκε από τρίτους δανειστές της πρωτοφειλέτριας, ούτε θίχθηκε από την κατάσχεση που επιβλήθηκε από την τρίτη δανείστρια της πρωτοφειλέτριας…..αφού αυτή ήταν άκυρη και γ) η μη έγκυρη αναγγελία της εκχώρησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, μετά την έκδοση της αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία είχε ως συνέπεια να προηγηθεί στις 27-7-98 κατάσχεση της εκχωρηθείσης απαίτησης μέχρι του ποσού των 40.000.000 δρχ. από την……για την ίδια ως άνω απαίτησή της από τις δύο επιταγές και να εισπράξει η καθ' ης μόνον 67.349.190 δρχ., δεν οφείλετο σε αμελή συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσίβλητης - δανείστριας, καθ' όσον αυτά δεν γνώριζαν ότι κατά το ένδικο διάστημα Ιουνίου - Ιουλίου 1998 η ως άνω απαίτηση παρέμεινε μέχρι τότε ανεξόφλητη, ώστε να μπορούσαν και να όφειλαν να προβλέψουν το επελθόν αποτέλεσμα. Τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καταφάσκουν τη συνδρομή βαριάς αμέλειας στο πρόσωπο των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης τράπεζας και ως εκ τούτου αποκλείεται η κατά το άρθρο 862 ΑΚ ελευθέρωση του αναιρεσείοντος (εγγυητή), μετά την παραίτησή του εκ των προτέρων από το εκ του εν λόγω άρθρου ευεργέτημα. Με την εκτεθείσα, άρα, κρίση του, το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, ενώ εξάλλου και περαιτέρω διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές, αφενός μεν "η αναιρεσίβλητη γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης της τρίτης δανείστριας της πρωτοφειλέτριας ήδη από την 15-11-96 αφού η τελευταία την είχε ενημερώσει σχετικά εγγράφως κατά την ημέρα υπογραφής της σύμβασης ενεχύρου", αφετέρου δε ότι και περαιτέρω "ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η καθ' ής γνώριζε για την ύπαρξη της παραπάνω απαίτησης στις 15-11-96, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι και το επίδικο διάστημα Ιουνίου - Ιουλίου 1998 τα αρμόδια όργανά της (εκπρόσωποι αυτής) γνώριζαν ότι η άνω απαίτηση μέχρι και τότε παρέμεινε ανεξόφλητη, ώστε να μπορούσε και να όφειλε να προβλέψει το επελθόν αποτέλεσμα", αφού, κατά τις παραδοχές αυτές, η αναιρεσίβλητη γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης από 15-11-96, πλην όμως δεν γνώριζαν τα αρμόδια όργανά της ότι αυτή ήταν ανεξόφλητη κατά το επίδικο διάστημα Ιουνίου - Ιουλίου, ώστε να ενεργήσου αναλόγως για την είσπραξή της. Επομένως, ο περί του αντιθέτου εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα δεύτερο και τρίτο μέρη του, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή βασίμου λόγου εφέσεως, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα προς οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα, αν δε κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (άρθρα 632 - 633 ΚΠολΔ), η οποία περιέχει περισσότερους λόγους για την ακύρωση αυτής, κάθε λόγος συνιστά αυτοτελή ιστορική βάση, πρόκειται δηλαδή για δικονομική μορφή σωρεύσεως πολλών βάσεων κατά την έννοια του άρθρου 218 ΚΠολΔ. Συνεπώς, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιορισθεί στην έρευνα ενός μόνο λόγου και, κατά παραδοχή αυτού, ακυρώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, το δε εφετείο κρίνει εσφαλμένη την παραδοχή αυτού του λόγου κατά του οποίου στρέφονται και οι λόγοι έφεσης και εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, τότε αυτό (εφετείο) οφείλει να ερευνήσει τους άλλους λόγους της ανακοπής, που δεν ερευνήθηκαν πρωτοδίκως και για τους οποίους δεν υπάρχει παράπονο στην έφεση, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή. Εξάλλου, ως πράγματα, η παράνομη μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο, νοούνται και οι βάσεις της αγωγής ή οι λόγοι ανακοπής. Εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ του δικογράφου της ανακοπής, ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την ακύρωση της με αριθ. 1567/1999 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε σε βάρος του και με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 56.510.879 δραχμών, βάσει του αναφερόμενου σ' αυτή ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, που λειτούργησε μεταξύ της τελευταίας και της πιστούχου εταιρείας με την επωνυμία……. και την πληρωμή του οποίου εγγυήθηκε αυτός. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3528/02 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν ως μη νόμιμος ο δεύτερος λόγος αυτής και ως ουσία αβάσιμοι οι πρώτος και τρίτος λόγοι, έγινε δεκτός ο έκτος λόγος, ενώ τάχθηκαν αποδείξεις και με μάρτυρες σε βάρος του ανακόπτοντος, ως προς τους τέταρτο και πέμπτο λόγους, περί ελευθερώσεως του ανακόπτοντος εγγυητή (άρθρο 862 ΑΚ) και περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καθ' ης, οι οποίοι κρίθηκαν νόμιμοι. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, εκδόθηκε η 1282/2006 απόφαση (εκκαλουμένη), με την οποία έγινε δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο 4ος λόγος και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, ενώ δεν ερευνήθηκε στην ουσία ο 5ος λόγος. Κατά της άνω οριστικής απόφασης ασκήθηκε έφεση από την καθ' ης η ανακοπή. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κρίναν εσφαλμένη την αποδοχή του 4ου λόγου ανακοπής, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε τον 4ο λόγο ανακοπής, στην συνέχεια δε ερεύνησε και τον 5ο λόγο ανακοπής, ο οποίος δεν είχε ερευνηθεί πρωτοδίκως κατ' ουσίαν και τον οποίο απέρριψε ως ουσία αβάσιμο. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψεως υπόψη μη προταθέντος λόγου εφέσεως και άρα ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, υπαγόμενος στη ρύθμιση του αριθμού 8 (και όχι του αριθμού 9) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. 

 

Δήλωση βούλησης ως προϊόν  απάτης ή πλάνης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ  608/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απάτη αποτελεί κάθε δόλια συμπεριφορά, η οποία σκοπεύει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει μια σφαλερή αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, τα οποία, είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είτε από υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση με το άλλο πρόσωπο, εκείνος που τα αποκρύπτει ή τα αποσιωπά ή ατελώς τα ανακοινώνει, είχε υποχρέωση ανακοίνωσης.

Για την ακύρωση δικαιοπραξίας από το λόγο αυτό, απαιτείται η απατηλή συμπεριφορά να αποσκοπεί στην πρόκληση της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος, η οποία να έχει γίνει λόγω απάτης.

Δεν εξετάζεται αν η παραπάνω συμπεριφορά είναι καταλογιστή στον απατήσαντα, ούτε αν η πλάνη που προκλήθηκε από την απάτη είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης, αρκεί αυτή να υπάρχει κατά το χρόνο δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος. Αρκεί ότι αυτή αποσκοπούσε στην πρόκληση δήλωσης βούλησης αυτού που απατήθηκε, η οποία προκλήθηκε πράγματι εξ αιτίας της απατηλής ενέργειας.

Αν πλάνη, που προκαλείται από την απάτη, αφορά το περιεχόμενο δικαιοπραξίας, ακόμα και αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια, είναι ικανή να καταστήσει ακυρώσιμη τη δικαιοπραξία

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ  608/2006

Απόσπασμα…….Κατά το άρθρο 147 εδ. α' του ΑΚ όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απάτη αποτελεί κάθε δόλια συμπεριφορά, η οποία σκοπεύει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει μια σφαλερή αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, τα οποία είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είτε από υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση με το άλλο πρόσωπο (ΑΠ 1587/90 ΕΕΝ 1991.698, ΑΠ 355/1968 ΝοΒ 16.950, ΕΑ3058/1985 ΕλλΔνη 26.279), εκείνος που τα αποκρύπτει ή τα αποσιωπά ή ατελώς τα ανακοινώνει, είχε υποχρέωση ανακοίνωσης χωρίς να απαιτείται και η συνδρομή των όρων της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ (ΕΑ 3058/1985 ό.π., ΕΑ 181/1983 Αρμ. 1984.463). Απαιτείται επί πλέον, για την ακύρωση της δικαιοπραξίας από το λόγο αυτό, να αποσκοπεί η απατηλή συμπεριφορά στην πρόκληση της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος, η οποία (δήλωση) και να έχει γίνει λόγω απάτης (ΑΠ 290/1989 ΕΝΝ 1990.69, ΕΑ 6446/1990 ΕλλΔνη 31.1512, ΕφΠατρ 1143/1988 ΑρχΝ 1989.635). Δεν εξετάζεται αν η παραπάνω συμπεριφορά είναι καταλογιστή στον απατήσαντα, αφού ο λόγος στην περίπτωση αυτή, είναι όχι η υπαιτιότητα αυτού, αλλά το ελάττωμα της βούλησης του απατηθέντος (ΑΠ 699/1983 ΝοΒ 32.80, ΕΑ218/1987 ΕλλΔνη 29.506), ούτε αν η πλάνη που προκλήθηκε από την απάτη είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης αρκεί αυτή να υπάρχει κατά το χρόνο δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος (ΑΠ 290/89, ό.π., ΕΑ 6446/1990 ό.π., ΑΠ 1993/1984, Νοβ 32.155, ΑΠ 699/1983 ό.π., ΑΠ 249/1976 ΝοΒ 24.785, ΕΑ 218/1987 ό.π., ΕΑ 2058/1985 ΕλλΔνη 26.728), καθώς και αν η παραπλανητική συμπεριφορά αντικειμενικά είναι ικανή να παρασύρει έμφρονα, συνετό άνθρωπο, αρκεί το ότι αυτή αποσκοπούσε στην πρόκληση δήλωσης βούλησης αυτού που απατήθηκε, η οποία και να προκλήθηκε πράγματι εξ αιτίας της απατηλής ενέργειας (Τούσης Γεν. Αρχ. παρ. 80, σελ. 441, Μπαλής Γεν. Αρχ. έκδ. Δ' παρ. 48, ΑΠ 1532/1979 ΝοΒ 28.1083, ΑΠ 148/1961 ΝοΒ 9.628, ΕΑ 10867/1986 ΝοΒ 1987.560, ΕΑ3058/1985 ό.π.). Ακόμα, η πλάνη που προκαλείται από απάτη είναι δυνατόν να αφορά και στο περιεχόμενο της δικαιοπραξίας (ΕΑ 10261/1983 ΕλλΔνη 25.826) και αυτή, ακόμα και αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια, είναι ικανή να καταστήσει ακυρώσιμη τη δικαιοπραξία (Τούσης Γεν. Αρχ. παρ. 80 σελ. 441 σημ. 3, ΕΑ 10867/1986 και 10261/1983 ό.π.). Εξ άλλου και η δικαιοπραξία που συνάπτεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως άκυρη, όπως ακριβώς και η εγγράφως γενομένη κατά τους ορισμούς του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί ως πλαστό, ως δημόσιο έγγραφο, το συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο συνήφθη η δικαιοπραξία, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ (ΑΠ 1355/1991 ΕλλΔνη 33.1190, ΑΠ 1771/1986 ΝοΒ 1987.1062, ΑΠ 374/1974 ΝοΒ 22.1364, ΕΑ 5864/1977 Αρμ. 32.99), ενώ, τέλος, και η περί την πληρεξουσιότητα δήλωση βούλησης, όπως κάθε δικαιοπραξία, μπορεί να είναι αποτέλεσμα απάτης, πλάνης ή απειλής και συνεπώς ακυρώσιμη, πόσο μάλλον καθόσον η εκδοχή πλάνης συμβαλλομένου, προκληθείσης με απάτη, ως προς το περιεχόμενο των εκατέρωθεν δηλώσεων βούλησης (στο οποίο ανάγεται και η κατά τον νόμο έννοια και σημασία τους), δεν αντιτίθεται, καθεαυτή, στην κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ αποδεικτική, πλήρους απόδειξης, δύναμη συμβολαιογραφικού εγγράφου για βεβαιούμενα σ' αυτό ως γενόμενα ενώπιον του συμβολαιογράφου ή εκ μέρους του, ώστε η παραδοχή τέτοιας εκδοχής να ενέχει παράβαση των ορισμών του άρθρου που προαναφέρεται, με απόδοση στο συμβολαιογραφικό έγγραφο αποδεικτικής δύναμης μικρότερης της εκ του νόμου πραγματικής (ΑΠ 1335/1991 ΕλλΔνη 1992.1190). Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η βιαία διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκουσία επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, και εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 94/2004, Νόμος). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή (ΑΠ 65/2004 Νόμος, ΕφΘεσ. 2072/1992 ΕλλΔνη 1994.626). 

 

Διαταγή πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   35/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφ όσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού.

Το αντίγραφο του λογαριασμού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά του βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή, ή δικηγόρο.

Δεν αρκεί για να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη μόνη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας.

Η εκτύπωση όμως αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, εφ όσον η γνησιότητα της εκτύπωσης βεβαιώνεται από τον υπάλληλο που την ενήργησε, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει στα χέρια της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της και στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο. 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   35/2011

Απόσπασμα…..1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. ……τελεσίδικη και αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από …… έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ…….οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 18.9.2000 ανακοπή του με αίτημα την ακύρωση της υπ' αριθ. …….διαταγής πληρωμής της δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με αίτηση της αντιδίκου του σε βάρος της πτωχής εταιρείας με την επωνυμία…….την οποία ως οριστικός σύνδικος εκπροσωπεί. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§3 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.Κατά το άρθρ. 623 ΚΠολΔ, μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρ. 626§3 ίδιου Κώδικα, στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Εξ άλλου η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου (άρθρ. 441αριθ.1 ΚΠολΔ), το δε αντίγραφο αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά του βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρ. 449§1 ΚΠολΔ, 52 ν.δ. 3026/1952, 14 ν. 1599/1986). Αντίθετα δεν αρκεί για να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη μόνη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας. Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, εφόσον η γνησιότητα της εκτύπωσης βεβαιώνεται από τον υπάλληλο που την ενήργησε, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει στα χέρια της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της. Επομένως στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (ΑΠ 578/2005, ΑΠ 902/2006, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 441/2007, ΑΠ 570/2010). 

 

Διάσπαση και συγχώνευση ανώνυμης εταιρείας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  830/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην περίπτωση διάσπασης ανώνυμης εταιρείας, που πραγματοποιείται με την σύσταση νέων εταιρειών, η διασπώμενη εταιρεία λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση και μεταβιβάζεται από αυτήν στις άλλες ανώνυμες εταιρείες που συνιστώνται ταυτόχρονα (επωφελούμενες) το σύνολο της περιουσίας της (ενεργητικό-παθητικό), έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών εκδιδομένων από τις επωφελούμενες εταιρείες.

Από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης επέρχονται αυτοδικαίως και ταυτοχρόνως, χωρίς καμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, όσο και έναντι των τρίτων, τα αποτελέσματα της διάσπασης, μεταξύ των οποίων, η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας (ενεργητικού και παθητικού) της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες εταιρείες και η εξαφάνιση της διασπώμενης εταιρείας, η οποία παύει εφεξής να υπάρχει.

Επομένως η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες τοιαύτες συνιστά καθολική διαδοχή.

Η περίπτωση της συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών με την σύσταση νέας εταιρείας είναι όμοια με την διάσπαση ανώνυμης εταιρείας, με μόνη διαφοροποίηση ότι στη συγχώνευση ολόκληρη η περιουσία των συγχωνευόμενων εταιρειών χωρίς να διανέμεται, όπως συμβαίνει στην διάσπαση, μεταβιβάζεται στη νέα εταιρεία που συνιστάται.

Επομένως, οι νέες εταιρείες, ως καθολικοί διάδοχοι της διασπώμενης εταιρείας, και κατά το μέρος που διανέμονται σε κάθε μία εξ αυτών τα περιουσιακά στοιχεία, υπεισέρχονται εκ του νόμου και στη μισθωτική σχέση, στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας, χωρίς να απαιτείται, για την υπεισέλευση αυτή, ούτε μεταγραφή της πράξης της διάσπασης, ούτε και συναίνεση του μισθωτή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  830/2011

Απόσπασμα……. Στις διατάξεις των άρθρων 81 §§1 και 3, 85 §1 και 88 §1 του Ν. 2190/1920, που προστέθηκαν με το π.δ. 498/31-12-1987 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της από 9-10-1978 τρίτης κοινοτικής οδηγίας 78/855/ΕΟΚ για το εταιρικό δίκαιο, ορίζεται ότι, στην περίπτωση διάσπασης ανώνυμης εταιρείας που πραγματοποιείται με την σύσταση νέων εταιρειών, η διασπώμενη εταιρεία λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση και μεταβιβάζεται από αυτήν στις άλλες ανώνυμες εταιρείες που συνιστώνται ταυτόχρονα (επωφελούμενες) το σύνολο της περιουσίας της (ενεργητικό-παθητικό), έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών εκδιδομένων από τις επωφελούμενες εταιρείες. Από την καταχώρηση δε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης, που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 84 του ίδιου νόμου, επέρχονται αυτοδικαίως και ταυτοχρόνως, χωρίς καμμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, όσο και έναντι των τρίτων, τα αποτελέσματα της διάσπασης, μεταξύ των οποίων, η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας (ενεργητικού και παθητικού) της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες εταιρείες και η εξαφάνιση της διασπώμενης εταιρείας, η οποία παύει εφεξής να υπάρχει. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες τοιαύτες, συνιστά καθολική διαδοχή, όπως άλλωστε ρητώς ορίζεται τούτο στο άρθρο 75 §1 περ. α' του ν. 2190/1920, για την περίπτωση της συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών με την σύσταση νέας εταιρείας, η οποία συνιστά όμοια με την διάσπαση περίπτωση, με μόνη διαφοροποίηση, ότι στη συγχώνευση ολόκληρη η περιουσία των συγχωνευόμενων εταιρειών χωρίς να διανέμεται, όπως συμβαίνει στην διάσπαση, μεταβιβάζεται στη νέα εταιρεία που συνιστάται. Επομένως, μετά την ολοκλήρωση της διάσπασης, διά της καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση, οι επωφελούμενες εταιρείες υποκαθίστανται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της διασπώμενης εταιρείας και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, τόσο μεταξύ της διασπώμενης και των επωφελούμενων εταιρειών, όσο και έναντι των τρίτων. Επομένως, οι νέες εταιρείες, ως καθολικοί διάδοχοι της διασπώμενης-εκμισθώτριας εταιρείας, και κατά το μέρος που διανέμονται σε κάθε μία εξ αυτών τα περιουσιακά στοιχεία, υπεισέρχονται εκ του νόμου και στη μισθωτική σχέση, στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας, χωρίς να απαιτείται, για την υπεισέλευση αυτή, ούτε μεταγραφή της πράξης της διάσπασης, ούτε και συναίνεση του μισθωτή (Ολ. Α.Π. 12/1999, Α.Π. 1018/2001). Για την τοιαύτη δε υπεισέλευση στη μισθωτική σχέση αρκεί και μόνο η μεταβίβαση της τελευταίας από τη διασπώμενη εκμισθώτρια εταιρεία, στις επωφελούμενες από τη διάσπαση τοιαύτες και δεν είναι αναγκαία και η κτήση της κυριότητος από αυτές (επωφελούμενες εταιρείες) του μισθίου ακινήτου, που αφορά την μεταβιβαζόμενη, κατά την έννοια της καθολικής διαδοχής, μίσθωση, κάτι που μπορεί να συμβαίνει στην περίπτωση που η εκμισθώτρια (διασπώμενη) εταιρεία δεν ήταν και κυρία αυτού, ή η πράξη της διάσπασης δεν έχει μεταγραφεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1192, 1193 και 1198 Α.Κ., για να επέλθει η μεταβίβαση και της κυριότητας του μισθίου ακινήτου, καθόσον μεταγραφή απαιτείται για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, στην περίπτωση που γίνεται αυτή με την πράξη της διάσπασης σύμφωνα με το άρθρο 85 §3 του Ν. 2190/1920 (βλ. σχετ. ΟΛ. Α.Π. 12/1999, Α.Π. 1018/2001 Ο.Π.). Εξάλλου, στην περίπτωση που η διασπώμενη εταιρεία είχε εκμισθώσει περισσότερα αυτοτελή όμορα ακίνητα προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τον μισθωτή για ενιαία χρήση και με την πράξη της διάσπασης μεταβιβάζεται η μισθωτική σχέση σε περισσότερες από μια επωφελούμενες εταιρείες, υπό την έννοια ότι σε μια μεταβιβάζεται η μίσθωση, ως προς ένα ή περισσότερα μίσθια ακίνητα και σε άλλη, ως προς τα υπόλοιπα, τότε δημιουργούνται περισσότερες μισθώσεις με διαφορετικούς εκμισθωτές. (βλ. σχετ. Α.Π. 183/1994). Στην περίπτωση αυτή κάθε μια από τις νέες εκμισθώτριες εταιρείες, μπορεί να ασκήσει αγωγή για απόδοση μισθίου ακινήτου του οποίου κατέστη εκμισθώτρια, και το οποίο αποτελούσε μέρος της αρχικής ενιαίας μίσθωσης, λόγω λήξης της τελευταίας, ο δε μισθωτής, εναγόμενος προς απόδοση της χρήσης ενός ή περισσοτέρων από τα όμορα ακίνητα, λόγω λήξης της μίσθωσης, έχει δικαίωμα, επικαλούμενος την μίσθωση συνενωμένων μισθίων ακινήτων να προτείνει τον από το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 20 του Π.Δ/τος 34/1995) αποκλεισμό της λήξης, μόνο εάν δεν έχει λήξει επίσης, για τον ίδιο λόγο, και η μίσθωση των λοιπών συνενωμένων μισθίων (Α.Π. 583/2000). 

 

Εκκαθάριση ΕΠΕ, υποχρεώσεις εκκαθαριστή, εταιρική αγωγή.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  218/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οταν λυθεί η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, εκτός από την κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως, ακολουθεί το στάδιο της εκκαθαρίσεως, κατά τη διάρκεια του οποίου και μέχρι την περάτωσή της η εταιρία εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο μόνο για τους σκοπούς της εκκαθάρισης.

Με την έναρξη της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές υποχρεούνται να ενεργήσουν απογραφή της εταιρικής περιουσίας και να καταρτίσουν ισολογισμό. Οι εκκαθαριστές πρέπει να περατώσουν αμελλητί τις εκκρεμείς υποθέσεις της εταιρίας, να εξοφλήσουν τα χρέη της εταιρίας, να εισπράξουν τις απαιτήσεις αυτής και να μετατρέψουν σε χρήμα την εταιρική περιουσία.

Μετά την περάτωση της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές καταρτίζουν τον τελικό ισολογισμό, που υποβάλλεται σε διατυπώσεις δημοσιότητας. Στη συνέχεια διανέμουν το προϊόν της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας στους εταίρους, ανάλογα με τη μερίδα συμμετοχής τους. Έκτοτε το νομικό πρόσωπο της εταιρίας θεωρητικώς παύει να υφίσταται.

Οταν με τις πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών προσβάλλονται ιδιαίτερα δικαιώματα των εταίρων ή επέρχεται απώλεια εγκριθέντος μερίσματος κλπ. η αποκατάσταση της ζημίας χωρεί κατά το κοινό δίκαιο με τις προϋποθέσεις της ΑΚ 914.

Στην εταιρική αγωγή φορέας της αξιώσεως είναι η ίδια εταιρία. Οταν η εταιρική αγωγή ασκείται από εταίρο, πρέπει να έχει ως αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας, που προκαλείται στην εταιρία και να ζητείται η καταψήφιση του εναγομένου να καταβάλει στην ίδια την εταιρία.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  218/2007

Απόσπασμα…….Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 ν. 3190/1955 «περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης» προκύπτει ότι όταν λυθεί η εταιρία περιορισμένης ευθύνης για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από την κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως, ακολουθεί το στάδιο της εκκαθαρίσεως, κατά τη διάρκεια του οποίου και μέχρι την περάτωσή της η εταιρία εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο μόνο για τους σκοπούς της εκκαθάρισης. Κατά το άρθρο 48 του ανωτέρω νόμου, με την έναρξη της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές υποχρεούνται να ενεργήσουν απογραφή της εταιρικής περιουσίας και να καταρτίσουν ισολογισμό, τον οποίο δημοσιεύουν στο δελτίο του άρθρου 8 παρ. 3 του νόμου αυτού. Κατά το άρθρο 49 του ιδίου νόμου, οι εκκαθαριστές πρέπει να περατώσουν αμελλητί τις εκκρεμείς υποθέσεις της εταιρίας, να εξοφλήσουν τα χρέη της εταιρίας, να εισπράξουν τις απαιτήσεις αυτής και να μετατρέψουν σε χρήμα την εταιρική περιουσία και σύμφωνα με το άρθρο 50 του αυτού νόμου, μετά την περάτωση της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές καταρτίζουν τον τελικό ισολογισμό, που υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 8 παρ. 1 και στη συνέχεια διανέμουν το προϊόν της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας στους εταίρους, ανάλογα με τη μερίδα συμμετοχής τους. Έκτοτε το νομικό πρόσωπο της εταιρίας θεωρητικώς παύει να υφίσταται (βλ. ΕφΑΘ 5452/1995 ΔΕΕ 1996.53). Το ανωτέρω στάδιο της εκκαθάρισης και η διαδικασία της, όπως προκύπτει από τα ως άνω άρθρα, αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο, δεδομένου ότι οι διατάξεις για την εκκαθάριση της ΕΠΕ αποβλέπουν κατά πρώτο λόγο στην προστασία των εταιρικών δανειστών και κατά δεύτερο λόγο στη διανομή του προϊόντος εκκαθάρισης στους εταίρους. Και τούτο διότι ως μόνη εξασφάλιση των εταιρικών δανειστών μένει η εταιρική περιουσία, η οποία δεν πρέπει να διανεμηθεί στους μετόχους πριν από την ικανοποίηση των εταιρικών δανειστών. Για τους λόγους αυτούς οι διατάξεις για την εκκαθάριση της ΕΠΕ είναι αναγκαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται αποκλεισμός του σταδίου της εκκαθάρισης ή καΘορισμός άλλου τρόπου διακανονισμού των εκκρεμοτήτων (βλ. Ν. Ρόκα, Εμπορικές εταιρίες, έκδ. 1996, σελ. 319, 379). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ προκύπτει ότι αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία έχει, κατά κανόνα, μόνον ο αμέσως ζημιωθείς, εκείνος δηλαδή που προσβλήθηκε αμέσως στα δικαιώματα στα εννόμως γενικώς και προστατευόμενα συμφέροντά του, τέτοιος δε επί αδικοπραξίας τρίτου, στρεφόμενης κατά εταιρίας με νομική προσωπικότητα, όπως είναι η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, είναι τούτο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας και όχι οποιοσδήποτε εταίρος αυτής, που αντανακλαστικά και μόνο ζημιώνεται από την αδικοπραξία σε βάρος της εταιρίας (βλ. ΕφΑΘ 8343/2005 ΕλλΔνη 2006.571, ΔΕΕ 2006.178, ΕφΑΘ 289/1992 ΕλλΔνη 1993.401, ΕφΑΘ 8293/1986 ΕλλΔνη 28.1281, ΕφΑΘ 9223/2000 ΕλλΔνη 2002.214, Γεωργιάδη - ΣταΘόπουλο, Αστ. Κώδικα, υπό το άρθρο 914 ΑΚ, αριθμ. 69 και 74). Με τη διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3190/1955 περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Οι διαχειρισταί ευθύνονται εις αποζημίωσιν εφόσον δεν ενήργησαν από κοινού εις ολόκληρον, έναντι της εταιρίας, εκάστου των εταίρων και των τρίτων διά παραβάσεις του παρόντος νόμου και του καταστατικού ή διά πταίσματα περί την διαχείρισιν αυτών. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αξίωσης των κατ ιδίαν εταίρων και των τρίτων δύναται να ασκηθή εφόσον η συνέλευσις των εταίρων απέρριψε πρότασιν περί εγέρσεως αγωγής εκ μέρους της εταιρίας ή εφόσον δεν ελήφθη απόφασις της συνελεύσεως εντός ευλόγου χρόνου». Η άνω διάταξη, στο μέτρο που αναφέρεται στους εταίρους και τους τρίτους, ρυθμίζει την περίπτωση κατά την οποία τα άνω πρόσωπα ζημιώνονται εμμέσως από πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών, δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία οι εταίροι και οι τρίτοι βλάπτονται αντανακλαστικά από τη βλάβη που επέρχεται αμέσως στο νομικό πρόσωπο της εταιρίας εξαιτίας των άνω πράξεων και παραλείψεων των διαχειριστών. Τα παραπάνω ισχύουν και στην περίπτωση που η ΕΠΕ βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθαρίσεως. Δεν εκτείνεται, συνεπώς, η αναφερόμενη διάταξη και στη ρύθμιση της περιπτώσεως κατά την οποία οι εταίροι ή οι τρίτοι από τις πράξεις ή παραλείψεις των εκκαθαριστών υφίσταται άμεση ή προσωπική ζημία. Το τελευταίο μπορεί να συμβεί, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών προσβάλλονται ιδιαίτερα δικαιώματα των εταίρων ή επέρχεται απώλεια εγκριθέντος μερίσματος αυτών κλπ. Η αποκατάσταση της τελευταίας αυτής ζημίας χωρεί κατά το κοινό δίκαιο και ειδικότερα με τις προϋποθέσεις της ΑΚ 914. Έτσι, εφόσον η ρύθμιση του άρθρου 26 ν. 3190/1955 αναφέρεται σε αποκατάσταση ζημίας της εταιρίας (εταιρική αγωγή), φορέας της αξιώσεως είναι η ίδια εταιρία. Όμως ο νόμος απονέμει, υπό προϋποθέσεις, προσθέτως τέτοια νομιμοποιητική εξουσία στους κατ’ ιδίαν εταίρους και στον τρίτο. Εν προκειμένω τα παραπάνω πρόσωπα νομιμοποιούνται να αξιώσουν την αποκατάσταση της άμεσης ζημίας της εταιρίας. Πρόκειται δηλαδή για ειδική περίπτωση πλαγιαστικής αγωγής (βλ. άρθρο 72 ΚΠολΔ, ΕφΑθ 4233/1993 ΕΕμπΔ 1996.97). Με αφετηρία ότι η εταιρική αγωγή μπορεί να ασκηθεί, εκτός από την ίδια την εταιρία, αλλά και από τον εταίρο ή τον τρίτο και ότι με αυτήν πρέπει να διώκεται αποκατάσταση ζημίας της ίδιας της εταιρίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν η εταιρική αγωγή ασκείται από εταίρο, πρέπει να έχει ως αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται στην εταιρία και να ζητείται η καταψήφιση του εναγομένου να καταβάλει στην ίδια την εταιρία (βλ. άρθρο 72 ΚΠολΔ). Η διάταξη του άρθρου 26 ν. 3190/1995 παρέχει νομιμοποιητική εξουσία στον εταίρο, με τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων, να ασκήσει την εταιρική αγωγή. Δυνατότητα του εταίρου να ζητήσει επιδίκαση της αποζημιώσεως σ αυτόν τον ίδιο Θα μετέτρεπε ανεπιτρέπτως την εταιρική σε ατομική αγωγή. Η απονεμόμενη από το νόμο στον εταίρο προς άσκηση της εταιρικής αγωγής εξουσία δεν του παρέχει συγχρόνως και τη δυνατότητα να επιδιώξει αποζημίωση προς αυτόν τον ίδιο. Η εξουσία του εταίρου περιορίζεται μόνο στην άσκηση της αγωγής. Εκτός των ανωτέρω, διαφορετική άποψη θα ήταν αντίθετη και με τις διατάξεις των άρθρων 35 και 50 ν. 3190/1955 που διέπουν τη διανομή των κερδών και του προϊόντος της εκκαθαρίσεως, αφού πρόκειται για έμμεση ζημία των εταίρων που οφείλεται συνήθως σε απώλεια μελλοντικών κερδών ή σε απώλεια μελλοντικού προϊόντος της εκκαθαρίσεως από πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών. Πράγματι, είναι αβέβαιο αν η επιδικαζόμενη αποζημίωση θα αχθεί σε διανομή κερδών ή Θα αποτελέσει προϊόν μελλοντικής εκκαθαρίσεως (βλ. ΑΠ 4233/1993 ΕΕμπΔ 1996.97, ΕφΑθ 8293/1986 ΕΕμπΔ 1986.642 επ., ΕλλΔνη 28.1281- από τη Θεωρία Α. Λιακόπουλου, ό.π., παρ. Ν. Ρόκα, Εμπορικές εταιρίες, έκδ. β 1983, σελ. 247, Λ. Γεωργακόπουλο, Εγχειρίδιο εμπορικού δικαίου, τόμ. Α, τ. β (εταιρίες), 1985, σελ. 181). 

 

Τα αϋλα αγαθά επιχείρησης είναι αντικείμενο κατάσχεσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)   7/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η επιχείρηση, ως αντικείμενο δικαίου, σύμφωνα με τον επιστημονικό ορισμό που έχει επικρατήσει, αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άϋλων αγαθών (εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα), πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά στην οποία δραστήριο ποιείται(πελατεία φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες) το οποίο (σύνολο) τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο φορέα.

Η επιχείρηση συνιστά μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στη βάση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διανοίας του (φυσικού ή νομικού) επιχειρηματία.

Η επιχείρηση συνιστά αυτή καθαυτή άϋλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ' ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άϋλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα.

Αποτελεί επομένως η επιχείρηση, ως σύνολο, αντικείμενο δικαιώματος, που είναι

α) περιουσιακό, αφού έχει καθ' εαυτό χρηματική αξία, η οποία πολλές φορές υπερβαίνει το σύνολο της αξίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και στοιχείων της, ανεξαρτήτως της χρηματικής αξίας καθενός από τα περιουσιακά δικαιώματα και στοιχεία της επιχείρησης και

β) μεταβιβάσιμο, αφού επιτρέπεται η μεταβίβασή της, η οποία συντελείται δια της μεταβιβάσεως καθενός στοιχείου της.

Επομένως το άϋλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης, ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά το άρθρο 1022 ΚΠολΔικ, κατά το οποίο η έννοια του δικαιώματος δεν είναι η αυστηρά νομική αλλά περιουσιακή, ώστε να περιλαμβάνονται όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα. Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει και τα κατ' ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άϋλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), εις τρόπον ώστε ο αποκτών δια του πλειστηριασμού να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων.

Δεν έχει δε σημασία το γεγονός ότι η μεταβίβαση των επί μέρους δικαιωμάτων της επιχείρησης δεν συντελείται με μία πράξη αλλά απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων για την μεταβίβαση καθενός δικαιώματος, ούτε παρεμποδίζει την κατάσχεση της επιχείρησης, η καθιέρωση του θεσμού της αναγκαστικής διαχείρισης, ως αυτοτελούς μέσου εκτελέσεως, αντικείμενο της οποίας είναι τα εισοδήματα της επιχείρησης, ενώ με την κατάσχεση αποσκοπείται να περιέλθει στους δανειστές το προϊόν από την εκποίηση της, διατηρείται δε συγχρόνως η επιχείρηση ως ενότητα και αυθύπαρκτη οικονομική μονάδα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)    7/2009

Απόσπασμα…….Εξάλλου, το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που περιέχεται στο κεφάλαιο για την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, ορίζει, ότι "κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τα οποία δεν μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2, 982 και 992, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων". Λόγω της ιδιομορφίας, των, κατά το άρθρο 1022 ΚπολΔ, περιουσιακών δικαιωμάτων και της εντεύθεν δυσχέρειας υπαγωγής των θεμάτων, καθ' έκαστο, σε κοινούς κανόνες, καθορίστηκε αφενός μεν το δικαστήριο να διατάσσει την κατάσχεση αυτών, δυνάμενο μάλιστα και να μην επιτρέψει αυτή (άρθ. 1023), αφετέρου δε να ορίζει και τα, κατά την κρίση του, πρόσφορα μέσα για την αξιοποίηση του δικαιώματος (άρθρ. 1024).Επομένως, η επιβολή κατασχέσεως κατά τα άρθρα 1022 επ. ΚΠολΔ προϋποθέτει: 1) περιουσιακό δικαίωμα πέραν των διαλαμβανόμενων στα άρθρα 953 επ. 982 επ. και 992 επ., δεκτικό μεταβιβάσεως και 2) δικαστική απόφαση. Ως περιουσιακό δικαίωμα νοείται το δικαίωμα, το οποίο χωρίς να υπόκειται στην κατάσχεση των άνω άρθρων (κινητών, απαιτήσεων και κινητών σε χέρια τρίτου, ακινήτων, πλοίων κλπ) αποτελεί ή είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικών συναλλαγών, και ως εκ τούτου έχει χρηματική αξία κατά τις συναλλαγές. Γενικά στη ρύθμιση των άρθρων 1022 επ. υπάγεται οποιοδήποτε περιουσιακής φύσεως δικαίωμα του οφειλέτη, μη υποκείμενο σε κατάσχεση κατά τις άνω διατάξεις. Όπως δε προκύπτει και από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 1022, η αναφορά ορισμένων δικαιωμάτων είναι ενδεικτική, και επομένως και άλλα δικαιώματα μη ρητώς κατονομαζόμενα από το νόμο, είναι δυνατόν να κατασχεθούν κατά το σύστημα των άρθρων 1022 επ., που κατά βάση αναζητούνται στο πλαίσιο του ουσιαστικού δικαίου, το οποίο προσδιορίζει τη φύση, έννοια περιεχόμενο, ιδίως δε την υποκειμενική αλλοίωση (μεταβίβαση) και εξέλιξη του δικαιώματος. Περαιτέρω, η απαγόρευση της μεταβιβάσεως του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει από το νόμο ή να είναι συνέπεια του προσωποπαγούς χαρακτήρα του. Η επιχείρηση (ως αντικείμενο δικαίου), σύμφωνα με τον επιστημονικό ορισμό που έχει επικρατήσει, αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άϋλων αγαθών (εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα), πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά στην οποία δραστήριο ποιείται(πελατεία φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες) το οποίο (σύνολο) τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο φορέα. Έτσι η επιχείρηση συνιστά αναμφίβολα μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στη βάση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διανοίας του (φυσικού ή νομικού) επιχειρηματία. Με την έννοια αυτή η επιχείρηση συνιστά αυτή καθαυτή άϋλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ' ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άϋλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα. Οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας αναγνωρίζουν την αυτοτέλεια και αυθυπαρξία της επιχείρησης ως συνόλου, αφού προβλέπεται η "μεταβίβαση" "εκποίηση" "πώληση" "επιδίκαση" και "αναγκαστική διαχείριση" επιχείρησης (βλ. άρθρα 479, 1624 εδ. 6, ΑΚ 483, 1034 επ. ΚΠολΔ, 18 ΝΔ 3562/56, 46α Ν. 1892/1990, 4 παρ. 2 Ν. 4112/1929, 22, 2239/94, κ.ά). Αποτελεί επομένως η επιχείρηση, ως σύνολο, αντικείμενο δικαιώματος, που είναι α) περιουσιακό, αφού έχει καθ' εαυτό χρηματική αξία, η οποία πολλές φορές υπερβαίνει το σύνολο της αξίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και στοιχείων της, ανεξαρτήτως της χρηματικής αξίας καθενός από τα περιουσιακά δικαιώματα και στοιχεία της επιχείρησης και β) μεταβιβάσιμο, αφού όπως από τα προεκτεθέντα προκύπτει επιτρέπεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου η μεταβίβασή της, η οποία συντελείται δια της μεταβιβάσεως καθενός στοιχείου της. Κατ'ακολουθία, το άϋλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατασχέσεως ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά το άρθρο 1022 Κ.Πολ.Δικ., κατά το οποίο η έννοια του δικαιώματος δεν είναι η αυστηρά νομική αλλά περιουσιακή, ώστε να περιλαμβάνονται όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα. Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει και τα κατ' ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άϋλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), εις τρόπον ώστε ο αποκτών δια του πλειστηριασμού να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων. Δεν έχει δε σημασία το γεγονός ότι η μεταβίβαση των επί μέρους δικαιωμάτων της επιχείρησης δεν συντελείται με μία πράξη αλλά απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων για την μεταβίβαση καθενός δικαιώματος, ούτε παρεμποδίζει την κατάσχεση της επιχείρησης η καθιέρωση του θεσμού της αναγκαστικής διαχείρισης, ως αυτοτελούς μέσου εκτελέσεως, αντικείμενο της οποίας είναι τα εισοδήματα της επιχείρησης, ενώ με την κατάσχεση αποσκοπείται να περιέλθει στους δανειστές το προϊόν από την εκποίηση της, διατηρείται δε συγχρόνως η επιχείρηση ως ενότητα και αυθύπαρκτη οικονομική μονάδα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, επιδιώκεται η παροχή άδειας στην αναιρεσείουσα για κατάσχεση, ως ειδικού περιουσιακού στοιχείου, της ατομικής επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο την έκδοση καθημερινής εφημερίδας με τον τίτλο στην και την πώληση της εν λόγω επιχειρήσεως με πλειστηριασμό, προκειμένου να ικανοποιηθεί η περιγραφόμενη στην απόφαση απαίτηση της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή, είναι νόμιμη, και συνεπώς το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, που έκρινε ότι δεν ήταν νόμιμη διότι η επιχείρηση ως σύνολο δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο κατασχέσεως κατά το άρθρο 1022 Κ.Πολ.Δικ., και κατ' αποδοχή έφεσης που άσκησε ο αναιρεσίβλητος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αντιθέτως, αφού εξαφάνισε αυτή και διακράτησε την υπόθεση, απέρριψε την ως άνω αίτηση ως μη νόμιμη, παραβίασε την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 1022 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια και στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναιρεθεί δε η προσβαλλομένη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εφόσον αυτό είναι εφικτό (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.). 

 

Συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης από άλλο αναγγελθέντα δανειστή.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 609/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η συνέχιση της εκτέλεσης από άλλο αναγγελθέντα δανειστή επέχει θέση αυτοτελούς κατάσχεσης και δεν ενδιαφέρει πλέον η εγκυρότητα, ή μη του αρχικού τίτλου της πρώτης επισπεύδουσας και δεν καθηλώνεται η διαδικασία με την αναστολή αυτού του τίτλου, αλλά η νέα αναγγελία  αποτελεί αυτοτελή κατάσχεση και ανεξαρτητοποιείται από την παλιά και δεν επηρεάζεται από τα ελαττώματά της, όπως η αναστολή του τίτλου εκτέλεσης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 609/2009

Όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα που προσκομίζει η καθ' ης, η υπ' αριθμ. 3737/5-2-1998 αναγγελία της και η σχετική δήλωση υποκατάστασης της αρχικής επισπεύδουσας κατά τα άρθρα 972, 973 παρ. 2 ΚΠολΔ στηρίζεται στην υπ' αριθμ…..του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με την υπ' αριθμ…..απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, Έτσι, στηριζόμενη η εν λόγω αναγγελία της καθ' ης η στον ως άνω τίτλο (άρθρο 904 παρ. 2 περ. ε' ΚΠολΔ), επέχει θέση αυτοτελούς κατάσχεσης κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 2 εδ. β' και 1006 παρ. 4 ΚΠολΔ. Δεδομένου δε ότι υφίστατο ήδη κατάσχεση των ακινήτων των και σε βάρος τους διαδικασία υπαρκτή κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα, δεν ενδιαφέρει πλέον η εγκυρότητα ή η του αρχικού τίτλου της πρώτης επισπεύδουσας…..και δεν καθηλώνεται η διαδικασία με την αναστολή αυτού του τίτλου, αλλά βάσει της αρχής της αυτοτέλειας, που προαναφέρθηκε, η νέα αναγγελία που αποτελεί αυτοτελή κατάσχεση ανεξαρτητοποιείται από την παλιά και δεν επηρεάζεται από τα αναφερόμενα ελαττώματά της και εν προκειμένω της αναστολής του τίτλου. Εξάλλου, πληρουμένης και της άλλης προϋπόθεσης που προαναφέρθηκε, της κοινοποίησης του αναγγελτηρίου και της κατασχετήριας έκθεσης στον οικείο υποθηκοφύλακα…….όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ.... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου……για την τήρηση της δημοσιότητας, η επικαλούμενη ανενέργεια του τίτλου της πρώτης επισπεύδουσας…..δεν δεσμεύει την νέα επισπεύδουσα καθ' ης η ……να προχωρήσει στην διαδικασία και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη ως άνω έκθεση κατάσχεσης ακινήτων δεν πάσχει ακυρότητα. 

 

Προσβολή πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, προθεσμία άσκησης ανακοπών (άρθρο 934 ΚΠολΔ).

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 17/2005
ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με την πρόοδο της διαδικασίας, αφενός μεν καθίστανται απρόσβλητες οι προγενέστερες πράξεις του προηγούμενου σταδίου, αφετέρου δε το ελάττωμά τους δεν επιδρά στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων.

Οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών (άρθρο 934 ΚΠολΔ) καθορίζονται κατά στάδια.

Πρώτο στάδιο αφορά τους λόγους της ανακοπής, που στρέφονται κατά των πράξεων της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ή κατά του κύρους του εκτελεστού τίτλου.

Δεύτερο στάδιο αφορά τους λόγους της ανακοπής, που ανάγονται στο κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, που ενεργήθησαν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και εφεξής ή στην απαίτηση.

Τρίτο στάδιο αφορά το κύρος της τελευταίας πράξης εκτέλεσης.

Αν πρόκειται για εκτέλεση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

Αφετήριο χρονικό σημείο για την 15νθήμερη προθεσμία άσκησης ανακοπής στο πρώτο στάδιο προβολής των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας για την ακύρωση του εκτελεστού τίτλου, ή των πράξεων της προδικασίας, είναι η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, η οποία, προκειμένου για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, είναι η σύνταξη της έκθεσης κατάσχεσης, η οποία ολοκληρώνεται με την επίδοση αντιγράφου ή περίληψης αυτής στον καθού η εκτέλεση.

Το δεύτερο στάδιο προσβολής αρχίζει από την πρώτη πράξη εκτέλεσης και λήγει την προηγούμενη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Στην προθεσμία αυτή υπόκεινται οποιαδήποτε ελαττώματα της απαίτησης, παρακωλυτικό, ή καταλυτικό της γένεσης γεγονός (προθεσμία, παραγραφή, εξόφληση, αναβολή κ.λ.π) και πρέπει η ανακοπή να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, δηλαδή έως τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού ή κατακύρωσης προκειμένου για αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης με κατάσχεση κινητού ή ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.

Κατά το τρίτο στάδιο η ανακοπή, που αναφέρεται στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, υπόκειται σε προθεσμία έξι μηνών από την ενέργεια της πράξης αυτής και αν η ανακοπή αφορά την τελευταία πράξη εκτέλεσης, που επισπεύδεται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων με πλειστηριασμό ακινήτου, η προθεσμία άσκησής της είναι 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 17/2005

Απόσπασμα…..…Η καθιερούμενη από το άρθρο 934 Κ.Πολ.Δ. αρχή της σταδιακής προσβολής των πράξεων της διαδικασίας της εκτέλεσης ως συνέπεια έχει και τη σταδιακή ισχυροποίηση της εκτέλεσης και συνεπώς με την πρόοδο της διαδικασίας, αφενός μεν καθίστανται απρόσβλητες οι προγενέστερες πράξεις του προηγούμενου σταδίου, αφετέρου δε το ελάττωμά τους δεν επιδρά στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων. Δεν είναι δηλαδή δυνατή η σε μεταγενέστερο στάδιο προβολή λόγων ακύρωσης, οι οποίοι μπορούσαν να προβληθούν σε προγενέστερο στάδιο. Για την εφαρμογή των προθεσμιών του άρθρου 934 λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της ανακοπής, το οποίο περιλαμβάνει την ακύρωση μιας ή περισσοτέρων πράξεων της εκτέλεσης και τα αναφερόμενα στην ανακοπή ελαττώματα ή αταξίες που πρέπει να αναφέρονται και να θίγουν το κύρος της προσβαλλόμενης με το αίτημα της ανακοπής πράξης. Ενόψει αυτών η ρύθμιση του άρθρου 934 καθιστά αναγκαίο το σαφή νομικό χαρακτηρισμό των λόγων ανακοπής, οι οποίοι αφορούν το έγκυρο του εκτελεστού τίτλου, την προδικασία, τις λοιπές πράξεις εκτέλεσης και την απαίτηση, για να καθορισθεί ακολούθως η προθεσμία, στην οποία εντάσσεται ο συγκεκριμένος λόγος ανακοπής. Οι προθεσμίες του άρθρου 934 καθορίζονται κατά στάδια και έχουν ως εξής: Το πρώτο στάδιο (934 παρ. 1α) αφορά τους λόγους της ανακοπής που στρέφονται κατά των πράξεων της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης ή κατά του κύρους του εκτελεστού τίτλου. Το δεύτερο στάδιο αφορά τους λόγους της ανακοπής, που ανάγονται στο κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας που ενεργήθησαν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και εφεξής ή στην απαίτηση. Το τρίτο (τελευταίο) στάδιο αφορά το κύρος της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Εξ` άλλου σύμφωνα με την πράξη 2 του άρθρου 934, αν πρόκειται για εκτέλεση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Ενόψει της διάταξης αυτής ως αφετήριο χρονικό σημείο για την 15νθήμερη προθεσμία άσκησης ανακοπής στο πρώτο στάδιο προβολής των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας για την ακύρωση του εκτελεστού τίτλου ή των πράξεων της προδικασίας, είναι η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, η οποία, προκειμένου για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, είναι η σύνταξη της έκθεσης κατάσχεσης, η οποία ολοκληρώνεται με την επίδοση αντιγράφου ή περίληψης αυτής στον καθού η εκτέλεση. Καθόσον αφορά το δεύτερο στάδιο προσβολής (934 παρ. 1 εδ. β`), αρχίζει από την πρώτη πράξη εκτελέσεως της παραγρ. 2 που προεκτέθηκε και λήγει την προηγούμενη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Στην προθεσμία αυτή υπόκεινται οποιαδήποτε ελαττώματα της απαίτησης παρακωλυτικό ή καταλυτικό της γένεσης γεγονός (προθεσμία, παραγραφή, εξόφληση, αναβολή κ.λ.π) και πρέπει η ανακοπή να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, δηλαδή έως τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού ή κατακύρωσης προκειμένου για αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης με κατάσχεση κινητού ή ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη. (Β. Βαθρακοκοίλη, Κωδ. Πολιτ. Δικονομίας, τομ. Ε σελ. 426-427). Και κατά το τρίτο στάδιο (934 παρ. 1 εδ. γ`) η ανακοπή που αναφέρεται στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης υπόκειται σε προθεσμία έξι μηνών από την ενέργεια της πράξης αυτής και αν η ανακοπή αφορά την τελευταία πράξη εκτέλεσης, που επισπεύδεται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων με πλειστηριασμό ακινήτου, η προθεσμία άσκησής της είναι 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (ΑΠ 2100/1986 ΕΕΝ 1988.766).

 

Επίδοση διαδικαστικών εγγράφων αναγκαστικής εκτέλεσης, μεταβολή κατοικίας οφειλέτη.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ   3/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η επίδοση περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη γίνεται  εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατάσχεσης.  

Η ακυρότητα μίας ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού, υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης.

Αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί, παρά την ανυπαρξία τελείως όλων, ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του, είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης. Η ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτέλεσης και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 20 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης επί πλειστηριασμού ακινήτων.

Η επίδοση διαδικαστικών εγγράφων της εκτέλεσης, όπως είναι η κατασχετήρια έκθεση, γίνεται στη γνωστή διεύθυνση της κατοικίας του καθ ου οφειλέτη, στην οποία είχαν γίνει επιδόσεις προηγουμένων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, εκτός αν ο καθ ου οφειλέτης είχε γνωστοποιήσει στον επισπεύδοντα τη μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας του και παρά ταύτα αυτός επέδωσε την κατασχετήρια έκθεση στην προηγούμενη κατοικία του.

Ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης, που επικαλείται άγνοια και εντεύθεν ακυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, επειδή μετέβαλε κατοικία και η επίδοση έγινε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και δεν μπόρεσε να προσβάλλει την ανωτέρω πράξη εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § ιβ ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της ανακοπής του πρέπει να επικαλείται, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία, ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση την είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο τη μεταβολή της.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ   3/2007

Απόσπασμα…….Κατά τη διάταξη του άρθρου 999 παρ. 4 ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός ακινήτου με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο ίδιο άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως. Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Η ακυρότητα αυτή μίας ενδιάμεσης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρ. 934 § ιβ ΚΠολΔ), υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Αντιθέτως, αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης, η ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 20 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων. Περαιτέρω κατά το άρθρο 120 ΚΠολΔ, η επίδοση εγγράφου που αφορά εκκρεμή δίκη και γίνεται στη διεύθυνση της κατοικίας, η οποία είχε αναφερθεί σύμφωνα με το άρθρο 119 είναι έγκυρη ακόμη και αν ο αποδέκτης της επίδοσης δεν έχει πια εκεί την κατοικία του. Η διάταξη αυτή έχει ανάλογη εφαρμογή και στην αναγκαστική εκτέλεση και συνεπώς η κατά τη διαδικασία αυτή επίδοση διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι και η κατασχετήρια έκθεση, σε γνωστή κατοικία του καθού η εκτέλεση οφειλέτη, στην οποία είχαν γίνει επιδόσεις προηγουμένων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας είναι έγκυρη, εκτός αν ο τελευταίος (καθού) είχε γνωστοποιήσει στον επισπεύδοντα τη μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας του (άρθρ. 119 παρ. 3 ΚΠολΔ) και παρά ταύτα εκείνος επέδωσε την κατασχετήρια έκθεση στην προηγούμενη κατοικία του. Εκ τούτου έπεται, ότι ο καθού η εκτέλεση, που επικαλείται άγνοια και εντεύθεν ακυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, επειδή μετέβαλε κατοικία και η επίδοση έγινε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και δεν μπόρεσε να προσβάλλει την ανωτέρω πράξη εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § ιβ ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της ανακοπής του πρέπει να επικαλείται, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση την είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο τη μεταβολή της. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της ένδικης ανακοπής του προέβαλε, ότι ο διενεργηθείς σε βάρος του αναγκαστικός πλειστηριασμός του αναφερομένου ακινήτου με την επίσπευση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατακυρώθηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, είναι άκυρος. Διότι η 1453/24.4.1996 περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... , βάσει της οποίας έγινε ο πλειστηριασμός, επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως στην .... ενώ κατά το χρόνο της επίδοσης η διεύθυνση της πραγματικής του κατοικίας ήταν στον Πειραιά, επί της .... . Έτσι δεν έλαβε γνώση του πλειστηριασμού και επήλθε σ'αυτόν βλάβη. Ο αναιρεσείων όμως δεν επικαλείται ότι ο επισπεύδων γνώριζε τη νέα διεύθυνση της κατοικίας, ή ότι ο ίδιος είχε προηγουμένως γνωστοποίησει σ'αυτόν τη μεταβολή της. Συνεπώς η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης στην .... , στην οποία έγιναν όλες οι προηγούμενες επιδόσεις των διαδικαστικών εγγράφων της εκτελεστικής διαδικασίας, δεν ήταν άκυρη και ο ως άνω λόγος της ανακοπής, προβαλλόμενος μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, είναι απαράδεκτος. Το Εφετείο έκρινε, ότι η ανακοπή έπρεπε να ασκηθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § ιβ και απέρριψε αυτή ως εκπρόθεσμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή, έστω και με άλλη αιτιολογία, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. 

 

Διόρθωση έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου, επίσπευση και ματαίωση πλειστηριασμού, προϋποθέσεις για το κύρος της μεταγραφής της περίληψης της έκθεσης κατακύρωσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1687/2005 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η έκθεση κατασχέσεως ακινήτου πρέπει να περιέχει, ακριβή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του και μνεία της εκτιμήσεως του κατασχεθέντος που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας.

Η ανακοπή που αποσκοπεί στη διόρθωση της εκθέσεως κατασχέσεως για οποιαδήποτε έλλειψή της δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που οι ελλείψεις της εκθέσεως κατασχέσεως είναι ιδιαίτερα σοβαρές, όπως ως προς την περιγραφή του πράγματος, που δεν θα απέκλειαν την αντικατάστασή του ή δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, όπως επί ελλείψεως συμπράξεως ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα και με τη συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Η διόρθωση ισχύει και για την περίληψη της εκθέσεως κατασχέσεως, στην οποία περιέχονται, ως απαραίτητα στοιχεία της, και εκείνα της κατασχετήριας έκθεσης, με μόνη διαφορά ότι η περιγραφή σ' αυτήν πρέπει να είναι συνοπτική.

Χωρεί διόρθωση τόσο της αρχικής, όσο και της επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης.

Η ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού, επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα αυτή διάδικο.

Η εσφαλμένη εκτίμηση από τον δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα της αξίας των κατασχεθέντων και της τιμής πρώτης προσφοράς, δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατασχέσεως, αλλά παρέχει το δικαίωμα στον έχοντα έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή και να ζητήσει τη διόρθωση της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς από το δικαστήριο.

Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν γίνει κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται με εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή. Η εντολή κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται με την εντολή συνέχισης της εκτέλεσης, ή με την πράξη κατάθεσής της.

Οταν πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού ματαιώνεται ο πλειστηριασμός με κοινή συμφωνία επισπεύδοντος και οφειλέτη και ταυτοχρόνως ο επισπεύδων καταθέτει δήλωση συνεχίσεως της διαδικασίας του πλειστηριασμού, η προγενέστερη της ματαιώσεως του πλειστηριασμού δήλωση δεν συνεπάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού, που θα διενεργηθεί.

Ο πλειστηριασμός που συνεχίζεται, δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν δεκαπέντε ημέρες από τη χρονολογία της πράξης κατάθεσης της εντολής συνέχισης. Η κατάθεση της εντολής συνέχισης δεν έχει τις συνέπειες της κατασχέσεως, η οποία προϋποτίθεται ότι υπάρχει, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται να παρεμβάλλεται από την κατάθεση της εντολής μέχρι τον πλειστηριασμό η προθεσμία των σαράντα ημερών.

Από την έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, στη σύνταξη της οποίας υποχρεούται να προβεί ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απαιτείται να προκύπτει η ταυτότητα του πλειστηριασθέντος ακινήτου για το κύρος της μεταγραφής της περιλήψεως της εκθέσεως περί κατακυρώσεως.

Η ακριβής όμως, κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση, περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου, η οποία πρέπει να περιέχεται επί ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού στην περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, αν δεν υπάρχει στην έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, δεν μπορεί να επιφέρει στον οφειλέτη βλάβη, υπό τη μορφή της μη επιτεύξεως μείζονος εκπλειστηριάσματος, ώστε να επέρχεται ακυρότητα της εκθέσεως αυτής και του διενεργηθέντος πλειστηριασμού.

Αν παρά το γεγονός ότι με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα, αυτά δεν πλειστηριάστηκαν χωριστά, αλλά ενιαίως και μάλιστα ως ενιαίο ακίνητο και με ενιαία τιμή πρώτης προσφοράς, συνεπάγεται ακυρότητα, εφ όσον, προκάλεσε σε εκείνον, σε βάρος του οποίου έγινε ο πλειστηριασμός βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1687/2005 

Απόσπασμα…….ΙII.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 954 παρ.4 εδ.α' και β' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.7 του ν.2298/1995, ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ'ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της εκθέσεως κατασχέσεως, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς και να επιβάλει πρόσθετα μέτρα δημοσιότητας, πέρα από αυτά που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 960. Η ανακοπή αυτή έχει τον χαρακτήρα ειδικού ένδικου βοηθήματος, η καθιέρωση του οποίου, με την ανωτέρω διάταξη, αποσκοπεί στη διόρθωση της εκθέσεως κατασχέσεως για οποιαδήποτε έλλειψή της, η οποία πριν από την τροποποίηση της διατάξεως αυτής θεμελίωνε ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, με αίτημα την ακύρωση της εκθέσεως. Ήδη, η άσκηση της τελευταίας αυτής ανακοπής δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που οι ελλείψεις της εκθέσεως κατασχέσεως είναι ιδιαίτερα σοβαρές, όπως ως προς την περιγραφή του πράγματος, που δεν θα απέκλειαν την αντικατάστασή του ή δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, όπως επί ελλείψεως συμπράξεως ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα και με τη συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρ. 159 ΚΠολΔ). Η προαναφερόμενη διόρθωση ισχύει και για την περίληψη της εκθέσεως κατασχέσεως, στην οποία περιέχονται, ως απαραίτητα στοιχεία της, και εκείνα της κατασχετήριας έκθεσης, με μόνη διαφορά ότι η περιγραφή σ' αυτήν πρέπει να είναι συνοπτική. Χωρεί, μάλιστα, διόρθωση τόσο της αρχικής, όσο και της επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, αφού ο νόμος αποβλέπει στη διόρθωση της διαδικαστικής πράξης, με την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι η αρχική ή η μεταγενέστερη (ΑΠ 1497/2003). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 954 παρ. 2, 992 παρ. 2 και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, η έκθεση κατασχέσεως ακινήτου πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, α) ακριβή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του, και β) μνεία της εκτιμήσεως του κατασχεθέντος που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας. Η κατά τα ανωτέρω ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού, επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα αυτή διάδικο, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 2 και 4 και 993 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση από τον δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα της αξίας των κατασχεθέντων και της τιμής πρώτης προσφοράς, δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατασχέσεως, αλλά παρέχει το δικαίωμα στον έχοντα έννομο συμφέρον να ασκήσει την προαναφερόμενη ανακοπή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και να ζητήσει τη διόρθωση της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς από το δικαστήριο (ΑΠ 314/2000). Τέλος, κατά τα άρθρα 111 παρ.2, 118 παρ.4, 216 παρ.1, 585 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, επί ποινή απαραδέκτου, εξεταζόμενου και αυτεπαγγέλτως, πλην των γενικών στοιχείων των δικογράφων (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) και τους λόγους, δηλαδή τις αντιρρήσεις, άλλως ελαττώματα της απαιτήσεως ή ακυρότητας του τίτλου ή των πράξεων εκτελέσεως, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα αυτού (δικογράφου) λόγω αοριστίας. Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και συνεπώς δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων αυτής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1025/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 5-10-2001 ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι τόσο η περιγραφή όσο και η εκτίμηση των εικοσιένα (21) αγροτικών ακινήτων τους που κατασχέθηκαν με τις προσβαλλόμενες εκθέσεις κατασχέσεως, είναι ατελής και εσφαλμένη. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι, στις εκθέσεις αυτές και στις αντίστοιχες περιλήψεις των εκθέσεων κατασχέσεως, δεν αναφέρεται αν οι κατασχεθείσες εδαφικές εκτάσεις είναι καλλιεργημένες ή μη και ποιο το είδος των καλλιεργειών, αν υπάρχουν επ' αυτών συστατικά και παραρτήματα (οικίες, αποθήκες, γεωτρήσεις, δεξαμενές νερού), αν έχουν πρόσωπο σε οδό, ούτε αναφέρεται η απόστασή τους από τη θάλασσα. Συναφώς δε ισχυρίζονται ότι το υπ αριθμ. 14 ακίνητο περιγράφεται ανακριβώς ως εκτάσεως 10 στρεμμάτων, αντί της πραγματικής των 32.500 τ.μ., το υπ' αριθμ. 20 (1) ακίνητο περιγράφεται ως εκτάσεως 10 στρεμμάτων, αντί της πραγματικής των 17 στρεμμάτων, ενώ δεν γίνεται καμμία αναφορά στα υπάρχοντα εντός του τελευταίου αυτού ακινήτου 700 περίπου ελαιόδενδρα, οικία 112 τ.μ. και γεώτρηση με πλήρες αντλητικό συγκρότημα, ούτε ότι το ακίνητο αυτό έχει πρόσωπο στη δημοτική οδό ….. και ότι η ίδια ελλιπής περιγραφή γίνεται και στο υπ' αριθμ. 20 (2) ακίνητο, για το οποίο δεν αναφέρονται τα υπάρχοντα εντός αυτού ελαιόδενδρα και λεμονιές, η γεώτρηση με πλήρες αντλητικό μηχάνημα, η αποθήκη 1000 τ.μ., η υδατοδεξαμενή 265 κ.μ. και το ποιμνιοστάσιο 90 τ.μ., ούτε ότι το ακίνητο αυτό εφάπτεται του δημοτικού δρόμου…..Την ελλιπή δε αυτή περιγραφή όλων των κατασχεθέντων ακινήτων οι ανακόπτοντες συνδέουν περαιτέρω με την, κατά τους ισχυρισμούς τους, κατά πολύ υπολειπόμενη της αγοραίας, αλλά και της αντικειμενικής αξίας αυτών εκτίμηση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας. Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο μέρος του (ατελής περιγραφή των κατασχεθέντων ακινήτων) είναι, ως προς τα λοιπά, πλην των προαναφερόμενων υπ' αριθμ. 14, 20 (1) και 20 (2) ακινήτων, αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται οι επιμέρους ελλείψεις και ανακρίβειες για κάθε ακίνητο δικαιολογείται η άσκηση ανακοπής, που αποσκοπεί στην ακύρωση των εκθέσεων κατασχέσεως και των επαναληπτικών περιλήψεων αυτών, αφού, σε διαφορετική περίπτωση θα εδικαιολογείτο μόνο η διόρθωσή τους με ανακοπή κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε ως αόριστο τον άνω πρώτο, κατά το πρώτο αυτού μέρος, λόγο ανακοπής, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος. Η επικαλούμενη με το αναιρετήριο «συμπλήρωση της τυχόν ανεπάρκειας του πρώτου λόγου της ανακοπής» με τις πρωτόδικες προτάσεις και την έφεση, είναι απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα, και ορθώς δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο. Αλλωστε ενώπιον αυτού δεν προτάθηκε νόμιμα με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτών, σχετικός περιορισμός περί συμπληρώσεως του άνω λόγου της ανακοπής τους με τις πρωτόδικες προτάσεις τους. (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ). IV.- Επειδή, ως προς τα λοιπά, με αρ.14, 20 (1) και 20 (2) ακίνητα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αφενός μεν ότι οι επικαλούμενες γι' αυτά ατέλειες δεν είναι τέτοιας σοβαρότητας, ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση των προσβαλλόμενων εκθέσεων κατασχέσεως και των περιλήψεων αυτών και ότι επιδέχονται θεραπεία με την ασκηθείσα ήδη, κατά τα υπ' αυτών συνομολογούμενα, σχετική ανακοπή τους αφετέρου δε ότι οι εν λόγω ατέλειες δεν συνδέονται με την πρόκληση συγκεκριμένης βλάβης για τους ανακόπτοντες, που να μη μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των άνω πράξεων εκτελέσεως. Επί του ζητήματος της βλάβης οι ανακόπτοντες περιορίζονται να αναφέρουν ότι η δυσαναλογία μεταξύ της τιμής εκτίμησης και της πραγματικής, αλλά και της αντικειμενικής αξίας των κατασχεθέντων ακινήτων, οδηγεί σε μεγάλη τους οικονομική ζημία, πλην όμως - συνεχίζει το Εφετείο - για την επικαλούμενη αυτή εσφαλμένη εκτίμηση υπήρχε η δυνατότητα διορθώσεως των προσβαλλόμενων πράξεων και ότι δεν μπορεί για την έλλειψη αυτή να ζητηθεί η ακύρωσή τους. Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε τον πρώτο λόγο της άνω ανακοπής, κατά το δεύτερο μέρος του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 954 παρ.1 εδ. β', 2 έως 4, 993 παρ.2 ΚΠολΔ και συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λεχθεί, ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη βλάβης ανάγεται στα πράγματα και επομένως δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1497/2003). V- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. «Πράγματα» κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, είναι όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση ότι προτάθηκαν νομίμως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, εντεύθεν δε ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν αποτελούν «πράγματα» και άρα δεν ιδρύεται ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άνω άρθρου πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη «τον προταθέντα και αποδειχθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι η δικαστική επιμελήτρια δεν έκανε επιτόπια επίσκεψη στα κατασχεθέντα ακίνητα, αλλά περιέγραψε αυτά κατ' αντιγραφή των αποδοχών κληρονομίας αυτών», είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο αναφερόμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί «πράγμα» κατά την έννοια του νόμου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής, στον οποίο περιεχόταν ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων. I-. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 973 παρ.1 ΚΠολΔ, «αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με εντολή προς το δικαστικό επιμελητή. Η εντολή κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται με την εντολή συνέχισης της εκτέλεσης ή με την πράξη κατάθεσής της.». Με τη διάταξη αυτή δεν αντιμετωπίζεται ευθέως το ζήτημα αν ο επισπεύδων ή έτερος δανειστής μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό ή να υποκατασταθεί πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διενέργειάς του, εφόσον κατ' αυτήν πρόκειται να ματαιωθεί ένεκα παραλείψεως των διατυπώσεων της προδικασίας του (άρθρα 960 και 999 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αυτή συγχωρείται να δηλωθεί η συνέχιση του πλειστηριασμού πριν από την κατά τα ανωτέρω ματαίωσή του. Επίσης, όταν πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού ματαιώνεται ο πλειστηριασμός με κοινή συμφωνία επισπεύδοντος και οφειλέτη (συναινετική αναστολή) και ταυτοχρόνως ο επισπεύδων καταθέτει δήλωση συνεχίσεως της διαδικασίας του πλειστηριασμού, η προγενέστερη της ματαιώσεως του πλειστηριασμού δήλωση αυτή δεν συνεπάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού που θα διενεργηθεί, διότι τούτο δεν αντίκειται στο νόμο, που αναγνωρίζει την εγκυρότητα των συμφωνιών για τη χρονική απομάκρυνση του πλειστηριασμού και την διευκόλυνση του οφειλέτη, ο οποίος δεν βλάπτεται. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 973 παρ.1 και 959 παρ.4 ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός που συνεχίζεται, δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν δεκαπέντε ημέρες από τη χρονολογία της πράξης κατάθεσης της εντολής συνέχισης. Δηλαδή, η κατάθεση της εντολής συνέχισης δεν έχει τις συνέπειες της κατασχέσεως, η οποία προϋποτίθεται ότι υπάρχει, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται να παρεμβάλλεται από την κατάθεση της εντολής μέχρι τον πλειστηριασμό η προθεσμία των σαράντα ημερών του άρθρου 998 παρ.4 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της από 29/10/2001 δεύτερης ανακοπής οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίζονται, ότι ο πλειστηριασμός των ακινήτων τους, που είχε ορισθεί αρχικά για την 13-6-2001, ανεστάλη με συμφωνία αυτών και του επισπεύδοντος πρώτου των καθ' ων για την 19-9-2001, πλην όμως ο τελευταίος κατέθεσε την 5-9-2001 δήλωση συνεχίσεως του πλειστηριασμού, κατόπιν της οποίας αυτός διενεργήθηκε την 17-10-2001 και εκπλειστηριάσθηκαν τα αριθμ. 6, 9, 10, 11, 12, 16 και 17 ακίνητά τους και ότι ο πλειστηριασμός αυτός είναι άκυρος, γιατί η δήλωση συνεχίσεώς του κατατέθηκε πριν από την κατά την 19-9-2001 ματαίωσή του και διεξήχθη πριν από την πάροδο σαράντα ημερών από την κατάθεση της δηλώσεως συνεχίσεώς του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η προγενέστερη της ματαιώσεως του πλειστηριασμού γενομένη από τον επισπεύδοντα δήλωση συνεχίσεως αυτού δεν είναι άκυρη και ότι η διεξαγωγή του πλειστηριασμού πριν από την πάροδο 40 ημερών από την κατάθεση της δήλωσης συνεχίσεως αυτού στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο έλαβε χώρα εγκύρως. Κατόπιν δε αυτού απέρριψε τον άνω λόγο ανακοπής ως νόμω αβάσιμο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 973 παρ.1 και 959 παρ.4 ΚΠολΔ και συνεπώς ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. VII.- Επειδή, από την έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, στη σύνταξη της οποίας υποχρεούται να προβεί ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κατά τα άρθρα 117, 934 παρ.2, 960 παρ.4, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 13 παρ.2 του ν. 3043/2002, 963, 1001 παρ.1 και 1005 ΚΠολΔ, απαιτείται να προκύπτει η ταυτότητα του πλειστηριασθέντος ακινήτου για το κύρος της μεταγραφής της περιλήψεως της εκθέσεως περί κατακυρώσεως (άρθρα 1005 παρ.1 ΚΠολΔ και 1196 Α.Κ.). Η ακριβής όμως, κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου, η οποία πρέπει να περιέχεται επί ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού στην περίληψη κατασχετήριας έκθεσης (άρθρο 999 παρ.1 ΚΠολΔ), αν δεν υπάρχει στην έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, δεν μπορεί να επιφέρει στον οφειλέτη βλάβη, υπό τη μορφή της μη επιτεύξεως μείζονος εκπλειστηριάσματος, ώστε να επέρχεται ακυρότητα της εκθέσεως αυτής και του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, κατ' άρθρο 159 παρ.3 ΚΠολΔ (ΑΠ 778/1979). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της (δεύτερης) ανακοπής τους προβάλλουν ακυρότητα του πλειστηριασμού, ένεκα του ότι οι προσβαλλόμενες εκθέσεις πλειστηριασμού περιέχουν ατελή περιγραφή των πλειστηριασθέντων ακινήτων. Το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής με την αιτιολογία, ότι η επικαλούμενη ελλιπής περιγραφή και αληθής υποτιθεμένη, δεν επέφερε βλάβη στους ανακόπτοντες. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια αυτή. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με την οποία ο άνω λόγος ανακοπής είναι αόριστος, εφόσον ούτε οι ίδιοι οι ανακόπτοντες επικαλούνται ότι υπέστησαν βλάβη, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι η κατά άνω κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης, κατά της οποίας δεν ετελεσφόρησε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (Ολ.ΑΠ 25/2003). VIII.- Επειδή, κατά το άρθρο 1001 παρ.2 ΚΠολΔ, αν με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα που βρίσκονται στην ίδια περιφέρεια, αυτά πλειστηριάζονται χωριστά την ίδια ημέρα. Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή αλλιώς ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, ορίζει τη σειρά με την οποία κατακυρώνονται αυτά. Μόλις το πλειστηρίασμα των ακινήτων που κατακυρώθηκαν καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, των δανειστών που αναγγέλθηκαν και τα έξοδα της εκτέλεσης, παύει ο πλειστηριασμός των υπόλοιπων ακινήτων. Η διάταξη του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου 1001 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως από αυτήν προκύπτει, έχει δικονομικό χαρακτήρα, η παράβαση δε αυτής, αν δηλαδή, παρά το γεγονός ότι με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα, αυτά δεν πλειστηριάστηκαν χωριστά, αλλά ενιαίως και μάλιστα ως ενιαίο ακίνητο και με ενιαία τιμή πρώτης προσφοράς, συνεπάγεται ακυρότητα, εφόσον, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, προκάλεσε σε εκείνον, σε βάρος του οποίου έγινε ο πλειστηριασμός, βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 838/2000 ΕλλΔνη). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της άνω (δεύτερης) ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι, παρά το γεγονός ότι ο τέταρτος από αυτούς παρίστατο κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού για τον εαυτό του και ως νόμιμος εκπρόσωπος των λοιπών, δεν του χορηγήθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει τη σειρά κατακύρωσης των εκπλειστηριασθέντων, αλλ' ούτε και η υπάλληλος του πλειστηριασμού προέβη σε προσδιορισμό της σειράς κατακύρωσης, με αποτέλεσμα να κατακυρωθούν στους καθ' ων υπερθεματιστές ορισμένα από τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία και έτσι να υποστούν αυτοί βλάβη. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος των ανακοπτόντων παρέστη κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού και πολύ περισσότερο ότι ζήτησε να οριστεί η σειρά κατακύρωσης. Επίσης δέχθηκε, ότι προκύπτει μεν από τις προσβαλλόμενες εκθέσεις αναγκαστικού πλειστηριασμού, ότι δεν καθορίστηκε από την υπάλληλο αυτού σειρά κατακύρωσης, πλην όμως δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι εξαιτίας του γεγονότος αυτού οι ανακόπτοντες υπέστησαν ζημία. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, ότι τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα πλειστηριάσθηκαν χωριστά και όχι ενιαίως και με ενιαία τιμή πρώτης προσφοράς, αλλά δεν καλύφθηκε το ποσό της απαίτησης του επισπεύδοντος διότι, για τα περισσότερα από αυτά, δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1001 παρ.2 ΚΠολΔ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς αιτιολογίες επί του ζητήματος ότι οι αναιρεσείοντες δεν υπέστησαν βλάβη από το μη καθορισμό σειράς κατακυρώσεως των πλειστηριασθέντων και συνεπώς ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πιο πάνω πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων παρέστη κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού, πλήσσει αληθώς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας και είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο ίδιος (έκτος) λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11 εδ. γ' ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τις επικληθείσες και προσκομισθείσες από τους αναιρεσείοντες ως άνω εκθέσεις αναγκαστικού πλειστηριασμού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεξετίμησε όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς όλες τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα, στα οποία μάλιστα κάνει ειδική αναφορά. VX.- Επειδή, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ.1 και 8, πράγματι δε από τον αρ.14 αυτού πλημμέλεια της παρά το νόμο απόρριψης ως απαραδέκτου, ήτοι ως αορίστου του τέταρτου λόγου της (δεύτερης) ανακοπής των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας του διενεργηθέντος πλειστηριασμού ως καταχρηστικού, κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της άνω ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίσθηκαν με τον τέταρτο λόγο αυτής, ότι «εξαιτίας των ακυροτήτων των εκθέσεων κατασχέσεως και των επαναληπτικών εκθέσεων κατασχέσεως, παρά την ανυπαρξία τελείως όλων των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεων, η διεξαγωγή του πλειστηριασμού είναι άκυρη, ως αντίθετη στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 116, 933 ΚΠολΔ και 20, 25 του Συντάγματος». Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπούμενος, είναι αόριστος, δοθέντος ότι δεν γίνεται σαφής αναφορά στις επικαλούμενες ελλείψεις των προσβαλλόμενων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και στη συνεπεία αυτών προφανή υπέρβαση των διαγραφομένων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων. Επομένως, το Εφετείο που τον απέρριψε με την ίδια αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό ως άνω πλημμέλεια και συνεπώς πρέπει ο λόγος αυτός αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 

Ταυτόχρονη πλειστηρίαση περισσοτέρων ακινήτων σε αναγκαστικό πλειστηριασμό.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   13690/2009   

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Παρέχεται στον οφειλέτη το δικαίωμα προσδιορισμού της τάξης, δηλαδή της σειράς κατακύρωσης των κατασχεθέντων και συγχρόνως πλειστηριαζομένων περισσότερων ακινήτων, καθόσον με την χωριστή εκποίηση αυτών και κατ' ακολουθίαν τις περισσότερες προσφορές για καθένα απ' αυτά επιτυγχάνεται μεγαλύτερο πλειστηρίασμα από εκείνο της αθρόας εκποίησης και ενιαίας κατ' ακολουθίαν προσφοράς για όλα τα κατασχεθέντα.

Η ειδική διαδικασία ταυτόχρονης πλειστηρίασης περισσότερων ακινήτων, που κατασχέθηκαν με την ίδια έκθεση κατάσχεσης πρέπει να προκύπτει από την έκθεση πλειστηριασμού, στην οποία αναγκαστικά πρέπει να περιγράφονται όλες οι ενέργειες του κήρυκα και του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.

Δεν αρκεί στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, ή πρόγραμμα πλειστηριασμού, μόνο η χωριστή περιγραφή καθενός από τα υπό πλειστηριασμό ακίνητα, η αναγραφή χωριστής τιμής πρώτης προσφοράς και η δήλωση του συντάκτη της ότι τ' ακίνητα «θα πλειστηριαστούν χωριστά», έστω και αν το περιεχόμενο αυτό καταχωρίζεται στην έκθεση πλειστηριασμού, αφού αυτό και μόνο δεν επιβεβαιώνει ότι πράγματι και έγινε χωριστή πλειστηρίαση των ακινήτων αυτών και χωριστή πλειοδοσία για καθένα απ' αυτά, από τον ή τους αναδειχθέντες υπερθεματιστές, ότι καθορίστηκε από τον οφειλέτη και σε περίπτωση απουσίας του, από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού η σειρά κατακύρωσης των ακινήτων και ότι η κατακύρωση αυτών έγινε από τη σειρά που προσδιορίστηκε έτσι.

Στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης,  ή πρόγραμμα πλειστηριασμού, πρέπει επί πλέον να αναγράφεται για κάθε ακίνητο το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε, για να είναι δυνατός ο έλεγχος από το αρμόδιο δικαστήριο, σε περίπτωση προσβολής του πλειστηριασμού.

Επιβάλλεται στην έκθεση κατάσχεσης και στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης (ή προγράμματος), η περιγραφή, εκτίμηση και η τιμή πρώτης προσφοράς καθενός από τα κατασχεμένα και πλειστηριαζόμενα ακίνητα.

Η αδυναμία τήρησης χωριστής πλειστηρίασης και κατακύρωσης, θα απολήξει σε ακυρότητα του πλειστηριασμού με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   13690/2009   

Απόσπασμα…….Με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1001, η ρύθμιση της οποίας αντιστοιχεί προς εκείνη του άρθρου 964 για τα κινητά και του άρθρου 978 της προϊσχύσασας πολιτικής δικονομίας και αποτελεί ειδικότερη εφαρμογή της εύνοιας προς τον οφειλέτη, επιδιώκεται η εξασφάλιση των προϋποθέσεων για την επιτυχία κατά το δυνατό μεγαλύτερου πλειστηριάσματος, καθώς και η προστασία του οφειλέτη από την επαχθή γι' αυτόν εκποίηση ακινήτων του και πέραν εκείνης που είναι αναγκαία για την κάλυψη της απαίτησης του δανειστή που επισπεύδει την εκτέλεση και των άλλων αναγγελθέντων δανειστών καθώς και των εξόδων εκτέλεσης. Έτσι, με την άνω διάταξη, επιδιώκεται ο αποκλεισμός της ενιαίας κατακύρωσης ως προς όλα τα πλειστηριαζόμενα ακίνητα έναντι ενιαίας προσφοράς, ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός του επιτευχθέντος, για κάθε ένα πλειστηριαζόμενο ακίνητο χωριστά, πλειστηριάσματος και να σταματά ο πλειστηριασμός, όταν επιτευχθεί για ορισμένο ή ορισμένα μόνο από τα πλειστηριαζόμενα ακίνητα πλειστηρίασμα, με το οποίο καλύπτονται οι απαιτήσεις που αναφέρονται στη διάταξη. Βάσει της ρύθμισης αυτής παρέχεται στον οφειλέτη, προς αποτροπή ζημίας στην περιουσία του μεγαλύτερης από όσο είναι αναγκαία για την ικανοποίηση εκείνου υπέρ του οποίου η εκτέλεση και των αναγγελθέντων δανειστών, το δικαίωμα προσδιορισμού της τάξης, δηλαδή της σειράς κατακύρωσης των κατασχεθέντων και συγχρόνως πλειστηριαζομένων περισσότερων ακινήτων, καθόσον με την χωριστή εκποίηση αυτών και κατ' ακολουθίαν τις περισσότερες προσφορές για καθένα απ' αυτά επιτυγχάνεται μεγαλύτερο πλειστηρίασμα από εκείνο της αθρόας εκποίησης και ενιαίας κατ' ακολουθίαν προσφοράς για όλα τα κατασχεθέντα. Η διάταξη της παρ 1 εδ. α', σε αντίθεση προς τα άρθρα 901 ΠολΔ, 62 του Προσχεδίου και 1093 του Σχεδίου, για τη σύνταξη του ΚΠολΔ, τα οποία προέβλεπαν «για την τάξη κατά την οποία πρόκειται να πλειστηριάζονται» τα κατασχεμένα πράγματα, αναφέρεται στην τάξη προσδιορισμού «της κατακύρωσης» μετά την αντικατάσταση «της πλειστηρίασης» με την «κατακύρωση» από την Αναθεωρητική Επιτροπή, «αφού εις τα συγχρόνως πλειστηριαζόμενα πράγματα δεν νοείται σειρά καθ' ην ταύτα πλειστηριάζονται, διότι η κατακύρωσις γίνεται μετά την πάροδον ολοκλήρου του χρονικού ορίου, καθ' ο διαρκεί ο πλειστηριασμός». Συνεπώς όταν υπάρχουν πολλά ακίνητα, όπως και οριζόντιες ιδιοκτησίες σε ορόφους ή μέρη ορόφων της ίδιας οικοδομής (άρθρα 1, 14 ν 3741/ 1929, 1002 ΑΚ και 2 νδ 1024/ 71), που έχουν κατασχεθεί αναγκαστικώς με σύνταξη μιας έκθεσης κατάσχεσης, πρέπει πριν από την κατακύρωση, οποιουδήποτε από τα ακίνητα αυτά, να προσδιοριστεί η σειρά με την οποία θα κατακυρώνονται. Δηλαδή καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή ειδική διαδικασία ταυτόχρονης πλειστηρίασης περισσότερων ακινήτων, που κατασχέθηκαν με την ίδια έκθεση κατάσχεσης, η τήρηση της οποίας, ως υποκείμενη στον έλεγχο του δικαστηρίου, πρέπει να προκύπτει από την έκθεση πλειστηριασμού στην οποία αναγκαστικά πρέπει να περιγράφονται όλες οι ενέργειες του κήρυκα και του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, που κατατείνουν στην πραγμάτωση του άνω σκοπού της διάταξης, χωρίς ν' αρκεί μόνο η στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης (ή πρόγραμμα πλειστηριασμού) χωριστή περιγραφή καθενός από τα υπό πλειστηριασμό ακίνητα, αναγραφή χωριστής τιμής πρώτης προσφοράς και η δήλωση του συντάκτη της ότι τ' ακίνητα «θα πλειστηριαστούν χωριστά», έστω και αν το περιεχόμενο αυτό καταχωρίζεται στην έκθεση πλειστηριασμού, αφού αυτό και μόνο δεν επιβεβαιώνει ότι πράγματι και έγινε χωριστή πλειστηρίαση των ακινήτων αυτών και χωριστή πλειοδοσία για καθένα απ' αυτά, από τον ή τους αναδειχθέντες υπερθεματιστές, ότι καθορίστηκε από τον οφειλέτη και σε περίπτωση απουσίας του, από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού η σειρά κατακύρωσης των ακινήτων και ότι η κατακύρωση αυτών έγινε από τη σειρά που προσδιορίστηκε έτσι. Προσθέτως πρέπει ν' αναγράφεται το για κάθε ακίνητο πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε, για να είναι δυνατός ο έλεγχος από το αρμόδιο δικαστήριο, σε περίπτωση προσβολής του πλειστηριασμού, της τήρησης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού της διάταξης του άρθρου 1001 παρ 2 εδ. γ'. Ενόψει των ανωτέρω, η απρόσκοπτη εφαρμογή της άνω διάταξης επιβάλλει την. στην έκθεση κατάσχεσης και στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης (ή προγράμματος), περιγραφή, εκτίμηση και τιμή πρώτης προσφοράς καθενός από τα κατασχεμένα και πλειστηριαζόμενα ακίνητα ή, αν δεν υπάρχει, με τη διόρθωση της τελευταίας, αλλιώς η αδυναμία τήρησης της, κατά την άνω διάταξη, χωριστής πλειστηρίασης και κατακύρωσης, θα απολήξει σε ακυρότητα του πλειστηριασμού με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (Β. Βαθρακοκοίλη,  Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 1001, αρ. 6, σελ. 307-308). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα, επικαλούμενη έννομο συμφέρον της και ισχυριζόμενη ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, ζητεί να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται από την καθ ης δυνάμει της υπαριθ. 3350/ 2008 κατασχετήριας έκθεσης και της υπ αριθ. 3525/ 12-3-2009 Γ επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Σ., μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της, από 5-5-2009, ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, που άσκησε νομοτύπως κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 686 επ. του ΚΠολΔ), είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933, 934, 938 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ ουσίαν. 

 

O υπερθεματιστής ωςειδικός διάδοχος του καθ ου η εκτέλεση σε αναγκαστικό πλειστηριασμό ακινήτου. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  957/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με την κατακύρωση και αφ ότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθερματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

Ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσεως κυριότητος και συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ ου η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα.

Με τον πλειστηριασμό δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθερματιστή, αλλά αυτός ως ειδικός διάδοχος παραλαμβάνει το πράγμα με όσα δικαιώματα σ' αυτό κατά το χρόνο του πλειστηριασμού είχε ο καθ ου η εκτέλεση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  957/2010

Απόσπασμα……..Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε (βλ. ΑΠ 79/2007, ΑΠ 1568/1995). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση. Δηλαδή με τη διάταξη αυτήν καθιερώνεται ρητώς η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσεως κυριότητος και συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθού η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα. Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει συμβάσεως", όπως είναι η εκποίηση με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, που αποτελεί, όπως με σαφήνεια συνάγεται από την άνω διάταξη (1005 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1017 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και 199, 513, 1192 και 1198 του ΑΚ, ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργεί υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση, που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή. Έτσι, με τον πλειστηριασμό δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθεματιστή, αλλά αυτός ως ειδικός διάδοχος παραλαμβάνει το πράγμα με όσα δικαιώματα σ' αυτό κατά το χρόνο του πλειστηριασμού είχε ο καθού η εκτέλεση (ΑΠ 242/2000, ΑΠ 442/1993). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. 

 

Παράλειψη σύνταξης προγράμματος πλειστηριασμού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  714/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μόνο η παράλειψη σύνταξης του προγράμματος πλειστηριασμού επάγεται την ακυρότητα αυτού και όχι η πλημμελής περιγραφή του πλειστηριαζόμενου πράγματος, που ενεργεί ακυρωτικώς μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης.

Η ακυρότητα όμως από την πλημμελή περιγραφή δεν εμποδίζει τη διενέργεια του πλειστηριασμού και δεν επιδρά στο κύρος του, μη δυναμένη μάλιστα, κατά το άρθρο 934 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ., να προβληθεί μετά την έναρξη της συντάξεως της εκθέσεως για τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση παραδεκτώς, καθεαυτήν και ως λόγος ακυρότητος του πλειστηριασμού, εκτός εάν έχει ήδη στο χρόνο πραγματώσεως του πλειστηριασμού, τελεσιδίκως απαγγελθεί η ακυρότητα του πράγματος με δικαστική απόφαση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  714/2006

Απόσπασμα…… Εξάλλου, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. η ανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά το έγκυρο του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως μέσα δε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, που είναι η σύνταξη της έκθεσης κατασχέσεως, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα, ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και εφόσον πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων με εκτέλεση επί ακινήτων, μέσα σε ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με τις διατάξεις αυτές περιορίζεται χρονικά η δυνατότητα προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, αν δε περάσουν άπρακτες οι προθεσμίες αυτές επέρχεται έκπτωση από το σχετικό δικαίωμα και οι πράξεις καθίστανται απρόσβλητες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 999 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε, από 4.4.1995, με το άρθρο 4 παρ. 24 ν. 2298/1995, ο αρμόδιος για την εκτέλεση δικαστικός επιμελητής συντάσσει, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ημέρα που έγινε η κατάσχεση, πρόγραμμα που περιέχει συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε, κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται καθώς και αναφορά των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, το ονοματεπώνυμο εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται και εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, το όνομα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, την τιμή της πρώτης προσφοράς και τους όρους του πλειστηριασμού που τυχόν θέτει εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και γνωστοποιήθηκαν στο δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927. Τέλος, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου 999 Κ.Πολ.Δικ. ο πλειστηριασμός με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στην παρ. 1 και στην παρ. 3 εδάφια πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτο, Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 159 και 992 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι μόνο η παράλειψη συντάξεως του προγράμματος πλειστηριασμού επάγεται την ακυρότητα αυτού και όχι η πλημμελής περιγραφή του πλειστηριαζόμενου πράγματος, που ενεργεί ακυρωτικώς μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης. Η ακυρότητα όμως αυτή, από την πλημμελή περιγραφή δεν εμποδίζει τη διενέργεια του πλειστηριασμού και δεν επιδρά στο κύρος του, μη δυναμένη μάλιστα, κατά το άρθρο 934 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ., να προβληθεί μετά την έναρξη της συντάξεως της εκθέσεως για τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση παραδεκτώς, καθεαυτήν και ως λόγος ακυρότητος του πλειστηριασμού, εκτός εάν έχει ήδη στο χρόνο πραγματώσεως του πλειστηριασμού, τελεσιδίκως απαγγελθεί η ακυρότητα του πράγματος με δικαστική απόφαση (ΑΠ 116/1998). 

 

Μη αναφορά βαρών, προσημειώσεων και υποθηκών, στην έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, ή στην περίληψη. Ανακοπή άρθρου 933 ΚΠοΔ.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1538/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επί πλειστηριασμού ακινήτου προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ακυρότητα της αναγκαστικής κατάσχεσης, ή του αποσπάσματος αυτής, ή της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, λόγω μη αναφοράς στο απόσπασμα, ή στην περίληψη των υπαρχόντων στο κατασχεθέν ακίνητο βαρών (προσημειώσεων και υποθηκών), μπορεί να προβληθεί με ανακοπή, μόνο μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δηλαδή, μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, που είναι η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

Έτσι, αν δεν ασκήθηκε ανακοπή με τέτοιο περιεχόμενο, η πιο πάνω ακυρότητα δεν μπορεί να προβληθεί με ανακοπή ως λόγος ακυρότητας, ελαττωματικότητας, του πλειστηριασμού.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1538/2008

Απόσπασμα…….Επειδή, όπως ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔικ, η οποία επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αν πρόκειται για ακίνητα. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Εξάλλου στην παράγραφο 4 του άρθρου 999 ΚΠολΔικ ορίζεται, πλην άλλων, ότι ο πλειστηριασμός ακινήτου που υποβλήθηκε σε αναγκαστική κατάσχεση, με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου περί καταρτίσεως περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως, που περιέχει την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού, καθώς και στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου περί επιδόσεως της άνω περιλήψεως στον οφειλέτη μέσα σε είκοσι ημέρες από την ημέρα της κατασχέσεως. Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Αν η ενδιάμεση αυτή ακυρότητα δεν προβληθεί εμπροθέσμως, δεν κωλύεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστική εκτελέσεως και η διενέργεια του πλειστηριασμού. Μόνον αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του είναι άκυρος, ανεξαρτήτως βλάβης, οπότε η ακυρότητα αυτή, αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 90 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων (Ολ ΑΠ 3/2007, 658/2007). Περαιτέρω, οι από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, οριζόμενες προθεσμίες είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. του ίδιου κώδικα, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η παρέλευσή τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης της εκτέλεσης (άρθρο 151 ΚΠολΔ), τυχόν ακυρότητα της οποίας έτσι καλύπτεται. Η καθιερούμενη, δηλαδή, αρχή της σταδιακής προσβολής των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας έχει ως επακόλουθο να ισχυροποιούνται οι τελευταίες κατά στάδια, με την πάροδο δε της προθεσμίας, να καθίστανται απρόσβλητες οι πράξεις του προηγούμενου σταδίου, το δε ελάττωμά τους να μην επιδρά στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων (ΑΠ 1465/2005, 372/2004). Με τα δεδομένα αυτά, επί πλειστηριασμού ακινήτου προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ακυρότητα της αναγκαστικής κατάσχεσης ή του αποσπάσματος αυτής ή της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, λόγω μη αναφοράς στο απόσπασμα ή στην περίληψη των υπαρχόντων στο κατασχεθέν ακίνητο βαρών (προσημειώσεων και υποθηκών), μπορεί να προβληθεί με ανακοπή, μόνο μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δηλαδή, μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης που είναι η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Έτσι, αν δεν ασκήθηκε ανακοπή με τέτοιο περιεχόμενο, η πιο πάνω ακυρότητα δεν μπορεί να προβληθεί με ανακοπή ως λόγος ακυρότητας -ελαττωματικότητας- του πλειστηριασμού. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής του, προέβαλε με τον δεύτερο λόγο αυτής, ότι ο διενεργηθείς σε βάρος του αναγκαστικός πλειστηριασμός του αναφερομένου ακινήτου του, με την επίσπευση της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατακυρώθηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, είναι άκυρος, διότι διενεργήθηκε με βάση την υπ' αριθμ...... κατασχετήρια έκθεση ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών..... και τα βάσει αυτής εκδοθέντα, απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης και υπ' αριθμ. ..... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας οι οποίες ήσαν άκυρες, καθόσον στην μεν κατασχετήρια έκθεση και το απόσπασμά της, δεν γίνεται μνεία των προσημειώσεων που είχαν εγγραφεί στο εκπλειστηριασθέν ακίνητό του, στην δε περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, ναι μεν αναφέρονται οι εν λόγω προσημειώσεις, πλην όμως ανεπίτρεπτα, κατά τους ισχυρισμούς του, εφόσον δεν αναφέρονταν στην κατασχετήρια έκθεση. Ζήτησε δε με την ανακοπή, την ακύρωση του διενεργηθέντος την 26-7-2000 πλειστηριασμού αλλά και την ακύρωση της κατασχετήριας έκθεσης της περίληψης αυτής, της έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ένδικη ανακοπή, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 30-10-2005, κατά το αίτημά της που αφορούσε την ακύρωση της κατασχετήριας έκθεσης ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν ασκήθηκε μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ, δηλαδή μέχρι τις 26-7-2000, επικυρώνοντας ως προς τούτο την πρωτόδικη απόφαση, ενώ ως προς τη διάγνωση της βασιμότητας του λόγου της ανακοπής, που αφορούσε την ακύρωση του επίμαχου πλειστηριασμού λόγω ακυρότητας της επαναληπτικής περίληψης, έκρινε ότι, ενόψει της παραδοχής άλλου λόγου της ανακοπής που αφορούσε την ακυρότητα του πλειστηριασμού, εξαιτίας της παράβασης της απαγορευτικής διάταξης του άρθρου 30 παρ. 4 εδαφ. β του ν. 2789/2000, ο επικαλούμενος ως άνω λόγος είναι αλυσιτελής, εφόσον στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την ήδη απαγγελθείσα ακυρότητα του πλειστηριασμού. Με την κρίση του αυτή το εφετείο, έστω και με άλλη αιτιολογία ως προς το δεύτερο σκέλος, κατ` άρθρο 578 ΚΠολΔ, ορθά κατ` αποτέλεσμα έκρινε, εφόσον η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ακυρότητα των ενδιαμέσων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, (κατασχετήριας έκθεσης και περιλήψεως αυτής), έπρεπε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να επιδιωχθεί με την εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρο 934 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ), δεδομένου ότι αφορούσε, όχι την καθόλου παράλειψη των απαιτουμένων διατυπώσεων αλλά την τήρηση αυτών με τρόπο δικονομικώς έγκυρο. Συνεπώς, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και οι δύο συναφείς λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη αιτίαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

 

Πλειστηριασμός ακινήτου, κατάταξη σε περισσότερες διαδικασίες κατάταξης ή εκτέλεσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1981/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η τυχόν προγενέστερη κατάσχεση ή αναγγελία και γενικά η συμμετοχή του αναγγελομένου σε άλλη διαδικασία κατάταξης ή εκτέλεσης κατά του ίδιου οφειλέτη δεν αποστερεί το δανειστή από την ευχέρεια να αναγγελθεί για την ίδια απαίτησή του σε άλλο πλειστηριασμό, αφού με μόνη την κατάταξη δεν επέρχεται απόσβεση της απαίτησής του.

Αν όμως στη συνέχεια ο δανειστής κατατάχθηκε σε ορισμένο πίνακα και η κατάταξή του αυτή έγινε τελικά απρόσβλητη, τότε, εν όψει και του ότι το πλειστηρίασμα έχει ήδη κατατεθεί δημοσίως υπέρ των δανειστών, επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεώς του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1981/2008

Απόσπασμα…….Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ η ενοχή αποσβέννυται με την καταβολή. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 972, 979 και 980 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η τυχόν προγενέστερη κατάσχεση ή αναγγελία και γενικά η συμμετοχή του αναγγελομένου σε άλλη διαδικασία κατάταξης ή εκτέλεσης κατά του ίδιου οφειλέτη δεν αποστερεί το δανειστή από την ευχέρεια να αναγγελθεί για την ίδια απαίτησή του σε άλλο πλειστηριασμό, αφού με μόνη την κατάταξη δεν επέρχεται απόσβεση της απαίτησής του. Αν όμως στη συνέχεια ο δανειστής κατατάχθηκε σε ορισμένο πίνακα και η κατάταξή του αυτή έγινε τελικά απρόσβλητη (με την έννοια της εκτελεστότητας του πίνακα αυτού), τότε, ενόψει και του ότι το πλειστηρίασμα έχει ήδη κατατεθεί δημοσίως υπέρ των δανειστών, επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεώς του, σύμφωνα με το άρθρο 432 ΑΚ. Εν προκειμένω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με αίτηση του καθού, εκδόθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας, ήδη αναιρεσείουσας, η ….διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια αυτός (καθού) επέδωσε στην ανακόπτουσα επιταγή προς πληρωμή επί του αντιγράφου πρώτου απογράφου αυτής. Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. … εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτων της Δικαστικής Επιμελήτριας Πρωτοδικείου Πειραιά .... προς ικανοποίηση της ανωτέρω αξιώσεως του καθού κατασχέθηκε αναγκαστικά το υπό στοιχεία Γιώτα κεφαλαίο ένα (ι-1) διαμέρισμα του ισογείου πολυκατοικίας κειμένης στην Αθήνα επί της οδού ...., ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 1023/2004 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού έγινε διόρθωση της αξίας του ως άνω κατασχεθέντος ακινήτου της ανακόπτουσας, η οποία ορίστηκε στο ποσό των 40.000 ευρώ και η τιμή της πρώτης προσφοράς στο ποσό των 20.000 ευρώ, ορίστηκε δε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού αυτού για την 21-4-2004 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 68/2004 επαναληπτική περίληψη της ιδίας ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας. Ο πλειστηριασμός αυτός ύστερα από αίτηση της ανακόπτουσας ανεστάλη με την υπ' αριθμ. 2662/19-4-2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου για τρεις μήνες και συγκεκριμένα έως την 21-7-2004 υπό τον όρο της καταβολής από την ανακόπτουσα στον καθού α) των εξόδων επίσπευσης του πλειστηριασμού τα οποία ορίστηκαν σε 1.200 ευρώ, β) ποσού κεφαλαίου 2.500 ευρώ μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού στις 21-4-2004, γ) ποσού 1.000 ευρώ μέχρι την 21-5-2004, δ) 1.000 ευρώ μέχρι την 21-6-2004 και ε) του υπολοίπου οφειλομένου ποσού μέχρι την 21-7-2004. Στη συνέχεια η ανακόπτουσα κατέβαλε τμηματικά στον καθού α) στις 21-4-2004 το ποσό των 2000 ευρώ και β) στις 7-5-2004 το ποσό των 700 ευρώ. Ακολούθως με την υπ' αριθμ. 6.513/21-9-2004 πράξη εξόφλησης αναγγελθέντων δανειστών της Συμβολαιογράφου…..ο καθού εισέπραξε το ποσό των 7.325, 75 ευρώ στο οποίο είχε καταταχθεί με τον υπ' αριθμ. 6.212/15-4-2004 πίνακα κατατάξεως της ιδίας Συμβολαιογράφου από τον πλειστηριασμό άλλου ακινήτου της ανακόπτουσας. Με βάση τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ανακόπτουσα τήρησε κατά ένα μέρος τους όρους αναστολής της προαναφερόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα ενώ μέχρι την ορισθείσα ημέρα πλειστηριασμού στις 21-4-2004 όφειλε να έχει καταβάλει στον καθού το ποσό των 3.700 ευρώ (δηλαδή 1.200 + 2.500 = 3.700), αυτή κατέβαλε μόνο το ποσό των 2.000 ευρώ. Επομένως, έπαυσε η αναστολή, η οποία τελούσε υπό την αίρεση της εμπροθέσμου εκπληρώσεως των τεθέντων με την απόφαση εις βάρος της όρων. Βέβαια μεταγενέστερα εισέπραξε ο καθού στις 7-5-2004 το ποσό των 700 ευρώ και στις 21-9-2004 το ποσό των 7.325, 75 ευρώ, πλην όμως η αναστολή είχε ήδη παύσει να ισχύει. Επομένως ο καθού επέσπευσε νομίμως με την από 19-5-2004 εντολή και δυνάμει της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 95/2004 Α' Επαναληπτικής περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως ακινήτου της ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας Πρωτοδικείου…..τον πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ως άνω ακινήτου της ανακόπτουσας για την 14-7-2004. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 'Ετσι κρίνοντας το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 416 ΑΚ. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται και στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, μόνη η κατάταξη του αναιρεσιβλήτου - δανειστή στον υπ' αριθ. 6212/15-4-2004 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου……..δεν επέφερε την απόσβεση της οφειλής, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, έτσι ώστε να θεωρείται ότι αυτή είχε εκπληρώσει μέχρι την 21-4-2004 τους όρους αναστολής του πλειστηριασμού που είχαν τεθεί με την προαναφερθείσα δικαστική απόφαση, ούτε άλλωστε περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη παραδοχή ότι ο ανωτέρω πίνακας κατάταξης είχε καταστεί απρόσβλητος μέχρι την 21-4-2004, πράγμα που ούτε η αναιρεσείουσα προβάλλει με το αναιρετήριο ισχυριζόμενη αντιθέτως ότι ο ως άνω πίνακας κατάταξης κοινοποιήθηκε στον καθού την 21-4-2004, οπότε κατ' άρθρο 979 ΚΠολΔ, άρχισε να τρέχει σε βάρος του τελευταίου η προθεσμία άσκησης ανακοπής κατ' αυτού. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση ότι με το να δεχθεί ότι το ποσό των 7.325,75 ευρώ καταβλήθηκε στον καθού την 21-9-2004 και όχι την 15-4-2004 δηλαδή την ημερομηνία κατάταξής του στον προαναφερθέντα πίνακα κατάταξης δανειστών παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ. 

 

Διαδικασία εκδίκασης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 8572/2008  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής κατ΄ αρχήν εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, κατ΄ εξαίρεση δε, αν η διαφορά από την απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δικάζεται με κάποια από τις ειδικές διαδικασίες, τότε μόνον η εκδίκαση της ανακοπής θα γίνει κατά τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας.

Εάν η διαφορά από την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, τότε η εκδίκαση της ανακοπής γίνεται υποχρεωτικώς κατ΄ αυτήν, όπως είναι η απαίτηση τιμήματος από σύμβαση πώλησης, απαίτηση από αλληλόχρεο λογαριασμό, ή από σύμβαση εγγύησης, ή από δάνειο, ή απαίτηση εργολαβικής αμοιβής, ομόλογο, αφηρημένη αναγνώριση χρέους, ή από άκυρη συναλλαγματική κλπ

Εάν η υπόθεση δεν υπάγεται στην διαδικασία στην οποίαν εισήχθη, το Δικαστήριο αποφαίνεται περί τούτου αυτεπαγγέλτως και διατάσσει την εκδίκαση της υπόθεση κατά την διαδικασία κατά την οποίαν δικάζεται, χωρίς να απαιτείται παραπομπή της υπόθεσης στην προσήκουσα διαδικασία, εκτός εάν η τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας συνοδεύεται και από αντίστοιχη υπαγωγή της διαφοράς σε άλλο Δικαστήριο, ή την εφαρμογή διαφορετικών δικονομικών κανόνων, όπως η τήρηση προδικασίας που απαιτεί η διαδικασία κατά την οποίαν πρέπει να εκδικασθεί η υπόθεση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 8572/2008 

Απόσπασμα…….Κατά το άρθρο 623 του ΚΠολΔ διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του Κ.Πολ.Δ, όχι μόνον επί πιστωτικών τίτλων αλλά με τους περιορισμούς του άρθρου 624 Κ.Πολ.Δ, σε κάθε χρηματική απαίτηση, ανεξαρτήτως της αιτίας αυτής, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσόν αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 632 παρ. 1, 3 του Κ.Πολ.Δ., ο καθ΄ ου η διαταγή πληρωμής οφειλέτης έχει το δικαίωμα, μέσα σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από την επίδοσή της να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο Δικαστήριο το οποίο είναι καθ΄ ύλην αρμόδιο, αν δε η διαφορά από την απαίτηση, για την οποίαν έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, δικάζεται σύμφωνα με ειδική διαδικασία, η ανακοπή εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας. Από την τελευταία των ως άνω διατάξεων, προκύπτει ότι η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής κατ΄ αρχήν εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, κατ΄ εξαίρεση δε, αν η διαφορά από την απαίτηση, για την οποίαν εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δικάζεται με κάποια από τις ειδικές διαδικασίες, τότε μόνον η εκδίκαση της ανακοπής θα γίνει κατά τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας (ΑΠ 500/1997 ΕλλΔνη 39(1998).97, ΕφΑθ 2800/1998 ΕλλΔνη 40(1999).378, Εφ.Πειρ.285/1998 ΕλλΔνη39(1998).894, Εφ.Πειρ. 371/1994 ΕλλΔνη36(1995).1304, ΕφΑθ 724/1991 Δ22.838,). Εάν η διαφορά από την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, τότε η εκδίκαση της ανακοπής γίνεται υποχρεωτικώς κατ΄ αυτήν (ΑΠ 513/1978 ΝοΒ 27.379, Εφ.Αθ. 7984/90 ό.π.), όπως είναι η απαίτηση τιμήματος από σύμβαση πωλήσεως, απαίτηση από αλληλόχρεο λογαριασμό ή από σύμβαση εγγύησης, ή από δάνειο, ή απαίτηση εργολαβικής αμοιβής, ομόλογο, αφηρημένη αναγνώριση χρέους, ή από άκυρη συναλλαγματική κλπ. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 591§2 του Κ.Πολ.Δ., εάν η υπόθεση δεν υπάγεται στην διαδικασία στην οποίαν εισήχθη, το Δικαστήριο αποφαίνεται περί τούτου αυτεπαγγέλτως και διατάσσει την εκδίκαση της υποθέσεως κατά την διαδικασία κατά την οποίαν δικάζεται αυτή χωρίς να απαιτείται παραπομπή της υποθέσεως στην προσήκουσα διαδικασία, εκτός εάν η τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας συνοδεύεται και από αντίστοιχη υπαγωγή της διαφοράς σε άλλο Δικαστήριο ή την εφαρμογή διαφορετικών δικονομικών κανόνων, όπως η τήρηση προδικασίας που απαιτεί η διαδικασία κατά την οποίαν πρέπει να εκδικασθεί η υπόθεση (ΑΠ 1363/1974 Δ 6.612). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΚΠολΔ, καμία κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση για δικαστική προστασία δεν μπορεί να εισαχθεί στο Δικαστήριο, χωρίς να τηρηθεί προδικασία, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το Δικαστήριο ερευνά το περιεχόμενο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, για να κρίνει αν η διαδικασία στην οποία έχει εισαχθεί καλύπτει τις προϋποθέσεις της διαδικασίας, που πρέπει να εφαρμοσθεί, οπότε σε καταφατική περίπτωση προβαίνει σε εφαρμογή της και εκδικάζει την υπόθεση με την προσήκουσα διαδικασία κατά την αυτή δικάσιμο. Αλλιώς διατάζει την εκδίκαση κατά την οριζόμενη διαδικασία και απέχει της περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης μέχρι να γίνουν από τους διαδίκους όσα απαιτεί η προσήκουσα διαδικασία (ΑΠ 1227/1983 ΕλλΔνη 25(1984).362, ΑΠ 1363/1974 Δ6.612, Εφ.Πειρ.996/1994 ΕλλΔνη37(1996).386, ΕΑ1229/1983 ΝοΒ31.838). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινομένη ανακοπή κατά της με αριθμ. 15494/2007 διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε από τον Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, έπειτα από αίτηση του καθ΄ου η ανακοπή βάσει του από 14-03-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους μεταξύ αυτού και του ανακόπτοντος αλλά και του από 26-03-2007 τροποποιητικού του αρχικού συνταγέντος μεταξύ του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθ΄ου η ανακοπή και του ανακόπτοντος , δυνάμει των οποίων αναγνωρίσθηκε από τον ανακόπτοντα έναντι του καθ΄ ου η ανακοπή οφειλή ποσού 13.000 ευρώ ανεξάρτητα από την αιτία κατ΄ άρθρο 873 ΑΚ την οποία υποχρεωνόταν να επιστρέψει στον καθ΄ου η ανακοπή μέχρι την 26-03-2007 και μετέπειτα κατόπιν παρατάσεως την 3-04-2007, επιπλέον ο ανακόπτων αναγνώρισε ότι θα οφείλει το ποσό των 26.000 ευρω ως ποινική ρήτρα για την περίπτωση της μη έγκυρης ή της μη προσήκουσας καταβολής του ποσού των 13.000 ευρώ, περαιτέρω, δυνάμει της υπ΄ αριθμ. 15494/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στον καθ'ου η ανακοπή το χρηματικό ποσό των 26.000 ευρω, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, ( η κρινόμενη ανακοπή) αρμοδίως καθ'ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 14 παρ.2, 625 και 636 του ΚΠολΔ, βλ. Εφ.Δωδ.18/1998 Αρμ.52.1389) πλην όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν υπάγεται στην ειδική διαδικασία των άρθρων 635 επ. του ΚΠολΔ, κατά την οποία έχει εισαχθεί για να εκδικασθεί, αλλά στην τακτική διαδικασία, καθώς πρόκειται για απαίτηση του καθ΄ ου η ανακοπή από την σύμβαση αναγνώρισης χρέους που συνήφθη μεταξύ αυτου και του ανακόπτοντος . Μέχρι του σημείου της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, ενόψει της μη εγγραφής της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, υπάρχουν ουσιώδεις αποκλίσεις της διαδικασίας που τηρήθηκε (ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, κατά την οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 642 του ΚΠολΔ, δεν εγγράφεται η υπόθεση στο πινάκιο), από τη διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί (τακτική διαδικασία, κατά την οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.3 και 4 του ΚΠολΔ, η συζήτηση της υπόθεσης χωρίς την εγγραφή της στο πινάκιο είναι απαράδεκτη και αν τυχόν γίνει χωρίς αυτήν επέρχεται ακυρότητα από την έλλειψη αυτή στοιχείου της προδικασίας, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως, καθόσον η επιταγή της εγγραφής στο πινάκιο της υπόθεσης αφορά τη δημόσια τάξη, και μάλιστα ανεξάρτητα από τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, βλ. Εφ.Πειρ.174/1998 ΕλλΔνη 40(1999).424, ΕφΑθ3869/1996 αδημ., ΕφΑθ 10754/1990 αδημ.). Συνεπώς, πρέπει, λόγω της φύσεως της απαιτήσεως με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, να διαταχθεί η εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. 

 

Ανακοπή κατά αναγκαστικής εκτέλεσης μετά την κατακύρωση, για προσβολή του πλειστηριασμού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  37/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που ασκείται μετά την κατακύρωση, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και του επισπεύδοντος δανειστή, αφού η διαφορά επιδέχεται ως προς αυτούς ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν νοείται έγκυρος πλειστηριασμός για τον έναν και άκυρος για τον άλλο. Αν δεν απευθύνεται και κατά των δύο τούτων, η ανακοπή είναι απαράδεκτη.

Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ είναι παραδεκτή, αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και πλειστηριασμό (ή αναπλειστηριασμό) ακινήτων, εφ όσον ασκηθεί μέσα σε ενενήντα ημέρες από τη μεταγραφή περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.

Τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού (ή αναπλειστηριασμού) και κατακύρωσης.

Αν ο πλειστηριασμός (ή ο αναπλειστηριασμός) δεν προσβληθεί μέσα στην προθεσμία αυτή με την άσκηση της εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπής, στρεφόμενης κατά των ως άνω δύο αναγκαίων ομοδίκων, τότε αυτός καθίσταται απρόσβλητος.

Η προσεπίκληση προς παρέμβαση στη σχετική δίκη αναγκαίου ομοδίκου πρέπει να ασκηθεί εντός της ίδιας προθεσμίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  37/2009

Απόσπασμα……Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 § 1 του ΚΠολΔ, στην οποία ορίζονται η έννοια και οι συνέπειες της αναγκαστικής ομοδικίας, "όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι, μόνον από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός, ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται, από εκείνους που παρίστανται". Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας καθιερώνεται και με τη διάταξη του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, από την οποία προκύπτει, ότι η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που ασκείται μετά την κατακύρωση, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και του επισπεύδοντος δανειστή, αφού η διαφορά επιδέχεται ως προς αυτούς ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν νοείται έγκυρος πλειστηριασμός για τον έναν και άκυρος για τον άλλο (ΟλΑΠ 6/2005, ΕλΔνη 46.691, ΟλΑΠ 11/1992, ΕλΔνη 33.759). Αν δεν απευθύνεται και κατά των δύο τούτων, η ανακοπή είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 934 § 1 περ. γ' του ΚΠολΔ, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή, αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και πλειστηριασμό (ή αναπλειστηριασμό) ακινήτων, εφόσον ασκηθεί μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από τη μεταγραφή περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, τελευταία στην περίπτωση αυτή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού (ή αναπλειστηριασμού) και κατακύρωσης. Αν ο πλειστηριασμός (ή ο αναπλειστηριασμός) δεν προσβληθεί μέσα στην προθεσμία αυτή με την άσκηση της εκ του άρθρου 933 του ΚΠολΔ ανακοπής, στρεφόμενης κατά των ως άνω δύο αναγκαίων ομοδίκων, ως άσκηση δε νοείται, όχι μόνον η κατάθεση αλλά και η επίδοση της ανακοπής (άρθρα 585 § 1 και 215 § 1 ΚΠολΔ), τότε αυτός καθίσταται απρόσβλητος. Η δυνατότητα δε προσεπικλήσεως στη δίκη του άλλου (κατά το άρθρο 86 του ΚΠολΔ) ή μεταγενέστερης επίδοσης αυτής (με κλήση προς συζήτηση) και στον άλλο, όταν η ανακοπή στρέφεται κατά του ενός των αναγκαίων ομοδίκων ή επιδόθηκε μόνον στον ένα από αυτούς, τελεί πάντοτε υπό την προϋπόθεση, ότι αυτή θα έχει συντελεσθεί μέσα στην αναφερόμενη προθεσμία του άρθρου 934 του ΚΠολΔ. Η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής, έχει όπως αναφέρθηκε, ως συνέπεια το απρόσβλητο έκτοτε του πλειστηριασμού (ΟλΑΠ 6/2005 ό.π.), τούτο δε διότι οι θεσπιζόμενες στο άρθρο 934 § 1 περ. α', β' και γ' του ΚΠολΔ προθεσμίες, οι οποίες είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η πάροδος τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 24 Φεβρουαρίου 2003 ανακοπής, με αυτή, οι ήδη αναιρεσείοντες - ανακόπτοντες - καθών η εκτέλεση συνοφειλέτες, ζήτησαν την ακύρωση του πλειστηριασμού, που είχε διενεργηθεί στις 13.11.2002 και αφορούσε αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες τους σε πολυόροφη οικοδομή, που είχε υπαχθεί στις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και του Ν. 3.741/1929, συντάχθηκε δε περί αυτού η υπ' αριθ. 44.3 12/13.11.2202 έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως και εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 44.471/2.12.2002 και 44.477/3.12.2002 περιλήψεις κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών.... Η ανακοπή αυτή στρεφόταν κατά των ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων υπερθεματιστών, όχι όμως και κατά της ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης δανείστριας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία……που επέσπευσε τον ανωτέρω πλειστηριασμό για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεώς της. Επακολούθησε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ακριβούς αντιγράφου του δικογράφου της, η από τους αναφερόμενους αναιρεσείοντες ανακόπτοντες - καθών η εκτέλεση συνοφειλέτες κατάθεση της υπ' αριθ. εκθ. καταθ……από 10 Σεπτεμβρίου 2004 προσεπίκλησης προς παρέμβαση της παραλειφθείσας ως άνω αναγκαίας ομοδίκου των υπερθεματιστών δανείστριας τράπεζας, που επέσπευσε τον πλειστηριασμό, και η επίδοση στην επισπεύδουσα ακριβούς αντιγράφου της με κλήση προς συζήτηση στις 10 Σεπτεμβρίου 2004, όπως τούτο αποδεικνύεται από τη σε αυτό επισημείωση του ενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή. Κατ' ακολουθίαν, η προσεπίκληση προς παρέμβαση στη δίκη της αναγκαίας ομοδίκου των υπερθεματιστών ασκήθηκε και άρα επιδόθηκε σε αυτή μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης, στο άρθρο 934 § 1 περ. γ του ΚΠολΔ, για την ακύρωση του πλειστηριασμού ακινήτων προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών, δοθέντος περαιτέρω ότι και οι περιλήψεις των δύο κατακυρωτικών εκθέσεων μεταγράφηκαν, όπως συνομολογείται, στις 6.12.2002. Συνεπώς, η προσεπίκληση αυτή της αναγκαίας ομοδίκου προς παρέμβαση στη δίκη, ασκηθείσα εκπροθέσμως, ήταν πράγματι απαράδεκτη, όπως δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού, όπως ειπώθηκε, η επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό και προσεπικληθείσα σε παρέμβαση δανείστρια τράπεζα, ήταν αναγκαία ομόδικος των υπερθεματιστών τεσσάρων καθ' ων η ανακοπή και η προσεπίκληση για παρέμβαση έπρεπε υποχρεωτικά να επιδοθεί σε αυτή, μέσα στην αναφερόμενη προθεσμία των ενενήντα (90) ημερών του άρθρου 934 § 1 περ. γ' του ΚΠολΔ, την τήρηση δε της δικονομικής αυτής προθεσμίας όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ. διότι η μη επίδοση, στην επισπεύσασα τον πλειστηριασμό αναγκαία ομόδικο των υπερθεματιστών δανείστρια τράπεζα της προσεπίκλησης σε παρέμβαση μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών από τη μεταγραφή των περιλήψεων των δύο κατακυρωτικών εκθέσεων, δεν επαγόταν το απαράδεκτο αυτής, αφού η προσεπικληθείσα επισπεύδουσα δεν επικαλέσθηκε το απαράδεκτο τούτο, ούτε την επέλευση δικονομικής της βλάβης από τη μη τήρηση της προθεσμίας αυτής, άλλως και σε κάθε περίπτωση, αφού με την ασκηθείσα ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως μετά την κατακύρωση, την εγγραφή αυτής στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων και την επίδοση της στους υπερθεματιστές διακόπηκε, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΑΚ, η προθεσμία του άρθρου 934 § 3 περ. γ' του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών