Διαδικασία στο εφετείο. Προτάσεις στο εφετείο

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   61/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ενώπιον του Εφετείου οι διάδικοι πρέπει μαζί με τις προτάσεις το αργότερο κατά την συζήτηση στο ακροατήριο να καταθέσουν προαποδεικτικώς όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους.

Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο. Μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης ημέρας από τη συζήτηση οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων.

Στις ειδικές διαδικασίες στην κατ' έφεση δίκη η επίκληση και προσκομιδή όλων των αποδεικτικών μέσων πρέπει να γίνεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οπότε όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά, ενώ μετά το πέρας της συζήτησης με την προσθήκη στις προτάσεις επιτρέπεται μόνον αξιολόγηση των αποδείξεων, που έχουν ήδη προσκομισθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   61/2010

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1597/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5795/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 16-10-2006 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1021/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ανωτέρω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 2700/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-9-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 13-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 670 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ( άρθρα 664 έως 676), οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην πιο πάνω ειδική διαδικασία για την εξασφάλιση ταχύτητας εκδίκασης των διαφορών αυτών λόγω της ιδιαιτερότητας τους, οι διάδικοι οφείλουν να προσάγουν στο Εφετείο "έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά τους μέσα" (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) και, συνεπώς, είναι απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, αν οι διάδικοι τα προσάγουν μετά το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 1 και 3, 270 παρ. 1 εδ. β', παρ. 4 εδ. α', παρ. 5 εδ. α' και β' και παρ. 6 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) αλλά και στις ειδικές διαδικασίας, αφού δεν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών (άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν οι διατάξεις αυτές κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζητήσεως της προκείμενης υποθέσεως ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Εφετείου οι διάδικοι πρέπει μαζί με τις προτάσεις το αργότερο κατά την συζήτηση στο ακροατήριο να καταθέσουν προαποδεικτικώς όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο. Μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης ημέρας από τη συζήτηση οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων. Έτσι, στην κατ' έφεση δίκη στις ειδικές διαδικασίες, η επίκληση και προσκομιδή όλων των αποδεικτικών μέσων πρέπει να γίνεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οπότε όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά, ενώ μετά το πέρας της συζήτησης με την προσθήκη στις προτάσεις επιτρέπεται μόνον αξιολόγηση των αποδείξεων που έχουν ήδη προσκομισθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την εν λόγω διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΑΠ 324/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 έως 676 ΚΠολΔ, απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1597/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη στην ουσία την αγωγή της, αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων, εγγράφων), και τις υπ' αριθμ. ...και ... ένορκες βεβαιώσεις </span></a> του συμβολαιογράφου Αθηνών…….., που δόθηκαν στις 14-10-2008 και ώρα 09.00, τις οποίες προσκόμισε το αναιρεσίβλητο. Δεν προκύπτει όμως ότι η επίκληση αυτών έγινε έως το πέρας της συζητήσεως στο ακροατήριο του Εφετείου με τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ή με καταχώριση στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού. Το αναιρεσίβλητο κατέθεσε τις από 13-10-2008 προτάσεις του με σχετικά την προτεραία της συζητήσεως, ήτοι στις 13-10-2008 και ώρα 14.00, όπως τούτο προκύπτει από την επ' αυτών σημείωση του γραμματέα του Εφετείου. Και ναι μεν στις καθαρογραμμένες κατά τα λοιπά στο σύνολο τους προτάσεις του αυτές, όπως εξ αυτών προκύπτει, ισχυρίζεται ότι επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων, και τις ως υπ' αριθμ. ...και .../2008 ένορκες βεβαιώσεις, οι αριθμοί των οποίων, ήτοι οι ...και ...και η ημερομηνία 14-10-2008 είναι γραμμένοι δια χειρός. Όμως, η χειρόγραφη αυτή εγγραφή- προσθήκη δεν φέρει ημερομηνία και βεβαίωση της τόσο από την πληρεξούσια δικηγόρο που υπογράφει τις προτάσεις όσο και από τον αρμόδιο υπάλληλο του Εφετείου, σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 237 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ. Έτσι, δεν προκύπτει πότε έγινε η άνω εγγραφή και, ως εκ τούτου υπάρχει αμφιβολία για τη νομιμότητα της επικλήσεως στο Δικαστήριο των άνω ενόρκων βεβαιώσεων. Εξάλλου, η επίκληση αυτών σε χρόνο που δεν υπήρχαν, αφού, σύμφωνα με την βεβαίωση του Εφετείου, έγιναν στις 14-10-2008, είναι νομικώς αδιάφορη. Διότι επίκληση μη υπαρκτού κατά τον χρόνο της επικλήσεως του αποδεικτικού μέσου είναι προδήλως αλυσιτελής (ΑΠ 1402/1999). Επομένως, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη του τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επίκληση τους, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του αναιρετηρίου, μέμφεται το Εφετείο ότι, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσης περί του ότι η καταγγελία από το αναιρεσίβλητο της εργασιακής σχέσης δεν είναι άκυρη ως γενόμενη κατά κατάχρηση δικαιώματος λόγω εκδικήσεως και εμπάθειας αυτού έναντι της, αλλά αυτή έγινε για αντισυμβατική της συμπεριφορά, έλαβε υπόψη και τις πιο πάνω μη νομίμως επικληθείσες ένορκες βεβαιώσεις, τον άνω δε ισχυρισμό προέβαλε με την προσθήκη που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ,να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας. </span></span></p>

		
		
	</div>
	
</div>
																	</div>
										
																																	
																</div>
															</div>
															<!-- content end -->
															
																														
																														
														</div>
													</div>
													<!-- mainmiddle end -->
			
																									
												</div>
											</div>
											
																						<div id=

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών