ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

 

Αξίωση αποζημίωσης με το άρθρο 931 ΑΚ παθόντος σε εργατικό ατύχημα, που  υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  350/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ και υποστεί ατύχημα κατά την εκτέλεση της εργασίας, ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση.

Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, τότε ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1841/1951 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ.

Ο παθών όμως διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο, κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών.

Ετσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται παθητικά να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  350/2009

Απόσπασμα……ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, που ορίζει ότι αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του. Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος. Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.07/25.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1841/1951 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ.  Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. 'Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται (παθητικά) αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΟλΑΠ 18/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, στην επιτρεπτώς κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενη από 17-2-2004 αγωγή του εκθέτει τα ακόλουθα: Το Φεβρουάριο του έτους 2000 προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία που την αποτελούσαν οι δεύτερη και τρίτη των εναγομένων (ήδη αναιρεσείουσες) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως τεχνίτης εφαρμογής σιδηροπλισμού στις οικοδομικές εργασίες του έργου "κατασκευή κυκλοφοριακής σύνδεσης Λιμένα ......". Στις 20-4-2001 κατά την εκτέλεση της εργασίας του υπέστη βαρύ τραυματισμό λόγω μη τήρησης από τις εναγόμενες των μέτρων ασφαλείας που επιβάλει ο νόμος. Ζήτησε δε, κατόπιν μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εις ολόκληρον η καθεμιά να του καταβάλουν 120.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης και να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν αυτές εις ολόκληρον να του καταβάλουν λόγω της αναπηρίας που υπέστη από το ατύχημα 60.000 ευρώ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι το τελευταίο πιο πάνω ποσό ( των 60.000 ευρώ) ζητήθηκε ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ότι η αγωγή σε σχέση με το κονδύλιο αυτό είναι νόμιμη κατά το άρθρο 931 ΑΚ. Ακολούθως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το παραπάνω κονδύλιο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσιβλήτου και ερεύνησε την αγωγή κατ' ουσία. Όμως, με το ως άνω περιεχόμενο και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση η αγωγή κατά το κεφάλαιό της αυτό είναι νόμω αβάσιμη, αφού η από το άρθρο 931 ΑΚ αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνο αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία, η οποία αποκαθίσταται και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε νόμιμη την αγωγή και κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο αναιρέσεως ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω κεφάλαιο, με παράλληλη παραπομπή της υποθέσεως για περαιτέρω κατά τούτο εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 § 3).

 

 

Ανθρωποκτονία από αμέλεια σε οικοδομικές εργασίες. Προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας σε εργοτάξια. Μέτρα ασφάλειας που πρέπει να λαμβάνουν οι εργολάβοι, υπεργολάβοι και επιβλέποντες πολιτικοί μηχανικοί.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1037/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση παρεμπόδισης επέλευσης του αποτελέσματος.

Για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί, αφ ενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη.

Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλεια, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη.

'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την τελευταία διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή.

Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία της δικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει και να προσδιορίζεται με σαφήνεια και να εξειδικεύεται η νομική υποχρέωση του καθενός κατηγορουμένου και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρέωσης αυτής, αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα.

Προσδιορίζεται με σαφήνεια και να εξειδικεύεται η νομική υποχρέωση του εργολάβου οικοδομών, όταν προσδιορίζεται ότι ενώ ήταν υποχρεωμένος, ως εκ της ιδιότητάς του ως εργολάβου, να τοποθετήσει στερεά κιγκλιδώματα με επαρκές ύψος, που θα διέθεταν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο, είτε άλλους μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας, προς πρόληψη πτώσεως κάποιου εργάτη από την οικοδομή, αυτός παρέλειψε να πράξει τούτο, όπως θα έκανε κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος και όταν προσδιορίζεται ότι δεν παρίστατο κατά τη διάρκεια των εργασιών στην οικοδομή για να δίνει οδηγίες στους εργαζομένους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί.

Προσδιορίζεται με σαφήνεια και να εξειδικεύεται η νομική υποχρέωση του  επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, όταν προσδιορίζεται ότι ενώ, ως επιβλέπων πολιτικός μηχανικός, μολονότι διαπίστωσε ότι ο εργολάβος δεν κατασκεύασε στην οικοδομή τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, δεν έδωσε, όπως είχε υποχρέωση, εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον εργολάβο και δεν επέβλεψε την τήρηση των οδηγιών του, με συνέπεια ο εργαζόμενος, που εκτελούσε εργασίες καλουπώματος να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος.

Προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας σε εργοτάξια.

Μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι εργολάβοι, υπεργολάβοι και επιβλέοντες πολιτικοί μηχανικοί.

Κατά τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992 (ΕΕL 245/26892) "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια" και ως τέτοια θεωρούνται, κατά το άρθρο 2 παρ.1α, "κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο", για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του πιο πάνω διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ, αρ. 8 παρ.2α σε συνδ. με το παράρτημα IV - Μέρος Β, Τμήμα ΙΙ άρθ 5. (Πτώσεις από ύψος), όπου, στο άρθρο 5, ορίζεται ότι:

"5.1. Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 5.2. Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας".

Μεταξύ δε των υπευθύνων για την λήψη αυτών των μέτρων είναι και ο μηχανικός που αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτελέσεως τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης.

Ειδικότερα, στο άρθρο 7 (Υποχρεώσεις επιβλέποντος) του Ν 1396/1983, οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 1 αυτού "αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, προβλέποντα τα εξής : "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες

1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους.

2. Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους.

3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες.

4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται.

5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 & 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου".

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1037/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση περί αναιρέσεως της 280/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 97/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992 (ΕΕL 245/26892) "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια" και ως τέτοια θεωρούνται, κατά το άρθρο 2 παρ.1α, "κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο", για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του πιο πάνω διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ, αρ. 8 παρ.2α σε συνδ. με το παράρτημα IV - Μέρος Β, Τμήμα ΙΙ άρθ 5.(Πτώσεις από ύψος), όπου, στο άρθρο 5, ορίζεται ότι: "5.1. Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 5.2. Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας". Μεταξύ δε των υπευθύνων για την λήψη αυτών των μέτρων είναι και ο μηχανικός που αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτελέσεως τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης. Ειδικότερα, στο άρθρο 7 (Υποχρεώσεις επιβλέποντος) του Ν 1396/1983, οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 1 αυτού "αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, προβλέποντα τα εξής : "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες :1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 & 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε τις εφέσεις των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Περί τα τέλη του έτους 2000 η…..κατόπιν συμβάσεως έργου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του…..(πρώτου κατηγορούμενου), εργολάβου οικοδομών, του ανέθεσε την ανέγερση διωρόφου οικοδομής μετά υπογείου σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στην περιοχή "..." . Για την ανέγερση της εν λόγω οικοδομής είχε εκδοθεί η υπ' αριθ.490/2000 οικοδομική άδεια από το Πολεοδομικό Γραφείο.... Τη μελέτη και επίβλεψη του εν λόγω έργου είχε αναλάβει κατόπιν προστήσεώς του από την παραπάνω ιδιοκτήτρια ο…..(δεύτερος κατηγορούμενος). Με την ως άνω συμφωνία, μεταξύ άλλων, συνομολογήθηκε ότι την πρόσληψη του απαραίτητου εργατοτεχνικού προσωπικού θα έκανε ο ως άνω εργολάβος, ο οποίος σε εκτέλεση της εργολαβικής αυτής συμβάσεως προσέλαβε μεταξύ άλλων εργατών και τον αλλοδαπό…..με σύμβαση αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως εργάτης. Στις 30-1-2001 και περί ώρα 9-45, ενώ ο ως άνω εργάτης εκτελούσε εργασίες καλουπώματος στην ταράτσα του Α' ορόφου, έχασε την ισορροπία του και έπεσε με το κεφάλι στο έδαφος, σε ύψος 7 περίπου μέτρων, με αποτέλεσμα να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων επήλθε αμέσως ο θάνατός του. Το ατύχημα δε αυτό "οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) και των δύο ως άνω κατηγορουμένων, εργολάβου και επιβλέποντος μηχανικού, αντίστοιχα, οι οποίοι παρέλειψαν να λάβουν όπως όφειλαν και υποχρεούντο τα επιβαλλόμενα ως εκ της παραπάνω ιδιότητας τους προστατευτικά μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων, όπως αυτά προσδιορίζονται από το Π.Δ. 778/1980, το Π.Δ. 1673/81 και το Ν. 1396/1983- Ειδικότερα, η ευθύνη του πρώτου κατηγορουμένου (εργολάβου) συνίσταται στο ότι, ενώ ήταν υποχρεωμένος, ως εκ της ιδιότητας του, να κατασκευάσει σταθερά ικριώματα ή άλλα μέτρα ασφαλείας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας στην ως άνω διώροφη οικοδομή όπου εκτελούντο εργασίες καλουπώματος στο δεύτερο όροφο αυτής και έτσι υπήρχε άμεσος κίνδυνος καταπτώσεως κάποιου εργαζόμενου αν έχανε την ισορροπία του, αυτός παρέλειψε, παρά την εκ του νόμου υποχρέωσή του, να πράξει τούτο, όπως θα έκανε κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος. Επίσης, αυτός δεν παρίστατο όπως είχε υποχρέωση κατά τη διάρκεια των εργασιών στην οικοδομή και να δίνει οδηγίες στους εργαζομένους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Περαιτέρω η ευθύνη του δεύτερου κατηγορουμένου, επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, συνίσταται στο ότι, μολονότι αυτός διαπίστωσε, λόγω της επιβλέψεως που έκανε, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (εργολάβος) δεν κατασκεύασε στην ως άνω οικοδομή τα προαναφερθέντα μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, οι οποίοι εργάζονταν στον πρώτο όροφο σε ύψος επτά μέτρων από το έδαφος, δεν έδωσε, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 7 Ν. 1396/1983), εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον εργολάβο και να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών του. Η έλλειψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας αποδεικνύεται πλην άλλων στοιχείων και από την από 14-2-2001 έκθεση αυτοψίας του επιθεωρητή εργασίας….που αναγνώστηκε στο ακροατήριο, ο οποίος σημειώνει ότι το εν λόγω ατύχημα θα αποφεύγονταν αν είχαν κατασκευαστεί κιγκλιδώματα, ή θωράκια ή δίχτυ προστασίας που θα εμπόδιζε την πτώση. Εάν δε κατασκευάζονταν τα ως άνω μέτρα ασφαλείας στο σημείο της οικοδομής όπου εργαζόταν ο ως άνω αλλοδαπός, έστω και αν αυτός έχανε προς στιγμήν την ισορροπία του, θα μπορούσε να συγκρατηθεί από τις σκαλωσιές ή τα ικριώματα και να μην καταπέσει στο έδαφος...." . Κατ' ακολουθίαν του σκεπτικού αυτού, οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Ειδικότερα κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: "Στη ..., στην περιοχή ..., στις 30-1-2001, ο πρώτος κατηγορούμενος…..ως εργολάβος οικοδομών της εκεί ανεγειρόμενης οικοδομής και ο δεύτερος κατηγορούμενος…..ως πολιτικός μηχανικός για την ως άνω οικοδομή από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους και επέφεραν το θάνατο άλλου, για την αποτροπή της επέλευσης του οποίου είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Ειδικότερα, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος…..ενώ ήταν υποχρεωμένος ως εκ της ιδιότητάς του ως εργολάβου, να τοποθετήσει στερεά κιγκλιδώματα με επαρκές ύψος που θα διέθεταν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο, είτε άλλους μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας, προς πρόληψη πτώσεως κάποιου εργάτη από την ως άνω οικοδομή, κατά παράβαση των διατάξεων των αρθ. 2§1, 12§1 σε συνδ. με Παράρτημα II και 8§2α σε συνδ. με Παράρτημα ΙV-Μέρος Β, τμήμα II αρθ. 5§5.1, 5.2 του ΠΔ 305/1996 που εκδόθηκε προς συμμόρφωση προς την Οδηγία 92/57/ΕΟΚ, αυτός παρέλειψε, παρά την εκ του νόμου υποχρέωσή του, να πράξει τούτο, όπως θα έκανε κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος. Επίσης, αυτός δεν παρίστατο όπως είχε υποχρέωση κατά τη διάρκεια των εργασιών στην οικοδομή και να δίνει οδηγίες στους εργαζομένους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος…..ως επιβλέπων πολιτικός μηχανικός, μολονότι διαπίστωσε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (εργολάβος) δεν κατασκεύασε στην ως άνω οικοδομή τα προαναφερθέντα μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, δεν έδωσε, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 7 Ν. 1396/1983), εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον εργολάβο και δεν επέβλεψε την τήρηση των οδηγιών του, με συνέπεια, όταν ο εργαζόμενος στην οικοδομή……που εκτελούσε εργασίες καλουπώματος στην ταράτσα του Α' ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, έχασε την ισορροπία του, να πέσει από ύψος επτά (7) μέτρων περίπου στο έδαφος, με αποτέλεσμα να υποστεί πολλαπλές εκδορές και εκχυμώσεις κατά το πρόσωπο, τα άνω και κάτω άκρα και την πρόσθια θωρακική χώρα, διάσχιση τριχωτού κεφαλής, βρεγματικά, σχήματος ανώμαλου, εκχυμωτικό μώλωπα, κυκλωτερώς φερόμενο κατά το δεξιό οφθαλμό δίκην οματοϋαλίων, κάταγμα αριστερού μηριαίου υπέρθεν της κατά γόνυ αρθρώσεως, κάταγμα εμπυεσματικό αριστερού βρεγματικού οστού, υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου τραυματικής αιτιολογίας και κάταγμα κατά το δεξιό οπίσθιο και μέσο εγκεφαλικό βόθρο, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, απήλθε ο θάνατός του" .Για την πράξη τους δε αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται, όπως αναφέρεται στην απόφαση, από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 28 , 84 παρ.2α, 302 παρ.1 του ΠΚ, άρθ. 2 παρ.1, 12 παρ.1 σε συνδ. με Παράρτημα ΙΙ άρθρ.8 παρ.2α σε συνδ. με Παράρτημα IV- Μέρος Β, Τμήμα ΙΙ άρθρ. 5.1, 5.2 του ΠΔ 305/199 και 7 του ν.1396/83, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών ο καθένας, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. IΙΙ. Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (μη συνειδητής), για την οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, προσδιορίζεται με σαφήνεια και εξειδικεύεται η νομική υποχρέωση του καθενός κατηγορουμένου και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρέωσης αυτής, αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι τον θάνατο του παθόντος. Το γεγονός δε ότι στο σκεπτικό της απόφασης εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία (όπως η από 14-2-2001 έκθεση αυτοψίας του επιθεωρητή εργασίας…..η οποία, όπως ρητώς αναφέρεται στην απόφαση " αναγνώστηκε στο ακροατήριο"), δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά , δηλαδή τα αναφερόμενα κατ' είδος στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης αποδεικτικά μέσα, χωρίς να ανακύπτει ανάγκη χωριστής αιτιολόγησης και ειδικής αναφοράς και προσδιορισμού αυτών. Προσδιορίζεται επίσης ειδικώς η αμέλεια (μη συνειδητή) την οποία επέδειξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ο καθένας από τους κατηγορουμένους και η οποία συνίσταται, αντίστοιχα, στο ότι, ενώ είχαν αναλάβει, ο μεν εργολάβος οικοδομών….. μετά από σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της…., την ανέγερση της πιο πάνω διώροφης οικοδομής, και προς εκτέλεση της εργολαβικής αυτής συμβάσεως είχε προσλάβει με σύμβαση αορίστου χρόνου μεταξύ άλλων εργατών και τον αλλοδαπό…..προκειμένου να εργασθεί ο τελευταίος στο έργο αυτό ως εργάτης, ο δε πολιτικός μηχανικός….. κατόπιν προστήσεώς του από την παραπάνω ιδιοκτήτρια, τη μελέτη και επίβλεψη του ως άνω έργου με την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού, παρέλειψαν να λάβουν, όπως όφειλαν και υπεχρεούντο τα επιβαλλόμενα από τις παραπάνω ιδιότητες τους προστατευτικά μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων, όπως αυτά προσδιορίζονται στις αναφερόμενες στην απόφαση διατάξεις και συγκεκριμένα: Ενώ ήταν υποχρεωμένος ο πρώτος εξ αυτών….. ως εκ της ιδιότητας του ως εργολάβου του έργου, να λάβει τα ειδικώς προσδιοριζόμενα στην απόφαση μέτρα προστασίας, παρέλειψε αυτός, παρά την εκ του νόμου υποχρέωση του, να πράξει τούτο, όπως θα έκανε κάθε συνετός και ευσυνείδητος, δηλαδή ο οποιοσδήποτε εργολάβος (χωρίς να απαιτείται περαιτέρω προσδιορισμός και εξειδίκευση ότι το Δικαστήριο εννοεί τον "μετρίως συνετό" και υπό τις αυτές συνθήκες ενεργούντα εργολάβο). Επίσης, δεν παρίστατο, όπως είχε υποχρέωση, κατά τη διάρκεια των εργασιών στην οικοδομή, για να δίνει οδηγίες στους εργαζόμενους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Ο δεύτερος τούτων επιβλέπων πολιτικός μηχανικός…..μολονότι διαπίστωσε, λόγω της επιβλέψεως που έκανε, ότι ο συγκατηγορούμενός του εργολάβος του έργου…..δεν είχε κατασκευάσει στην υπό ανέγερση οικοδομή τα προαναφερθέντα μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, οι οποίοι εργάζονταν στον πρώτο όροφο αυτής και σε ύψος επτά μέτρων από το έδαφος, δεν έδωσε, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 7 του Ν. 1396/1983), εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον ως άνω εργολάβο συγκατηγορούμενό του και δεν επέβλεψε την τήρηση των οδηγιών του, με αποτέλεσμα, το οποίο δεν προείδαν αμφότεροι οι ως άνω κατηγορούμενοι, αν και όφειλαν και μπορούσαν να το προϊδουν και αποφύγουν, όταν ο εργαζόμενος στην οικοδομή…..που εκτελούσε εργασίες καλουπώματος στην ταράτσα του Α' ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, έχασε την ισορροπία του, να πέσει από ύψος επτά (7) μέτρων περίπου στο έδαφος και να υποστεί τις αναφερόμενες στην απόφαση σωματικές βλάβες, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του. Προσδιορίζεται, τέλος, επαρκώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των προαναφερόμενων παραλείψεων των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του…..Οι περαιτέρω προβαλλόμενες από τον αναιρεσείονα πολιτικό μηχανικού……αιτιάσεις ότι δεν εκτίθεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως από που προκύπτει ότι ο ίδιος, ως επιβλέπων την εκτέλεση του έργου πολιτικός μηχανικός, διαπίστωσε ότι ο εργολάβος συγκατηγορούμενός του….δεν είχε κατασκευάσει τα προστατευτικά μέτρα στην οικοδομή, δοθέντος ότι δεν προέκυψε τούτο κατά τη διαδικασία, , είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ , πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι: α) δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά, τα θεμελιωτικά της υποστάσεως (αντικειμενικής και υποκειμενικής) του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, β) η παραδοχή της ότι "η έλλειψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας αποδεικνύεται "πλην άλλων στοιχείων" και από την από 14-2-2001 έκθεση αυτοψίας του επιθεωρητή εργασίας…", είναι εντελώς αόριστη, διότι δεν αναφέρονται τα "άλλα στοιχεία" που έλαβε υπ' όψη του το δικαστήριο, και γ) διότι θα έπρεπε το δικαστήριο να αναφέρεται στον μετρίως (και όχι στον άριστο) συνετό και ευσυνείδητο άνθρωπο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙV. Υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθιστά χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου (άρθρ. 470 του ΚΠΔ). Χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου επέρχεται και όταν το δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, δεν αναγνώρισε στον κατηγορούμενο ένα από τα από το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ προβλεπόμενα ελαφρυντικά, που του είχε αναγνωριστεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντί δε γι' αυτό του αναγνώρισε άλλο ελαφρυντικό, προβλεπόμενο από την ίδια διάταξη, αφού η συνδρομή και της δεύτερης ελαφρυντικής περίστασης λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής κατά το άρθρο 85 του ΠΚ. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 470 εδ. α' και 524 § 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η θέση του κατηγορουμένου χειροτερεύει και όταν το δικαστήριο της παραπομπής, κατά την ενώπιον του νέα συζήτηση της εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση την οποία είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος εναντίον της προηγούμενης τελεσίδικης αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου, δεν αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο ελαφρυντική περίσταση την οποία του είχε αναγνωρίσει με την αναιρεθείσα απόφασή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες και προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το δίκασαν, ως δικαστήριο της παραπομπής, Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, μετά από αναίρεση της προηγούμενης ……αποφάσεως του, με την ήδη προσβαλλόμενη 280/14-10-2008 απόφασή του, καθ' υπέρβαση εξουσίας του, καταδίκασε τους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 § 2εδ. α' του ΠΚ) και επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών στον καθένα, με τριετή αναστολή, χωρίς να τους αναγνωρίσει και την ελαφρυντική περίπτωση της επιδείξεως ειλικρινούς μετάνοιας και της επιδιώξεως να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες της πράξης τους (άρθρο 84 § 2 εδάφιο δ' του ΠΚ), την οποία τους είχε αναγνωρίσει το ίδιο Δικαστήριο, με την αναιρεθείσα 223/2007 απόφαση του. Έτσι, όμως, το Τριμελές Εφετείο κατέστησε χειρότερη τη θέση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, υπερβαίνοντας την εξουσία του. Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της που παρέλειψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο και τη συνδρομή της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του ΠΚ που του αναγνωρίστηκε με την αναιρεθείσα 223/2007 προηγούμενη απόφασή του, όπως επίσης και ως προς τη διάταξη της επιμέτρησης της ποινής. Η περαιτέρω προβαλλόμενη αιτίαση αναφορικώς προς την απόρριψη του φερόμενου ως αιτηθέντος από τον συνήγορο των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους (άρθρο 84 § 2 εδ. ε' του ΠΚ),είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, καθόσον δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα. IV. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης της περί ενοχής αποφάσεως (μη συντρεχούσης εκ τούτου περιπτώσεως για αυτεπάγγελτη έρευνα τυχόν παραγραφής, κατά τη διάταξη του άρ. 511 εδ.γ του ΚΠΔ), πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνο κατά το μέρος που το Δικαστήριο παρέλειψε να αναγνωρίσει στους κατηγορούμενους και τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του Π.Κ., καθώς και ως προς τη διάταξη για επιβολή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (519 ΚΠΔ). 

 

Εργολάβος, εργοδότης, κύριος του έργου, ευθύνη των σε αποζημίωση εργαζομένου που υπέστη εργατικό ατύχημα, εργατικό ατύχημα οφειλόμενο σε δόλο εργοδότη ή προστηθέντων.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   883/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για να υπάρχει σχέση πρόστησης θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε.

Ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη.

Ο κύριος του έργου δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις κα παραλείψεις του εργολάβου, ή υπεργολάβου, αν με εντολή του ολόκληρο το έργο, ή τμήματα αυτού, με σύμβαση μισθώσεως έργου ανατέθηκε σε εργολάβο και δεν επιφύλαξε στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου.

Όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον ν. 551/15 ειδική αποζημίωση.

Αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν 1841/51 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ.

Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του γα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   883/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2005 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, με τις από 20-2-2006 ανακοινώσεις δίκης-προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση- παρεμπίπτουσες αγωγές και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 5ου αναιρεσιβλήτου, με την από 24-2-2006 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και με τις από 3-7-2006 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου και…..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, δεύτερος, πέμπτος, έβδομος και όγδοος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ..., ... και ...εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, ... (οι δύο πρώτες) και... …επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εκ των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από της σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 578 παρ. 2 του κ.Πολ.Δ.). Επειδή, από τις διατάξεις 556 και 558 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται, και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται μ' αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες της είναι δυνατή, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες μ' αυτήν πλημμέλειες και ως προς τους οποίους επομένως δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσουν οι λόγοι αυτοί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, ο πρώτος αναιρεσίβλητος με την από 15-9-2005 αγωγή του που άσκησε κατά της αναιρεσείουσας και του πέμπτου εκ των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε, επικαλούμενος ότι υπέστη εργατικό ατύχημα, την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως και αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 931, 932 ΑΚ. Στη δίκη αυτή η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2006 Προσεπίκληση - Αγωγή προσεπικάλεσε τους, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εκ των αναιρεσιβλήτων, ζητώντας σε περίπτωση ήττας της να της καταβάλουν κάθε ποσό που η ίδια θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής. Επίσης, ο πέμπτος αναιρεσίβλητος με την από 20-2-2006 Προσεπίκληση-Αγωγή του προσεπικάλεσε στην ίδια δίκη, την έκτη αναιρεσίβλητη…..ζητώντας να παρέμβει και σε περίπτωση ήττας του να υποχρεωθεί να του καταβάλει κάθε ποσό που ο ίδιος θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην αναιρεσείουσα προσεπικαλούσα. Με την προσβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα απόφαση του Εφετείου, η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση εφέσεων κατά της πρωτόδικης απόφαση από την αναιρεσείουσα και τον πρώτο αναιρεσίβλητο, έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή. Με τους λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου που αφορούν την παραδοχή της κύριας αγωγής ως προς αυτήν, καθώς και τη μη έρευνα της ασκηθείσας από αυτήν πιο πάνω προσεπίκλησης-αγωγής κατά των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου εκ των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως αυτή, η οποία κατά τα λοιπά νομοτύπως ασκήθηκε, παραδεκτώς μεν στρέφεται κατά των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους η αναιρεσείουσα νικήθηκε και ως προς τους οποίους επιδιώκεται η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απαραδέκτως όμως στρέφεται κατά της έκτης αναιρεσίβλητης την οποία δεν αφορούν οι ως άνω πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτής είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της εν λόγω αναιρεσίβλητης. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2, 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ.1, 3 του ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το από 24-7/25-8-1920 β.δ., συνάγεται ότι αν ο υποστάς ατύχημα, που έγινε έπειτα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, υπαγόταν στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του. Ο τελευταίος έχει κατά του εργοδότη αξίωση για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων υπ' αυτού προσώπων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 922 Α.Κ.. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Εξάλλου, από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 1396/1983 "περί μέτρων ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα" σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν οι εργολάβοι και υπεργολάβοι. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κύριος του έργου δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις κα παραλείψεις του εργολάβου ή υπεργολάβου, αν με εντολή του ολόκληρο το έργο ή τμήματα αυτού με σύμβαση μισθώσεως έργου ανατέθηκε σε εργολάβο και δεν επιφύλαξε στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., που ορίζει ότι "η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του. Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ., που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος. Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/51, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/15, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.07/25.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω ν. 551/15 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1841/51 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ. Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του γα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Έτσι, λοιπόν, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται (παθητικά) αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (Oλ. ΑΠ 18/2008). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Με την από 14-9-2004 έγγραφη σύμβαση η αναιρεσείουσα ανέθεσε στην εταιρία…..ως ανάδοχο εργολάβο την εκτέλεση του έργου προμηθείας, διαμόρφωσης και τοποθέτησης δικτυωμάτων και συνδέσμων ακαμψίας γερανογεφυρών στους άξονες Α-Β-C του κτιρίου του χαλυβουργείου της στην Ελευσίνα. Στη συνέχεια με το από 20-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό εκτέλεσης εργασιών, η ανωτέρω εταιρία……ανέθεσε ως εργολήπτρια υπεργολαβικά στον πέμπτο αναιρεσίβλητο την εκτέλεση των εργασιών διαμόρφωσης και τοποθέτησης δικτυωμάτων και συνδέσμων ακαμψίας στους γερανοδοκούς των γερανογεφυρών στο υψόμετρο +21 μέτρα στους άξονες ΑΒC του κτιρίου του χαλυβουργείου της αναιρεσείουσας. Ο πέμπτος αναιρεσίβλητος για τις ανάγκες της επιχειρήσεως του είχε προσλάβει από τις 24-10-2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον πρώτο αναιρεσείοντα ως εργάτη- ηλεκτροσυγκολητή. Στις 15-10-2004 ο πρώτος αναιρεσίβλητος ως μέλος του συνεργείου του πέμπτου αναιρεσιβλήτου εργαζόταν ως ηλεκτροσυγκολητής στο παραπάνω κτίριο του χαλυβουργείου της αναιρεσείουσας μήκους 209 μέτρων περίπου και ύψους 21 μέτρων επί του κεντρικού άξονα (πλατφόρμα μπετόν) του πιο πάνω κτιρίου. Η πλατφόρμα επί της οποίας εργαζόταν, πλάτους 2 μέτρων φέρει κατά μήκος και στις δύο πλευρές σιδηροδοκούς και χωρίζεται σε τομείς (φατνώματα) με εγκάρσιες τομές από κολώνες μεταξύ δε των δύο κολώνων ορίζεται ένας τομέας. Εκατέρωθεν και παράλληλα της παραπάνω πλατφόρμας στο αυτό ύψος υπάρχουν δύο άλλες πλατφόρμες (ακρινοί άξονες), που φέρουν σιδηροδοκούς στην εσωτερική πλευρά τους. Έτσι σχηματίζονται δύο ζεύγη σιδηροδοκών που αποτελούν τις σιδηροτροχιές για την κίνηση αρκετών γερανογεφυρών που κινούνται στο κτίριο. Κάθε ζεύγος αποτελείται από τη δοκό του ενός ακρινού άξονα και την κοντινότερη σε αυτή δοκό του κεντρικού. Στις 7.45'και ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος εργαζόταν επί της πλατφόρμας αυτής και εκτελούσε με το τριμελές συνεργείο της επιχείρησης του πέμπτου αναιρεσιβλήτου εργασίες ενίσχυσης των σιδηροτροχιών των γερανογεφυρών, διερχόμενη γέφυρα της αναιρεσείουσας με αιωρούμενη καμπίνα και οδηγό τον χειριστή ... υπάλληλο της αναιρεσείουσας τραυμάτισε τον πρώτο αναιρεσίβλητο με αποτέλεσμα τον ακρωτηριασμό του αριστερού χεριού στο ύψος της μεσότητας του βραχιονίου. Το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια αμφοτέρων των εναγομένων (αναιρεσείουσας και πέμπτου αναιρεσιβλήτου), οι οποίοι παρέλειψαν να λάβουν όπως όφειλαν και υποχρεούντο τα απαραίτητα μέτρα για την ασφάλεια των εκτελούντων τις ανωτέρω εργασίες ενίσχυσης των σιδηροτροχιών. Ειδικότερα δεν είχε ανασταλεί η κίνηση των γερανογεφυρών κατά τη διάρκεια των εργασιών ενίσχυσης των σιδηροτροχιών αν και οι εργασίες αυτές απαιτούσαν την παρουσία εργατών πολύ κοντά στις σιδηροτροχιές διέλευσης των γερανογεφυρών. Ενώ δε είχε επιλεγεί η ανασφαλής πρακτική της σύγχρονης κίνησης των γερανογεφυρών ταυτόχρονα με τις εργασίες συντήρησης δεν είχαν ληφθεί οργανωτικά και τεχνικά μέτρα που θα αποσκοπούσαν στην αποτροπή έκθεσης των εργαζομένων στην τροχιά κίνησης των γερανογεφυρών. Συγκεκριμένα δεν υπήρχε κατά την ημέρα του ατυχήματος φωτεινή σήμανση με τοποθέτηση φανών για να επισημαίνεται ο τομέας όπου εκτελούνταν οι εργασίες. Επίσης δεν υπήρχε επαρκής προειδοποιητική σήμανση ηχητική ή φωτεινή των γερανογεφυρών.... Αντί των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας είχε επιλεγεί το μέτρο της τοποθέτησης επιστάτη παρατηρητή, του…..εργαζόμενου στο συνεργείο του πέμπτου αναιρεσιβλήτου που παρατηρούσε την κίνηση των γερανογεφυρών και σε περίπτωση προσέγγισης σε εργαζόμενο ειδοποιούσε τον εργαζόμενο να απομακρυνθεί. Το μέτρο όμως αυτό ήταν ατελές και ανεπαρκές εφόσον η ειδοποίηση αφορούσε μόνο τα μέλη του συνεργείου και όχι και τους οδηγούς των γερανογεφυρών διότι δεν είχε δυνατότητα συνεννόησης και ειδοποίησης των οδηγών. Η παράλειψη εκ μέρους των εναγομένων (αναιρεσείουσας και πέμπτου αναιρεσιβλήτου) της λήψεως των ενδεδειγμένων προστατευτικών μέτρων πληροί τις προϋποθέσεις της συνδρομής της ειδικής αμέλειας που καθιστά τους εναγομένους (αναιρεσείουσα και πέμπτο αναιρεσίβλητο) υπαιτίους του τραυματισμού του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Αντιθέτως, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον παθόντα στην πρόκληση του ενδίκου εργατικού ατυχήματος καθότι δεν αποδείχτηκε ότι αυτός απομακρύνθηκε αυτοβούλως από τον επόπτη …, ο οποίος επιτηρούσε για την ασφαλή εργασία και ειδοποιούσε για τη γερανογέφυρα που πλησίαζε. Απεναντίας αποδείχτηκε ότι την ημέρα του ατυχήματος ο παθών εκτελούσε την εργασία ηλεκτροσυγκολλήσεως που είχε ανατεθεί στο συνεργείο του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, το οποίο με κανονική σύνθεση έπρεπε να απαρτίζεται από τέσσερα άτομα χωρισμένα σε δύο ομάδες των δύο ατόμων εκ των οποίων ο ένας εκτελούσε την εργασία και ο άλλος επέβλεπε την κίνηση των γερανογεφυρών Κατά τη στιγμή όμως του ατυχήματος ο παθών εργαζόταν μόνος του χωρίς επόπτη-επιτηρητή ο οποίος απουσίαζε. Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο ένδικο εργατικό ατύχημα. Ακολούθως αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η ως άνω ένσταση έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 140.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, καθώς και το ποσό των 60.000 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 931 λόγω της αναπηρίας του που θα έχει επίδραση στο μέλλον του, υποχρέωσε δε την αναιρεσείουσα και τον πέμπτο αναιρεσίβλητο να καταβάλουν στον πρώτο αναιρεσίβλητο τα ως άνω ποσά εις ολόκληρον έκαστος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ευθέως και εκ πλαγίου δεδομένου ότι εσφαλμένα έκρινε νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο το κονδύλιο της αγωγής για αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ περιέλαβε δε αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το θέμα της ευθύνης της αναιρεσείουσας, αφού αν και αναφέρει ότι η αναιρεσείουσα είχε αναθέσει στην εταιρία……ως ανάδοχο εργολάβο την εκτέλεση του έργου, η οποία στη συνέχεια ανέθεσε υπεργολαβικά την εκτέλεση μέρους του έργου στον πέμπτο αναιρεσίβλητο εργοδότη του παθόντος, δεν διευκρινίζει αν η αναιρεσείουσα επεφύλαξε και με ποίον τρόπο στον εαυτό της την επίβλεψη του έργου. Επομένως, οι, πέμπτος, έβδομος και όγδοος, λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). 

 

Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος στα εργατικά ατυχήματα για μη αναφορά στο άρθρο 15 ΠΚ.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  84/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, εκτός των άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει και σε περίπτωση, που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός.

Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρα.

Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη.

Αν το κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο είναι άκυρο και κηρυχθεί τέτοιο, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής.

Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  84/2008

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου….. που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του…..περί αναιρέσεως της …… αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της…..και συγκατηγορούμενο τον ...... Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.7.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1335/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ΚΠΔ καθιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ.1) εφόσον δεν καλύφθηκε, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών εκείνος που από αμέλεια επιφέρει τον θάνατο άλλου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Οταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευσή του αποτελέσματος. Αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή, η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού το οποίο προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, πηγάζει δε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρ. 321 § 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα, επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδαφ. α της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι "….ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας…..", παρεπομένου ότι το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφόρησης εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο υποκειμενικώς και αντικειμενικώς απορρέει η υποχρέωσή του να ενεργήσει. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 § 4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 § 1 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Αρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ αριθμ. 20.435/30-1-2004 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο τούτου στις 8-5-2006, προκειμένου να δικαστεί για ανθρωποκτονία από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 § 1 του ΠΚ. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πιο πάνω Δικαστηρίου και πρόβαλε δια των συνηγόρων του ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σ αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος σύμφωνα με το άρθρο 321 §§ 1 και 4 του ΚΠΔ, για τους λόγους α) ότι δεν αναφερόταν σε αυτό η ιδιαίτερη (ειδική) νομική υποχρέωση του ιδίου να ενεργήσει για να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, αλλά γενική προς τούτο υποχρέωσή του, που προέκυπτε από την ιδιότητά του ως υπαλλήλου των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου, και β) ότι περαιτέρω δεν προσδιοριζόταν σε αυτό ούτε ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πήγαζε η σχετική ειδική υποχρέωσή του. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την παρεμπίπτουσα και κατ αριθμόν ταυτάριθμη με την οριστική υπ αριθ….απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο ακολούθως δίκασε την υπόθεση κατ  ουσίαν και κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο της αποδοθείσας σε αυτόν αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, με την οποία παραπονέθηκε, εκτός άλλων, και για την απόρριψη της νομοτύπως προβληθείσας στο πρωτόδικο Δικαστήριο ενστάσεώς του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος κατά το άρθρ. 321 §§ 1 και 4 του ΚΠΔ. Από την επισκόπηση του αντίτυπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο Αρειος Πάγος, κατά το άρθρο 321 παρ.5 του ΚΠΔ, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητάς του, προκύπτει, ότι τούτο, σε σχέση με την βαρύνουσα τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει και να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, κατά την περιγραφή της πράξης, που αποδίδεται στον εν λόγω κατηγορούμενο, διέλαβε στο περιεχόμενό του ότι, ".... Στη Λεωφόρο .... και πριν από τη διασταύρωσή της με την ...., την 15η Μαϊου 2000, από αμέλειά του προκάλεσε το θάνατο του ...., κατοίκου εν ζωή Αθηνών. Ειδικότερα ενώ ήταν ...... και ο δεύτερος εξ αυτών……τεχνικός υπάλληλος της Υπηρεσίας μελετών-κατασκευών και συντήρησης έργων του Δήμου...., αρμόδιος για επισκευές φθορών αντιολισθηρού οδοστρώματος και υποχρεωμένος λόγω του επαγγέλματός του να δείξει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή για την αποκατάσταση βλαβών του οδοστρώματος, που ανήκε στην περιφέρεια της αρμοδιότητας του Δήμου του, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που πραγματοποιήθηκε από την πράξη του και συγκεκριμένα παρέλειψε και δεν έλαβε, όπως όφειλε, τα κατάλληλα μέτρα προς αποτροπή ατυχήματος των διερχομένων οδηγών επί της λεωφόρου .... και πριν τη διασταύρωσή της με την ....., μολονότι στο σημείο αυτό υπήρχαν ανωμαλίες στο οδόστρωμα (σαμαράκια) τα οποία δεν ήταν πρόσθετα για να αναγκάζουν τους οδηγούς να κινούνται με μικρή ταχύτητα, αλλά ενσωματωμένα στο οδόστρωμα με την μορφή λακκούβων και δεν επεσήμανε την ύπαρξή τους με την τοποθέτηση καταλλήλων εμποδίων, είτε με την τοποθέτηση σταθερού και ασφαλούς παραπετάσματος προστασίας των διερχομένων, ώστε να καλυφθούν οι ανωμαλίες, ούτε βέβαια προέβη σε διόρθωση της ασφαλτόστρωσης του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς ..... ". Στο εν λόγω κλητήριο θέσπισμα ως νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε να δικασθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μνημονεύονται εκείνες των άρθρων 1, 14, 15, 18, 26 παρ.1β, 28, 51, 53, 61, 63, 79 και 302 παρ.1 του ΠΚ. Ενόψει τούτων είναι προφανές, ότι στο κλητήριο θέσπισμα δεν διαλαμβάνεται, όπως έπρεπε, η ιδιαίτερη ειδική νομική υποχρέωσή του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου και από ποιες διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας) προέκυπτε η υποχρέωση αυτή, από μόνη την ιδιότητά του ως τεχνικού υπαλλήλου της προαναφερθείσας υπηρεσίας του Δήμου ...., να καλύψει τις επί του οδοστρώματος ανωμαλίες. Περαιτέρω και πέραν, όμως, από την παράλειψη αυτή, στο κλητήριο θέσπισμα, δεν περιέχεται επί πλέον, είτε στο καθόλου κείμενό του για την περιγραφή της πράξης είτε κάτω από αυτό, αναφορά στον επιτακτικό κανόνα δικαίου, από τον οποίο προέκυπτε η ειδική νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου να ενεργήσει κατά τα προδιαληφθέντα. Συνεπώς, το επιδοθέν στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο υπ αριθμ. 20.435/30-1-2004 κλητήριο θέσπισμα ήταν άκυρο και έπρεπε να κηρυχθεί άκυρο, κατά το βάσιμο σχετικό ισχυρισμό τούτου. Όμως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ αριθ. …..παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την εν λόγω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία ο αναιρεσείων εγκαίρως είχε προβάλει στον πρώτο βαθμό και μετά την απόρριψή της κατ ουσίαν, την επανέφερε στο Δικαστήριο αυτό με την έφεση. Ακολούθως, το Δικαστήριο τούτο προχώρησε, με βάση το ανωτέρω άκυρο κλητήριο θέσπισμα, στη συζήτηση της υποθέσεως και με την ταυτάριθμη οριστική απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη κατά τα προεκτεθέντα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Έτσι, όμως, που αποφάνθηκε το Τριμελές Εφετείο, έσφαλε, δεδομένου ότι εμφιλοχώρησε σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία δεν καλύφθηκε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως κατ υσίαν βάσιμη και να αναιρεθούν οι ταυτάριθμες, παρεμπίπτουσα και οριστική, αποφάσεις του, κατά το βάσιμο περί τούτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και να κηρυχθεί άκυρο το προσβαλλόμενο κατά τα άνω κλητήριο θέσπισμα. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Αν το κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο είναι άκυρο και κηρυχθεί τέτοιο, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1 εδαφ. β, 370 εδαφ. β και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και προτείνεται σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Αρειο Πάγο. Ο τελευταίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 370 εδαφ. β του ΚΠΔ. Στην υπόθεση που ερευνάται, η πράξη που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, φέρεται ότι τελέσθηκε στις 15-5-2000. Από τότε, όπως προκύπτει από το εν χρήση ημερολόγιο, παρήλθε πλήρης πενταετία, χωρίς να έχει αρχίσει η κύρια διαδικασία, ώστε να ανασταλεί η παραγραφή της, αφού το επίμαχο κλητήριο θέσπισμα, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη ήταν άκυρο και στο μεταξύ δεν του επιδόθηκε άλλο έγκυρο κλητήριο θέσπισμα. Έτσι, το αξιόποινο της αναφερόμενης πράξης του κατηγορουμένου, που φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, εξαλείφθηκε με παραγραφή. Κατά συνέπεια, πρέπει να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη αυτού για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. 

 

Ειδική αιτιολογία απόφασης σε εργατικό ατύχημα, εσφαλμένη ερμηνεία, ή εφαρμογή ποινικής διάταξης, συγγνωστή νομική πλάνη.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1658/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η καταδικαστική απόφαση πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ένα μέρος αυτών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του.

Η αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο, ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης, ή αποκλείουν, ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό, ή οδηγούν στην απόσβεση του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής.

Για το παραδεκτό των αυτοτελών ισχυρισμών επιβάλλεται να προτείνονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για τη θεμελίωσή του, προκειμένου να κριθεί το ουσία βάσιμο αυτών διαφορετικά το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη αορίστως προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο προβλεπόμενος περί συγγνωστής νομικής πλάνης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει ο προτείνων αυτήν κατηγορούμενος ν' αναφέρει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι κατά πλάνη πίστευε ότι δικαιούτο να προβεί στην πράξη του αυτή, εν όψει ιδιαίτερα του τόπου, του χρόνου, ηλικίας, πνευματικών ικανοτήτων και του επαγγέλματός του, αλλά και της προσπάθειας που κατέβαλε για να ενημερωθεί για την έννοια νομικής διάταξης παρά δημοσίων αρχών.

Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διάταξης.

Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής, ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1658/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, περί αναιρέσεως της 36/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Σύρου. Το Μονομελές Πλημ/κείο Σύρου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1790/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. α του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (Ν. 1577/1985) για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Περαιτέρω κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του ως άνω άρθρου, κάθε κατασκευή που εκτελείται και χωρίς άδεια της παρ. 1 είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές με τα αυθαίρετα διατάξεις του Ν. 1377/1983, όπως ισχύουν, ενώ κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του τελευταίου αυτού νόμου, οι ιδιοκτήτες, οι εντολείς κατασκευής αυθαιρέτου και οι εργολάβοι κατασκευής τιμωρούνται με κοινή φυλάκιση τουλάχιστον εξ (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με την υποβάθμιση του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητα η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ένα μέρος αυτών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του. Η παραπάνω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην απόσβεση του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Για το παραδεκτό των αυτοτελών ισχυρισμών επιβάλλεται να προτείνονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για τη θεμελίωσή του, προκειμένου να κριθεί το ουσία βάσιμο αυτών διαφορετικά το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη αορίστως προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 31 του ΠΚ περί συγγνωστής νομικής πλάνης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει ο προτείνων αυτήν κατηγορούμενος ν' αναφέρει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι κατά πλάνη πίστευε ότι δικαιούτο να προβεί στην πράξη του αυτή εν όψει ιδιαίτερα του τόπου, του χρόνου, ηλικίας, πνευματικών ικανοτήτων και του επαγγέλματός του αλλά και της προσπάθειας που κατέβαλε για να ενημερωθεί για την έννοια νομικής διάταξης παρά δημοσίων αρχών. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Σύρου με την προσβαλλόμενη 36/2006 απόφασή του δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος υπέβαλε την από 13-8-2001 αίτησή του προς το Δήμο ..., που βρίσκεται στη περιοχή ..., η οποία έχει χαρακτηρισθεί χορτολιβαδική από την Δασική Υπηρεσία, για να κατασκευάσει κλίμακα καθόδου - πρόσβασης προς τη παραλία που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της περιοχής ... . Ωστόσο, ενώ η αίτηση αυτή είχε διαβιβασθεί προς τη Κτηματική Υπηρεσία Ν. ... και το Πολεοδομικό Γραφείο ... προκειμένου να χορηγηθούν οι απαραίτητες εγκρίσεις για την έκδοση της σχετικής άδειας, ο κατηγορούμενος, από πρόθεση χωρίς να αναμένει την άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, την 9-8-2001 προέβη στην αυθαίρετη κατασκευή κλίμακας σε απόκρυμνη πλαγιά από σιδερένιες ράγες και ξύλινες τάβλες, μήκους περίπου 20-25 μέτρων και σε απόσταση 30 μέτρων από την ίσαλο γραμμή καθώς και στην αυθαίρετη κατασκευή περίφραξης από σιδερόβεργες σε παρακείμενη περιοχή, η οποία (κατασκευή) έφθανε ως τη θάλασσα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Μονομελές Πλημ/κείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/83 και δεχόμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης 30 ημερών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις προαναφερθείσες ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα με σαφήνεια προσδιορίζονται οι εργασίες κατασκευής για τις οποίες απαιτείται άδεια της αρμόδιας πολεοδομίας, ως και το ότι έλαβαν αυτές χώραν χωρίς την προηγούμενη χορήγησή της, ως και η κατασκευή αυτών από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα. Δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας να αξιολογούνται χωριστά και σε συσχετισμό μεταξύ τους τα στην αρχή του προοιμίου αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ 1 Ε συναφείς λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των προμνησθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ απαράδεκτη είναι, η υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας αιτίαση για εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδείξεων, διότι με αυτή πλήττεται η αναιρετέα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος ο υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ σχετικός λόγος αναίρεσης με την ειδικότερη αιτίαση ότι ενώ στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης φέρεται ότι κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για δύο παραβάσεις του ν. 1337/1983 επιβλήθηκε σ' αυτόν μια ποινή χωρίς να αιτιολογείται αν η ποινή αυτή αντιστοιχεί σε μία πράξη ή αν αποτελεί συνολικά ποινή κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.II. Όπως από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο της βασιμότητας λόγον αναιρέσεως ούτε ο κατηγορούμενος ούτε ο συνήγορός του πρόσβαλαν αυτοτελή περί συγγνωστής νομικής ή πραγματικής πλάνης ισχυρισμό. Το στην απολογία του κατηγορουμένου διαλαμβανόμενο ότι "προέβη στην πράξη του έξω από την ιδιοκτησία του σε ένα παλιό μονοπάτι για να κατεβαίνει ο κόσμος στην παραλία ... Ο Δήμος υιοθετεί το έργο αυτό, και ζήτησε την άρση της κατεδάφισής του ...", δεν παρέχει έρεισμα για να εκτιμηθεί ότι αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό είτε περί νομικής είτε περί πραγματικής πλάνης.Συνεπώς ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι το Δικαστήριο απέρριψε σιγή τον περί νομικής άλλως περί πραγματικής πλάνης αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 

 

Οι ένορκες βεβαιώσεις ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   796/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση.

Η μη λήψη αυτών υπ όψιν από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, εφ όσον είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   796/2008

Απόσπασμα…….Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. γ' αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο, εφόσον βέβαια είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους. Σχετικώς με την προσκόμιση με επίκληση των αποδεικτικών μέσων και συνεπώς και των ένορκων βεβαιώσεων, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 671 παρ. 1γ' ΚΠολΔ ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων είναι όταν αυτή είναι ειδική, δηλαδή όταν στην απόφαση γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς όμως να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές. Η επίκληση δε αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 9/2000). Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση ένορκης βεβαίωσης, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται μόνο γενική αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε προσκομίσει με επίκληση πρωτοδίκως, χωρίς αναφορά στις ένορκες βεβαιώσεις με παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων (Ολ ΑΠ 8/2000). 

 

Λήψη ένορκης βεβαίωσης μετά τηn συζήτηση στο ακροατήριο. Αριθμός ενόρκων βεβαιώσεων στις ειδικές διαδικασίες.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   875/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στις ειδικές διαδικασίες λαμβάνονται υπ όψιν ένορκες βεβαιώσεις και πέραν των τριών.

Οι ένορκες βεβαιώσεις, εφ όσον ληφθούν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο και προσκομισθούν με την προσθήκη στις προτάσεις, για να ληφθούν υπ όψιν πρέπει να αντικρούουν μόνο ισχυρισμούς, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   875/2007

Απόσπασμα……Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 649 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Από τον κανόνα αυτόν δεν καθιδρύεται εξαίρεση ούτε από τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία "΄Ενορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες", αφού με αυτήν ορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα (η οποία κατά το άρθρο 591 αυτού εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες εφ΄ όσον δεν αντιβαίνει στις ειδικές διατάξεις αυτών) σύμφωνα με την οποία "Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορούν να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση των ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις της παρ. 1" αφού με την τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται η προθεσμία για την αμοιβαία αντίκρουση των ισχυρισμών των διαδίκων και όχι για την προσκομιδή αποδεικτικών μέσων, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες, εξάλλου, ρητά με το άρθρο 591 παρ. 1 εδ. δ΄ ορίζεται ότι, αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών (μεταξύ των οποίων και η ειδική διαδικασία των άρθρων 648 - 661 ΚΠολΔ) δεν ορίζεται διαφορετικά "οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση". Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. γ΄ ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, σε συνδυασμό με το άρθρο 270 παρ. 2 γ΄ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 11 του ν. 2915/2001 με την οποία ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και από τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα με την οποία ορίζεται ότι τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών, προκύπτει ότι στις εν λόγω διαδικασίες (στις οποίες εμπίπτει και εκείνη των μισθωτικών διαφορών) λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις χωρίς να ορίζεται αριθμητικός τούτων περιορισμός (ΑΠ 160/2006).

 

 

Υποχρέωση αποζημίωσης σε ακάλυπτη επιταγή.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   618/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφάνισης της, αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή.

Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής την μεταβιβάσει σε άλλον λόγω ενεχύρου.

Στοιχεία απαραίτητα για το ορισμένο της αγωγής προς αποζημίωση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   618/2009

Απόσπασμα…….Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνον του δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297,298 και 914 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφάνισης της (τελευταίος ο κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλον λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου (άρθρο 1255 ΑΚ). Αν όμως η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος (ΟλΑΠ 29/2007 δημοσίευση στη Νόμος). Στοιχεία απαραίτητα για το ορισμένο της αγωγής προς αποζημίωση από το άρθρο 914 ΑΚ είναι: 1) Η έκδοση έγκυρης επιταγής, 2) η μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη στην πληρώτρια τράπεζα είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης είτε κατά τον χρόνο της πληρωμής, είτε η ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων που δεν μπορούσαν όμως να διατεθούν για την πληρωμή της επιταγής, λόγω ανάκλησης της εντολής προς πληρωμή από μέρους του εκδότη, 3) η υπαιτιότητα του εκδότη, ήτοι ότι προβαίνει εκείνος στην ενλόγω έκδοση από πρόθεση, που σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται το γεγονός ότι θα υπάρξει η ως άνω έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, 4) η μη πληρωμή της επιταγής εντός της νόμιμης προθεσμίας, η οποία, όταν πρόκειται για επιταγή που εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην Ελλάδα, είναι οκτώ (8) ημερών με αφετηρία την επόμενη μέρα της έκδοσης της (άρθρο 29 του ν. 5960/1933), 5) η από τη μη πληρωμή της επιταγής πρόκληση ζημίας του δικαιούχου κομιστή της και 6) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας και της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εκδότη (ΑΠ 281/2003 ΕλλΔνη 45.442, ΑΠ 587/2002 ΔΕΕ 2003.186, ΑΠ 690/1996 ΕΕμπΔ Μ0' 99, ΕφΔωδ 66/2006 δημ. στη Νόμος, ΕφΠειρ 18/2004 ΔΕΕ 2004.433, Μάρκου, Δίκαιο επιταγής, σελ. 319 er..). Σε περίπτωση έκδοσης μεταχρονολογημένης επιταγής, κρίσιμος χρόνος της γνώσης του εκδότη ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στον πληρωτή είναι εκείνος κατά τον οποίο ο εκδότης εξέδωσε πραγματικά την επιταγή, αφού από τη φύση της, ως μέσου άμεσης πληρωμής, η μεταχρονολογημένη επιταγή δεν μεταθέτει και την ευθύνη του εκδότη και των λοιπών εξ αυτής ενεχομένων έναντι του κομιστή της (ΟλΑΠ 123/1981 ΠοινΧρον ΛΑ' 479, ΑΠ 342/2005 Α' δημ. Νόμος, ΑΠ 23/1999 ΠοινΧρον 1999.220, ΑΠ 1262/1993 ΕλλΔνη 36.157, ΕφΔωδ 45/2005 Α' δημ. Νόμος, Εφθεσ 1009/2004 ΕΕμπΔ 2004.773). Σε περίπτωση αξίωσης προς αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις παρέχεται στον δικαιούχο κομιστή η ευχέρεια να ζητήσει ταυτόχρονα, κατά την τακτική διαδικασία, και την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου εκδότη της επιταγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία δεν καταργήθηκε ούτε περιορίστηκε από το άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου (ΑΠ 60/2001 δημ. στη Νόμος, ΑΠ 25/2000 ΕλλΔνη 41.712), που εισάγει διακωλυτικό κανόνα ως προς την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων του οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομική αδυναμία αυτού (ΟλΑΠ 23/2005 δημ. στη Νόμος, ΑΠ 1010/2005 ΕλλΔνη 2006.137, ΑΠ 60/2001 δημοσίευση στη Νόμος). Εξάλλου, η προσωπική κράτηση λόγω αδικοπραξίας, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, απαγγέλλεται χωρίς να απαιτείται η αναφορά στην εκκαλούμενη απόφαση των οικονομικών δυνατοτήτων, της αφερεγγυότητας και της δυνατότητας εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου, δεδομένου ότι η απαγγελία προσωπικής κράτησης λόγω αδικοπραξίας είναι δυνητική και απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, αρκεί δε στην αιτιολογία της απόφασης να αναφέρεται το αποδεδειγμένο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου οφειλέτη και των επίδικων αξιώσεων του ενάγοντος δανειστή, χωρίς να απαιτείται να γίνει επιπλέον αναφορά στην αφερεγγυότητα ή την απόκρυψη τυχόν περιουσίας του οφειλέτη και σε άλλες ειδικές συνθήκες ή περιστάσεις (ΕφΠειρ 29/2007 δημοσίευση στη Νόμος). 

 

Ενεχύραση επιταγής άνευ ευθύνης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   241/2010  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί η οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση.

Μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, είναι και η επιταγή.

Ο οπισθογράφος, που ενεργεί ενεχυρική οπισθογράφηση "άνευ ευθύνης", έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον εκδότη της επιταγής εις ολόκληρον, αναφορικά με την αναγωγική του ευθύνη για την μη πληρωμή της επιταγής και επομένως και η λόγω ενεχύρου οπισθογράφηση τραπεζικής επιταγής επιφέρει για τον κομιστή το εγγυητικό αποτέλεσμα της κανονικής οπισθογράφησης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   241/2010  

Απόσπασμα…….Κατά το άρθρο 1251 του ΑΚ για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφηση του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία. Κατά δε το άρθρο 1255 παρ. 1 εδ. α του ίδιου κώδικα, αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος. Εξάλλου, η ενεχύραση των τίτλων σε διαταγή με οπισθογράφηση και παράδοση είχε θεσπισθεί ως ειδικός τρόπος ενεχυράσεως για ορισμένες ανώνυμες εταιρίες και προς ασφάλεια ορισμένων απαιτήσεων τους με το άρθρο 38 του Ν.Δ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", που εξακολουθεί να ισχύει, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Εισ. Ν.Α.Κ και το οποίο ορίζει ότι εάν αντικείμενο της ενεχυριάσεως είναι δικαιόγραφο σε διαταγή, η ενεχυρίαση γίνεται με οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή της πιστώτριας, μη απαιτούμενης άλλης εγγράφου συμβάσεως ενεχυριάσεως. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί η οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση. Δεν αποκλείεται δε η επιλογή του κοινού τρόπου ενεχυράσεως της απαιτήσεως, με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 1247 και 1248 του ΑΚ. Μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, κατά τη διάταξη του άρθρου 1251 του ΑΚ,. είναι και η επιταγή, καθόσον από τη μη ύπαρξη στον Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", αντίστοιχης διάταξης προς εκείνη του άρθρου 19 του Ν. 5325/1932, με την οποία προβλέπεται η οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου των συναλλαγματικών και των γραμματίων εις διαταγήν (βλ. άρθρο 77 Ν. 5325/1932), δεν μπορεί να συναχθεί ότι θεσπίζεται για την επιταγή σχετική απαγόρευση. Εξάλλου και από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 1957/1991, με την οποία επιβάλλεται τέλος χαρτοσήμου στις "επιταγές" που προσκομίζονται στις Τράπεζες για είσπραξη ενεχυρίαση ή φύλαξη", προκύπτει ότι θεωρείται δεδομένη η νομιμότητα της ενεχυράσεως της τραπεζικής επιταγής. Περαιτέρω, ο οπισθόγραφος που ενεργεί ενεχυρική οπισθογράφηση τραπεζικής επιταγής, χωρίς ρήτρα "άνευ ευθύνης", έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον εκδότη της επιταγής, εις ολόκληρον, αναφορικά με την αναγωγική του ευθύνη για τη μη πληρωμή της επιταγής και επομένως και η λόγω ενεχύρου οπισθογράφηση τραπεζικής επιταγής επιφέρει για τον κομιστή και το, κατ' άρθρο 18 του Ν. 5960/1933, εγγυητικό αποτέλεσμα της κανονικής οπισθογράφησης. 

 

Η ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της σύμβασης επιταγής και η ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων. Η μεταχρονολογημένη επιταγή.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1512/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η εγκυρότητα της επιταγής δεν εξαρτάται από την σύμβαση επιταγής, που καταρτίζεται μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη της και σύμφωνα με την οποία ο πελάτης έχει δικαίωμα διάθεσης των προς τούτο διαθέσιμων κεφαλαίων του στην Τράπεζα και η τελευταία υποχρεούται να πληρώσει την επιταγή κατά τους όρους της σύμβασης και τις τραπεζικές συνήθειες. Η ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της σύμβασης επιταγής, όπως και η ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων, δεν επιδρούν στο κύρος της επιταγής και δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του κομιστή να στραφεί κατά του εκδότη και των υπόλοιπων υποχρέων.

Επίσης χωρίς σημασία είναι η σημείωση στην επιταγή του αριθμού του λογαριασμού του εκδότη και δεν επιδρά στο κύρος της επιταγής η αναγραφή αριθμού λογαριασμού τρίτου προσώπου.

Ο κομιστής μπορεί ν' ασκήσει την αγωγή από την επιταγή κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υποχρέων, μόνο εάν η επιταγή εμφανίσθηκε εγκαίρως και δεν πληρώθηκε και η άρνηση της πληρωμής βεβαιώνεται, εκτός των άλλων διαζευτικώς οριζομένων τρόπων, με δήλωση του πληρωτή που χρονολογείται και γράφεται πάνω στην επιταγή, με σημείωση της ημέρας εμφάνισής της. Για το κύρος της βεβαίωσης αυτής του πληρωτή, αρκεί η μνεία της ημερομηνίας της εμφάνισης της επιταγής και η μη πληρωμή της, καθώς και η χρονολόγηση της βεβαίωσης και δεν είναι αναγκαία και η μνεία της αιτίας για τη μη πληρωμή της επιταγής, όπως π.χ. έλλειψη πρόβλεψης, έλλειψη επαρκών διαθέσιμων κεφαλαίων, ανάκληση της εντολής προς πληρωμή, ανυπαρξία λογαριασμού στο όνομα του εκδότη, ή αναγραφή στην επιταγή αριθμού λογαριασμού άλλου προσώπου.

Η μεταχρονολογημένη επιταγή είναι έγκυρη και μπορεί να εμφανισθεί προς πληρωμή και πριν από την ημερομηνία, που αναγράφεται σε αυτήν ότι εκδόθηκε, αφού είναι πάντοτε πληρωτέα «εν όψει». Δεν απαιτείται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής να αναγράφεται ότι πρόκειται για μεταχρονολογημένη επιταγή και ο χρόνος της πραγματικής έκδοσης της επιταγής, αφού η εμφάνιση της επιταγής από την πραγματική ημερομηνία της έκδοσής της έως τη λήξη της οκταήμερης προθεσμίας προς εμφάνισή της από την πλασματική ημερομηνία έκδοσής της, αρκεί για τη θεμελίωση της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής και για το κύρος της τελευταίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1512/2006

Απόσπασμα…….Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 10, 22 και 28 του ν.5960/1933 «περί επιταγής», προκύπτει ότι η ενοχή από τραπεζική επιταγή είναι αναιτιώδης. Συνεπώς ο κομιστής της, όταν στρέφεται κατά κάποιου υπογραφέα που ευθύνεται έναντί του, δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι υπάρχει κάποια νόμιμη αιτία για την ανάληψη υποχρέωσης από την επιταγή, αλλά στον καθ ου στρέφεται απόκειται να επικαλεσθεί, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και να αποδείξει ότι λείπει υποκείμενη αιτία ή ότι εκείνη που υπάρχει είναι ελαττωματική, και με τον τρόπο αυτό να ελευθερωθεί. Μάλιστα για την προβολή της έλλειψης υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα, ότι χωρίς αιτία υπέγραψε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδεικνύεται, ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για κάποια ορισμένη αιτία και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη(ΑΠ 1312/1991). Τέλος, από τα άρθρα 1, 2 και 28 του ν. 5960/1933 συνάγεται ότι η σημείωση πάνω στην επιταγή του χρόνου της έκδοσής της είναι απαραίτητο στοιχείο του κύρους της. Δε θίγεται όμως το κύρος της επιταγής αν η σημειούμενη σε αυτήν ημερομηνία έκδοσής της δεν είναι αληθινή. Έτσι η μεταχρονολογημένη επιταγή είναι έγκυρη και μπορεί να εμφανισθεί προς πληρωμή και πριν από την ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτήν ότι εκδόθηκε, αφού είναι πάντοτε πληρωτέα «εν όψει». Δεν απαιτείται δε, στην αίτηση για την έκδοση, με βάση τραπεζική επιταγή, διαταγής πληρωμής να αναγράφεται ότι πρόκειται για μεταχρονολογημένη επιταγή και ο χρόνος της πραγματικής έκδοσης της επιταγής, αφού η εμφάνιση της επιταγής αυτής από την πραγματική ημερομηνία της έκδοσής της έως τη λήξη της οκταήμερης προθεσμίας προς εμφάνισή της από την πλασματική ημερομηνία έκδοσής της, αρκεί για τη θεμελίωση της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής και για το κύρος της τελευταίας (ΑΠ 193/1999). Επομένως, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε ακυρότητα, με το να κρίνει ορισμένη την αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση την αναφερόμενη σε αυτήν τραπεζική επιταγή, παρότι, α) ενώ στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής αναφέρεται ότι η επιταγή είναι μεταχρονολογημένη, δεν αναγράφεται ο πραγματικός χρόνος της έκδοσής της, β)ενώ ζητήθηκε η έκδοση διαταγής πληρωμής για όλο το ποσό του κεφαλαίου της επιταγής, των 75.000.000 δραχμών και για τόκους από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, μέρους μόνο του κεφαλαίου, ποσού 45.000.000 δραχμών, δε αναφέρεται στην αίτηση ο λόγος για τον οποίο περιορίζεται το αίτημα καταβολής τόκων και γ) δεν αναγράφεται στην αίτηση η υποκείμενη αιτία για την οποία εκδόθηκε και παραδόθηκε στην αιτούσα η επιταγή και δεν προσκομίσθηκαν έγγραφα για την απόδειξή της και ειδικότερα δεν αποκαλύπτεται με την αίτηση ότι η υποκείμενη αιτία αφορά οφειλή κεφαλαίου και τόκων, τα προσδιοριστικά του ύψους του οποίου στοιχεία δεν προσδιορίζονται στην αίτηση. Επειδή, για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αποτελεί προϋπόθεση να εισήλθε το δικαστήριο στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, αφού με αυτόν ελέγχεται η διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ελέγχονται σφάλματα αναγόμενα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Δεν ιδρύεται, συνεπώς, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την αίτηση. Η σχετική κρίση ελέγχεται μόνο με λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Επομένως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι χωρίς αιτιολογία το Εφετείο έκρινε ορισμένη την αίτηση της αναιρεσίβλητης για έκδοση της ανακοπτόμενης από αυτήν διαταγής πληρωμής, απορρίπτοντας το λόγο της ανακοπής, με τον οποίο προβλήθηκε η αοριστία της αίτησης αυτής. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφ. β΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του. Δε στοιχειοθετείται, όμως ο λόγος αυτός, αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη δεν είναι νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης(ολΑΠ 2/1989). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται χωρίς αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης (ολΑΠ 11/1996, 12/1991). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ.1 του ν.3190/1955 «περί εταιριών περιωρισμένης ευθύνης», απαγορεύονται δάνεια από τους εταίρους προς την εταιρία με εμπράγματη ασφάλεια αγαθών της εταιρικής περιουσίας. Η παρά την απαγόρευση αυτή σύσταση εμπράγματης ασφάλειας είναι άκυρη. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην αποτροπή της αθέμιτης μετακύλισης του επιχειρηματικού κινδύνου από τους εταίρους στους τρίτους, που θα μπορούσε να επιτευχθεί με την προνομιακή ικανοποίηση των δανειστών - εταίρων εις βάρος των απαιτήσεων των τρίτων δανειστών της εταιρίας, προκύπτει ότι δεν απαγορεύονται τα δάνεια από τους εταίρους προς την εταιρία, όταν αυτά χορηγούνται χωρίς εμπράγματη ασφάλεια, σε περίπτωση δε δανειοδότησης της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης από εταίρο με εμπράγματη ασφάλεια, δεν είναι άκυρο το δάνειο, αλλά είναι άκυρη μόνο η εμπράγματη ασφάλισή του. Τον ίδιο σκοπό της αποτροπής της μετακύλισης του επιχειρηματικού κινδύνου στους τρίτους και της εις βάρος των τρίτων δανειστών της εταιρίας κατά προτίμηση ικανοποίησης των δανειστών εταίρων, εξυπηρετούν και οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με τις οποίες η εξόφληση από την εταιρία των δανείων των εταίρων προς αυτήν λογίζεται πως δεν έγινε, εφόσον με την εξόφληση αυτή ματαιώνεται, εν όλω ή εν μέρει, η ικανοποίηση των κατά το χρόνο αυτό απαιτήσεων τρίτων και σε περίπτωση λύσης της εταιρίας, για οποιοδήποτε άλλο, εκτός από την κήρυξή της σε πτώχευση, λόγο, οι απαιτήσεις των εταίρων από δάνεια ικανοποιούνται μετά την εξόφληση των υπόλοιπων χρεών της εταιρίας. Οι διατάξεις αυτές, εκτός από την προνομιακή ή κατά προτίμηση εξόφληση των απαιτήσεων των εταίρων από δάνεια τους προς την εταιρία, δεν εμποδίζουν τους δανειστές της εταιρίας εταίρους να ζητήσουν με αγωγή ή με αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής την καταδίκη της εταιρίας στην καταβολή της από δάνειο απαίτησής τους κατ΄ αυτής και την απόκτηση έτσι εκτελεστού τίτλου για τέτοια απαίτησή τους, αφού το ζήτημα της απόκτησης τίτλου για την απαίτηση είναι διαφορετικό από το ζήτημα της εκτέλεσης του τίτλου αυτού και από τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα ικανοποιηθεί η απαίτηση για την οποία υπάρχει τίτλος εκτελεστός. Συναφώς διαφορετικό είναι και το ζήτημα της επιδίωξης της απόκτησης τίτλου εκτελεστού από το δανειστή για την κατά της εταιρίας απαίτησή του, από το ζήτημα της λήψης μέτρων εξασφάλισης της απαίτησης. Συνεπώς, αν το καταστατικό της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης απαγορεύει στους εταίρους τη λήψη οποιουδήποτε συντηρητικού μέτρου ή ασφαλιστικού μέτρου κατά της εταιρικής περιουσίας, δεν απαγορεύεται σε αυτούς η άσκηση αγωγής ή υποβολή αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής για τις απαιτήσεις τους κατά της εταιρίας. 

 

Δίγραμμη επιταγή σε διαταγή ως χρεωστικό ομόλογo.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   8413/2003

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η τυπικά άκυρη επιταγή σε διαταγή, προς την οποία εξομοιώνεται και η ανενεργός διαδικαστικά δίγραμμος επιταγή για τον εξ οπισθογραφήσεως κομιστή, ο οποίος δε νομιμοποιείται ενεργητικά στην επιδίωξη της πληρωμής της και στην άσκηση του αναγωγικού δικαιώματος, μπορεί να ισχύει κατά μετατροπή ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, αφού τα μέρη με την επιταγή του τύπου της έκδοσης επιταγής, η οποία ιδρύει αναιτιώδη ενοχή, είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή, ανεξάρτητα από την αιτία.

Συνεπώς και η δίγραμμη επιταγή σε διαταγή, που καθίσταται διαδικαστικά ανενεργός, ως προς την επιδίωξη πληρωμής της, μπορεί κατά μετατροπή να ισχύσει ως χρεωστικό ομόλογο εκδιδόμενο από έμπορο προς έμπορο, ή έγγραφο αφηρημένης (αναιτιώδης) υπόσχεσης, ή αναγνώρισης χρέους, αρκεί να φέρει όλα τα κατά νόμο στοιχεία που το συγκροτούν, ήτοι ρήτρα σε διαταγή, υπόσχεση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού σε οποιονδήποτε χρόνο και αν ζητηθεί αυτό από τον κομιστή, καθώς και την υπογραφή του εκδότη. Ο κομιστής μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση την ανενεργό δίγραμμη επιταγή, αρκεί στην αίτησή του να διαλαμβάνει ότι η επιταγή αυτή εις διαταγή ισχύει, κατά μετατροπή ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, ή ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους, γιατί περιέχει όλα τα εκ του νόμου στοιχεία.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   8413/2003

Απόσπασμα……..Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 873 ΑΚ, 76 εδ. β΄ 77, 78 του ν.δ. της 17.7/13.8. 1923, προκύπτει, ότι η τυπικά άκυρη επιταγή σε διαταγή, προς την οποία εξομοιώνεται και η ανενεργός διαδικαστικά δίγραμμος επιταγή (άρθ. 37, 38 ν. 5960/1933) για τον εξ οπισθογραφήσεως κομιστή, ο οποίος δε νομιμοποιείται ενεργητικά στην επιδίωξη της πληρωμής της και στην άσκηση του αναγωγικού δικαιώματος μπορεί να ισχύει κατά μετατροπή ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, αφού τα μέρη με την επιταγή του τύπου της έκδοσης επιταγής, η οποία ιδρύει αναιτιώδη ενοχή, είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή, ανεξάρτητα από την αιτία. Συνεπώς και η δίγραμμη επιταγή σε διαταγή, που καθίσταται με τις πιο πάνω προϋποθέσεις διαδικαστικά ανενεργός για τον εξ οπισθογραφήσεως κομιστή της, ως προς την επιδίωξη πληρωμής της, μπορεί κατά μετατροπή κατά την έννοια του άρθρου 182 ΑΚ να ισχύσει ως χρεωστικό ομόλογο εκδιδόμενο από έμπορο προς έμπορο κατ' άρθ. 75 του ν.δ. 17.7/13.8.1923, ή έγγραφο αφηρημένης (αναιτιώδης) υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους (αρθ. 873 ΑΚ) αρκεί να φέρει όλα τα κατά νόμο στοιχεία που το συγκροτούν, ήτοι ρήτρα σε διαταγή, υπόσχεση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού σε οποιονδήποτε χρόνο και αν ζητηθεί αυτό από τον κομιστή, καθώς και την υπογραφή του εκδότη ο κομιστής δε μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση την ανενεργό κατά τα προεκτεθέντα δίγραμμη επιταγή, αρκεί στην αίτησή του να διαλαμβάνει ότι η επιταγή αυτή εις διαταγή ισχύει, κατά μετατροπή ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, ή ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους διότι περιέχει όλα τα παραπάνω εκ του νόμου στοιχεία των τελευταίων (Μπέης: Πολ.Δικ. άρθ. 623 σελ. 173-174, Σαμουήλ παρ. 860, ΟλΑΠ 2088/1986 ΝοΒ 35, 1626, ΑΠ 392/2001 ΕλΔ 43, 125). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 25 εδ. 1, 26 εδ. 1 και 27 εδ.1 του ν. 5960/1933 σαφώς συνάγεται ότι η πληρωμή της επιταγής μπορεί να εξασφαλισθεί με τριτεγγύηση η οποία παρέχεται με πράξη επί της επιταγής με τη λέξη «δια τριτεγγύηση». Η υποχρέωση του τριτεγγυητή είναι ισχυρή και όταν η ενοχή του τιμώμενου είναι άκυρη με οιουδήποτε ουσιαστικού λόγου (αρχή της αυτοτέλειας), εκτός από τυπικό ελάττωμα ή τυπική ανενέργεια (αρχή της τυπικής εξάρτησης). Επομένως, σε κάθε περίπτωση τυπικής ακυρότητας της επιταγής ή ανενεργού της με την προεκτεθείσα έννοια, άκυρη ή ανενεργός είναι και η τριτεγγύηση, αφού προϋπόθεση της ισχύος αυτής είναι η τυπικώς ισχυρά και ενεργός διαδικαστικά επιταγή. Και η άκυρη όμως ή ανενεργός τριτεγγύηση κατά τεκμαιρόμενη βούληση των συμβαλλομένων μπορεί κατά μετατροπή από τη διάταξη του άρθ. 182 ΑΚ να ισχύσει ως εγγύηση του κοινού δικαίου κατ’ άρθ. 847 επ. ΑΚ (ΑΠ 1306/1984 ΕΕμπΔ 12.87, ΕΑ 5120/ 1998 ΕλΔ 39, 1410). Συνεπώς, η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624-634 ΚΠολΔ, με βάση άκυρη επιταγή και τριτεγγύηση επ' αυτής, ή ανενεργό διαδικαστικά ως προς τη νομιμοποίηση του κομιστή της δίγραμμη επιταγή και της επ' αυτής τριτεγγυήσεως αρκεί για την πληρότητά της ν' αναφέρει ότι η άκυρη αυτή και ανενεργός επιταγή ισχύει ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους ή ως ομόλογο και ως εγγύηση του κοινού δικαίου, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρει και τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθ. 182 ΑΚ που τεκμαίρονται. Ο ανακόπτων δε οφειλέτης βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού τού περί του αντιθέτου του τεκμαιρομένου γεγονότος δηλαδή για την έλλειψη της θελήσεως των ενδιαφερομένων μερών για τη μετατροπή (ΕΑ 7456/1988 ΕλΔ 31, 850 και ΕΑ 2463/1983 ΕλΔ 25, 146). Τέλος, η αξίωση που πηγάζει από τυπικά άκυρη ή ανενεργό διαδικαστικά για τον κομιστή της δίγραμμη επιταγή ή τριτεγγύηση, η οποία κατά μετατροπή (ΑΚ 182), ισχύει ως ομόλογο ή ως σύμβαση αφηρημένης υποσχέσεως χρέους (ΑΚ 873) ή ως εγγύηση, υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ (ΑΠ 526/1985 ΝοΒ 1986, 196, ΕΑ 1623/1998 ΕλΔ 39, 1080), και όχι στις σύντομες παραγραφές των διατάξεων των άρθρων 52 και 60 του ν. 5980/1933, που προϋποθέτουν την ύπαρξη τυπικά έγκυρης και ισχυρής επιταγής.

 

Επιταγή σε διαταγή, που φέρει ανύπαρκτη χρονολογία έκδοσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   392/2001  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η επιταγή σε διαταγή, που φέρει ανύπαρκτη χρονολογία έκδοσης, όταν εκδίδεται από έμπορο περί παροχής χρημάτων, μπορεί να ισχύει κατά μετατροπή, ως χρεωστικό ομόλογο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   392/2001 

Απόσπασμα…….Επειδή, οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικοί λόγοι, κατά τους οποίους το Εφετείο, το μεν δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι η επίμαχη επιταγή, ως παραγεγραμμένη, δεν μπορούσε να ισχύσει, κατά μετατροπή, ως χρεωστικό ομόλογο ή άλλη δικαιοπραξία, το δε έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε από αυτόν και συγκεκριμένα την ένσταση περί παραγραφής της αξίωσης εκ της ανωτέρω επιταγής, είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος, ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος και συνεπώς ουσιώδης, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η επίμαχη επιταγή είχε ανύπαρκτη χρονολογία έκδοσης (31-6-1997) και εντεύθεν ήταν, κατά τα άρθρα 1 παρ.5 και 2 του Ν.5960/1933 «περί επιταγής», άκυρη, οπότε και δεν μπορεί να γίνει λόγος περί παραγραφής της από την επιταγή αυτή απαίτησης, ο δε δεύτερος, ως αλυσιτελής, αφού ο περί παραγραφής ισχυρισμός δεν θα είχε καμμιά έννομη συνέπεια, διότι, με βάση τα προεκτεθέντα, ήταν ανύπαρκτος ο χρόνος έκδοσης της επίδικης επιταγής. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 873 ΑΚ, 76 εδ.β', 77 και 78 του Ν.Δ. της 17/7-13/8/1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» προκύπτει, ότι η τυπικά άκυρη επιταγή σε διαταγή, καθώς είναι και η έχουσα ανύπαρκτη χρονολογία έκδοσης, όταν εκδίδεται από έμπορο περί παροχής χρημάτων, μπορεί να ισχύει, κατά μετατροπή, ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, μεταβιβάζεται με οπισθογράφηση και με την τελευταία μεταβιβάζονται όλα τα εκ του δικαιογράφου δικαιώματα στον υπερού η οπισθογράφηση, αφού, έτσι, τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή, ανεξάρτητα από την αιτία, με την επιλογή του τύπου της έκδοσης επιταγής, η οποία ιδρύει αναιτιώδη ενοχή. Συνεπώς, η επιταγή σε διαταγή, που δεν ισχύει ως τέτοια, λόγω ανυπαρξίας της χρονολογίας έκδοσής της (άρθρα 1 παρ.5 και 2 Ν.5960/1933), μπορεί, κατά μετατροπή, να ισχύσει ως χρεωστικό ομόλογο εις διαταγή, αρκεί να φέρει όλα τα κατά νόμον στοιχεία που το συγκροτούν, ήτοι, ρήτρα σε διαταγή, υπόσχεση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού, σε οποιονδήποτε χρόνο και αν ζητηθεί αυτό από τον κομιστή, καθώς και την υπογραφή του εκδότη, ο οποίος πρέπει να έχει την ιδιότητα του εμπόρου, οπότε και ακολουθεί, ότι δεν απαιτείται, ως αναγκαίο στοιχείο από τον νόμο, για την εγκυρότητά του, ο χρόνος έκδοσής του, ο κομιστής του δε από οπισθογράφηση μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής, με βάση την άκυρη, κατά τα προεκτεθέντα, επιταγή, αρκεί στην αίτησή του να διαλαμβάνει, ότι η άκυρη αυτή επιταγή εις διαταγή ισχύει, κατά μετατροπή, ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, διότι περιέχει όλα τα παραπάνω εκ του νόμου στοιχεία του τελευταίου, (σχ.Ολ.Α.Π. 2088/1986). 

 

Συνέπειες έκδοσης μεταχρονολογημένης επιταγής.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    705/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής καλύπτει χορήγηση πίστωσης από τον λήπτη προς τον εκδότη.

Ο δανειστής και λήπτης της επιταγής, αποδεχόμενος την μεταχρονολόγηση της επιταγής, δεσμεύεται έναντι του εκδότη προς οικονομική αυτού διευκόλυνση, να μην εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή στη τράπεζα, παρά μόνο εντός του οκταημέρου από την στο σώμα της επιταγής αναγραφόμενη μεταγενέστερη ημερομηνία.

Αν ο λήπτης παρά την ύπαρξη της άνω συμβατικής δέσμευσης εμφανίσει την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα ενωρίτερα απ' ό,τι συμφωνήθηκε και η επιταγή δεν πληρωθεί, τότε έχει μεν την εκ της αδικοπραξίας αξίωση κατά του εκδότου, πλην όμως μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού ο ισχυρισμός ότι αν και γνώριζε την έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής, στη συνέχεια κατά παράβαση των συμφωνηθέντων την εμφάνισε για πληρωμή πριν από την ημερομηνία που αναγράφεται στο σώμα της επιταγής.

Δεν θεμελιώνεται όμως ο εν λόγω ισχυρισμός, όταν ο λήπτης γνώριζε μεν την έλλειψη αντικρίσματος κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής, πλην όμως, συμμορφούμενος προς την ανωτέρω συμβατική δέσμευση, εμφάνισε την επιταγή στη τράπεζα εντός του οκταημέρου από την μεταγενέστερη ημερομηνία που διαλαμβάνεται στο σώμα της επιταγής. Στην περίπτωση αυτή η γνώση του λήπτου περί της έλλειψης διαθεσίμων κατά την πραγματική ημερομηνία έκδοσης της επιταγής, που είναι αυτονόητη επί έκδοσης μεταχρονολογημένης επιταγής, καμία νομική σημασία δεν έχει προς θεμελίωση των ανωτέρω ενστάσεων

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    705/2007

Απόσπασμα…….Από το άρθρο 79 Ν. 5930/1933, μετά την τροποποίηση τούτου με το άρθρο 1 Ν.Δ. 1325/1972, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 13, 28, και 29 του ίδιου νόμου, τα άρθρα 71, 297, 298, 914 και 926 ΑΚ συνάγονται τα εξής: τιμωρείται με την ποινή που προβλέπεται στο άνω άρθρο 79 εκείνος που εκδίδει επιταγή, όπως είναι και εκείνος που υπογράφει την επιταγή υπό την ένδειξη του εκδότη ως νόμιμος αντιπρόσωπος νομικού προσώπου, η οποία επιταγή στη συνέχεια εμφανίζεται μεν εμπρόθεσμα από το νόμιμο κομιστή της προς πληρωμή στον πληρωτή της, αλλά δεν πληρώνεται από αυτόν εξαιτίας ελλείψεως αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, προβαίνει δε εκείνος στην εν λόγω έκδοση από πρόθεση, ήτοι εν γνώσει του γεγονότος ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της επιταγής υπάρχει η εν λόγω έλλειψη διαθεσίμων. Στην περίπτωση δε εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής και δεδομένου ότι η επιταγή είναι πληρωτέα πάντοτε εν όψει σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν. 5930/1933, η αντικειμενική υπόσταση του από το άρθρο 79 εγκλήματος πληρούται όταν η επιταγή εμφανίζεται για πληρωμή εντός του χρονικού διαστήματος από τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως αυτής έως την τελευταία ημέρα του οκταημέρου που ακολουθεί τον αναγραφόμενο στην επιταγή χρόνο εκδόσεώς της (ΟλΑΠ. ποιν. 462/1992, πρβλ. ΟλΑΠ ποιν 46/1980). Όταν δε στοιχειοθετείται το προεκτιθέμενο έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, στοιχειοθετείται παράλληλα και η αναγκαία για την αστική ευθύνη από αδικοπραξία παράνομη και υπαίτια πράξη εκείνου που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή, από την οποία πράξη προξενείται, κατ' αιτιώδη συνάφεια, στο νόμιμο κομιστή της επιταγής η ζημία της μη εισπράξεως του ποσού της εν λόγω επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεώς της προς πληρωμή και έτσι γεννιέται η ευθύνη εκείνου για αποζημίωση τούτου με ποσό ίσο εκείνου της επιταγής. Αν εκείνος που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή ως νόμιμος αντιπρόσωπος νομικού προσώπου έχει ευθύνη αποζημιώσεως έναντι του νόμιμου κομιστή της επιταγής, προέβη στην έκδοση κατά την εκτέλεση των νομίμως ανατεθειμένων σε αυτόν αντίστοιχων καθηκόντων, τότε γεννιέται και ευθύνη αποζημιώσεως εις βάρος του νομικού προσώπου. Στην περίπτωση αυτή η αστική ευθύνη του νομίμου αντιπροσώπου του νομικού προσώπου που είναι και ποινικά υπεύθυνος, (άρθρο 79 του Ν. 5960/1933), είναι αυτοτελής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 71 εδ. β' Α.Κ., μη συναρτώμενη προς την συνδρομή ευθύνης του νομικού προσώπου. Εκ τούτου παρέπεται ότι επί πτωχεύσεως ανωνύμου εταιρείας στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της πραγματικής ημερομηνίας εκδόσεως της μεταχρονολογημένης επιταγής και εκείνης που αυτή εμφανίσθηκε στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή, ήτοι εντός του οκταημέρου από την στο σώμα της επιταγής αναγραφόμενη ημερομηνία, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του νομίμου αντιπροσώπου της εταιρείας που την εξέδωσε, εντεύθεν δε, και η αστική του ευθύνη προς αποζημίωση. Τούτο γιατί το αποτέλεσμα της πτωχευτικής απαλλοτριώσεως που επήλθε με βάση το άρθρο 2 παρ.1 του α.ν. 635/1937 "περί διατάξεων τινων του πτωχευτικού δικαίου", που στερεί αυτοδικαίως τον πτωχεύσαντα της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτικής περιουσίας και την επιλεκτική εξόφληση των εταιρικών χρεών, δεν επεκτείνεται και στην περιουσία του νομίμου αντιπροσώπου της πτωχευσάσης εταιρείας η ποινική και αστική ευθύνη του οποίου από την έκδοση της ακάλυπτης και μη πληρωθείσης επιταγής διατηρείται, μη επηρεαζομένη από την επελθούσα εκ της πτωχεύσεως μεταβολή στη νομική κατάσταση της ανωνύμου εταιρείας. Περαιτέρω η έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής καλύπτει χορήγηση πιστώσεως από τον λήπτη προς τον εκδότη. Ο δανειστής και λήπτης της επιταγής, αποδεχόμενος την μεταχρονολόγηση της επιταγής, δεσμεύεται έναντι του εκδότου, προς οικονομική αυτού διευκόλυνση, να μην εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή στη τράπεζα, παρά μόνο εντός του οκταημέρου από την στο σώμα της επιταγής αναγραφόμενη μεταγενέστερη ημερομηνία. Αν ο λήπτης παρά την ύπαρξη της άνω συμβατικής δεσμεύσεως εμφανίσει την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα ενωρίτερα απ' ό,τι συμφωνήθηκε και η επιταγή δε πληρωθεί, τότε έχει μεν την εκ της αδικοπραξίας αξίωση κατά του εκδότου με βάση το άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, πλην όμως μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού η, επί των άρθρων 281 και 300 ΑΚ στηριζομένη ένσταση με τον ισχυρισμό ότι αν και εγνώριζε την έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής, στη συνέχεια κατά παράβαση των συμφωνηθέντων την εμφάνισε για πληρωμή πριν από την ημερομηνία που αναγράφεται στο σώμα της επιταγής. Δεν θεμελιώνεται όμως η εκ των άρθρων 281 και 300 ΑΚ ένσταση όταν ο λήπτης εγνώριζε μεν την έλλειψη αντικρύσματος κατά τον χρόνο εκδόσεως της επιταγής, πλην όμως, συμμορφούμενος προς την ανωτέρω συμβατική δέσμευση, εμφάνισε την επιταγή στη τράπεζα εντός του οκταημέρου από την μεταγενέστερη ημερομηνία που διαλαμβάνεται στο σώμα της επιταγής. Στην περίπτωση αυτή η γνώση του λήπτου περί της ελλείψεως διαθεσίμων κατά την πραγματική ημερομηνία εκδόσεως της επιταγής, που είναι αυτονόητη επί εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής, καμία νομική σημασία δεν έχει προς θεμελίωση των ανωτέρω ενστάσεων. 

 

Παραγραφή αξίωσης κομιστή της επιταγής κατά οπισθογράφου, εκδότη και άλλων υπόχρεων.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   757/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι αξιώσεις του κομιστή της επιταγής κατά των οπισθογράφων, κατά του εκδότη και των άλλων υπόχρεων, παραγράφονται μετά έξι μήνες από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση της επιταγής.

Η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία. Αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή.

Το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα εξακολουθεί από του ανωτέρω σημείου διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της ανακοπής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης, που στηρίζει τη διαταγή, εν επιδικία και μάλιστα, όχι μόνο στην περίπτωση που ακυρωθεί η διαταγή, αλλά προδήλως και κατά μείζονα λόγο και όταν απορριφθεί η ανακοπή.

Δηλαδή σε κάθε περίπτωση κατά τη διάρκεια της δίκης επί της ανακοπής και μέχρι την περάτωσή της με τελεσίδικη απόφαση, δεν κινείται η παραγραφή που έχει διακοπεί με την επίδοση της διαταγής πληρωμής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   757/2006

Απόσπασμα…….Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, πλην άλλων, ότι ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί, ο Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εν προκειμένω, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση α) 185β/5.1.2005, 187β/5.1.2005, 189β/ 5.1.2005 και 183β/5.1.2005 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Παν. Β. και β) 184β/5.1.2005, 186β/5.1.2005, 188β/5.1.2005 και 182β/5.1.2005 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή αποδεικνύεται ότι, αντίστοιχα, 1) ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με τις κάτω απ' αυτό πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και 2) ακριβές αντίγραφο της από 1.12.2004 και με αριθμό πρωτ. 170 βεβαίωσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από την αρχική δικάσιμο (18.10.2004) για τη δικάσιμο της 9.5.2005, μαζί με κλήση να παραστούν στη συζήτηση αυτής κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως σε καθένα των τεσσάρων αναιρεσιβλήτων, η συζήτηση δε της υπόθεσης από την λόγω δικάσιμο (9.5.2005) αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (6.2.2006). Συνεπώς, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Κατά το άρθρο 52 του ν. 5360/1933 «περί επιταγής», οι αξιώσεις του κομιστή της επιταγής κατά των οπισθογράφων, κατά του εκδότη και των άλλων υπόχρεων παραγράφονται μετά έξι μήνες από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση της επιταγής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 634 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία (παρ. 1), αν ακυρωθεί δε η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή (παρ. 2). Με το ανωτέρω άρθρο 634 παρ. 2 η άσκηση της ανακοπής ορίζεται ως ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου νέας παραγραφής της αξίωσης, ο οποίος διαφορετικά θα άρχιζε αμέσως μετά τη διακοπή που επέρχεται με την επίδοση της διαταγής πληρωμής και είναι, αν η διαταγή στηρίζεται σε αξιόγραφο , η βραχυπρόθεσμη για την αντίστοιχη αξίωση παραγραφή (ΟλΑΠ 30/1987). Το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα εξακολουθεί από του ανωτέρω σημείου διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της ανακοπής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης, που στηρίζει τη διαταγή, εν επιδικία και μάλιστα, όχι μόνο στην περίπτωση που ακυρωθεί η διαταγή, όπως ρητώς ορίζεται στο νόμο, αλλά προδήλως και δη κατά μείζονα λόγο, και όταν απορριφθεί η ανακοπή. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση κατά τη διάρκεια της δίκης επί της ανακοπής και μέχρι την περάτωσή της με τελεσίδικη απόφαση, δεν κινείται η παραγραφή που έχει διακοπεί με την επίδοση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 46/2004, 200/2003, 1568/2002). 

 

Συμπλήρωση λευκής επιταγής.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 682/2001

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επιταγή, εφ όσον φέρει απλή υπογραφή του εκδότη, με την πρόθεση να δημιουργηθεί θεληματικά ατελής επιταγή, μπορεί να συμπληρωθεί με βάση τη συμφωνία που έγινε με τον λήπτη.

Η συμπλήρωση των στοιχείων που ελλείπουν, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, μπορεί να γίνει και από περαιτέρω κομιστή.

Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής.

Τέτοια υπάρχει εάν συμπληρωθεί ατελής επιταγή για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της.

Κατά του περαιτέρω κομιστή μπορεί να αντιταχθεί από τον εκδότη, η ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων του τίτλου με την προβολή της ένστασης αυτής στην περίπτωση συμπλήρωσης των στοιχείων της κατά παράβαση των συμφωνιών και υπό την προϋπόθεση ότι ο περαιτέρω κομιστής απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη, ή διέπραξε βαρύ πταίσμα κατά την κτήση της

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 682/2001

Απόσπασμα…….Επειδή κατά το αρθρ. 13 του Ν. 5960/ 1933 «περί επιταγής» που είναι ταυτόσημο με το αρθρ. 10 του Ν. 5325/1932 περί συναλλαγματικής, εάν επιταγή ατελής κατά την έκδοση συμπληρώθηκε εναντίον των γενομένων συμφωνιών, η μη τήρηση των συμφωνιών αυτών δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του κομιστή, εκτός εάν αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή εάν κατά την κτήση της διέπραξε βαρύ πταίσμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επιταγή μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία, εφόσον φέρει απλή υπογραφή του εκδότη με την πρόθεση να δημιουργηθεί θεληματικά ατελής επιταγή, η οποία όμως μπορεί να συμπληρωθεί με βάση τη συμφωνία που έγινε με τον λήπτη. Η συμπλήρωση των στοιχείων που ελλείπουν της καλούμενης λευκής επιταγής, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, μπορεί να γίνει και από περαιτέρω κομιστή. Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπληρώσεως της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής. Τέτοια υπάρχει εάν συμπληρωθεί ατελής επιταγή για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της. Κατά του περαιτέρω κομιστή μπορεί να αντιταχθεί από τον εκδότη η ένσταση της αντισυμβατικής συμπληρώσεως των ελλειπόντων στοιχείων του τίτλου με την προβολή της ενστάσεως αυτής στην περίπτωση συμπληρώσεως των στοιχείων της κατά παράβαση των συμφωνιών και υπό την προϋπόθεση ότι ο περαιτέρω κομιστής απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή διέπραξε βαρύ πταίσμα κατά την κτήση της (βλ. ΑΠ. 839/1994, Δνη 96,150, 1268/1989, Δνη 91,797, Εφ.ΑΘ. 6450/ 1999, Δνη 2000, 536, 10119/1997 Δνη 98,1411). Εξάλλου, κατά το αρθρ. 22 του Ν. 5960/1932, τα εναγόμενα από την επιταγή πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές σχέσεις τους με τον εκδότη ή προηγούμενους κομιστές μόνον αν ο κομιστής κατά την κτήση της επιταγής ενήργησε εν γνώσει για να βλάψει τον οφειλέτη. Από τη διάταξη αυτή που εκφράζει το αναίτιώδες της ενοχής από την επιταγή συνάγεται ότι προϋπόθεση προβολής από τον εκδότη ή προηγούμενο οπισθογράφο ένστασης στηριζομένης σε προσωπικές σχέσεις του με τον εκδότη ή προηγούμενους οπισθογράφους, όπως είναι η ένσταση ανυπαρξίας της αιτίας για την οποία εκδόθηκε η επιταγή, είναι να γνωρίζει ο κομιστής κατά τον χρόνο κτήσεως της επιταγής την ύπαρξη των ενστάσεων και ότι με τη μεταβίβαση σε αυτόν του τίτλου επιτυγχάνεται η είσπραξή του, η οποία άλλως θα ήταν αδύνατη (βλ. ΑΠ. 8/94, Δνη 95.347,370/93, Δνη 94,397,1664/ 91, Δνη 93,336).

 

Η συμφωνία για την λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο υπόκειται σε προσβολή για ελαττώματα βούλησης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   441/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η συμφωνία των συζύγων φέρει τον χαρακτήρα ειδικού λόγου διαζυγίου, η συνδρομή του οποίου είναι απαραίτητη για τη λύση του γάμου με δικαστική απόφαση.

Η συμφωνία για τη λύση του γάμου υπόκειται σε προσβολή από καθένα από τους συζύγους για ελαττώματα της βούλησης, (πλάνη, απάτη, απειλή) μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η απόφαση, που απαγγέλλει τη λύση του γάμου.

Ως απάτη στοιχειοθετούσα ελάττωμα βούλησης νοείται κάθε συμπεριφορά με την οποία ενσυνειδήτως και εκ προθέσεως δημιουργείται, διατηρείται, ή ενδυναμώνεται σε άλλον κάποια πεπλανημένη παράσταση, προς το σκοπό επηρεασμού της αποφάσεως αυτού, που μπορεί να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερομένων στο παρόν, το παρελθόν ή και στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη ή την αποσιώπηση των αληθινών. Δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ  

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   441/2004

Απόσπασμα……..Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 1441§1 του ΑΚ, όπως αυτό ισχύει, μετά τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 16 του ν. 1329/ 1983, που ορίζει ότι «όταν οι σύζυγοι συμφωνούν για το διαζύγιο μπορούν να το ζητήσουν με κοινή αίτησή τους, που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (συναινετικό διαζύγιο)», προκύπτει ότι μόνη η συμφωνία των συζύγων για τη λύση του γάμου τους, δεν επιφέρει τη λύση αυτού, για την οποία απαιτείται η έκδοση δικαστικής αποφάσεως διαπλαστικού χαρακτήρα. Η συμφωνία των συζύγων φέρει τον χαρακτήρα ειδικού λόγου διαζυγίου, η συνδρομή του οποίου είναι απαραίτητη για τη λύση του γάμου με δικαστική απόφαση. Ενόψει τούτου η συμφωνία για τη λύση του γάμου, αποτελούσα ιδιόμορφη σύμβαση που δεσμεύει αμφότερους τους συμβαλλόμενους να δηλώσουν στο δικαστήριο τη συναίνεσή τους, υπόκειται σε προσβολή από καθένα από τους συμβληθέντες συζύγους, για ελαττώματα της βουλήσεως, μέχρι όμως να καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που απαγγέλλει τη λύση του γάμου, αφού, μετά το αμετάκλητο αυτής, από την απόφαση αυτής παράγεται δεδικασμένο, που καλύπτει όλα τα ελαττώματα αυτά, με την τελεσίδικη δικαστική κρίση, και μόνο εφόσον τα ελαττώματα αυτά θεμελιώνουν λόγους των ενδίκων μέσων κατά της περί διαζυγίου αποφάσεως, υπό την έννοια ότι, ως οδηγούντα στην ακύρωση της συναινέσεως του προσβάλλοντος την απόφαση, συνεπάγονται την ανυπαρξία του ειδικού λόγου διαζυγίου (συναινέσεως, κοινής), πάντοτε δε υπό τις προϋποθέσεις που διαγράφουν για την προσβολή των ελαττωμάτων αυτών οι διατάξεις του ΑΚ όπως είναι οι διατάξεις περί πλάνης (άρθ.141 επ ΑΚ), απάτης (άρθ.147 επ. ΑΚ), απειλής (άρθ.150 επ.ΑΚ) κ.λ.π. Ειδικότερα, ως απάτη στοιχειοθετούσα ελάττωμα της βούλησης (άρθρο 147 ΑΚ) νοείται κάθε συμπεριφορά με την οποία ευσυνειδήτως και εκ προθέσεως δημιουργείται, διατηρείται ή ενδυναμώνεται σε άλλον κάποια πεπλανημένη παράσταση, προς το σκοπό επηρεασμού της αποφάσεως αυτού, μπορεί δε αυτή να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερομένων στο παρόν, το παρελθόν ή και στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη ή την αποσιώπηση των αληθινών. Στοιχείο δηλαδή του πραγματικού της απάτης αποτελεί ο δόλος που υπάρχει όταν ο μετερχόμενος αυτήν επιδιώκει ή τουλάχιστον αποδέχεται όπως ο απατώμενος παρασυρθεί με την απάτη σε ορισμένη δήλωση βουλήσεως, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς την δόλια εξαπάτηση. Δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια. Στην προκείμενη περίπτωση με την από 1-4-2002 έφεσή της, κατά της υπ' αριθ. ……απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έλυσε τον γάμο της με τον αναιρεσίβλητο, με συναινετικό διαζύγιο, η αναιρεσείουσα προέβαλε, όπως από αυτή στο ιστορικό της και εν συνεχεία υπό τον τίτλο «πλάνη οφειλομένη σε απατηλές παραστάσεις (147 ΑΚ) προκύπτει, προς ακύρωση της παρασχεθείσας δήλωσης βουλήσεως για τη συναίνεσή της στη λύση του γάμου της και εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, ότι προέβη στη δήλωση αυτή παρασυρθείσα από την απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, χωρίς την οποία δεν θα συναινούσε στη λύση του γάμου και συγκεκριμένα ότι συμφώνησε με τον αναιρεσίβλητο στη λύση του γάμου με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι ο αναιρεσίβλητος θα τηρούσε τους όρους που αποδέχθηκε, ρητά με το από 5-3-2001 ιδιωτικό έγγραφο που υπέγραψε, για την μελλοντική, κυρίως στεγαστική και εν μέρει οικονομική εξασφάλιση του ανήλικου τέκνου τους……, ….ετών, σύμφωνα με τους οποίους (όρους), μετά την έκδοση της αποφάσεως για τη λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, θα μεταβίβαζε: α) κατά πλήρη κυριότητα στο ανήλικο τέκνο τους, λόγω γονικής παροχής, το ½ εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος κειμένου στο…..Αττικής μετά του ½ εξ αδιαιρέτου της αποκλειστικής χρήσης της Ρ-7 θέσεως στάθμευσης αυτοκινήτου και το ½ εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου κειμένου στη θέση….του Δήμου…..με την άδεια ανέργεσης διωρόφου οικοδομής 100 τ.μ. επ' αυτού και β) στην ίδια (αναιρεσείουσα), λόγω δωρεάς εν ζωή, το ½ εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του υπ' αριθμού…..Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας CITROEN XSARA, μοντέλου 1998, προς άμεση εξυπηρέτηση των αναγκών μετακίνησης του ανηλίκου τέκνου τους και εν γένει της οικογένειας, τα οποία περιουσιακά του στοιχεία απέκτησε ο αναιρεσίβλητος με χρήματα δικά της και της μητέρας της και ότι ο αναιρεσίβλητος, μετά την έκδοση του συναινετικού διαζυγίου, δεν προέβη στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του προς μεταβίβαση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων στο τέκνο και την ίδια, παρά την προς τούτο από 21-3-2002 εξώδικη πρόσκλησή της, εξαπατώντας την έτσι με τις ανωτέρω υποσχέσεις του προκειμένου να προκαλέσει την δήλωση βουλήσεως της για την έκδοση του συναινετικού διαζυγίου στην οποία δεν θα συμφωνούσε αυτή, αν εγνώριζε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν θα πραγματοποιούσε τα όσα υποσχέθηκε. Με τα δεδομένα αυτά ο λόγος της εφέσεως, αναφορικά με το αξιούμενο δικαίωμα ακύρωσης της παρασχεθείσας δήλωσης βουλήσεως της αναιρεσείουσας προς λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, είναι νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ και δη ανεξαρτήτως αν η εκ της ανωτέρω απάτης του αναιρεσίβλητου παραχθείσα πλάνη, ως προς τα ανωτέρω παραγωγικά της βουλήσεως της αναιρεσείουσας αίτια, είναι ουσιώδης ή επουσιώδης, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ανωτέρω λόγο της εφέσεως, δεχόμενο ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά με τα οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί ελάττωμα ουσιώδους πλάνης της συναινετικής δηλώσεως βουλήσεως της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) (άρθρα 140,141, 143, ΑΚ) και η εκ τούτου ακυρωσία της παρασχεθείσας συναινέσεώς της για λύση του γάμου ανάγονται στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεώς της και δεν μπορούν και υπό την εκδοχή ότι αποτελούν πλάνη περί το δικαιοπρακτικό θεμέλιο να αποτελέσουν πλάνη και λόγο εξαφανίσεως της απόφασης που απάγγειλε για το λόγο αυτό τη λύση του γάμου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 143 του ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1441§1 ΑΚ, ενώ δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις και μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 147 σε συνδυασμό με το 1441§1 ΑΚ, ενώ συνέτρεχαν προς τούτο οι νόμιμες προϋποθέσεις. 

 

Λόγοι ακυρότητας, ή ακυρωσίας, στην συναίνεση για διαζύγιο.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1165/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν υπάρχει λόγος ακυρότητας στη συναίνεση του συζύγου, ή λόγος ακυρωσίας (λόγου χάριν αν απατήθηκε από τον άλλο σύζυγο ως προς το σκοπό για τον οποίο δόθηκε η συναίνεση), έχει ο σύζυγος αυτός έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση και να ζητήσει την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης για τη λύση του γάμου.

Λόγο έφεσης αποτελεί το ότι, ενώ για τη λύση του γάμου απαιτείται ώριμη, ανενδοίαστη και ανεπηρέαστη βούληση προσώπου ικανού να προβεί στην απαιτούμενη γι' αυτό δήλωση, η δική του βούληση δεν πληρούσε αυτούς τους όρους και συνεπώς η λύση του γάμου δεν αποτελούσε περιεχόμενό της.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1165/2004

Απόσπασμα……..Επειδή, στο συναινετικό διαζύγιο (Α.Κ. 1441), αν υπάρχουν είτε ακυρότητες, είτε ελαττώματα της βουλήσεως, η επίκλησή τους μπορεί να γίνει στα πλαίσια της δίκης διαζυγίου με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα. Επομένως, αν υπάρχει λόγος ακυρότητας στη συναίνεση του συζύγου ή λόγος ακυρωσίας (λόγου χάριν αν απατήθηκε από τον άλλο σύζυγο ως προς το σκοπό για τον οποίο δόθηκε η συναίνεση), έχει ο σύζυγος αυτός έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση (άρθρο 761 ΚΠολΔ) και να ζητήσει την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης για τη λύση του γάμου. Λόγο εφέσεως αποτελεί το ότι, ενώ για τη λύση του γάμου κατά το άρθρο 1441 Α.Κ. απαιτείται ώριμη, ανενδοίαστη και ανεπηρέαστη βούληση προσώπου ικανού να προβεί στην απαιτούμενη γι' αυτό δήλωση, η δική του βούληση δεν πληρούσε αυτούς τους όρους και συνεπώς η λύση του γάμου δεν αποτελούσε περιεχόμενό της. Αν το ελάττωμα οφείλεται σε απάτη (άρθρο 147 Α.Κ.), ως τέτοια νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνειδήτως και εκ προθέσεως δημιουργείται ή ενδυναμώνεται σε άλλον κάποια πεπλανημένη παράσταση, προς το σκοπό επηρεασμού της αποφάσεως αυτού, δύναται δε αυτή να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερομένων στο παρόν, το παρελθόν ή και στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη ή την αποσιώπηση των αληθινών (ΑΠ 26/2000). Εξάλλου, κατ' άρθρο 1388 Α.Κ., με το γάμο δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των συζύγων, ως προς τις έννομες σχέσεις τους. Στις κοινωνικές σχέσεις ο κάθε σύζυγος μπορεί, εφόσον σ' αυτό συμφωνεί και ο άλλος, να χρησιμοποιεί το επώνυμο του τελευταίου ή να το προσθέτει στο δικό του. Η διάταξη αυτή αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου και οι σύζυγοι δεν δύνανται εγκύρως να ρυθμίσουν άλλως το θέμα του επωνύμου. Συνεπώς, δεν δύνανται να συμφωνήσουν ότι ο σύζυγος αποκτά και για τις έννομες σχέσεις το επώνυμο του άλλου συζύγου. Κατ' αρχήν η συμφωνία των συζύγων για την χρήση από τον ένα εξ αυτών του επωνύμου του άλλου στις κοινωνικές σχέσεις ισχύει διαρκούντος του γάμου και μέχρι την αμετάκλητη λύση του. Δεν αποκλείεται όμως σύναψη νέας συμφωνία για το μετά την τελευταία διάστημα. Εξάλλου, το αμετάβλητο του επωνύμου των συζύγων στις έννομες αυτών σχέσεις κατά την Α.Κ. 1388 και συνεπώς η αδυναμία διάφορης μεταξύ των συζύγων συμφωνίας είναι ευνόητο ότι ισχύει και μετά το διαζύγιο. Δηλαδή, όπως διαρκούντος του γάμου για τις έννομες σχέσεις δεν επιτρέπεται συμφωνία των συζύγων ρυθμίζουσα άλλως το ζήτημα, το ίδιο ισχύει και για το μετά το διαζύγιο διάστημα. Έννομες σχέσεις είναι αυτές που διέπονται από το δίκαιο και συνήθως αποτυπώνονται σε έγγραφα, τα οποία εκφράζουν μία πράξη δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, ή δηλώνουν απλώς μια έννομη κατάσταση.Αντίθετα, κοινωνικές σχέσεις (και άρα μη έννομες) είναι εκείνες για τις οποίες το δίκαιο αδιαφορεί, δηλαδή δεν τις υποβάλλει σε οποιαδήποτε ρύθμιση, δεν τις υπάγει σε κανόνες δικαίου. Σ' αυτήν την περίπτωση η χρήση του επωνύμου του άλλου συζύγου είναι επιτρεπόμενη χρήση ξένου ονόματος και άρα δεν συνιστά προσβολή αυτού (Α.Κ. 58), όπως θα συνέβαινε χωρίς την Α. 1388 παρ. 2, ενόψει της Α.Κ. 1388 παρ. 1. Προϋπόθεση είναι η συναίνεση του άλλου συζύγου (φορέα του ονόματος), που μπορεί να παρασχεθεί και σιωπηρά. Οι επαγγελματικές σχέσεις, εφόσον δεν αναπτύσσονται σε κοινωνικές σχέσεις, υπάγονται στις έννομες, διότι προϋποθέτουν ή σε κάποιο στάδιο συνεπάγονται νομικές ρυθμίσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την από 30.9.2003 έφεσή της ζήτησε να εξαφανισθεί η υπ' αριθ…..απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εκουσίας δικαιοδοσίας), με την οποία λύθηκε ο γάμος των διαδίκων με κοινή συναίνεση αυτών (άρθρο 1441 Α.Κ.), επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Δέχθηκα να συναινέσω στη λύση του γάμου μας με τον αναιρεσίβλητο, διότι τον Απρίλιο 2003 με διαβεβαίωσε ότι είναι σύμφωνος να εξακολουθήσω να κάνω χρήση και του επωνύμου του στη συγγραφική μου δραστηριότητα και μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου μας, για το λόγο ότι το χρησιμοποιούσα κατά τη διάρκεια αυτού με τη σύμφωνη γνώμη του και είμαι γνωστή στον τομέα αυτό ως…..Είμαι ανωτέρα υπάλληλος του…..με την ειδικότητα της εμπειρογνώμονος και από το έτος 1996 έχω αναπτύξει συγγραφική δραστηριότητα και έχω εκδώσει επιστημονικά συγγράμματα που έχουν μεταφρασθεί στην Αγγλική γλώσσα και έχουν συμπεριληφθεί στη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ, στην οποία είμαι καταχωρημένη με το επώνυμο του αναιρεσιβλήτου. Επιπλέον τα δύο τελευταία χρόνια έχω αναπτύξει συγγραφική δραστηριότητα στο λογοτεχνικό τομέα, κάνοντας χρήση και του επωνύμου του αναιρεσιβλήτου, με τη σύμφωνη γνώμη του, αφού με αυτό έχω γίνει γνωστή. Πριν από τη δεύτερη συζήτηση του συναινετικού διαζυγίου με διαβεβαίωσε ότι θα εξακολουθήσω να κάνω χρήση του επωνύμου του μαζί με το δικό μου και πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις του υπέγραψα το 8295/8.4.2003 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου…..στο οποίο δήλωσα ότι συμφωνώ να λυθεί ο γάμος μας. Μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσίβλητος μου κοινοποίησε την από 1.9.2003 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία μου δήλωσε ότι δεν συναινεί στην από μέρους μου χρήση του επωνύμου του σε οποιαδήποτε δραστηριότητά μου. Η αιτία της εκφρασθείσας βούλησής μου τον Απρίλιο 2003 ήταν η απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος με παρέπεισε ότι θα μπορώ να χρησιμοποιώ και το επώνυμό του στη συγγραφική μου δραστηριότητα, προκειμένου να υφαρπάσει τη δήλωσή μου περί συμφωνίας μου στη λύση του μεταξύ μας γάμου. Στην άνω δήλωση παρασύρθηκα συνεπεία των απατηλών δηλώσεων του αναιρεσιβλήτου, στην οποία δεν θα προέβαινα αν τις γνώριζα, διότι είναι πρωτίστως σημαντικό και απαραίτητο στη συγγραφική μου δραστηριότητα η χρήση και του επωνύμου του αναιρεσιβλήτου. Θεμέλιο για τη δήλωση της συναινετικής μου βούλησης αποτέλεσαν οι παραπειστικές διαβεβαιώσεις του ότι θα έχω το δικαίωμα να κάνω χρήση και του επωνύμου του στην άνω δραστηριότητά του. Γι' αυτό πρέπει να εξαφανισθεί η άνω απόφαση, αφού η δήλωσή μου υπήρξε αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου και ν' απορριφθεί η από 12.12.2001 αίτηση περί λύσεως του γάμου μας». Από το παρατεθέν περιεχόμενο της εφέσεως, η εκτίμηση του οποίου ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα συναίνεση του αναιρεσιβλήτου να χρησιμοποιεί αυτή και το επώνυμό του στη συγγραφική της δραστηριότητα, αναφέρεται αποκλειστικά σε έννομες σχέσεις, ήτοι στην εκ μέρους της έκδοση βιβλίων (επιστημονικών ή λογοτεχνικών) και στην κυκλοφορία αυτών, οι οποίες συνεπάγονται αναγκαίως νομικές ρυθμίσεις, όπως είναι οι συμβάσεις της με τους εκδότες για την έκδοση των βιβλίων, καθώς και με τους μεταφραστές για την απόδοσή τους σε άλλη γλώσσα, οι σχετικές προβλέψεις για τα δικαιώματα αυτής ως συγγραφέως (περιουσιακά και πνευματικά κλπ). Παρόμοια όμως συμφωνία των συζύγων για τη χρησιμοποίηση από την αναιρεσείουσα και του επωνύμου του αναιρεσιβλήτου στις έννομες αυτής σχέσεις, όπως είναι οι ανωτέρω, δεν είναι ισχυρή, κατά τα εκτεθέντα, και ως εκ τούτου δεν μπορεί η επικαλούμενη παραβίασή της από τον τελευταίο να θεμελιώσει λόγο ακυρωσίας (συνεπεία απάτης) της δηλώσεως βουλήσεως αυτής να συναινέσει στη λύση του γάμου τους. Επισημαίνεται ότι στην έφεση δεν γίνεται λόγος, ότι η επικαλούμενη συμφωνία της με τον αναιρεσίβλητο να χρησιμοποιεί και το επώνυμο εκείνου στην εν γένει συγγραφική της δραστηριότητα, ανάγεται στις κοινωνικές αυτής σχέσεις, οπότε και μόνο θα ήταν ισχυρή, δεδομένου ότι δεν γίνεται καν αναφορά σε τέτοιες σχέσεις (κοινωνικές και ποίες) που τυχόν απορρέουν από την εν λόγω δραστηριότητα. Με τα δεδομένα αυτά, ο προβαλλόμενος με την έφεση λόγος ακυρωσίας, συνεπεία απάτης (άρθρο 147 Α.Κ.) της δηλώσεως βουλήσεως της αναιρεσείουσας να συναινέσει στη λύση του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, δεν είναι νόμιμος. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι υπό τα εκτιθέμενα από την εκκαλέσα (ήδη αναιρεσείουσα) ως άνω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν στοιχειοθετείται η επικαλούμενη απ' αυτήν απάτη, ως αιτία της δηλωθείσας συναίνεσής της στη λύση του γάμου της με τον εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο), διότι αυτά συνιστούν συμφωνία τους περί της μέλλουσας συμπεριφοράς του τελευταίου, η οποία δεν μπορεί να αποτελέσει όρο στη δήλωση βουλήσεως, την οποία και μόνο ερευνά το δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στα παραγωγικά αίτια, βάσει των οποίων σχηματίσθηκε η βούληση αυτή. Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε ως μη νόμιμο τον άνω λόγο εφέσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, έστω και με εσφαλμένο αιτιολογικό, κατέληξε σε ορθό διατακτικό (άρθρο 578 ΚΠολΔ) και δεν παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 147 Α.Κ. 

 

Ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, υπαιτιότητα περί του κλονιστικού γεγονότος, έκταση του δεδικασμένου σε ζητήματα υπαιτιότητας, συνεκδίκαση αντίθετων αγωγών διαζυγίου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  326/2010 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια, ή ακόμη και μη καταλογιστά.

Δεν έχει σημασία ποίος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος τον λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιός από τους δύο βαρύνεται περισσότερο για την ύπαρξή του και από το αν υπάρχει, υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από αυτούς.

Για την λύση του γάμου είναι αδιάφορο, αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο, ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός.  

Το δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας.

Η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο, ούτε ως προς την ύπαρξη των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου.

Στην περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία απ` αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές ότι ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αντίστοιχα έφεση, ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης, ή της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  326/2010 

Απόσπασμα…….Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται και όταν παρά το νόμο το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού. Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποίος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος τον λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Με την έννοια αυτή αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιός από τους δύο βαρύνεται περισσότερο για την ύπαρξή του και από το αν υπάρχει, υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από αυτούς. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου, δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση. Συνέπεια τούτων είναι ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα και δεν καλύπτει τα πραγματικά γεγονότα (Κ.Πολ.Δ 322, 324), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου, ενώ εξάλλου, τα ζητήματα υπαιτιότητας κρίνονται αυτοτελώς στη δίκη διατροφής. Αντικείμενο δηλαδή της δίκης διαζυγίου είναι όχι η ύπαρξη του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου. Επομένως, στην περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία απ` αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές ότι ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον, κατ` άρθρα 68, 516 παρ. 2 και 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επεδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, συγκροτούντα, όμως, τον ίδιο λόγο ήτοι τον αντικειμενικό κλονισμό του γάμου. Τέλος, το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η δε έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου (άρθρα 68, 73 και 532 Κ.Πολ.Δ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ….απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Με την από 23-7-2004 αγωγή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ζήτησε τη λύση του μεταξύ αυτού και της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) υφιστάμενου γάμου, ισχυριζόμενος ότι από λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο της συζύγου του επήλθε ισχυρός κλονισμός των σχέσεων τους, ώστε βάσιμα πλέον η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για αυτόν. Εξάλλου, η εναγομένη, με αντίθετη αγωγή της ενώπιον του ίδιου πρωτοδικείου, ζήτησε επίσης τη λύση του γάμου, για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης από λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του συζύγου της, ισχυριζόμενη ότι και για την ίδια βασίμως, η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης είναι αφόρητη. Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η…. απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος έγινε δεκτή η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και απαγγέλθηκε τη λύση του γάμου τους, για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης από λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του πρώτου. Κατά της άνω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, με την οποία, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η δική του αγωγή και να λυθεί ο γάμος για ισχυρό κλονισμό από λόγους που αφορούν στο πρόσωπο της εναγομένης, να απορριφθεί δε η αγωγή της συζύγου του. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος). Ειδικότερα, δέχθηκε ότι, αφού έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αντίθετη αγωγή της αναιρεσίβλητης και απαγγέλθηκε με την πρωτόδικη απόφαση η λύση του γάμου, δεν έχει πλέον αυτός έννομο συμφέρον για άσκηση έφεσης, καθόσον η έννομη συνέπεια που επεδίωκε με την αγωγή του, ήτοι η λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, επήλθε με την αποδοχή της αντίθετης αγωγής της αναιρεσίβλητης, το γεγονός δε ότι η πρωτόδικη απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον εκκαλούντα αιτιολογίες, δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός επήλθε για λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπό του, δεν έχει καμία δυσμενή επίδραση στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις άνω αιτιολογίες δεν δημιουργείται δεδικασμένο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.  

 

Κλονιστικό γεγονός που  συνδέεται αποκλειστικά με το πρόσωπο του ενάγοντος στην δίκη διαζυγίου με ισχυρό κλονισμό.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  844/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξάρτητα από το ποιόν βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο.

Αν, όμως, το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικά με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διάζευξης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  844/2009

Απόσπασμα…….Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων, που ο κανόνας απαιτεί γιά τη γένεση του οικείου δικαιώματος. Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική αοριστία), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στη κρίση περί του νόμω βάσιμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σ' αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 382/2006, ΑΠ 314/2004). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1439§1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να μπορεί να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι, ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής, θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα, που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων (με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς κλονιστικά γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο) και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της συμβίωσης να έχει καταστεί αφόρητη για τον ενάγοντα. Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξάρτητα από το ποιόν βαρύνει περισσότερο η ύπαρξη του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν, όμως, το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικά με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1439 §1 ΑΚ (ΑΠ 669). 

 

Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προς διάζευξη.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   47/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για τη θεμελίωση της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προς διάζευξη, δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου συζύγου, ή των τέκνων τους, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις να εκφεύγουν εκείνων που είναι συνήθεις και αυτονόητες και να οδηγούν λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της σοβαρότητάς τους, στη δημιουργία καταστάσεως υπέρμετρης σκληρής για τον εναγόμενο, ή τα τέκνα, ώστε εντεύθεν να επιβάλλεται η διατήρηση του γάμου για την αποτροπή αυτών των συνεπειών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   47/2009

Απόσπασμα………Για τη θεμελίωσή της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του παρεχομένου από το άρθρο 1439 § 1 ιδίου Κώδικα δικαιώματος προς διάζευξη, δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου συζύγου ή των τέκνων τους, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις να εκφεύγουν εκείνων που είναι συνήθεις και αυτονόητες και να οδηγούν λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της σοβαρότητάς τους, στη δημιουργία καταστάσεως υπέρμετρης σκληρής για τον εναγόμενο ή τα τέκνα, ώστε εντεύθεν να επιβάλλεται η διατήρηση του γάμου για την αποτροπή αυτών των συνεπειών (ΑΠ 55/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα προς απόκρουση της κατ' αυτής ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο αγωγής διαζυγίου με βάση το άρθρο 1439 § ΑΚ, πρόβαλε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του προς διάζευξη δικαιώματος του ενάγοντος, επικαλούμενη ειδικότερα ότι : "η επιδίωξη της λύσεως του γάμου από μέρους του ενάγοντος συζύγου της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι μετά την εισαγωγή του ενάγοντος στο νοσοκομείο αποκατάστασης αναπήρων στην Αθήνα, στο οποίο είχε εισαχθεί μετά από σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, και αφού προηγουμένως είχε μεταβεί πλησίον του στην...... απ' όπου τον μετέφερε στο ανωτέρω νοσοκομείο, του συμπαραστάθηκε παραμένοντας πλησίον του και εξυπηρετώντας τον, καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του και τότε αυτός της παρέσχε συγνώμη και τη διαβεβαίωσε ότι δεν θα ελάμβανε χώρα η συζήτηση της ένδικης αγωγής διαζυγίου, που είχε ήδη ασκήσει κατ' αυτής, εκφράζοντας παράλληλα προς αυτή τη λύπη του για όσα είχαν μεταξύ τους συμβεί και μάλιστα για την απόφαση να ασκήσει την αγωγή διαζυγίου. Μετά μάλιστα την προαναφερθείσα διαβεβαίωσή του, συμφώνησαν να παύσουν κάθε ενέργεια για τη λύση του γάμου τους και έτσι έδωσε εντολή στο δικηγόρο της στο......να μη την εκπροσωπήσει κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί για την εκτίμηση της αγωγής". Την ένσταση αυτή το Εφετείο την απέρριψε ως νόμο αβάσιμη, κρίνοντας ότι τα προσβαλλόμενα για τη θεμελίωσή της πιο πάνω περιστατικά δεν καθιστούν, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος διαζεύξεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 § 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. II. Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (ΟλΑΠ 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής (άρθρο 281 ΑΚ). Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ απέρριψε, με αντιφατικές αιτιολογίες την προβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του με την αγωγή ασκουμένου δικαιώματος του ενάγοντος - συζύγου της ως μη νόμιμη, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση του ίδιου άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό της εναγομένης περί παροχής προς αυτήν συγγνώμη για τα κλονιστικά γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπό της, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παρέσχε στη σύζυγό του την επικαλούμενη από αυτή συγγνώμη, (όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεων που καταθέτουν, εξ ιδίας αντιλήψεως, ως κάτοικοι της αυτής περιοχής με εκείνη των διαδίκων σε αντίθεση με εκείνη των μαρτύρων ανταποδείξεως, οι οποίοι είναι κάτοικοι Πειραιώς και καταθέτουν για γεγονότα που εξ ακοής πληροφορήθηκαν), είναι απαράδεκτος, γιατί η προσβαλλόμενη έλλειψη ανάγεται στην ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. ..... ΚΠολΔ). III. Κατά το άρθρο 1439 § 1 ΑΚ όπως ισχύει μετά το ν. 1329/1983, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση της αγωγής του, με βάση τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, στον οποίο έχουν υπαχθεί όλοι οι υπαίτιοι και ανυπαίτιοι λόγοι διαζυγίου του παλαιού δικαίου, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, με την έννοια ότι πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στο αντικειμενικά πρόσφορο κλονιστικό γεγονός καθευατό και στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της εγγάμου συμβιώσεως έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη. Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την αγωγή ορισμένη για το λόγο, ότι μεταξύ των άλλων στοιχείων της, όπως από αυτή προκύπτει κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ιστορείται και ότι συνεπεία των αναφερομένων και συνδεομένων με το πρόσωπο της εναγομένης περιστατικών (προβληθείσα απαίτηση της εναγομένης όπως, παρά τη συμφωνία τους για μόνιμη εγκατάσταση στην......να μετοικίσουν στον.....αφού προηγουμένως μεταβιβάσει σ' αυτήν τα περιουσιακά του στοιχεία, η για τον τελευταίο αυτό σκοπό προσωρινή εγκατάλειψη για τρεις φορές της συζυγικής στέγης και μεταβίβασή της στο Πειραιά, και η μέσω φίλων και συγγενών επάνοδός της στη συζυγική εστία και επανασύνδεσής της με τον ενάγοντα, μέχρι την και το μήνα Ιούλιο 2004 οριστική εγκατάλειψη της συζυγικής εστίας και η χωριστή εγκατάστασή της στο..... μετά τη διαπίστωσή της ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να υποκύψει στις επίμονες απαιτήσεις της για μεταβίβαση προς αυτή των περιουσιακών του στοιχείων κλπ) επήλθε ισχυρός κλονισμός στην έγγαμη σχέση από λόγο που αφορά το πρόσωπο της εναγομένης ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη γι' αυτόν, και στη συνέχεια απέρριψε τον σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό της εναγομένης, ορθά και σύμφωνα με το νόμο (άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ σε συνδ. με αρθρ. 1439 § 1 ΑΚ) δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή (λόγω της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, αοριστία της) και ο τ' αντίθετα υποστηρίζων από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών