ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

 

Δικαστική μεσεγγύηση ως ασφαλιστικό μέτρο στις διαφορές σχετικά με την κυριότητα, νομή, ή κατοχή ακινήτου.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ  1387/2004

ΑΠΟΦΑΣΗ

Το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης, εάν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή την κατοχή ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά, ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί η μεσεγγύηση.

Αν η διατήρηση του προσβαλλομένου δικαιώματος είναι επαρκώς εξασφαλισμένη, η αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων είναι απορριπτέα, εκτός αν για τη λήψη του ζητούμενου ασφαλιστικού μέτρου υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικό έννομο συμφέρον του αιτούντος, το οποίο δεν μπορεί να προστατευθεί διαφορετικά.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ  1387/2004

Απόσπασμα........Κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση. Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζονται, χωρίς εξειδίκευση, οι περιπτώσεις της δυνατότητας προσωρινής καταδίκης σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Βάσει της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, εκτός από την κατ ιδίαν περίπτωση ρύθμισης κατάστασης που προβλέπεται με το άρθρο 734 ΚΠολΔ για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε κάθε είδους υποθέσεις νομής ή κατοχής, μπορεί να διαταχθεί προσωρινή ρύθμιση κατάστασης ως ασφαλιστικό μέτρο σε πολλές περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων η προστασία του δικαιώματος κυριότητας ακινήτου κ.α. (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική και νομολογιακή ανάλυση, τόμ. Δ άρθρο 731, αρ. 1, σελ. 302-303). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 725 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης, εάν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή την κατοχή ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά, ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί η μεσεγγύηση. Προϋπόθεση όμως λήψεως κάθε ασφαλιστικού μέτρου είναι η πιθανολόγηση επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας ανάγκης (άρθρ. 682 παρ. 1 ΚΠολΔ), οπότε τα δικαστήρια μπορούν να διατάξουν ως ασφαλιστικό μέτρο την παράλειψη από τον καθού ορισμένης πράξης και ο,τιδήποτε από τις περιστάσεις είναι κατά την κρίση τους πρόσφορο μέτρο για εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος του αιτούντος. Επομένως, αν η διατήρηση του προσβαλλομένου δικαιώματος είναι απ αλλού επαρκώς εξασφαλισμένη, η αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων είναι απορριπτέα, εκτός αν για τη λήψη του ζητούμενου ασφαλιστικού μέτρου υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικό έννομο συμφέρον του αιτούντος, το οποίο δεν μπορεί να προστατευθεί διαφορετικά (βλ. ΠρΠειρ 394/76 Δ 7.725). Ειδικότερα, αυτός που διεκδικεί ακίνητο δεν δύναται μετά την έγερση της διεκδικητικής αγωγής να ζητήσει ως ασφαλιστικό μέτρο την απαγόρευση κάθε μεταβολής της υφιστάμενης πραγματικής κατάστασης του ακινήτου (π.χ. την σε αυτό ανοικοδόμηση), αν δεν έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικό έννομο συμφέρον, που δεν μπορεί αλλιώς να προστατευθεί (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική και νομολογιακή ανάλυση, τόμ. Δ, άρθρο 731, αρ. 24, σελ. 309). Προκειμένου δε για λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της δικαστικής μεσεγγύησης ακινήτου πράγματος, αυτή διατάσσεται ιδίως όταν πιθανολογείται η χειροτέρευση αυτού, ακόμη δε και η απώλεια των φυσικών αυτού καρπών (ΠρΛ 92/69 ΕΕΝ ΛΣΤ 364). Κίνδυνος όμως χειροτέρευσης του ακινήτου πράγματος, όταν γι αυτό ασκηθεί διεκδικητική αγωγή (άρθρ. 1094 ΑΚ) από τον φερόμενο ως κύριο αυτού (ενάγοντα), δεν αποτελεί η επαπειλούμενη από τον κατέχοντα και νεμόμενο αυτό (εναγόμενο) ανοικοδόμηση αυτού, τυχόν δε απαγόρευση αυτής (ανοικοδόμησης) δεν τείνει ούτε στην εξασφάλιση ούτε στη διατήρηση του επί του ακινήτου προσβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος κυριότητας, το οποίο, αν υφίσταται, δεν επηρεάζεται καθόλου από τις μετά την έγερση της αγωγής επιφερόμενες από τον εναγόμενο νομέα μεταβολές στην πραγματική του κατάσταση. Και τούτο γιατί τα εκατέρωθεν για το ακίνητο προβαλλόμενα δικαιώματα θα κριθούν αποκλειστικά και μόνον κατά τον από της έγερσης της αγωγής χρόνο. Ετσι, η προσθήκη κτίσματος με την ανοικοδόμηση του ακινήτου δεν αποδυναμώνει το τυχόν υπάρχον δικαίωμα του διεκδικούντος το ακίνητο, τυχόν αξιώσεις του νομέα (εναγομένου) για απόδοση γενομένων δαπανών, έστω και επωφελών, περιορίζονται μόνον σε δαπάνες, που έγιναν κατά τον προ της επίδοσης της αγωγής χρόνο (άρθρα 1101, 1103 ΑΚ). Εξάλλου, αν μια τέτοια προσθήκη θεωρηθεί από τον ενάγοντα κύριο ως χειροτέρευση του πράγματος, αυτός έχει δικαίωμα να στραφεί κατά του εναγομένου νομέα και να ζητήσει αποζημίωση κατά τα άρθρα 298, 348 ΑΚ. Τέλος, ο νόμος δεν απαγορεύει στον εναγόμενο της διεκδικητικής αγωγής τις παραπάνω εργασίες, αλλά απλώς προβλέπει ορισμένες δυσμενείς συνέπειες που θα επέλθουν σε βάρος του αν μετά την επίδοση της αγωγής συνεχίσει να χρησιμοποιεί το διεκδικούμενο πράγμα ως κύριος (βλ. ΠολΠρΚαλ 2/1989 ΝοΒ 1990.1029).

 

Προσωρινή διαταγή και απαγόρευση μεταβολής νομικής κατάστασης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 133/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ 

Η προσωρινή διαταγή δεν είναι δικαστική απόφαση. Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, του οποίου μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση. Επομένως η προσωρινή διαταγή είναι δεσμευτική, με την έννοια ότι πράξεις, που είναι αντίθετες με το περιεχόμενό της, στερούνται νομιμότητας. Αν το μέτρο που ορίσθηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάσθηκε, συνίσταται στην απαγόρευση μεταβολής της νομικής κατάστασης, η μεταγενέστερη της διαταγής διάθεση (εκποίηση)  πλήττεται με ακυρότητα, όχι του άρθρου 175 ΑΚ, αλλά του άρθρου 176 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 133/2004

Απόσπασμα…..ΙΙ. Κατά τη διάταξη το άρθρου 175 του Α.Κ., η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη, αν ο νόμος την απαγορεύει, αν δε η ακυρότητα έχει ορισθεί για το συμφέρον ορισμένων προσώπων, την ακυρότητα μπορούν να προτείνουν μόνον αυτά και κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 176, αν την απαγόρευση έχει τάξει δικαστική απόφαση, ισχύει ότι και στην απαγόρευση από το νόμο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το Δικαστή στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα, που είναι ληπτέα άμεσα, προς εξασφάλιση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης, μέχρι την έκδοση της απόφασης, δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού ούτε διάγνωση διαλαμβάνει της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, στερείται δε και των κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 305 του Κ.Πολ.Δ., στοιχείων της δικαστικής απόφασης, που ανάγονται από το νόμο σε προϋποθέσεις του κύρους αυτής και επίσης δεν δημοσιεύεται, πράγμα που αποτελεί κατά το άρθρο 313 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προϋπόθεση του υπαρκτού της δικαστικής απόφασης. Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, από τους αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., του οποίου μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου του Κώδικα, με βάση σημείωση του Δικαστή που την εξέδωσε, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά. Επομένως η προσωρινή διαταγή είναι δεσμευτική, με την έννοια ότι πράξεις που είναι αντίθετες με το περιεχόμενό της, στερούνται νομιμότητας. Αν δε το μέτρο που ορίσθηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάσθηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διαθέσεως πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της διαταγής διάθεση (εκποίηση) αυτού, πλήττεται με ακυρότητα, όχι εκ του άρθρου 175 του Α.Κ., αφού ο νόμος (αρθ. 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), δεν προβλέπει ακυρότητα επί απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά εκ του άρθρου 176 του Α.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 691 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατ' αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία προσομοιάζει (χωρίς και να είναι), η προσωρινή διαταγή. Οι αρεοπαγίτες όμως Ελευθέριος Τσακόπουλος και Χρύσανθος Παπούλιας, διατύπωσαν την ακόλουθη αποκλίνουσα γνώμη: Προϋπόθεση της αναλογίας είναι η ύπαρξη νομοθετικού κενού, τουτέστιν περιπτώσεως η οποία δεν ρυθμίζεται από το νόμο, την δ' επ' αυτής κατ' αναλογίαν επέκταση ορισμένης διατάξεως δικαιολογεί η ομοιότητα του ρυθμισθέντος θέματος προς το μη ρυθμισθέν και η ταυτότητα του νομικού λόγου. Οι προϋποθέσεις όμως αυτές δεν συντρέχουν εν προκειμένω, αφού τόσο η προσωρινή διαταγή, όσο και η εκτελεστότητά της ρυθμίζονται εξαντλητικώς στα άρθρα 691 § 2, 700 § 3 και 904 § 2 περ. ζ' του Κ.Πολ.Δ.. Ακριβώς δε η εκτελεστότητα με την οποία ο νόμος εξοπλίζει τις προσωρινές διαταγές αποκλείει την ύπαρξη κενού, εντοπιζόμενου στις συνέπειες της παραβάσεώς τους. Ειδικότερα, όταν μία διαταγή απαγορεύει προσωρινά τη διάθεση του πράγματος, επιβάλλει ως διοικητικό μέτρο υποχρέωση σε παράλειψη η οποία δεν μπορεί να εκβιασθεί με τα μέσα εκτελέσεως του άρθρου 947 Κ.Πολ.Δ. 'Ετσι, η "εκτέλεσή" της συντελείται μόνο με την αυτοδίκαιη ακυρότητα της μεταβίβασης που προβλέπεται στο άρθρο 175 Α.Κ, αν το πράγμα διατεθεί. Και ναι μεν όμοια ακυρότητα θεσπίζει και το άρθρο 176 Α.Κ, στην περίπτωση όμως αυτή, η απαγόρευση διαθέσεως που τάσσεται με δικαστική απόφαση αποτελεί περιεχόμενο αστικής αξιώσεως, πράγμα το οποίο αποκλείει την κατ' αναλογίαν επέκταση της διατάξεως αυτής και επί των απαγορεύσεων που επιβάλλονται ως διοικητικό μέτρο, αφού οι δύο περιπτώσεις ουσιωδώς διαφέρουν. 'Ετσι, κατά την αποκλίνουσα αυτή άποψη, η ακυρότητα της ανωτέρω διαθέσεως πρέπει να θεωρηθεί συνέπεια εφαρμογής του άρθρου 175 και όχι του άρθρου 176 Α.Κ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, όπως προκύπτει από αυτή, έγινε δεκτό ότι προς εξασφάλιση απαιτήσεως του εκ των αναιρεσίβλητων και ενάγοντος……κατά του εκ των αναιρεσίβλητων και εκ των εναγόμενων…..εκδόθηκε κατόπιν της από 25-6-1999 αιτήσεως του πρώτου, η υπό την αυτή χρονολογία προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απαγορεύθηκε, με σχετική σημείωση του Δικαστή επί της αιτήσεως που επιδόθηκε στον καθ' ου, η μεταβολή της νομικής και πραγματικής κατάστασης του αναφερόμενου ακινήτου του δεύτερου, μέχρι τη συζήτηση της από 17-6-1999 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, για απαγόρευση διαθέσεως ή συντηρητική κατάσχεση πάσης κινητής και ακίνητης περιουσίας, επίσης του πρώτου κατά του δεύτερου, καθορισθείσα για τη δικάσιμο της 3-8-1999, ότι κατά την αναφερόμενη δικάσιμο συζητήθηκε η αίτηση και εκδόθηκε σχετικά η υπ' αριθμό …..απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθ' ου μέχρι του ποσού των 10.000.000 δρχ., εν τω μεταξύ όμως ο δεύτερος εναγόμενος, μεταβίβασε την 30-7-1999 λόγω πωλήσεως, δυνάμει του υπ' αριθμό…..συμβολαίου της συμ/φου Αργυρούπολης Αττικής…..το ακίνητο αυτό, με αποτέλεσμα την αδυναμία ικανοποιήσεως της πιο πάνω απαιτήσεως. Και ότι η μεταβίβαση αυτή, η οποία έγινε κατά τη διάρκεια ισχύος της αναφερόμενης προσωρινής διαταγής, είναι άκυρη εκ του νόμου (αρθ. 175 Α.Κ.) και παρά τη μη μεταγραφή της προσωρινής διαταγής και την επικαλούμενη καλή πίστη, της προς ην η μεταβίβαση αναιρεσείουσας και δεύτερης των εναγόμενων. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά έκρινε κατά το αποτέλεσμα, έστω με εσφαλμένη μερικά αιτιολογία, δεχόμενο δηλαδή εσφαλμένα (όχι κατά την αποκλίνουσα άποψη), εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 175 του Α.Κ., αντί εκείνης του άρθρου 176 του Α.Κ., αφού όπως αναφέρθηκε, η μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου, ήταν υπό την ισχύ της αναφερόμενης προσωρινής διαταγής απαγορευμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 176 του Α.Κ. και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δ., να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, η εγκυρότητα δηλαδή της μεταβίβασης και παρά την απαγόρευση. 

 

Επίδειξη εγγράφων και χορήγηση αντιγράφων με ασφαλιστικά μέτρα.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   42696/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η επίδειξη εγγράφων, ή η χορήγηση αντιγράφων μπορεί να επιδιωχθεί και με ασφαλιστικά μέτρα, εφόσον συντρέχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   42696/2007

Απόσπασμα……Η επίδειξη εγγράφων κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450-452 ΚΠολΔ, ενώ, αν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 902-903 ΑΚ. Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου, που βρίσκεται στην κατοχή άλλου, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη και αντίγραφο του, αν, εκτός των άλλων, το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί ή πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν. Η επίδειξη εγγράφου με βάση το άρθρο αυτό (902) μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ή και με ανταγωγή, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραδεκτού της τελευταίας. Κατά την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη, την οποία και το Δικαστήριο αυτό αποδέχεται, η επίδειξη εγγράφων ή η χορήγηση αντιγράφων μπορεί να επιδιωχθεί και με ασφαλιστικά μέτρα, εφόσον συντρέχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος (βλ. σχετ. ΑΠ 1613/2000 ΕλλΔνη 42.6801 ΜονΠρΘεσ 23434/2001 Αρμ 2002.1186, ΜονΠρθεσ 7106/1994 Αρμ ΜΗ' 668, ΜονΠρΑθ 10575/85 ΕλλΔνη 26.1418, Τζίφρα, Ασφαλ. Μέτρα, έκδ. 4η, σελ. 344 επ., Κρουσταλάκης, Δ. 21.651, άλλως Μπέης, Δ 11.196, Δ 12.4). Στηρίζεται δε η άποψη αυτή στο άρθρο 731 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση.

 

 

Ένδικα μέσα επί διαφορών που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   298/2003

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ένδικα μέσα επί διαφορών που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα.

Οι αποφάσεις που δέχονται, ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, ή αιτήσεις για ανάκληση, ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών, δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

Δεν υπόκεινται σε κανένα ένδικο μέσο και συνεπώς και στο ένδικο μέσο της εφέσεως οι αποφάσεις που εκδίδονται επί διαφορών που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 682 Κ.Πολ.Δ., όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704-738 Κ.Πολ.Δ., ακόμη δε και επί διαφορών που έχουν ως αντικείμενο τη λήψη μέτρων ρυθμιστικών καταστάσεως, τα οποία εξομοιώνονται προς ασφαλιστικά μέτρα.

Η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης απόφασης που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα, όπως είναι η συντηρητική κατάσχεση κινητών και η εκποίηση αυτών λόγω κινδύνου φθοράς ή δυσαναλογίας εξόδων φυλάξεως σε σχέση με την αξία τους, δικάζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με συμπληρωματική εφαρμογή και των διατάξεων των άρθρων 933 επομ. ΚΠολΔ, η δε απόφαση, που εκδίδεται επ' αυτής δεν προσβάλλεται, με κανένα ένδικο μέσο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   298/2003

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Δαμάσκο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Στυλιανό Πατεράκη, Γεράσιμο Σιμόπουλο και Νικόλαο Οικονομίδη, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2003, με την παρουσία και της γραμματέως Δήμητρας Φαραγγά, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιουνίου 1998 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3248/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 9630/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Οκτωβρίου 2001 αίτησή του.Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Οικονομίδης ανέγνωσε την από 14 Νοεμβρίου 2002 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 699 Κ.Πολ.Δ. σύμφωνα με την οποία, αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών, δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, προκύπτει ότι δεν υπόκεινται σε κανένα ένδικο μέσο και συνεπώς και στο ένδικο μέσο της εφέσεως οι αποφάσεις που εκδίδονται επί διαφορών που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 682 Κ.Πολ.Δ., όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704-738 Κ.Πολ.Δ., ακόμη δε και επί διαφορών που έχουν ως αντικείμενο τη λήψη μέτρων ρυθμιστικών καταστάσεως, τα οποία εξομοιώνονται προς ασφαλιστικά μέτρα (Ολ. ΑΠ 754/86). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα εκτελείται κατά τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 702 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διαφορές που αφορούν την εκτέλεση αποφάσεως που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα ή ανακαλεί ολικά ή εν μέρει απόφαση γι' αυτά δικάζονται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 686 επομ. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως αποφάσεως που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα, όπως είναι η συντηρητική κατάσχεση κινητών (άρθρ. 707 Κ.Πολ.Δ) και η εκποίηση αυτών λόγω κινδύνου φθοράς ή δυσαναλογίας εξόδων φυλάξεως σε σχέση με την αξία τους (άρθρ. 719 Κ.Πολ.Δ.) δικάζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με συμπληρωματική εφαρμογή και των διατάξεων των άρθρων 933 επομ. Κ.Πολ.Δ., η δε απόφαση που εκδίδεται επ' αυτής (ανακοπής) δεν προσβάλλεται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 699 Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 702 παρ. 2 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ., με κανένα ένδικο μέσο (ΑΠ 1613/2001) και δη κατά μείζονα λόγο αφού δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα η ίδια η απόφαση για τη συντηρητική κατάσχεση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής :Ο αναιρεσείων, στην από 29.6.1998 ανακοπή του, ισχυρίσθηκε ότι, με την 14.808/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παρασχέθηκε στην αναιρεσίβλητη η άδεια συντηρητικής κατασχέσεως της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, καθώς και του…. αυτοκινήτου του, BMW, μέχρι του ποσού των 30.000.000 δραχμών, προς εξασφάλιση απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, κατ' αυτού, ύψους 70.000.000 δραχμών, προερχόμενης από την αναφερόμενη στην εν λόγω απόφαση αιτία. Στις 3.4.1989, με την…..έκθεση συντηρητικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών…..κατασχέθηκε συντηρητικά, σε εκτέλεση της άνω αποφάσεως, το προαναφερόμενο ….. αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος και ορίσθηκε μεσεγγυούχος τούτου ο τρίτος……. Κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η…… απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η εκποίηση του ως άνω συντηρητικά κατασχεμένου αυτοκινήτου για το λόγο ότι η αξία του μειώνεται συνεχώς εξαιτίας της ακινησίας του, αλλά και διότι η φύλαξή του είναι δαπανηρή σε σχέση με την αξία του. Σε εκτέλεση δε της τελευταίας αυτής αποφάσεως και κατόπιν της από 3.3.1998 εντολής της αναιρεσίβλητης παρά πόδας αντιγράφου αυτής (της αποφάσεως) συντάχθηκε από την ως άνω δικαστική επιμελήτρια η 808/4.3.1998 έκθεση περιγραφής και εκτιμήσεως του συντηρητικά κατασχεμένου αυτοκινήτου, με την οποία εκτιμήθηκε η αξία του στο ποσό των 1.600.000 δραχμών και ορίσθηκε ο πλειστηριασμός τούτου για την 1.7.1998, κατά την οποία και εκπλειστηριάσθηκε με τελευταία υπερθεματίστρια την……, αντί πλειστηριάσματος 1.800.000 δραχμών, συντάχθηκε δε προς τούτο η 15354/1-7-1998 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών……..ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Με βάση αυτά, ζήτησε ο αναιρεσείων, με την ανακοπή του, για τους σε αυτήν αναφερόμενους λόγους, την ακύρωση των σχετικών με την αναγκαστική εκτέλεση ως άνω διαδικαστικών πράξεων και δη α) της 808/4.3.1998 εκθέσεως περιγραφής και εκτιμήσεως του συντηρητικά κατασχεμένου αυτοκινήτου, β) της από 1.7.1998 εκθέσεως αναγκαστικής εκποιήσεως του εν λόγω αυτοκινήτου, γ) της από 3.3.1998 γραπτής εντολής της αναιρεσίβλητης παρά πόδας αντιγράφου της 22068/1994 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δ) της 383/3.4.1989 εκθέσεως συντηρητικής κατασχέσεως του ίδιου αυτοκινήτου. Επί της ανακοπής αυτής, που εκδικάσθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 επ. Κ.Πολ.Δ.), αφού επρόκειτο για διαφορά περί την εκτέλεση αποφάσεως που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα (άρθρ. 702 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), εκδόθηκε η 3248/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την ανακοπή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της άνω αποφάσεως απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι η εκκληθείσα απόφαση, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως αποφάσεως που είχε διατάξει ασφαλιστικά μέτρα, ήταν ανέκκλητη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και γι' αυτό ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 14 μοναδικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών